Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

Υπάρχει λύση

Κοίταξε το αυτοσχέδιο αφισάκι και τη συνέχεια, κάτω από το κεντρικό σύνθημα: θα μιλήσει ο γγ του ΕΠΑΜ, Δημήτρης Καζάκης. Ώρα, ημερομηνία, μέρος, κτλ. Εκτίμησε την ακούσια ρίμα (λύση-μιλήσει), τη μετριοφροσύνη του Καζάκη που τιτλοφορούνταν απλώς ως γγ και δεν είχε αυτοανακηρυχθεί ακόμα Μεσσίας, και το χιούμορ των διοργανωτών, που εντόπιζαν τη λύση του προβλήματος στην ομιλία ενός τηλεσωτήρα.
Η αλήθεια είναι στο Δημήτρη Καζάκη. Γκέγκε;

Κρίμα μόνο που δεν ήταν εκεί, να το δει για να γελάσει, κι η σφισσα με την οποία μιλούσε πριν από λίγο. Θα ήταν ένα ευχάριστο διάλειμμα από τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς για το τι μέλλει γενέσθαι. Ή και μια πραγματική διέξοδος. Ποτέ δεν ξέρεις…

Είχαν ξεκινήσει με αγνό και άδολο τρολάρισμα, παραλληλίζοντας την ομοφοβία με την πρωην(ο)φοβία, για τους παλιούς συντρόφους που (πήγαν στον παράδεισο και) όλοι τους αποφεύγουν στην αρχή, για ένα διάστημα, λες και φοβούνται μη τυχόν κολλήσουν τη ρετσινιά τους ή κάποια αρρώστια. Αλλά είναι (και) στο δικό τους χέρι να μην μπουν στο περιθώριο και να σπάσουν την προκατάληψη, αναλόγως πώς θα χειριστούν την περίπτωση. Στο κάτω-κάτω της γραφής, όπως έλεγε και μια άλλη σφισσα, δε χρειάζεται να είμαστε όλοι οργανωμένοι, γιατί πρέπει να μείνουν κάποιοι απέξω να κάνουν το μέτωπο.

Αναρωτήθηκαν πότε πέρασαν 16 χρόνια, ένας ολόκληρος έφηβος, από το περιβόητο μιλένιουμ, όταν ήταν αυτοί έφηβοι, και πώς έφυγαν τόσο άδεια, σαν άμμος που γλιστράει από τα χέρια, ή κινούμενη (άμμος) που τους καταπίνει, αργά και σταθερά. Και να φανταστείς πως υπήρχαν στο ενδιάμεσο μερικές κινηματικές παρενθέσεις, σαν τη διετία 10-12’ ή το φοιτητικό Μαϊούνη, που είχε κι ένα σύνθημα που ταίριαζε με την περίσταση. Να δεις πώς πήγαινε…
Ω δεκαέξι, κι άμα βρέξει, θα είμαι εδώ…
-Και μετά;
-Τι μετά; Εννοείς τι άφησε ο Μαϊούνης;
-Όχι, μετά πώς πήγαινε το σύνθημα;

Είπανε για τους φίλους τους, που φεύγουν στο εξωτερικό, με την ψευδαίσθηση πως θα είναι κάτι προσωρινό, ενώ στην πραγματικότητα, κλείνουν εισιτήριο, χωρίς επιστροφή. Και με τι μούτρα θα τους πεις: φίλε, είναι παγίδα, μη φύγεις, κάτσε εδώ να το παλέψεις; Έχεις καμιά προοπτική να τους δείξεις, κάποια λύση από το αδιέξοδο; (και όχι δεν εννοώ τον Καζάκη). Και γιατί να θεωρήσεις την επιλογή τους φυγομαχία; Σάμπως κι εμείς που μένουμε, από φόβο (για το άγνωστο, κτλ) δεν το κάνουμε κατά βάθος; Ή μήπως μένουμε γιατί βλέπουμε κάποια απτή προοπτική μπροστά μας;

Κάποιες φορές, ξέρεις, κι η ενασχόληση με το κίνημα, με τα κοινά, τα μεγάλα και γενικά ζητήματα, είναι και αυτή ένας τρόπος φυγής από τα δικά μας, καθημερινά προβλήματα, που έχουν τη ρίζα τους όμως στο γενικό. Και δεν το κάνουμε για να τα συνδέσουμε και να συμπληρώσουμε την εικόνα, αλλά για να ξεφύγουμε, και να τα παραπέμψουμε στο απώτερο μέλλον, που θα τα λύσει όλα. Γιατί στην τελική όλα πολιτικά είναι, ακόμα και τα προσωπικά.

Κι από την άλλη πάλι, δεν είναι λογικό να ζητάς ατομικές λύσεις πρώτα στα δικά σου, ξέχωρα από τη γενική εικόνα. Να μπορέσω πρώτα να πατήσω στα πόδια μου, να βολευτώ, να βρω μια σταθερή δουλειά, περιβάλλον, κτλ, και τότε θα μπορέσω κι εγώ να αφοσιωθώ στον αγώνα, ψυχή τε και σώματι. Ενώ τώρα τι ακριβώς να κάνεις, όταν δεν έχεις κανένα σημείο αναφοράς, κανένα μαζικό χώρο, για να δράσεις, παρά μόνο μια σταθερή αίσθηση προσωρινότητας, σαν το μετανάστη; Ούτε σταθερή δουλειά, ούτε σταθερή κατοικία, πότε από εδώ, πότε από εκεί, τα πάντα ρει, και ουδέν μένει, τη διαλεκτική μου μέσα.

Ποια διαλεκτική μου λες όμως, όταν περιμένεις τελείως μεταφυσικά μια δική σου σχετική σταθεροποίηση, κόντρα στη ροή των πραγμάτων, σαν εξαίρεση στον κανόνα του χυλού και της φουρτούνας, για να ανοίξεις μετά πανιά εκ του ασφαλούς, μες σε απάνεμα λιμάνια, γιατί μπούχτισες πια τόσα χρόνια (δεκαέξι σύνολο, έξι παραπάνω και από την Οδύσσεια) με ένα καρυδότσουφλο μεσοπέλαγα, θάλασσες μας ζώνουν, κύματα μας κλειούν, σε μια σχεδία χωρίς σχέδιο, και η Ιθάκη να μη φαίνεται πουθενά στον ορίζοντα, και οι σύντροφοι να λιγοστεύουν, να τους μεταμορφώνει σε βολεμένα γουρούνια η Κίρκη του συστήματος ή να τους πλανεύει ο ροζ Πολύφημος, γιατί μες στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος, και ο κοψοχέρης υπήκοος που έβαλε τα χεράκια του κι έβγαλε τα ματάκια του με την ψήφο του.

Πώς νομίζεις δηλ ότι στράφηκε τόσος κόσμος, ακόμα και υποψιασμένος, στο Σύριζα; Δεν ήταν η ελπίδα που έρχεται, αλλά η απελπισία, σαν έμμεση παραδοχή πως δε βλέπει αλλού διέξοδο, στον αγώνα, την ταξική πάλη. Γι’ αυτό μην κρατάς πολύ μεγάλο καλάθι πως όλοι αυτοί θα δουν το φως το αληθινό και θα γυρίσουν κοντά μας, σαν άσωτοι υιοί, μόλις καταλάβουν τι γίνεται.

Αλλά δεν είναι αυτοί το πρόβλημα. Το πρόβλημα είμαστε εμείς. Αν εμείς δε βλέπουμε διέξοδο σε αυτό που κάνουμε, και δεν το πιστεύουμε, αν δεν ξυπνάμε και κοιμόμαστε με την αγωνία πώς θα γίνει καλύτερο, πιο μαζικό και ισχυρό, για να φέρει αποτελέσματα, αν εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε πεισμένοι κατά βάθος, πώς περιμένουμε να πείσουμε τους άλλους;

Το πρόβλημα είναι πως δεν πρέπει να περιμένεις να βρεις κάτι έτοιμο, σταθερό, μεγάλο και σίγουρο, για να ρίξεις το δικό σου λιθαράκι ως συμβολή, αλλά να βάλεις τα θεμέλια από την αρχή. Να πέσεις κατευθείαν στα βαθιά και να τραβήξεις κουπί, κι ας μη βλέπεις πουθενά κοντά τη θάλασσα, να γίνεις ο γραφικός, ο τρελός του χωριού, γιατί μόνο από αυτούς μαθαίνεις την αλήθεια, μέχρι που να κονομήσουν πολλοί την τρέλα σου και τότε να σκεφτούμε με άλλους όρους και συσχετισμούς ποιος είναι ο γνωστικός και ποιος όχι, και τι είναι λογικό να κάνουμε.


Γι’ αυτό, κράτα γερά, σύντροφε. Γιατί πρέπει να δούμε εμείς πρώτα και να δείξουμε μετά και στους άλλους την προοπτική. Και αν δεν υπάρχει δρόμος, πρέπει να τον ανοίξουμε. Και γιατί, όντως, τα πάντα είναι πολιτικά. Ακόμα κι η εύλογη ανάγκη μας να ζήσουμε απλά, να μην ασχολούμαστε με την πολιτική, το μαζικό άνοιγμα, κτλ, κτλ. Γιατί (μόνο) στον κομμουνισμό, δε θα υπάρχουν τάξεις, κόμματα και κατά συνέπεια πολιτική, με την τρέχουσα σημασία του όρου…

Καλούς αγώνες, για να μην είναι (και) η φετινή χρονιά δίσεκτη...

