Αν λοιπόν το ποδόσφαιρο είναι θρησκεία, κι αν δεχόμαστε (βασικά συνηθίσαμε) τους θρησκόληπτους, γιατί τα βάζουμε με τους οπαδούς και τους χούλιγκαν;
Γιατί απορούμε που ο κόσμος αφιονίζεται με τη μπάλα, ενώ άλλους αφιονισμένους τους αφήνουμε στο απυρόβλητο;
Μην απορείτε που ο κόσμος φανατίζεται με τις ομάδες.
Εχει ανάγκη μια ιδέα για να πιστέψει, τη στιγμή που τα ιδανικά γύρω του καταρρέουν.
Ψάχνει ένα νόημα ζωής. Το νόημα που λείπει απ' τη δική του και δε μπορεί να βρει πουθενά.
Έχει ανάγκη να πιστέψει σε κάτι που δε θα τον προδώσει. Τη στιγμή που νιώθει ότι όλοι γύρω του τον προδίδουν και δε μπορεί να τους εμπιστευτεί. Ούτε καν τον εαυτό του.
Θέλει να νιώσει την χαρά, που του κλέβουν σε όλα τα άλλα.
Να ζήσει κάποιες νίκες -ψεύτικες έστω-, για να πάρει ρεβάνς για τις καθημερινές του ήττες.
Να πατήσει στο συναίσθημα, για να ξεφύγει. Να βιώσει κάποιο θαύμα, μια υπέρβαση της πραγματικότητας. Αυτό που ενίοτε του προσφέρει σαν ψευδαίσθηση η ομάδα του.
Φυγή από την πραγματικότητα.
Αυτή είναι στην ουσία η βάση κάθε θρησκείας. Ένα σπίτι για όσους έχασαν κάθε ελπίδα κι έμειναν άστεγοι από ιδανικά. Μια γυάλα προστασίας από τον έξω κόσμο που σκοτώνει τα όνειρα για το μέλλον. Εξαιρετικά εύθραυστη, όπως κάθε γυάλα άλλωστε. Ο κόσμος όμως εθελοτυφλεί, γιατί έχει ανάγκη τις αυταπάτες του για να μη σαλτάρει (κι αρχίσει να φωνάζει: πού είναι η γυάλα-οέο).
Ποιος δεν το κάνει αυτό σήμερα;
Ο πραγματικά άθρησκος τον πρώτο λίθο βαλέτω...
Ο καθένας βρίσκει το δικό του όπιο: τζόγος, ποτά, φαΐ, τι-βί, ταξίδια, ίντερνετ...
Η ηρωίνη σκοτώνει αυτή είναι η διαφορά.
Ο καθένας ψάχνει -συνειδητά ή μη- το δικό του μέσο να ξεφύγει. Να εκτονωθεί, να διονυσιαστεί σαν οπαδός. Για να ζήσει λίγο έντονα και να ξεγελάσει τον εαυτό του ότι ζει πραγματικά.
Εκτονώνομαι άρα υπάρχω, είναι η κυριάρχη νοοτροπία σήμερα.
Αν η θρησκεία είναι το όπιο του λαού, το όπιο αυτό πατάει σε πραγματικές ανάγκες.
Η θρησκεία δεν γεννήθηκε όταν ο απατεώνας συνάντησε τον αφελή, όπως λέει ο ντιντερό. Η σκέψη αυτή ήταν ίσως πρωτοποριακή για την εποχή της, αλλά στην ουσία της είναι αστική. Είναι διαφωτισμός όχι μαρξισμός.
Στην καλύτερη περίπτωση αναρχία. Άρα ο αστικός χαρακτήρας παραμένει.
Η θρησκεία δεν είναι όπιο για το λαό. Είναι όπιο του λαού, ένα παυσίπονο που ως ένα βαθμό το φτιάχνει ο ίδιος, γιατί το έχει ανάγκη.
Άλλο αν μετά το παίρνουν οι επιτήδειοι, το διαμορφώνουν και το εκμεταλλεύονται.
Στην τελική ο οπαδισμός είναι και μια έκφραση συλλογικότητας, η ανάγκη του ανθρώπου να επιβεβαιώσει ότι είναι κοινωνικό ον.
