Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βικτώρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βικτώρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

Hasta la Βικτώρια Siempre

Τούτες τις μέρες, που ο άνεμος μας κυνηγά -και τρέμεις κάθε που βλέπεις σύννεφα να μαζεύονται στον ουρανό, μη τυχόν ξεσπάσουν την οργή του πάνω στους πρόσφυγες και τις σκηνές τους- κάθε χρήστης του διαδικτύου πετυχαίνει στην καθημερινή του βόλτα μικρές προσωπικές ιστορίες επιβίωσης, τραγικές και συγκινητικές, ηρωικές και πένθιμες, που δεν είναι συνηθισμένες για να τις πεις καθημερινές, αλλά γίνονται σταδιακά κομμάτι και της δικής μας καθημερινότητας, στα χρόνια του ιμπεριαλισμού.

Κι είναι πολλοί σφοι που γίνονται ένα είδος αυτοσχέδιων ρεπόρτερ, θέλοντας να σπάσουν την απομόνωση των προσφύγων, το φράχτη της αδιαφορίας (αφού πέρασαν τους υπόλοιπους), να δουν από κοντά την κατάσταση, να δώσουν κουράγιο -που είναι κι αυτό είδος πρώτης ανάγκης-, να προσπαθήσουν να καταλάβουν, κι ας είναι αδύνατο να βάλεις τον εαυτό σου στη θέση κάποιου που ξεριζώθηκε από την πατρίδα του, είδε τους δικούς του να θαλασσοδέρνονται, να ξεκληρίζονται και να μην έχουν στον ήλιο μοίρα. Ούτε σπίτι, ούτε τροφή, παρά μόνο μια βουλιαγμένη ελπίδα που παλεύει να μείνει ζωντανή και τη δική μας αλληλεγγύη να ζεσταίνει την ψυχή τους.

Όσο υπάρχουν άνθρωποι... Άνθρωποι που σπεύδουν επί τόπου, επιδιώκουν την ανθρώπινη, προσωπική επαφή, κάποιοι ίσως και την προσωπική τους ανάδειξη, μια φωτογραφία για να μαζέψουν "λάικ" στο προφίλ τους, πειστήριο της μεγαλοψυχίας και της ευαισθησίας τους, αλλά δεν είναι αυτοί που δίνουν τον τόνο και θα μας απασχολήσουν εδώ. Είναι λεπτή η γραμμή εξάλλου και μπορεί να την περάσεις χωρίς να το θες, χωρίς καν να το καταλάβεις. Οι πρόσφυγες όμως δεν είναι πάπιες στο πάρκο, που τις ταΐζουμε, ούτε αξιοθέατο για να φωτογραφίζουμε και να εκθέτουμε τη δυστυχία τους. Και βασικά η κατάστασή τους δεν προσφέρεται για εύκολες, τηλεοπτικού τύπου συγκινήσεις, με την ελεγχόμενη λύτρωση στο φινάλε. Δεν μπορεί να υπάρξει κάθαρση και happy end, σε μια τραγωδία χωρίς τέλος, όσο δε χτυπάμε τη ρίζα του κακού.

Η γενική εικόνα που έχω σχηματίσει προσωπικά από τη Βικτώρια είναι κάπως διαφορετική, με πιο άγριες καταστάσεις. Μπορεί αυτό να έχει να κάνει με το συνωστισμό σε μια κατοικημένη περιοχή ή το ότι στην πλατεία στοιβάζονται Αφγανοί πρόσφυγες, που επισήμως δε θεωρούνται πρόσφυγες και δεν έχουν καν τα όποια δικαιώματα και τη μεταχείριση που απορρέει από την προσφυγική ιδιότητα. Ή ακόμα και με τη διαφορετική κουλτούρα των Σύριων, που είναι σχεδόν Ευρωπαίοι, κάτι όμως που ακούγεται εντελώς γελοίο, αν συνδεθεί με τις ευρωπαϊκές, ανθρωπιστικές αξίες που θριαμβεύουν σε αυτόν τον πόλεμο.