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Εμπρός Επαμ για την Ελλάδα

Kάθε φορά στις εκλογές κατεβαίνουν διάφορα νούμερα που δίνουν έναν ευχάριστο τόνο δροσιάς και γραφικότητας στην αναμέτρηση. Αλλά στις τελευταίες εκλογές το κακό παράγινε. Και δε μιλάω για τον τζήμερο του δημιουργία ξανά («πολιτική χωρίς τους πολιτικούς») που έχει περάσει τα όρια της γραφικότητας και γίνεται πλέον επικίνδυνος. Ούτε για το θρυλικό «παμε στο γσεεπ» που κόπηκε μπαμπέσικα από το πρωτοδικείο στα προκριματικά των εκλογών του μάη, ή άλλες παραδοσιακές αξίες όπως τους φίλους του ανθρώπου, το χαρίζω οικόπεδα –ανανεωτική δεξιά, ανανεωτικό πασόκ, κτλ.

Μιλάω κυρίως για αυτούς που ψάρευαν εκλογική πελατεία στα θολά νερά της κρίσης, πλασάροντας ένα δήθεν αντιστασιακό προφίλ για να παζαρέψουν από καλύτερες θέσεις τη μετεκλογική τους στάση. Ο καμμένος για τους αγανακτισμένους δεξιούς, η καμένη εξ αρχής υποψηφιότητα της κατσέλη για τους πασόκους, ο κουβέλης για τους εστέτ αριστερούς, ο τσίπρας για τους ντούρους αντιμνημονιακούς που θέλουν κυβέρνηση, η χρυσή αυγή για την πάνω πλατεία και για την κάτω ο καζάκης. Που έγινε όμως υπερ-πλατειακός κι έφερε τα πάνω-κάτω στο σκηνικό του αντιμνημονιακού χυλού, συμμαχώντας με τον παπαθεμελή –κι αφού πρώτα είχε χαλάσει η κολεγιά με τον καμμένο.

Η τελευταία συνεργασία ήταν κι η πλέον γραφική, με την επωνυμία «όχι», αλλά κι αυτή που απασχόλησε περισσότερο έναν δικό μας –με την ευρεία έννοια- κόσμο. Εδώ όμως προκύπτει εύλογα το ερώτημα: από πού κι ως πού θεωρείται δικός μας ο καζάκης;

Μια πιθανή εξήγηση είναι το πέρασμά του από το κουκουέ, μέχρι το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ενενήντα. Τότε όμως ήταν ένας άσημος συνεργάτης του τμήματος οικονομίας της κετουκε, χωρίς την φήμη που απέκτησε αργότερα. Κι έκτοτε μεσολάβησαν δέκα και πλέον χρόνια, που έμεινε στην αφάνεια, πριν αρχίσει να εξαργυρώνει τα παλιά του κομματικά ένσημα, για το χτίσιμο της πολιτικής του καριέρας.

Μήπως τότε επειδή αρθρογραφεί στο ποντίκι, που το διαβάζουν από συνήθεια αρκετοί αριστεροί; Αυτό οπωσδήποτε συνέβαλε στην αναγνωρισιμότητά του, αλλά δε δικαιολογεί το ντόρο γύρω από το όνομά του στους «κύκλους μας». Αλλού πρέπει να αναζητήσουμε τα αίτια.

Ο καζάκης είναι εκκολαπτόμενος τηλεαστέρας, παιδί της κρίσης χρέους, που με την πάροδό της ασκούσε αυξανόμενη γοητεία στο απλό κοινό και σε οργανώσεις της πλην λακεδαιμονίων αριστεράς. Αν όμως αυτό (απ)έδειχνε κάτι δεν ήταν η μαρξιστική επάρκεια της ανάλυσης του καζάκη, αλλά η θεωρητική ανεπάρκεια των εν λόγω οργανώσεων. Οι οποίες υιοθέτησαν αυτούσια την ανάλυση και το μεταβατικό πρόγραμμα των αριστερών οικονομολόγων, για να καλύψουν τα δικά τους κενά και να «τη βγουν μαρξιστικά» στη «μονόχνοτη» ορθοδοξία, που έμεινε στις κλασικές αναλύσεις των κλασικών κι έχασε το τρένο των εξελίξεων. Ενώ για ένα διάστημα ανήγαγαν τον καζάκη σε θεωρητικό τους αγκιτάτορα σε θέματα κρίσης, περιφέροντάς τον στις εκδηλώσεις τους από πόλη σε πόλη.

Στην ουσία ο καζάκης παρουσιάζεται περίπου σαν ιησούς, που διέτρεξε την ελλάδα από άκρη σε άκρη, για να διακηρύξει τη διδασκαλία Του, κερδίζοντας πιστούς και μαθητές ή κάνοντας ίσως πότε-πότε και κάνα θαύμα.

Ο καζάκης αξιοποίησε αυτή την προβολή και την καλλιεργούμενη προσωπολατρία, για να φτιάξει το δικό του προσωπικό μέτωπο, και να εκδώσει το χωνί, την εφημερίδα του νέου εαμ. Η κορυφαία καλτ στιγμή της εφημερίδας ήταν η δημοσκόπηση με την ερώτηση: ποιος πιστεύετε ότι είναι ο υπεύθυνος για την πολυδιάσπαση της αριστεράς; Κι οι πιθανές απαντήσεις δεν ήταν κόμματα: δημαρ, κουκουέ, σύριζα. Αλλά πρόσωπα: παπαρήγα, τσίπρας, κουβέλης, κτλ. Περιττό να σημειώσω ότι η αλέκα σάρωσε και βγήκε πρώτη με αυτοδυναμία. Κάτι κοντά στο 60%.

Η κατοπινή εξέλιξη των πραγμάτων ήταν νομοτελής. Το νέο εαμ αποδείχτηκε προσωποκεντρικό μέτωπο γύρω από τον αρχηγό του. Τα δημοκρατικά αιτήματα γύρω από το χρέος έδωσαν τη θέση τους σε χυδαίες επιθέσεις κατά του κουκουέ και το χουντικής έμπνευσης κάλεσμα να αναλάβει η αριστερά μαζί με το στρατό να συλλάβουν τους δωσίλογους (!). Η καταγγελία του «οικονομίστικου» πνεύματος των εργατικών αγώνων, στην υποβάθμιση του ταξικού πόλου και τη διάχυσή του σε ένα πατριωτικό μέτωπο. Κι ο «αντιιμπεριαλιστικός» ζήλος με την άρνηση του χρέους και της ευρωζώνης εξατμίστηκαν για να καταλήξουν ως φυσική τελική συνέπεια στο πατριωτικό φλερτ με τον καμμένο και τον εθνικό γάμο με την αναγέννηση του παπαθεμελή στο ρόλο του εδες.

Η ανακοίνωση αυτής της συνεργασίας έκανε μερικούς αριστερούς να πέσουν από τα σύννεφα με την επιλογή του λαϊκού ηγέτη κι άλλους να αναστενάξουν με ανακούφιση γιατί το θεώρησαν αυτογκόλ που μείωνε τη διεισδυτικότητα και την επιρροή του στην εκλογική τους βάση. Τουλάχιστον οι δεύτεροι δε βρέθηκαν στη δυσάρεστη θέση να πρέπει να απολογηθούν, όπως οι πρώτοι. Κακώς βέβαια. Γιατί φέρουν αμφότεροι εξίσου μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την «αριστερή νομιμοποίηση» της καζακιάδας σε μεγάλο κομμάτι του κόσμου.

Το θέμα δεν είναι να διαφωνείς με τις πολιτικές επιλογές του καζάκη, υιοθετώντας όμως σχεδόν αυτούσιο το βασικό πολιτικό του σκεπτικό. Ούτε αντιστοίχως να γίνει μιααυτοκριτική για την «έλλειψη εγρήγορσης» χωρίς ουσιαστική και έμπρακτη πολιτική αυτοκριτική. Το θέμα επίσης δεν είναι να διαχωρίσεις τη θέση σου από τον καζάκη όταν συμμαχεί με αστούς πολιτικούς και περνάει φανερά στο δικό τους στρατόπεδο. Ή όταν ο ανυπόφορος βοναπαρτισμός του συγκρούεται με τις αντοχές των άλλων θυμίζοντας το μπάτσο πέτρο φιλιππίδη στους απαράδεκτους. Σκασμός εγώ μιλάω! Ούτε καν να τον χλευάσουμε τώρα που δε θα κατέβει στις εκλογές και μοιάζει προς το παρόν ξοφλημένος, ενώ τον κράζει ακόμα και ο γραφικός παπαθεμελής για οικονομική ασυνέπεια.

