Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δια-ματ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δια-ματ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Διατροφικός υλισμός κι αριστερισμός

Η βασική παρέκκλιση του δια-ματ, με την έννοια του διατροφικού υλισμού, αυτές τις (φ)άγιες μέρες είναι ο αριστερισμός. Πώς εκδηλώνεται όμως αυτή η αριστερή παρέκκλιση;

Ο αριστερισμός εκδηλώνεται πχ στη σπαραξικάρδια ατάκα της χήρας από την ταινία «η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα»: «δεν το ‘φαγες το αρνί μιχαλάκη μου, αυτό σε έφαγε». Αν και όπως λέει απορημένος στην ασπίδα της αρβέρνης ο οβελίξ: «δεν ήξερα πως μπορεί κανείς να παραφάει».

Κι εντάξει ο οβελίξ έπεσε μικρός στην χύτρα με το μαγικό ζωμό και δικαιολογείται. Αριστερισμός όμως είναι η στάση του αρχηγού μαζεστίξ στην ίδια περιπέτεια, που αγνοώντας τις δραματικές συνέπειες του τελευταίου τσιμπουσιού και ότι η μιμίνα ξόδεψε τα καλύτερα χρόνια της ζωής της με ένα βάρβαρο χοντροαγριογούρουνο, μετατρέπει τη διαδρομή του προς τα ιαματικά λουτρά για τη θεραπεία του σε ένα γαστριμαργικό μαραθώνιο, επενδυμένο –όπως κάθε αριστερισμός άλλωστε- με το καταστάλαγμα της λαϊκής σοφίας και τα τσιτάτα των κλασικών: «η κατάχρηση στη σάλτσα, φέρνει στην υγειά στραπάτσα» (από τον κρυφό τρίτο τόμο της γερμανικής ιδεολογίας), ή «όταν έχεις ορεξούλα, όλα πάνε κατ’ ευχούλα». Μετά όμως νιώθει «λίγο βαρύς παιδιά» και ξαπλώνει κάτω από ένα δέντρο, για να ανακαλύψει το νόμο της βαρύτητας του συκωτιού, με ένα φύλλο (συκής) που πέφτει στο στομάχι του, ξεσκεπάζοντας τον πόνο και την αδυναμία του.

Οργανωμένη έκφραση του αριστερισμού, με παντελή απουσία της αίσθησης του μέτρου, είναι πχ κάτι μαζικά τσιμπούσια στα χωριά της θεσσαλίας, από τα μέρη του άβερελ, όπου βρίσκεσαι περικυκλωμένος από θείες και γιαγιάδες εξασκημένες στο «φάε-φάε», που πάντα πιάνει. Κι όπου κάθονται για κάνα μεζέ το πρωί, για να σηκωθούν ξανά κατευθείαν για ύπνο, μια και καλή το βράδυ. Αν δε βρεθούν ξάπλα πιο πριν δηλ να τους κουβαλάν άλλοι, από το πολύ τσίπουρο. Και εδώ χαϊδεύουμε τις παρυφές του πηρήνα του αριστερισμού: το αλκοόλ απ’ όπου κι αν προέρχεται.

Η πιο τυπική μορφή του φαινομένου ωστόσο είναι ο ενθουσιώδης αριστεριστής που χωρίς να το πολυσκεφτεί, θα παραγγείλει (όλο) τον κατάλογο, το κάτι παραπάνω, για τη δόξα και τη γουρουνιά και δε θα φάει ούτε τα μισά. Οπότε ο κλήρος πέφτει στο γενναίο και καλείσαι εσύ σφε αναγνώστη να καθαρίσεις πάλι για αυτόν, να τον καλύψεις πολιτικά –τραβώντας πχ μόνος σου την απεργία- και να πληρώσεις το τίμημα. Αντί για αναγνώριση και ευχαριστίες όμως, θα συγκεντρώσεις τη γενική κατακραυγή και την απαξίωση για τις στρεβλώσεις και τις υπερβολές των διατροφικών νομοτελειών. Ενώ ο πραγματικός υπεύθυνος της κατάστασης, λογίζεται ως οραματιστής, ο ρομαντικός ονειροπόλος που δε δείλιασε στιγμή. Και συνάμα ο πολιτικά λάιτ, με τους λεπτούς τακτικούς χειρισμούς και τη λεπτή περιφέρεια, που είναι πιο ελκυστικός προς τις (θηλυκές) μάζες, μακριά από τα λίπη και τις αρτηριοσκληρώσεις της κομματικής γραφειοκρατίας.