Θα πει κάποιος ότι τέτοιες μορφές κοινωνικοποίησης είναι έως και λούμπεν, στρεβλώνουν την ανάγκη για ζωή, το πραγματικό της περιεχόμενό.
Σύμφωνοι. Αλλά ποιος ευθύνεται για αυτό;
Ποιος φταίει που η νεολαία σήμερα διοχετεύει τα θέλω της και τις ορμές της σε πλάνες ακίνδυνες για το σύστημα;
Δεν είναι αυτό άραγε η μεγαλύτερη απόδειξη της δικής μας αποτυχίας να πείσουμε τον κόσμο, να του δείξουμε την προοπτική και τη διέξοδο;
Επίλογος:
Ένα οπαδικό σύνθημα πρόσφατης εσοδείας λέει:
(...) δεν έχω σπίτι, δεν έχω δουλειά
δεν έχω γκόμενα, δεν έχω λεφτά
(...) τάδε (ομάδα) και δεν είμαι καλά...
Όποιος πιστεύει ότι πιάνει απλώς τον παλμό του οπαδού το περιορίζει πολύ. Στην ουσία δίνει συμπυκνωμένο αυτό που σκέφτεται όλος ο κόσμος.
Ειδικά η γενιά μας...
Υγ: Κουκουέ και δεν είμαι καλά...
Υγ2: εγώ δε θέλω στη ζωή να κυβερνήσω, θέλω να μείνω οπαδός φανατικός, αυτών που πάντοτε την τρώνε από πίσω και στο μηδέν ξαναγυρνάνε διαρκώς...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιόνι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιόνι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2008
Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2008
Όπιο του λαού
Το ποδόσφαιρο είναι μια σύγχρονη μορφή θρησκευτικής συνείδησης. Μια θρησκεία χωρίς απίστους όπως ισχυρίζονται -κάπως φονταμενταλιστικά είναι η αλήθεια- μπογιόπουλος και μήλακας στον τίτλο του βιβλίου τους.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα όμως, κι αν η θρησκεία είναι το όπιο του λαού κατά το γνωστό μαρξικό (sic) τσιτάτο, τοτε το ποδόσφαιρο δεν είναι παρά μια εκσυγχρονισμένη μορφή αποχαύνωσης.
Οι θεωρητικοί της καινούριας θρησκείας δεν είναι λιγότερο γραφικοί από τους σνομπ επικριτές της.
Οι λάτρεις της στρογγυλής θεάς, ανάγουν τη μπάλα σε τοτέμ και της προσδίδουν υπερφυσικές ιδιότητες.
Παρακάτω εξετάζουμε τους βασικούς άξονες της μυθολογίας τους.
Το ποδόσφαιρο προσφέρει θέαμα κι έντονες συγκινήσεις.
Υπερτονίζοντας την χαρά και την "κατάνυξη" του οπαδού, δεν κάνουμε τίποτα διαφορετικό από τους θρήσκους που επικαλούνται το μεταφυσικό τους βίωμα. Το οποίο δεν προσεγγίζεται με τη λογική, δεν περιγράφεται με λόγια και συνοψίζεται στο ακαταμάχητο επιχείρημα "αν δεν το νιώσεις δεν μπορείς να το καταλάβεις".
Το ποδόσφαιρο είναι δημοκρατικό από τη φύση του.
Μύθος που έχει και υποσύνολα.
Υποσύνολο ένα: μπορεί να παίξει οποιοσδήποτε.
Οι φινετσάτοι και οι εύσωμοι που δεν τρέχουν σα μηχανάκια έχουν εκτοπιστεί στην εξέδρα. Το σύγχρονο ποδόσφαιρο δεν χωράει καμιά ιδιαιτερότητα. Ακόμα κι ο μέσι έπαιρνε αυξητικές ορμόνες να ψηλώσει γιατί αλλιώς δε θα έκανε καριέρα.
Υποσύνολο δύο: ο αδύνατος έχει ελπίδες να νικήσει τον δυνατό.