Το ζήτημα είναι να διαβλέψεις τον κίνδυνο. Να μην αφήσεις το πολιτικό σου κριτήριο να θολώσει από λαοπλάνους ρήτορες. Να μη μπεις στον πειρασμό να τους χρησιμοποιήσεις για μικροπολιτικούς και ευκαιριακούς σκοπούς. Να εξοπλιστείς εν τέλει θεωρητικά, για να αποτρέψεις ή να αποκρούσεις τον κίνδυνο μελλοντικών καζάκηδων.

Επίλογος

Ειδικά για μία περίπτωση κάποια γεγονότα θα ήταν σχεδόν ξεκαρδιστικά, αν στην πραγματικότητα δεν ήταν μάλλον θλιβερά. Ακολουθώντας αυτόν το σύνδεσμο (στο βουνό) μπορείτε να δείτε μια κριτική πρώην μελών του ομίλου (που στην ουσία δεν υφίσταται πλέον) και να πάρετε μια ιδέα για τις εξελίξεις στα ενδότερα της ΛτΙ και του «βαζιουλινισμού».
Περιττό να επισημανθεί με ποιους συμφωνεί η κε του μπλοκ.

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011

Οι τρεις δεκαετίες ήταν η αρχή...

…εμπρός για μια πραγματική και ριζική αλλαγή.

Με κατεύθυνση το σοσιαλισμό. Ο σοσιαλισμός είναι σαν το βορρά, ένα σημείο του ορίζοντα, που όσο το πλησιάζουμε απομακρύνεται, όπως λέει ο πι-πι στο βιβλίο του επιστροφή στο μέλλον. Μα τι ποιητικός που είναι ο πι-πι! Γι’ αυτό πάρτε καλύτερα το βιβλίο του μπογιό, κι ας μην έχει τόσο λογοτεχνική εσάνς για τους εστέτ αναγνώστες. Τα λέει λαϊκά κι ωραία, για να καταλαβαίνουν οι απλοί ανθρώποι. Όχι επειδή τους θεωρεί ηλίθιους, ο τίτλος σε άλλους αναφέρεται. Είναι ο καπιταλισμός, όχι το χρέος ηλίθιε. Επειδή όμως οι ηλίθιοι είναι αήττητοι, η τελική νίκη θα είναι δική τους κι αυτό είναι αντικειμενικό. Ή μάλλον χαϊδεύει τις παρυφές της νομοτέλειας, για να γίνουμε κι εμείς πιο ποιητικοί.

Υπάρχουν λοιπόν οι διανοούμενοι που θεωρητικολογούν, δηλαδή θεωρούν την πραγματικότητα από ψηλά, αφ’ υψηλού, και χάνονται στον κόσμο των αφαιρέσεων. Υπάρχουν αυτοί που για να εκλαϊκεύσουν τα γεγονότα, τα φέρνουν στα μέτρα τους και τα φτωχαίνουν, τα αποξηραίνουν απ’ την ουσία και την πολυπλοκότητά τους. Κι υπάρχουν κι αυτοί που μιλάνε ανάλογα με το ακροατήριο που έχουν και του λένε αυτά που θέλει να ακούσει.

Πότε σαν ντούροι επαναστάτες και μαιτρ της τακτικής που κατηγορούν τους άλλους για ιδιότυπο αναχωρητισμό από τα πραγματικά επίδικα της πάλης που συναπαρτίζουν ένα σύγχρονο, επαναστατικό σχέδιο με μεταβατικά, «μπολσεβίκικα» αιτήματα, πλατιά και παλλαϊκά –σαν το εαμ- κατανοητά στον κόσμο. Και πότε σαν υπεύθυνοι και σοβαροί, αστοί αναλυτές που στηλιτεύουν την εθνικά επικίνδυνη και καταστροφική πολιτική του μνημονίου.

Απ’ τη μια πλευρά οι λαοί κι οι οικονομίες, δηλ τα κράτη κι από την άλλη οι τράπεζες, που λέει κι ο καζάκης (3.33). Από δω το κράτος, από εκεί οι τράπεζες. Κι η κοινή μαρξιστική λογική, πάει περίπατο. Αλλά τα δικά του μαργαριτάρια δεν έχουν το μάρκετινγκ της αλέκας κι έτσι μένουν στο απυρόβλητο.

Ο πι-πι λοιπόν μπορεί να ταξιδεύει για το βορρά, αλλά να μη φτάσει ποτέ. Ο βορράς είναι απλώς ένα σημείο του ορίζοντα, κατεύθυνση κι όχι τελικός προορισμός. Κι ο βόρειος πόλος είναι γεμάτος πάγους που δεν έσπασαν και δρόμους που δεν χαράχτηκαν. Γι’ αυτό προβάλλει η ανάγκη ενός τρίτου πόλου, για να βαδίσει στα χνάρια του τρίτου δρόμου, πάνω στα ερείπια της τρίτης διεθνούς που χρεοκόπησε, και του παπανδρέου του τρίτου, του μακρύτερου, που θα πέσει από τα κάτω κι αριστερά.

Αλλά αν εμείς σπρώχνουμε από κάτω κι αριστερά, το πράγμα θα πάει στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, προς τα πάνω και δεξιά. Σε μια κυβέρνηση που θα λειτουργεί υπό μαζικό, λαϊκό εκβιασμό για να πάρει μέτρα υπέρ μας, και θα εφαρμόσει το μεταβατικό, αντικαπιταλιστικό μας πρόγραμμα, με το λαϊκό πιστόλι στον κρόταφο. Ρώσικη ρουλέτα είναι αυτή όμως και μπορεί να σκάσει στα μούτρα σου, σαν τη ρώσικη επανάσταση. Γιατί τα όπλα που έστελναν οι σοβιετικοί ήταν παμπάλαια και δυσλειτουργικά. Πουλούσαν απλώς διεθνισμό για να ξεφορτωθούν τις τσαρικές παλιατζούρες. Τέτοιοι ήσαν οι άτιμοι οι σταλινικοί και τέτοιοι παραμένουν μέχρι και σήμερα.

Μπορείς λοιπόν να ξεκινήσεις για το βορρά, ακολουθώντας τον πολικό αστέρα, στο δρόμο που δείχνει η μεγάλη σοβιετική άρκτος, που ανελήφθη εις τους ουρανούς, χωρίς να περιμένει τους πιστούς της να κάνουν μαζί της την επουράνια έφοδο. Και να φτάσεις σαν την τρόικα των μάγων με τα δώρα. Ο μπαλτάσαρ θα φέρει έξοδο από την ευρωζώνη, ο μέλχιοτ κρατικοποιήσεις τραπεζών κι ο κορέα ελέ και διαγραφή (μέρους) του χρέους. Θα αλλάξουν με μαγικό ραβδάκι τον καπιταλισμό και το χρηματοπιστωτικό σύστημα που είναι η καρδιά του και θα αρχίσει να χτυπά φιλολαϊκά. Στο μισά του ταξιδιού θα κάνουμε και μια στάση, πληρωμών κατά προτίμηση.

Να βγει κι ο πι-πι, ως κύκλος της χαριλάου τρικούπη –προσοχή στους συνειρμούς όμως, γιατί οι άλλοι με το θείο βρέφος μετακόμισαν στην ιπποκράτους- και να πει: δυστυχώς επτωχεύσαμεν ιδεολογικά κι ακολουθούμε παλιές χρεοκοπημένες συνταγές για τρίτους δρόμους, από τον τσελεμεντέ του αναρχικού, που πάλιωσαν οι σελίδες τους κι έγιναν κίτρινες σαν τη δεύτερη διεθνή του κάουτσκι.

Μια παραλλαγή της αλλαγής. Ή μάλλον αλλαγή της αλλαγής. Ο επαναπροσδιορισμός της αλλαγής της αλλαγής. Τσάκα την τσαπού οε-οε. Χρωστάμε κι ένα αφιέρωμα στο λεωνίδα που φυλούσε θερμοπύλες, πριν να κλείσει η χρονιά.

Αλλά ας επιστρέψουμε στα έργα των κλασικών. Χάρρυ κλυνν, δίσκος ραντεβού με την εισαγγελία. Έτος 1989, το σωτήριο και καθαρτήριο. Η οπτική γωνία ενός μικρού παιδιού της εποχής για την αλλαγή που έπνεε τα λοίσθια.

Αλλαγή; Αυτό το πλάμα, είναι ένα πλάμα που ένας παππούλης έρχεται με το αεροπλάνο και κάνει το χελάκι του έτσι, και μια κοπέλα με μεγάλα βυζιά, πηγαίνει δίπλα του και τον πιάνει για να μην πέσει. Η μαμά μου λέει πως αυτός ο παππούλης θέλει να παντλευτεί αυτή την κοπέλα με τα μεγάλα τα βυζιά, αλλά ο μπαμπάς μου λέει πως αυτή θα τον καταστλέψει, γιατί αυτός ο παππούλης που θέλει να παντλευτεί την κοπέλα με τα μεγάλα τα βυζιά, δεν κοιτάει τη δουλειά του. Κι αυτό το πλάμα είναι όλοι που κλέβουν και που λέει ο μπαμπάς μου πως όπου να ‘ναι θα φύγουνε νύχτα. Κι αυτό το πλάμα το βλίζει όλη μέρα ο μπαμπάς μου και μόλις το βλέπει στην τηλεόλαση, φωνάζει και λέει στη μαμά μου: κλείσ’ τη γαμώ το γονιό τους, γιατί θα τη σπάσω. Και τότε η μαμά μου την κλείνει, κι ο μπαμπάς μου βάζει ένα βίντεο, και βλέπει μια κοπέλα, με μεγάάλα βυζιά, που δεν είναι όμως η κοπέλα με τα μεγάλα τα βυζιά που θέλει να παντλευτεί ο παππούλης.