Αριστερισμός είναι τα μεγάλα λόγια κι οι στομφώδεις εξαγγελίες, η πολλή φασαρία για το τίποτα. Γιατί πόσο μπορεί να φάει νομίζεις ένα μικρό κι ευαίσθητο πολιτικά στομαχάκι, που βρυχάται ότι ο τρίτος γύρος θα ‘ναι ο τελικός, ενώ δεν μπορεί να φάει ούτε έναν καλά-καλά; Όσο πιο μικρό είναι όμως ένα στομάχι, τόσο πιο μικροαστικά ανυπόμονο γίνεται, απαιτώντας εδώ και τώρα τη μισή μερίδα που αναλογεί στο «μισή μερίδα άνθρωπο» κύριό του.

Η αποθέωση των πολλών μικρών γευμάτων και των μικρών μπουκιών στο σήμερα, περνάει αμάσητη την κυρίαρχη προπαγάνδα περί σταδιακών μεταρρυθμίσεων και ψευτοβελτιώσεων, που θα ξεγελάσουν την πείνα του λαού με αέρα κοπανιστό και αεροφαγία. Οι μικροαστοί έχουν ίσως ακόμα λίγο λίπος να κάψουνε, αλλά δεν έχουνε συνείδηση, αποθέματα, υπομονή κι εφεδρικό σχέδιο. Και είναι γενικώς ζήτημα ποια τακτική θα αποδειχτεί κατάλληλη στους χαλεπούς καιρούς της κρίσης και ποιοι θα αντέξουν περισσότερο: οι ολιγαρκείς ή οι έχοντες και κατέχοντες λίπος κι αποθέματα, ως επένδυση για το αβέβαιο μέλλον;

Με το λαϊκό στρώμα είχαμε υπολογίσει επιστημονικά κάποτε πως απαιτείται χοντρικά –όνομα και πράγμα- ένα κιλό για κάθε ποσοστιαία μονάδα του χρέους επί του αεπ της χώρας –που τώρα κυμαίνεται σταθερά σε επίπεδα μεγαλύτερα του 150%. Η ουσία όμως είναι πως αυτός που είχε μια περιουσία απογοητεύεται και παραιτείται πιο γρήγορα από κάποιον που δεν είχε ποτέ τίποτα και δεν έχασε και κάτι στην τελική. Η εξαθλίωση που οδηγεί ένα τμήμα του πληθυσμού στη λουμπενοποίηση δεν καθορίζεται μόνο από τους υλικούς όρους, αλλά πρωτίστως στο επίπεδο της (ταξικής) συνείδησης, του ηθικού, της διεκδίκησης και του αγωνιστικού φρονήματος.

Ο αριστερισμός ενεργοποιεί «κατώτερα, ταπεινά ένστικτα» που αντιστοιχούν στα λεγόμενα ‘θανάσιμα αμαρτήματα’ και βασικά στη λαιμαργία –διατροφική και σεξουαλική. Ενεργοποιεί παράλληλα όμως και μηχανισμούς φετιχοποίησης, θεωρώντας πχ πιο σημαντική την εικόνα και τη φωτογράφηση ενός πιάτου από το άδειασμά του, φτάνοντας ενίοτε στα πρόθυρα της διατροφικής πορνογραφίας. Και τα πιάτα παραμένουν απελπιστικά μισοάδεια ή μισογεμάτα –όπως και να το δεις, το ίδιο απελπιστικό είναι- ενώ τα παιδάκια στην αφρική πεινάνε –πήγε όμως ο κανάκης και τους έκανε «κόλλα το» χαρίζοντάς τους στιγμές ευτυχίας.

