Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μπάσκετ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μπάσκετ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Γιατί εσύ ήσουν λιμνάνθρωπος

Συνήθως προσπαθώ να σκεφτώ μια εισαγωγή για κάθε κείμενο, μπλέκω με συνειρμούς και χάνω το κυρίως θέμα. Αλλά όλα μες στη ζωή είναι. Και τι νόημα θα ’χε η Ιθάκη, χωρίς το ταξίδι, χωρίς μικρές νοθείες και κάποιες λίγες παρακάμψεις, που μπορεί να κρατήσουν και μια δεκαετία. Αρκεί να φτάσουμε κάποτε στη γραμμή του τερματισμού και του ορίζοντα, που απομακρύνεται όσο τον πλησιάζουμε, σαν τη σοσιαλδημοκρατική Ιθάκη του Τσίπρα, που είναι ένα μεσαίο κατάρτι υψωμένο στη νοημοσύνη μας και βυθισμένο στον (ντροπή λίγο) κι ούτε ένας μάγος δε θα μπορούσε να κάνει τόσο ταχυδακτυλουργικά πριν την κάλπη. Τι λέγαμε όμως; Α, ναι. Το κυρίως θέμα.


Γιατί μπορεί να μας ενδιαφέρει ένα βιβλίο για τον Μάτζικ; Ίσως για λόγους αθλητικούς -μα όχι μόνο. Ο αθλητισμός έχει πάντα προεκτάσεις, νικώντας τα αήττητα στερεότυπα που τον βλέπουν μακριά από την πολιτική και τις σκοπιμότητες ή τους υψηλούς συμβολισμούς.

Αθλητικά μιλώντας, ο Μάτζικ ήταν ένας μαύρος αίλουρος (χωρίς τις πολιτικές προεκτάσεις του Τζαμπάρ, που θα μας οδηγούσαν στις παρυφές των Μαύρων Πανθήρων). Εφορμούσε στο παρκέ, είχε μάτια στην πλάτη, σε σκότωνε απαλά και χαμογελούσε κιόλας, σαν αγγελικός δολοφόνος στην πόλη των αγγέλων, που πούλησαν την ψυχή τους στον διάβολο, για να μάθουν να παίζουν θεϊκό, μαγικό μπάσκετ.
Μπορείς να κάνεις μαγικά, μπορείς να έχεις ό,τι ποθήσεις.

Νικούσε κάνοντας μάγκες κυρίως τους συμπαίκτες του με ασίστ, χωρίς τη μαγκιά και τα νταηλίκια της Ανατολής, που ήταν τρόπος ζωής για τους Πίστονς ή επιβίωσης για έναν λευκό όπως ο Μπερντ. Ειδικά οι φωτογραφίες του των πρώτων ετών είναι το κάτι άλλο. Μας δείχνουν μια φιγούρα με Ατίθασα Νιάτα, ακαταμάχητη (Τόλμη) και Γοητεία, με ακατάβλητη Λάμψη (και τον Τζακ πρώτο κάθισμα-πίστα), που νικούσε τους Σκληρούς του Ντιτρόιτ και της Βοστώνης και έγινε Δυναστεία, μα πάνω απ’ όλα γιορτή και υπερθέαμα για τη μικρή οθόνη (Showtime), άρρηκτα συνδεμένο με την εκτίναξη της τηλεθέασης του ΝΒΑ.

Στα μάτια μου ο Μάτζικ δεν είναι απλώς μαγικός παίκτης ή μια ρετρό εικόνα απερίγραπτης ομορφιάς (με αφάνα και μουσάκι στην αρχή, ψηλές κάλτσες, κοντά σορτσάκια και το σοβιετικό μουστάκι του Λάρι για συμπλήρωμα), αλλά η τελευταία λέξη του μπάσκετ. Για άλλους υποψήφιους GOAT, μπορείς να χαθείς σε αντιδιαλεκτικά μονοπάτια και αδιέξοδες συζητήσεις, αν θα άντεχαν το βρωμόξυλο του παρελθόντος, αν θα είχαν θέση στο σημερινό άθλημα που θυμίζει διαγωνισμό τριπόντων, αν θα έβαζαν 100 πόντους σε αστείες άμυνες ή θα περνούσαν το ρεκόρ του -κατά τα άλλα συμπαθέστατου- Μπαμ Αντεμπάγιο. Αλλά ο Μάτζικ έχει το πλήρες πακέτο (υπερδίμετρος πλέι μέικερ, που παίζει άνετα σε όλες τις θέσεις), για να σταθεί και να διαπρέψει δι-αχρονικά και αν-ιστορικά σε οποιαδήποτε εποχή.

Ιστορικά μιλώντας, είναι ατόπημα να μιλήσεις για τον Μάτζικ, χωρίς να αναφέρεις τον Μπερντ, έναν Διόσκουρο που έπαιζε αντίπαλος. Η μεταξύ τους κόντρα έμεινε αυστηρά μες στο γήπεδο, αλλά καθόρισε μια εποχή και βασικά την έκρηξη της δημοφιλίας του πρωταθλήματος σε ασύλληπτα μεγέθη. Και αυτό άφησε ίσως ένα παράπονο στον Μάτζικ, που δε βρήκε εξ αρχής το άθλημα στο ζενίθ που το άφησε, και ήταν η αμέσως επόμενη φουρνιά -με τον Τζόρνταν και άλλους-, που καβάλησε αυτό το κύμα, για να κλείσει επικερδείς συμφωνίες με τα μεγαλύτερα συμβόλαια. Οι σταρ λειτουργούν δεδομένα σα μεγάλα παιδιά και αυτό που μετράει πιο πολύ στον εγωισμό τους, στο τέλος της ημέρας καριέρας, δεν είναι ένα δαχτυλίδι πάνω ή κάτω (εκτός αν δεν έχουν κανένα), αλλά ποιος έβγαλε περισσότερα χρήματα και ποιος ήταν ριγμένος στα έσοδα. (Θυμόμαστε αντίστοιχα σταριλίκια και άτυπες βεντέτες μεταξύ συμπαικτών σε ελληνικές ομάδες με τρομερά δίδυμα, του τύπου «θέλω όσα αυτός και ένα δολάριο/ευρώ/δραχμή παραπάνω»). Στην τελική, οι Λέικερς των ’80ς, με 5 τίτλους σε 9 τελικούς, είχαν μεγαλύτερη διάρκεια από τη δυναστεία των Μπουλς με το απόλυτο 6/6 στα ’90ς. Ο Τζόρνταν έκανε όμως τα καλύτερα συμβόλαια, γιατί βρήκε στρωμένο έδαφος και δρόμο από τους προηγούμενους.

Κάποιοι υπονοούσαν πως ο Μπερντ βγήκε στον αφρό γιατί το σύστημα χρειαζόταν ένα λευκό αντίπαλο δέος στην αφρο-αμερικάνικη κυριαρχία. Κι όταν υποστήριξε κάτι αντίστοιχο ο τρελο-Ρόντμαν (που ακόμα δεν ήξερε τίποτα για τον Κιμ και την Κορέα την καλή), ενεργοποίησε με τις δηλώσεις του ένα ντόμινο εξελίξεων, σαν φαινόμενο της πεταλούδας, που διέλυσε την κολλητή σχέση του Μάτζικ με τον Αιζέια Τόμας (που είχε δικό του δωμάτιο στη βίλα του πρώτου) και έθεσε ουσιαστικά τον τελευταίο εκτός κινήματος dream team, γιατί κάθε (ομάδα) όνειρο έχει μικρές νοθείες κι αδικίες. 


Ο Μπερντ πάντως είχε το πιο μπασκετικό μυαλό από όλους και μπορούσε να καλύπτει με αυτό κάθε του μειονέκτημα, ακόμα και το χρώμα της επιδερμίδας του, γιατί οι λευκοί -ως γνωστόν- δεν μπορούν να πηδήξουν, κάνουν όμως άλλα πράγματα και το μπάσκετ έχει χώρο για όλους. Και ο Μάτζικ δεν ήταν bad boy, ούτε απειλή για το σύστημα, αλλά το καλύτερο άλλοθί του ενάντια στις διακρίσεις. Ο χαμογελαστός, καλοσιδερωμένος μαύρος που κάθε λευκός (WASP) θα ήθελε για γείτονα ή και γαμπρό του. Μέχρι που προέκυψε η γνωστή ιστορία με το AIDS. 

Σήμερα οι ιατρικές μας γνώσεις είναι περισσότερες και οι κοινωνικές προκαταλήψεις θα διοχετεύονταν σε άλλα πεδία. Αλλά ήταν γραφτό του Μάτζικ, ενός φτωχόπαιδου από το Μίσιγκαν, που το απαράμιλλο ταλέντο του γκρέμισε ταξικούς φραγμούς και τείχη προκατάληψης -ακόμα και αυτά που βίωσε ο μεγάλος του αδερφός στην ομάδα μπάσκετ του μικτού σχολείου της πόλης- να αντιμετωπίσει ένα άλλο είδος ρατσισμού, ως φορέας του ιού, ακόμα και από μαύρους συμπαίκτες του. Το αξιοσημείωτο είναι πως δεν πλήρωσε τόσο την απώλεια της έξωθεν μαρτυρίας του «καλού οικογενειάρχη» (δεν ήταν τέτοιος), αλλά την πηχτή άγνοια και την (καχ)υποψία πως ήταν κρυφός ομοφυλόφιλος, καθώς το AIDS θεωρούνταν λανθασμένα από πολλούς ως νόσος των gay. Η αλλαγή του κοινωνικού στάτους (καθώς ήταν πλέον κολλητός του ιδιοκτήτη της ομάδας) του έδωσε πρόσβαση σε πρωτοποριακές ιατρικές μεθόδους και προνομιακή μεταχείριση, ωστόσο ο ίδιος αναγκάστηκε να βάλει πρόωρα τίτλους τέλους σε μια καριέρα που μπορούσε να γράψει και άλλες χρυσές σελίδες στο βιβλίο της.

Και ερχόμαστε στο βιβλίο του Lazenby.

Καταρχάς, τα αθλητικά βιβλία στο εξωτερικό είναι ό,τι το σεξ για τον Γιώργο Μαρίνο (όχι του Πολίτ Μπιρό): μια άλλη ιστορία, εντελώς διαφορετική από τα καθ’ ημάς. Εδώ κατά κανόνα ένας αθλητής ή προπονητής, που δεν ξέρει να γράφει (οριακά να μιλάει με κλισέ μπροστά στα μαρκούτσια), βρίσκει έναν γνωστό δημοσιογράφο, ο οποίος κάνει στην καλύτερη την απομαγνητοφώνηση, έναν εκθειαστικό πρόλογο και... τυπωθήτω. Με οργάνωση παραγωγής επιπέδου βιντεοκασέτας, χωρίς καν την καλτ αισθητική που είχαν οι Κόπανοι ή το «Έξι χρόνια στο Ελλάντα».


Στο εξωτερικό κάνουν κατά κανόνα κανονικές βιογραφίες, με έρευνα, συνεντεύξεις και μπόλικες εργατοώρες δουλειάς (αλλά πρόχειρες μεταφράσεις στα ελληνικά, γιατί είσαι MVP... και σε ενδιαφέρει το μέγιστο κέρδος). Και συχνά, με τις απαραίτητες αποστάσεις που κρατά ένας ερευνητής από το βιογραφούμενο πρόσωπο. Είτε επειδή δεν ενδιαφέρεται να κάνει μια αγιογραφία, είτε γιατί ξέρει πως οι καλύτερες αγιογραφίες δε μοιάζουν με τέτοιες και είναι σχετικά αποστασιοποιημένες, όπως το τηλεοπτικό Last Dance για τον Τζόρνταν.

Αντιστοίχως, ένα βασικό πλεονέκτημα της συγκεκριμένης βιογραφίας είναι ότι δε βασίζεται στη μαρτυρία του Μάτζικ (που μπορεί να παρέλειπε-στρογγύλευε δυσάρεστες λεπτομέρειες και εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να δει αντικειμενικά τον εαυτό του), ούτε χρειάστηκε την (προ)έγκρισή του για να εκδοθεί. Συγκεντρώνει μαρτυρίες από το κοντινό του περιβάλλον ή άτομα που έχουν απομακρυνθεί από αυτό, αξιοποιεί δημοσιευμένες πηγές, παλιότερες δηλώσεις και συνεντεύξεις. Παρακολουθεί τη διαδρομή του, εστιάζοντας λιγότερο στις χρυσές σελίδες της μεγάλης καριέρας του, δίνοντας έμφαση στη σχετικά άγνωστη περίοδο πριν γίνει «Μάτζικ» και περάσει στο ΝΒΑ: την παιδική του ηλικία, τα σχολικά και κολεγιακά του χρόνια, τις σχέσεις του με την οικογένεια, τις ρίζες του, την πόλη του και όσα στοιχεία έθεσαν τις βάσεις για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του.

Αφιερώνει μάλιστα ειδικό κεφάλαιο για το οικογενειακό δέντρο και τους προγόνους του Έρβιν, όπου εξετάζει ιστορικά την περίοδο της δουλείας, τη μαζική μετανάστευση των απελεύθερων αφρο-αμερικανών του Νότου στον «φιλελεύθερο» βιομηχανικό Βορρά και τις φρούδες δεσμεύσεις του κράτους, που τους υποσχέθηκε γη και τριαντάφυλλα (ήδη από τα χρόνια του εμφυλίου), για να τους παραδώσει τελικά κάποιες μικρές εκτάσεις, όταν δεν είχαν καμία ελπίδα να ανταγωνιστούν τις διαμορφωμένες μεγάλες καλλιέργειες των farmers με τον σύγχρονο εξοπλισμό, οπότε σύντομα κατέληγαν πάλι ακτήμονες ή εξαρτημένοι από τους πλούσιους αγρότες.

Κατά έναν παράδοξο τρόπο, όμως, τα πλεονεκτήματα του βιβλίου γίνονται και τα μειονεκτήματά του. Δεν έχει πολλά παρασκήνια, ζουμερές στιχομυθίες και ανέκδοτα, λεπτομέρειες που βάζουν αλατοπίπερο σε μια αφήγηση -αυτό που ένας σοφός blogger είχε ονομάσει κάποτε «(αστικό) πατατάκι» και «φυτείες Νευροκοπίου». Παίρνει πιο σοβαρά από ό,τι θα έπρεπε τον εαυτό του για ένα μάλλον ανάλαφρο θέμα (με σημαντικές προεκτάσεις βέβαια) αλλά δεν έχει σωστό κριτήριο και εφόδια για να δει σε βάθος τα πιο σοβαρά ζητήματα που πιάνει (από τον ρατσισμό ως τη δουλεία). Και σίγουρα δεν έχει πρόθεση να δει κριτικά πχ την εμπορευματοποίηση του (πρωτ)αθλήματος ή τη βιομηχανία του Show-time των Λέικερς, γιατί αυτές οι ανησυχίες δεν εμπίπτουν στον αξιακό του κώδικα. Ενώ συχνά πλέκει το εγκώμιο του «καλού επιχειρηματία Μάτζικ», που «δίνει δουλειά» σε πολλούς αφροαμερικανούς με τις επιχειρήσεις του. Είναι μάλλον σπάνιο να διαβάσεις μια σύγχρονη (αυτο)βιογραφία που να μην εξυμνεί το american dream και το επιχειρηματικό δαιμόνιο (δηλαδή τα λεφτά) ή κάποια ανώτερη δύναμη (δηλαδή τον θεό) ή και τα δύο μαζί ή κάποιον συνδυασμό τους -καθώς το χρήμα είναι ο θεός τους και η θρησκεία, σε όλες τις εκδοχές της, μια άκρως επικερδής μπίζνα.

Γενικώς δεν είναι το πιο απολαυστικό ανάγνωσμα, δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες (τις δικές μου τουλάχιστον), δεν έχει καν ρέουσα γραφή -αλλά γι’ αυτό μπορεί να φταίει και η πρόχειρη επιμέλεια του μεταφρασμένου κειμένου- και σε αρκετά σημεία θυμίζει τηλεοπτικό σενάριο για ντοκιμαντέρ, όπου αναφέρεται κάποιο στοιχείο (πχ στον Μάτζικ αρέσουν τα μπιφτέκια) και στο καπάκι έρχεται η επιβεβαίωση-μαρτυρία που το επαναλαμβάνει αυτολεξεί: στον Μάτζικ αρέσουν τα μπιφτέκια, ενώ εσύ κάνεις εικόνα το αντίστοιχο πλάνο ή ένα μπέργκερ. 


Στον επίλογο, περισσεύει μια δική μου τελική κρίση (να το πάρεις το βιβλίο ή να το αφήσεις). Όποιος είναι θύμα της γοητείας του Μάτζικ, θα το απολαύσει -αν όχι όλο, αρκετά σημεία του- ή πρέπει να το διαβάσει, για να φτάσει μόνος του σε αντίστοιχα συμπεράσματα με την κε του μπλοκ.