Τώρα που ενταφιάζεται η αλλαγή κι οι κατακτήσεις της μεταπολίτευσης, ο νεκρός δεδικαίωται στη συλλογική μνήμη. Που θέλουν να τη θάψουν κι αυτή μαζί, να μας πείσουν ότι όλοι μαζί τα φάγαμε και να ‘χουμε τύψεις για το μεγάλο πάρτι της μεταπολίτευσης, όπου φάγαμε πόρτα και δεν πατήσαμε ποτέ.

Τι εναλλακτική –λένε ότι- υπάρχει; Η νοσταλγία για το νεκρό κουφάρι της μεταπολίτευσης και μια εξιδανικευμένη εικόνα του παρελθόντος. Που την πλασάρουν ένα σωρό απο-κόμματα υπό διαμόρφωση, ζυμώνουν διεργασίες κι απλώνουν την εκλογική τους πραμάτεια: εδώ το καλό πασόκ. Το πραγματικό, το τιμιο πασοκ. Το σοσιαλιστικό, το ενωμένο και δυνατό.
Δε βάζεις κι ένα νέο εαμ, μπας και συγκινήσουμε τον κόσμο, όπως ο ανδρέας το 81’ που λεηλάτησε τις ψήφους των παλιών εαμιτών και τους έδωσε σύνταξη αντιστασιακού;

Ο κάρολος μας λέει ότι το κεφάλαιο δημιουργεί αντικειμενικά και το νεκροθάφτη του, δηλαδή το προλεταριάτο. Η σύγχρονη εργατική τάξη εκτός από το κεφάλαιο καλείται να θάψει και τις αυταπάτες της, που της καλλιεργούνται έντεχνα εντός του συστήματος.
Η αλλαγή είναι το όπιο του λαού. Όχι σε όλα τα πασόκ, σκληρά και μαλακά.

Κυριακή 26 Ιουνίου 2011

Οικονομία και πολιτική (Β' Μέρος)

Το κύριο καθήκον που έχουμε σήμερα μπροστά μας είναι η πολιτικοποίηση των αγώνων. Αυτή είναι μια βασική πολιτική εκτίμηση στην οποία συμφωνούν σχεδόν όλοι. Στην παρούσα συγκυρία, οι οικονομικοί αγώνες των προηγούμενων χρόνων δεν αρκούν για να φέρουν αποτέλεσμα, ή έστω επιμέρους νίκες και κατακτήσεις για το εργατικό κίνημα.

Κι αυτό δεν είναι ηττοπάθεια, αλλά ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης της τελευταίας εικοσαετίας με τον αρνητικό διεθνή συσχετισμό και το ξήλωμα των μεταπολεμικών κατακτήσεων της εργατικής τάξης των ευρωπαϊκών χωρών.

Βασικό ζητούμενο της περιόδου λοιπόν είναι η πολιτικοποίηση των συνειδήσεων. Το οποίο γίνεται ακόμα πιο επιτακτικό τώρα που βαθαίνει η κρίση κι εντείνεται η επίθεση των καπιταλιστών σε ό,τι είχε απομείνει από το κοινωνικό κράτος. Κατά συνέπεια, το κύριο ερώτημα που πρέπει να μας απασχολήσει είναι σε ποια βάση και με ποιον τρόπο προκύπτει η πολιτική συνείδηση.

Σε αυτό το ερώτημα διαμορφώνονται δύο βασικές κατευθύνσεις απαντήσεων από τις δυνάμεις του χώρου. Η μία τονίζει την ανάγκη για αλλαγή τάξης στην εξουσία ως μόνη εναλλακτική στα αδιέξοδα της καπιταλιστικής κρίσης. Κι η άλλη την αναγκαιότητα ενός μεταβατικού προγράμματος, με ενδιάμεσα αιτήματα και πολιτικούς στόχους κι αιχμές το χρέος και το ευρώ, που να απαντά στη σημερινή συγκυρία και να ανοίγει το δρόμο για περαιτέρω ριζοσπαστικές αλλαγές. Ο πιο τυπικός εκπρόσωπος αυτής της λογικής είναι η κίνηση των αριστερών οικονομολόγων κι ειδικότερα ο καζάκης, που εγκαλεί μεταξύ άλλων το κόμμα για έλλειψη πολιτικών τακτικών στόχων κι ενός μεταβατικού προγράμματος.

Τον τελευταίο χρόνο ο καζάκης έκανε κάτι σαν περιοδεία σε διάφορες πόλεις της ελλάδας κι έγινε τρόπον τινά διάσημος –κι όχι μόνο για τα δεκαπέντε λεπτά που αναλογούν στον καθένα μας σ’ αυτή τη ζωή. Αυτό που αγνοούν όμως οι περισσότεροι είναι οι τελικές συνέπειες της προσέγγισης του καζάκη, ο οποίος θεωρεί ότι η πολιτική, επαναστατική συνείδηση μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από δημοκρατικά αιτήματα. Καθώς επίσης κι ότι η οκτωβριανή επανάσταση είχε δημοκρατικό, κι όχι σοσιαλιστικό χαρακτήρα, κι ήταν απλώς μια συνέχεια της επανάστασης του φλεβάρη, ολοκληρώνοντας αυτό που είχε αφήσει στη μέση.

Και μένω σε αυτό, κάνοντας αφαίρεση από όλα τα υπόλοιπα. Από την οικονομική του ανάλυση –περί κρίσης χρέους-, απ’ το ότι η πρότασή του για έξοδο από την κρίση μένει εντός των ορίων του καπιταλισμού, ακόμα κι απ’ το ότι βαφτίζει πολιτικά, αιτήματα αμιγώς οικονομικού χαρακτήρα, που ξεκινάν από μια λογιστική –κι όχι ταξική- προσέγγιση για το χρέος –που πρέπει να το αρνηθούμε ως χώρα γιατί δε βγαίνει το πρόγραμμα αποπληρωμής του κι όχι ως τάξη, επειδή δεν το δημιουργήσαμε εμείς.

Το μυστικό λοιπόν για τον καζάκη είναι πχ να εξασφαλίσουμε τη δημοκρατική λειτουργία του κράτος και των τραπεζών με εργατικό έλεγχο. Και πάνω σε αυτή τη βάση θα πειστούν οι μάζες για την ανάγκη υπέρβασης του καπιταλισμού και θα διαμορφώσουν επαναστατική συνείδηση. Όλα τα άλλα γι’ αυτόν είναι οικονομίστικα και τρεϊντγιουνιονιστικά.
Αυτό που φαίνεται να αγνοεί χαρακτηριστικά όμως είναι η διαλεκτική της συνείδησης και της σχέσης πολιτικού-οικονομικού, όπου το ένα μετατρέπεται στο άλλο όπως είδαμε και στο πρώτο μέρος. Για τον καζάκη το πολιτικό μπορεί να προκύψει μόνο από το πολιτικό, μηχανιστικά. Η επανάσταση ή θα είναι δημοκρατική, ή δε θα υπάρξει, για να παραφράσουμε ένα κλασικό τσιτάτο των ευρωκομμουνιστών.

Ευτυχώς η πραγματικότητα είναι πιο διαλεκτική από αυτό το σκεπτικό και δίνει άλλη απάντηση στο επίμαχο θέμα. Η επαναστατική συνείδηση προκύπτει πάνω στην υλική βάση των οικονομικών αγώνων και της όξυνσης της ταξικής πάλης, με τη συνειδητή παρέμβαση της κομμουνιστικής πρωτοπορίας και τη ζύμωση της ιδέας της επανάστασης.

Μήπως όμως μένοντας στο ρόλο της ιδεολογικής ζύμωσης, εξετάζουμε το θέμα ιδεαλιστικά κι αφηρημένα; Δεν χρειάζεται κι ένα πρόγραμμα με μεταβατικά αιτήματα και πολιτικούς στόχους, ώστε ο λαός να πειστεί από τη συγκεκριμένη πείρα που προκύπτει από την πάλη του για αυτούς τους στόχους;

Δε νομίζω να διαφωνεί κανείς γενικά. Η έξοδος από την εε εξάλλου είναι ακριβώς ένας τέτοιος πολιτικός στόχος που μπαίνει από συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις. Τα οικονομικά αιτήματα επίσης, που ο καζάκης υποτιμά και χλευάζει ως τρεϊντγιουνιονιστικά- είναι κι αυτά κατά μία έννοια μεταβατικά, με την έννοια ότι μπαίνουν ως άμεσοι στόχοι, αλλά δε μπορούν να επιτευχθούν πλήρως στα πλαίσια του συστήματος. Η βασική διαφωνία ωστόσο έχει να κάνει με το πώς μπαίνουν και πώς συνδέονται με το κομβικό θέμα της εξουσίας, κι όχι με τα αιτήματα καθαυτά.


