Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διακοπές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διακοπές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2025

Κι αν φτωχική την βρήκες, δε σε γέλασε

Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη
Είσαι τόσο ηλίθιος, που θα βρεθείς στη Θράκη
(Αρκάς)


Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, θα ’ναι μακρύς ο δρόμος, γεμάτος Κίκονες (από τη Θράκη), Κίρκες, τετράποδα γουρούνια (σαν αυτά που κολυμπούν δίπλα σου στην Άτοκο), τετράτροχες γουρούνες-σκοτώστρες, Λαιστρυγόνες, διόδια και πανάκριβα ακτοπλοϊκά. Το πλοίο θα πηγαίνει αργά, περιμένοντας να θυσιάσεις στο κυλικείο το εισόδημά σου, προτού καν φτάσεις στο νησί, κερατάς και σφαγμένος, σαν το ελάφι της Άρτεμης. Αλλά τα μεταφορικά είναι κάπως φτηνότερα -όλα θέμα σύγκρισης είναι- κι ίσως περισσέψει ένα νεφρό για τις διακοπές του χρόνου. Που δεν ξαναφυτρώνει σαν το συκώτι του Προμηθέα, γιατί εδώ παίζει άλλος πρωταγωνιστής, που έκανε είκοσι χρόνια να βρει τον δρόμο για το Νόστο -πού και να μην ήταν πολυμήχανος-, λες και έπαιζε στη Λάμψη, ένας (Χρήστος) πολίτης του -τότε γνωστού- κόσμου.

Ίσως όμως τον ξεγέλασε το GPS του, που ζει τον μύθο του στο νησί της Ιθάκης, και σε κατευθύνει παρ-άλογα να κόψεις δρόμο από κάτι σκαλοπατάκια, λες και καβαλάς τετράποδα οχήματα. Απελπισία, σκέψεις να πετάς πετραδάκια πίσω για την επιστροφή -σε ένα νησί γεμάτο βότσαλα, με ελάχιστες αμμουδιές και διαβρωμένες συνειδήσεις- αλλά στο τέλος κάθαρσις, '89, και φτάνεις ανακουφισμένος εκεί που θες. Και πουθενά αλλού δεν αποκτά τέτοιο απόλυτο νόημα η φράση από την ψηφιακή φωνή: Ιθάκη - Φτάσατε στον προορισμό σας.

Μετά από λίγες μόλις μέρες, αντιλαμβάνεσαι πλήρως γιατί ο Οδυσσέας επέμεινε τόσα χρόνια για να γυρίσει σε ένα μυθικό μέρος -σαν Παραμ-Ιθάκη. Και γιατί άργησε τόσο να βρει τον δρόμο προς ένα ανεμοδαρμένο νησί, όπου οι Φρίκες (μυθικά τέρατα μεταμφιεσμένα σε ανεμοριπές) μπορεί να σε πάρουν, να σε σηκώσουν και να σε στείλουν για τον γύρο της Μεσογείου στα πέρατα του (τότε γνωστού και επίπεδου) κόσμου. Εξ ου κι όσοι σου νοικιάζουν πλεούμενα για τις παραλίες που είναι προσβάσιμες μόνο δια θαλάσσης -ικανοί να σε γδύσουν για ένα καρυδότσουφλο ή να σου πουλήσουν ακόμα και τη σχεδία που θα σε βουλιάξει-, σου δίνουν αυστηρές οδηγίες για να μη βρεθείς στο Φισκάρδο, στα ανοιχτά της Αδριατικής ή κάπου στο Γιβραλτάρ, με τους υπόλοιπους συντρόφους του Οδυσσέα, που φυλλορρόησαν σε διασπάσεις.

Το ομηρικό Θιάκι είναι το νησί των αντιθέσεων, που σοβούν κραυγαλέα και διαλεκτικά. Κατάφυτο και καταπράσινο -με παρενέργεια τις πολλές σφήκες-, με γαλαζοπράσινα νερά, τυπικά για Ιόνιο, που δε θολώνουν ποτέ, και κατακόκκινη ψυχή - επικράτεια, με το ΚΚΕ να φτάνει είκοσι ψήφους μακριά από την πρωτιά στις περσινές ευρωεκλογές. Μια «Ικαρία» του Ιονίου, που σχεδόν προσφέρεται για κινηματικό τουρισμό και είναι ζήτημα πώς δεν την έχουν οικειοποιηθεί μαζικά ορδές Φασαίων και Γκρούβαλων.