Αντί επιλόγου, λοιπόν, κρατάω μια γενική σημείωση του Χομπσμπάουμ, νομίζω, που έλεγε πως η Ιστορία είναι σε τελική ανάλυση μια αφήγηση και οφείλει να είναι ευχάριστη κι απολαυστική για τον αναγνώστη, δημιουργώντας και μια αντίστοιχη σχολή ιστορικών (όλα αυτά τα μεταφέρω από μνήμης, με κίνδυνο να διαστρεβλώνω την ουσία τους, αλλά μην αφήνεις ποτέ μια επιλεκτική αμνησία να σου χαλάσει έναν ωραίο συλλογισμό).

Και αυτό ασφαλώς δεν αφορά στενά τη βιογραφία του Μάτζικ, ούτε μόνο τον Χομπσμπάουμ, αλλά οτιδήποτε γράφουμε και ευελπιστούμε να έχει ευρύτερη απήχηση, ακόμα και τα ιστορικά εγχειρίδια. Προφανώς οι μικρές ιστορίες-ανέκδοτα δε φτιάχνουν την Ιστορία, αλλά δε σημαίνει πως ο ιστορικός δεν μπορεί να τις αξιοποιεί και να συνδυάζει τερπνό και ωφέλιμο, ή τέχνη και επιστήμη. Ας μην ξεχνάμε τις λογοτεχνικές αναφορές με τις οποίες διάνθιζαν συχνά οι κλασικοί του μαρξισμού ακόμα και τα πιο απαιτητικά έργα τους. Σε τελική ανάλυση, η ιστορική -και όχι μόνο- γνώση είναι πάντα συναρπαστική και δεν πρέπει να στριμώχνεται σε στρυφνά εγχειρίδια, με ακαδημαϊκό λόγο που δεν προσελκύει το ευρύ κοινό.

Για λόγους ταξικούς, αισθητικούς και όχι μόνο...

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

Τα μυστικά της Λίμνης

Τι γυρεύει εδώ ένα αμιγώς αθλητικό κείμενο; Καλή ερώτηση. Αν χρειάζεται κάποιου είδους άλλοθι η ένοχη απόλαυση της κε του μπλοκ, θα ήταν μάλλον αυτό το απόσπασμα από το βιβλίο Black Power του Θ. Μήνα.

Μέχρι και τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’60, οι λευκοί αθλητές υπερτερούσαν αριθμητικά στις συνθέσεις των ομάδων του ΝΒΑ, με τη ζυγαριά όμως να έχει αρχίσει να γέρνει πια προς τη μεριά των Αφροαμερικανών. Πρωτοπόροι εδώ υπήρξαν οι Boston Celtics, οι οποίοι λογίζονται ως λευκή ομάδα, επειδή έχουν ως σύμβολο το ιρλανδικό τριφύλλι, καθώς οι Ιρλανδοί μετανάστες υπερτερούν αριθμητικά στη Βοστόνη. Ανέδειξαν επίσης πολυάριθμους σπουδαίους λευκούς αθλητές (...). Ωστόσο, το 1956 οι Celtics ενέταξαν στο δυναμικό τους τον διεθνή Αφροαμερικανό σέντερ Bill Russell, πολυνίκη του ΝΒΑ (έντεκα πρωταθλήματα) και αργότερα τον πρώτο μαύρο προπονητή στην ιστορία των σπορ. Ακόμα πιο σημαντικό: ο Russell ήταν πολιτικοποιημένος ακτιβιστής, στενός φίλος και συνεργάτης του Martin Luther King.

(...) Ο προπονητής που επέλεξε τον Russell ήταν ο Αμερικανο-εβραίος Red Auerbach, πρώην μέλος του CPUSA (σ.σ.: ΚΚ ΗΠΑ), ο οποίος είχε μπελάδες την εποχή του μακαρθισμού. Βασικός σχολιαστής των Celtics ήταν τότε ο Johnny Most, σοσιαλιστής και στενός φίλος του Howard Fast, συγγραφέα των μονογραφιών Spartacus (1951) και Σάκκο και Βαντσέττι (1953). Στις 26 Δεκεμβρίου του 1964, οι Celtics προχώρησαν σε κάτι ανήκουστο ως τότε: παρέταξαν στο παρκέ μια πεντάδα αποτελούμενη μόνο από Αφροαμερικανούς. Το Boston Garden, η ιστορική έδρα των Celtics, πάγωσε. Σιγή ιχθύος, όμως στη μετάδοση του αγώνα στα ερτζιανά ο Most παραληρούσε από τον ενθουσιασμό του. 

Και ποιος είναι ιστορικά ο μεγαλύτερος αντίπαλος των Σέλτικς -εκτός από τον κακό τους εαυτό; Οι Λος Άνχελες Λέικερς -από την εποχή που μετακόμισαν στη βόρεια Καλιφόρνια. Και ποιος είναι ο μεγαλύτερος λιμνάνθρωπος όλων των εποχών; Υπέροχο αντιδιαλεκτικό ερώτημα.


Ο Λεμπρόν δεν μπαίνει καν πεντάδα -το πολύ να την συμπληρώνει. Ο Κόμπε είναι απλά για τους μικρούς που έπεσαν στη χειρότερη γενιά του ΝΒΑ και τον είδαν σαν όαση. Ο Σακίλ κάνει καλύτερη καριέρα ως κωμικός στην τηλεόραση. Ο Τσάμπερλεϊν ήταν πραγματικά σπουδαίος αλλά έπεσε σε λάθος εποχή και έχανε συνέχεια απ’ τους Σέλτικς του Ράσελ. Και φτάνουμε στην κορυφή, το δίδυμο Τζαμπάρ-Τζόνσον, όπου μπορείτε να διαλέξετε όποιον θέλετε, αλλά μόνο ένας ήταν μάγος και συνέδεσε (νύχι-κρέας) το όνομά του με τη λάμψη του Showtime, δηλαδή την καλύτερή τους περίοδο.

Μπορεί ο Τζέιμς Γουόρθι να φορούσε το 42, αλλά ο Μάτζικ είναι η σωστή απάντηση στα πάντα. Ακόμα και στο κλασικό ερώτημα για την καλύτερη πεντάδα όλων των εποχών, προαιώνιο αίνιγμα που έθετε η Σφίγγα στους περαστικούς, σκοτώνοντας μόνο όσους την ξεκινούσαν από τον Λεμπρόν, για να το λύσει τελικά-εξαρχής ο Ράιλι. Στο 1 ο Μάτζικ, στο 2 τον πλαισιώνει ο Μάτζικ, στο 3 ο Μάτζικ, στο 4 ο Μάτζικ και στο 5 έχουμε τον Μάτζικ, που μπορούσε να παίξει όλες τις θέσεις με την ίδια άνεση.

Μια πεντάδα γεμάτη μαγεία που δε θα έχανε από κανέναν, παρά μόνο από τον εαυτό της και από υπερβολική ομαδικότητα, αν πάσαρε συνέχεια ο ένας Μάτζικ στον άλλο και τους έμενε η μπάλα στα χέρια, στο τέλος της ιστορίας και της επίθεσης. 

Όπως θα έκαναν δηλαδή πέντε πιστοί Θωμάδες στο Μπαρτζώκας-μπολ, για το οποίο γράφτηκε ένα σοσιαλιστικό έπος, η πορτοκαλί (αντ)επανάσταση εκδοχή του Παιδαγωγικού Ποιήματος και θα ήταν σπουδαίο πολιτικό άλλοθι για τα πάντα: αθλητικά κείμενα, ένα τεύχος-αφιέρωμα της ΚΟΜΕΠ στο μπάσκετ, ή τον παραλληλισμό ενός αθλήματος κλειστών χώρων με το αντάρτικο (πόλεων), που δεν πρέπει να συγχέεται με το ταμπούρι, το πούλμαν του Μουρίνιο και λοιπούς τσουρουκάδες, και τον οποίο εισήγαγε ο Κ. Πολίτης, που ήταν ευρωκόουτς και ευρωκομμουνιστής -με το Εσωτερικού, σαν τον πατέρα του Μπαρτζώκα. Ή έναν ακόμα μερακλίδικο παραλληλισμό της σπυριάρας με το απόστημα της ανάθεσης, που δε φεύγει με Clearasil, και τις εφηβικές συνθήκες που δεν έχουν ωριμάσει ακόμα.

Μα κατά βάθος δε ζηλεύω (πολύ) που δεν το σκέφτηκα-έγραψα εγώ, γιατί δεν είμαι οπαδός του υπαρκτού μπαρτζωκισμού (ούτε καν οπορτουνιστική του παρέκκλιση). Κι αυτό δεν έχει να κάνει με τον πατέρα του, ούτε μόνο με τη συμπεριφορά του που στηλιτεύεται στην άγνωστη Διαθήκη του Ντούντα, με τη σαφή υπόδειξη: προτείνω να μπει στη θέση του προπονητή κάποιος άλλος σ/φος, ο οποίος να διαφέρει από τον κόουτς Μπι μόνο στο εξής: να είναι πιο ευγενικός και λιγότερο δύστροπος. Ούτε καν με τα μπινελίκια, που είναι μια ανέξοδη μορφή εκτόνωσης, που διεγείρει το ποίμνιο και δίνει τροφή στα μεσαιωνικά πρωτοσέλιδα του Sportime, αλλά όχι και πραγματική διέξοδο.

Το ζήτημα δεν είναι αν μπορούσες να σταθείς στην Κόκκινη Πλατεία και να φωνάξεις δυνατά αν γαμιέται ο Μπρέζνιεφ, αλλά αν μπορείς να σταθείς στο κέντρο ενός γεμάτου ΣΕΦ και να πεις το ίδιο για το αφεντικό σου. Και δεν έχει τόση σημασία αν είναι εστέτ απόγονοι μιας θρυλικής δωσιλογικής οικογένειας ή γνήσιος εκπρόσωπος της λούμπεν αστικής τάξης, που έχει βαλθεί να δικαιώσει τις αναλύσεις της 17Ν. Την ιστορία της οποίας πρέπει κάποτε να διηγηθεί κάποιος από μια δική μας σκοπιά και να μην περιμένουμε να μάθουμε τι λέει ο Λευκός Οίκος από τον Παπαχελά, που δεν ξέρουν ποιον Αλέξη να επιλέξουν ως αγαπημένο τους.

Αλλά το κόβω εδώ, πριν μας οδηγήσουν σε άλλο γήπεδο-κείμενο οι συνειρμοί αλά Σκουντής (στο Βιγιαμπάχο ακόμα περιγράφουν -και ο Βιγιακάμπα ακόμα σουτάρει, δίπλα στον Κορνίλιους Τόμπσον που πήρε το τρίποντο). Χωρίς να επεκταθώ στον πράκτορα της 3ης Διεθνούς (που δεν είναι κίτρινη σαν τον αγαπημένο του Άρη) Σάσα Βεζένκοβ, που μοιάζει γίγας στους γίγαντες (ο Ντιμιτρόφ) αλλά με πήλινα πόδια. Και είναι ζήτημα αν κάθε πτώση του στο παρκέ είναι φλόπινγκ, κατάρρευση ή ανατροπή.

Και δε θα παρασυρθώ να απαντήσω στον Φουρνιέ πως η μπουγάτσα είναι προϊόν ΠΟΠ για τη ΛΔ του Βορρά, όπως και τα τρίγωνα, και τα καλύτερα τα εισπαράγει η «Εύα» στο Γαλάτσι, μαζί με καζάν ντιμπί. Και το μυστικό της τριγωνικής επίθεσης των Μπουλς του Φιλ Τζάκσον είναι «τρίγωνα-μπουγάτσα-πιτόγυρα», που εμείς τα λέμε σάντουιτς και οι άλλοι σουβλάκια. Κι αυτά είναι σοβαρά ταυτοτικά ζητήματα στην εποχή μας, γιατί τα πιτόγυρα δεν έχουν δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού και χειραφέτησης από τη χαμουτζίδικη διάλεκτο. Εκτός από την ταξική πάλη υπάρχουν και τα πιτόγυρα.

Κι είναι τυχαίο, νομίζετε, πως οι δυο δικέφαλοι (ΑΕΚ και ΠΑΟΚ) έφεραν τους πρώτους ευρωπαϊκούς τίτλους το ’68 και το ’91, δηλαδή τις χρονιές της δικέφαλης διάσπασης του ΚΚΕ, με τα δυο κεφάλια (και δυο κεραμίδια στα δυο του τα φρύδια), όπου το ένα κοιτούσε στη σοβιετική Ανατολή (και την επανάσταση) και ας αλληθώριζε ενίοτε, ενώ το άλλο στον δυτικό μαρξισμό και την Ανανέωση, οπότε έπρεπε να κοπεί πριν φάμε το κεφάλι μας και γίνουμε κόμμα του κεφαλαίου.

Είναι τυχαίο ή μήπως διαλεκτική στιγμή του αναγκαίου ότι ο «Αυτοκράτορας» Άρης πήρε το τελευταίο πρωτάθλημα το ’91 και κατέρρευσε (δηλαδή ανατράπηκε εκ των έσω, τον τρύπησαν), σαν τη σοβιετική «αυτοκρατορία» του καλού; Και πιο εύκολα θα ξαναπάρει σάρκα και οστά η Σοβιετία, παρά θα δούμε τον «Αυτοκράτορα» να επιστρέφει με κινέζικα χαρακτηριστικά και τη σκέψη Σιάο Τσε Τουνγκ.

Τυχαία μήπως και η επικράτηση της Αλέκας με το μπασκετικό 57-53 επί του Δραγασάκη, που θύμιζε σκορ Λιμόζ; (Κι αν έβγαιναν ισοπαλία, τι γινόταν; 5μηνη παράταση;). Και πως όταν πήρε η Λιμόζ, το ’93, το ευρωπαϊκό μες στο ΣΕΦ με το μπρεζνιεφικό όνομα, στήνοντας αμυντικά τείχη από πορσελάνη γύρω από την μπασκέτα της, ο Φουκουγιάμα έγραψε για το τέλος του μπάσκετ και της Ιστορίας;

Αλλά όλα αυτά είναι πλέον ιστορία, που δεν τελειώνει ποτέ και θα αρχίσει να γράφεται όταν τελειώσουμε με την προϊστορία του είδους μας και τις ταξικές κοινωνίες. Κι αν η μέχρι τώρα ανθρώπινη ιστορία είναι η ιστορία της ταξικής πάλης, πολλοί παίκτες που έγραψαν ιστορία στα γήπεδα, κόβονται ως μετεξεταστέοι. 

Ο Μέσι πχ θα είναι πάντα αυτός που χειροκροτούσε τον Τραμπ, ενώ μιλούσε για τον βομβαρδισμό του Ιράν. Ο GOAT Τζόρνταν θα είναι αυτός που φοβήθηκε να πάρει δημόσια θέση, γιατί και οι Ρεπουμπλικάνοι αγοράζουν παπούτσια ΝΙΚΕ. (Ή αλλιώς και οι Ντέμοκρατς είναι ρατσιστές, και λίγοι θυμούνται πως ο Λίνκολν ήταν Ρεπουμπλικάνος, ενώ πολλοί από τους συγγραφείς της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας ήταν... φιλελεύθεροι δουλοκτήτες! Και ο Μάτζικ ήταν ο καλοσιδερωμένος χαμογελαστός πρώην σκλάβος (ούτε καν αυλικός, όπως στο βίντεo-κλιπ του Remember the Time, με τον Φαραώ Έντι Μέρφι), που κάθε λευκός θα ήθελε για γείτονα ή γαμπρό του, μέχρι που βρέθηκε θετικός στο AIDS και θυμήθηκε τι πάει να πει ρατσισμός.

Το φαινομενικά παράδοξο είναι πως όλοι αυτοί κουβαλάν μια ιδιαίτερη ιστορία και έγραψαν τη δική τους στα παρκέ, σε ένα πρωτάθλημα που μοιάζει κάποιες στιγμές να μην έχει ιστορικό φορτίο, μεγάλες αντιπαλότητες, καυτές έδρες, ακόμα και βαριές φανέλες, γιατί το εμπόριο τα έχει κάνει όλα ίσωμα, ακόμα και το στοιχειωμένο (από φαντάσματα που πλανώνται) για κάθε αντίπαλο Μπόστον Γκάρντεν.

