Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οδυσσέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οδυσσέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Κάνε λοιπόν τον κύκλο σου, Οδυσσέα

Ένας γνωστός, σινεφίλ (με κόμμα ανάμεσα, γιατί δεν είναι διάσημος -αλλά είναι στο κόμμα) λέει ότι η Οδύσσεια του Νόλαν είναι η ταινία της δεκαετίας. Που αποτελεί έμμεση δήλωση απαισιοδοξίας για την εποχή που ζούμε και τον κινηματογραφικό της οίστρο.


Ένας φίλος λέει πως ο Νόλαν έχει σε κουραστικό βαθμό τον ίδιο χαρακτήρα - πρωταγωνιστή σε όλες τις ταινίες του -με ηθικά διλήμματα, δισταγμούς και αντιφάσεις- και μας παρουσιάζει έναν μάλλον αμήχανο παρά πολυμήχανο ήρωα, που δεν είναι όμως ο Οδυσσέας, ούτε καν ο «Ούτις», γιατί λέει δεν του(ς) έβγαινε καλά ο διάλογος στα αγγλικά -κι εγώ που νόμιζα πως μόνο στα νέα ελληνικά υπάρχει τέτοιο πρόβλημα, γιατί δεν μπαίνει άρθρο μπροστά από το «nobody». Ain’t nobody love me better...

Εγώ πάλι δε δηλώνω σινεφίλ (αλλά βιβλιόφιλος), συνεπώς μπορεί να μου διαφεύγουν διάφορα επίπεδα ανάγνωσης, που ίσως να τα έπιανα καλύτερα αν τα διάβαζα γραπτά. Θεωρώ ωστόσο τη Νολανική Οδύσσεια πολύ κατώτερη του Οπενχάιμερ, γιατί εκεί ο σκηνοθέτης δεν εστίασε στη βόμβα και σε ειδικά εφέ, ούτε κορύφωσε με την έκρηξή της την πλοκή, αλλά προέταξε το κοινωνικό - πολιτικό κομμάτι, τη διαμόρφωση του Όπι σε (φιλο)κομμουνιστικό περιβάλλον και πώς έγινε από εθνικός ήρωας ύποπτος για κατασκοπεία στα χρόνια της μακαρθικής υστερίας.
Αντιθέτως, στην Οδύσσεια βλέπουμε πολλές εύπεπτες σκηνές για το ευρύ κοινό, σαν τους (εύπεπτους) σφους του Οδυσσέα που γίνονται βορά για τέρατα, μάχες, αιμοδιψείς στρατηγούς και την πλεονεξία τους. Τα βαθιά μηνύματα και οι προεκτάσεις είναι μάλλον λίγα και ξώφαλτσα -τουλάχιστον για το δικό μου υποκειμενικό κριτήριο, που δεν έχει τόση βαρύτητα.

Αυτό που δεν καταλαβαίνω, ωστόσο, είναι γιατί γίνεται τέτοιος ντόρος για μια σχετικά αδιάφορη ταινία και μάλιστα -ως συνήθως- για τους λάθος λόγους: το χρώμα της Ωραίας Ελένης και αν παραχαράσσεται η μυθολογία. Ο φίλος μου απαντά πως ο ντόρος γίνεται γιατί τον επιδίωξε συνειδητά ο δημιουργός της. Και το πρόβλημα δεν είναι η συμπερίληψη στη διανομή, αλλά ότι έγινε επί τούτου, με στόχο τον επικοινωνιακό θόρυβο. Και όσοι γράφουν δημόσια την αποψάρα τους, συμβάλλουν θέλοντας και μη σε όλο αυτό.
Γιατί αν δεν πάρεις θέση, έρχεται στον ύπνο σου ένα γατάκι, που είναι η Αθηνά μεταμορφωμένη, μαύρο γουρλίδικο σαν τη Ζεντάγια, και σου νιαουρίζει πεινασμένο για να σε πνίξει το παράπονο και οι ενοχές, πριν σε ξεβράσει το κύμα στο νησί των Φαιάκων -που ούτε αυτό υπήρχε στην ταινία. Γιατί όμως να είναι γατάκι και όχι ο Άργος, που ως σκύλος κλαψουρίζει σαφώς πιο πειστικά και χειριστικά;

Ο Νόλαν δε μας δίνει αυτές τις απαντήσεις. Θα τις ψάξουμε μόνοι μας, στους συνειρμούς που ακολουθούν, με τη φρούδα ελπίδα να μην επαναλαμβάνουν παλιές περιπλανήσεις της κε του μπλοκ στο αρχιπέλαγος του διαδικτύου, τη Μεσόγειο που είναι δεμένη με σκοινιά και τον δρόμο προς το Θιάκι, που θάλασσες το ζώνουν, κύματα το κλειουν, αλλά δε μας τρομάζει. Είναι και αυτή μια διαδικτυακή γωνιά -σαν το μπλοκ και τον Άι Στράτη.

-Ζούσαμε και ζούμε σε μια εποχή τεράτων, όπου η εποχή του χαλκού δεν έχει ακόμα σβήσει και το βασίλειο της ελευθερίας και της πραγματικής ιστορίας του ανθρώπου δεν έχει ακόμα εγκαθιδρυθεί. Γι’ αυτό ο Όμηρος βασίζεται στην προφορική παράδοση, πριν την εδραίωση της γραφής (και της γραπτής ιστορίας), ενώ εμείς ψάχνουμε εμμονικά τον (τρίτο) δρόμο προς το Θιάκι κι η πάλη των τάξεων παραμένει ιστορικά αδικαίωτη, καθώς ο (ιστορικός) χρόνος μας γελάει σαν μωρό.

-Σκύλλα και Χάρυβδη. Μια προφητική απεικόνιση των 50 φαιών αποχρώσεων του σύγχρονου δικομματισμού και των κάλπικων διλημμάτων που βασανίζουν τον μέσο υπήκοο στην κάλπη: ΝΔ ή ΕΛΑΣ (τι θα γίνει φίλε μου με εμάς); Η τραγική ειρωνεία είναι ο Αλέξης σε ρόλο Οδυσσέα προς την «Ιθάκη» του, το ΤΑΙΠΕΔ και άλλα ευπώλητα, που έχασε στον δρόμο τους συντρόφους του και άλλα βαρίδια, και μας πλασάρει ξαναζεσταμένο το «μικρότερο κακό», γιατί η Σκύλλα του τρώει μόνο έξι μέλη του πληρώματος, σε αντίθεση με τη Χάρυβδη του Μητσοτάκη. Κανείς δε λέει ότι όλα τα γουρούνια (της Κίρκης) έχουν την ίδια μούρη. Έχουν όμως ίδιες πολιτικές και αποτελέσματα. Ενώ με κόκκινο πανί ένα καράβι απ’ το ’40 έχει να φανεί. Ηλεκτρικός Δυσσέας στη Μεσόγειο και η Πηνελόπη έχει κουραστεί να υφαίνει σχέδια επί αργαλειού, για την επανάσταση που έρχεται.


Βασική προϋπόθεση για αυτή την εκλογική συμπεριφορά είναι η μνήμη χρυσόψαρου και η επίμονη άρνηση για συμπεράσματα. Μπορεί το γοητευτικό εγχείρημα της αντιστοίχισης ομηρικών τοπωνύμιων με τη γεωγραφία της σύγχρονης Μεσογείου να μην έχει ισχυρή επιστημονική βάση, αλλά αν ψάχνεις τη γη των Λωτοφάγων, θα βρεις πολλούς γνήσιους απογόνους τους στη χώρα μας.

Οι συνθήκες θα ωριμάσουν, αντικειμενικά και απότομα, όταν τελειώσει επιτέλους το υφαντό της Πηνελόπης και βοηθήσει ο θεός του πολέμου την ομάδα του να πάρει κάποιον τίτλο. Στο ενδιάμεσο παραμένουμε πιστοί στις αρχές μας, όπως ο Οδυσσέας και η Πηνελόπη, ευέλικτα και απαρέγκλιτα, σαν δυο αγαπημένα κερασφόρα ζώα. Η Καλυψώ και οι μνηστήρες δεν είναι δείγμα απιστίας, παρά μόνο τακτικοί ελιγμοί, ζιγκ-ζαγκ και επώδυνοι συμβιβασμοί, που δεν αναιρούν την προσήλωση στον στρατηγικό στόχο.

Η Πηνελόπη είναι κάτι σαν την (επαναστατική) εξουσία, που το προλεταριάτο δεν την μοιράζεται με κανένα, αλλά οι καιροσκόποι μνηστήρες την είχαν κάνει παλλαϊκή, σαν χρουτσοφικό κράτος. Η εξουσία έχει γένος θηλυκό, σε αντίθεση με τα εγκλήματα των ανδρών-πολεμιστών που την διεκδικούν. Κι όποιος την θέλει, πρέπει να κάνει γυναίκα του την Πηνελόπη. Δεν αρκεί να σκοτώσει απλώς τον διάδοχο Τηλέμαχο -που φυγομαχεί και τηλεμαχεί, μέχρι να έρθει ο πολυμήχανος πατερούλης.