Αν κάποιος αλληλέγγυος μεταφέρει τρόφιμα με το αμάξι του και βγάλει αλάρμ, διπλοπαρκάροντας στην πλατεία, δεν προλαβαίνει καν να κάνει δύο βήματα ή να ανοίξει το πορτ-μπαγκάζ και αμέσως τον περικυκλώνουν απελπισμένες ψυχές, που "επιτίθενται" σαν αγέλη, αλλά κατά μόνας, ο σώζων εαυτόν σωθήτω, γιατί αλλιώς δε θα προλάβουν τίποτα και  θα μείνουν πεινασμένοι. Εμπιστεύονται κυρίως τα συσκευασμένα τρόφιμα, αλλά τελικά τα παίρνουν όλα, γιατί δεν έχουν την πολυτέλεια να επιλέξουν. Δρουν με το ένστικτο της επιβίωσης, σε συνθήκες αποκτήνωσης, για να μπορούμε μετά εμείς οι πολιτισμένοι να επιβεβαιώσουμε το έτοιμο συμπέρασμά μας: ότι είναι δηλ κτήνη απολίτιστα.

Αλλά τα πραγματικά κτήνη παραφυλάνε τις γωνίες. Είναι οι απαθείς εξωτερικοί παρατηρητές, που έχουν πάθει ανοσία στα ερεθίσματα, κι οι χρυσαυγίτες με πολιτικά (ως συνοδεία των ένστολων) που το παίζουν αγανακτισμένοι κάτοικοι της περιοχής, και την πέφτουν σε όσους φέρνουν κάτι από το υστέρημά τους, τους λένε ότι διαιωνίζουν αυτήν την κατάσταση. Ενώ το σωστό θα ήταν πχ να τους αφήναμε χωρίς τροφή, γιατί έτσι θα πέθαιναν μια ώρα αρχύτερα, κι ούτε καν νερό, για να μην πάνε στις τουαλέτες των μαγαζιών της πλατείας και τις βρωμίζουν.
Ούτε γη, ούτε νερό στους πρόσφυγες. Αυτά τα δίνουμε στους ιμπεριαλιστές, σε ντόπιους και ξένους κυρίαρχους.

Παρά τον καλπάζοντα φασισμό, υπάρχει ακόμα ανθρωπιά σε αυτό το λαό, που εκφράζεται με κάθε ευκαιρία. Υπάρχει ένα κύμα αυθόρμητης αλληλεγγύης, ευρεία απήχηση σε κάθε αντίστοιχο κάλεσμα -είτε είναι σχολεία, είτε σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων, σωματεία, λαϊκές επιτροπές, οτιδήποτε. Θα βρεθούν πάντα δυο-τρεις ηλίθιοι ή σκατόψυχοι να πουν μια αποστομωτική εξυπνάδα, του στιλ: γιατί δεν πάνε στις άλλες αραβικές χώρες (πχ στη Σαουδική Αραβία, που χρηματοδοτεί αδρά τον ISIS) και έρχονται εδώ, που θες να τους πεις: κι εσύ γιατί δεν πας στο διάολο; Αλλά δεν είναι αυτοί που δίνουν τον τόνο, δεν έχει χρυσαυγίτικη ψυχή ο λαός μας (που είναι πάντα ικανός για το καλύτερο και για το χειρότερο).

Και είναι αυτονόητο χρέος, συλλογικό και προσωπικό για τον καθένα ξεχωριστά, να δυναμώσουμε την αλληλεγγύη μας, με όσα λίγα μπορεί να δώσει ο καθένας, που θα είναι πάντα λίγα, αλλά πολλά για όποιον δεν έχει τίποτα. Αυτό περνάει μόνο από το δικό μας χέρι κι από κανέναν άλλο, κανέναν επίσημο που χτίζει τη φιλανθρωπική λεζάντα του, και προφανώς κανέναν επίσημο κρατικό φορέα, που νίπτει τας χείρας του, σαν Πόντιος Πιλάτος.