Παρακάτω. Όποιος υιοθετεί ελαφρά τη καρδία την κατηγορία περί ιδεαλισμού, οφείλει να αναστοχαστεί πολύ σοβαρά πάνω στην έννοια του απέξω του λένιν. Οι αυθόρμητοι οικονομικοί αγώνες μπορούν να φτάσουν μόνο μέχρι το επίπεδο των οικονομικών διεκδικήσεων. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για το –άκρως επίκαιρο σήμερα- δημοκρατικό μέτωπο, όσες αυταπάτες κι αν έχει ο καζάκης για τη σημασία του.
Αν σημαίνει κάτι η βλαδιμηρική θέση για το απ’ έξω και το ρόλο της πρωτοπορίας είναι ακριβώς σ’ αυτή τη μετατροπή της αυθόρμητης οικονομικής συνείδησης σε πολιτική. Κι αυτό δεν είναι ιδεαλισμός, αλλά διαλεκτική. Η επαναστατική συνείδηση προκύπτει στη βάση των συγκεκριμένων εμπειριών της εργατικής τάξης απ’ την πάλη της σε αυτά τα μέτωπα. Αλλά και με τη ζύμωση της πρωτοπορίας που είναι αναντικατάστατη.

Μήπως όμως η επίκληση του σοσιαλισμού είναι αφηρημένη; Η αλήθεια είναι ότι αν περιμένουμε να βρούμε κάποια άλλη συγκυρία, πιο «ευνοϊκή» από την κρίση που να καθιστά επίκαιρο κι αναγκαίο το σοσιαλισμό, να κάνει πιο συγκεκριμένα και χειροπιαστά τα αδιέξοδα του συστήματος, πιθανότατα ματαιοπονούμε. Ή ίσως προτιμάμε να κοσκινίζουμε, αντί να ζυμώσουμε στις μάζες αυτό που τίθεται μπροστά τους εκ των πραγμάτων.

Κι ίσως να μην είναι τυχαίο που κάποιες δυνάμεις που υιοθετούν και προβάλλουν με ζήλο αυτή τη λογική, ακυρώνονται στην πράξη ως πρωτοπορίες κι υποκλίνονται στο αυθόρμητο. Υποτιμούν την ανάγκη οργάνωσης της εργατικής τάξης, την ύπαρξη πρωτοπορίας εν γένει. Και θεωρούν αριστερίστικο σεχταρισμό να προβάλεις το ζήτημα της εξουσίας στην πρώτη γραμμή στην απούσα συγκυρία –που λέει κι ο ντέμης.
Έτσι υποκύπτουν εν τέλει στην κρυφή γοητεία του συγκεκριμένου (προγράμματος). Το οποίο παραμένει όμως αφόρητα αφηρημένο, όσο αδυνατεί να απαντήσει πειστικά στο βασικό ερώτημα: ποια εξουσία θα κληθεί να το εφαρμόσει; Και ποια είναι η διέξοδος απ’ την κρίση; Είναι -ή όχι- εφικτή στα πλαίσια του συστήματος;

Αυτό ακριβώς είναι το κύριο μειονέκτημα κι ενός κειμένου του κυριακάκη, από το τελευταίο πριν, το οποίο κυκλοφόρησε ευρέως στο διαδίκτυο. Επειδή ακριβώς αναγνωρίζει τη βασική του αδυναμία, ξεκινάει με αυτή, για να τη «διασκεδάσει» με λογοτεχνίζουσες ακροβασίες –τσιταρισμένες από τη μάρτα χάνεκερ- για την τέχνη του αδύνατου. Κι ολοκληρώνει την εισαγωγή με μια θεαματική αντιστροφή εννοιών, παρουσιάζοντας τη δική του πρόταση –που μάλλον προσιδιάζει στον ‘εφικτό σοσιαλισμό’ του μιτεράν- απέναντι από την αριστερά του εφικτού, που θεωρεί ανέφικτο κάθε επαναστατικό πρόγραμμα. Πάλι καλά που δεν έβαλε και τον ορισμό του γκεβάρα για τον ρεαλισμό –να επιδιώκουμε το αδύνατο- για να δέσει με τα δικά του μεταβατικά.

Κάπως έτσι φτάνουμε στον επίλογο που μένει ανοιχτός για διαμόρφωση. Μας λείπουν πολλά ακόμη. Τακτική ευελιξία, ανοιχτές κεραίες στα μηνύματα του κόσμου και της συγκυρίας, εξειδίκευση στόχων. Κι όλα αυτά να δένουν με μια στρατηγική πρόταση, που να γίνει συγκεκριμένη και να πατήσει δυνατά σε κάθε χώρο. Αλλά στρατηγική πρόταση σημαίνει εναλλακτική στον καπιταλισμό, όχι στη διαχείρισή του.

Όλα αυτά λοιπόν δε γράφονται για εφησυχασμό, επειδή όλα πάνε πρίμα κι έχουμε όλες τις απαντήσεις. Αλλά για να τραβήξουν μια διαχωριστική γραμμή ενάντια στις διαχειριστικές λογικές. Κι όχι -άλλη- μια διαχειριστική γραμμή ενάντια στις –τάχα- διαχωριστικές γραμμές του «σεχταρισμού και της απομόνωσης».

Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010

Η σοσιαλδημοκρατική παρέκκλιση στο κόμμα μας

Θα μπορούσε να είναι άρθρο του χαριτάκη για την κατάσταση στο ναρ, αλλά τότε θα μιλούσε για ρεύμα. Στην πραγματικότητα είναι η εισήγηση κι ο τελικός λόγος του στάλιν από τα υλικά της 15ης συνδιάσκεψης του κόμματος των μπολσεβίκων το νοέμβρη του 26, που κυκλοφόρησαν σε ξεχωριστή μπροσούρα. Κι η παρέκκλιση στην οποία αναφέρεται είναι η ενωμένη αντιπολίτευση της τρόικας τρότσκι, ζηνόβιεφ, κάμενεφ, ένα χρόνο πριν τα δεκάχρονα της οκτωβριανής επανάστασης και την πορεία της αντιπολίτευσης πίσω από την επίσημη παρέλαση που σηματοδότησε την οριστική ρήξη με τους τροτσκιστές και την έναρξη λήψης διοικητικών μέτρων εναντίον τους.

Τι συμπεράσματα βγάζει κανείς αν το διαβάσει; Πολλά κι ενδιαφέροντα.
Καταρχήν, υπάρχει η περίπτωση να σταθεί στο στιλ δουλειάς του συντρόφου με το μουστάκι, όπως αυτό αποτυπώνεται στο γραπτό του. Όπως πχ στο παρακάτω απόσπασμα, όπου ο στάλιν ακούγεται σαν πρόδρομος καταστασιακός απ’ το μάη του 68’.

Πώς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς σήμερα την κατάσταση του συνασπισμού της αντιπολίτευσης; Την κατάσταση αυτή θα μπορούσε κανείς να την χαρακτηρίσει σαν κατάσταση βαθμιαίας διάλυσης του συνασπισμού, σαν κατάσταση βαθμιαίας απόσπασης από το συνασπισμό των στοιχείων που τον συνθέτουν, σαν κατάσταση αποσύνθεσης του συνασπισμού. Μόνο έτσι μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς τη σημερινή κατάσταση του συνασπισμού της αντιπολίτευσης.
Αντωνυμίες γενικώς δεν παίζουν, μόνο άρθρα (και καταστατικό). Λέμε τα πάντα με το όνομά τους.

Ένα κλασικό κι επαναλαμβανόμενο μοτίβο είναι αυτό των λεγόμενων αντι-ρητορικών ερωτήσεων, όπου η απάντηση είναι αυτονόητα αρνητική. Μπορούμε άραγε σύντροφοι να πούμε ότι… (αγωνία στους συντρόφους, κρυφή ελπίδα στους αντιφρονούντες). Όχι, δε μπορούμε να το πούμε αυτό. Κι είναι φορές που δεν το επεξηγεί παρακάτω κι αυτή η άρνηση είναι το βασικό επιχείρημα. Ας παίξει το σχετικό απόσπασμα.

Ήταν άραγε σωστό αυτό που αναφέρεται εδώ, σε αυτή την περικοπή (sic), στις συνθήκες του προμονοπωλιακού καπιταλισμού, ήταν σωστό αυτό για κείνη την περίοδο που το ‘γραψε ο ένγκελς; Ναι, ήταν σωστό. Είναι άραγε σωστή αυτή η θέση σήμερα, στις νέες συνθήκες του μονοπωλιακού καπιταλισμού και της προλεταριακής επανάστασης; Όχι, δεν είναι σωστή πια. Καθαρά και ξάστερα.