Όσες κι ένας φτωχός πλην τίμιος να πετύχει στη ζωή του. Εννιά στις δέκα οι πλούσιοι κι οι δυνατοί θριαμβεύουν. Στη ζωή και στο ποδόσφαιρο.
Επιπλέον η άνιση προβολή του επιθετικού σε σχέση με τον τερματοφύλακα πχ, ενισχύει τη χυδαία θεωρία για τα δάχτυλα του χεριού που δεν είναι ίσα. Ουδεμία σχέση με δημοκρατία και ισότητα δηλ.
Μετά από αυτά, όταν ακούω ότι το ποδόσφαιρο είναι ο βασιλιάς των σπορ, το μυαλό μου πηγαίνει κατευθείαν στη βασιλευομένη, τον κοκό και τους γλίξμπουργκ.
Το ποδόσφαιρο είναι το κατεξοχήν λαϊκό άθλημα. Συγκινεί τις μάζες περισσότερο από κάθε άλλο.
Με τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα ένας ντίλερ ναρκωτικών θα μπορούσε να αποδείξει πόσο λαϊκό είναι το ορίτζιναλ όπιο που προσφέρει αυτός. Και τα δύο έχουν ευρύτατη λαϊκή αποδοχή εξάλλου.
Κι ό,τι κι αν λέγεται για τις ρίζες τους που χάνονται στα βάθη του χρόνου, αμφότερα είναι προϊόντα του καπιταλισμού. Τότε μόνο έγιναν εμπόρευμα για μαζική κατανάλωση.
Σ.Σ: Ο μπογιόπουλος (τον μήλακα ποτέ κανείς δεν θυμάται να τον αναφέρει) στο βιβλίο του προσπαθεί να δείξει τη σύνδεση του ποδοσφαίρου με το αρχέγονο ένστικτο του πρωτόγονου κυνηγού (!!).
Ίσως έτσι εξηγείται που οι γυναίκες δε συγκινούνται πολύ με τη μπάλα. Αυτές από τότε κάθονταν σπίτι και μαγείρευαν περιμένοντας τους κυνηγούς να γυρίσουν από το γήπεδο.
Το ποδόσφαιρο είναι αθώο, φταίνε τα λαμόγια που το λυμαίνονται.
Την ίδια ακριβώς θέση έχουν οι πιστοί που τα βάζουν με τους παπάδες και την εκκλησία που δυσφημούν το -κατά τα άλλα- αγνό θρησκευτικό ιδεώδες, με τις μπίζνες και το ρίαλ εστέιτ.
Είναι σωστό να τονίζουμε το ρόλο του έμπορα που πλασάρει το αφιόνι στις μάζες. Όμως ακόμα κι αν διώξουμε τον έμπορα θα πάψει το όπιο να είναι τέτοιο και να αφιονίζει;
Το θέμα δεν είναι να χτυπήσουμε τους εμπόρους για να αρχίσουμε να φυτεύουμε μόνοι γλαστράκια με μπάλες στο σπίτι.
Οι πιστοί του ποδοσφαίρου πέφτουν στο ίδιο λάθος που κάνουν οι αντίπαλοί τους από την ανάποδη. Του αποδίδουν μεταφυσικά ιδιότητες που δεν έχει. Οι μεν συγκεντρώνουν τις αρετές και φτιάχνουν τον θεό για να τον αντιπαραθέσουν στον διάβολο που φτιάξαν οι απέναντι.
Στο τέλος με τη στάση τους και τη μονομέρειά τους, δικαιώνουν ο ένας τον άλλο.
Αυτές οι αξιολογικές κρίσεις, άσχετα από το τελικό συμπέρασμα, έχουν σε τελική ανάλυση στο επίκεντρό τους έναν ιδιότυπο χυδαίο εμπειρισμό.
Βασικό κριτήριο κάθε αναλυτή για το ποδόσφαιρο είναι το αν του αρέσει ή όχι.
Κανείς "άμπαλος" δεν θαυμάζει το ποδόσφαιρο κι ελάχιστοι κολλημένοι με τη μπάλα στέκονται κριτικά απέναντί του.
Όλα τα υπόλοιπα είναι δομημένα πάνω σε αυτό το γούστο ή την απαρέσκεια του καθενός.
