Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 70χρόνια δσε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 70χρόνια δσε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Η γουρουνού

Η κε του μπλοκ τιμάει τη σημερινή διπλή επέτειο, το ΟΧΙ του ελληνικού λαού με το νέο ΟΧΙ της Αντίστασης του ΔΣΕ (με την ίδρυση του Γενικού Αρχηγείου του), με ένα διήγημα του Ζ. Σκάρου από τη συλλογή "Αλλαγή Συνθηκών" (Σύγχρονη Εποχή, 1991), για το αγωνιστικό ποιόν αυτού του λαού, που θέλησε να κάνει την ανάγκη ιστορία, και υψώθηκε μαζί της, εφοδεύοντας στον ουρανό.

Η γουρουνού

Ένα χρεμέτισμα αλόγου ακούστηκε να σκίζει τη νύχτα. Τα γουρούνια άρχισαν να γουρλίζουν. Τινάζεται πάνω απ' το στρώμα της η Δοξούλα και κολλάει πίσω απ' το παραθύρι.

Έξω στην αυλή, μέσα στ' αγνόφεγγο της ξαστεριάς, κάποιος είχε πηδήσει καβάλα στ' άλογο και το παρακινούσε με φτέρνες και βούρδουλα να ξεκινήσει. Εκείνο τσινούσε, σήκωνε χλιμιντρώντας τα μπροστινά του πόδια ψηλά και με κανέναν τρόπο δεν πήγαινε μπρος.

Φεύγει απ' το παραθύρι η Δοξούλα, πάει, ξεχώνει μέσ' απ' τ' άχυρα ένα ντουφέκι και, γονατίζοντας στο περβάζι του παραθυριού, πατάει τη σκαντάλη. Ο άνθρωπος που είχε καβαλικέψει τ' άλογο γκρεμίστηκε. Κρεμάει γρήγορα το ντουφέκι στον ώμο της η Δοξούλα, τρέχει, ρίχνεται καβάλα στ' άλογο και γίνεται αέρας.

Ήταν τον καιρό του εμφύλιου πολέμου. Από τη μια η αντίσταση στην ξένη επέμβαση - από την άλλη η απόκρουσε της ξένης επιβουλής. Αυτό τουλάχιστον διακηρύσσονταν από τις δυο πλευρές σαν λόγος της σύγκρουσης. Η Δοξούλα πήγε στους πρώτους. Μα καθώς η επέμβαση είναι πιο αποτελεσματική από την επιβουλή, η πλάστιγγα έγειρε με το μέρος της άλλης πλευράς.

* * *

Μέσα σε μια τεράστια μισοάδεια αίθουσα, όπου κυριαρχούσαν χρυσές επωμίδες, πέντ' έξι αψόθυμοι τύποι τανούσαν, σαν γύπες, τους λαιμούς τους πάνω από μια φρεσκολουστραρισμένη ξύλινη έδρα. Μπροστά τους, σ' ένα παγκάκι, καθόταν χωμένη μέσα σ' ένα φαρδύ για το σώμα της το στρατιωτικό χιτώνιο η Δοξούλα και τους κοίταζε εκστατική με τα μεγάλα της μάτια. Από τη μια και την άλλη μεριά στο παγκάκι δυο ζευγάρια φρουροί παρακολουθούσαν βλοσυροί και αμίλητοι την κάθε της κίνηση.

"Λέγε, τον σκότωσες, ναι ή όχι;"
"Τον σκότωσα, τον σκότωσα", απάντησε πρόθυμα η Δοξούλα.
"Γιατί τον σκότωσες;"
"Γιατί ήταν με τους άλλους."
"Γιατί ήταν με τους άλλους ή γιατί ήρθε να σου πάρει το άλογο;"
"Γι' αυτό ήρθε να μου πάρει το άλογο, επειδή ήταν με τους άλλους."

Οι δικηγόροι, που είχαν αναλάβει άλλες υποθέσεις και περίμεναν στις θέσεις τους τη σειρά τους, μειδίασαν.
"Ξέρεις ότι αυτό που λες σε επιβαρύνει πολύ περισσότερο απ' το πρώτο;" είπε ο Πρόεδρος.
"Γιατί; Πόλεμος γινόταν!"

Ο συνήγορος της Δοξούλας σηκώθηκε και ζήτησε το λόγο. Στράφηκε στη Δοξούλα και στήλωσε γεμάτη θαυμασμό το βλέμμα της πάνω του.
"Μια ερώτηση, κύριε Πρόεδρε."
"Ορίστε."
"Ο πατέρας σου ζει;" ρώτησε τη Δοξούλα ο συνήγορος.
"'Όχι."
"Τι έγινε;"
"Σκοτώθηκε σε μάχη με τους φασίστες."
"Πότε;"
"Στην κατοχή."
"Δηλαδή πολέμησε για την πατρίδα;"

Ο Πρόεδρος χτύπησε το κουδούνι και απαγόρεψε στη Δοξούλα ν' απαντήσει. Εκείνη βρήκε ευκαιρία απ' τη διακοπή και, σκύβοντας πάνω στα γόνατά της, άρχισε να σκαλίζει με το δάχτυλο μέσα στο χοντρόπετσο άρβυλό της. Αμέσως οι σκοποί από δίπλα κάρφωσαν εκεί καχύποπτα τα μάτια τους και, μ' ένα νεύμα του Προέδρου, της έβγαλαν τ' άρβυλο.

"Ουφ", έκανε ανακουφισμένη η Δοξούλα, ενώ ένα χαλίκι ξεπετάχτηκε απ' το χοντροπάπουτσό της.
Οι δικηγόροι απ' την εξέδρα τους γέλασαν πάλι.

"Αυτόν που πυροβόλησες τον ήξερες;" ρώτησε ο συνήγορός της.
"Πώς δεν τον ήξερα... Στην κατοχή είχε στο χέρι του ένα πανί με τον αγκυλωτό σταυρό και με την απελευτέρωση χάθηκε. Ξαναπαρουσιάστηκε, όταν ήρθε στο χωριό ο στρατός."