Άσπρη Ελένη, μαύρη Ελένη, το θέμα είναι να γίνονται πόλεμοι και να ανοίγουν εμπορικοί δρόμοι για τους «λαούς της θάλασσας» που τα έκαναν μούσκεμα. Αλλά αν θέλεις ελευθερία, Ωραία Ελένη (και κάθε Ελένη), πρέπει να γίνεις κόκκινη -και δεν εννοώ Ινδιάνα, χάριν συμπερίληψης. Στα ρωσικά άλλωστε, «Κόκκινη Πλατεία» σήμαινε και σημαίνει όμορφη, πολύ πριν κοκκινίσει η πλάση με τους μπολσεβίκους και τη μόνιμη εγκατάσταση του πολυμήχανου Βλαδίμηρου εκεί. Κι ίσως μπορούμε να το επεκτείνουμε, πχ στον Ωραίο Στρατό του Ζούκοφ, που απελευθέρωσε την Ευρώπη (από τους ταύρους, που ορμούσαν όπου έβλεπαν κόκκινους) και του χρωστά χάρη η ανθρωπότητα που την έσωσε.

Η Σοβιετία ήταν μια Τροία, υπό συνεχή (ιμπεριαλιστική) περικύκλωση, από τα γεννοφάσκια της. Απέτυχαν να την εκπορθήσουν με τα όπλα -κι ύστερα βρήκαν πως φταίει ο βαρύς χειμώνας, ο αγωνιστικός στίβος και τα αγριογούρουνα που είχαν φάει κάτι αηδίες από την Κίρκη. Ήθελαν να αποπλανήσουν τον σοβιετικό λαό με βιτρίνες, καπιταλιστικές Σειρήνες και το όμορφο τραγούδι τους, που έμοιαζε με ποπ των 80’ς και την εισαγωγή του Wind of Change. Έλεγαν πως κρατούσαν τον λαό δεμένο, στον μεσαίο τρούλο του Κρεμλίνου, μα όσοι πέρασαν στην άλλη πλευρά, άφησαν τα κόκαλά τους, χωρίς να βρουν κανέναν καταναλωτικό παράδεισο.

Ό,τι δεν κατάφεραν τα όπλα και η προπαγάνδα, το πέτυχε τελικά ο Δούρειος Ίππος της Περεστρόικα, της μαύρης αγοράς και των ε-χ σχέσεων. Κανείς δεν άκουγε την Κασσάνδρα και τον Λιγκατσόφ, που μας προειδοποιούσαν για τα χειρότερα -και είχαν δίκιο. Ο νικηφόρος ιμπεριαλισμός έφερε μόνο ένα άγριο πλιάτσικο διαρκείας -αντί για ειρήνη και ευημερία. Θέλησε να (ξανα)γράψει την ιστορία και να φέρει το (σοβιετικό) έπος στα μέτρα του. Να το παρουσιάσει ως ένα είδος ύβρης (και ιστορικής νεμέσεως) ενάντια στη φυσικά ροή της κυριαρχίας του. Και να κηρύξει πανηγυρικά το τέλος της ιστορίας, πριν καν αυτή αρχίσει για το πολύτροπο είδος μας.

Η παλιά φρουρά των μπολσεβίκων αποδεκατίστηκε στην πορεία, σαν τους σφους του Οδυσσέα, που έμεινε μόνος του στο τέλος σαν Χαϊλάντερ (κι ίσως για αυτό να έγιναν κάποια γυρίσματα στη Σκωτία), αλλά συνέχισε να έχει μνηστήρες για τον θρόνο του. Έφυγε (η παλιά φρουρά) από το προσκήνιο, από φυσικούς ή πολιτικούς λόγους, και ας μας δείχνουν τον Στάλιν σαν αιμοδιψές ομηρικό τέρας. Άσε που κάποια στην πορεία έγιναν γουρούνια αστικά -κι ίσως ήταν τέτοιοι από πάντα-, ευθέως αντίστροφα με τη Φάρμα των Ζώων κι όσα μας λέει ο πράκτορας Όργουελ για τους χοίρους γραφειοκράτες που μεταλλάχθηκαν σε ανθρώπους. Το βασικό συμβολικό γκεστάλτ, όμως, είναι πως την κρίσιμη ώρα όλες οι αποχρώσεις του κινήματος έσονται εις Κόμμα εν και μοναδικό, ενιαίο και πρωτοπόρο, ειδάλλως εκλείπουν νομοτελειακά από την πολιτική σκηνή, γιατί δεν υπηρετούν κάποια ιστορική σκοπιμότητα.

Κι αν τελικά φτωχική τη βρήκες τη Σοβιετία, δε σε γέλασε. Είχε ελλείψεις και αντιφάσεις, αλλά από ταξική άποψη ήταν χιλιάδες φορές ανώτερη από την καλύτερη αστική (σοσιαλ)δημοκρατία -πχ σουηδικού τύπου. Κι αυτό δε συμβαίνει απλώς γιατί βασιλεύει στους τυφλούς ο μονόφθαλμος Όμηρους της εκμετάλλευσης ο Πολύφημος -ή γιατί ο μη χοίρος βέλτιστος

Αχ βρε Κυκλωπάκι μου
Εσύ είσαι η Ιθάκη μου
Ξώκειλα στην αγκαλιά σου
Σώος και ένας
Και έγινα με τα φιλιά σου
Ο Κανένας

Κι αν τελικά το ΚΚΣΕ έβαλε το χεράκι του και έβγαλε το ματάκι του, δεν είναι έξυπνο να αποφεύγουμε τα κρίσιμα ερωτήματα, πχ για τις αιτίες της αντεπανάστασης και ποιος την καθοδήγησε, και να λέμε «ο Κανένας», λες και ο σοσιαλισμός «κατέρρευσε» από μόνος του, από το βάρος των αντιφάσεών του, που ήταν άλυτες και δομικές.

Το ταξίδι προς την Ιθάκη μας έβγαλε σοφότερους. Κι ο τελικός προορισμός έχει πάντα σημασία, ακόμα και αν τον πλησιάζουμε χωρίς να τον φτάσουμε ποτέ -σαν τις γραμμές των οριζόντων. Ακόμα κι αν δεν ήταν όπως τον περιγράφαμε στο πρόγραμμά μας, ακόμα και αν ο νόστος για τη Σοβιετία και το κόκκινο νησί της Ιθάκης δεν είναι πάντα ο καλύτερος σύμβουλος για την κρίση μας και τις εκτιμήσεις μας. Το ταξίδι σε γεμίζει εμπειρίες, αλλά η κίνηση δεν είναι το παν, αν δεν υπάρχει σχέδιο και προορισμός, με κατεύθυνση την κοινωνία του μέλλοντος.

Σημασία έχει να είσαι σύντροφος παντός καιρού, με σχέδια και σχεδίες, να μη σταματάς ούτε στιγμή να αγωνίζεσαι, να μην έχεις μικροαστική βιασύνη αλλά την επιμονή του Άργου -και ας σου φαίνεται πως αργεί να τσουλήσει ο τροχός της ιστορίας. Σε έναν κόσμο γεμάτο Τηλέμαχους που φυγομαχούν, φρόντισε να είσαι ο Οδυσσέας, πολυμήχανος και ευέλικτος, σαν τον Βλαδίμηρο.

Κάνε λοιπόν τον κύκλο σου Οδυσσέα
Και όσο λείπεις θα είμαι εκεί
Να υφαίνω ατέλειωτο πανί
Ώσπου να βρεις τον δρόμο σου μοιραία
Στης Ιθάκης το νησί να ξαναρθείς

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

Θα σε ξανάβρω στις Βρυξέλες

...τους δανειστές να προσκυνάς

Τα γενέθλια του Πασοκ εξελίσσονται σε ένα είδος εθνικής γιορτής, χωρίς συγκεκριμένο εορτάζοντα, αλλά με πολλούς μνηστήρες-διεκδικητές του θρόνου. Που όλοι γεύονται λίγο από την Πηνελόπη, αλλά κανείς δε φτάνει στο ύψος του Οδυσσέα, για να περάσει το βέλος του από 12 πελέκια στα σειρά, και τα Μεσογειακά Προγράμματα Στήριξης από τα 12 μέλη της ΕΟΚ. Γατάκια, που θα πείτε εσείς στον Ανδρέα για διαπραγμάτευση...

Του Κ. Ρουγγέρη
Θα είχε ενδιαφέρον η συνέχεια του παραλληλισμού με την Οδύσσεια του ελληνικού λαού, όσο εμπιστεύεται τα διάφορα Πασοκ για να τον σώσουν, ή τους μονόφθαλμους Κύκλωπες, που βασιλεύουν στους τυφλούς –πάντα με τη λογική του «μικρότερου κακού» και την αθώα συνείδηση του λαού των Λωτοφάγων, που είναι πρόθυμος να επαναλάβει τα ίδια λάθη και να διαλέγει εσαεί κάτι μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης στις εκλογές και στο δημοψήφισμα. Ή θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τους συντρόφους του Οδυσσέα που τους μεταμορφώνει η Κίρκη σε χοντρογούρουνα αστικά και μνημονιακά, αλλά τώρα λιγοστεύουν ένας-ένας και πηδάνε από τη σχεδία του, για να γλιτώσουν και να επανεκλεγούν. Ή για τα προλεγόμενα, με το Δούρειο Ίππο της (πρώτη φορά) «Αριστεράς», που ο λαός το δέχτηκε με ελπίδες και ενθουσιασμό, για να φάει κατακέφαλα το μνημόνιο Τρ(ο)ία. Και τώρα κανείς δε συμπαθεί και δε θέλει να ψηφίσει τις κόκκινες «Κασσάνδρες», που τον είχαν προειδοποιήσει για τους κινδύνους και του θυμίζουν το λάθος του. Φοβού τους οπορτουνιστές και δώρα φέροντας.
Αλλά αυτά θα μας έβγαζαν εκτός θέματος, που είναι η σημερινή επέτειος.