Βαρυσήμαντες αναλύσεις και θεωρίες για να δικαιολογήσουν αυτό που (δεν) κάνουν και να σκεπάσουν τον υποκειμενισμό τους, να του δώσουν αντικειμενική χροιά και αξιώσεις επιστημονικής προσέγγισης.
Το ίδιο το βιβλίο των δημοσιογράφων του ριζοσπάστη (δηλ του μπογιό και του φανταστικού του φίλου που κανείς δεν επιβεβαιώνει την ύπαρξή του) δεν ξεφεύγει από τον κανόνα.
Στο οπισθόφυλλό του μάλιστα λέει: το βιβλίο αυτό είναι ό,τι έμεινε από το όνειρο που είχαν οι δυο συγγραφείς όταν ήταν μικροί να γίνουν ποδοσφαιριστές.
Πιθανότατα δεν το αποδίδω πιστά, γιατί το γράφω από μνήμης. Την ουσία όμως δεν την αλλοιώνω.
Αυτή ήταν η πρόθεση των συγγραφέων και οφείλουμε να τους ευχαριστήσουμε για την ομολογία τους, είναι πολύτιμη.
Αν πρόκειται λοιπόν μόνο για ένα απωθημένο, ας το αντιμετωπίσουμε με συμπάθεια ως τέτοιο. Ένα ωραίο λογοτεχνικό κείμενο, ένας θρησκευτικός ύμνος για το ποδόσφαιρο που γράψαν δύο ιεροκήρυκές του. Αλλά τίποτα περισσότερο.
(Ο γκαλεάνο πάντως έκανε το ίδιο πράγμα πολύ καλύτερα. Χωρίς να έχει καμιά αξίωση επιστημονικότητας. Ούτε και πρόθεση αγιοποίησης όμως. Για αυτό ο τίτλος του βιβλίου του είναι: τα χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου).
Από αυτή την άποψη εγώ εκτιμώ πολύ περισσότερο την προσέγγιση του σωτηρακόπουλου (κι ας είναι από απολιτίκ, αστική άποψη. Ο αστικός αθεϊσμός είναι όπως και να 'χει προτιμότερος από τη θρησκοληψία). Μια προσέγγιση που συνοψίζεται στο εξής:
Το ποδόσφαιρο είναι το σημαντικότερο δευτερεύον πράγμα στον κόσμο.
Σημαντικό ίσως. Αλλά δευτερεύον.
Οι θρησκόληπτοι της μπάλας πάλι, ίσως συμφωνήσουν με τον Μπιλ Σάνκλεϊ, παλιό προπονητή της λίβερπουλ.
Το ποδόσφαιρο δεν είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου. Είναι κάτι πολύ περισσότερο...
(Συνεχίζεται...)
Αν έτσι έχουν τα πράγματα όμως, κι αν η θρησκεία είναι το όπιο του λαού κατά το γνωστό μαρξικό (sic) τσιτάτο, τοτε το ποδόσφαιρο δεν είναι παρά μια εκσυγχρονισμένη μορφή αποχαύνωσης.
Οι θεωρητικοί της καινούριας θρησκείας δεν είναι λιγότερο γραφικοί από τους σνομπ επικριτές της.
Οι λάτρεις της στρογγυλής θεάς, ανάγουν τη μπάλα σε τοτέμ και της προσδίδουν υπερφυσικές ιδιότητες.
Παρακάτω εξετάζουμε τους βασικούς άξονες της μυθολογίας τους.
Το ποδόσφαιρο προσφέρει θέαμα κι έντονες συγκινήσεις.
Υπερτονίζοντας την χαρά και την "κατάνυξη" του οπαδού, δεν κάνουμε τίποτα διαφορετικό από τους θρήσκους που επικαλούνται το μεταφυσικό τους βίωμα. Το οποίο δεν προσεγγίζεται με τη λογική, δεν περιγράφεται με λόγια και συνοψίζεται στο ακαταμάχητο επιχείρημα "αν δεν το νιώσεις δεν μπορείς να το καταλάβεις".
Το ποδόσφαιρο είναι δημοκρατικό από τη φύση του.