"Και μετά τι έγινε;"
"Πότε;"
"Όταν έφυγες και πήγες στο βουνό!"
"Α, αυτό δεν ξέρω πώς να σας το πω... Έπεσε ο ουρανός και πλάκωσε τη γη. Από τη μια μπαίναμε εμείς σε μια πόλη κι από την άλλη έφευγαν οι άλλοι. Φεύγαμε εμείς, έρχονταν οι άλλοι. Αλλά εκείνοι είχαν κανόνια, αεροπλάνα, εμείς τίποτα, να, ντουφέκια μονάχα και κάτι αυτόματα..."
"Αρκετά", τη διέκοψε ο Πρόεδρος και ρώτησε: "Παραδόθηκες οικειοθελώς ή σ' έπιασαν;"
"Όχι, δεν παραδόθηκα, η σκαφίδα μ' έβγαλε σ' αυτούς."

Κατά την υποχώρηση μια μικρή ομάδα με τη Δοξούλα, είχε αποκοπεί απ' τη μονάδα της και βρέθηκε μπροστά σ' ένα μεγάλο ποτάμι. Ήταν συνολικά εφτά, ανάμεσά τους και μια άλλη κοπέλα. Οι έξι ήξεραν να κολυμπούν κι ως το ποτάμι σε κείνο το μέρος ήταν ήρεμο μπορούσαν εύκολα να περάσουν απέναντι. Η Δοξούλα δεν ήξερε κολύμπι και το φοβόταν το νερό. Μπροστά σε μια δύσκολη στιγμή για να πάρουν απόφαση, βλέπουν κάπου κοντά ένα καλύβι και τρέχουν. Το καλύβι ήταν εγκαταλειμμένο με τα περισσότερα πράγματα του νοικοκυριού του και μια σκάφη από σκαμμένο κορμό δέντρου. Την παίρνουν, τη ρίχνουν στο ποτάμι και βάζουν τη Δοξούλα μέσα. Ύστερα πέφτουν και οι άλλοι μισό κύκλο γύρω της και αρχίζουν να κολυμπούν, σπρώχνοντάς την. Αλλά στη μέση απ' το ποτάμι, έρχεται ένας "γαλατάς". "Γαλατάδες" οι αντάρτες έλεγαν τ' αεροπλάνα, γιατί πετούσαν κάθε μέρα νωρίς το πρωί.

Με βουτιές το αεροπλάνο αρχίζει να πολυβολεί, το νερό βάφτηκε κόκκινο κι η σκάφη λευτερώθηκε απ' τον κλοιό των κολυμβητών. Το νερό την παρέσυρε και την έβγαλε σε μια όχτη, όπου ήταν καταυλισμένος στρατός.

"Δεν ξέρεις ότι σ' αυτές τις περιπτώσεις η ποινή που επιβάλλει ο νόμος είναι ο θάνατος;" απείλησε απ' την έδρα του ο Πρόεδρος.
¨Πάλι;" αναρωτήθηκε η Δοξούλα.

Ήταν κιόλας καταδικασμένη σε θάνατο από άλλη δίκη. Τότε το κατηγορητήριο αναφερόταν στην προσχώρησή της στους αντάρτες, πράγμα που σήμαινε εγκλήματα κατά συρροή, απόπειρα ανατροπής του κρατούντος καθεστώτος και εσχάτη προδοσία.

Η Δοξούλα σηκώθηκε όρθια.
"Περίεργο μου φαίνεται", είπε, "δεν ήξερα πως ένας άνθρωπος μπορεί να σκοτωθεί δυο φορές. Δεν πιστεύω, ψέματα λέτε. Εκτός αν φοβάστε μήπως την πρώτη φορά δεν έχω σκοτωθεί. Αν είναι έτσι, μεγάλη μου τιμή, που εγώ, ένα ορφανό κορίτσι, μια αγράμματη, μια γουρουνού, αξιώθηκα να φτάσω ως το σημείο που να με λογαριάζει και να φοβάται από μένα ένα ολόκληρο κράτος με στρατούς και κανόνια -α, είναι ωραία, πολύ ωραία η ζωή."

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2016

Πόσο εμφύλιος ήταν ο εμφύλιος;

Σε ένα προηγούμενο σημείωμα, είδαμε κάποια αποσπάσματα από το δίτομο βιβλίο του Μαργαρίτη με την ιστορία του εμφυλίου, που εξηγούσε πώς ο πόλεμος αυτός αντιμετωπίστηκε ως ατύχημα, μια δυσάρεστη εξέλιξη (μπανανόφλουδα συνήθιζαν να την αποκαλούν οι του "εσωτερικού") κι ιστορική παρένθεση, που μπορούσε να αποφευχθεί.

Στην τελευταία παράθεση, είδαμε πως στις περισσότερες αφηγήσεις, το κρίμα του πολέμου βαραίνει το διεθνές γεωπολιτικό παιχνίδι και τις μεγάλες δυνάμεις, που έμπλεξαν τον ελληνικό λαό σε έναν αδελφοκτόνο πόλεμο.

Το σχήμα αυτό είναι τόσο δημοφιλές κι απλοϊκό (το πρώτο δεν είναι άσχετο με το δεύτερο), που ενσωματώνεται πχ και σε μια πρόσφατη, απογοητευτική ταινία του αριστερού Βούλγαρη (το αφήνω χωρίς εισαγωγικά), το "Ψυχή βαθιά", με την περίφημη ατάκα "μα Έλληνας να ντουφεκάει Έλληνα;", που ακούστηκε πιο τραγική και κωμική συνάμα, από τα χείλη ενός παλιού μακρονησιώτη, σαν τον Βέγγο.

Μα Έλληνες να εξορίζουν Έλληνες;
Θα έλεγε κανείς, με το ίδιο σκεπτικό. Μα ναι, αφού τους θεωρούσαν ανθέλληνες, εαμοβούλγαρους (απλή συνωνυμία με το Βούλγαρη) κι έβαζαν τους πρώην συντρόφους τους, τους μεταμελημένους κι ανανήψαντες αντιστασιακούς, να τους επιτηρούν και να τους βασανίζουν.