Ή ακόμα μπορεί να σταθεί στα ενδιάμεσα σχόλια του πρακτικογράφου που συμπληρώνει παρενθετικά σε ρόλο αφηγητή: (γέλια, φωνές, χάχανα, αποθέωση).
Παράδειγμα: δεν αμφιβάλλω ότι η συνδιάσκεψη θα εκπληρώσει με τιμή αυτό της το έργο. (θυελλώδη, παρατεταμένα χειροκροτήματα: Όλοι οι αντιπρόσωποι σηκώνονται όρθιοι. Επευφημίες).

Όλα αυτά έχουν ενσωματωμένη μια βαθιά αίσθηση σοσιαλιστικού σουρεαλισμού, της προλεταριακής εκδοχής του καλτ, που καθιστούν –προσωπική άποψη- ακόμα πιο λατρεμένα κι ευχάριστα αυτά τα αναγνώσματα.

Όποιος μείνει σε αυτό το επίπεδο ανάγνωσης όμως, χάνει την ουσία. Ο μη επιδερμικός αναγνώστης θα δει πίσω από τις γραμμές ότι ο στάλιν, μακριά από την καρικατούρα του άξεστου ασιάτη με το μέτριο, θεωρητικό επίπεδο που παρουσιάζει ο τρότσκι στη βιογραφία του μεγάλου του αντιπάλου, κατανοεί πολύ καλά τη συγκυρία, την προσεγγίζει με οξυδέρκεια και αναλυτική ικανότητα που βασίζεται στο μαρξισμό –όχι λιγότερο από ό,τι οι αναλύσεις των επικριτών του.

Παράλληλα μπαίνουν μια σειρά σοβαρά ζητήματα. Το βασικό σημείο τριβής με την αντιπολίτευση είναι η θεωρία για το σοσιαλισμό σε μία χώρα, σε αντιπαράθεση με τη διαρκή επανάσταση του τρότσκι που στα 1915 έλεγε ότι αρχίζουμε τον αγώνα πάνω σε εθνική βάση, έχοντας την απόλυτη πεποίθηση ότι ο αγώνας μας θα δώσει ώθηση στον αγώνα των άλλων χωρών. Αν όμως αυτό δεν γίνει είναι μάταιο να πιστεύουμε –το αποδείχνουν η ιστορική πείρα κι η θεωρητική σκέψη- ότι λχ μια επαναστατική ρωσία θα μπορούσε να αντέξει μπροστά σε μια συντηρητική ευρώπη.

Ο στάλιν χρησιμοποιεί λεπτή ειρωνεία εναντίον αυτής της θέσης. Μπορείς να ξεκινήσεις γνωρίζοντας ότι δε θα φτάσεις ποτέ, να ξεκινήσεις να χτίζεις χωρίς να τελειώσεις το χτίσιμο.
Χρησιμοποιεί εύστοχα παλιότερα κείμενα των μελών της τριανδρίας για να δείξει την ασυνέπειά τους και να τους καταστήσει αναξιόπιστους καιροσκόπους, στερημένους από κάθε κύρος. Ο ζηνόβιεφ χαρακτήριζε τον τροτσκισμό μικροαστική παρέκκλιση κι ο τρότσκι μιλούσε για τα αντεπαναστατικά γνωρίσματα του μπολσεβικισμού που –σε αντίθεση με τους μενσεβίκους- εγκυμονούσαν τεράστιο κίνδυνο μόνο σε περίπτωση επαναστατικής νίκης (αλλά αυτό δε συνέβη γιατί εγκατέλειψαν το σύνθημα της δημοκρατικής δικτατορίας και χάρη στο λένιν επανεξοπλίστηκαν ιδεολογικά την άνοιξη του 17).
Κουβαλώντας ο τελευταίος κι ένα μισο-μενσεβίκικο παρελθόν, δεν υποστήριξε καν με θέρμη σε αυτή τη φάση τη θεωρία του για τη διαρκή επανάσταση (την ξανάπιασε και την υπεράσπισε εκ των υστέρων, όταν βρισκόταν ήδη στην εξορία).

Αλλά το πιο ενδιαφέρον είναι ότι σε βάθος χρόνου κι ο ίδιος ο στάλιν έχει τέτοιες μεταστροφές. Αρχικά πχ συμμαχεί με το μπουχάριν (που είχε πει το περίφημο κουλάκοι πλουτίστε) στα πλαίσια μιας μετριοπαθούς συνέχειας της νεπ και μιλάει για τη συνδυασμένη ανάπτυξη βιομηχανίας κι αγροτικής οικονομίας. Παράλληλα κατηγορεί τους αντίπαλούς του ότι βλέπουν την αγροτιά ως εχθρό και την ύπαιθρο ως αποικία (η θεωρία του πρεομπραζένσκι για την πρωταρχική σοσιαλιστική συσσώρευση σε βάρος των προσοσιαλιστικών μορφών οικονομίας). Ωστόσο, μέχρι το τέλος της δεκαετίας αρχίζει η στροφή στην κολεκτιβοποίηση, που δε φαίνεται να διαφέρει πολύ από όσα έλεγε η αντιπολίτευση.

Η διαφορά μπορεί να υπάρχει στα μέσα. Η αντιπολίτευση διαφώνησε με τα μέσα και τους ρυθμούς της κολεκτιβοποίησης, αν και υποστήριζε ως θέση τη δικτατορία του προλεταριάτου πάνω στην αγροτιά.
Μπορεί όμως (η διαφορά) να αφορά και την χρονική συγκυρία. Ίσως ήταν νωρίς να ανοίξει το 26’ αυτό το μέτωπο, ενώ οι συνθήκες το 29’ –εν μέσω καπιταλιστικής κρίσης- να το ευνοούσαν ή και να το επέβαλαν.

Μία πολύ λεπτή γραμμή χωρίζει την τακτική ευελιξία από τον πολιτικό καιροσκοπισμό –συνήθως στην κομμουνιστική διάλεκτο, το λέμε κάπως αλλιώς. Και τη γραμμή αυτή κατά κανόνα την ορίζουν οι νικητές. Αλλά μετά τις ανατροπές οι τροτσκιστές νιώθουν εκ των υστέρων ηθικοί νικητές. Κι ούτως ή άλλως πάντα έβρισκαν ευήκοο κοινό για τις ιστορίες τους στη δύση.

Άλλο παράδειγμα. Ο στάλιν διαχωρίζει εισηγητικά τη νίκη του σοσιαλισμού σε μια χώρα με την τελική νίκη. Μα αυτό είναι σύγχυση σύντροφοι. Μήπως το κόμμα είπε καμιά φορά ότι η πλέρια νίκη του σοσιαλισμού στην χώρα μας είναι δυνατή για το προλεταριάτο μιας μόνης χώρας;
Δέκα χρόνια μετά, με την ψήφιση του νέου συντάγματος, η σοβιετική ηγεσία υποστήριζε ότι έχουν κατανικηθεί πλήρως τα υπολείμματα των καταπιεστών, έχουν τεθεί οι βάσεις του σοσιαλισμού (ως εδώ καλά) και δεν υπάρχει περίπτωση παλινόρθωσης.

Αλλά το βασικό θέμα της ανάρτησης είναι άλλο και μπορεί να συμπυκνωθεί στον ιντριγκαδόρικο τίτλο, όταν ο στάλιν συνάντησε τον κώστα κάππο και την κοα ανασύνταξη.
Ποιο είναι το κοινό στοιχείο που τους ενώνει; Η άποψη ότι η δικτατορία του προλεταριάτου δεν ταυτίζεται με το σοσιαλισμό, αλλά είναι πέρασμα στο σοσιαλισμό, η μεταβατική πολιτική μορφή που οδηγεί σε αυτόν.

Είναι γνωστό ότι πάνω σε αυτό το θέμα ο μαρξ εξέφρασε την ιδέα ότι η δικτατορία του προλεταριάτου (…) αποτελεί αναγκαίο στάδιο εξέλιξης προς το σοσιαλισμό. Αυτό αποτυπώνεται και στις θέσεις του μπολσεβίκικου κόμματος. Το κόμμα ξεκινάει από την άποψη ότι η επανάστασή μας είναι επανάσταση σοσιαλιστική, (…) βάση για την ανάπτυξη του παγκόσμιου κινήματος (…) και εγκαινιάζει τη μεταβατική περίοδο από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό στην εσσδ (δικτατορία του προλεταριάτου).

Αναφέρεται επίσης εισηγητικά, η θέση των κλασικών για τη δυνατότητα ειρηνικού περάσματος στο σοσιαλισμό, με μορφή συμφωνίας ανάμεσα στο προλεταριάτο και την κεφαλαιοκρατία (!), σε χώρες με αδύναμο μιλιταρισμό και υπαλληλοκρατία, όπως οι ηπα κι η αγγλία. Θέση που μπορεί να ήταν σωστή τον 19ο αιώνα, λέει ο στάλιν, αλλά αποκλείεται ως δυνατότητα στην εποχή του ιμπεριαλισμού.

Παρόλα αυτά, όπως έχουμε δει σε παλιότερο κείμενο (για το ημερολόγιο του ντιμιτρόφ) ο στάλιν μεταπολεμικά θεωρεί τη δικτατορία του προλεταριάτου ειδικό τρόπο περάσματος των σοβιετικών στο σοσιαλισμό και προκρίνει τη μορφή της λαϊκής δημοκρατίας ως πιο κατάλληλη μορφή περάσματος για τις χώρες που αποσπάστηκαν από την ιμπεριαλιστική αλυσίδα μετά το βήτα παγκόσμιο πόλεμο.