Του Πάνου Ζάχαρη

Η ΔΦΑ, ως απαραίτητο συμπλήρωμα του καλπάζοντα φασισμού, πάει να χτίσει το φιλολαϊκό της προφίλ στην πλάτη των προσφύγων, με τη λογική: οι άλλοι είναι ρατσιστές, ενώ εμείς ανθρωπιστές, που συγκινούμαστε, έχουμε αισθήματα και καλές προθέσεις. Άλλο αν αυτές δε μεταφράζονται στην παραμικρή πρακτική βοήθεια, στη στοιχειώδη οργάνωση της αλληλεγγύης κι αφήνουν άδειο γήπεδο στις ΜΚΟ για να αυγατίσουν τα κέρδη τους. Άλλο αν στο κοινό ανακοινωθέν με την αντιπολίτευση, υπάρχει η φράση "παράτυποι μετανάστες" και προβλέπονται κλειστά κέντρα φύλαξης.

Του Ιάκωβου Βάη, από το Ριζοσπάστη
Το θέμα είναι τι περνάει παραέξω, προς την κοινή γνώμη. Και ότι η ΔΦΑ ευελπιστεί να παίξει τους πρόσφυγες ως διαπραγματευτικό χαρτί, για να ελαφρύνει τη στάση των εταίρων και να φέρει με την τακτική του σαλαμιού, φέτα-φέτα κι όχι όλα μαζί, τα επόμενα αντιλαϊκά μέτρα, σε ένα πηγάδι χωρίς πάτο.

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2015

Η θετική πλευρά της ζωής

Έκλεισε την πόρτα πίσω του και γύρισε να την κλειδώσει, πιο πολύ από συνήθεια, παρά γιατί είχε κάποια πράγματα αξίας, που φοβόταν μην του τα πάρουν. Κάποια αντικείμενα είχαν βέβαια συναισθηματική αξία και ήταν αναντικατάστατα, αλλά συνάμα κι άχρηστα για τις χυδαίες υλικές ανάγκες ενός διαρρήκτη. Αν και το μόνο χυδαίο που έβρισκε, αλήθεια, σε όλα αυτά, ήταν πώς είχε αποσυνδεθεί ο υλισμός ως έννοια από τη φιλοσοφία, για να τον συνδέσουν, ξέρω ‘γω, με την τριλογία: μαμ – κακά και νάνι.

Κάλεσε το ασανσέρ κι άκουσε πάλι φωνές από το διπλανό σπίτι, τη γειτονοπούλα να σκοτώνεται με τη μάνα της και να τρώει λίγο-λίγο κάθε μέρα το μέσα της, ενώ η άλλη (νόμιζε πως) τρεφόταν απ’ όλο αυτό. Από αυτούς τους καβγάδες χωρίς λόγο και με σουρεάλ διαλόγους, που φαίνονται σχεδόν διασκεδαστικοί, όταν τους βλέπεις απέξω, μέχρι να πάρει κι εσένα η μπάλα. Αλλά πώς να μην τρώγονται, αφού η μικρή κοντεύει πια τα τριάντα και μένει ακόμα μαζί της, από ανάγκη κι όχι επειδή το θέλησε ή πχ γιατί τα παιδιά στην Ελλάδα αργούν να απογαλακτιστούν από τους γονείς τους. Και πού να πάνε;

Προσπέρασε στην είσοδο τα γραμματοκιβώτια με τους φακέλους των λογαριασμών, που έμεναν ανεπίδοτοι στη θέση τους, λες και έτσι ο ένοικος θα γλίτωνε το χαράτσι, ή μάλλον γιατί φοβόταν τι θα αντικρίσει, κι ύστερα θα έπρεπε, ακολουθώντας έναν παλιό, άγραφο κανόνα, να σκοτώσει το ταχυδρόμο για την άσχημη είδηση που του έφερε.