Παίρνεις μια πρόγευση ήδη από το λιμάνι της Σάμης, απέναντι, όπου η ομορφιά κρύβεται στις λεπτομέρειες. Παίρνεις μια πρώτη γεύση, με το πανό της ΚΟΒ Ιθάκης για την Παλαιστίνη, στο λιμάνι του Πίσω Αετού, άτυπη επιτροπή υποδοχής για τους επισκέπτες. Και συνεχίζεις δυναμικά, με μνημεία για τον ΕΛΑΣ και μια ναυμαχία του ΕΛΑΝ, με τα γραφεία του ΚΚΕ, με άλλα πανό, μικρές πλακέτες (πχ για τον Καρβούνη και την παγκόσμια ειρήνη), αφίσες για την Παλαιστίνη, κινηματογραφικές προβολές (για την Παλαιστίνη) ή το κομματικό ντοκιμαντέρ για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. 

Το ΚΚΕ είναι παντού, σαν τις πέτρες του νησιού -μπόλικη πέτρα, μπόλικη καρδιά- και όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα βρεις κάτω ίχνη του, χωρίς ίχνος διάβρωσης. Στο τέλος, σε παρασέρνει το κλίμα και το κύμα, κι αρχίζεις να τραγουδάς τον Ελανίτικο ύμνο, σαν θαλασσομάχος της λευτεριάς, ενώ χτενίζεις με το βλέμμα το σκάφος σου, να βρεις μέρος να αφήσεις το κολονάτο ποτήρι με το Άπερολ.

Απ’ την Αντίκερα προβάλλει ο Ζαχαριάς...




Το Κόμμα είναι βασικά ο μόνος ζωντανός (πολιτικός) οργανισμός του νησιού -όλοι οι άλλοι κρύβονται πίσω από τη μάσκα του ανεξάρτητου κέρδους. Κι όποιος αναζητά μια δημόσια πολιτική διαφοροποίηση, θα την βρει απρόσμενα στις Φρίκες, κοντά στο Ελανίτικο μνημείο, όπου αχνοφαίνεται ένα σύνθημα από τον καιρό της χούντας: Ζήτω η Επανάστασις. Δεν έχει μείνει ως άλλοθι πολυφωνίας ή για το «επαναστατικό» του περιεχόμενο, αλλά κατά λάθος, επειδή το ξέθαψε το κύμα, ο Λεβάντες και η κακοκαιρία του Ιανού, πριν λίγα χρόνια...




Μια άλλη βασική αντίθεση είναι ανάμεσα στην «πλέμπα» που δουλεύει σεζόν -ντόπια παιδιά, φοιτητές από την Πάτρα κτλ- και τους δεκάδες -ίσως και εκατοντάδες- σκαφάτους που πολιορκούν το νησί και τις παραλίες του. Είναι τόσο πολλοί που στο Βαθύ (την πρωτεύουσα) μπορείς να βρεις σπίτια που νοικιάζουν ντουζιέρες στους σκαφάτους! Και όπως βλέπεις το πανέμορφο -πλην τουριστικό- Κιόνι, με τόσα σκάφη στη σειρά, σκέφτεσαι πως αν δεν υπήρχε το ΕΑΜ θα είχαμε γίνει Μονακό -χωρίς Ανρί και Μάικ Τζέιμς. 


Αλλά αν κάνεις μια αφαίρεση (διαλεκτική ή με φότοσοπ) από τα σκάφη και τις άθλιες φωτεινές επιγραφές, σου μένει μια ειδυλλιακή εικόνα, από άλλες εποχές -πχ το 1917, τυχαία χρονολογία.


Στον πυρήνα της αντίθεσης, βρίσκουμε ένα νησί που ζει τον μύθο της τουριστικής ανάπτυξης, ψάχνοντας τον μήνα -ή έστω δίμηνο- που τρέφει τους 11 (10), με τιμές ακριβής Αθήνας, ενώ παλεύει να κρατήσει τον αυθεντικό χαρακτήρα του και να μην πουλήσει την ψυχή του στον διάβολο του εύκολου κέρδους, που λειτουργεί σαν Δούρειος Ίππος για τις λαϊκές συνειδήσεις. 