ΙΒ Ριζοσπάστης
Ο Σύριζα γιορτάζει την 3η Σεπτέμβρη με ομιλία του Τσίπρα στην Πλατεία Εσταυρωμένου, στο Αιγάλεω, που συμβολίζει ίσως το Πασοκ που πέθανε και αναστήθηκε ή το Γολογοθά που σηκώνει ακόμα ο ελληνικός λαός, ενώ οι Ρωμαίοι δίπλα του ρίχνουνε ξίδι στις πληγές του. Θα μπορούσε να υπάρχει επίσης κι εκλογικός συμβολισμός, αλλά δεν κολλάει σε αυτή την αναμέτρηση, που διεξάγονται με έτοιμες λίστες.

Το Πασοκ γιορτάζει 41 χρόνια ζωής και λίγους ακόμα μήνες που του μένουν, με πρόεδρο τη Φώφη, που έχει παρουσιαστικό καλής οικοδέσποινας σε πάρτι με καναπεδάκια και με σπιτική λεμονόπιτα (φαντάσου πόσες στυμμένες λεμονόκουπες θα χρειάστηκαν, για να μπορεί να κεράσει τόσο κόσμο).

Η Δημαρ γιορτάζει σκορπίζοντας την τέφρα της μεταξύ Συριζα και Πασοκ κι ελπίζοντας να αναγεννηθεί στα κοινοβουλευτικά έδρανα και να (κοινο)βολέψει τα στελέχη της.
Κι ο Λαφαζάνης δημιουργώντας ένα ακόμα Πασοκ, για να μη μείνει ο λαός απότομα χωρίς αντιμνημονιακό δούλεμα και μελαγχολήσει.
Πόσα Πασοκ θα δεις ακόμα, για να κολλήσεις πάνω μου;

ΙΒ - Ριζοσπάστης
Καθώς λοιπόν τα φετινά γενέθλια συμπίπτουν με την προεκλογική περίοδο κι εξελίσσονται σε ένα είδος σοσιαλδημοκρατικών καλλιστείων για την ανάδειξη της Μις Σόσιαλ 2015, και επειδή έχουν ειπωθεί σχεδόν τα πάντα για τη σημερινή επέτειο, η κε του μπλοκ περιορίζεται σε δύο-τρεις πολιτικές σημειώσεις.

Εάν για τους σύγχρονους σοσιαλδημοκράτες ιστορικούς, το «δράμα» της Ελλάδας του Μεσοπολέμου και των αρχών του περασμένου αιώνα ήταν πως δεν υπήρχε κάποιο ισχυρό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, για να εκτοπίσει το Κουκουέ και την απήχησή του (και έτσι να «γλιτώσουμε» από τον Εμφύλιο και τις περιπέτειες τις δεκαετίας του 40’), το μεταπολεμικό Κκε κι η Εδα απολυτοποιούσαν την πείρα αυτής της περιόδου, εκτιμώντας ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει το έδαφος κι οι προϋποθέσεις για την εμφάνιση κι ανάπτυξη κάποιας μορφής σοσιαλδημοκρατίας. Η ειρωνεία της ιστορίας δεν είναι πως εκείνο ακριβώς το διάστημα (τη δεκαετία του 60’) άρχισαν να διαμορφώνονται τα πρώτα σπέρματα του κατοπινού Πασοκ, που κυριάρχησε μεταπολιτευτικά στην ελληνική πολιτική σκηνή. Αλλά πως αρκετά στελέχη που συμμερίζονταν αυτή την εκτίμηση, δηλ ένα τμήμα του Κκε (που κατέληξε στο λεγόμενο Εσωτερικού) και της ΕΔΑ (με προεξάρχοντα το Γλέζο, που έχει πείρα από όλα σχεδόν τα Πασοκ της εποχής μας) κλήθηκε να παίξει σημαντικό κι ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση και ανάπτυξη της ελληνικής μορφής της σοσιαλδημοκρατίας, σε διάφορες ιστορικές συγκυρίες, και να γίνουν οργανικό της κομμάτι, αυτό δηλ που προέβλεπαν πως δεν μπορεί να γίνει και να στεριώσει στη χώρα μας.

Η προϊστορία του σημερινού Σύριζα δεν είναι άλλη παρά η ιστορία δύο Πασοκ. Αυτού που ίδρυσε και ηγήθηκε ο Ανδρέας, εκμαυλίζοντας ριζοσπαστικές συνειδήσεις και σκοτώνοντας κάθε πραγματική ελπίδα (που βρίσκεται στο δρόμο και μόνο εκεί)· και του υποκατάστατού του, που είχαν σκοπό να φτιάξουν οι λεγόμενοι ανανεωτές, επιχειρώντας να μεταλλάξουν οπορτουνιστικά το Κκε –και κατ’ ουσίαν να το διαλύσουν. Αλλά δεν τους βγήκε ούτε το 68’, ούτε το 91’ –και ίσως να μπορούσαμε να προσθέσουμε και την πρόσφατη εμπειρία του 12’. Το προνόμια και η ατυχία του σημερινού Σύριζα είναι ότι δρώντας σε μια συγκυρία πυκνών εξελίξεων, και συμπυκνωμένου πολιτικού χρόνου, αναγκάστηκε να διανύσει τα 40 χρόνια ζωής του Πασοκ, σε επτά μόλις μήνες: από την 3η Σεπτέμβρη, στο πρώτο μνημόνιο και το Καστελόριζο. Κι είναι πλέον πολύ πιθανό να ακολουθήσει σταδιακά την πολιτική κατάληξή του, στα αζήτητα της ιστορίας.

Όσο για τους όρους εμφάνισης κι ανάπτυξης της σοσιαλδημοκρατίας, η ιστορική πείρα μας έχει δείξει –και το σημειώνει πολύ εύστοχα στη μελέτη του για τον ευρωκομμουνισμό και ο Σκολαρίκος- πως δε σχετίζεται ευθέως με το επίπεδο ανάπτυξης μιας χώρας. Τα κεντρώα, σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν επικράτησαν μόνο στις ανεπτυγμένες χώρες, με το υψηλό βιοτικό επίπεδο, και τα διευρυμένα στρώματα εργατικής αριστοκρατίας, αλλά και σε χώρες με μέσο επίπεδο ανάπτυξης και εκτεταμένα μεσαία στρώματα.

Επιπρόσθετα, οι αυταπάτες για έναν εξανθρωπισμένο καπιταλισμό δεν ανθούν μόνο στις περιόδους ανάπτυξης, αλλά και σε περιόδους καπιταλιστικής κρίσης. Οι ιδέες έχουν την τάση να αυτονομούνται σχετικά από το ιστορικό περιβάλλον που τις γέννησε και να επιβιώνουν έξω απ’ αυτές τις συνθήκες. Διαφορετικά, στις σημερινές συνθήκες κρίσης, που το καπιταλιστικό σύστημα έχει αντικειμενικά δυσκολίες να δώσει παροχές, εξασφαλίζοντας τη συναίνεση του πρόσφατου παρελθόντος, η σοσιαλδημοκρατία δε θα είχε καμία πολιτική αξία χρήσης για το σύστημα, και θα γλιτώναμε μια και καλή απ’ τα φληναφήματά της (που είναι της μόδας να λέγονται αφηγήματα, παραπέποντας άμεσα στην παραμυθία).

Δυστυχώς ή ευτυχώς όμως, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα...

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2011

Στις 18 λαϊκή εξουσία

Η κε του μπλοκ είχε περίπου έτοιμο το κείμενο που χρωστά για την εκδήλωση με το μαργαρίτη, αλλά λέει να το κρατήσει για την επέτειο του όχι, στις 28 του μήνα. Οτιδήποτε μη απεργιακό αυτές τις μέρες, θα ήταν μάλλον τραγικά ανεπίκαιρο.

Το τελευταίο διάστημα υπήρχε η αίσθηση σε έναν κόσμο ότι η απεργία είχε γίνει κάτι σαν προσωπικό, ηθικό ζήτημα. Θέμα αντοχών κι αξιοπρέπειας, ή κομματικής πειθαρχίας. Που στοχοποιούσε τους αναξιοπρεπείς με τη ρετσινιά του απεργοσπάστη και μετρούσε τους συνεπείς συντρόφους (του οδυσσέα) που όλο και λιγόστευαν κάθε φορά. Όχι γιατί τους πλάνεψε η κίρκη του συστήματος και τους έκανε γουρούνια, αλλά γιατί τους έτρωγε ο κύκλωπας της απόλυσης και της ανεργίας. Κι οι μνηστήρες της πηνελόπης στην φτωχική ιθάκη, λένε ότι αυτά είναι αριστερισμοί του κερατά και δε μπορείς να εκθέτεις τους συντρόφους και να τους αφήνεις να απεργήσουν ακάλυπτοι, χωρίς απόφαση σωματείου. Αυτό δεν έχει να κάνει με τη 48ωρη που έρχεται, που τυπικά έχει την κάλυψη της γσεε. Αφορά όμως άλλες κινητοποιήσεις-σταθμούς της τελευταίας διετίας.