Βγήκε έξω για καθαρό αέρα. Σε κάθε γωνία μύριζε αμμωνία κι η μέρα τον τραβούσε απ’ τα μαλλιά. Ένα περιστέρι, που θα μπορούσε να ήταν κι άσπρο, αν δεν είχε ξεβάψει, κάθισε στο σύρμα και κουτσούλησε ένα πεζούλι, όπου κάθονταν κάποιοι πρόσφυγες. Τα σύρματα της κεντρικής λεωφόρου ήταν γι’ αυτά κάτι σαν δημόσια αποχωρητήρια, όπως είχε γίνει δηλαδή και όλο το κέντρο της πόλης μια χαβούζα, χωματερή ψυχών, που τους πετούσαν εκεί σαν σκουπίδια.

Ένας κουλουρτζής έστηνε τον πάγκο με την πραμάτειά του. Στη γωνία ένα πρεζάκι με άδειο βλέμμα και δυο τρύπες για μάτια, σαν τα κουλούρια παραδίπλα, έψαχνε να γεμίσει την τρύπα στη ζωή του με ουσίες, για να καταφέρει μια τρύπα στο νερό ή μάλλον στο δέρμα του. Και η ζωή να περνάει λαθραία και να μοιράζει κουλούρια, σαν δασκάλα σε όσους έχασαν κάθε όρεξη να την ακολουθήσουν.

Κι εγώ ξεκάρφωτος μαζί και καρφωμένος
Του λέω με στιλ πως είναι όμορφη η ζωή

Προχώρησε στην καφετέρια, όπου είχε ραντεβού με τον παλιό του συμμαθητή. Βαριόταν αφόρητα τη συμβατική υποχρέωση όπου είχε μπλέξει, αλλά είχε αρνηθεί ήδη δύο φορές και δεν τον έπαιρνε τρίτη. Και έτσι τώρα έπρεπε να ανεχτεί για τις επόμενες ώρες τα σοφά αποφθέγματα για τους καλούς και άξιους που προχωράν και ανταμείβονται, όπως στις ελληνικές ταινίες, να υποστεί την περιαυτολογία του συμμαθητή του, τη διαφορετική του φιλοσοφία. Και το πιο χυδαίο τελικά ήταν που η φιλοσοφία ως έννοια είχε μπλέξει με τόσο φιλοχρήματους, «υλιστές» τύπους...

-.-.-

«Γιατί να μη δούμε το ποτήρι μισογεμάτο; Να σταθούμε στη θετική πλευρά της ζωής; Στα μικρά πράγματα που μας κάνουν ευτυχισμένους;»

Πήρε το δρόμο του γυρισμού, παίζοντας νοερά στο μυαλό του όλα όσα είχε ακούσει. Γιατί να μη δούμε τις μικρές λεπτομέρειες που κρύβουν τον ελέφαντα στο δωμάτιο; Την κρίση ως ευκαιρία για δημιουργία; Όλα τα μικρά, καθημερινά που μπορούμε να αλλάξουμε; Το καφάσι που πιάνει τη θέση για το παρκάρισμα, τις τσίχλες στο μετρό ή τα καθαρά μας νύχια, καθώς βουλιάζουμε στο βούρκο, το παγκάκι που φιλούσες την κοπέλα σου και το ξήλωσαν... Γιατί να αφήσεις να σε τυλίξει το συννεφάκι της απαισιοδοξίας και της μιζέριας;

Γιατί να μη φτιάξουμε ένα κολάζ με ωραίες, καθημερινές στιγμές; Μια φούστα που σηκώθηκε μαζί με το... ηθικό σου, η ταχινόπιτα που έφαγες για πρωινό, το Κινέζικο όπου πήγες με τους φίλους σου το βράδυ, η ακριβή γραβάτα που πήρες, μια ατάκα που διάβασες στο τουίτερ, μια φωτό που πήρε πολλά like στο face, οι νότες από το σουξέ που σου ‘χει κολλήσει από χτες, μια έξυπνη διαφήμιση που είδες, το γκολ που έβαλε ο παικταράς, ένα γατάκι που τάισες, οι διάχυτες ευαισθησίες σου...