Ανοίγω πολλά μαζί, χωρίς να τα αναλύω, για να δείξω ότι μια κριτική προσέγγιση, ή μια κριτική υπεράσπιση του συντρόφου με το μουστάκι, πρέπει να προχωρά πέρα απ’ την –απαραίτητη- πολεμική στην πτωματολογία και τον χυδαίο αντικομουνισμό και να καταπιαστεί και με τέτοια ζητήματα.
Αυτό είναι ένα βασικό ζητούμενο για το δεύτερο μέρος των θέσεων του κόμματος που θα εστιάσουν στο πολιτικό κομμάτι. Αν και το επόμενο διάστημα, ό,τι χρόνος περισσεύει από την καθημερινή δράση για θεωρητική δουλειά, θα πηγαίνει κυρίως στο δεύτερο τόμο του δοκιμίου ιστορίας του κόμματος.

Αντί επιλόγου ένα ακόμα σημείο. Ο ζηνόβιεφ φέρνει ως επιχείρημα ένα απόσπασμα του ένγκελς από τις αρχές του κομμουνισμού που αναφέρεται σε ένα πρόγραμμα που θα πραγματοποιήσει η παγκόσμια επανάσταση. Ο στάλιν απαντάει ότι η εσσδ το έχει πραγματοποιήσει κατά τα εννέα δέκατα κι ότι στην εποχή τους οι κλασικοί δε μπορούσαν να συλλάβουν την έννοια του αδύναμου κρίκου γιατί ο καπιταλισμός βρισκόταν στο προμονοπωλιακό στάδιο κι η ανισομετρία δεν ήταν τόσο ανεπτυγμένη όσο στον ιμπεριαλισμό (επιχείρημα που ο τρότσκι επιχειρεί να αποκρούσει σε μεταγενέστερα έργα του).

Τι γράφει όμως ο ένγκελς στις αρχές του κομμουνισμού;
Μεταξύ άλλων μπορούμε να δούμε και τα εξής: βαθμιαία κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, δημοκρατικό καθεστώς με την άμεση ή έμμεση πολιτική κυριαρχία του προλεταριάτου, προοδευτική φορολογία, βαθμιαίες απαλλοτριώσεις, δήμευση περιουσίας πολιτικών φυγάδων. Συγκεντροποίηση του πιστωτικού συστήματος και της χρηματαγοράς στα χέρια του κράτους μέσω της εθνικής τράπεζας με κρατικά κεφάλαια. Εθνικοποίηση της γης και των βασικών κλάδων της βιομηχανίας.

Αυτά είναι μερικά σημεία από το πρόγραμμα που καλείται να πραγματοποιήσει η παγκόσμια επανάσταση.
Δυστυχώς δεν υπήρχαν τότε ευρώ και δημόσιο χρέος για να δούμε τι θέση θα έπαιρνε ο ένγκελς. Ακόμα κι έτσι όμως ο έμπειρος αναγνώστης θα πρόσεξε τις σατανικές ομοιότητες με μερικές προτάσεις των αριστερών οικονομολόγων.
Ο ένγκελς μιλάει βέβαια για μια νικηφόρο επανάσταση όπου το προλεταριάτο έχει πάρει την εξουσία στα χέρια του. Ας μην αφήσουμε όμως μια τόσο μικρή λεπτομέρεια να μας χαλάσει έναν τόσο όμορφο παραλληλισμό.

Σε κάποιο σημείο ο στάλιν λέει: βέβαια αν ζούσε ο ένγκελς, δε θα γατζωνόταν από την παλιά διατύπωση, αλλά αντίθετα, θα χαιρέτιζε ολόψυχα την επανάστασή μας λέγοντας: στο διάβολο όλες οι παλιές διατυπώσεις, ζήτω η νικηφόρα επανάσταση της εσσδ! (Χειροκροτήματα).

Ας βροντοφωνάξουμε κι εμείς λοιπόν: στο διάβολο όλες οι παλιές θεωρίες και τα προγράμματα. Ζήτω οι αριστεροί οικονομολόγοι και το νέο εαμ! (Χειροκροτήματα, παύση πληρωμών, έξοδος από το ευρώ, κρατικοποίηση τραπεζών, σοσιαλισμός/κομμουνισμός, αποθέωση, ανδριάντας στον καζάκη).

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

Οι γάμοι του σπαρίλα

Τέτοιος γαμβρός παληκαράς, λεβέντης κομμουνισταράς

Το απαιτητικό κοινό θα περίμενε ίσως μια ανάλυση για τον χαρακτήρα της περιόδου και τα καθήκοντα της συγκυρίας. Ή έστω κάτι από την επικαιρότητα. Την πορεία του πολυτεχνείου, το κλίμα στα πανεπιστήμια, το διήμερο εαακ (χωρίς άρθρο, να μην καρφωνόμαστε).

Το οποίο τελικά ήταν κατώτερο των προσδοκιών. Προσδοκίες που γεννήθηκαν στον πρώτο γύρο των συντονιστικών πόλεων μετά τα γεγονότα της πάτρας, όπου μπορούσες να ακούσεις αρασίτες να δικαιολογούν το ξύλο με τσιτάτα του μαρξ. Η βία είναι η μαμή της ιστορίας. Κάτι που καθιστά αυτούς που το έφαγαν ένα είδος ταξικού εχθρού. Εμπρός της γης οι αρασίτες.

Η ως τα τώρα ιστορία της εαακ είναι μια αδιάκοπη πάλη των τά(κ)σεων. Ο φθόγγος κάπα συμβολίζει αυτό ακριβώς που λείπει. Την Κομμουνιστική αναφορά. Αυτά τα αφήνουμε για το κόμμα, που υποτιμά τα προβλήματα στο κυλικείο και τις νίκες στο σήμερα.

Αντ’ αυτού όμως έκρινα σκόπιμο πριν σφίξουν τα κρύα, να παίξω μια τελευταία καλοκαιρινή νότα με το πιο σημαντικό κοσμικό γεγονός της χρονιάς για τον εξωκοινοβουλευτικό –κι όχι μόνο- χώρο. Το γάμο του σφου κι αφού σπαρίλα.

Όπως είχαμε προαναγγείλει η σεμνή τελετή έλαβε χώρα σε κάποιον ιερό ναό (γιατί στο τέλος λυγίσαμε) κάπου κοντά στη βάρκιζα (για να δοθεί συμβολική έμφαση στο ότι λυγίσαμε) αλλά και στον ηρωικό Αστέρα της περίφημης σύγκρουσης. Τότε που ο τρόμπας κι οι σύντροφοι του κυκλοφορούσαν στις σχολές με χάρτες της αθήνας για να δείξουν πόσα χιλιόμετρα μακριά απ’ τον αστέρα θα διαδήλωναν οι ρεφορμιστές του κουκουέ με τους οποίους συντάσσεται σήμερα ο τρόμπας.

Εμείς ευτυχώς δεν πήγαμε ποδαράτα και φτάσαμε αρκετά πιο ξεκούραστοι στον τόπο του εγκλήματος. Στο ενδιάμεσο πρόλαβα να σκεφτώ τη συνδικαλιά ενός φίλου μου που έλεγε ότι με αυτό το σκεπτικό έπρεπε να πάμε στη βαγδάτη για να διαδηλώσουμε ενάντια στον πόλεμο στο ιράκ και την αμερικάνικη επέμβαση.

Στο πλαστό δίλημμα ή με τις κουκούλες ή με τις γραβάτες, ο γιώργος σπαρίλας δεν είχε πολλά περιθώρια επιλογής κι υπέκυψε ηρωικά. Προσαρμόστηκε γρήγορα όμως κι ήταν χαρούμενος που μπορούσε να δείξει και στον κουμπάρο του πώς δενότανε η γραβάτα.

Καμία αντίδραση. Τον κοιτάω με νόημα. Πώς δενότανε η γραβάτα λέμε! Με κοιτάει κι αυτός. Πάβελ κορτσάγιν… σύγχρονη εποχή… ο οστρόφσκι… Ούτε τώρα. Το πώς δενότανε το ατσάλι δεν το ξέρεις; Μα τι διάολο σας μαθαίνουν σε αυτό το ρεύμα τέλος πάντων;

Ας καταγραφεί ωστόσο στα πρακτικά (θα τα πάρουμε μετά μαζί με την κάλπη) πως όταν ήρθε η σειρά του να ασπαστεί την εικόνα του παπά, έκανε την κίνηση στον αέρα και προσποιήθηκε πως την φιλάει. Όχι, δεν προσκύνησε.

Φτάσαμε σε ένα κυριλέ μαγαζί δίπλα στη θάλασσα. Έχω και blog πάμε μια βόλτα; Φορώντας την καλή μου βερμούδα, πήγα στο τραπέζι των φίλων από τα χρόνια της θεσσαλονίκης. Που δεν ήμασταν ούτε ένα τραπέζι και δεν ήμασταν καν φίλοι μεταξύ μας (γίναμε όμως στη συνέχεια). Άλλους δικούς μας δεν είχε.