Όπως γίνεται αντιληπτό, ο αριστερισμός είναι υπεράνω οργανωτικής ένταξης, διαχέεται σε ευρύτερους χώρους και δεν έχει να κάνει με κάποιες απόλυτες τιμές και ποσότητες, αλλά με τη λανθασμένη εκτίμηση της συγκεκριμένης κατάστασης, την υπερτίμηση των δυνατοτήτων του υποκειμενικού παράγοντα, το αχόρταγο μάτι, που είναι ρεαλιστικό και τα θέλει όλα, τα λιμπίζεται, τα λιγουρεύεται. Στην πραγματικότητα ωστόσο, ο μέσος, τυπικός αριστερισμός καταλήγει στο ακριβώς αντίθετο άκρο των εξαγγελιών του, διαπλάθοντας φουρνιές ολάκερες λιπόσαρκων οδοντογλυφίδων, χορτοφάγων και εναλλακτικών, που έχουν ως βασικό κίνητρο το υγρό στοιχείο, τους χυμούς της ζωής, με άλλα λόγια το αλκοόλ. Και αποτελούν συνήθως την εξαίρεση σε μια σχεδόν παχύσαρκη γενιά, όπου κάθε σύγκριση με τις προηγούμενες μας δίνει εντυπωσιακά αποτελέσματα.

Υπάρχουν βέβαια μερικά ζητήματα πιο ακανθώδη κι από το αγκάθινο στεφάνι του ιησού, όπου είναι δύσκολο να αποφανθούμε και συνήθως προσαρμόζουμε τη θεωρία στην πράξη και σε προειλημμένες αποφάσεις, για να τις δικαιολογήσουμε εκ των υστέρων.

Εγώ πχ ως σαρκοφάγο, που δεν προτιμά ωστόσο τα πασχαλινά αμνοερίφια, εκνευρίζομαι που η περίοδος της νηστείας επηρεάζει άμεσα την κατανάλωση στα γυράδικα –αν και στην τούμπα όχι τόσο. Και δε θεωρώ αριστερισμό αλλά αυτονόητο ότι τις παρασκευές πριν από το πάσχα τρώμε κρέας. Αριστερισμός θα ήταν αν ψήναμε έξω και γεμίζαμε όλη τη γειτονιά τσίκνα, για να προκαλέσουμε ή αν λέγαμε στους πιστούς πως μεγάλες εβδομάδες υπάρχουν μόνο σε μικρά μυαλά. Το εντυπωσιακό πάντως είναι ότι με την κρίση πολύς κόσμος μοιάζει να στρέφεται στα δύο άκρα: είτε έχει δηλ σταθερή παρουσία τη μεγάλη (χάριν συνεννόησης) εβδομάδα στα γυράδικα, γιατί η φτηνή παχυσαρκία είναι η μόνη προσιτή λύση όλο τον χρόνο, είτε επιστρέφει αναγκαστικά στην πατροπαράδοτη νηστεία και τα χρόνια που το κρέας θεωρούνταν και ήταν είδος πολυτελείας.

Οι ίδιοι προβληματισμοί επεκτείνονται και πέραν του διατροφικού ζητήματος. Προσωπικά θεωρώ δεξιά παρέκκλιση στην ψυχολογία της μάζας να πηγαίνει κανείς την ανάσταση στην εκκλησία για 3.. 2.. 1.. και δεύτε λάβετε, εφόσον δεν πιστεύει, για να μην απομονωθεί απλώς από τις μάζες. Ή να συμμετέχει στον επιτάφιο γιατί μοιάζει λέει με πορεία. Κι εδώ δηλ γιατί κανείς δε μιλάει για τις πολλές ξεχωριστές πορείες που παραλύουν την κυκλοφορία και για τον ενοριακό σεχταρισμό εις βάρος της ενότητας;