Την ίδια ψευδαίσθηση έλλειψης ιστορικού βάθους μπορεί να σου δώσουν και οι ΗΠΑ -όπου κάποιες οδοί αντί για ονόματα έχουν απλώς μια πρακτική τακτική αρίθμηση- ως κράτος. Το οποίο χτίστηκε σε έναν «Νέο Κόσμο», χωρίς φεουδαρχικά βαρίδια και άλλα κατάλοιπα του παρελθόντος, χωρίς να χρειάζεται καν να περάσει Διαφωτισμό και ταξικές επαναστάσεις, για να μοιράσει τελικά απλόχερα το σκοτάδι του σε όλες τις ηπείρους της Γης.

Το κράτος των ΗΠΑ ενέγραψε εξ αρχής στην ταυτότητά του (που δεν είναι βιολογικά, αλλά ιστορικά, κοινωνικά προσδιορισμένη) τη βαρβαρότητα, την άγρια επιβολή, τους διωγμούς των... Ινδιάνων, κάθε μορφής βαρβαρότητα και όλα τα χαρακτηριστικά της «καπιταλιστικής προόδου», που γιγαντώνονταν μαζί του, καθώς αυτό επέκτεινε την κυριαρχία του στον πλανήτη.

Μπορεί να το διαπιστώσει κανείς διαβάζοντας πχ τις «Ηνωμένες Πολιτείες του Πολέμου», του Ντέιβιντ Βάιν, που έχει μια σειρά μειονεκτήματα (από την επιμέλεια και το Επίμετρο, μέχρι την επιεικώς θολή αντίληψη του συγγραφέα για έννοιες όπως ο ιμπεριαλισμός, ο υπερ-ιμπεριαλισμός κτλ), αλλά και ένα σαφές πλεονέκτημα: ότι γράφεται από έναν Αμερικανό καθηγητή, που έχει κάνει πολυετή έρευνα στο θέμα των Βάσεων -χαρακτηρίζοντας μάλιστα τις ΗΠΑ ως «Έθνος Βάσεων».
Και ο οποίος δείχνει πολύ γλαφυρά στο βιβλίο του ότι ο πόλεμος δε συνδέεται απλώς με τις μπίζνες των καπιταλιστών και την κατάκτηση νέων αγορών-σφαιρών επιρροής, αλλά είναι από μόνος του μια τεράστια μπίζνα: με εκαντοντάδες βάσεις (γνωστές και μυστικές σε όλον τον πλανήτη), εργολάβους, ιδιωτικά συμφέροντα, ακόμα και ιδιωτικούς στρατούς και γενικώς μια αγαστή σύμπραξη κράτους και ιδιωτών και σε αυτόν τον τομέα. Και προπαντός με μια τεράστια δυναμική, που επιβάλλει σε απόλυτο βαθμό πολιτικές και κυβερνήσεις.

Υπ’ όψιν, ο περίφημος όρος «στρατιωτικο-βιομηχανικό μπλοκ» (που περιέγραφε αυτή τη διαδικασία σε ένα αρκετά πρώιμο στάδιό της, σε σχέση με τη σημερινή συγκυρία) δεν ήταν επινόηση των Σοβιετικών, αλλά του Άικ. Μια προειδοποίηση -στα όρια της αγωνιώδους έκκλησης, σε κάποια σημεία- του Αϊζενχάουερ, που ασφαλώς δεν ήταν κομμουνιστής, αλλά πρόεδρος των ΗΠΑ στα χρόνια του Μακαρθισμού, στρατηγός και Ρεπουμπλικάνος.
Χρήσιμο και ενδιαφέρον ανάγνωσμα, σε κάθε περίπτωση.

Κλείνουμε επιστρέφοντας διαλεκτικά στο σημείο από το οποίο ξεκινήσαμε. Τα μυστικά του βάλτου ή μάλλον της λίμνης. Και είχε δίκιο ο Βλαδίμηρος για τους παλιούς σφους, πως έχουν κάθε δικαίωμα να τραβήξουν για τον βάλτο (ή τη λίμνη), όχι όμως να παρασύρουν το κόμμα μαζί τους. Ενώ ο Ντέμης -τον καιρό που ήταν μαρξιστής- έλεγε πως δε μας νοιάζουν οι εφήμερες χαρές σαν το πρωτάθλημα, αλλά να μεγαλώσουμε τη λίμνη. Μα από τη Βανδήέα ξεκινούν οι ορδές των αστών και επηρεάζουν το κίνημα που μετά πήγε και έπεσε στη λίμνη, καλός άνθρωπος μπορεί να ήταν, δεν παίρνω όρκο.

Αλλά η συνέχεια για τον Μάτζικ σε επόμενο κείμενο-κονσερβοκούτι.

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

Μάγος είσαι;

Τα δάχτυλα χτυπάνε τον πάγκο ρυθμικά. Και ύστερα μεταξύ τους. Το ασυνείδητο δε θυμάται σε ποιο συρτάρι έχει παραχώσει την πληροφορία πώς λέγεται αυτός ο δαχτυλικός ήχος. Αλλά έχει προσλάβει καλό δισκοβόλο (του Μύρωνα), που βάζει αυτομάτως το κομμάτι των Queen κι ας το βρήκε από το Greatest Hits, χωρίς πολλές γνώσεις για το σύνολο της δισκογραφίας τους.

One dream, one soul/One prize, one goal/
Μία πόλη, μια ομάδα/μια τζατζίκι, μια πατάτες.

Αλλά υπάρχει αρκετός χώρος και για τους Clippers, αρκεί να μην προκαλούν (με τίτλους και διακρίσεις)

Αν είχε αναλάβει ο «EJ the DJ» μάλλον θα έβαζε κάτι άλλο. Πιο funky, πιο disco, πιο groovy, πιο pop, σταλμένο πάντα από την Αμερική, μα κατά βάθος απ’ τη μαύρη ήπειρο και τους ρυθμούς της φυλής του, πλην λειασμένο και καλοσιδερωμένο, συμπεριληπτικό για την καλή κοινωνία των χλωμών προσώπων. Που -ως τέτοια- τείνουμε να ξεχνάμε πως το ροκ είναι η μουσική των ασπρουλιάρηδων και ας έχει κατακλέψει -ή αντιγράψει δημιουργικά- τη μαύρη μουσική.

Ίσως αυτό να εξηγεί εν μέρει γιατί υπάρχουν τόσοι φασιστοροκάδες, ρατσιστές και τραμπικά (και όχι μόνο) μέταλλα, στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. MAKE ROCK GREAT AGAIN. Ενώ στα καθ’ ημάς ήταν σχεδόν κρυφό σημάδι αναγνώρισης σε αφιλόξενα σκυλάδικα περιβάλλοντα, μυστικό γνώρισμα σφων και συνοδοιπόρων, και η μουσική υπόκρουση της επανάστασης. Ιδίως αν είχες USA προφορά στο ρ-ρ-ροκ, σαν του Τσίπρα ή σαν γνήσιος απόγονος του Δημοσθένους (Λέξις), με χαλίκια στο στόμα.

Αλλά και ο «EJ the DJ», κατά κόσμον Earvin Johnson, ίσως είχε αρκετά να μοιραστεί με τον Φάροκ Μπουλσάρα, που μεγάλωσε στη Ζανζιβάρη και την Ινδία, και μόνο το φανατικό του κοινό αναγνωρίζει το αρχικό του όνομα, πολύ πριν γίνει Φρέντι Μέρκιουρι.
Θα μπορούσαν να πουν για τον ρατσισμό και τις φυλετικές διακρίσεις -που τις έζησαν με το πρώτο τους το γάλα, στο πετσί τους ή στο περιβάλλον τους-, για τη διπλή μάχη όσων νοσούν από AIDS -απέναντι στον ιό και το τείχος της καχυποψίας- ή για την εποχή που σημάδεψαν και τα χρόνια που μεσουράνησαν, μέχρι το ’91 -όπως η «Αυτοκρατορία του Κακού» κατά τον σύντομο 20ό αιώνα. Και κυρίως για το είδος της μαγείας που έφεραν στην τέχνη τους και στον κόσμο.

Αρκεί να ήταν πριβέ η συνάντηση, χωρίς κάμερες και δημοσιογράφους, που θα έβγαζαν τη βρώμα (ιστορία ότι ξοφλήσαμε και) πως ο Μάτζικ είναι ομοφυλόφιλος και πάσχει από τη «νόσο των gay». Κι εσύ θα πάλευες να πνίξεις μέσα σου τον Νίκο Παππά, που βλέπει Αρδάκια -καλός μαλάκας και αυτός. Κάνω την αυτοκριτική μου στα όργανα, μαζί με όσους πίστεψαν πως ήταν κάτι άλλο -και μάλιστα κοντά μας.

Αλλά αν με πιάσει η φλυαρία του Σκουντή, θα πιάσουμε το όριο λέξεων πριν τελειώσει καν ο πρόλογος και μπούμε στην ουσία. (Μάγος είσαι;)

Τέχνη; Είπες τέχνη; Έχει καμία σχέση ο αθλητισμός με την τέχνη; Είμαστε με τα καλά μας;
-Όχι. Δεν είμαστε καλά (η ομάδα περνάει κρίση), δεν έχουμε μυαλό (και ταξική συνείδηση), είμαστε άρρωστοι με το ροκ εν ρολ (και τη μαύρη μουσική). Γιοκαρίνης.
Σε μια κοινωνία που τρελαίνει τους ανθρώπους είμαστε το κατά δύναμιν ψυχασθενείς (Λάκης Παπαδόπουλος). Και από τρελό μπορείς να μάθεις την αλήθεια ή έστω μια παραμορφωμένη εκδοχή της, σαν αυτή που μας δίνει ο μεγεθυντικός φακός της τέχνης.

Ο αθλητισμός είναι το σημαντικότερο δευτερεύον πράγμα του κόσμου, ξεκινά εκεί που σταματά η ανάγκη (δηλαδή η καταναγκαστική εργασία) και αρχίζει το τερπνό, το «περιττό», που είναι όμως αναγκαίο για να ζήσουμε -και όχι απλά να επιβιώσουμε.
Είναι τα «θεάματα» δίπλα στον άρτο, ένα σύγχρονο όπιο, δηλαδή παυσίπονο για ταλαίπωρους προλετάριους που δεν έχουν άλλη πατρίδα από την ομάδα τους και ελπίδα πως μπορούν να βιώσουν άλλου είδους συλλογικές νίκες και θριάμβους (των ξεχασμένων ιδανικών τους) στον στίβο της πραγματικής ζωής.

Ο αθλητισμός έχει αντιθέσεις, ρυθμό και επανάληψη, δηλαδή στοιχεία αρμονίας και καλλιτεχνικού ταλέντου, τεχνικές, προπονήσεις-πρόβες, έμπνευση και μπόλικο αυτοσχεδιασμό. Έχει χορευτικές κινήσεις και γκολ ποιήματα ή ζωγραφιές, που αφήνουν άγαλμα τον τερματοφύλακα. Κινηματογραφική ταχύτητα και εναλλαγή σκηνών-συναισθημάτων. Και την εργατική τάξη που αναζητά το μπαλέτο της και κάνει τη δική της χορογραφία στην κερκίδα.
Αλλά έχουν κατσικωθεί πάνω του πλούσιοι χορηγοί, που σκοτώνουν τη χαρά του αθλήματος, φέρνοντάς το στα μέτρα τους για να κερδίζουν (χρήμα ή ισχύ ως μέσο πίεσης) αλλά κάποιοι τους αντιμετωπίζουν ως ευεργέτες -ακριβώς όπως στην τέχνη.

Έχει διάφορες μικρές μαγικές στιγμές, αλητείας ή απελευθέρωσης (που κατά μία έννοια ταυτίζονται), έξω από τις νόρμες, τις μονότονες μηχανικές κινήσεις και τη δικτατορία της σκοπιμότητας (νίκη, τίτλος ή απλώς κέρδος, ακόμα και χωρίς τα δύο πρώτα). Μπορεί να σου θυμίσει όμως, με τον πιο σκληρό τρόπο, πως κάποιες φορές η προσπάθεια από μόνη της δεν αρκεί και πως το χειροκρότημα στο τέλος (της ιστορίας) δεν είναι εγγυημένο. Ο δικός μας θίασος (του Τεό) πρέπει να γράψει μόνος του το νικηφόρο σενάριο, κυρίως με τις πράξεις του, αν δε θέλει στο φινάλε να εισπράττει από την εξέδρα του βροχή δεκάρικα. Και το πιο δύσκολο, σε τελική ανάλυση, είναι να σπάσεις τον τοίχο με το κοινό, το απόστημα της ανάθεσης, να βάλεις τους θεατές στο παιχνίδι, για να πάψουν να είναι θεατές, σε ένα είδος μπρεχτικής αποστασιοποίησης αλά αθλητικά.

Αλλά οι εξωτερικές ομοιότητες δεν έχουν σχέση με την ουσία, όσο σατανικά και αν περιγράψουμε κάποιες συμπτώσεις. Ο αθλητισμός συγγενεύει ίσως -εξ αγχιστείας- με κάποια είδη τέχνης, αλλά δεν είναι τέτοιο. Ο πίθηκος είναι ξαδελφάκι του ανθρώπου, με κοινό γενετικό υλικό (κατά 99%), αλλά δεν έχει συνείδηση και δεν μπορεί να εργαστεί (κανένα ζώο δεν έχει ΙΚΑ, όπως έλεγε και ο Ψάλτης -πολύ κωλόπαιδο ο Κυριάκος). Η δημοσιογραφία είναι διεπιστημονικό αντικείμενο (επικοινωνιολογία κτλ) αλλά όχι ακριβώς επιστημονικό. Οι βιογραφίες δεν είναι ακριβώς ιστορία -αλλά αυτό θα το δούμε και στη συνέχεια. Και όσοι αγαπάμε ή ψηφίζουμε απλώς τα σφυροδρέπανα (ή στην χειρότερη γράφουμε σε αυτό), είμαστε ίσως κομμουνίζοντες (στην καλύτερη) αλλά όχι απαραίτητα πραγματικοί κομμουνιστές.

Οι αποτυχημένοι αθλητές γίνονται προπονητές ή σχολιαστές (ταξικών) αγώνων. Οι αποτυχημένοι καλλιτέχνες γίνονται κριτικοί τέχνης και βγάζουν το απωθημένο τους. Οι αποτυχημένοι δημοσιογράφοι συνεχίζουν να κάνουν τους δημοσιογράφους χωρίς πρόβλημα -άντε να βγάλουν και κάποιο βιβλίο, για να δείξουν πνευματικό έργο και ανησυχίες. Οι αποτυχημένοι κομμουνιστές πάνε παντού και μπορούν να ανοίξουν όλες τις πόρτες, με την ιδιότητα του πρώην, εκτός και αν ανοίξουν blog συλλογικής ψυχοθεραπείας. Κι οι αποτυχημένοι πίθηκοι σηκώνουν φασιστικά το χέρι τους και καμαρώνουν για το αίμα της φυλής τους, που προήλθε -το πάλαι ποτέ- από την Αφρική, αλλά νιώθει ανώτερη από αυτούς τους μαύρους. Εκτός και αν παίζει μπάσκετ, οπότε τρώει 30 στο κεφάλι και ησυχάζει...

Ο αθλητισμός παραμένει η καλύτερη εισαγωγή στην ισότητα, που τη βρίσκουμε μες στη διαφορά. Ή στους δρόμους της διαλεκτικής, για τη συγκεκριμένη κατάσταση και το ιστορικό πλαίσιο μιας εποχής. Αν κάποιος δεν καταλαβαίνει πως είναι αντιδιαλεκτικό να συγκρίνεις παίκτες και ομάδες άλλων εποχών -δεκαετιών, για να βρεις τον GOAT, γιατί ο καθένας έδρασε σε πολύ διαφορετικές συνθήκες, δεν έχει πολλές ελπίδες να αφομοιώσει τον διαλεκτικό υλισμό, τις αντιθέσεις ή γιατί ο Μέσι είναι ταυτόχρονα καλύτερος παίκτης και μικρότερο μέγεθος/θεολογικό φαινόμενο από τον Μαραντόνα και τους εκατομμύρια πιστούς του.

Κι αν δεν αντιλαμβάνεται πως ο Γκάλης δεν μπορεί να συγκριθεί με τον Αντετοκούνμπο, ακριβώς γιατί είναι τέκνο της εποχής του (όπου δε σφύριζαν φάουλ το προτεταμένο χέρι του επιτιθέμενου) και μιας συγκυρίας που βρήκε κατάλληλες συνθήκες και ανθρώπους, παντρεύοντας δηλαδή αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες, για να εκτοξεύσει το άθλημα στην ατμόσφαιρα όπου πετούσε ο Γκάλης, δε θα συλλάβει ποτέ τι σημαίνει επιστημονική κατάσταση -που προκύπτει ανεξάρτητα από τη θέλησή μας, σαν το διαιτητικό σφύριγμα, που είναι πάντα αμερόληπτος όσο το κράτος στις ταξικές διαφορές.