Μύθος που έχει και υποσύνολα.
Υποσύνολο ένα: μπορεί να παίξει οποιοσδήποτε.
Οι φινετσάτοι και οι εύσωμοι που δεν τρέχουν σα μηχανάκια έχουν εκτοπιστεί στην εξέδρα. Το σύγχρονο ποδόσφαιρο δεν χωράει καμιά ιδιαιτερότητα. Ακόμα κι ο μέσι έπαιρνε αυξητικές ορμόνες να ψηλώσει γιατί αλλιώς δε θα έκανε καριέρα.
Υποσύνολο δύο: ο αδύνατος έχει ελπίδες να νικήσει τον δυνατό.
Όσες κι ένας φτωχός πλην τίμιος να πετύχει στη ζωή του. Εννιά στις δέκα οι πλούσιοι κι οι δυνατοί θριαμβεύουν. Στη ζωή και στο ποδόσφαιρο.
Επιπλέον η άνιση προβολή του επιθετικού σε σχέση με τον τερματοφύλακα πχ, ενισχύει τη χυδαία θεωρία για τα δάχτυλα του χεριού που δεν είναι ίσα. Ουδεμία σχέση με δημοκρατία και ισότητα δηλ.
Μετά από αυτά, όταν ακούω ότι το ποδόσφαιρο είναι ο βασιλιάς των σπορ, το μυαλό μου πηγαίνει κατευθείαν στη βασιλευομένη, τον κοκό και τους γλίξμπουργκ.
Το ποδόσφαιρο είναι το κατεξοχήν λαϊκό άθλημα. Συγκινεί τις μάζες περισσότερο από κάθε άλλο.
Με τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα ένας ντίλερ ναρκωτικών θα μπορούσε να αποδείξει πόσο λαϊκό είναι το ορίτζιναλ όπιο που προσφέρει αυτός. Και τα δύο έχουν ευρύτατη λαϊκή αποδοχή εξάλλου.
Κι ό,τι κι αν λέγεται για τις ρίζες τους που χάνονται στα βάθη του χρόνου, αμφότερα είναι προϊόντα του καπιταλισμού. Τότε μόνο έγιναν εμπόρευμα για μαζική κατανάλωση.
Σ.Σ: Ο μπογιόπουλος (τον μήλακα ποτέ κανείς δεν θυμάται να τον αναφέρει) στο βιβλίο του προσπαθεί να δείξει τη σύνδεση του ποδοσφαίρου με το αρχέγονο ένστικτο του πρωτόγονου κυνηγού (!!).
Ίσως έτσι εξηγείται που οι γυναίκες δε συγκινούνται πολύ με τη μπάλα. Αυτές από τότε κάθονταν σπίτι και μαγείρευαν περιμένοντας τους κυνηγούς να γυρίσουν από το γήπεδο.
Το ποδόσφαιρο είναι αθώο, φταίνε τα λαμόγια που το λυμαίνονται.
Την ίδια ακριβώς θέση έχουν οι πιστοί που τα βάζουν με τους παπάδες και την εκκλησία που δυσφημούν το -κατά τα άλλα- αγνό θρησκευτικό ιδεώδες, με τις μπίζνες και το ρίαλ εστέιτ.
Είναι σωστό να τονίζουμε το ρόλο του έμπορα που πλασάρει το αφιόνι στις μάζες. Όμως ακόμα κι αν διώξουμε τον έμπορα θα πάψει το όπιο να είναι τέτοιο και να αφιονίζει;
Το θέμα δεν είναι να χτυπήσουμε τους εμπόρους για να αρχίσουμε να φυτεύουμε μόνοι γλαστράκια με μπάλες στο σπίτι.
Οι πιστοί του ποδοσφαίρου πέφτουν στο ίδιο λάθος που κάνουν οι αντίπαλοί τους από την ανάποδη. Του αποδίδουν μεταφυσικά ιδιότητες που δεν έχει. Οι μεν συγκεντρώνουν τις αρετές και φτιάχνουν τον θεό για να τον αντιπαραθέσουν στον διάβολο που φτιάξαν οι απέναντι.