Φοβού τον τουρισμό και ανάπτυξη φέροντα. 

Και αν τα σκάφη και οι σχεδίες είναι το μόνο σχέδιο για να μην ερημώσει το νησί, δεν είναι παράξενο να θες κεντρικό σχεδιασμό για τον τόπο σου, αντί για ερζάτς Μονακό. Ίσως μοιάζει μάχη οπισθοφυλακών, ώρες-ώρες, αλλά στην Ιθάκη δίνεται από (πολύ) καλύτερες θέσεις, συγκριτικά με άλλα νησιά. Και μακάρι να μη φτάσει ποτέ η άσφαλτος στον εξωτικό Μαρμάγκα, για να μην τον φάει η μαρμάγκα του μαζικού τουρισμού -και τότε μόνο το μεθάνιο από τα γειτονικά λασπόλουτρα θα κρατάει μακριά τις ορδές των βαρβάρων με το συνάλλαγμα.

Το αποτέλεσμα είναι μια σειρά γοητευτικές, αντιφατικές εικόνες. Πχ η δεύτερη παραλία στο δημοφιλές Σαρακήνικο, όπου η «Κτηματική Κεφαλλονιάς» έβαλε απαγορευτική κορδέλα για καταπάτηση αιγιαλού, αλλά έχουν μείνει οι ξαπλώστρες και οι ομπρέλες και ο κόσμος μπορεί να καθίσει εντελώς δωρεάν! Ή κάποιοι σουρεάλ ελληνο-τουριστικοί διάλογοι, όπως της κυρα-Παναγιώτας με τις πίτες στο Κιόνι, που μιλάει μόνο ελληνικά, οι (δυο) ξένοι της απαντάν στα αγγλικά, αλλά βγαίνει παραδόξως άψογη συνεννόηση, χωρίς υπότιτλους. Ό,τι πιο κοντινό μπορεί να δει κανείς σε σκηνή της γκασπαζά Ντένης Μαρκορά με τη Μαρούσκα...

Γλώσσα μου έδωσαν τουριστική, σε συσκευασία κολιέ
Αλλά όπως και να είναι τα άστρα 
Εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω 

Τα μυθολογικά στοιχεία βρίσκονται ούτως ή άλλως παντού στο νησί. Στο άγαλμα του πολυμήχανου -χωρίς τον Άργο-, σε μπλούζες, σουβενίρ και μαγνητάκια, στα εμπνευσμένα ονόματα αναρίθμητων συλλόγων και μαγαζιών (από Οδυσσέας και Οδύσσεια, μέχρι την ταβέρνα «Κανένας», που θα μπορούσε να πληρώσει και τον λογαριασμό), ακόμα και στις οδούς -του Οδυσσέα, της Πηνελόπης, του Τηλέμαχου, του Λαέρτου -sic-, ακόμα και του Εύμαιου-, με ζήλο που μόνο με το ομηρικό Ίλιον θα μπορούσε να συγκριθεί -αλλά αυτό έχει μεγάλη έκταση, χωρώντας τα πάντα, από Βυζαντινούς αυτοκράτορες, μέχρι ήρωες της Αντίστασης.


Αχ βρε Κυκλωπάκι μου
Εσύ είσαι η Ιθάκη μου
Ξώκειλα στην αγκαλιά σου σώος και ένας
Και έγινα μες στα φιλιά σου ο Κανένας

Η προσπάθεια να παρουσιαστούν «ιστορικά τεκμήρια» για τις μυθολογικές αναφορές -όπως το παλάτι του Οδυσσέα ή το χαμένο βυθισμένο άστυ στην παραλία της Πόλης, είναι ασφαλώς αβάσιμη και φαιδρή. Εκτός και αν πέσεις σε μια σοβαρή επιστημονική επιτροπή συνταξιούχων λουόμενων, που δε βλέπουν τίποτα κωλυόμενο και το έμπειρο μάτι τους ξεχωρίζει τα πάντα, από το αρχαίο λιμάνι μέχρι λυόμενες εγκαταστάσεις και τον αργαλειό της Πηνελόπης, δίπλα από το βέλος και τους 12 πελέκεις, με τα προφυλακτικά των μνηστήρων.