Ξάφνου το σκηνικό αλλάζει και το περιβάλλον σου δίνει τη μουσική υπόκρουση. Οι κόρνες φτάνουν σα μελωδία στα αυτιά, τα κομπρεσέρ δίνουν το ρυθμό, οι εργάτες που ιδρoκοπάνε κάτω απ’ τον ήλιο δεν αναψοκοκκινίζουν απ’ το ζόρι, αλλά από τον έρωτα που παρυφεί στα μάγουλά τους. Οι μετανάστες στα παγκάκια δεν είναι πρόσφυγες, απλώς λιάζονται και ρεμβάζουν. Κι οι πεταμένες σύριγγες είναι σαΐτες και βελάκια, που απλώς δε βρήκαν στόχο στο παιχνίδι.

Κι η θετική πλευρά της ζωής είναι πως εσύ, ο υπέροχος μοναδικός σου εαυτός, είναι κάτι ξεχωριστό, που δεν τον αγγίζουν όλα αυτά, είναι κάτι υπεράνω, διαφορετικό. Δεν είναι εργάτης, ούτε πρόσφυγας, άστεγος, πρεζάκι (κάνα τσιγαράκι πού και πού δε βλάπτει). Είσαι εσύ κι είναι τόσο μοναδικό, τόσο υπέροχο, τόσο εαυτός σου, που απολαμβάνεις κάθε στιγμή αγαπώντας εσένα κι όσα σου συμβαίνουν, κάθε ψηφίδα από το κολάζ με τις χαρούμενες σκέψεις σου. Και θες να διώξεις όλα τα άσχημα που απειλούν την τόση ομορφιά σου, που θέλουν να σε μαυρίσουν, να σε μιζεριάσουν, να σου χαλάσουν τη θετική σκέψη-ενέργεια, την ψυχολογία· να τα κλείσεις σε μια παρένθεση, αριστερή, δεξιά, κεντρώα, δεν έχει σημασία, να τα πάρει το Ποτάμι, να ξεβρωμίσει ο τόπος.

Και να αφήσεις τους άλλους να γίνουν κι αυτοί συλλέκτες ωραίων στιγμών, να βρουν το δικό τους δρόμο για την ευτυχία, αρκεί να μην μπαίνουν εμπόδιο στο δικό σου, γιατί κάπου διάβασες πως αυτό σημαίνει ελευθερία. Για σένα είναι η ζωή και οι ελευθερίες της...

Κι όσο για αυτούς που κολυμπάνε καθημερινά στην κοιλάδα των δακρύων, αυτούς που πνίγονται στο αρχιπέλαγος, που βλέπουν τον εαυτό τους και τα όνειρά τους να βουλιάζουν στη στεριά, ψάχνοντας ένα αποκούμπι...


ΚΚΕ, σκούπισε τα μάτια σου...

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015

Περιθώριο κι απέξω

Οι κλασικοί λένε κάπου πως η κυρίαρχη ιδεολογία σε ένα δοσμένο κοινωνικό σύνολο είναι η ιδεολογία της εκάστοτε κυρίαρχης τάξης. Κι είναι ζήτημα (βασικά λυμένο αλλά και) προς συζήτηση αν θα μπορούσε ποτέ η επαναστατική-κομμουνιστική ιδεολογία να πλειοψηφήσει στις σημερινές συνθήκες, χωρίς τη διαμεσολάβηση μιας επαναστατικής διαδικασίας –κάτι που παραπέμπει στη γνωστή ρεφορμιστική-ιδεαλιστική αντίληψη: πρώτα να κερδίσουμε-αλλάξουμε τις συνειδήσεις του κόσμου κι ύστερα τον κόσμο γύρω μας. Αλλά αυτό δε θα το αναλύσουμε περαιτέρω στο σημερινό κείμενο.