Παλιός συνάδελφος. Κολλημένος με την μπάλα, στατιστικά και αθλητικές επετείους. Είπε να βγούμε μετά από καιρό, στον Σπανό στα Πατήσια. Για να θυμηθεί το κλίμα της Μεταπολίτευσης (κάτω οι δύο υπερδυνάμεις). Και για να μας πει τα νέα για την κατάμαυρη επαγγελματική προοπτική, που ανοιγόταν μπροστά του. Συμβασιούχος τραυματιοφορέας στα επείγοντα ή κοράκι στο Γ’ Νεκροταφείο (χωρίς νύχια γαμψά) και τελικά διάλεξε καθαριστής στις σκουπιδιάρες του Δήμου. Με το πρόγραμμα «55 άνω», που σου δίνει μια ευκαιρία να αποδημήσεις πιο γρήγορα, στο χώμα, στους ουρανούς ή στη Ριτσώνα -Earth, Wind and Fire- αλλά όχι από πείνα και χρέη.

Μας έλεγε για τους συναδέλφους του και για τα θρυλικά παρανόμια τους: Σβούρας, Σαΐτας, Σταλόνε. Βγαλμένα από τη ζωή -και σκετσάκι του ΑΜΑΝ, με τον Μπάμπη τον Σουγιά και αθηναϊκές πινακίδες. Ο καθένας μια ιστορία μόνος του. Σε έναν πιο δίκαιο κόσμο θα είχαμε ρομπότ και τα επιτεύγματα της ΤΝ για τέτοιες σκατοδουλειές. Και θα γράφαμε τις βιογραφίες ηρώων της βιοπάλης αντί για παχυλά αμειβόμενους επαγγελματίες αθλητές.

Σε έναν διαφορετικό κόσμο, το αναγνωστικό κοινό μπορεί να μην το συγκινούσαν οι βιογραφίες και οι προσωπικές διαδρομές του καθενός. Δε θα έψαχνε για ήρωες και λοιπούς αγίους για το εικονοστάσι του (Τραμπάκουλα, που άναβε κεράκι στους κλασικούς), παρά μόνο την ιστορία της τάξης του και συνολικές, κοινωνικές αναλύσεις. Θα ήταν και αυτό ένα μικρό βήμα στη μακρά διαδρομή της απομάγευσης του κοινωνικού προτσές, για να δούμε τι κρύβει το (και αυτό) μαύρο κουτί της ιστορίας.

Αλλά οι προσωπικές ιστορίες έχουν πάντα μια γοητεία, ένα ιδιαίτερο αλατοπίπερο, πιπεράτα ανέκδοτα ή ακόμα και ιστορικό «κουτσομπολιό» για πατατάκι -όλα χρειάζονται στη ζωή, και ακόμα περισσότερο στην ανάγνωση ενός βιβλίου. Οι προσωπικές ιστορίες έχουν πάντα κάτι να πουν, αρκεί να μην μπερδεύεις τις ιστορίες με την Ιστορία και τις τάξεις με τις παρέες (που τάχα «γράφουν ιστορία» στο αφήγημα του Νιόνιου).

Και πώς βγαίνουν τα παρανόμια; Από την ίδια τη ζωή. Από μια εσωτερική ανάγκη να πεις τα πράγματα -και τα πρόσωπα- με το όνομα που θα τους δώσεις (που μπορεί να τους πάει πιο πολύ). Από την ανάγκη να βρεις ένα ψευδώνυμο, για να μη σε πιάσουν. Από φιλική - χιουμοριστική διάθεση ή απλώς για καζούρα, αν βρεις ένα βασικό γνώρισμα του στόχου σου και το εκτείνεις στην υπερβολή του, για να τον ακολουθεί για πάντα. Ενίοτε απλώς ψυχαναγκαστικά, γιατί όλοι πρέπει να έχουν ένα -όπως στις ΗΠΑ. Και ποτέ δεν ξέρεις ποιο θα επικρατήσει στην πορεία και γιατί. Άγνωστη η τροπή της ιστορίας, ως κοινής συνισταμένης πολλών βουλήσεων, που δε συμπίπτει με καμία από τις αρχικές ατομικές βουλήσεις - συνιστώσες, αλλά έχει πάντα μια βασική ταξική κατεύθυνση.

Σε κάθε περίπτωση, τα παρατσούκλια είναι μια μορφή (λαϊκής) τέχνης. Ακόμα και ο Βαγγέλης Ιωάννου είναι καλλιτέχνης στο σπάσιμο νεύρων, με τα Σλούκι Λουκ, τις Κόμπρες, τους Τριποντίνους και τους Πιστολιόπουλους. Το κάνει αβίαστα, αυθόρμητα, αλλά με περισσό μεράκι. Και ευτυχώς που δεν τον έφερε το καπρίτσιο της ανάγκης (που έγινε ιστορία) στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, να αλλάξει τα φώτα σε ό,τι παρατσούκλι ξέραμε, όπως αυτό του Μάτζικ.

Και τι θα βρούμε πίσω από τη μαγεία του Μάτζικ, αν ξύσουμε λίγο την επιφάνειά της; Αυτό είναι το κυρίως θέμα της ανάρτησης. Που δεν χώρεσε στο κύριο μέρος της φλύαρης ανάρτησης. Ίσως σε κάποια επόμενη (ζωή), όμως...

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2025

Μίλα ρε, τι σου ζητάνε;

Πάμε λίγο κωδικοποιημένα, γιατί αν αρχίσω τους φλύαρους συνειρμούς σαν τον απολαυστικό Σκουντή, σωθήκαμε και δε θα προλάβουμε ούτε το τζάμπολ.


-Πριν από καμιά 15αριά χρόνια, ο ΠΣΑΚ (ο σύνδεσμος των επαγγελματιών καλαθοσφαιριστών της χώρας) προκήρυξε απεργία για τα μέλη του στην πρεμιέρα της Α1 (τι GBL, ρε;). Επικεφαλής ήταν ο Λάζαρος, που (αποδείχτηκε φιλελές αντισοβιετικός αλλά) τότε ήταν πουλέν και πήγαινε κόντρα στον Βασιλακόπουλο, για αυτό τον έκραζε ο κολλητός του σωλήνα, ο Συρίγος, σαν «καλός Πασόκος». Απέργησαν όλοι οι Έλληνες παίκτες, πλην Λακεδαιμονίων, δηλαδή των παχυλά αμειβόμενων παικτών του ΠΑΟ και του Ολυμπιακού (αυτό για όσους τείνουν να τα βλέπουν όλα οπαδικά, ξεχνώντας τα ταξικά γυαλιά τους), δηλαδή της αφρόκρεμας των διεθνών, που είχαν και τη μεγαλύτερη δύναμη να μιλήσουν για τις διεκδικήσεις των συναδέλφων τους, έλα όμως που το χρήμα καθορίζει συνειδήσεις και πράξεις. Τα μέλη της διοίκησης του ΠΣΑΚ παρατάχθηκαν στη σέντρα, για να εμποδίσουν συμβολικά την έναρξη δύο αγώνων και τους πήρε σηκωτούς η αστυνομία. Τότε ο Σπανούλης πήρε αμέσως θέση, βάζοντας το ρητορικό ερώτημα «εμένα ποιος θα μου δώσει τα λεφτά μου». Μόνο για μπάσκετ...

Όποιος περίμενε κάτι καλύτερο από τον (όποιο) Σπανούλη ή έπεσε από τα σύννεφα με τη στάση του (να μην πει τίποτα για τις προεκτάσεις του αγώνα με το Ισραήλ και να μιλήσει "μόνο για μπάσκετ"), είναι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος, μες στην αφέλειά του. Κρίμα μόνο που τα χαρτονομίσματα διαλύουν τα ροζ συννεφάκια, όπως στη σκηνή με τη Βλαχοπούλου ως μέντιουμ -πριν γίνει «σιδηρά κυρία» αλά ελληνικά, σε μια ταινία χίλιες φορές πιο καλτ από αυτές του Τσιώλη, αλλά χωρίς καλό μάρκετινγκ, που είναι το παν στην εποχή μας.

-Και να ήθελε να πει κάτι ο Σπανούλης -που ΔΕΝ...-, δε θα μπορούσε να το κάνει ευθέως. Όχι για να μην τσατίσει τον αντίπαλο, και να μην τον συσπειρώσει δίνοντάς του επιπλέον εξωαγωνιστικό κίνητρο. Αλλά για να μη θυμώσει ο εργοδότης του, η ΕΟΚ (και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο), που ξέπλυνε καλά και σχολαστικά το Ισραήλ με το φιλικό στην Κύπρο (ως κομμάτι του κράτους, κατ’ εικόνα και ομοίωση της κυβέρνησης), και η διοργανώτρια αρχή (FIBA Europe). Με άλλα λόγια, αν μιλούσε, θα θεωρούνταν αυτομάτως υπεύθυνος για «διπλωματικό επεισόδιο» και την επόμενη ημέρα θα ήταν σπίτι του, εκτός διοργάνωσης, για να μη λερώνει το οξυζενέ, αποστειρωμένο, «απολιτίκ» τοπίο.

Το μόνο που θα μπορούσε να κάνει, σε τέτοιο εχθρικό περιβάλλον, θα ήταν κάτι εντελώς υπαινικτικό: σαν το χασμουρητό της Σάττι ή το «κόψιμο» του Λούκα στην ανάκρουση των ύμνων. Τόσο - όσο, συμβολικό και διφορούμενο, έμμεσο και αναγκαστικά ασαφές.

-Το μόνο που ξέρει και θέλει να κάνει, όμως, ο Kill Bill (όχι killers στη Γάζα, ας μιλήσουμε μόνο για ταινίες) είναι να πει πχ για την ελληνική ψυχή, λες και έχει καταπιεί το κοντάρι της σημαίας ή για την υποψηφιότητα του Μόραλη στον Πειραιά, για να μας δείξει πόσο (οσφυο)εύκαμπτο είναι το κοντάρι της πατρίδας μας, όταν υποκλίνεται σε ευεργέτες εφοπλιστές (φαρμακοβιομήχανους, βιομήχανους στη χαλυβουργία κτλ -εντελώς τυχαία παραδείγματα). Άντε να μας έλεγε, σαν τον καραμούζα (σόρι, Βασιλική) Βαγγέλη Ιωάννου για τον «ωραιότερο ύμνο του κόσμου». Που είναι όντως υπέροχος, αλλά για τελείως διαφορετικούς λόγους και πρωτίστως γιατί μιλά για (χαίρε, ω χαίρε) λευτεριά -στην Παλαιστίνη.

Αυτά για να έχουμε συναίσθηση ποιους θαυμάζουμε, για ποιο λόγο και ποιο είναι το πραγματικό τους ανάστημα. Είχε απόλυτο δίκιο ο Κάρολος, όταν τα έλεγε, έστω σε λίγο διαφορετικά συμφραζόμενα. «Δεν είμαι πρότυπο για την ανατροφή των παιδιών σας, απλώς επειδή μπορώ να καρφώσω». Κι αυτόν τον Κάρολο τον λένε Μπάρκλεϊ...

-Όπως λέει ένας φίλος, ο μόνος που ίσως έλεγε όντως κάτι, θα ήταν ο Νίκος Παππάς. Ο φίλος του dpg (που είναι κινούμενος φασισμός) και του Κασσελάκη (που είναι κινούμενο αντιδραστικό No Politica ή επιχειρηματικό meta-politica). Όχι απαραίτητα γιατί ειναι με τη σωστή πλευρά της ιστορίας, αλλά για να δείξει πόσο αντισυμβατικός είναι.
Αυτό, για να έχουμε κι εμείς συναίσθηση ποιους ξεχωρίζουμε και -καμιά φορά- εξυμνούμε άκριτα (πρωτίστως για μένα το λέω, αλλά και συλλογικά).

-Άραγε υπάρχει λόγος να εξηγήσουμε πόσο ξεφτιλισμένο, ξεσκισμένο κουρελόπανο είναι το λάβαρο του No Politica που υψώνει υποκριτικά το σύστημα, για να ελέγξει πλήρως τις αντιδράσεις; Νο πολίτικα συλλήψεις για πανό και σημαίες της Παλαιστίνης, αλλά όχι για τις σημαίες του κράτους-δολοφόνου. Νο Πολίτικα αποκλεισμός για τη Ρωσία και τις ομάδες της από τις αθλητικές διοργανώσεις, όχι όμως για τους γενοκτόνους. Και γενικά συνθήματα για τα παιδιά που πεθαίνουν -λες και φεύγουν μόνα τους, από φυσικό θάνατο, ή ψάχνουμε να βρούμε ποιος είναι ο δολοφόνος στο Cluedo.

-Ίσως εκπλαγούν οι ανυποψίαστοι, αλλά η χώρα όπου σπάει ενίοτε η Νο Πολίτικα Ομερτά είναι το Αμερίκα του Τραμπ. Ακριβώς γιατί το (πολιτικό) μάρκετινγκ είναι τόσο εξελιγμένο, που προβλέπει-ενσωματώνει ακόμα και τις φωνές της αμφισβήτησης. Είμαστε έτη φωτός μακριά από την εποχή που ο GOAT Μάικ (μακρινός εξάδελφος των Κατσίκηδων που έπαιξαν στον ΠΑΟΚ) αρνούνταν να πάρει θέση, γιατί και οι ρεμπουμπλικάνοι αγόραζαν τα παπούτσια του. Σήμερα το σύστημα ξέρει ότι μπορεί να πουλήσει την αμφισβήτηση, με εναλλακτικό περιτύλιγμα, ως εμπόρευμα προς κατανάλωση. Και ότι αυτή δε θα αγγίξει ποτέ κόκκινες ζώνες, όπως τους εθνικά περήφανους πολέμους ή τις έξυπνες βόμβες που σκορπίζουν μαζικά τον θάνατο.

Όσο αξιέπαινες - θαρραλέες και αν είναι οι πρωτοβουλίες για το BLM των παικτών του ΝΒΑ (που είχαν αρνηθεί να επισκεφτούν τον Λευκό Οίκο) ή το γονάτισμα του Καπέρνικ στον εθνικό ύμνο, δεν παύουν να κινούνται σε αυστηρά καθορισμένα όρια, για να διοχετεύεται η οργή ανέξοδα -ακόμα και κερδοφόρα, ως διαφημιστική καμπάνια, που προβάλλει τις «εταιρικές αξίες» της ΝΙΚΕ. Παρόλα αυτά, σε μια δημόσια σφαίρα οργανωμένης αφωνίας, σαν τη δική μας, ζηλεύουμε ακόμα και τα αυτονόητα -που είναι και τα πιο δύσκολα να γίνουν. Μιλήστε, ρε, τι σας ζητάνε πια;

-Ο Παπαδοτζόν είναι από τους μετρημένους στα δάχτυλα που μιλάνε δημόσια ενάντια στη γενοκτονία και τη γενικευμένη αφωνία, συγκεντρώνοντας τα βέλη κυβερνητικών τρολ, του σιωνιστικού επικοινωνιακού μηχανισμού και όλο τον χυλό των Νο Πολίτικα κυρ-Παντελήδων, που δεν αντέχουν να «διαβάζουν για πολιτική» στο Γκαζέτα. Κακώς ίσως, από μια άποψη, γιατί δεν τους χωρίζουν τόσο πολλά από τις χιλιάδες εμμονές και το χαμηλό ταβάνι του Παπαδογιάννη, που στο ίδιο κείμενο συμψηφίζει τη γενοκτονία με τον πόλεμο στην Ουκρανία και αναρωτιέται γιατί επέστρεψε στις διεθνείς διοργανώσεις η... Λευκορωσία!

Παρόλα αυτά, παραμένει όαση σε μια έρημο μουγκών (Shut up and dribble...), χωρίς άμμο ή μαλλιά στη γλώσσα -που θα έλεγε και μια ψυχή. Και ήταν ο μόνος που βρήκε το θάρρος να γκρεμίσει το τείχος της Ιεριχούς καταθλιπτικής σιωπής, κάνοντας τη σχετική ερώτηση στον Σπανούλη για τον σημερινό αγώνα.

Η οποία, όμως, ήταν λάθος. Γιατί, στην απίθανη περίπτωση που υπήρχε όντως κάποιο σχέδιο συμβολικής διαμαρτυρίας (που ΔΕΝ υπάρχει), απλώς θα το έκαιγε. Τι απάντηση περίμενε δηλαδή; Ναι, υπάρχει τέτοια πρόθεση και θα την δείτε αύριο στο παρκέ;

Εκτός και αν ποντάρει στην έκταση που πήρε το θέμα και τη γενική κατακραυγή, για να «εκβιάσει» κάποια εξέλιξη και μια πιθανή συμβολική αντίδραση, το βράδυ -που δε συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες. Πιο πιθανό είναι να γίνουν του Σπανού(λη) τα γένια ή να μείνει εκτός βάθρου η φετινή Σερβ... Α, γράψε άκυρο.