Όλους τους ξέμπαρκους τους τρώει το σαράκι
Κι όσοι ταξίδεψαν, γυρεύουν την Ιθάκη

Μα για στάσου, κε του μπλοκ, αφού εσύ δεν ακούς τέτοια
Ναι, βάση, έχεις δίκιο.

Κάνε λοιπόν τον κύκλο σου Οδυσσέα
Κι όσο λείπεις θα είμαι εδώ, να υφαίνω ατέλειωτο πανί
Ώσπου να βρεις τον δρόμο σου μοιραία
Στης Ιθάκης το νησί να ξαναβγείς

Στο τέλος των διακοπών -που κοντεύουν να γίνουν μυθολογικό στοιχείο για τους περισσότερους Έλληνες-, το ερώτημα τίθεται ρητορικά. Κι αν φτωχική τη βρήκες, η Ιθάκη δε σε γέλασε -εκτός κι αν δεν αντέχεις τα βότσαλα και τις κροκάλες. Τίποτα δεν είναι φτωχικό εξάλλου, στις διακοπές μας, όσο σύντομα και αν είναι. Κι αν βρεθείς στην αγκαλιά της, σώος και ένας, εύχεσαι να είναι μακρά η παραμονή και μακριά η μέρα του γυρισμού στην καθημερινή σου Οδύσσεια, γιατί δεν είναι κάθε μέρα του Οδυσσέα -και βασικά κανείς δεν ξέρει πότε γιορτάζουν οι Οδυσσείς αυτού του («επίπεδου» και άχρωμου) σύγχρονου κόσμου.

Γιατί είναι ένα νησί που τα έχει όλα και συμφέρει -σε αποστάσεις, σε τιμές όχι τόσο. Ακόμα και ορεινά χωριά, αγριογούρουνα και μικρά μενίρ -κοντά στην Ανωγή-, σφε Οβελίξ. Δεν ξέρω αν είναι το καλύτερο που έχεις πάει. Κάθε νησί, άλλωστε, έχει τη δική του ομορφιά. Το ζήτημα είναι να βρεις τι σου πάει καλύτερα, καλή παρέα για να πας, και βασικά λεφτά για να πας και να μείνεις όσο γίνεται περισσότερο...

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

Συντροφικές αποδράσεις

Διακοπές με την οργάνωση σημαίνει βασικά δύο πράγματα: το αντιιμπεριαλιστικό διήμερο σαν τελετή έναρξης και κορύφωμα στη φοιτητική κατασκήνωση στο ποσείδι για εμάς τους βόρειους –για το αχλάδι δεν μπορώ να φέρω άποψη. Για τα οποία, αν δεν τα έχεις ζήσει από πρώτο χέρι, δεν μπορείς να καταλάβεις πολλά από τα ρεπορτάζ του στιλ «αντάμωσαν και γλέντησαν οι κνίτες», που είναι ο ορισμός της «φαντασίας στην εξουσία» -με τη διαφορά πως η εξουσία φθείρει και καταστρέφει την όποια φαντασία μπορεί να είχαμε.

Το διήμερο σηματοδοτεί το τέλος της ακαδημαϊκής χρονιάς για πολλούς φοιτητές κι ένα φτηνό τρόπο να επιστρέψουν στα πάτρια εδάφη τους, αν αυτά βρίσκονται στην άλλη άκρη της ελλάδας. Και είναι μια ευκαιρία για όσους συμμετέχουν, να αποκτήσουν μια εμπειρία ζωής που προσφέρεται για διάφορους μη αστικούς μύθους. Πχ ότι φέτος στο στόμιο δεν εμφανίστηκαν λέει τα στούκας, που είχαν θερίσει κόσμο στο προ δεκαετίας (και βάλε) διήμερο. Κι η μόνη σταθερή αξία ήταν ο θολός οπορτουνιστικός βούρκος στην παραλία όπου χύνεται το ποτάμι του πηνειού και γίνεται ακόμα χειρότερο, αν πλακώσουν μαζί τρεις χιλιάδες κατασκηνωτές. Τα καλύτερα μέρη εξάλλου είναι μετά το τσάγεζι, προς την καρίτσα και το κόκκινο νερό.