Οι Αμερικάνοι ευθύνονταν για τις βόμβες ναπάλμ, που τις έριξαν αυτοβούλως φαίνεται, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του ελληνικού στρατού (του δικού τους στρατού, όπως τον είχε παρουσιάσει και ο Κανελλόπουλος στον Βαν Φλιτ). Ενώ οι σοβιετικοί (σύμφωνα πάντα με το σενάριο της ταινίας) πούλησαν το αντάρτικο και δεν το βοήθησαν αποφασιστικά, όπως είχαν υποσχεθεί. Που αν ήταν σε θέση να το κάνουν, βέβαια, τότε θα λέγαμε ότι είναι εξίσου ένοχοι για το ματοκύλισμα των Ελλήνων στον αδελφοκτόνο πόλεμο, κτλ. Μία ή η άλλη, φράγκα δύο, που έλεγαν κι εκείνη την εποχή.

Με βάση τα παραπάνω λοιπόν, ο εμφύλιος αντιμετωπίστηκε ως ατύχημα. Και σε ένα επόμενο γκεστάλτ (που θα έλεγε κι ο Κωνσταντάν Τζούμας στους Απαράδεκτους) αμφισβητείται τελικά κι η ταυτότητά του ως εμφυλίου πολέμου, δηλ αυτό που ήταν.
Ή μήπως δεν ήταν;

Από τη σκοπιά των "ελληνόψυχων δεξιών" και των πολιτικών τους προγόνων ήταν απλώς ένας συμμοριτοπόλεμος ενάντια σε κατσαπλιάδες, που δεν ανήκαν στις τάξεις του έθνους και δεν άξιζαν την ελληνική ιθαγένεια.
Για την Αριστερά, με την ευρεία (κι όχι πάντα καλή) έννοια, ο Μαργαρίτης γράφει πως ο όρος ήταν αντιπαθής, καθώς θεωρούσε όλη την περίοδο ως ένα λάθος διαρκείας και συνεπώς τον απέφευγε.

Μπορούμε να ξεκινήσουμε λοιπόν από τα εξής σημεία ως αφετηρία.
Ο εμφύλιος δεν ήταν λάθος, αλλά μάλλον η πιθανότερη εξέλιξη, από τη στιγμή που η εδραίωση της αστικής εξουσίας περνούσε υποχρεωτικά από το τσάκισμα της Εαμικής Αριστεράς και του ισχυρού λαϊκού κινήματος -που παρά την ισχυρή τρομοκρατία, διατηρούσε πχ την απόλυτη πλειοψηφία στα εργατικά σωματεία.
Δεν ήταν αναπόφευκτος, αλλά ένα πιθανό ενδεχόμενο, παράλληλα με άλλες δυνατότητες. Αλλά δεν ήταν ακριβώς στο χέρι μας να τον αποφύγουμε (όπως μια μπανανόφλουδα), εκτός και αν επιλέγαμε οικειοθελώς την υποταγή μας, που θα ήταν η χειρότερη δυνατή μπανανόφλουδα, που κάποιοι ήθελαν να πατήσουμε συνειδητά.
Η εκδήλωση κι εξέλιξή του ασφαλώς επηρεάζεται από το διεθνές γεωπολιτικό τοπίο, αλλά καθορίστηκε κυρίως από τις εσωτερικές αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας, την ταξική της διαστρωμάτωση, τις κοινωνικές συμμαχίες που είχαν διαμορφωθεί και την όξυνση των ανταγωνιστικών τους σχέσεωων.

Ο εμφύλιος πόλεμος είναι η κορυφαία μορφή ταξικής πάλης, μια κορυφαία ταξική σύγκρουση. Συνειδητοποιώ παρόλα αυτά πως και από τη δική μας σκοπιά, (που δεν αντιμετωπίζει ως λάθος αυτή τη σύγκρουση, αλλά την καθυστερημένη εκδήλωσή της και τους μειονεκτικούς όρους κάτω από τους οποίους τη διεξάγαμε, με καταδικαστικούς δισταγμούς κι αναβολές- αποφεύγουμε αρκετές φορές τη λέξη "εμφύλιος", προτιμώντας αντ' αυτού όρους, όπως "το δεύτερο αντάρτικο". Μια υποσυνείδητη σκοπιμότητα αυτής τη επιλογής είναι ίσως να τονίσουμε τη συνέχεια με το πρώτο αντάρτικο και την αντίσταση απέναντι στον ξένο κατακτητή, τη νέα κατοχή από τους Βρετανούς και αργότερα απ' τους Αμερικάνους και τον αποφασιστικό ρόλο που έπαιξε η ιμπεριαλιστική τους επέμβαση για την επικράτηση του "εθνικού, κυβερνητικού στρατού".

Αν υποθέσουμε πχ πως ο Δεκέμβρης του 44' ήταν το προοίμιο του εμφυλίου, ο ΕΛΑΣ πολέμησε ενάντια στο κράτος της Σκωμπίας και δεν είχε κανένα σοβαρό αντίπαλο που να μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην επικράτησή του, χωρίς τις στρατιωτικές πλάτες των Άγγλων.
Ή μήπως δεν ήταν έτσι;

Στο κεφάλαιο για τα Δεκεμβριανά, ο Μαργαρίτης σημειώνει μεταξύ άλλων (και χωρίς να αναιρεί πλήρως το παραπάνω συμπέρασμα):
-την απρόσμενη αντίσταση του αστικού κόσμου κι άλλων προνομιούχων στρωμάτων, που πολέμησαν ενεργά στο πλευρό των Άγγλων
-το μεγάλο αριθμό εθελοντών (κι όχι μόνο κατά τις τελευταίες μέρες, που θα δικαιολογούνταν εν μέρει από ένα ρεύμα που πάει πάντα με τους νικητές), που κάποιες φορές ξεπερνούσε ακόμα και τις δυνατότητες των Άγγλων, για να το εξοπλίσει.
-το σημαντικό ρόλο που έπαιξε, από την άποψη των εφεδρειών, κατά τον πόλεμο της φθοράς -σε αντίθεση με τον ΕΛΑΣ, που είχε τον κύριο όγκο των δυνάμεών του απομακρυσμένο στην Ήπειρο και δεν μπορούσε να αντέξει αυτή τη φθορά.
-και τις ελάχιστες, συγκριτικά, απώλειες των βρετανικών στρατευμάτων (σε αντίθεση δηλ με την αναλογία των ελληνικών στρατευμάτων που πολέμησαν στο πλευρό τους και με τις απώλειες του ΕΛΑΣ).