Στο τέλος με τη στάση τους και τη μονομέρειά τους, δικαιώνουν ο ένας τον άλλο.
Αυτές οι αξιολογικές κρίσεις, άσχετα από το τελικό συμπέρασμα, έχουν σε τελική ανάλυση στο επίκεντρό τους έναν ιδιότυπο χυδαίο εμπειρισμό.
Βασικό κριτήριο κάθε αναλυτή για το ποδόσφαιρο είναι το αν του αρέσει ή όχι.
Κανείς "άμπαλος" δεν θαυμάζει το ποδόσφαιρο κι ελάχιστοι κολλημένοι με τη μπάλα στέκονται κριτικά απέναντί του.
Όλα τα υπόλοιπα είναι δομημένα πάνω σε αυτό το γούστο ή την απαρέσκεια του καθενός.
Βαρυσήμαντες αναλύσεις και θεωρίες για να δικαιολογήσουν αυτό που (δεν) κάνουν και να σκεπάσουν τον υποκειμενισμό τους, να του δώσουν αντικειμενική χροιά και αξιώσεις επιστημονικής προσέγγισης.
Το ίδιο το βιβλίο των δημοσιογράφων του ριζοσπάστη (δηλ του μπογιό και του φανταστικού του φίλου που κανείς δεν επιβεβαιώνει την ύπαρξή του) δεν ξεφεύγει από τον κανόνα.
Στο οπισθόφυλλό του μάλιστα λέει: το βιβλίο αυτό είναι ό,τι έμεινε από το όνειρο που είχαν οι δυο συγγραφείς όταν ήταν μικροί να γίνουν ποδοσφαιριστές.
Πιθανότατα δεν το αποδίδω πιστά, γιατί το γράφω από μνήμης. Την ουσία όμως δεν την αλλοιώνω.
Αυτή ήταν η πρόθεση των συγγραφέων και οφείλουμε να τους ευχαριστήσουμε για την ομολογία τους, είναι πολύτιμη.
Αν πρόκειται λοιπόν μόνο για ένα απωθημένο, ας το αντιμετωπίσουμε με συμπάθεια ως τέτοιο. Ένα ωραίο λογοτεχνικό κείμενο, ένας θρησκευτικός ύμνος για το ποδόσφαιρο που γράψαν δύο ιεροκήρυκές του. Αλλά τίποτα περισσότερο.
(Ο γκαλεάνο πάντως έκανε το ίδιο πράγμα πολύ καλύτερα. Χωρίς να έχει καμιά αξίωση επιστημονικότητας. Ούτε και πρόθεση αγιοποίησης όμως. Για αυτό ο τίτλος του βιβλίου του είναι: τα χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου).
Από αυτή την άποψη εγώ εκτιμώ πολύ περισσότερο την προσέγγιση του σωτηρακόπουλου (κι ας είναι από απολιτίκ, αστική άποψη. Ο αστικός αθεϊσμός είναι όπως και να 'χει προτιμότερος από τη θρησκοληψία). Μια προσέγγιση που συνοψίζεται στο εξής:
Το ποδόσφαιρο είναι το σημαντικότερο δευτερεύον πράγμα στον κόσμο.
Σημαντικό ίσως. Αλλά δευτερεύον.
Οι θρησκόληπτοι της μπάλας πάλι, ίσως συμφωνήσουν με τον Μπιλ Σάνκλεϊ, παλιό προπονητή της λίβερπουλ.
Το ποδόσφαιρο δεν είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου. Είναι κάτι πολύ περισσότερο...
(Συνεχίζεται...)
Τρίτη 5 Αυγούστου 2008
1793
Του Βίκτωρος Ουγκώ. Κυκλοφορεί και από τη σύγχρονη εποχή, το είχε βιβλιοπρόταση ο τελευταίος κυριακάτικος ριζοσπάστης.
Ένα απόσπασμα:
"Κάποτε ένας άντρας γκρεμίστηκε μέσα στην εθνοσυνέλευση. Έπεσε πάνω σχεδόν στον Μασιέ, επίσκοπο του Μποβαί και είπε: "Κοίτα να δεις! Να λοιπόν που οι δεσποτάδες χρειάζονται καμιά φορά"!