Η δική μου πιο δυνατή ανάμνηση είναι από το –πάει και το- νεστόριο. Με τους ήρωες-άπαρτα βουνά να παίζουν άπειρες φορές κάθε μέρα, για να τους μάθουν οι νέοι και να μην αντέχουν να τους ξανακούσουν οι παλιότεροι· τους.. σύγχρονους «ήρωες» να βουτάνε στα κρύα νερά του ποταμιού για να κολυμπήσουν· κι όλα τα αντάρτικα τραγούδια να γίνονται χασαποσέρβικα στον χορό. Και τον τοπικό (προ καλλικράτη) δήμαρχο να βγάζει ένα θερό λόγο υποδοχής, θαρρείς και ήταν δικός μας –καμία σχέση. Αλλά οι καλές σχέσεις χρησίμεψαν στη συνέχεια, γιατί ένα βράδυ που έβρεχε –εκτός από το κρύο που πιάνει πάντα τις νύχτες- και πολλές σκηνές πλημμύρισαν, οι αρχές του γειτονικού χωριού μας παραχώρησαν ευγενικά το δημοτικό για να διανυκτερεύσουμε. Και κάναμε ένα νυχτερινό ελιγμό γράμμο-βίτσι, που στην αρχή δεν ξέραμε πού θα κατέληγε (μήπως όντως στο βίτσι;) και ήταν μια δοκιμασία για τα νεύρα, τις αντοχές, τα γυναικόπαιδα, τους θεριακλήδες καπνιστές, τους γκρινιάρηδες σφους (καλή ώρα) και όσους λιπόψυχους σκέφτονταν τη λιποταξία. Το ατσάλωμα μας έκανε καλό όμως και σε κάθε αίθουσα του σχολείου έγιναν αυτοσχέδιες ομάδες με υπεύθυνους κι άτυπους.. πολιτικούς εκπροσώπους για την καλύτερη διαρρύθμιση του χώρου.

Στο ποσείδι πηγαίνουμε το δεύτερο μισό του ιούλη, που είναι η καλύτερη περίοδος: ούτε η πήχτρα στο άνοιγμα, που πλακώνει όλος ο κόσμος κι είναι πατείς με πατώ σε κι έχει παντού ουρές, από την τουαλέτα ως το σούπερ-μάρκετ, ούτε η νέκρα του αυγούστου, να σε πιάνει μελαγχολία –αν και έχει και αυτή την χάρη της. Δε συμπίπτει βέβαια με κάποια μεγάλη αθλητική διοργάνωση (μουντιάλ ή ολυμπιακούς) που θα είχε πλάκα ίσως να τη δει κανείς μαζί με μπαόκια πχ (που το 05’ φώναζαν «οέο-οέο με αρχηγό τον τέο») ή με το βουλευτή, το ζιώγα, που έβλεπε ακόμα και πόλο.

Είχαμε όμως δικές μας αθλοπαιδιές και μεγάλες διοργανώσεις, όπως το μουντοτάβλι του 02’ και το μουντοσκάκι, όπου δύο αρχάριοι σφοι είχαν ονομάσει τα άλογά τους καφού και ρομπέρτο κάρλος, ανάλογα με την πλευρά από όπου εφορμούσαν. Ή το κλασικό παλέρμο, όπου πριν αρχίσουμε να παίζουμε κανονικά, για να βρούμε το δολοφόνο, ξοδεύαμε τον πρώτο γύρο για να βγάλουμε κάποιον που είχαμε στην μπούκα, με.. «πολιτικά επιχειρήματα» πχ –για να το επικαιροποιήσουμε κιόλας- εγώ λέω να φύγει ο τάδε, γιατί δεν ψήφισε το 19ο και είναι με το ααδμ. –Ναι αλλά εγώ είμαι κάπου μεταξύ αριστερού ααδμ και δεξιάς λαϊκής συμμαχίας, ενώ εσύ... Και πάει λέγοντας.