Σε κάθε περίπτωση, περιμένω να δω το καρπούζι στο μπλουζάκι του, στη μικτή ζώνη, στα πλάνα με τους διεθνείς, μετά τον αγώνα. Ή μήπως όχι;

-Ποιος άλλος έγινε παραφωνία στην καταθλιπτική σιωπή;

Ο Μιχάλης Κακιούζης που (έχει μια αναφορά-έκπληξη για την Αλέκα στο βιβλίο του και) είπε πως το ματς με το Ισραήλ δεν είναι μόνο αθλητικό, αλλά ευκαιρία να απαντήσουμε σε πολλά πράγματα. Δε θυμάμαι να λέει κάτι αντίστοιχο ως αρχηγός της χρυσής ομάδας στο Βελιγράδι, που απέκλεισε το Ισραήλ πριν την οκτάδα (είκοσι χρόνια πριν και δύο χρόνια μετά τη δεύτερη Ιντιφάντα) αλλά αυτό δε μειώνει την αξία της δήλωσής του.

Και ο Βαλαβάνης στη Nova, από την παλιά γενιά του εμβληματικού «Τριπόντου» (αν όχι και της «Πρώτης»), που μπορεί να μη σταυρώνει σωστό όνομα, ούτε καν του «Πορζίνσκις» -sic-, αλλά σε ένα ματς του Ισραήλ με καταιγισμό τριπόντων, είπε πως δε χρησιμοποιεί άλλη φράση (πχ «βομβαρδισμό»), γιατί υπάρχει και μια γενοκτονία.

Ακόμα και οι ψίθυροι γιγαντώνονται εν μέσω εκκωφαντικής No Politica σιωπής.

Πέραν αυτών, ουδείς. Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί δε βγαίνουν στους ανθρώπους του χώρου τα -θολά έστω- αντανακλαστικά που είχαμε δει για τους «όρτοντοξ μπρατς» στους νατοϊκούς βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας; Δεν είναι μόνο θρησκευτικό το θέμα -όπως το πλασάρει το κυβερνητικό επιτελείο- ούτε απλώς θέμα φιλίας με πολλούς Γιούγκους μπασκετικούς, που πέρασαν από τα μέρη μας. Η... ορθή δόξα για πολλούς καθορίζεται από το χρήμα και το συμφέρον, από την επίσημη κρατική πολιτική, από την ιδεολογία των κυρίαρχων -που γίνεται κυρίαρχη ιδεολογία. Και οι εποχές μας διαφέρουν σε πολλά μεταξύ τους.

Το ’99 πχ στα κυβερνητικά «ΝΕΑ» μπορούσες να διαβάσεις τη στήλη του Στάθη, τον Τσίμα να θυμίζει τα νιάτα του -πριν βγει ο άλλος του εαυτός στη φόρα, πολλά φλογερά άρθρα ενάντια στον πόλεμο και την ιμπεριαλιστική επέμβαση. Πάνω απ’ όλα, τα ΝΕΑ είχαν μαζικό -και διαφορετικό- αναγνωστικό κοινό, με άλλες μνήμες και αναφορές. Σήμερα πολύ λιγότεροι αγοράζουν την εφημερίδα και ακόμα λιγότεροι το αφήγημα της «νέας Πράβδα» του κυρ-Βαγγέλη (του Μανιάτη και του Χαραλαμπόπουλου) ή το τυράκι του «τρίτου γύρου» με την κεντροαριστερά του Τσίπρα.

Τότε μιλούσαν πολλοί (ίσως οι περισσότεροι) και ο αντι-αμερικανισμός ήταν κυρίαρχο αίσθημα, που ανάγκαζε το κράτος σε ελιγμούς (και τους σημερινούς μουγκούς να μιλάνε). Σήμερα η κυβέρνηση (όπως και οι προηγούμενες) έχει ανακηρύξει το Ισραήλ σε στρατηγικό σύμμαχο, επηρεάζοντας άμεσα τον στενό πυρήνα των (κάποτε αντισημιτών και διαχρονικά σκατόψυχων) οπαδών της. Κι όσοι είναι φτερά στον άνεμο, ανεμίζοντας πάντα προς τα εκεί που φυσάει η εξουσία, φοβούνται να μιλήσουν για το έγκλημα, γιατί λογαριάζουν τις συνέπειες και το μπόλικο χρήμα που κινεί το σιωνιστικό κράτος. Για την ακρίβεια, φοβούνται περισσότερο τις συνέπειες μιας τοποθέτησης, από ό,τι τη γενική κατακραυγή του κόσμου (αν δε μιλήσουν). Κι αυτό είναι ίσως και δικό μας «λάθος» - ευθύνη.

Όσοι δε φοβούνται να μιλήσουν, πρέπει να μιλήσουν πιο δυνατά -πρωτίστως με τις πράξεις τους. Να διώξουν τον φόβο από αυτούς που αμφιταλαντεύονται και να κάνουν τα καθάρματα να φοβηθούν και να λουφάξουν, να μην μπορούν να σταθούν χωρίς να τους γιουχάρει ο κόσμος.

Όσοι εκνευρίζονται με τον (κάθε) Σπανούλη, που θα είχε πολλά να πει, αλλά σκέφτηκε ότι έχει πολλά να χάσει, ας σκεφτούν πρώτα τι κάνουν οι ίδιοι στην καθημερινή τους ζωή και δράση. Κι ας μη μεταθέτουν αλλού τις ευθύνες και τα νεύρα για το γενικό, επιβαλλόμενο σιωπητήριο.

Και όσοι βρίσκουν φωνή μόνο στα ΜΚΔ ή περιμένουν από κάποιον Σπανούλη να πει όσα φοβούνται να εκφράσουν, δε θα βγάλουν αχ(να), ούτε όταν έρθει η σειρά τους. Κι ας μην περιμένουν κάποιο θάμα -μοιραίοι και άβουλοι αντάμα. Και του Σπανού(λη) τα γένια (ή τα μαλλιά) μπορεί να γίνουν, ακόμα και να χάσει τα μαλλιά στη γλώσσα του, αρκεί να έχουμε γενικό ξεσηκωμό. 

Αλλιώς τα μόνα «θαύματα» που θα βλέπουν-με, θα είναι αθλητικού τύπου. Κι όσο δυνατούς συμβολισμούς και αν μας χαρίζει ο αθλητισμός, δεν μπορεί να καλύψει την απουσία όσων δεν αγωνίζονται ποτέ και επιλέγουν να χάνουν άνευ αγώνα.

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2025

Έλα στο φως και φύγε απ’ το σκοτάδι

Σημειώσεις με Ζουλομανδύα


Δεν είμαστε Ζουλού, δεν είμαστε Παπούα. Δεν έχουμε μικρά μπιζέλια να χορεύουν τσιφτετέλια, εκτός και αν βγει η νέα δουλειά του στιχουργού του Noor1, κάπως σαν τον Καββαδία -η Gate 7 στο SS Cyrenia κι ένα σωρό νάνοι που ψηλώνουν ένα μπόι με τους θριάμβους του αφεντικού, για έναν καπιταλιστή στο μπόι των ονείρων μας. Δεν είμαστε Ουγκάντα, τριτοκοσμικό κράτος -όλα ενταγμένα στην ίδια αλυσίδα είναι άλλωστε και εμείς ψάχνουμε να βρούμε τον κρίκο που θα σπάσουμε την άτιμη.

Η καφρίλα των ιδιωτικών στρατών στα γήπεδα δεν είναι καρπός τριτοκοσμικής υπανάπτυξης. Είναι το ακριβώς αντίθετο -κάπως σαν το ανέκδοτο του Ψάλτη στο «Βασικά καλησπέρα σας», με το ΙΚΑ και τα ζώα: κανένα ζώο δε θα δεχόταν να πληρώνει εισφορές για το ΙΚΑ.

Η καφρίλα δηλώνει έμμεσα την ύπαρξη μονοπωλίων (δηλαδή ενός καπιταλισμού που σαπίζει -και απειλεί να μας πνίξει στην μπόχα του), καπιταλιστών, που γίνονται ιδιοκτήτες ομάδων και έχουν στην υπηρεσία τους ένα στρατό έμμισθους υπαλλήλους, από τα κεφάλια των οργανωμένων συνδέσμων ως τα πρωτοπαλίκαρά τους στα courtseat -ενίοτε ταυτίζονται. Προϋποθέτει την ύπαρξη και δράση ανώνυμων εταιρειών (ΚΑΕ, ΠΑΕ κτλ), συμφερόντων που λυμαίνονται τον χώρο. Αν δεν υπήρχαν όλα αυτά, οι βαρύμαγκες φανατικοί θα ’ταν ακέφαλες πάπιες, χωρίς καθοδήγηση και βασικά πλάτες για να δρουν με όρους συμμορίας. Δεν είναι απλώς γραφικοί και ακίνδυνοι, γιατί βρίσκουν (ανοχή) και κάνουν, υπό την υψηλή εποπτεία του κράτους -όπως ακριβώς και οι φασίστες. Και ενίοτε -κοίτα να δεις σύμπτωση- ταυτίζονται...

Ο Βρούτσης εκτέθηκε, η κυβέρνηση γελοιοποιήθηκε, η ζωή συνεχίζεται. Το ρεζιλίκι δεν αφορά τον ρόλο της ως διαιτητή ανάμεσα στα αντικρουόμενα καπιταλιστικά συμφέροντα -αυτό είναι η περιγραφή δουλειάς του αστικού κράτους. Η πρωτοβουλία κρίνεται όμως και εκ του αποτελέσματος. Δηλαδή αν η απειλή για οριστική διακοπή του πρωταθλήματος, έφερε όσα είδαμε στον τρίτο και τον τέταρτο τελικό, σκέφτεσαι τι θα γινόταν με κλιμάκωση του κλίματος. Είδαμε κάτι κωλοδάχτυλα, ζαριές εκσπερμάτισης (σαν παντομίμα τσόντας), εμπρηστικές δηλώσεις, πανό, μπουζουξούδες, εθνικιστική έξαρση κατά των Τουρκαλάδων (ο Ναν, οι νάνοι και η Κυρήνεια), διαγωνισμό τζάμπα μαγκιάς εντός και εκτός παρκέ, ακόμα και στα σύνορα με τις πολυθρόνες της πρώτης σειράς. Νικητής το άθλημα, θα λέγαμε. Ευτυχώς, δεν πάθαμε και τίποτα, που θα έγραφε και ο Σκουντής...

Παρεμπιπτόντως, όσοι ονειρεύονται μια καλή (αριστερή, εργατική, αντι-ιμπεριαλιστική ή όπως αλλιώς την πούνε) κυβέρνηση σε αυτό το πλαίσιο, ας σκεφτούν το αθλητικό της αντίστοιχο: είναι σα να περιμένουν μια καλή -έστω ευμενώς ουδέτερη- διαιτησία, ενώ ο εχθρός ελέγχει την Ομοσπονδία και τους ορισμούς. Στα όρια της ουτοπίας...

Στον αθλητισμό, βέβαια, όλα γίνονται και στη ζωή (δηλαδή την ταξική πάλη), επίσης. Ποτέ και πουθενά, όμως, δε νίκησε κανείς χωρίς να γνωρίζει τον αντίπαλο, πού μπορεί να τον χτυπήσει, πού αξίζει να ποντάρει και πότε παίζει εκτός έδρας. Κανένα υποκείμενο -αθλητικό ή πολιτικό- δε νίκησε κατά λάθος, σαν ατύχημα της ιστορίας.

Ναι αλλά ο Χουάντσο έδειξε επίπεδο και ο Φουρνιέ με τον Ναν αγκαλιάστηκαν αγαπημένοι στο ηλιοβασίλεμα μετά την κλοτσοπατινάδα και τα βρωμόλογα (trash talking) τις προάλλες. Στο τέλος της βραδιάς, πήγαν σπίτι τους μερικά εκατομμύρια πλουσιότεροι, ενώ οι οπαδοί που τους πήραν σοβαρά και παθιάστηκαν, κάτι εκατομμύρια εγκεφαλικά κύτταρα φτωχότεροι, για τη συμπαντική ισορροπία. Κι αν έχετε γύρω σας οπαδούς να πανηγυρίζουν χαρούμενοι θριάμβους και νίκες, ενώ το μπάσκετ βουλιάζει στα σκατά, είναι ευκαιρία για εκκαθαρίσεις. Κόψτε τις πολλές επαφές -τουλάχιστον για το εν λόγω θέμα- ακόμα και αν είναι σύντροφοι. Ή μάλλον, πρωτίστως τότε. Είναι ζήτημα αρχής, αξιοπρέπειας, αλλά βασικά ψυχικής ηρεμίας.

Όταν μιλάμε για ιδιωτικούς στρατούς, η πρώτη μας σκέψη δεν είναι οι οπαδοί, αλλά οι δημοσιογράφοι που ενεργούν ως υπάλληλοι. Επαγγελματίες γλείφτες, αθλητικά πορτατίφ, που προσκυνούν έξι φορές τη μέρα προς τη μεριά του χεριού που τους ταΐζει, γονυπετείς, αλλά κατά βάση έρποντας, με στόμα που στάζει σάλια -και όχι λόγω κακής άρθρωσης.

Και οι υπόλοιποι; Αυτοί έχουν τα χέρια δεμένα, το στόμα φιμωμένο και μπορούν στην καλύτερη να κάνουν πως δεν είδαν και δεν άκουσαν (και ασφαλώς δεν είπαν ούτε έγραψαν) τίποτα. Φοβούνται να μιλήσουν για ένα κακό σφύριγμα ή μια εξόφθαλμη καφρίλα, μη τυχόν προσβάλουν κάποιον -εξαιρείται η νοημοσύνη του κοινού- αλλά μπορούν στην καλύτερη να γίνουν λάβροι για ψύλλου πήδημα σε μεταδόσεις αγώνων από το εξωτερικό κι άλλες ανώδυνες περιστάσεις. Ή τέλος πάντων -στην καλύτερη πάντα- να μη γλείψουν το αφεντικό πατόκορφα, μονάχα λελογισμένα και με προσχήματα. Έχουν δικαίωμα να πλέξουν αυθόρμητα το εγκώμιο των μεγάλων επενδυτών - ευεργετών που κρατάν το μπάσκετ μας ζωντανό, στην κορυφή της Ευρώπης, αντί να μιλήσουν για τον καρκίνο που το ρίχνει στον βούρκο της ανυποληψίας.

Αλλά όχι. Υπάρχει καλύτερη δημοσιογραφία και την θέλουμε. Θαρραλέες γραφίδες σαν του Παπαδοτζόν, που παίρνει εξ αρχής -και από θέση αρχής- θέση ενάντια στο πανηγύρι των ζουρλών, δε μιλάει (σχεδόν) ποτέ για τη διαιτησία -που γίνεται εύκολο άλλοθι για ήττες και αποτυχίες-, αποκηρύσσει τις «ίσες αποστάσεις» και γράφει άβολες αλήθειες για το πόπολο, όπως στο τελευταίο κείμενο-ποταμός. Που καταλήγει να ξεπλένει τα αφεντικά.

Γιατί, ο Γιαννακόπουλος μπορεί να ήταν ο MVP του Ολυμπιακού αλλά «είναι έξυπνος και οξυδερκής άνθρωπος», οπότε «είμαι βέβαιος ότι έχει μετανιώσει για αυτή τη στρατηγική επιλογή» της έντασης. Και επίσης, δεν είναι όλοι ίδιοι. «Οι πρόεδροι δεν είναι όλοι ίδιοι, οι προπονητές δεν είναι όλοι ίδιοι, οι παίκτες δεν είναι όλοι ίδιοι, οι φίλαθλοι δεν είναι όλοι ίδιοι, αλλά οι φανατικοί οπαδοί, και συγγνώμη εάν σας χαλάω τη ζαχαρένια, είναι όλοι ίδιοι. Ειδικά όταν μένουν ανεξέλεγκτοι και χρεώνονται να κουβαλήσουν τα λάβαρα ολόκληρου συλλόγου...»

Γράφει πολλά -και αρκετά σωστά- για να αποφύγει την ουσία: πως το ψάρι βρωμάει πάντα από το κεφάλι. Αυτοί δίνουν τον τόνο σε προπονητές και παίκτες -που συμμετείχαν με ζήλο στον χορό- ή την... υπέροχη κερκίδα, που ξεκινά από τις πολυθρόνες των VIP, γιατί οι μεγαλύτεροι κάφροι κάθονται πάντα στα επίσημα. Και το δεκαήμερο φεστιβάλ καφρίλας και τοξικότητας φέρει πρωτίστως τη δική τους ταξική σφραγίδα.