Οι συνθήκες έχουν αλλάξει ριζικά, κι αυτό δεν είναι κινηματική κορώνα, ή κάποια εγκεφαλική κατασκευή, αλλά αντικειμενικό. Ο πήχης ανέβηκε κι απαιτεί αντίστοιχα μέσα και δράση, απ’ τον καθένα ξεχωριστά κι από τους συντρόφους ακόμα παραπάνω. Αλλιώς δε θα ‘ταν πρωτοπόροι στον χώρο τους, παρά μόνο στα λόγια.

Εξάλλου οι απολύσεις έρχονται αδιακρίτως, ακόμα και μετά από απεργίες της γσεε. Δεν υπάρχει ασφαλής απεργία χωρίς ρίσκα. Η μεγαλύτερη ασφάλεια είναι η μαζικότητα, η αλληλεγγύη των συναδέλφων, ταξική και ανθρώπινη. Κι όπου δεν υπάρχει αυτό, υπάρχει κατά περίπτωση η προστασία του κόμματος.

Περιφρουρημένοι σύντροφοι, που δεν απεργούν αν δεν περάσει λίγος καιρός, μέχρι να γίνουν μόνιμοι, ή να αποκτήσουν έναν κύκλο επιρροής και κάποια στηρίγματα. Αλλά και περιφρούρηση σε χώρους, όπου η εργοδοτική αυθαιρεσία ξεπερνά το μέσο όρο κι απαιτούνται άλλα, πρακτικά μέτρα για την αντιμετώπισή της.

Το παμε είναι η μόνη δύναμη που σηκώνει επί της ουσίας τις απεργιακές φρουρές. Γιατί απεργία δεν είναι μόνο να την κηρύξεις, αλλά να την τρέξεις στην πράξη, με ζύμωση και περιφρούρηση, για να σπάσεις το κλίμα τρομοκρατίας. Κι ο κάθε σύντροφος που βρέθηκε σε μια τέτοια φρουρά, έχει να διηγηθεί ένα σωρό μοναδικά περιστατικά.

Οι βαλτοί και τα τσιράκια της εργοδοσίας, που έρχονται για να κάνουν ψευτοπαληκαριές και τσαμπουκάδες. Φοβισμένοι εργάτες που σκαρφίζονται οτιδήποτε για να σε ξεγελάσουν και να μπουν στο εργοστάσιο. Κάποιοι που περιμένουν μηχανικά να φύγεις για να μπουν στο λεπτό μέσα. Άλλοι που κοιτάζουν αμήχανα κι έχουν ένα κάρο καινούριες πληροφορίες στο μυαλό τους να επεξεργαστούν. Και μερικοί που έρχονται στα κρυφά και σου ζητάν να μη φύγεις, να καθίσεις εκεί όλη μέρα.
Συνειδήσεις που γεννιούνται, άλλες που κερδίζονται στην πορεία κι απεργούν την επόμενη φορά. Από τις στιγμές που μετράς τους ανθρώπους τους, το μπόι τους, από τι μέταλλο είναι φτιαγμένοι.

Σε πολλούς χώρους όμως, το ταβάνι που μπορούν να φτάσουν οι σύντροφοι, είναι το κεκτημένο να απεργούν μόνοι τους, με την ασυλία του μοναχικού ιππότη που είναι ακίνδυνος και κυνηγά ουτοπίες κι ανεμόμυλους. Μέχρι να αρχίσουν να πείθουν κι άλλο κόσμο, οπότε καθίστανται επικίνδυνοι και πέφτει τσεκούρι, ενίοτε σε αυτούς που πείθονται, για να παραδειγματιστούν οι υπόλοιποι και να απομονώσουν τον σύντροφο, μαζί με τις τύψεις και την εσωτερική του σύγκρουση, στην κορυφή της μοναξιάς, πρωτοπόρος χωρίς ακόλουθους. Και να συνεχίσει να βλέπει μόνο το δικό του όνομα στο απουσιολόγιο, χωρίς πρακτικό αντίκρισμα, γιατί κανείς δεν πέτυχε μόνος του να κερδίσει έναν αγώνα.

Τότε η απεργία αρχίζει να μοιάζει –φαινομενικά- ως ηθικό ζήτημα. Να μη λυγίσεις, να κρατήσεις αξιοπρέπεια, όπως τότε με τις δηλώσεις.
Κι αυτοί που λύγισαν; Δεν έχουν αυτοί αξιοπρέπεια; Έχουν, αλλά τους την κλέβουν κάθε μέρα, όταν γυρνάνε απ’ τη δουλειά και δε φέρνουν όσα χρειάζονται, για τις ανάγκες του σπιτιού και της οικογένειας, γιατί τους κόβουν από παντού. Κι είναι πρόθυμοι να υποστούν οτιδήποτε το αναξιοπρεπές, για να σβήσουν αυτή τη ντροπή. Να υποστούν οποιαδήποτε ατιμία, για να μην χάσουν την προσωπική τους τιμή. Κι ας μειώνεται συνεχώς αυτή της εργατικής τους δύναμης.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι ανάξιοι σεβασμού. Χρειάζονται πολλή κουβέντα κι έμπρακτη στήριξη, για να μη νιώθουν αδύναμοι. Κάποιες φορές δεν είναι καν θέμα συνείδησης. Είναι πεισμένοι, αλλά τους τραβάνε πίσω τα προβλήματα, η οικογένεια, η καθημερινή μιζέρια... Σαν το γνωμικό του βλαντά για τον επαναστάτη, που είναι καλύτερο να μην έχει οικογένεια, για να μην τραβάνε οι δικοί του τα βάσανά του και πληρώνουν αυτοί τα σπασμένα.

Κάποιοι βέβαια βαφτίζουν αδυναμία το βόλεμά τους, κι είναι πρόθυμοι να το κουρέψουν απ’ το να το χάσουνε ολότελα. Μικρόψυχοι μικροαστοί, όπου τα άψυχα κυριαρχούν πάνω στα έμψυχα και τα δεύτερα καταντούν λιπόψυχα, χωρίς τιμή και περηφάνια. Αλλά οι ψαλιδοχέρηδες αποθρασύνθηκαν και κόβουν πλέον κρέας, μαζί με το μαλλί. Οπότε το ζήτημα δεν είναι μια διαπραγμάτευση κι η επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση, αλλά να πάψουμε να είμαστε πρόβατα για σφαγή κι αγαθό ποίμνιο, που γυρίζει και το άλλο μάγουλο για να το χτυπήσουν.

Να μην φέρνουμε στα μέτρα μας όσους αγωνίζονται και να θεωρούμε κοπάδια τις συλλογικότητες, κρίνοντας εξ ιδίων τα αλλότρια. Γιατί ο στόχος τους είναι να μας φέρουν έναν-έναν στο στόμα του λύκου για να μας καθαρίσουν πιο εύκολα. Ούτε να πέσουμε στις ίδιες πλάνες, με τις προβιές της CIA κι άλλες μεταμφιέσεις, και την πατήσουμε σαν τα επτά κατσικάκια στο παραμύθι. Γιατί ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του, μήτε τη γνώμη άλλαξε, μήτε την κεφαλή του. Πόσο μάλλον την πολιτική του.

Ο κόσμος έχει κι αυτός ευθύνη. Πρέπει να αντισταθεί και να κάνει θυσίες. Για να γλιτώσει τα χειρότερα και να βάλει πλώρη για τα καλύτερα. Κι η ευθύνη της πρωτοπορίας είναι πολλαπλάσια. Να μην αφήσει τις θυσίες χωρίς αντίκρισμα. Να οργανώσει τον αγώνα και να τον πάει μέχρι τέλους. Χωρίς να φετιχοποιεί τη σύγκρουση, ούτε και να την αποφεύγει.
Όχι ότι την παρασκευή θα έχουμε λαϊκή εξουσία, αλλά μπορεί να έχουμε καταφέρει μια μικρή νίκη στο σήμερα, να τονώσει το ηθικό και να μας δείξει το δρόμο για τις επόμενες μάχες που θα δοθούν από καλύτερες θέσεις. Γιατί ως τώρα οι αγώνες δεν πήγαιναν χαμένοι, αλλά τους πληρώναμε ακριβά, χωρίς να έχουν ανάλογες κατακτήσεις.