Και ζήσαμε ιστορικές στιγμές, όπως τη γένοβα, όπου προσπαθούσαμε απεγνωσμένα να μάθουμε νέα και να βγάλουμε συνεννόηση με όσους είχαν τότε κινητά. Και την περίφημη επιστολή των επτά (του ναρ), που τώρα δεν είναι τόσοι αλλά οι καλοί βρήκαν το δρόμο τους. Και το λαϊκό στρώμα την έχει πάντα μαζί του στο πορτοφόλι του, αλλά κοροϊδεύει την κοινωνία και ποιος ξέρει πότε θα ξαναγράψει στο ανενεργό μπλοκ του, που ντεμέκ στα χαρτιά ξαναλειτουργεί. Και υπήρχε θέμα με τους ριζοσπάστες, γιατί κάναμε μεν ειδική παραγγελία, αλλά συνήθως ήταν λιγότεροι από τη ζήτηση και κάποιοι σφοι έγραφαν πάνω το όνομά τους, για να μην τους τον πάρει κανείς στη ζούλα και μείνουν μπουκάλα και αδιάβαστοι.

Αλλά αυτά συμβαίνουν σε ζωντανούς οργανισμούς κι είναι μικρές σταγόνες στο αρχιπέλαγος της συντροφικότητας, που δοκιμάζεται κι ατσαλώνεται στις χρεώσεις της καντίνας που διαχειριζόμαστε και τις ανάγκες της. Θαυμάζεις τους εθελοντές που δηλώνουν βάρδια 10-12, την ώρα αιχμής δηλ, το σφο που έκανε το λάθος να φτιάξει μια χρονιά κρέπες και έπαιρνε κάθε βράδυ ένα τόνο παραγγελιές, μαθαίνεις δουλειές που ούτε κατά διάνοια δε θα έκανες σπίτι σου, στρώνεις στη δουλειά τους λουφαδόρους, πίνεις σε νερό ό,τι έχεις βγάλει σε ιδρώτα (ή μήπως το αντίστροφο συμβαίνει;) και διηγείστε μαζί με άλλους ψήστες σφους «ιστορίες του κυνηγιού», σα ψαροντουφεκάδες. Ένας ψητάς πήρε παραγγελία σαράντα σουβλάκια (τα πουρουφάν που λένε κι οι νότιοι) και τα είχε έτοιμα σε πέντε λεπτά. Ένας άλλος έψηνε σουβλάκια σε δύο σειρές, πάνω-κάτω και πλαγίως κι είχε παραπλεύρως και μια δεύτερη ψησταριά με λουκάνικα και μπιφτέκια. Ενώ ένας τρίτος έκανε όλα τα παραπάνω και παράλληλα πρόσεχε τις πατάτες να μην καούν, άλλαζε τραγούδια στο cd player και έπαιζε και ντραμς. Κι ένας άλλος λέει τα έψηνε χωρίς λεμόνι. ΧΩΡΙΣ ΛΕΜΟΝΙ!; Και πώς έπαιρναν χρώμα δηλ για να μη φαίνονται ωμά; Εκτός κι αν ήταν στην ίδια φυλή-συνομοταξία με εκείνο το σφο που αν ήταν ινδιάνος θα τον φώναζαν το ωμό σουβλάκι. Ντάξει ρε σφε, είπαμε να υπερβάλλουμε λίγο στις ιστορίες, αλλά όχι και χωρίς λεμόνι.

Και τι άλλο έπαιζε; Οι συνελεύσεις κατασκηνωτών, που δεν ήταν κακές, αλλά πόσα αποτελέσματα να φέρουν μες σε δυο βδομάδες που ήμασταν εκεί, ενώ το ποσείδι ήταν ανοιχτό για ένα δίμηνο περίπου; Οι ανθρωποφύλακες που πρόσεχαν μη τυχόν κάνει μαντραπήδα κανείς τεϊτζής ή παμακίτης και ζητούσαν να τους δείξουν την κάρτα τους, αλλά εμείς τους καλύπταμε και λέγαμε πως ήταν δικοί μας από την καντίνα. Οι φωνές από τους σασίτες παραδίπλα, που είχαν κάνα δυο προκλητικούληδες, αλλά σε πρώτη ευκαιρία οι πιο πολλοί έρχονταν από τα μέρη μας. Το κυνήγι για τις καρέκλες της λέσχης, κάθε βράδυ που είχαμε γλέντι, για να μας τις ξαναπάρουν το άλλο πρωί και φτου από την αρχή, μέχρι που έβαλαν βιδωτά καθίσματα και ησύχασαν –κι ακρίβυναν και το φαγητό, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία. Οι συναυλίες κάθε πσκ (όχι η παλιά πανσπουδαστική) και η σταθερή αξία του κασούρα με τα ρεμπέτικα (και όχι μόνο) και δεν ξέρω αν σου ‘πα, αλλά... ήρωες άπαρτα βουνά και γιούπι για-για πανσπουδαστική (η πκς, δηλ η παλιά πσκ). Κι οι εκδηλώσεις, συζητήσεις, παρουσιάσεις κι ο πάγκος με τα βιβλία της σύγχρονης εποχής, που για μένα προσωπικά ήταν η πρώτη μου επαφή με το λένιν –απλά ελαφρά αναγνώσματα για την παραλία. Και ναι ήταν η πρώτη φορά με κάποιον που να το αξίζει, όπως θα έλεγε η ποταμίσια.