Προσωπικά έχω κάποιες επιφυλάξεις, πχ για την άνεση με την οποία πολέμησαν -σύμφωνα με το Μαργαρίτη- οι Άγγλοι (μια εκτίμηση που νομίζω ότι έρχεται σε αντίθεση με κάποια γεγονότα, όπως την εσπευσμένη άφιξη του Τσώρτσιλ, τα Χριστούγεννα, την αλληλογραφία του με τον Σκόμπι, και τον όγκο των δυνάμεων που απέσπασε από το μέτωπο της Ιταλίας). Αλλά σίγουρα πρόκειται για μια πολύ σημαντική επισήμανση, που δεν πρέπει να διαφεύγει από την οπτική μας.

Κλείνω με ένα τελευταίο σχόλιο του Μαργαρίτη, για τη συμφωνία της Βάρκιζας (που κατά την κρίση του, πάντως, δε θα μπορούσε να αλλάξει δραματικά από μια διαφορετική στάση του ΕΑΜ, που είχε να διαχειριστεί το βάρος μιας τέτοιας ήττας).

Η ειρωνεία του όλου θέματος βρίσκεται στο ότι η ηγεσία της Αριστεράς πίστευε πως θα μπορούσε να περάσει τις αρνητικές συνέπειες της συμφωνίας στηριζόμενη στο μαζικό κίνημα και τις οργανωμένες δυνάμεις της. Βασιζόταν δηλαδή σε ένα όπλο που η ίδια συμφωνία σε μεγάλο βαθμό κατέστρεψε (αφού οι μάζες έπιασαν αμέσως το πνεύμα της συμφωνίας, κι αυτό που ακολούθησε την υπογραφή της ήταν μια εντυπωσιακή συρρίκνωση των οργανωμένων δυνάμεων της Αριστεράς).

Κυριακή 28 Αυγούστου 2016

Τι να διαβάσω για το ΔΣΕ

Αυτές τις μέρες είναι η επέτειος των τελευταίων μαχών που έδωσε ο κύριος όγκος των δυνάμεων του ΔΣΕ στο Γράμμο, κι η κε του μπλοκ σκέφτηκε να φτιάξει μια ενδεικτική λίστα με προτεινόμενα βιβλία, που μπορεί να εμπλουτιστεί με τις δικές σας προτάσεις.

Στα χρόνια της ανασυγκρότησης για το κόμμα (που επέβαλαν τα απόνερα της γκορμπατοσφικής "ανασυγκρότησης"-περεστρόικα), γράφτηκε ο πρώτος τόμος του δοκιμίου ιστορίας του κόμματος (που πιάνει ως το 49', που τελειώνει ο πόλεμος) και "η τρίχρονη εποποιία του ΔΣΕ". Ο πρώτος τόμος αποφασίστηκε να ξαναγραφτεί κι υποθέτω πως θα ολοκληρωθεί και θα κυκλοφορήσει μες στους επόμενους μήνες. Σε αντίθεση με τον κουρνιαχτό που θα σηκωθεί για το "ξαναγράψιμο της ιστορίας", την αναθεώρησή της και δε συμμαζεύεται, προτιμώ να κρατήσω μια διευκρίνιση του Κ. Σκολαρίκου, που σε μια εκδήλωση είχε τεκμηριώσει την ανάγκη να ξαναγραφτεί ο τόμος αυτής της περιόδου, όχι στη βάση μιας διαφορετικής οπτικής που θα διορθώνει παλιά λάθη, αλλά επειδή τότε δεν υπήρχαν τα εργαλεία κι οι πρόσφατες θεωρητικές επεξεργασίες, για να προσεγγίσουμε κριτικά κι ολοκληρωμένα κάποια ζητήματα -όπως πχ το σχήμα της λαϊκής δημοκρατίας- που έμεναν ανοιχτά κι εκκρεμή.


Το στίγμα αυτής της προσέγγισης δίνεται στην πρόσφατη έκδοση της ΣΕ, με τη συλλογή κειμένων κι αρχειακών εγγράφων για το Δημοκρατικό Στρατό (με επιμέλεια του τμήματος ιστορίας της κετουκε), όπου εκτός απ' τη διακήρυξη της ΚΕ για τα 70χρονά του, περιλαμβάνονται πολλές αξιόλογες μελέτες για διάφορες πτυχές του δεύτερου αντάρτικου.
Η έκδοση αυτή συμπληρώνεται, κατά μία έννοια, από το λεύκωμα "φωτογραφίζοντας το ΔΣΕ" με το συγκλονιστικό αρχείο του Απόστολου Μουσούρη, του φωτογράφου του ΔΣΕ, που περιλαμβάνει ένα σημαντικό πλούτο πορτρέτων, καθημερινών στιγμών, σκηνών από το πεδίο της μάχης, κτλ.


Στις πρόσφατες εκδόσεις συγκαταλέγονται δύο βιβλιαράκια που εξιστορούν τον καθημερινό άθλο του υγειονομικού του ΔΣΕ, με τα ανεπαρκή μέσα και τη σιδερένια θέληση: "ενάντια στο θάνατο στο Γράμμο και το Βίτσι" του Γ. Τζαμαλούκα και "το υγειονομικό του ΔΣΕ" του Νώντα Σακελλαρίου.
Αντίστοιχα "εξειδικευμένη" θεματολογία έχουν οι μαρτυρίες κι οι μελέτες που εξετάζουν τη δράση και την ανάπτυξη του δεύτερου αντάρτικου (πολλές φορές σε συνδυασμό με το πρώτο, στη διάρκεια της Αντίστασης) σε τοπική κλίμακα, ανά περιοχές, νομούς και γεωγραφικά διαμερίσματα.