Μια πρωτοπορία με σχέδιο που να εξασφαλίσει ότι οι αγώνες θα έχουν αποτέλεσμα. Που να μη φαντασιώνεται ότι θα κάνει αύριο έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα της βουλής και τη νέα οκτωβριανή επανάσταση. Αλλά να μη ρίξει το πλοίο στην ξέρα μιας νέας κόπιας της αλλαγής –που γιορτάζει σήμερα τα 30χρονά της- με ρηχό αντιεοκικό λόγο, και ρητορείες για εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία. Ούτε μιας άλλης σοσιαλμανούς κυβέρνησης, υπό 'λαϊκή πίεση', που θα κάνει κρατικοποιήσεις εντός του συστήματος, σαν αυτές που κάνει ο ομπάμα κι η ουγγαρία

Μια πρωτοπορία που να πατάει στο δυνατό, μαζικό κίνημα. Χωρίς αυτό, δε μπορεί να κάνει τίποτα. Ακόμα κι αν χρεοκοπήσει το πολιτικό προσωπικό των αστών κι έχουμε τους ευνοϊκότερους εκλογικούς συσχετισμούς στα χρονικά της μεταπολίτευσης. Οι εκλογές χρειάζονται για να δυσκολευτούν τακτικά οι αστοί και να κάψουν τις εφεδρείες τους, όχι για να αναδείξουν μια λαϊκή κυβέρνηση που θα δώσει επαναστατική λύση.

Το επόμενο διήμερο μπορεί να ανοίξει δρόμους. Αρκεί να μη μπλεχτούν με τρίτους δρόμους διαχειριστικούς και λοιπές αυταπάτες. Θα το δούμε στον απολογισμό..

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010

Η διαλεκτική των ερωτήσεων

Στο κόμμα φοβόμαστε μην ξεχειλώσει το πράγμα και συνήθως το μαζεύουμε μετά την τρίτη ερώτηση. Στο εξωκοινοβούλιο αντίθετα μοιάζουν με εκείνο το πουλόβερ του οπαδού του παναθηναϊκού σε μια ταινία της ρένας βλαχοπούλου, που το τραβούσε από την αγωνία του και το ‘χε παραξηλώσει. Καταλήγουν σε ένα αξεδιάλυτο κουβάρι, αλλά βαυκαλίζονται ότι έχουν το μίτο που θα τους οδηγήσει στην αντικαπιταλιστική έξοδο από τα αδιέξοδα και τις αντιφάσεις τους. Κι η αριάδνη έχει μουγκαθεί περιμένοντας τους πλατφόρμερς να τελειώσουν για να έρθει κι η σειρά της να μιλήσει. Κανονικά αυτά λύνονται σαν τον γόρδιο δεσμό. Αυτά όμως θεωρούνται σταλινικές μέθοδες κι απορρίπτονται από θέση αρχής κι εργατικής δημοκρατίας.

Η λογική των ερωτήσεων στο κόμμα είναι σχέση πομπού-δέκτη. Η καθοδήγηση προς την οποία απευθύνεται η ερώτηση γνωρίζει πάντα την απάντηση και λύνει όλες τις απορίες. Αν κάποιος σύντροφος εξακολουθεί να έχει διαφορετική άποψη και παρουσιάζει αποκλίνουσα συμπεριφορά, πάει να πει ότι έχει περιορισμένη αντιληπτική ικανότητα και δεν κατάλαβε αυτό που του είπαμε, δεν έχει συνειδητοποιήσει την ανάγκη κτλ. Ευτυχώς όμως είμαστε εμείς εδώ για να του το εξηγήσουμε.

Αν δεν είναι θέμα περιορισμένης αντίληψης κι ο σύντροφος συνεχίσει το ίδιο βιολί, πάει να πει πως έχει αντιλήψεις (πληθυντικός αριθμός. Μα αν δεν έχει αντιλήψεις πώς θα φτάσει να έχει αντίληψη γενικώς έστω και περιορισμένη); Οπότε οι πολλές ερωτήσεις κόβονται και το πράγμα συνήθως μαζεύεται από μόνο του. Ρωτάνε δυο-τρεις, για ξεκάρφωμα που είναι νέοι και με τον καιρό θα μάθουν.

Στην αντίπερα όχθη έχουμε αμφισβήτηση των γραφών και της αυθεντίας. Πραγματική αυθεντία είμαστε εμείς και το τελευταίο βιβλίο που διαβάσαμε. Αν ρωτήσεις μια ενδεκάδα ανθρώπων, θα πάρεις έντεκα διαφορετικές απαντήσεις. Κι αν τους ρωτήσεις -τους ίδιους- την επόμενη βδομάδα ο αριθμός των απαντήσεων θα αυξανόταν εκθετικά.

Ερωτήσεις πάνω στην εισήγηση; Δεν υπάρχουν. Ο καθένας έχει από μία απάντηση και μία δική του εισήγηση, που κατεβάζει εν είδει τοποθέτησης.
Καμιά απορία; Δεν υπάρχει κάστρο άπαρτο για τους μπολσεβίκους. Τα έχουν όλα λυμένα, σαν γόρδιο δεσμό.

Κι εσύ κάθεσαι και σκέφτεσαι τι από τα δυο είναι καλύτερο. Να τα ‘χεις όλα ληγμένα με σιγή νεκροταφείου; Ή να τα ‘χεις λυμένα κι η εισήγηση να είναι απλώς αφορμή να μαζευτείτε και να το εξηγήσεις και στους υπόλοιπους; Οι οποίοι έχουν ακριβώς τον ίδιο σκοπό και το πράγμα πάει μέχρι τελικής πτώσεως. Στο τέλος μόνο ένας χαιλάντερ θα επικρατήσει.

Η άγνοια είναι σαν την καμία δουλειά. Δεν είναι ντροπή. Εμείς οι άνεργοι (κι όσοι βάζουμε το νι για λόγους ευφωνίας) το ξέρουμε από πρώτο χέρι. Εκτός κι αν η άγνοια γίνει ιδεολογία και καταλήξει σε συνειδητό αγνωστικισμό.

Ο γκράμσι λέει ότι η αλήθεια είναι επαναστατική. Κι οι πρωτοπόροι σύντροφοι –που σπανίως διαβάζουν γκράμσι- πιστεύουν πώς αν δεν την κατείχαν δε θα ήταν πρωτοπόροι. Κι ίσως γίνονταν οιονεί αντεπαναστάτες.
Κι επειδή αντεπαναστάτες δεν είναι, οι σύντροφοι απαντάνε σε όλα κι ας μην τα ξέρουν. Δεν υπάρχει αρνητική βαθμολογία, εξάλλου. Κι αν απαντήσουν λάθος, υπάρχει το μαξιλαράκι της οργάνωσης.

Οι επικριτές της οργάνωσης πετάνε στα σύννεφα που είναι απαλά σα μαξιλαράκι. Εκεί όπου ο αγνωστικισμός συμβαδίζει διαλεκτικά, χέρι-χέρι, με την ξερολίαση. Όπως είπε κι ένα παλικάρι σε ένα συν-κάτι (συνέδριο, σύσκεψη, συντονιστικό, ή κάτι τέτοιο), βγαίνουν πολλοί και λένε πως δεν κατέχουν την απόλυτη αλήθεια. Ε λοιπόν, εμείς την κατέχουμε.

Αυτός τουλάχιστον ήταν ειλικρινής. Οι άλλοι είναι απλώς ταπεινοί παντογνώστες. Που στους τοίχους μπορεί να γράφουν ότι οι μπάτσοι πουλάνε την επιστήμη και στο πλαίσιό τους να μιλάν για πανεπιστήμονες.

Κι έχουν άποψη επί παντός επιστητού.
Ας πούμε ότι θέμα μας είναι τα παπούτσια και πώς να δένεις τα κορδόνια. Ο μέσος αριστεριστής, κάπου βρέθηκε, κάτι άκουσε και μπορεί να απαντήσει εμπειρικά. Έχει άποψη επί του θέματος.

Ενώ ο σύντροφος πρέπει να απαντήσει μαρξιστικά και μένει χαμένος στην αφαίρεση. Θα σκεφτεί πώς δενότανε το ατσάλι και θα προσπαθήσει να το συνδέσει. Κι ο λένιν δεν ήταν που έλεγε ότι οι καπιταλιστές θα μας πουλήσουν ακόμα και το σχοινί με το οποίο θα δέσουμε τα παπούτσια μας; Ή κάπως έτσι. Το ‘γραφε και σε εκείνους τους τόμους όπου απαντούσε σε ένα σωρό πράγματα με τίτλο ο ΛΈΝΙΝ ΑΠΑΝΤΆ.

Συνήθως λοιπόν οι απαντήσεις είναι άλλα αντ’ άλλων κι ο κόσμος καταλήγει με πιο πολλές απορίες απ’ ό,τι πριν. Τι γυρεύω εγώ εδώ; Μα καλά, για μούσμουλο με περνάνε; κι άλλα τέτοια.
Και σταδιακά αναπτύσσει μια μειωμένη προσδοκία να πάρει απάντηση στις ερωτήσεις του. Εσωτερικεύει την αδυναμία των άλλων και νιώθει ένοχος που έχει αντιλήψεις και δεν κρύβεται πίσω από εύκολες απαντήσεις που είναι σαν δάχτυλο υψωμένο στη νοημοσύνη του.
Έτσι η άγνοια -που δεν είναι ντροπή- καταλήγει τέτοια για κάποιους λίγους που την παραδέχονται. Που είναι όμως κι οι μόνοι που ίσως κάνουν κάτι να την αντιμετωπίσουν.