Το πευκοδάσος δίπλα στη θάλασσα, όπου μέσα έκανε φουτζίτσου, ενώ έξω είχε καύσωνα –αλλά χωρίς το τρελό κρύο στο νεστόριο. Βλάστηση σφε αναγνώστη, όχι ξερονήσια όπου χαίρεσαι με δυο αρμυρίκια όλα κι όλα και τα ποτίζεις για να μπει αιώρα κάποτε, στη δευτέρα παρουσία. Οι βραδινές «εξορμήσεις» στο άθλιο μπιτσόμπαρο, που ή εγώ κάνω σα γέρος ή αυτό παίζει ντάμπα-ντούμπα στη διαπασών, που ευτυχώς δεν έφτανε ως το στρουμφοχωριό με τις σκηνές που στήναμε στα πέριξ της καντίνας, αλλά τώρα έχει κι από την άλλη πλευρά ένα άλλο μπιτσόμπαρο και έτσι είμαστε περικυκλωμένοι, σφοι. Και διάφορα άλλα σκηνικά και περιστατικά, που δεν έχουν αποχαρακτηριστεί ακόμα από τα μυστικά αρχεία και τα κρατάμε κάβα για κάποια άλλη φορά.

Το περίεργο είναι πως το ποσείδι σου αφήνει πολλές φορές μια αίσθηση βετεράνου φιτητή, που σε κάνει να λες πως μπούχτισες και δε θα ξανάρθεις άλλη χρονιά, αλλά πάντα σε κερδίζει μέχρι να πάψεις να βρίσκεις παρέα και να σε ξεβράσει το φκ κι η νέα γενιά. Και πάντα μελαγχολείς στην τελετή παράδοσης-παραλαβής της καντίνας στους βρωμοπασόκους, που πρέπει να βγάζουν ένα σωρό λεφτά ο καθένας για την πάρτη του από τη διαχείριση της καντίνας, όπως άλλωστε και οι δαπίτες. Και μόνο η/τα εαακ δεν παίρνουν την καντίνα, θεωρητικά για λόγους αρχής, γιατί δε συμμετέχουν στη φεαπθ, άτυπα όμως τους είχε μείνει σιωπηρά ως αντάλλαγμα το στέκι στη θεολογική, που μέχρι πρότινος –και για μια δεκαετία σχεδόν- έμενε τραγικά αναξιοποίητο, αλλά τώρα βελτιώθηκε η κατάσταση. Και οι ναρίτες ορκίζονται, μα το δία και την μπελισάμα, πως κι οι θερινές τους κατασκωνώσεις είναι καλύτερα οργανωμένες, αλλά όπως λέει μια φίλη της κε του μπλοκ, ό,τι συμβαίνει στο χορευτό, μένει στο χορευτό (αν και φέτος θα πάνε αλλού) και τέλος πάντων ας βρουν ένα δικό τους να διηγηθεί τις δικές τους εμπειρίες..


Υγ: Η κε του μπλοκ αισθάνεται την ανάγκη να ευχαριστήσει τους σφους αναγνώστες για τα πολύ καλά αντανακλαστικά που δείχνουν στην πλειοψηφία τους τις τελευταίες μέρες στα σχόλια και να τους ευχηθεί καλή ξεκούραση για τις επόμενες μέρες, που κατά πάσα πιθανότητα το μπλοκ δε θα ανανεώνεται με κείμενα.