Λίγο παλιότερη είναι η μελέτη του Νίκου Κυρίτση για το ΔΣΕ, που μας δίνει ενδιαφέροντα στοιχεία για τη δύναμή του και την κοινωνική του σύνθεση -ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, σχετικό και με την πολεμική που έχει αναπτυχθεί για την ταξική σύνθεση και, κατ' επέκταση, το στρατηγικό του στόχο.


Φεύγουμε από τις εκδόσεις της ΣΕ (που ελπίζω να εμπλουτιστούν το επόμενο χρονικό διάστημα, μέχρι την κορύφωση των 100 χρόνων του κόμματος, αλλά και μετά από αυτήν) παραμένουμε όμως στη δική μας σκοπιά, για να σταθούμε στην εμβληματική δίτομη ιστορία του εμφυλίου πολέμου του Γ. Μαργαρίτη, που νομίζω ότι στάθηκε καταλυτική γι την προσέγγισή του με το κόμμα. Θυμάμαι ότι δύο σημεία που με είχαν ξενίσει αρχικά ήταν μια σχεδόν ντετερμινιστική έμφαση στις αντικειμενικές συνθήκες, που δεν άφηναν πολλά περιθώρια για διαφορετική έκβαση των Δεκεμβριανών, ακόμα και αν είχε δοθεί οδηγία στις κύριες δυνάμεις του ΕΛΑΣ -που κυνηγούσαν το Ζέρβα στην Ήπειρο- να προσεγγίσουν το λεκανοπέδιο. Κι η εξαντλητική αναφορά σε λεπτομέρειες των μαχών, του αμιγώς στρατιωτικού κομματιού, κτλ.
Κι αν το πρώτο με τον καιρό άρχισα να το βλέπω διαφορετικά, κρατώντας κάποια "ναι μεν, αλλά..." και τις επιφυλάξεις μου, για το δεύτερο κατανόησα τη σημασία που έχει πχ για να αντικρούσουν τη μονομέρεια, τις στρεβλώσεις και τις επιλεκτικές μαρτυρίες που χτίζουν την αφήγηση του "νέου", αναθεωρητικού κύματος στην ιστορία.


Χρησιμοποιώ ως μεταβατικό σύνδεσμο προς το αντίπαλο ταξικό στρατόπεδο τα δυσεύρετα απομνημονεύματα του (αποστάτη) Βλαντά, που είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στο δεύτερο αντάρτικο. Και παρά τους δεδομένους περιορισμούς της πολιτικής σκοπιάς από την οποία γράφει (εκ των υστέρων) τα γεγονότα που έζησε, τα λανθασμένα συμπεράσματα και τα απλοϊκά επιχειρήματα με τα οποία απορρίπτει συλλήβδην το λενινισμό ως σύστημα και την προσφορά της Σοβιετικής Ένωσης, η ματιά του παραμένει διεισδυτική, με κατά διαστήματα απολαυστική γραφή (κατά τη γνώμη μου).

Από την αντίπαλη ταξική σκοπιά, είναι μάλλον πιο ενδιαφέρον να διαβάσει κανείς το "Φωτιά και Τσεκούρι" του Αβέρωφ ή το σχετικό βιβλίο του Τσακαλώτου (40 χρόνια στρατιώτης της Ελλάδας), που είναι συγκριτικά τίμια μες στον αντικομμουνισμό τους, παρά τα "Εμφύλια Πάθη" του γνωστού διδύμου -τα ψέματα του οποίου ανασκευάζονται εδώ- και το σόλο πόνημα του Μαραντζίδη για το ΔΣΕ. Ενδιαφέρον πρέπει να έχει και το βιβλίο του Γουντχάουζ που παρουσιάζει την αγγλική σκοπιά.

Έχω αφήσει σκόπιμα κενό τον τομέα της λογοτεχνίας, που θα χρειαζόταν μάλλον μια ξεχωριστή παρουσίαση-ανάρτηση. Αναφέρω ενδεικτικά το βιβλίο του λογοτέχνη Δημήτρη Ραβάνη-Ρεντή "το ημερολόγιο της προσφυγιάς ενός αντάρτη", γιατί δεν είναι μυθοπλασία, αλλά μια πολύ δυνατή αφήγηση πραγματικών γεγονότων, που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως υλικό για μυθιστόρημα -όπως σημειώνει εισαγωγικά ο συγγραφέας, μαζί με τη δική του αδυναμία να αποστασιοποιηθεί από αυτό το βιωματικό υλικό και να το παρουσιάσει με άλλον τρόπο.

Υγ: μια αρκετά εκτενή (χορταστική αλλά όχι πλήρη) λίστα για όλη τη δεκαετία του 40', μπορείτε να δείτε σε αυτήν τη σελίδα.

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

Το κινηματογραφικό-φωτογραφικό συνεργείο του ΔΣΕ

Για να προβάλει την πολύ αξιόλογη έκδοση της Σύγχρονης Εποχής "Φωτογραφίζοντας το Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας", που πρωτοκυκλοφόρησε στο διήμερο της ΚΝΕ στο Βίτσι, με το σπουδαίο φωτογραφικό αρχείο του Απόστολου Μουσούρη (που παραδόθηκε στο Κόμμα πριν από δύο χρόνια, από τους συγγενείς του), η κε του μπλοκ αντιγράφει και δημοσιεύει σήμερα τη μαρτυρία του σκηνοθέτη Μάνου Ζαχαρία, που ήταν χρεωμένος στο φωτογραφικό-κινηματογραφικό συνεργείο του ΔΣΕ και δίνει πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες στην εξιστόρησή του. Αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση, ισχύει απόλυτα το κινέζικο ρητό "μία εικόνα, χίλιες λέξεις" και ο αναγνώστης πρέπει να προετοιμάσει τον εαυτό του για ένα ποτάμι από εκατοντάδες εικόνες (συγκλονιστικά φωτογραφικά ντοκουμέντα) και εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις.