Οι εύκολες απαντήσεις είναι απλώς το πρώτο κι απαραίτητο βήμα για την αλήθεια. Μέχρι να καταλάβουμε ότι τα πράγματα είναι αντιφατικά. Κι ότι η αλήθεια έχει πολλές όψεις κι αλλάζει μες στον χρόνο (χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχει, ή ότι αλήθεια είναι αυτό που μας βολεύει). Η βεβαιότητα συνυπάρχει μη ειρηνικά με τα ερωτηματικά μέχρι να καταρρεύσει κάτω από το βάρος τους.

Ναι, πείτε μου. Ξέρω πως όλο το μυστικό κρύβεται σε μια λέξη. Μην το πάρετε μαζί σας.
-Βα-ζε-λί-νη...

Κατά βάθος ξέρεις πως δεν είναι τόσο απλό. Πρέπει να το δεις διαλεκτικά. Αλτάνες, ραγού, διακόπτης.
Στο τέλος όμως επιστρέφεις στο αρχικό συμπέρασμα (ο γκόρμπι ήταν προδότης). Αλλά σε ένα ανώτερο επίπεδο (του έστρωσε το δρόμο το εικοστό συνέδριο κι αυτό με τη σειρά του στρώθηκε από κάτι άλλο και πάει στρώνοντας).

Η γνώση δεν προχωρά στατικά για να λιγοστεύουν οι απορίες σαν τους συντρόφους του οδυσσέα. Ένα μαθαίνεις σε πέντε σκοντάφτεις. Όσο ανοίγεις τους ορίζοντές σου, τόσο περισσότερα βλέπεις και θες να μάθεις. Σαν την τελική γραμμή του ορίζοντα που όσο την πλησιάζεις, αυτή απομακρύνεται.

Σε κάθε ερώτηση ενυπάρχει πάντα ένα κομμάτι απάντησης. Και στην απορία ένα κομμάτι γνώσης. Ένας λογικός πυρήνας που έδωσε το αρχικό ερέθισμα. Είναι ερωτήσεις μερικής άγνοιας. Δεν απαντιούνται μονολεκτικά με ένα ναι, ή ένα ου, σαν τηλεπαιχνίδι.
Είναι σαν το άλλο παιχνίδι με τον τσαουσόπουλο, όπου χάνεις αν απαντήσεις με ναι ή όχι. Εκτός κι αν τα πεις και τα δυο μαζί, το οποίο είναι καθαρή διαλεκτική. Και ναι και όχι, είναι και δεν είναι.

Κι είναι και κάποιες ερωτήσεις ρητορικές. Σαν τις ρητορικές επερωτήσεις των δικών μας στη βουλή και τον ρίζο που τις βάζει στη στήλη δώστε απαντήσεις. Σιγά μη δώσουν. Πάντα λευκή κόλλα δίνουν. Δεν τους ρωτάμε για αυτό άλλωστε. Απάντηση θα πάρουν, ενότητα κι αγώνα.

Πολλές φορές ρωτάς τον άλλο κάτι σύνθετο και περιμένεις να δεις πώς θα το πιάσει το θέμα. Βλέπεις πώς σου απαντάνε, καταλαβαίνεις ποιους να αποφεύγεις και συνεχίζεις με τους υπόλοιπους. Παίρνεις κάτι από τον καθένα, εμπλουτίζεις τον αρχικό λογικό πυρήνα, θέτεις ξανά και ξανά το ίδιο ερώτημα στον εαυτό σου και τους άλλους. Ώσπου ωριμάζει μέσα σου και φτάνεις στο σημείο όπου μπορείς να το απαντήσεις μόνος σου.

-Και τώρα εσύ γιατί μας τα λες όλα αυτά;
-Έλα ντε! Καλή ερώτηση. Προχωράμε στην επόμενη.

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010

Πού το πας και πού θα σε πάει

Εδώ υπάρχει μια φοβερή παρεξήγηση. Ότι θέλω να πάω κάπου συγκεκριμένα.

Ώστε κι εσείς μεταμοντέρνος. Η κίνηση είναι το παν…
…κι η ιθάκη δεν είναι τίποτα. Κι ας την εργατική τάξη να υφαίνει όνειρα στον αργαλειό της και να τα ξηλώνουν κάθε βράδυ στις οκτώ οι μνηστήρες που τη ξελογιάζουν και της παίρνουν νου και ταξική συνείδηση. Κι εμείς χαμένοι μεταξύ σκύλλας και χάρυβδης, κλείνουμε τα αυτιά μας στις σειρήνες και την αγωνία αυτού του τόπου για ζωή. Γύρω μας οι παλιοί σύντροφοι του οδυσσέα λιγοστεύουν και μεταμορφώνονται σε γουρούνια για να αντέξουν το βούρκο.


Κι είκοσι χρόνια μετά που γυρίσαμε από πόλεμο και παρανομία, μόνο λίγοι πιστοί άργοι του κόμματος είχαν μείνει να φυλάν άγρυπνοι θερμοπύλες για να μας αναγνωρίσουν. Αλλά ήταν ήδη γέροι, γενιά της αντίστασης, με κατοχή και χούντα στην πλάτη. Οι καινούριες ράτσες έφαγαν λωτούς, ενσωματώθηκαν κι ευδαιμονούσαν σε ντίσκο και σε σκυλάδικα.
Κι αν φτωχικούς τους βρήκες τους συντρόφους, δε σε γέλασαν.
Σύντροφοί μου τους γέλασα, που έλεγε κι ένας δικός μας στον άνθρωπο με το γαρίφαλο.

Κοίτα να δεις, εγώ είμαι οπαδός της στασιμότητας. Κάνω τον αργόσχολο με επιτυχία κι έχω το μπλοκ γιατί κάπου πρέπει να βρεις και μια καρικατούρα εξέλιξης σε αυτή τη ζωή. Αυτή η ζωή αυτό το τυρί βγάζει. Κλείνει τον κόσμο στο μαντρί και τον κάνει κοπάδι από πρόβατα, χωρίς προσωπικότητα. Κι όσοι τυχόν γλιτώσουν δεν έχουν κανένα μαγικό ραβδί. Βρίσκουν αυτό της κίρκης και γίνονται γουρούνια που βάζουν την προσωπικότητά τους πάνω απ’ όλα. Και πώς να διαφέρω εγώ απ’ τους άλλους δηλ; Ένας αλλά λέων κι όλοι εσείς τυριά; Δεν πάει έτσι σύντροφε. Αυτό είναι αντιδιαλεκτικό.

Δηλ παραδέχεστε ότι χρησιμοποιείτε το μπλοκ ως υποκατάστατο της πραγματικής ζωής.
Εσύ τι λες ρε αρχηγέ; Άμα με κάλυπτε η ανθρώπινη επικοινωνία κι είχα τρόπο να εκφραστώ, θα είχα κίνητρο να γράφω τόσο συχνά;

Η μικροαστική πεπατημένη της ατομικής διεξόδου στα συλλογικά αδιέξοδα.
Α, μη με ανακατώνετε με αυτά. Εγώ απλώς έγραφα σε ένα μπλοκ εδώ παρακάτω, μαζί με τον τραμπάκουλα που βοσκούσε πρόβατα.

Αστικός ατομισμός του κερατά στην πιο καθαρή του μορφή.
Και κέρατα διαθέτουμε. Πίστεψα στην ανανέωση του γκόρμπι κι αυτός με κεράτωσε με τους δυτικούς. Μετά αυτός διαφήμιζε πίτσες κι εμείς φάγαμε την πίτσα που λένε. Κι είχα καθαρές αυταπάτες και για την κάθαρση που ξεβρόμισε το σύστημα και το άφησε να αναπαράγει όλες τις βρωμιές του παρελθόντος. Τώρα όμως που καθάρισε η ήρα απ’ το στάρι στο κόμμα έχουμε τη συνείδησή μας καθαρή και το μητρώο μας λευκό.

Λοιπόν κάτσε να κάνουμε μερικές προσθήκες. Ο λένιν άφησε μισό το κράτος κι επανάσταση γιατί τον πρόλαβε η οκτωβριανή. Κι είναι προτιμότερο έλεγε να ζεις μια επανάσταση από το να γράφεις γι’ αυτήν. Αλλά όταν σε γράφουν η ζωή κι οι αντικειμενικές συνθήκες, τις γράφεις κι εσύ κι όλη σου η ζωή γίνεται το γράψιμο.

Πρώτα ζούμε και μετά γράφουμε που έλεγε κι ένα σλόγκαν. Αλλά βασικά κάνουμε το δεύτερο γιατί δεν έχουμε απ’ το πρώτο. Πρέπει να βρούμε την χρυσή τομή. Εκεί που ζεις, να σταματάς λίγο να κατέβεις, να σκεφτείς, να τα αφομοιώσεις, να αναστοχαστείς που λεν και στον όμιλο.

Και πέρα από αυτό υπάρχει κι η διαλεκτική. Που δεν είναι ακριβώς χρυσή τομή, αυτή είναι πιο πολύ κεντρισμός. Κεντρισμός και διαπραγμάτευση. Ενώ η διαλεκτική είναι ενότητα και πάλη των αντιθέτων. Διαρκής πόλεμος, χωρίς τέλος και διαπραγμάτευση. Όπου το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυο αλλάζουν και γίνονται το αντίθετό τους. Κι εμείς κατά βάθος είμαστε οι άλλοι και τις τρώμε από τον εαυτό μας.
Ο γκόρμπι είναι ένας από εμάς. Ο ιούδας είναι μέσα μας.