Στα πλαίσια του εφηβικού μου σεχταρισμού, θυμάμαι πως είχα φτιάξει στο λύκειο με μαρκαδόρο κάτι καρτελάκια που έγραφαν «επίσης» και τα έδινα μετά τις γιορτές σε όποιον συμμαθητή ερχόταν χαρούμενος και με απλωμένο χέρι να κάνει αυτό ακριβώς που ήθελα να αποφύγω: δηλ να ανταλλάξουμε ευχές. Το μόνο πρόβλημα ήταν πως το πάσχα δεν κολλούσε πάντα το ‘επίσης’ γιατί αυτός που θα σου απευθύνει το «χριστός ανέστη», περιμένει θεωρητικά τη δική σου επιβεβαίωση με το «αληθώς». Αν κι εγώ προτιμώ ως πιο ειλικρινή απάντηση το «είναι κι αυτή μια άποψη».


Η ακόμα καλύτερη απάντηση βέβαια θα ήταν να πηγαίνουμε κι εμείς την πρωτομαγιά –που πέφτει πάντα κοντά στο πάσχα- και να λέμε «χρόνια πολλά» σε κάθε εργάτη, για την γιορτή της τάξης μας. Ή να βγάζουμε κόκκινη σημαία στο μπαλκόνι για τη δική μας εθνική εορτή, του έθνους των εργαζομένων. Αριστερισμός του κερατά, θα μου πεις κι ίσως να έχεις δίκιο. Αλλά το βρίσκω απείρως προτιμότερο από το χιλιοειπωμένο κλισέ για την καλή επ-ανάσταση, κάθε λαμπρή. Όχι άλλη επ-ανάσταση ρε συ, ας ρεφορμίσουμε και λίγο και την ξαναπιάνουμε από βδομάδα, δεν τρέχει τίποτα.

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

Οικονομία και πολιτική (Α' Μέρος)

Η ουσία του ανθρώπου είναι το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων, έλεγε ο μαρξ. Και στον πυρήνα αυτών των σχέσεων βρίσκεται η εργασία. Η ουσία κάθε ανθρώπινης κοινωνίας είναι η παραγωγή, ο εκάστοτε τρόπος παραγωγής κι οι σχέσεις στις οποίες έρχονται οι άνθρωποι μεταξύ τους κατά τη διάρκεια αυτού του προτσές. Αυτό το προτσές το εξετάζει η πολιτική οικονομία που είναι μια διαλεκτική σύνθεση των δυο όρων στον τίτλο του κειμένου.

Ας το δούμε με συντροφικούς όρους και με το παράδειγμα ενός ζευγαριού που έχει μια διαλεκτική σχέση. Η σχέση θυμίζει κάπως διαδικασία οικοδόμησης. Προτσές το οποίο απαιτεί τουλάχιστον δύο, δε μπορεί να γίνει σε ένα μόνο άτομο, ή μια χώρα, εκτός κι αν μιλάμε για τη σοβιετική ένωση που δεν ήταν μια τυχαία χώρα, αλλά μια δυνάμει υπερδύναμη.

Η απιστία σε μια ερωτική σχέση μοιάζει με την παραοικονομία στο σοσιαλισμό. Δεν αποτελεί απαραίτητα λόγο χωρισμού για το ζευγάρι, αλλά αντανακλά υπαρκτά προβλήματα. Όταν όμως γίνεται ο κανόνας, αρχίζει να υπάρχει σοβαρό πρόβλημα. Η παραοικονομία αυτονομείται, γιγαντώνεται κι απαιτεί να αναγνωριστεί, να αποκτήσει κεντρικό ρόλο.