Μαρτυρία του σκηνοθέτη Μάνου Ζαχαρία για το κινηματογραφικό και φωτογραφικό συνεργείο του ΔΣΕ

Για την κατανόηση του φωτογραφικού έργου του Απόστολου Μουσούρη στο ΔΣΕ, είναι χρήσιμη η παρακολούθηση της δράσης του κινηματογραφικού συνεργείου του ΔΣΕ, μέλος του οποίου ήταν και ο Απόστολος Μουσούρης. Το κινηματογραφικό συνεργείο του ΔΣΕ, σύμφωνα με τις καταγραφές και τις μαρτυρίες του σκηνοθέτη Μάνου Ζαχαρία, υπαγόταν στο Τμήμα Διαφώτισης του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ. Τράβηξε χιλιάδες μέτρα φιλμ, που αφορούσαν τη ζωή και τη δράση του ΔΣΕ, καθώς και των κατοίκων των περιοχών σε Γράμμο και Βίτσι.

Ο σκηνοθέτης Μάνος Ζαχαρίας, την άνοιξη του 1948, φορτωμένος με 2 κουρδιστές κινηματογραφικές μηχανές λήψης, μια 35 mm και μια δεκαεξάρα "Παγιάρ", καθώς και κουτιά με φιλμ, πέρασε τα γιουγκοσλαβικά σύνορα και μπήκε παράνομα στην Ελλάδα στην περιοχή της Αλεβίτσας. Όπως μας διηγείται: "... Είχα εντολή να βρω το Γιώργο Σεβαστίκογλου για να οργανώσουμε το κινηματογραφικό συνεργείο. Συναντηθήκαμε στα έμπεδα. Ο Γιώργος Σεβαστίκογλου, που θα ήταν ο επικεφαλής του συνεργείου, ο Απόστολος Μουσούρης, φωτογράφος και οπερατέρ, που είχε γυρίσει ήδη ταινίες στην Ελλάδα, και εγώ, επίδοξος σκηνοθέτης, που κουβάλησα τις μηχανές και το φιλμ από το Παρίσι. Ο καθένας είχε ακολουθήσει το δικό του δρόμο. Είναι γνωστή η οδύσσεια του Γιώργου που, για να αποφύγει το στρατό και τελικά τη Μακρόνησο, μπαρκάρει παράνομα με ένα καΐκι και θαλασσοδαρμένος βρίσκεται λαθρομετανάστης στην Ιταλία, γνωρίζει όλες τις ιταλικές φυλακές και στο τέλος, με τη βοήθεια Ιταλών και ξένων διανοουμένων, ελευθερώνεται και βρίσκεται στην Ελλάδα.

Οργανώθηκε ολόκληρη εκστρατεία. Η Εντίτα Μόρις, γνωστή Σουηδή συγγραφέας, που μεταξύ άλλων είχε γράψει και Τα λουλούδια της Χιροσίμα, δραστηριοποιήθηκε και με τη βοήθεια του Μοράβια, του Κάρλο Λέβι και άλλων κατάφεραν να ανακαλύψουν σε μια από τις φυλακές και να βγάλουν πρώτο το Γιώργο Σεβαστίκογλου. Μετά, με τη βοήθεια και του Γιώργου, ελευθερώθηκαν και οι άλλοι.

Τους συνάντησα λοιπόν στα έμπεδα. Έπρεπε να μάθουμε πέντε πράγματα για το Δημοκρατικό Στρατό και για την τακτική του. Δεν κράτησε και πολύ. Σε μια εβδομάδα αρχίσαμε τις αποστολές. Πηγαίναμε στις διάφορες μονάδες, βγάζαμε φωτογραφίες, γυρίζαμε κομμάτια από τη ζωή των μαχητών. Ήταν ένας άλλος στρατός. Γυναίκες και άνδρες μαζί στις μονάδες και στην πρώτη γραμμή και στα μετόπισθεν, παντού. Κάτι που θύμιζε το αντάρτικο της Κατοχής, αλλά που είχε και τα χαρακτηριστικά ενός τακτικού στρατού, με σχετικά σταθερή γραμμή μετώπου, με οργανωμένη επιμελητεία και κάποια ζωή στα μετόπισθεν.

Εμείς παίρναμε εντολές από τη στρατιωτική διοίκηση να πάμε στην τάδε μονάδα, γιατί "κάτι θα γίνει", στην άλλη να γυρίσουμε τους βομβαρδισμούς των αεροπλάνων, να επισκεφθούμε το νοσοκομείο που λειτουργούσε μέσα σε σπηλιές, κάπου θα γινόταν μια σύσκεψη, και έτσι τριγυρνάγαμε τις βουνοκορφές του Γράμμου καταγράφοντας το ιστορικό του παράξενου αυτού πολέμου.

Μετακινούμαστε τις περισσότερες φορές με σύνδεσμο, γιατί δε γνωρίζαμε τα μέρη και μπορούσαμε να χαθούμε. Συχνά περπατάγαμε νύχτες. Άλλες φορές διανυκτερεύαμε στο δάσος, σε καλύβες φτιαγμένες από φτέρη. Μάθαμε την τεχνική, αργότερα τις φτιάχναμε και μόνοι μας. Στην αρχή, τα μόνα μας εφόδια ήταν οι μηχανές μας και το φιλμ, μετά όμως από ένα επεισόδιο αποκτήσαμε και οπλισμό.

Πηγαίναμε στα βομβαρδισμένα χωριά, που τα περισσότερα ήταν άδεια και ψάχναμε να βρούμε τους κατοίκους στα δάση, δηλαδή τις γυναίκες με τους γέρους και τα μωρά που, αποφεύγοντας τα αεροπλάνα, προσπαθούσαν να επιβιώσουν στις καλύβες με τα λιγοστά τρόφιμα που του προμήθευε η τοπική αυτοδιοίκηση.