Γι’ αυτό λέμε και ανατροπή και κατάρρευση. Και βασικά αντεπανάσταση.
Κυρίως όμως ανατροπή. Κι από μέσα να ήταν δεν παύει να είναι ταξικός εχθρός. Δεν πέσαμε μόνοι μας. Ήταν καθαρή ανατροπή. Αλλά το μαύρο κοράκι –με νύχια γαμψά- έκανε πως δεν το είδε. Και σφύριξε το τέλος της ιστορίας.
Στο κοινό πλαίσιο όμως θα λέμε για αντεπανάσταση, να ‘μαστε όλοι καλυμμένοι.

Διαλεκτική λοιπόν είναι να ζεις κάθε στιγμή ποιητικά σαν παραμύθι. Βρίσκεις την ομορφιά της ζωής και δεν έχεις χρόνο και λόγια να την εκφράσεις. Αλλά τη ζεις σαν ποιητής, ο ποιητής των πάντων. Εσύ την έφτιαξες, την πήρες στα χέρια σου, όρισες τις τύχες σου. Και την έκανες καλύτερη από παράδεισο, γιατί είναι αληθινή, με στραβά κι αντιφάσεις που το αποδεικνύουν.

Ένα πράγμα όμως δεν έλυσα μέσα μου.
Αν πλησιάζουμε στον παράδεισο λύνοντας αντιφάσεις τι θα μείνει να μας κινεί στο τέλος; Τι συνείδηση αναπτύσσει ο κόσμος όταν τα βασικά προβλήματά του είναι λυμένα και τα βρίσκει όλα έτοιμα απ’ το κράτος; Δεν είναι λογικό οι άλλοι που έχουν οξυμένα αδιέξοδα να πάνε πιο γρήγορα για να τα υπερβούν;
Και να ψάχνουν πιο έντονα διέξοδο στην τέχνη για να εκφράσουν την απόγνωσή τους;

Ενώ εμείς είμαστε ποιητές της ζωής. Η νταρντάνα στο κολχόζ, ο σταχανοβίτης στο ορυχείο, η ξεχερσωμένη γη, ο φαντάρος που δε λύγισε ποτέ στο μέτωπο με τους ναζί.
Αυτός είναι ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Αλλά αυτοί που ψάχνουν στην τέχνη μια απόδραση από τη ζωή σου λεν ότι αυτό δεν είναι ζωή. Η στρατευμένη τέχνη δεν είναι καν τέχνη. Κι εσύ είσαι λέει σταλινικός.

Αν αυτός είναι ο ορισμός, είμαι και φαίνομαι. Ασ’ τη γραμμή τι λέει. Δεν υπάρχουν σταλινικοί και δε στέκει ο σταλινισμός ως έννοια. Ναι, δε στέκει. Αλλά αφού το θέτουν έτσι, είμαστε όλοι σταλινικοί.

Αυτό τώρα το βάζω για να ξενερώσουν όσοι μαγεύονται από τη φόρμα και την ξεκόβουν ιδεαλιστικά από το περιεχόμενο. Όχι κύριε, εδώ κάνουμε ρεαλισμό κι έχουμε αντιφάσεις. Δεν κάνουμε τέχνη για την τέχνη να θαυμάζεις τη φόρμα, κάνουμε την τέχνη της ζωής και της επανάστασης. Προσπαθούμε τουλάχιστον.

Αλλά ξέρεις τι φοβάμαι; Ότι τη ζωή, τις χαρές και τις τέχνες της, τις έμαθα μέσα από τα βιβλία. Και μόνο εκεί μπορώ να τα λέω καλά. Και τους ανθρώπους τους γνώρισα κυρίως από το μπλοκ και το διαδίκτυο. Υποτίθεται επηρεάζω κόσμο πίσω από οθόνες κι από κοντά δε μπορώ να τους πω τι θέλω και τι σκέφτομαι. Η μόνη αληθινή επαφή είναι η ζωντανή κι εκεί το χάνω. Τι διάολο επανάσταση θα κάνουμε με τόση αποξένωση;

Κι είναι κι αυτό που λέει ο χουρμουζιάδης στη συνέντευξη στον πι-πι. Όλα αυτά καταντούν να είναι γκρίνια κι ατομικό παράπονο, αντί για κάτι δραστικό και συλλογικό που θα αλλάξει τον κόσμο. Το θέμα δεν είναι να τον καταλάβουμε μόνο.
Ε ναι ρε αρχηγέ. Είπαμε ρεαλισμό. Αλλά εδώ κατά βάση ψυχοθεραπεία κάνουμε. Τι περίμενες δηλ από ένα μπλοκ, επανάσταση; Να το διαβάζουν και να λεν στ’ άρματα, στ’ άρματα, εμπρός στον αγώνα;

Θα μου πεις, εσύ δηλ γράφεις κι αναστοχάζεσαι;
Όχι βέβαια. Έχω κολλήσει ανεπανόρθωτα στο βούρκο με τις αντιφάσεις μου και κάθομαι και το αμπελοφιλοσοφώ. Προσπαθώ να μη βουτήξω όλος μέσα και να κρατήσω τα νύχια μου καθαρά, σαν τον τύπο του μπρεχτ. Και βαυκαλίζομαι ότι τα νύχια μου είναι η σκέψη που την κρατάω αιχμηρή και καθαρή.

Αλλά αν δεν πάει νύχι-κρέας με τη δράση, είναι να γδέρνουμε τα μάγουλά μας από απελπισία. Και το κρέας είναι γουρουνίσιο. Απ’ όλους τους χοιρινούς συντρόφους με το ιδεολογικό λίπος, και τη γραφειοκρατική αρτηριοσκλήρυνση στην πράξη.

Ποια ήταν η πρώτη ερώτηση; Α, ναι. Ο τίτλος του κειμένου.
Όποιος σφος αναγνώστης βρει πού παραπέμπει ο συνειρμός, κερδίζει παραγγελιά ένα κείμενο της αρεσκείας του με θέμα που θα διαλέξει ο ίδιος. Βοηθητικό στοιχείο: 80'ς.

Υγ: Το σκίτσο είναι παρμένο από το πολύ καλό πλάκα κάνεις του κωνσταντίνου ρουγγέρη (http://plaka-kaneis.blogspot.com/).

Σάββατο 19 Ιουνίου 2010

Αχ κυκλωπάκι μου

(Σκέψεις πάνω στο συνειδητό και το αυθόρμητο)

Ζούμε σε ελεγχόμενο περιβάλλον χωρίς ουσιαστική αλληλεπίδραση μεταξύ μας, με ρηχές σχέσεις και προβλέψιμες αντιδράσεις. Σα μαριονέτες που δουλεύουν. Ή στην καλύτερη ομιλούντα εργαλεία.

Στα ρώσικα αυτό λέγεται ραμπότ κι αν σας θυμίζει κάτι από την τέχνη του ασίμοφ καλώς το κάνει. Η ίδια ακριβώς λέξη στα ρώσικα περιγράφει και τη δουλειά. Που στην ελλάδα το κόμμα παραδοσιακά την γράφει με γιώτα για να μην γίνεται ο συνειρμός με τη δουλεία και τα ρομποτάκια.

Αλλά η ουσία δεν αλλάζει ούτε κατά ένα γιώτα στο λεκτικό. Το θέμα είναι να μιλήσεις για την εργασία (τρουντ είναι στα ρώσικα) και τον χειραφετητικό χαρακτήρα της. Κι ύστερα να ξεφύγεις από τον τρουντγιονισμό και να τον κάνεις πολιτική συνείδηση που φτάνει στο σοσιαλισμό.

Άντε τώρα να βρεις όμως τον παλμό μιας μαριονέτας. Δε θέλει κόμμα αλλά θαυματουργούς τζεπέτο(υς).
Ο κόσμος ζει και τρέφεται με ψέματα. Αναπτύσσει ψευδή συνείδηση κι απολίτικο, ξύλινο τρόπο σκέψης που τον προβάλλει εξ αντανακλάσεως στο λόγο μας, κρίνοντας εξ ιδίων τα αλλότρια. Παρακολουθεί καθημερινά τηλεόραση γεμάτη πινόκιο(υς) εκπαιδευμένους να του γανιάζουν το μυαλό με ψεύτικες αταξικές αλήθειες χωρίς να μεγαλώνει η μύτη τους.

Στη σημερινή τραγική συγκυρία ελλείψει αυθόρμητου το συνειδητό καλείται να παίξει και τους δυο ρόλους (χωρίς απαραίτητα να έχει το ταλέντο για να το κάνει). Και καταλήγει στη σχιζοφρένεια του ισοβίτη που αρχίζει στην απομόνωση να μιλάει στον εαυτό του.
-Γεια σου τι κάνεις; Επί τόπου στροφή 180°.
-Καλά ευχαριστώ, εσύ; Στροφή 180°.