Κι όταν τελικά συμβεί –σχεδόν νομοτελειακά- αυτό, πέφτουν τα καφάσια από τα μάτια και καταλαβαίνεις το λάθος σου. Αρχίζει η κατόπιν εορτής νοσταλγία για τα παλιά, αρχίζεις να τα εξιδανικεύεις και να συγχωρείς όλα τα στραβά τους. Αλλά το γυαλί έχει ραγίσει κι η επιστροφή στο παρελθόν δεν αποτελεί λύση.

Κι εδώ μπαίνει το ζήτημα της πολιτικής, ως συνειδητής παρέμβασης του υποκειμενικού παράγοντα. Ποιος τρόπος αντιμετώπισης ενδείκνυται; Νομιμοποίηση των εμπορευματικών σχέσεων, στο βαθμό που παραμένουν ιστορικά αναγκαίες, για να τις ελέγξουμε και να τις απονεκρώσουμε σταδιακά και σχεδιασμένα; Ή πλήρης απαγόρευση, ώστε να μην αυτονομηθούν και γυρίσουν μπούμερανγκ στην υπόθεσή μας;

Αν δεν πάρουμε υπόψη το βαθμό ωρίμανσης (του κοινωνικού χαρακτήρα) των μέσων παραγωγής και των συνθηκών γενικότερα, δρούμε βουλησιαρχικά στο κενό κι υποσκάπτουμε την ίδια μας την προσπάθεια. Η πρωτοπορία όμως δεν πρέπει να υποτάσσεται στην απλή αντιστοίχιση παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής και γενικά στην πραγματικότητα. Πρέπει κιόλας να την αλλάξει. Κι η πιο δημιουργική εφαρμογή αυτής της λογικής ήταν η οκτωβριανή επανάσταση κι η βλαδιμηρική θέση ότι με τη σοβιετική εξουσία η ρωσία μπορούσε να επισπεύσει την ιστορική πορεία και να αποφύγει τα δεινά του καπιταλισμού.

Δύσκολο πράγμα η διαλεκτική κι η συγκεκριμένη ανάλυση. Γιατί αν προεκτείναμε μηχανιστικά αυτήν την σκέψη ως τις τελικές της συνέπειες θα φτάναμε στη βασική ιδέα της αναρχίας: ότι θα μπορούσαμε να είχαμε παρακάμψει όλα τα προηγούμενα στάδια της ταξικής κοινωνίας οποτεδήποτε το είχαμε θελήσει και συνειδητοποιήσει εξω-ιστορικά την αναγκαιότητα του κομμουνισμού.

Από αυτά μπορούμε να συνάγουμε τις εξής γενικές αφαιρέσεις. Η σχέση πολιτικής-οικονομίας αντανακλά σε τελευταία πάντα ανάλυση τη διαλεκτική σχέση μεταξύ υποκειμενικού παράγοντα κι αντικειμενικών συνθηκών και σε ένα άλλο επίπεδο το δίπολο παραγωγικών δυνάμεων-σχέσεων παραγωγής. Ο άνθρωπος διαμορφώνει τις συνθήκες που τον διαμορφώνουν. Η συνείδηση του υποκειμενικού παράγοντα ωριμάζει βαθμιαία, γίνεται προϋπόθεση για την υπέρβαση του καπιταλισμού κι ο ρόλος της κορυφώνεται στο σοσιαλισμό, όπου η οικοδόμηση είναι συνειδητή κι η πολιτική γίνεται το πρωτεύον. Μέχρι να αρθεί διαλεκτικά στον κομμουνισμό όπου δεν υπάρχει πολιτική, ούτε κόμμα κι εαακ.

Η πολιτική μπαίνει στο τιμόνι (μάο), επιδρά στις σχέσεις παραγωγής και τις επικαθορίζει, αλλά οφείλει πάντα να υπολογίζει τα οικονομικά δεδομένα. Όπως λέει ο βλαδίμηρος, η πολιτική είναι συμπυκνωμένη οικονομία. Κι όποιος πιάνει το τιμόνι, εύκολα να μη θυμώνει, όπως μας δίδαξε το παράδειγμα της σοφερ-κ-ίνας με τον τιμονιέρη μάο και τις υπερβολές της πολιτιστικής επανάστασης.