Κατ’ αντιστοιχία, ο κυρίαρχος τρόπος ζωής κι οι διάφορες τάσεις που διαμορφώνονται είναι εμποτισμένες με τις αξίες της κυρίαρχης τάξης –δεν υπάρχει προφανώς πλήρης ταύτιση, γιατί δεν έχουν όλοι τα εισοδήματα της κυρίαρχης τάξης, για να ακολουθήσουν το life-style των αστών. Μπορούν όμως να το ονειρεύονται δωρεάν και θα τους κοστίσει ακριβά να το αποβάλουν, νικώντας τη δύναμη της συνήθειας, για να μάθουν να σκέφτονται διαφορετικά.

Αυτή ακριβώς η επέκταση του παραπάνω σχήματος είναι που κάνει ίσως αρκετούς να βρίσκουν εύστοχο και να αποδέχονται αυθόρμητα τον όρο «ολοκληρωτικός καπιταλισμός», που αγκαλιάζει σχεδόν κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας και αποτυπώνει πιστά τη σημερινή κατάσταση γενικευμένης εμπορευματοποίησης. Αν και στην πραγματικότητα, οι βάσεις αυτής της θεωρητικής επεξεργασίας είναι διαφορετικές κι έχουν να κάνουν με τις ιμπεριαλιστικές ολοκληρώσεις και την τάση προς τον ολοκληρωτισμό. Αλλά ούτε αυτό είναι της παρούσης να αναλυθεί διεξοδικά.

Τι (μπορούμε) να κάνουμε λοιπόν; Αναζητούμε στο περιθώριο του κυρίαρχου τρόπου ζωής μικρές κοφτές (ου μην και κομμένες) ανάσες ελευθερίας και αξιοπρέπειας. Αποδεχόμαστε σιωπηρά αλλά συνειδητά πως δεν πρόκειται να βρούμε στη δουλειά μας (αν την έχουμε και αυτήν) την ανάπτυξη κι ολοκλήρωση της προσωπικότητάς μας και διαπραγματευόμαστε με στιλ ελληνικό, βαρουφακίσιο, έναν έντιμο συμβιβασμό για την τυπική μας συμμετοχή και το μικρότερο δυνατό ξόδεμα στο προκαθορισμένο ωράριο, που θα μας αφήνει τουλάχιστον αρκετό ελεύθερο χρόνο μες στη μέρα για να βρούμε τον εαυτό μας σε άλλες δευτερεύουσες δραστηριότητες. Που δεν είναι καθόλου ασήμαντες, λειτουργούν όμως συμπληρωματικά προς την εργασία, που αποτελεί τη βασική κοινωνική σχέση που καθορίζει τον άνθρωπο και στο σημερινό πλαίσιο καταλήγει συνήθως να αδειάζει αντί να γεμίζει τον εργαζόμενο, αφήνοντάς του ελάχιστα περιθώρια για να κάνει κάτι δημιουργικό –πόσο μάλλον κάποια «βαριά» πνευματική ασχολία- στο λιγοστό ελεύθερο χρόνο του.