Δηλαδή είναι όλοι ίδιοι; (Ντεζαβού με τα αστικά κόμματα, η ερώτηση της μαρμότας).
Δηλαδή είναι όλοι καπιταλιστές. Επιχειρηματίες που δρουν συχνά με όρους μαφίας. Που έχουν (καλο)μάθει από το κράτος να μην πληρώνουν ποτέ (λεφτά ή τις συνέπειες των πράξεών τους), να κερδίζουν κάτι πάση θυσία, με κάθε μέσο, θεμιτό και κυρίως αθέμιτο. Αυτοδημιούργητοι γόνοι δωσίλογων ή συνεργατών της χούντας, με χίλια κόμπλεξ και ξινό υφάκι προς την πλέμπα.

Ναι, ο Τράκης είναι εκτός ανταγωνισμού, προσωποποίηση της λούμπεν αστικής τάξης, ένα ακροδεξιό σκουπίδι -αν και θα είχε πλάκα να το συζητούσαμε δέκα χρόνια πριν, όταν οι φαρμακοβιομηχανίες σήκωναν προσωρινά αντιμνημονιακά λάβαρα. Αλλά όποιος ψάχνει να βρει ίχνος ηθικής ή αστικής παιδείας σε αλαζονικά βουτυρόπαιδα, που τα βρήκαν όλα έτοιμα και ανατράφηκαν σαν Αντουανέτες, αγγίζει τα όρια του θρυλικού ή εφτάστερου βλάκα. Κι αν δεν έχει ψωμί να φάει, ας ζήσει με παντεσπάνι και μπασκετικά θεάματα, στην τηλεοπτική αρένα.
Εγώ δε θέλω μεροκάματο...

Κάθε οπαδός -και εγώ σε αυτούς- πάσχει από μια ανίατη παιδική αρρώστια, με διάφορες φάσεις - διαβαθμίσεις και αξίζει τη συμπάθειά μας. Το πράγμα ξεφεύγει όταν το έθνος δεν προσκυνά μόνο σώβρακα και φανέλες, αλλά τη μαγκιά του αφεντικού της ομάδας, που δε σηκώνει μύγα στο σπαθί του και τους βλέπει όλους σαν μύγες, από τους αλλόθρησκους, μέχρι τη δημοσιογράφο που τον κρύβει με το μαλλί της.

Μακάριοι, οι πτωχοί τω πνεύματι, που ψάχνουν να βρουν το καλό και το κακό μέσα σε όλη αυτή τη δίνη -όρθιο πες μου τι θα μείνει-, γιατί αυτοί θα κατακτήσουν τη βασιλεία των ουρανών-το πρωτάθλημα. Μακάριοι οι πτωχοί (στο πνεύμα και προπαντός στην τσέπη) που ψάχνουν να βρουν τη συμμαχία του Φωτός (των ΣΠΟΡ) μες στις 50 αποχρώσεις της μαυρίλας, που θα κάνει τα σκοτάδια λάμψη. Πιο φαιδρό και από σενάριο του Δαλιανίδη, αν δεν ήταν τραγικό -και βγαλμένο από τη ζωή. Όταν οι νάνοι χορεύουν...

Κι ας πάρουμε το μικρόφωνο, να τραγουδάμε όλοι μαζί, με τη Βάσια.
-Έλα στο φως και φύγε απ’ το σκοτάδι, έλα στο φως που σε καλεί η ΚΑΕ.
Φώτα. Και άλλα φώτα. Μα καμία φώτιση...

Και όπως πέφτει πάνω μας ο προβολέας, να αρχίσουμε να βλέπουμε οράματα: κουκουλοφόρους τσολιάδες, τον Γαρδέλη Άγιο Παντελεήμονα, έ-λε-ος, έ-λε-ος (εμάς ποιος θα μας λυπηθεί), τον Βρούτση να προσεύχεται «ειρήνη υμίν», τον Φουρνιέ Κολοκοτρώνη να κατατροπώνει την Τουρκιά -και ας πολέμησε στον στρατό του Ιμπραήμ, στην προηγούμενη ζωή του.


Αν δεν καείς εσύ, αν δεν καώ κι εγώ, πώς θα γενούμε Κούγκι;

Βάλτε φωτιά, κάψτε καλά, Ομόνοια και Πειραιά, το Σύνταγμα και τη Βουλή
Στη σάπια κοινωνία αυτή, που ’ναι καπιταλιστική...

Υστερόγραφα

(παράγραφος για προτάσεις περί σάλαρι καπ, αποβολή των δύο και την λύση που ωριμάζει για επιστροφή στο ερασιτεχνικό μπάσκετ. Να δούμε ποιος αγαπά πραγματικά το άθλημα και ποιος τις νίκες -ή τους προέδρους).

(παράγραφος για τον Χατζηχρήστο της Ορίτζιναλ. Το ανοιχτό φέρετρο στη Φιλαδέλφεια και το παιδικό τραύμα με την εικόνα της Αλίκης. Το δωματιάκι της Ορίτζιναλ και τις ανακοινώσεις με την πολιτική εσάνς. Την «οπαδική κουλτούρα» για σεβασμό στον αντίπαλο, μακριά από καφρίλες, ξυλίκια και βρισίδια. Τα όρια της κάθε Ορίτζιναλ με το γήπεδο και τη «Στρούγκα». Το χαμηλό ταβάνι των συνδεσμιτών, που μπαίνουν στη στρούγκα του προέδρου σαν υπάλληλοι).

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2025

Πόλος Κομμουνιστών - Πολιτικό Γραφείο

Έτσι και αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη. Ή κόκκινη από ζωή ή κόκκινη από θάνατο. Αλλά όταν λέμε πως «έχει η πλάση κοκκινίσει», είναι πολιτικά και μόνο. Αλλιώς είναι (κόκκινη) από θάνατο.

Έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει πράσινη. Είτε από ζωή (με φωτοσύνθεση και χλωροφύλλη, αν ποτέ γίνουν τα σκοτάδια λάμψη), είτε από θάνατο, πράσινη ανάπτυξη και εις τόπο χλοερό (και πράσινο) θα καταλήξουμε όλοι.

Να λάβουμε υπόψη και την περίπτωση της νεκροφάνειας ή μάλλον της ζωντοφάνειας -ή όπως αλλιώς λέγεται το αντίθετό της. Όπως στον επαγγελματικό αθλητισμό, που παρασάπισε και ψόφησε. Αλλά και η μούχλα μια μορφή νέας ζωής είναι -και εμείς μπορεί να χτίσουμε πάνω στα θεμέλιά της.


Αρχίζεις να λυπάσαι λίγο και τον Φουρνιέ, που άφησε το μεγάλο μήλο (Νέα Υόρκη) για να λουστεί αυτό, με τόσα gusanos (χωρίς έναν Φιντέλ), και να ψάχνει στο Τουίτερ πού έχει καλό γύρο, καλές μπουγάτσες και τι σκατά σημαίνει ΠΚΠΓ. Παρισινή Κομμούνα - Προλεταριακή Γαλλία.

Λυπάσαι λίγο -όχι πολύ- και τον Βαγγέλη Ιωάννου, που πνίγει το ταμπεραμέντο του και ρίχνει τα ντεσιμπέλ, για να μην παρεξηγηθεί, σα να περιγράφει παρτίδα σκάκι. Παίξτε σκάκι, οε-οε-οε. Ή την Παντέλη, που έπρεπε να βρει αποδυτήρια στο Άμπου Ντάμπι, για να αλλάξει το πράσινο φόρεμα με ένα κόκκινο, ανάμεσα στους ημιτελικούς. (Βάλε το κόκκινο φουστάνι, εκείνο που σε κάνει να μοιάζεις ΚΚΕ). Ακόμα και τα κοράκια μπορεί να λυπόσουν -αν δεν είχαν αποστολή και οδηγίες- που τα ρίχνουν χωρίς πανοπλία στο κλουβί με τους αγρίους, χριστιανοί με λιοντάρια, να αντέξουν την πίεση και με κάποιον τρόπο να επιβιώσουν.

Θυμάσαι συνειρμικά και την ιστορία του μικρού Νικόλα -που μπήκε κουτσουρεμένη και στο βιβλίο της Γλώσσας- όπου μαζεύτηκαν στην αλάνα να παίξουν μπάλα, πλακώθηκαν για το πώς θα χωριστούν, ποιος θα είναι τέρμα και ποιος επόπτης (με βρώμικο μαντίλι) και στο τέλος δεν έπαιξαν τίποτα, γιατί είχε ξεχάσει ο Αλσέστ να φέρει την μπάλα -και να πάρει την έγκριση του Βρούτση.

Ε, σε πιάνει μια αηδία. Σα να ακούς κοινωνικά-πολιτικά σχόλια του Ραπτό, που κάποτε ψήφισε -λέει- και ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ελέω Αβραμίδη, που χώνεται παντού και πάει με όλα. Σε πιάνει μια μπόχα, λούζεσαι με αντισηπτικό, μα δεν υπάρχει τίποτα πιο αστείο από το να βουλώνεις επιλεκτικά τη μύτη σου και να ψάχνεις τα πιο μυρωδάτα σκατά, κουνώντας το δάχτυλο στους απέναντι και κάνοντας γαργάρα τους δικούς σου, με αμήχανη σιωπή, σα να την αμόλησαν στα μουλωχτά και κάνεις πως δεν είδες - άκουσες - μύρισες τίποτα.

Ο Τράκης είναι ο ζωντανός κινούμενος ορισμός του όρου «λούμπεν αστική τάξη», που θα ταίριαζε στον «Αποδυτηριάκια» στον Φίλαθλο, αλλά τον λάνσαρε η 17Ν στις ανακοινώσεις της. Είναι όμως παράνοια να επιλέγεις καπιταλιστή, σε μια κοινωνία γεμάτη κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες, εφοπλιστές και λοιπούς «ευεργέτες», που λειτουργούν με όρους μαφίας -δηλαδή μονοπωλίου.

Το κράτος έβγαλε το κοκαλομάχαιρο κι ετοιμάζει νόμο για τη «ρητορική μίσους». Ο Χρυσοχοΐδης φωτογραφίζει θαρραλέα τις αξιόποινες πράξεις γνωστού ανώνυμου επιχειρηματία, που ξεγλιστρά από θαύμα από τα χέρια της αστυνομίας και το αυτόφωρο. Και ο Βρούτσης καλεί τα αφεντικά των ΚΑΕ για τσάι και συμπάθεια, για να φιλιώσουν ή να κάνουν έστω μια ψωροδήλωση για τα προσχήματα και να συνεχιστεί κανονικά το πρωτάθλημα. Νόμος και (αστική) τάξη. Ο πρώτος υπηρέτης της δεύτερης.

Αλλά για όσους πέφτουν από τα σύννεφα, αυτό ακριβώς είναι το κράτος. Μηχανισμός επιβολής εξουσίας για τους από κάτω και διευθέτησης ανταγωνιστικών αντιθέσεων για τους από πάνω. Ο ιστός του νόμου κι η τσιμπίδα της καταστολής πιάνει συστηματικά μόνο τα μικρά έντομα. Πίσσα Και Πούπουλα Για τους φτωχούς 

Ο Μπαρτζωκισμός είναι δόγμα ζωής για τους κόκκινους Φιντέλ (πιστούς), που λατρεύουν το μπάσκετ του ή την ιστορία του κομμουνιστή πατέρα του (με την κινηματογραφική απόδραση από τις φυλακές). Αλλά δε χρειάζεται να έχεις τον σκοταδισμό του Sportime και την αλλεργία του στα γαμωσταυρίδια, για να δεις πως ο κόουτς Μπι το χάνει συχνά -εντός και εκτός παρκέ- γιατί (παρα)φέρεται ενίοτε σαν δίμετρος Τσουκαλάς. (Και αντίστοιχες αναφορές θα μπορούσαν να γίνουν για τον Σλούκα και άλλους πρωταγωνιστές που ρίχνουν λάδι στη φωτιά και γίνονται μέρος του προβλήματος).

Καλές και οι ευαισθησίες για τα υβριστικά, που σε ταξιδεύουν στους παιδικούς άγραφους κανόνες -όχι μάνες, όχι πατρίδες. Αλλά όταν είναι επιλεκτικές και από συγκεκριμένα άτομα με αμαρτωλό παρελθόν, μοιάζουν με εκείνη την παρέμβαση του Ιωαννίδη στο μικρόφωνο του ΣΕΦ: «μη βρίζετε, γαμώ το στανιό μου». Και στο τέλος, παρεμβαίνει η αστυνομία μόνο για τα Τέμπη και για πανό με αντικυβερνητικά συνθήματα.

Θεμιτή και η γκρίνια για τη διαιτησία, αλλά μόνο αν έχεις μνήμη χρυσόψαρου και δε θυμάσαι πως τα κόζια αλλάζουν και οι ρόλοι αντιστρέφονται -ή αν αγνοείς τους κανόνες του παιχνιδιού εκτός παρκέ.

Το πρωτάθλημα σαπίζει κατ’ εικόνα και ομοίωση του συστήματος -που μια ψυχή το είχε πει «καπιταλισμό που σαπίζει». ΠΠΚ(μπ). Κι οι πόλοι του μπασκετικού δικομματισμού χρειάζονται απεγνωσμένα ο ένας τον άλλον, για να διαιωνίζουν το αιώνιο είδος τους και να συσπειρώνονται -ακόμα και αν οδηγείται σε αφανισμό το υπόλοιπο πορτοκαλί οικοσύστημα. Πριν ένα μήνα ζούσαν στον πυρετό ενός πιθανού ελληνικού εμφυλίου στο Φάιναλ Φορ και πριν πετεινός λαλήσει τρις (για τον τρίτο, τελικό γύρο) φτάσαμε στην πιθανή ματαίωση των τελικών, υπό τον φόβο ενός εμφυλίου. Πού να ήταν και ταξικός...

Ένας σοβιετικός (Πάβελ Στεποβόι) της «χρυσής μπρεζνιεφικής εποχής» έγραφε: «Τα επαγγελματικά αθλητικά σωματεία της Δύσης είναι συνηθισμένες καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Μεταξύ τους διεξάγεται ανταγωνισμός, όπου κύριο ρόλο παίζει συχνά όχι το αθλητικό συμφέρον αλλά το χρήμα. (...) Οι αθλητικές εκδηλώσεις των επαγγελματιών δεν είναι συχνά αγώνας, θέαμα, αλλά διαφήμιση και μπίζνες. (...) Ο αστικός επαγγελματικός αθλητισμός χρησιμοποιείται ευρύτατα για την απόσπαση των πλατιών μαζών του πληθυσμού από τα ζωτικά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα του καπιταλισμού (...).

Αν όλα αυτά σας πέφτουν λίγο ξύλινα και προτιμάτε καλτ περιτύλιγμα, (ξανα)δείτε τους Χούλιγκαν - Κάτω τα χέρια από τα νιάτα με την dominatrix Μπαλανίκα και τη φασιστική της οργάνωση που ψάρευε σε θολά νερά, θολωμένων οπαδικών συνειδήσεων. Και αν δε σας κάνει ούτε αυτό, ο Βασίλης το συμπυκνώνει πολύ καλά στο «Ελλάς» -που σήμερα μπορεί να θεωρούνταν ειρωνεία κατά της πατρίδας και ρητορική μίσους.

Το πρωτάθλημα αρχίζει/ η εξέδρα πλημμυρίζει/ γίνεται χαμός σε κάθε γκολ
Μα το ντέρμπι είναι στημένο/ και από πριν ξεπουλημένο/ και εσύ ντύνεσαι με δίχρωμα κασκόλ

Αλλάζουμε ρεπερτόριο

Πήρα κόκκινα γυαλιά...

Το βασικό πρόβλημα, που κάνει και τους οπαδούς μέρος του προβλήματος, δεν είναι ότι φοράν χρωματιστά γυαλιά για να ερμηνεύουν τις αμφισβητούμενες φάσεις και άλλα επεισόδια της αιώνιας κόντρας, αλλά ότι έχουν χάσει τα ταξικά γυαλιά τους και την (προ)αιώνια πάλη των τάξεων, χορεύοντας στον ρυθμό των αφεντικών των ομάδων τους. Δεν είναι θέμα τοξικότητας, δήθεν κατά παράβαση της αστικής ευγένειας. Αυτό ήταν πάντα το «σαβουάρ βιβρ» των καπιταλιστών, να παίρνουν αυτό που θέλουν με κάθε αθέμιτο μέσο. Είναι πρωτίστως ζήτημα ταξικότητας. Και το ψάρι βρωμάει πάντα από το κεφάλι, είτε μιλάμε για «βάζελους», είτε για «γάβρους», είτε για λοιπές μαρίδες.