Η γαλλία του 1793 είναι χρόνια μπροστά σε αυτό το θέμα από την ελλάδα του 2008. Και δεν προβλέπεται στα κοντά να αλλάξει αυτός ο συσχετισμός.
Τι γίνεται άραγε με αυτό το ρυάκι το μετώπου;
Πιστεύει κανείς ότι μπορούν να αλλάξουν πολλά πράγματα όσο μένει στο απυρόβλητο αυτό το αφιόνι και το ιερατείο του; Ότι ο νέου τύπου άνθρωπος, στη νέα κοινωνία θα προβάλει χωρίς να απαλλαγεί από αυτό; Ότι στόχος των κομμουνιστών είναι απλώς η ανεξιθρησκία στο όνομα της ελευθερίας των πεποιθήσεων (που είναι στόχος. Αλλά σταματάμε εκεί;).
Ότι είναι στην ημερήσια διάταξη και προβάλλεται ως θέμα αιχμής ο διαχωρισμός κράτους εκκλησίας (που σημειωτέον είναι ζήτημα αστικού εκσυγχρονισμού, ούτε καν επαναστατικής εξουσίας);
Ότι αυτό συζητούσαν πχ η γγ με τον τζερόνυμο στην τελευταία τους συνάντηση;
Ότι δε φοβόμαστε το πολιτικό κόστος; Κι ότι αναβάλλουμε αυτό το μέτωπο;
Ότι είναι μέτωπο που δεν πρέπει να ανοίξει άμεσα; Ότι δεν επείγει;
Ότι οι παπάδες θα μας βοηθήσουν στην επανάσταση, όπως το κάναν μερικοί στην αντίσταση;
Αν στα παραπάνω η απάντηση θεωρείται αυτονόητη, οι πράξεις δυστυχώς δεν είναι. Και δείχνουν άλλα...
Ως πότε;
Ένα απόσπασμα:
"Κάποτε ένας άντρας γκρεμίστηκε μέσα στην εθνοσυνέλευση. Έπεσε πάνω σχεδόν στον Μασιέ, επίσκοπο του Μποβαί και είπε: "Κοίτα να δεις! Να λοιπόν που οι δεσποτάδες χρειάζονται καμιά φορά"!
Η γαλλία του 1793 είναι χρόνια μπροστά σε αυτό το θέμα από την ελλάδα του 2008. Και δεν προβλέπεται στα κοντά να αλλάξει αυτός ο συσχετισμός.
Τι γίνεται άραγε με αυτό το ρυάκι το μετώπου;
Πιστεύει κανείς ότι μπορούν να αλλάξουν πολλά πράγματα όσο μένει στο απυρόβλητο αυτό το αφιόνι και το ιερατείο του; Ότι ο νέου τύπου άνθρωπος, στη νέα κοινωνία θα προβάλει χωρίς να απαλλαγεί από αυτό; Ότι στόχος των κομμουνιστών είναι απλώς η ανεξιθρησκία στο όνομα της ελευθερίας των πεποιθήσεων (που είναι στόχος. Αλλά σταματάμε εκεί;).
Ότι είναι στην ημερήσια διάταξη και προβάλλεται ως θέμα αιχμής ο διαχωρισμός κράτους εκκλησίας (που σημειωτέον είναι ζήτημα αστικού εκσυγχρονισμού, ούτε καν επαναστατικής εξουσίας);
Ότι αυτό συζητούσαν πχ η γγ με τον τζερόνυμο στην τελευταία τους συνάντηση;
Ότι δε φοβόμαστε το πολιτικό κόστος; Κι ότι αναβάλλουμε αυτό το μέτωπο;
Ότι είναι μέτωπο που δεν πρέπει να ανοίξει άμεσα; Ότι δεν επείγει;
Ότι οι παπάδες θα μας βοηθήσουν στην επανάσταση, όπως το κάναν μερικοί στην αντίσταση;
Αν στα παραπάνω η απάντηση θεωρείται αυτονόητη, οι πράξεις δυστυχώς δεν είναι. Και δείχνουν άλλα...
Ως πότε;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)