Η παραπάνω ιδέα βασίζεται κατά μία έννοια στο περίφημο «απέξω» του βλαδίμηρου για την επαναστατική θεωρία και την εργατική τάξη –αν και υπάρχει η ερμηνεία ότι αυτό το απέξω δεν αναφέρεται απαραίτητα στο στρώμα των διανοούμενων που βρίσκονται εκτός εργατικής τάξης και μόνο αυτοί μπορούν να φιλοσοφούν και να ασχολούνται με θεωρητικά ζητήματα, αλλά σε αυτή καθαυτή τη θεωρητική σύλληψη που προκύπτει έξω από τον υποδουλωτικό, αποβλακωτικό χαρακτήρα της μισθωτής δουλείας και την παραγωγική διαδικασία σε αυτές τις συνθήκες. Αλλά για κάθε σωστή ιδέα, υπάρχει κι η υπερβολή της, που τη σπρώχνει έξω από τα όρια της ισχύος της.

Φτιάχνουμε λοιπόν μικρά προσωπικά –ή και συλλογικά- καταφύγια, περισσότερο για να ξεφύγουμε από την πραγματικότητα παρά για να την αλλάξουμε. Κι όσο βαυκαλιζόμαστε πως χτίζουμε εναλλακτικές ετεροτοπίες, τόσο τις ενσωματώνει και τις απορροφά με δύναμη ηλεκτρικής σκούπας το σύστημα. Ο καλός μύλος της αντίδρασης όλα τα αλέθει: εμπορικά, «εναλλακτικά» δίκτυα, εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης, δεκάδες μικρά ρυάκια (καλλιτεχνικά στέκια, ομάδες, ομίλους, κολεκτίβες, κ.ά) που στερεύουν και ξεστρατίζουν όταν δε χύνονται στο Ποτάμι του αδόλφου χίπστερ και τις ανόητες εξαγγελίες πως θα αλλάξουν όλα (χωρίς να βουλιάξει η χώρα) ξεκινώντας από τα μικρά πράγματα που «κάνουν τη διαφορά», όπως το καφάσι στο δρόμο για το παρκάρισμα.

Ακόμα κι αν δεν έχει κανείς όμως αυταπάτες αλά μαρκούζε για τη γλυκιά ενσωμάτωση του περιθωρίου, που βαφτίζεται επαναστατικό υποκείμενο, υπάρχει ο κίνδυνος του βολέματος, μιας ιδιότυπης ανακωχής κι ενός άτυπου κοινωνικού συμβολαίου, που συμπυκνώνεται στη λογική της παραίτησης και του «κάντε ό,τι θέλετε, αλλά αφήστε μας τουλάχιστον ήσυχους». Στην πραγματική ζωή όμως –που τρυπώνει από τις χαραμάδες του τείχους μας και παίρνει πάντα την εκδίκησή της- δεν υπάρχει εκεχειρία, δεν μπορούν να σταθούν οι μεσοβέζικοι συμβιβασμοί κι η αναπόληση μιας χαμένης ισορροπίας του πρόσφατου παρελθόντος. Και όσο η απογοήτευση μεταφράζεται σε ιδιώτευση και αναχωρητισμό, τόσο επιτρέπουμε την πλήρη επικράτηση και την εισβολή των εμπορικών σχέσεων στην «ιδιωτική» μας σφαίρα.

Η σύγκρουση που έρχεται δε θα δοθεί σε δευτερεύοντα χαρακώματα του εποικοδομήματος (όσο κι αν έχουν αυτά τα τελευταία τη σημασία τους) ούτε σε εναλλακτικούς μικρόκοσμους του περιθωρίου, χωρίς καμία επαφή με τον πραγματικό κόσμο· αλλά στην κεντρική σκηνή και με όλους τους προβολείς πάνω μας. Η νίκη της επανάστασης θα έρθει μέρα μεσημέρι κι όχι σαν κλέφτης από το παράθυρο. Και όσο φυγομαχούμε και δεν προετοιμαζόμαστε για αυτήν, τόσο θα στενεύουν τα περάσματα.

Ξέρεις καλά πως πια δεν έχω περιθώρια
Ξέρω καλά πως θα σαλτάρω, αν δε σε δω

Hasta la Βικτώρια siempre