Η πασυ χαιρετίζει το παμε κι η γραμματεία νέων του το μας και τη νδε. Οι ίδιοι σύντροφοι με καλλιτεχνικό ψευδώνυμο.
Μου έλεγε κι η μπρέζνιεβα τα δικά τους. Παρεμβάσεις, ναρ, ανταρσύα εκπαιδευτικών... Διχασμένο υποκείμενο με πολλαπλή ταυτότητα. Κι άντε να βρεις ποιος είναι ο χάιντ και ποιος ο τζέκυλ.
Στο τρελάδικο να ζητήσουμε ειδική πτέρυγα για πολιτικούς κρατούμενους.

Κι έτσι μοιάζουμε κάποιες φορές περιφερόμενος θίασος. Τα ίδια άτομα που τρέχουν παντού σαν τρελά ηλεκτρόνια και δεν έχουν χρόνο να κάνουν πυρήνες και όβες. Να κάτσουν να σκεφτούν και να συνθέσουν. Να χωνέψουν τα γεγονότα, να βρεθούν μεταξύ τους, να δουν τους δικούς τους, τον εαυτό τους, να συζητήσουν μαζί του.
Πόσο μάλλον να κάνουν όλα τα υπόλοιπα. Και την πληρώνει πάντα η θεωρία. Κι όμως το διάβασμα ενώνει.

Κι η πρωτοπορία συνηθίζει το ρόλο της. Κι όταν οι μαριονέτες σωρεύσουν κρίσιμη ποσότητα ενέργειας, αλλάξουν ποιότητα και γίνουν άνθρωποι, μένουμε πίσω με τα κομμένα σχοινιά ανά χείρας, γιατί δεν αναπτύξαμε αρκετά ισχυρούς δεσμούς μαζί τους όσο είχαμε νηνεμία.

Φεύγουν καράβια στο γιαλό κι εγώ τους γνέφω στο καλό.
Καράβι ακυβέρνητο, χωρίς καπετάνιο, δαρμένο από νέα κύματα κι ουτοπίες για ατλαντίδες και ακυβέρνητες πολιτείες. Καράβι παλιό σαπιοκάραβο με κατάλοιπα απ' τον καπιταλισμό και το παλιό που σαπίζει, σα βυθισμένες άγκυρες επάνω στο σκαρί του (δεν ξέρει ποιον παλεύει να νικήσει). Και τα παπαγαλάκια να λεν: τους ξεφύγαμε! και να του ανοίγουν δρόμους φυγής απ' την πραγματικότητα χωρίς πραγματική διαφυγή.

Κι ίσως καταλήξει σε καμιά ξέρα, στο μουσείο με τα ναυάγια της ταξικής πάλης και τότε νιώσουμε δικαιωμένοι. Πλάι στο παγοθραυστικό της σοβιετίας που έσπασε τον πάγο, αλλά χάραξε δρόμο σαν τιτανικός πάνω στο παγόβουνο της περεστρόικα.
Ο καπετάν γιώτης έμεινε πάνω στη φουρτούνα, αλλά οι μούτσοι και τα ποντίκια σαν τον ανδρουλάκη το εγκατέλειψαν και βούτηξαν σε πρασινογάλαζα νερά.

Κι είναι κι οι άλλοι οι σύντροφοι, μια χούφτα σαν κι αυτούς του οδυσσέα, που πιάσανε αντανακλαστικά χωρίς σχέδιο τη σχεδία του, φτερά στον άνεμο και τον ασκό του αιόλου, βαυκαλίζονται ότι είναι η προπέλα που του δίνει κίνηση όπισθεν.
Αλλά σέρνονται ως ουρά και βουλιάζουν μαζί με το καρυδότσουφλο μόλις πάψει η θύελλα. Κι όσοι βγαίνουν σώοι απ’ την χάρυβδη της ιδιώτευσης τους ξεβράζει το κύμα στη σοσιαλιστική νησίδα της κίρκης που τους μαγεύει με αντιθεσμούς και τους μεταμορφώνει σε μεταμοντέρνους.
Κάνε λοιπόν τον κύκλο σου οδυσσέα…

Η ταξική πάλη είναι απρόβλεπτη σαν τα όνειρα. Δεν έχει πάντα ειρμό αλλά στο τέλος οι μάζες αφυπνίζονται.
Τα όνειρά μας δε μπαίνουν σε λιμάνι –εκτός κι αν τα περιφρουρούν απεργοί λιμενεργάτες. Βγαίνουν στο αρχιπέλαγος (γκούλαγκ), πηγάζουν απ’ το ασυνείδητο κι έρχονται σα σκηνή από ταινία με σκηνοθέτη το μορφέα και την ιστορία.
Κάποια από αυτά εξελίσσονται σε εφιάλτες. Κάποιοι θεωρούν τέτοιον τη σοβιετία. Ούτως ή άλλως το α-συνείδητο αυθόρμητο είναι πάντα ευάλωτο σε εφιάλτες που τρυπώνουν και το προβοκάρουν.

Στον αντίποδα το συνειδητό φέρνει την εξουσία στη φαντασία.
Που λέει σε μια φάση και στα σπουργίτια του αρκά, τρέχαμε μικροί καβάλα σε σκουπόξυλα και φανταζόμασταν ότι ήμασταν πάνω σε σκουπόξυλα και τρέχαμε. Φαύλος κύκλος.

Χρειάζεται διαλεκτική. Διαπαιδαγώγηση του κινήματος. Ενότητα και πάλη των αντιθέτων.
Θέλει κάτι άλλο πέρα απ' το χάιδεμα του αυθόρμητου. Ούτε χτύπημα, το ξύλο είναι αντι-παιδαγωγική μέθοδος. Αποτυχία όμως είναι και τα χαϊδεμένα της δασκάλας, σαν τον ανιάν.
Δε μπορείς να με χτυπήσεις, γιατί φοράω κουκούλα.

Το συνειδέναι σε πρώτη φάση το οφείλω λοιπόν στο αυθόρμητο. Σε κάτι αναμνήσεις, στον άβερελ, τον θηλυκό μου γονιό, τον τσε και την κούβα. Αλλά το ευ συνειδέναι το οφείλω στη θεωρία και την οργάνωση που με έμαθαν να σκέφτομαι ταξικά και να εμβαθύνω πίσω από τη βιτρίνα.

Έρχονται όμως οι ασυνείδητοι να σπάσουν τη βιτρίνα του συστήματος κι αφήνουν άθικτη την ουσία του. Φόρεσαν την κουκούλα ανάποδα κι ασκούν τυφλή βία κλείνοντας τα μάτια στη θεωρία που φωτίζει πέρα απ' την επιφάνεια.

Κόντρα στους ανεγκέφαλους, χρειάζεται ένα κεφάλι για ιθύνων νους. Ένας συλλογικός εγκέφαλος ως ανώτερη μορφή οργάνωσης της ύλης και των επαναστατών. Αρκεί να μην πάθουμε μαλάκυνση εγκεφάλου και πέσουμε (απ’ το κόμμα) σε κώμα. Τη γεροντική άνοια για την οποία μας προειδοποιεί ο πράσινος ντάνι.
Και να υπάρχουν όργανα σχετικά αυτόνομα, όχι μόνο εκτελεστικά, που θα αλληλεπιδρούν με το κεφάλι και θα εξειδικεύουν.

Αλλιώς καταλήγουμε στην αναπηρία. Πνευματική στην χειρότερή της μορφή. Κι οι άλλες όμως δεν πάνε πίσω. Καθηλωμένος σε καροτσάκι να περιμένεις απ' έξω μια ώθηση από την ταξική πάλη που είναι κινητήρια δύναμη της ιστορίας και να εφαρμόσεις το έτοιμο σχήμα που έφτιαξες εγκεφαλικά.
Όποιος δεν έχει μυαλό έχει πόδια. Αλλά αν δεν τα έχεις και τα δυο μαζί δε γίνεται. Σα να βαδίζουμε με ένα πόδι, που θα έλεγε κι ο μάο.

Χωρίς μυαλό, με επιμονή και τόλμη μόνο, δε γίνεται. Κοπανάμε απλώς το κεφάλι μας στον τοίχο. Τουλάχιστον δεν έχουμε κάτι ζωτικό μέσα να κινδυνεύει.
Κι η πάπια αν της κόψεις το κεφάλι τρέχει για κάποια δευτερόλεπτα, αλλά χωρίς αυτό είναι καταδικασμένη. Κάνει μόνο σπασμωδικές κινήσεις. Που για κάποιους είναι το παν αλλά καταλήγει εγγυημένα στο τίποτα. Και μένουμε χωρίς παρηγοριά και παπάκι να μας κάνει πα-πα-πα.

Κι έτσι στους τυφλούς κι ακέφαλους βασιλεύει ο μονόφθαλμος. Και στα ταξικά ναυάγια οι πειρατές κι ο μπαρμπαρόσα.
Κάποτε τα είχαμε δεκατέσσερα κι αποκρούσαμε την επιχείρησή του στον βήτα παγκόσμιο. Μετά όμως πήγαμε και βγάλαμε μόνοι μας τα μάτια μας με τους ρεβιζιονιστές.
Και μείναμε ορφανοί να τραγουδάμε για το κόμμα. Ενάντια στους εαμοβουλγαροκτόνους και τις αστικές σειρήνες.
Αχ βρε κυκλωπάκι μου, λες κι είσαι η ιθάκη μου…

http://www.youtube.com/watch?v=8XzUTaPGtU0&feature=related