Στο Γράμμο δε μείναμε πολύ. Είχε αρχίσει η μεγάλη επίθεση του μοναρχοφασιστικού στρατού, που μας ανάγκασε να υποχωρήσουμε προς το Βίτσι, στην περιοχή των Πρεσπών.

Εκεί η κατάσταση ήταν εντελώς αλλιώτικη. Ο χώρος που κατείχε ο Δημοκρατικός Στρατός ήταν μεγαλύτερος, υπήρχε οργανωμένη ζωή, αγροτικός συνεταιρισμός, καλλιεργημένη γη. Εγκατασταθήκαμε σε ένα χωριό κοντά στη Μικρή Πρέσπα -στον Πυξό. Είχαμε στέγη, μια ψάθα για να κοιμόμαστε, ζεστό φαΐ από τη μονάδα στην οποία ανήκαμε. Τα μηχανήματα (είχε βρεθεί ήδη και μια δεύτερη Παγιάρ 16 mm), τα φιλμ, οι φωτογραφικές μηχανές και τα εξαρτήματα εξασφαλίστηκαν στο αρχηγείο, που ήταν εγκατεστημένο στο μικρό κομμάτι ελληνικής γης ανάμεσα στις δύο Πρέσπες.

Πάνω από το χωριό Ψαράδες. Ο Απόστολος πηγαινοερχόταν, κουβάλαγε τα απαραίτητα για τη δουλειά μας, φρόντιζε τα μηχανήματα, έστελνε τα γυρισμένα φιλμ για εμφάνιση. Είχαμε αποκτήσει και δύο βοηθούς, τον Γιάννη και το Φαέθονα. Βοηθούσαν κυρίως τον Απόστολο.


Αρχίσαμε πάλι τις περιοδείες. Στο Βίτσι υπήρχε σχολή αξιωματικών, οργανωμένα νοσοκομεία, στρατόπεδο αιχμαλώτων, ο συνεταιρισμός και μια εκτεταμένη γραμμή μετώπου που έπιανε από την Μπέλα Βόντα στα ανατολικά ως τις παρυφές του Γράμμου στα δυτικά. Όλα αυτά έπρεπε να τα καταγράψουμε. Ορμητήριο ο Πυξός και ατέλειωτες ώρες πεζοπορίας. Πολλέ φορές κάναμε και μια βδομάδα να γυρίσουμε πίσω, αλλά πάντα στα κουτιά μας υπήρχαν καταχωρισμένα ανεπανάληπτα γεγονότα, μοναδικά πρόσωπα, καθημερινές σκηνές πολέμου -κομμάτια Ιστορίας και μνήμης.

Ένα πρωί μας φώναξαν στο αρχηγείο και μας ανακοίνωσαν ότι τη νύχτα θα έρθει μια γαλλική αντιπροσωπία (Ιούνης 1949), με επικεφαλής το διάσημο ποιητή Πολ Ελιάρ. Εμείς θα έπρεπε να είμαστε μαζί τους, σε όλη τη διάρκεια της εδώ παραμονής τους, φωτογραφίζοντας και κινηματογραφώντας τα πάντα. Εγώ θα ήμουνα ο επίσημος μεταφραστής τους και θα έπρεπε το βράδυ να πάω με ένα άγημα του Δημοκρατικού Στρατού να τους υποδεχτώ στα σύνορα.

Έτσι κι έγινε. Έφτασα στα σύνορα με μια ομάδα της σχολής αξιωματικών, οπλισμένη και ντυμένη στην τρίχα, ανάψαμε φωτιές και περιμέναμε. Αργούσαν και αρχίσαμε να ανησυχούμε, γιατί γυρίζοντας θα περνούσαμε από ένα δρόμο που εβάλλετο από το πυροβολικό. Ήρθαν λίγο πριν τα ξημερώματα. Τους αποδόθηκαν στρατιωτικές τιμές κι εγώ τους καλωσόρισα στην Ελεύθερη Ελλάδα. Δε θα ξεχάσω το ξάφνιασμά τους. Ποιος ξέρει τι περιμένανε να δούνε! Τους βάλαμε στα αυτοκίνητα, περάσαμε σφαίρα τον επικίνδυνο δρόμο και φτάσαμε στο χωριό που θα μένανε. Ήταν τέσσερις -ο Πολ Ελιάρ, ο Ιβ Φαρζ, ο Μορίς Ερμάν και ο Μπασίς.

Συναντήθηκαν με την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, επισκέφτηκαν νοσοκομεία και γνώρισαν τον υπεύθυνο τότε χειρουργό Πέτρο Κόκκαλη, άκουσαν ένορκες καταθέσεις μαχητών για τις αγριότητες του μοναρχικού στρατού, πήγαν στην πρώτη γραμμή και τη νύχτα μίλησαν με τον τηλεβόα, γίνανε συγκεντρώσεις στα χωριά και λαϊκά γλέντια. Τους συνόδευε συχνά ο στρατηγός Καραγιώργης. Πριν φύγουν, ο Πολ Ελιάρ έγραψε και αφιέρωσε στο Δημοκρατικό Στρατό ένα ποίημα. Έφυγαν αποφασισμένοι να γνωρίσουν στη διεθνή κοινή γνώμη αυτά που είδαν κι αυτά που πίστεψαν στην Ελεύθερη Ελλάδα. Ήταν ένα καλοκαίρι αισιοδοξίας!

Εμείς τα καταγράψαμε όλα αυτά και συνεχίσαμε τη δουλειά μας. Εδώ και αρκετό καιρό οι οργανώσεις είχαν αρχίσει να στέλνουν τα μικρά παιδιά από τα χωριά που βρίσκονταν κοντά στη γραμμή του μετώπου στις Λαϊκές Δημοκρατίες, που προσφέρθηκαν να τα φιλοξενήσουν για να γλιτώσουν από τους βομβαρδισμούς, την πείνα και το θάνατο. Στην Αθήνα οργίαζε η προπαγάνδα για το "παιδομάζωμα", για βίαιες αρπαγές παιδιών από την αγκαλιά της μάνας τους, για μελλοντικούς γενίτσαρους και άλλα πολλά.