Ανακεφαλαίωση. Η ουσία ενός κοινωνικού σχηματισμού είναι ο τρόπος παραγωγής, που περιέχει τις τάξεις, αλλά και τους υλικούς όρους της μεταξύ τους πάλης. Ουσία δεν είναι η βάση χωρίς το εποικοδόμημα, ούτε το αντίστροφο. Δεν είναι σκέτη η οικονομία, ή η πολιτική, αλλά η διαλεκτική τους ενότητα.
Η «διάγνωση» της κοινωνικής φύσης ενός σχηματισμού δε μπορεί παρά να ξεκινάει από την οικονομική βάση, αλλά δε μπορεί να αγνοεί τη δυναμική του υποκειμενικού παράγοντα. Η ταξική πάλη είναι η κινητήρια δύναμη της ιστορίας, αλλά μπορεί να την κινήσει μόνο εντός του πλαισίου που ορίζει το δίπολο παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής. Αυτό το πλαίσιο δεν είναι μονοσήμαντο και ντετερμινιστικά αναπόφευκτο, αλλά ένα φάσμα δυνατοτήτων που ορίζει την ιστορική νομοτέλεια.

Η οικονομία είναι το άλφα, όχι όμως και το ωμέγα στον ιστορικό υλισμό. Αν μείνουμε μόνο σε αυτήν, μπορεί να μάθουμε όλες τις λέξεις που έχουν άλφα, μαζί και την περίφημη ελληνική με τα τρία άλφα κι όλοι μαζί με τον μαρκαριάν να φωνάζουμε «τι μαλάκα, τι μαλάκα είναι», για τους ιδεαλιστές που ξεκινάν τη θεώρησή τους από το εποικοδόμημα και λένε πχ ότι στη σοβιετική ένωση η γραφειοκρατία –δηλ το κράτος- γέννησε το κεφάλαιο. Με το άλφα, θα πάρουμε τις πιο σημαντικές πληροφορίες, αλλά δε θα έχουμε πλήρη εικόνα. Θα δούμε την φάβα, όχι όμως και το λάκκο.

Εάν κάνουμε το αντίθετο, παίρνουμε το άλφα της οικονομίας, το βάζουμε σε κύκλο -για να το τετραγωνίσουμε πολιτικά- και προσεγγίζουμε τη βουλησιαρχία της αναρχίας. Η οποία όμως απορρίπτει την πολιτική και κάθε είδους διαμεσολάβηση (εκλογές, κόμματα, οργανώσεις). Συνήθως φετιχοποιεί τη βία κι αντικαθιστά τη θεωρία με πιασάρικα συνθήματα και τσιτάτα, κωδικοποιημένα σε στιλ δια-ματ.

Με δια-ματ και βία όμως, δε γίνεται παιδεία –όχι μαρξιστική τουλάχιστον. Ούτε με νέο ματ εξάλλου. Το οποίο είναι σαν το αστικό κοινοβούλιο, με μπλε και πράσινους κόκκους. Τους λίγους κόκκινους τους καταπίνει το σύνολο, σαν κινούμενη άμμος.
Και κάτι άλλους ροζουλί, ο βούρκος του οπορτουνισμού και του λεγκαλισμού. Και ψάχνουν να βρουν μηχανιστικά, στους πόσους κόκκους η ποσότητα γίνεται ποιότητα, η άμμος σωρός, κι οι κοινοβουλευτικές αυταπάτες πραγματικότητα.
Αυταπάτες, αντικατοπτρισμοί κι ιδεολογική ξηρασία γενικώς.

Εδώ τελειώνει το πρώτο μέρος του κειμένου. Το δεύτερο θα είναι κι αυτό θεωρητικό, αλλά περισσότερο προσανατολισμένο στην πολιτική συγκυρία και την επικαιρότητα. Ες αύριον τα σπουδαία.