Οπότε τι πρέπει να κάνουμε; Καλή ερώτηση. Είναι σύνθετο ζήτημα, όπως κάθε κοινωνικό φαινόμενο, όπου συναντιούνται πολλές παράμετροι. Μπορούμε όμως να ξεκινήσουμε από τα βασικά -πχ να μην ασχολούμαστε. Να κάνουμε κάτι τελείως διαφορετικό, μακριά από τα δόγμα-πεπατημένη του ΤΙΝΑ και την αυταπάτη ότι θα αλλάξουμε το σενάριο, παίζοντας τους ίδιους ρόλους. Ή έστω, να δώσουμε τα κλειδιά των ΚΑΕ στις θυγατέρες των προέδρων των ΚΑΕ, αυξάνοντας θεαματικά τις πιθανότητες για σοβαρότητα.

Μήπως να αποβάλουμε τις δύο ομάδες από το πρωτάθλημα;
Μοιάζει και αυτή μια κάποια λύση, που θα επανέφερε την ισοτιμία και το ενδιαφέρον, ευνοώντας τους μικρότερους. Οι οποίοι όμως θα διαφωνούσαν μάλλον, γιατί χωρίς το εμπορικό αιώνιο δίδυμο, το διαφημιστικό ενδιαφέρον θα κατρακυλούσε στον πάτο -ευθέως αντίστροφα με το (αντ)αγωνιστικό- και θα είχαν δραματική μείωση εσόδων. Ένα αμφίρροπο και συναρπαστικό πρωτάθλημα (πχ με πιτσιρικάδες από τις ακαδημίες αντί για ακριβούς σταρ) δεν είναι απαραίτητα δημοφιλές -και είναι ζήτημα πόσοι θα το προτιμούσαν στην πράξη. Χώρια που σε βάθος χρόνου, η φύση (του συστήματος) που απεχθάνεται τα κενά, θα τα συμπλήρωνε με κάποια άλλη ομάδα στον θρόνο του κατεστημένου, εφόσον άλλαζε απλώς η διανομή των ρόλων και όχι το έργο.

Μήπως να απομακρύνονταν οι παράγοντες που λυμαίνονται τον χώρο και να τους επιβληθεί απαγόρευση ενασχόλησης με κάθε αθλητική δραστηριότητα; Καλή ιδέα, αλλά ποιος θα την εφαρμόσει; Οι κρατικές αρχές που δεν τολμάν να τους συλλάβουν, να τους κυνηγήσουν για τα μάτια του κόσμου ή έστω να τους κατονομάσουν -για τα αυτιά του κόσμου; Και οι υπουργοί που τους καλούν για φιλική διευθέτηση των διαφορών τους, στο όνομα του κοινού καλού;

Μήπως χρειάζονται παραδειγματικές τιμωρίες;
Μεταξύ άλλων, ναι. Αλλά ποιον ακριβώς τιμωρούν, αναβάλλοντας/διακόπτοντας το πρωτάθλημα (που τελικά ούτε καν αυτό θα τολμήσουν); Και τι ακριβώς πέτυχαν τα αντίστοιχα μέτρα της κυβέρνησης κατά της βίας στη Σούπερ Λιγκ και σε όλα τα αθλήματα; Η λογική πονάει κεφάλι - κόψει κεφάλι δεν μπορεί να πάει πολύ μακριά, πόσο μάλλον όταν αφήνει πάντα στο απυρόβλητο τα μεγάλα κεφάλια -από τα οποία βρωμάει το ψάρι.

Η μόνη παραδειγματική τιμωρία για όλους τους καπιταλιστές (εφοπλιστές, κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες και λοιπούς ευεργέτες) θα ήταν η απαλλοτρίωση των ιδιωτικών τους επιχειρήσεων και η αυστηρή απαγόρευση ενασχόλησής τους με τον χώρο. Αλλά αν γίνει το πρώτο, θα χάσουν αυτομάτως και το ενδιαφέρον τους για τον αθλητισμό...

Το βασικό πρόβλημα είναι πως όλα αυτά απαιτούν μια επανάσταση. Και ο βασικός λόγος που δεν έχει γίνει ακόμα, είναι ότι δεν έχει ωριμάσει ο υποκειμενικός παράγοντας. Και μια βασική πηγή ανωριμότητας είναι -όπως είπαμε- το α-ταξικό κριτήριο των οπαδών. Που δεν είναι απλώς πρόθυμοι να παθιαστούν με έναν αθλητικό σύλλογο -ή έναν παίκτη- που δεν επηρεάζει στο παραμικρό την καθημερινότητά τους, αλλά τείνουν να ταυτιστούν με το αφεντικό της ομάδας τους και να γίνουν ο άοπλος εθελοντικός στρατός που θα υπερασπιστεί τα συμφέροντά του. Του ΠΚΠΓ, των θρυλικών μαγκών, του τίγρη, του στιχουργού, του αγίου, του-του-του... Πάρτε το μηδέν.

Ο μέσος οπαδός αντιλαμβάνεται τις αθλητικές μάχες ως πόλεμο, αναζητά πλούσιους πολέμαρχους που θα διασφαλίσουν τη νίκη και αδυνατούν να φτάσουν στο σημείο να συνειδητοποιήσουν ότι -όπως σε κάθε άδικο πόλεμο- ο βασικός εχθρός είναι προ των πυλών και θα έπρεπε να παλεύει πρώτα για την ήττα της δικής του αστικής τάξης. Και αυτό αφορά και πολλούς συντρόφους, σε περίπτωση που κάνουμε πως δεν το βλέπουμε...

-.-

Σε όλα αυτά θα χωρούσε μια αναφορά στο αθάνατο κλισέ «αυτά μόνο στην Ελλάδα γίνονται». Που δεν ισχύει -όπως και τα περισσότερα στερεότυπα άλλωστε- αλλά κάποια πρόσωπα και πράγματα μας το κάνουν ολοένα και πιο δύσκολο να το αποδείξουμε. Γιατί αλλού πχ δεν ξέρουν πώς θα τελειώσει ένας αγώνας και ποιος θα πάρει τον τίτλο. Εδώ αντιθέτως δεν ξέρουμε αν θα τελειώσει -ή αν θα αρχίσει καν- ένας αγώνας και αν θα έχουμε πρωταθλητή.

Κι όμως, πολλά κράτη χρηματοδοτούν ανοιχτά τις ομάδες τους (Σερβία και Ρωσία είναι τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα), έχουν επεισοδιακά ντέρμπι με ρεκόρ τοξικότητας που αγγίζει και τους παίκτες (όπως στο Βελιγράδι, με τους Αμερικανούς της Παρτίζαν να πλακώνονται με άσβερκους φανατικούς στους δρόμους), ενώ το ξέπλυμα χρήματος είναι κανόνας και στις πιο προηγμένες χώρες -όπως η ποδοσφαιρική Premier League που θεωρείται το κορυφαίο πρωτάθλημα του κόσμου.

Την ίδια στιγμή η Ευρωλίγκα αναζητά πετροδόλαρα στα Εμιράτα, χωρίς προσχήματα για κοινωνικές ευαισθησίες, με την Ντουμπάι BC να αγοράζει τη συμμετοχή της στη διοργάνωση της νέας χρονιάς. Αλλά αυτό θα ήταν το θέμα μιας άλλης ανάρτησης, που δεν έγινε εγκαίρως, με τίτλο «τα πικ εν ρολ ξερά και διψασμένα γυρεύουν στην έρημο χρυσό».

Οκ, ας μη φτάσουμε τις 2 χιλιάδες λέξεις (και) αυτή τη φορά. Ας μείνουν και κάποια ως προσχέδιο.

(Παράγραφος για σφους που παρασύρονται και πέφτουν στην παγίδα και έχουν μπερδέψει το «μέχρι τέλους», με το τέλος (=σκοπός) για το οποίο παλεύουμε. Για τους κρατικοδίαιτους «επενδυτές» με ξένα κρατικά κόλλυβα, που θέλουν τα δημόσια γήπεδα. Και για τον Άρη που ζητά να του ανακαινίσουν το γερασμένο Αλεξάνδρειο με δημόσιο χρήμα -μην κάνω αυτό που στηλιτεύω στους άλλους, αγνοώντας τη δική μας καμπούρα).

(Παράγραφος για πρωτοβουλίες Βαϊμάκη, τύπου «Πάμε γήπεδο», για την αξία της φιλικής καζούρας, το αυτονόητο δικαίωμα να μπορείς να δεις ματς με τους φίλους σου, χωρίς να κινδυνεύεις να μπλέξεις σε καβγά. Και για τη σχετική αξία τέτοιων μέτρων, όσο δε χτυπάμε τη ρίζα του προβλήματος).

(Παράγραφος για την παρέμβαση του κόμματος. Που δεν πρέπει να έχει καμία σχέση με οργανωμένους υπαλλήλους. Αλλά όσο πιο δυνατή γίνεται, θα έχει απήχηση σε μπουχτισμένους φιλάθλους, που δε θα έχουν οξυγόνο σε αυτόν τον βούρκο και θα αναζητούν τη λύτρωση σε ένα ερασιτεχνικό περιβάλλον, μακριά από το συμφέρον που μολύνει την αγάπη τους).

(Παράγραφος για... Φτάνει).



 Ο Φιντέλ αγαπούσε όντως το μπάσκετ -και ήταν και καλός. Και την εθνική Κούβας -που την βρήκαμε αντίπαλο και στη θρυλική δεκαετία με τις βάτες, με τον Γκάλη. Ήταν διορατικός και προφητικός αλλά δε φόρεσε ποτέ μπλουζάκι ΠΚΠΓ. Από όσο ξέρουμε τουλάχιστον...

Σάββατο 17 Αυγούστου 2024

Εδώ είναι Βαλκάνια, σου το 'πα - Νους υγιής, σε σώμα καμπυλωτό

Βελιγράδι, καλοκαίρι 2024. Σε κάθε γωνιά μια pekara σου σπάει τη μύτη, σα να ’σουν φασίστας που προκαλεί. Τα πλήθη συνωστίζονται (στην προκυμαία), αναμένουν τη μεγάλη στιγμή, σκαρφαλώνουν αλαφιασμένα σε κολόνες, πεζούλια, αγάλματα, σε πεκάρες, σε κάθε ραχούλα, κάθε ρεματιά, περιμένοντας να ακούσουν το όνομά Του.
-Και τώρα μαζί μας, ο εν ταμπλό αδεφός Νίκολααααα Γιόκιτς!
Ουρανομήκεις επιδοκιμασίες, θυελλώδικα χειροκροτήματα. (Γκουντ)ουραααααα...

Σαν σκηνή από το 19ο Συνέδριο. (Του ΚΚΣΕ, ντάξει;). Ή από τη ζωή του Μπράιαν, του κατά φαντασίαν Μεσσία, που τον βάφτισε «προφήτη» στον τίτλο η ελληνική μετάφραση.
Romanus eunt domus...

Ο Νίκολα θα μπορούσε να ξεπροβάλει στο παράθυρο, σαν ποδοβολητό Σελήνης -ή σαν τον Φραγκιόγλου που έκανε το ποδοβολητό Σελήνης, πριν πάει τουαλέτα και προτού γίνει Χλαπάτσας-, γυμνός και ανέμελος ή έστω με ακάλυπτη κοιλιά, σε κοινή θέα. Κι αντί να τρομάξει από το σμήνος των πιστών -ή το σμήνος από την κοιλιά του επαγγελματία αθλητή- που συρρέουν όπως οι μύγες στο φαγητό, για να πάρουν ψίχουλα από τη λάμψη του, να το σκεφτεί μια στιγμή αμήχανος και τελικά να δεχτεί τον τίτλο του:

-Δε γαμιέται. Είμαι ο Μεσσίας.
-He is, he is the Messiah...

Κι όταν ήταν μικρός, οι τρεις μάγοι με τα δώρα (Τζόρτζεβιτς, Ντίβατς, Ντανίλοβιτς) του έφεραν κεμπάπια, πλεσκάβιτσα και μια πορτοκαλί μπάλα με σπυράκια. Για να μάθει τα βασικά του μπάσκετ και της σέρβικης φυλής, που είναι σχεδόν ταυτόσημα, σαν ομοούσιος τριάδα.

Εν τω μεταξύ, δεν προλαβαίνεις να δεις ένα ωραίο στιγμιότυπο, όπως του Γουέμπι με τον Ιάπωνα ή του Γουέμπι με τον Κάρι κι αμέσως βγαίνουν καμιά δεκαριά πανομοιότυπα τουί γεμάτα έμπνευση: «ελαιογραφία σε καμβά», και ξαναδώστου «λάδι σε καμβά». Εντάξει, παιδιά, ψόφησε λίγο το αστείο. Κι αν θέλετε -που έλεγε η Αλέκα-, πραγματικό έργο τέχνης είναι οι αγώνες του λαού. Και η φωτό του Γιόκιτς να πίνει μπίρα.
Αν θες να γίνεις σαν τον Γκραντ Χιλ, προπονήσου σκληρά.
Αν θες να γίνεις Νίκολα Γιόκιτς, χαλάρωσε και πιες μια μπίρα.

Το βλέμμα του Μπόγκι είναι η λεπτομέρεια που απογειώνει τον πίνακα. Βασικά ο Μπογκντάνοβιτς θα μπορούσε να είναι ο μικρός Νικόλας ενήλικος, αν μεγάλωνε από το πενάκι του Σανπέ. Αλλά το πιο εκπληκτικό (επιβλητικό, μυστηριακό και πιο μεγάλο) είναι ο άλλος «μικρός Νικόλας», πώς ήταν δηλαδή μικρός ο Γιόκιτς. Και ότι βασικά έμοιαζε μάλλον με τον Αλσέστ, που δεν έχανε σουτγεύμα.

Σε μια άλλη σκοτεινή εποχή, ο (ντεφορμέ) βασιλιάς Βασίλιε, ο πρίγκιπας Μπόγκι και ο φίλος τους Joker, με στολή γελωτοποιού και ταλέντο που κάνει τον Ρίβερ Φοίνιξ (και τον Ντουράντ του Φοίνιξ) να νιώθει λίγος κι ατάλαντος, θα ήταν μια παρέα άσβερκων Σέρβων μισθοφόρων, λίγο άξεστων, κυριλλικά αναλφάβητων, που θα γίνονταν λιάρδα, μεθώντας στη μάχη, πίνοντας τόνους κρασί και ανέρωτο αίμα από τα κρανία των αντίπαλων στρατηγών αντί για κύπελλα.

Στον σύγχρονο (εργασιακό) μεσαίωνα, θα ήταν πάλι άσβερκοι -ο Νίκολα τουλάχιστον- αλλά με υπογάστριο και υπεργάστριο, όχι τίποτα ιμπεριαλιστικά γουρούνια. Θα ήταν πάλι επαγγελματίες μισθοφόροι, με χρυσά συμβόλαια στο ΝΒΑ. Και θα έπιναν το νέκταρ της επιτυχίας από το σκαλπ του Λεμπρόν, αν οι διαιτητές δεν προστάτευαν τον ντεμέκ GOAT. Για γέλια και για κλάματα. Τραγωδία -δηλαδή ωδή στον τράγο, μόνο που αυτός δεν είναι ο Λεμπρόν, αλλά ένας καμπυλόγραμμος Βαλκάνιος. Και διαφέρει από όλους τους άλλους γιατί δεν παίζει σαν μισθοφόρος.

Οι πιο πολλοί αστέρες είναι κολλημένοι με το άθλημα, θα έπαιζαν μπάσκετ έτσι κι αλλιώς, γιατί είναι αυτό που ξέρουν να κάνουν καλύτερα από οτιδήποτε άλλο. Υπάρχει όμως μια λεπτή διαχωριστική γραμμή: άλλο να ζεις για το μπάσκετ και άλλο να ζεις από αυτό. Ο Γιόκιτς είναι ο μόνος μισθοφόρος που δεν αλλάζει συνήθειες και θα ήταν πάντα στο ίδιο επίπεδο, καταβάλλοντας -έτσι ή αλλιώς- την ίδια ακριβώς -μίνιμουμ- προσπάθεια και ούτε μια παραπανίσια σταγόνα ιδρώτα που θα ξεχείλιζε το ποτήρι, στερώντας του τη χαρά του παιχνιδιού. Που είναι να κάνεις αυτό που αγαπάς, χωρίς να είσαι επαγγελματίας -η πορνεία σκοτώνει τον έρωτα.