Έτσι αποφασίσαμε με τον Γιώργο να κάνουμε την πρώτη μας ταινία: Η αλήθεια για τα παιδιά της Ελλάδας, μια ταινία ντοκουμέντο, απάντηση στην προπαγάνδα για το παιδομάζωμα.

Αρχίσαμε να συγκεντρώνουμε υλικό γυρνώντας στα ρημαγμένα χωριά του Βίτσι και του Γράμμου. Κινηματογραφήσαμε τη ζωή των κατοίκων τους στις σπηλιές και στα δάση, τα εγκαταλελειμμένα και πεινασμένα παιδιά, όλη αυτή τη δυστυχία και τον παραλογισμό αυτού του πολέμου. Περπατήσαμε ώρες ατέλειωτες στα βουνά ψάχνοντας να βρούμε αυτό που θέλαμε. Θυμάμαι πως έτσι βρεθήκαμε σε ένα χωριό, Σφήκα το λέγανε, κοντά στη γραμμή του μετώπου, που βομβαρδιζόταν συχνά και που από εκεί κοντά, όπως μας είπαν, θα μπορούσαμε να κινηματογραφήσουμε αεροπορική επιδρομή στις θέσεις μας, φαινόμενο καθημερινό. Ο πρόεδρος του χωριού θα μας ενημέρωνε. Πήραμε λοιπόν ξηρά τροφή για δύο μέρες και μετά από δεκάωρη πορεία βρεθήκαμε στη Σφήκα. Όμως ούτε πρόεδρος, ούτε κανένας δεν ήταν στο χωριό. Κυριολεκτικά ρημαγμένο, χωρίς στέγες τα περισσότερα σπίτια, άδεια. Μόνο σε ένα στάβλο βρήκαμε μια ξεχασμένη γελάδα. Αποφασίσαμε να εγκατασταθούμε δίπλα στο σπίτι για να έχουμε συντροφιά. Και πράγματι τα βράδια που καθόμαστε να δουλέψουμε με ένα κερί στο τραπέζι, ξαφνικά μουγκάνιζε η γελάδα, μουγκρίζαμε κι εμείς, μας απαντούσε πάλι η γελάδα. Έτσι πέρναγε ο καιρός. Μείναμε αρκετές μέρες. Κινηματογραφήσαμε το χωριό, βγήκαμε απάνω στο ξέφωτο και περιμέναμε να γυρίσουμε την αεροπορική επιδρομή στο απέναντι βουνό. Αλλά παραδόξως ούτε την πρώτη, ούτε τη δεύτερη, ούτε την τρίτη ημέρα έγινε τίποτα.

Τα τρόφιμα είχαν τελειώσει και είχε αρχίσει η πείνα, γιατί στο χωριό δε βρήκαμε τίποτα φαγώσιμο, μόνο κάτι ρίζες που τις βράσαμε, αλλά δεν τρώγονταν γιατί ήτανε πικρές.

Είχαμε κάνει όμως τόσο κόπο και μας χρειαζότανε πολύ ένας βομβαρδισμός, για αυτό αποφασίσαμε να περιμένουμε. Τελικά την πέμπτη μέρα, εκεί που είμαστε αραγμένοι, με το Γιώργο, τα μηχανήματα έτοιμα κι ο Απόστολος να βγάζει γύρω φωτογραφίες, βλέπουμε ένα μαχητή να ανηφορίζει τρέχοντας την πλαγιά και να έρχεται προς το μέρος μας. Σταμάτησε, χαιρετιστήκαμε και μας ρώτησε απορώντας τι γυρεύουμε εκεί πάνω. Του είπαμε πως περιμένουμε να βομβαρδιστεί το απέναντι βουνό για να το κινηματογραφήσουμε. Έβαλε τα γέλια και ξεκινώντας να φύγει μας πέταξε: Είσαστε τυχεροί, γιατί εδώ και τρεις-τέσσερις μέρες μας έχουνε ξεχάσει. Κι ο λόφος που βομβαρδίζεται είναι αυτός και όχι το απέναντι βουνό. Τα μαζέψαμε τρέχοντας και τον ακολουθήσαμε στο χωριό. Πάντως το βομβαρδισμό τον πετύχαμε αλλού, πάνω στα κεφάλια μας. Μερικές σκηνές υπάρχουν στην ταινία.

Μόλις μαζέψαμε το υλικό που θέλαμε στην Ελλάδα, περάσαμε τα σύνορα και βρεθήκαμε στην Ουγγαρία και μετά στην Τσεχοσλοβακία για να γυρίσουμε τη ζωή των παιδιών του "παιδομαζώματος" στις χώρες αυτές που προσπαθούσαν να τους εξασφαλίσουν υγιεινούς όρους διαβίωσης, καλό φαΐ και να τους κάνουν να ξεχάσουν το απειλητικό βουητό των αεροπλάνων. Εμφανίσαμε το υλικό και κάναμε το μοντάζ στο στούντιο "Μπάραντοβ" της Πράγας.

Μετά το Γράμμο περάσαμε και πάλι στο Βίτσι. Εκεί συναντήσαμε και το θεατρικό συγκρότημα του Δημοκρατικού Στρατού με επικεφαλής τον Αντώνη Γιαννίδη. Μείναμε αρκετό καιρό μαζί και κάναμε και κάποιες κοινές εκδηλώσεις. Εν τω μεταξύ ο Απόστολος είχε εκπαιδεύσει ένα νέο ικανό παιδί σε εικονολήπτη, το Φώτη Ματσάκα, και έτσι μπορέσαμε να χωριστούμε σε δύο συνεργεία. Ο Απόστολος με το Γιώργο και ο Φώτης με εμένα, για να βρισκόμαστε συγχρόνως σε δύο διαφορετικά μέρη..."

Ιούνιος 2016