Στην κοινωνία του μέλλοντος, θα θυμούνται τον Γιόκιτς σαν προφήτη -δε γαμιέται, είμαι προφήτης- και εικόνα από τα προσεχώς. Ένας ασύγκριτος παικταράς, που έπαιζε εκπληκτικό μπάσκετ, επειδή δεν τον ένοιαζε (μόνο/τόσο) το μπάσκετ. Το πρωί ήταν καλαθοσφαιριστής, το μεσημέρι ψαράς, το απόγευμα ποιητής-φιλόσοφος και στο τέλος της ημέρας όλα τα παραπάνω και τίποτα από όλα αυτά.
Ή περίπου έτσι. Τη μέρα έπαιζε μπάσκετ, ενδιάμεσα σκεφτόταν τα άλογα και τις ιπποδρομίες κι η μέρα έκλεινε με μπίρες, βαλκανικό γλέντι και αγριογούρουνα γύρω από τη φωτιά. Ή σαν ένα άλλο σύγχρονο γαλατικό χωριό, που ζει στον κλοιό του εμπάργκο, με τα ίδια χρώματα στη σημαία και ένα αστέρι, όπως η παλιά καλή (;) Γιουγκοσλαβία.

Που ίσως να μην ήταν ποτέ αδέσμευτη, όπως δήλωνε το «κίνημα» που ηγήθηκε, αλλά αν ψάχνουμε έναν καλό ορισμό της ανεξαρτησίας, θα μπορούσαμε να παραφράσουμε λίγο έναν ήδη γνωστό, του δικηγόρου με τη γενειάδα.
Ανεξαρτησία είναι να έχεις το κεφάλι σου στο στόμα του λύκου και να του λες προκλητικά «άντε γαμήσου».
Ή ακόμα καλύτερα: να πιστεύει ότι σου έχει φάει το κεφάλι και εσύ να τραγουδάς και να γλεντάς, σα να έχεις κερδίσει. Όπως οι τρελο-μπρατ στο πούλμαν της αποστολής τους.

Curry is on fire...
Σα να λέμε: Always look on the bright side of death!
Εδώ είναι Βαλκάνια, σου το 'πα. Παίξε, γέλασε και μη σιωπάς ποτέ...

Κάποιοι πιστεύουν ότι ο Γιόκιτς είναι τεράστιος παίκτης, μολονότι έχει τεράστια κοιλιά, δεν είναι αθλητικός ή πολύ γρήγορος και παίζει ως αδιάφορος. Φαντάσου λέει να είχε και φυσική κατάσταση! Δεν έχουν καταλάβει τίποτα από αθλητισμό. Ο Γιόκιτς είναι τεράστιος παίκτης, ακριβώς λόγω της μεγάλης κοιλιάς του και του τρόπου που παίζει. Είναι ο ομφαλός του μπασκετικού πλανήτη -ου μην και ο αφαλός του-, η γη της επαγγελίας, η υπόσχεση ενός άλλου καλύτερου κόσμου, χωρίς γραμμές (συνόρων και μυών) να χαράσσουν το σώμα του πλανήτη και την κοιλιά μας.

Γι’ αυτό το μπάσκετ είναι ο βασιλιάς των σπορ. Γιατί παίζεται πρωτίστως με το μυαλό και δευτερευόντως με τα μούσκουλα. Γιατί είναι άκρως δημοκρατικό (ούτε καν πεφωτισμένη δεσποτεία) όπου πρέπει να τα κάνεις όλα καλά (άμυνα, επίθεση, ατομικές και ομαδικές προσπάθειες) και μπορούν να παίξουν όλοι. Ψηλοί-κοντοί, φτερά στον άνεμο και μπουλουκάκια (σε σέρβικα μπουλούκια που σκορπούν τρόμο και θάνατο από το τρίποντο) ή απλώς εύσωμοι, με μυικό πάχος, αλλά ούτε ένα γραμμάριο λίπους στο παιχνίδι τους.

Ο Γιόκιτς είναι μια περίπτωση Αϊνστάιν. Όχι μόνο γιατί είναι μπασκετική ιδιοφυία. Αλλά γιατί δίνει ελπίδα σε όλα τα παιδιά ότι μπορούν να παίξουν μπάσκετ στο πιο υψηλό επίπεδο, όπως και να ’ναι ο κόσμος, όσα κι αν έχει στραβά το κορμί τους. Όπως ήταν και το δικό του, πριν βάλει σε μπόι τα κιλά του -ντάξει, όχι όλα. Κι όπως ο Αλβέρτος είχε κάποτε μέτρια βαθμολογία στην τάξη του -και παραλίγο να τον βγάλουν άχρηστο και να χαντακώσουν το ταλέντο του.

Κι αν ο Αϊνστάιν έλεγε κάποτε ότι ο σοσιαλισμός και ο κεντρικός σχεδιασμός είναι το μέλλον και η διέξοδος της ανθρωπότητας από τα προβλήματά της, ο Γιόκιτς και οι όρτοντοξ μπρατ μάς θύμισαν με τον δικό τους τρόπο κάτι άλλο: ανίκητος δεν είναι ο ιμπεριαλισμός. Ακόμα και όταν νικάει με το στανιό...

Ο Γιόκιτς είναι νους υγιής σε ένα σώμα ανθρώπινο, καμπυλόγραμμο, όχι χτιστό και φουσκωμένο. Είναι τετραπέρατος και κατακτά τα πέρατα της γης. Είναι εγκεφαλικός σαν γυναικείος οργασμός, χυμώδης και απολαυστικός, σαν τις καμπύλες του Παρθενώνα, τις γραμμές του που αρνούνται τη γράμμωση και την ευθυγράμμιση, ξεγελώντας γλυκά το ανθρώπινο μάτι και τον αντίπαλο. Έχει κάτι από την μπιροκοιλιά του χτίστη στο γιαπί, από την ομορφιά της τάξης μας, από τη γοητεία των Βαλκανίων, από τον γείτονα που ρεμβάζει στο μπαλκόνι με το σώβρακο, που κατεβάζει τα σκουπίδια με το φανελάκι Μινέρβα, κρατώντας στο χέρι μια φέτα καρπούζι με τυρί (πες μου τώρα ότι κάτω από τα Τέμπη νογάνε κασέρι. Και τι εννοούν με τη «φέτα» καρπούζι άραγε; Γιόκιτς, αγάπη μου, έλα πάρε με από εδώ. Έτσι κι αλλιώς κι εμείς Σλάβοι ήμασταν μέχρι πρόσφατα...).

Ο τύπος είναι ένα κινούμενο meme -με την καλύτερη των εννοιών. Φαίνεται σαν ανέκδοτο, αλλά έχει ανατροπή και κάνει τους άλλους να γελοιοποιούνται. Σαν εκείνες τις κρύες τις αμερικανιές με το hold my beer -ή απλώς χλιαρές, αν είναι βρετανικές- αλλά στην κυριολεξία. Κράτα λίγο την μπίρα μου να φέρω ένα μετάλλιο.

Μέχρι πρότινος, το μεγαλύτερο αντιαδιαλεκτικό ερώτημα της μπασκετικής ιστορίας ήταν τι θα γινόταν αν η χρυσή γενιά της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας -που έπεσε πάνω στις ανατροπές και τη διάλυση- είχε προλάβει να αντιμετωπίσει τους επαγγελματίες του ΝΒΑ. Αν όχι το ’92, ενάντια στην πρώτη -και μοναδική- «ομάδα όνειρο», τότε ίσως το ’94 με το Μουντομπάσκετ που ήταν προγραμματισμένο να γίνει στο Βελιγράδι, πριν καταλήξει -λόγω του εμπάργκο- στον Καναδά του Νας. Πολλοί μεταφέρουν το ίδιο ερώτημα στο σήμερα, φτιάχνοντας μια βαλκανική ομάδα-όνειρο με τις φυλές της παλιάς Γιουγκοσλαβίας.

Πλέον όμως το βασικό ερώτημα είναι άλλο: αν οι ΗΠΑ έπρεπε να φέρουν ό,τι καλύτερο έχουν και 3 παίκτες από το πάνω ράφι του hall of fame για να νικήσουν οριακά τη Σερβία, τι θα κάνουν χωρίς αυτούς στις επόμενες διοργανώσεις;
Και αν τελικά χρειάστηκαν έναν «νατουραλιζέ» σαν τον Εμπίντ -που τον γιούχαραν οι Γάλλοι για την «προδομένη υπόσχεσή του» και τώρα λέει πως θέλει να επιστρέψει με τη φανέλα του Καμερούν!- τι θα γινόταν αν ασκούσαν το ίδιο δικαίωμα και οι Σέρβοι; Όχι με κάποιον Αμερικάνο, αλλά με δικό τους αίμα, πχ τον Λούκα Ντόνσιτς, που είναι κατά το ήμισυ Σέρβος. Κι όποιος αμφιβάλλει, δεν έχει παρά να δει το σώμα του «ζυμαρούλη», πώς προκαλεί τους αντιπάλους του, το μπασκετικό του IQ και τις κραυγαλέες ομοιότητες με τον Νίκολα Γιόκιτς.
Βρήκε ο Σέρβος τη γενιά του...

Λέγε, μπρατ! Θα γίνεις Σέρβος;

Imagine all the Γιούγκους living life in peace...

Β’ Μέρος

-Είναι τεράστιος αθλητής ο Λεμπρόν; Αθλητής σίγουρα ναι. Καλαθοσφαιριστής όχι απαραίτητα -το «τεράστιος» τουλάχιστον.
Είναι μεγάλη προσωπικότητα, που βγήκε μπροστά με το θάρρος της γνώμης του, για το Black Lives Matter; Ναι, όπως και για την εκλογή της Χίλαρι επίσης. Μα πάνω απ’ όλα είναι μια περσόνα με υπερτροφικό εγώ. Θεωρεί τον εαυτό του μεγαλύτερο από το άθλημα και ότι όλοι χειροκροτούν -παντού και πάντα-μόνο αυτόν.
Είναι GOAT; Δεν ήταν καν ο MVP της ομάδας του. Και αν δεν ήταν ο Κάρι (και ο Ντουράντ), θα είχε πάει αυτός από νωρίς για νάνι...

-Μερικά ακόμα αναπάντητα ρητορικά ερωτήματα.
Πότε έγινε τόσο μαλάκας ο Κάρι και πανηγυρίζει σαν σπαστικό; Πότε έγιναν τόσο αμερικανάκια τα γαλλάκια που φώναζαν Λεμπγόν (ούτε καν USA), αντί να στηρίξουν αυθόρμητα τους Σέρβους ως θεωρητικό αουτσάιντερ (άγραφος νόμος) ή έστω τις ρεαλιστικές πιθανότητες της Γαλλίας για το χρυσό σε έναν πιο βατό τελικό; Πότε είχαν τέτοια ασυλία οι ΗΠΑ; Α, ναι. Πάντα. Είτε μιλάμε για κοράκια (με σφυρίχτρες γαμψές) είτε για το ντόπινγκ και τη WADA.

Και πότε έγινε τόσο τραγική η ειρωνεία της ιστορίας, που σε κάνει να δυσανασχετείς με τους ποζεράδες απόγονους των σκλάβων από την Αφρική και να υποστηρίζεις αυθόρμητα άριες φυλές (πέρσι στο Μουντομπάσκετ), ξανθά γένη και όρτοντοξ μπρατηδες, ως θύματα του ιμπεριαλισμού;

-Από την επαγγελματική παρθενιά, που είναι πάντα γλυκό να στην παίρνει αργεντίνος εραστής, ως την ακόμα πιο γλυκιά εκδίκηση των Σέρβων, μες στο σπιτάκι του μπάσκετ (Ιντιανάπολις), ένα χρόνο μετά τους δίδυμους πύργους, εν είδει αναπαράστασης.
Από τα χαστούκια στους Ολυμπιακούς της Αθήνας -ακόμα και από προτεκτοράτα-άτυπες Πολιτείες, σαν το Πουέρτο Ρίκο- στο έπος της Σαϊτάμα, που θα το έχουμε πάντα -σαν το Παρίσι-, ακόμα και αν είχαμε χάσει με 50 στον τελικό από τη φαμίλια.
Κι από το Μουντομπάσκετ του ’19 -που έμειναν εκτός εξάδας- μέχρι το περσινό, όπου έμειναν εκτός μεταλλίων. 

Ποτέ και πουθενά ίσες αποστάσεις. Κάθε ήττα της Team USA είναι μια μικρή νίκη της ανθρωπότητας. Αρκεί να μην μπερδεύεις το αυθόρμητο αθλητικό συναίσθημα με πολιτικό κριτήριο -και αυτό είναι δύσκολος στόχος για όσους έχουν μάθει να σκέφτονται πρωτίστως οπαδικά.

-Όλα αυτά έχουν προφανώς συμβολική αξία και τίποτα άλλο πέραν αυτής. Αλλά τι δυνατοί συμβολισμοί, ε; Δεν υπάρχουν πολλά πεδία που να γεννάν τέτοιους, πια, πλην του αθλητισμού.

Στον αντίποδα, η αθλητική ισχύς μια χώρας δεν είναι ακριβώς συμβολική. Κατά κανόνα είναι καθρέφτης της γενικής δύναμης ενός κράτους -οικονομικής, στρατιωτικής κτλ- που αποτυπώνεται και στην «αθλητική της παραγωγή». Οι πρώτες θέσεις της κατάταξης των μεταλλίων είναι σχεδόν σα να διαβάζεις τη λίστα με τα κράτη-μέλη του G8, του G20 κοκ. Οι λιγοστές εξαιρέσεις αφορούν βασικά χώρες με ειδικό βάρος (βλέπε και τον επίλογο), όταν δεν επιβεβαιώνουν απλώς τον γενικό κανόνα.

Οι ΗΠΑ είχαν τα περισσότερα μετάλλια, αλλά πήραν την πρωτιά πάνω στο νήμα, ισοφαρίζοντας μόλις την τελευταία μέρα τα χρυσά της Κίνας. Αν μη τι άλλο θα ’χε πλάκα να έμενε δεύτερη μια χώρα, με τόσα μετάλλια και βασικό σύνθημα «ο πρώτος είναι το παν, ο δεύτερος δεν είναι τίποτα». Και η οποία βλέπει αργά αλλά σταθερά τα πρωτεία να γλιστράνε από τα χέρια της -και στον αθλητισμό. Τα κράτησε οριακά στο Παρίσι, θα τα διατηρήσει λογικά και στο Λος Άντζελες, παίζοντας εντός έδρας -όπως τα είχε χάσει το ’08 στο Πεκίνο από τους οικοδεσπότες Κινέζους- αλλά το ’32 μπορεί να επισημοποιηθεί η αλλαγή φρουράς και σε αθλητικό επίπεδο.

Κι έχουμε οκτώ χρόνια μπροστά μας για να δούμε πόσοι θα δουν σε αυτό μια νίκη-επιβεβαίωση του κεντρικού σχεδιασμού και όχι ένα ακόμα γκεστάλτ ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

-Και η Κούβα, κύριε;

Το νησί της επανάστασης έχει ειδικό βάρος, που του έδινε πάντα μια θέση κοντά στην κορυφή, και του δίνει την πρώτη θέση στα μετάλλια ανάμεσα στις χώρες της Λατινικής Αμερικής -μακράν της δεύτερης Βραζιλίας. Η σχετική πτώση των τελευταίων ετών δε δείχνει τόσο κάποια υποχώρηση στο προτσές της οικοδόμησης, αλλά τις δυσκολίες της Κούβας και του λαού της, που ψάχνει πια -όλο και περισσότερο- μια διέξοδο μακριά από αυτό. Ιδίως αν μιλάμε για τους αθλητές, που έχουν αρκετές πιθανότητες διάκρισης στο εξωτερικό.

Δύσκολα θα βρει κανείς πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από τον τελικό του τριπλούν των ανδρών στο Παρίσι, όπου οι αθλητές του βάθρου γεννήθηκαν στην Κούβα, αλλά ο «μόνος Κουβανός» τερμάτισε όγδοος και τα μετάλλια πήγαν στον ευρωπαϊκό νότο (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία). Πάντα υπάρχει όμως μια εξαίρεση, σαν τον Μιχαΐν Λόπες στην πάλη, που έγραψε ιστορία με το πέμπτο χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο (αν δεν το μάθατε, είναι ίσως γιατί δεν το πέτυχε κάποιος αθλητής των ΗΠΑ), αλλά κυρίως με τις δηλώσεις του για τον Φιντέλ και τη δύναμη που του δίνει η επανάσταση. (Ίσως επίσης να μη μάθατε πως ο αντίπαλός του στον τελικό ήταν κι αυτός Κουβανός, που κατέφυγε στη Χιλή, γιατί στο νησί, θα έμενε αναπόφευκτα στη σκιά του Λόπες και όχι για ιδεολογικούς λόγους).

Εξαίρεση στον κανόνα κι αυτός. Αλλά τι εξαίρεση και τι συμβολισμός! Μόνο ο αθλητισμός μπορεί -στις μέρες μας- να δώσει τέτοιους...


Υγ: Ευχές σε εσάς Νικόλα και μπρατ -τώρα που πλησιάζει και η επέτειος...