Από συντρόφους του χώρου είχε μόνο άλλο ένα τραπέζι του πριν, αλλά αυτοί ήρθαν πιο πολύ ως συνάδελφοι από τη δουλειά, όχι ως ναρίτες. Δεν ήρθε όμως μαζί μας ο πι-πι και δεν ήταν ούτε ο καζάκης, που εκείνο τον καιρό ήταν κάτι σαν τη βασίλω κι έτρεχε παντού σε όλη την ελλάδα.

Άδειος ο πόλος. Πού πήγε όλος;
Λες να έκατσε σπίτι για να δει μπάλα; Έπαιζε κι η βραζιλία την ίδια ώρα. Παρά την προγαμιαία δέσμευση του σπαρίλα ότι κανόνισε και το έβαλε σε μέρα που δεν είχε μουντιάλ –δήλωση χαρακτηριστική για την αξιοπιστία του χώρου του.

Ένιωθα σα να είμαι σε ένα πάρτι ορκωμοσίας, όπου λείπει η παλιοπαρέα του εορτάζοντα κι είμαι εγώ και κάποιοι ακόμα που μας γνώρισε στην τελευταία εξεταστική, τελευταίο μάθημα.
Το είπα στην ομήγυρη κι ο τρόμπας ενθουσιασμένος μου προσέφερε δέκα ευρώ για να το γράψω στο μπλοκ. Αρνήθηκα κατηγορηματικά. Η κε του μπλοκ έχει χόμπι να εκθέτει τους συντρόφους ανιδιοτελώς, όχι επ’ αμοιβή και για το κέρδος.

Ύστερα μαγνητοσκοπήσαμε το ταγκό των νεόνυμφων πλάι στο κύμα και η κε του μπλοκ βυθίστηκε στους συνειρμούς της και σε αμπελοφιλοσοφικούς στοχασμούς.

Μου λες μ’ αγαπάς… θες να παντρευτούμε.

Τι σημαίνει όμως γάμος αλά ελληνικά τη σήμερον; Πεταμένα λεφτά, που λέει κι ο κομάντο. Όπως κάθε τι στη ζωή άλλωστε. Νταβατζιλίκι απ’ τους εμπόρους στην χαρά και στο θάνατο. Δε συμφέρει ούτε να πεθάνεις. Πρέπει να έχεις καλού-κακού (δηλ κακού σκέτο) κάποια λεφτά στην άκρη για την περίπτωση που… Αλλιώς μένεις άκλαυτο σκυλί και την πληρώνουν οι συγγενείς που δε σε φρόντισαν για την τελευταία σου (δροσερή κι ήσυχη) κατοικία.

Κι οι τιμές για τα νυφικά, ξέρεις πού έχουν φτάσει; Τετραψήφιο νούμερο. Πώληση κι ενοικίαση. Συμφέρει δηλ να το αγοράσεις και να το νοικιάζεις μετά σε γνωστούς και φίλους.
Μα τόσο ματζίρης είσαι δηλ; Μια φορά παντρεύεσαι.
Ναι, αλλά στα παίρνουν για μια ζωή. Κι ύστερα το σκέφτεσαι διπλά και να χωρίσεις. Τέτοια επένδυση να πάει χαμένη;

Ζωές που χαντακώνονται για χατίρι της πιο σημαντικής τους μέρας. Μια μέρα υποκρισίας που δε γίνεται καν για αυτούς σε τελική ανάλυση. Κι άμα ρωτήσεις τα συμπεθέρια κι αυτοί κάτι άλλο ήθελαν.

Πράγματα που γίνονται χωρίς κανείς να το θέλει.
Όπως στη μουσική που κανείς δε θέλει μπιτ και σκυλάδικα και στο τέλος όλο το πάρτι ακούει αυτά ακριβώς. Ο νόμος του μέρφι.
Σε εμάς βέβαια έφταιγε ο ντι τζέι σύντροφος που πήγε βενεζουέλα στο παγκόσμιο φεστιβάλ νεολαίας κι έφερε μαζί μπόλικο υλικό για τα πάρτι της οργάνωσης. Παντού υπάρχει ένας φταίχτης όμως (κι ας μην έχει πάει ποτέ βενεζουέλα).

Είναι σαν αυτό που έλεγε ο ένγκελς για την ιστορία και την ατομική βούληση του καθενός που είναι σα διανύσματα και φτιάχνουν μια τελείως διαφορετική συνισταμένη που κανείς δεν ήθελε εξ αρχής.

Κι έτσι λούζεσαι και την εκκλησία με τους παπάδες για να δείξεις ότι δεν είναι σημαντικό για σένα, ούτε από την ανάποδη. Όπως περίπου κάνουμε εμείς με τις εκλογές και την αποχή.
Δίνουμε πάλη βέβαια για να νικήσουμε τον ταξικό εχθρό και τα πεθερικά που ονειρεύονται να δουν την κόρη τους νυφούλα στης εκκλησιάς την πόρτα. Πώς να νικήσεις όμως την ίδια σου τη συντρόφισσα; Πέφτεις χτυπημένος από μέσα, όπως στις δίκες της μόσχας.
Να καταγραφεί παρακαλώ στα ελαφρυντικά του σπαρίλα (θα τα πάρουμε κι αυτά μαζί με τα πρακτικά και τις κάλπες). Ας είναι ελαφρύς ο γάμος που τον σκεπάζει.

Έρχεσαι λοιπόν εις γάμου κοινωνία σε μια γαμοκοινωνία που αναπαράγει όλες τις παλιές βρωμιές, μόλις πας να επεκτείνεις το ενυδρείο σου κι αρχίσει να τεκνοποιεί το ζευγάρι.
Άσε που ετυμολογικά, γάμος και πήδημα έχουν την ίδια ρίζα. Ζούμε όμως σε μια αντιδιαλεκτική εποχή που τα χωρίζει τεχνητά. Συγχέει το δεσμό με τα δεσμά, δε μπερδεύει το πήδημα με τα συναισθηματικά της και πιστεύει ότι ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα. Κι ας μην πω καλύτερα τι σημαίνει κατ' αντιστοιχία το σεξιστικό υπανδρεύομαι. Παντρεύεστε γιατί χανόμαστε.

Πώς προχωράει η ζωή έκτοτε;
Το ζευγάρι έκανε γαμήλιο ταξίδι του μέλιτος στον προλεταριακό άγιο μαυρίκιο, όπου είναι πολύ δύσκολο να βρεις τον σωστό κωδικό για να πάρεις τηλέφωνο. Ο σπαρίλας φόρεσε βέρα στο δεξί γιατί λέει βοηθάει στην κυκλοφορία του αίματος (στο μενς χελθ νομίζω το διάβασε). Και κυκλοφοράει με τον αριστερισμό του λένιν ανά χείρας για να πετάει στους επικριτές του τσιτάτα περί τακτικής κι αναγκαίων συμβιβασμών.
Κι αν τακτική τη βρήκες την ιθάκη δε σε γέλασε.

Στο τέλος μένουν μόνο τα πειστήρια του εγκλήματος για ανάμνηση. Μια σπουδαία φωτό του κόκκινου πρίσματος, κατευθείαν για αφίσα.


Τι θα μπορούσε να λέει; Πότε θα γευτείς κι εσύ την ευτυχία μου;
Ή θα μπορούσε να αξιοποιηθεί πολιτικά για στρατολόγηση μελών.
Εσύ έγινες μέλος της ανταρσύα;

Ακόμα και στην κοινωνία του μέλλοντος για κρατική προπαγάνδα υπέρ των γάμων. Αν κι έτσι ίσως αυξάνονταν παράλληλα κι οι αυτοκτονίες των κοριτσιών που έχασαν οριστικά τον σπαρίλα από την αγκαλιά τους.

Άντε. Και στα δικά μας οι ανένταχτοι...

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010

Λδ Καζακ(η)στάν

Σε αυτούς τους δρόμους, σε αυτή την κοινωνία
Μια μέρα η αρας δε θα ‘ναι συμμορία


Ξεκινάμε δυναμικά με σύνθημα. Και συνεχίζουμε έτσι, με κείμενο του καζάκη από τον καιρό που ήταν κουκουέ, συνεργάτης του τμήματος οικονομίας της κε.

Η «ενιαία αγορά» και το μάαστριχτ

Η συνθήκη του μάαστριχτ δεν ήρθε σαν κεραυνός εν αιθρία, αλλά υποτίθεται πως έρχεται να ολοκληρώσει την πορεία που ξεκίνησε με τη σύνοδο κορυφής της εοκ στο λουξεμβούργο το δεκέμβρη του 1985, όπου υιοθετήθηκε η «ενιαία ευρωπαϊκή πράξη», με στόχο τη διαμόρφωση της «ενιαίας εσωτερικής αγοράς» μέχρι το 1992. Έτσι λοιπόν η συνθήκη του Μάαστριχτ, το περιεχόμενό της, οι προεκτάσεις της κι οι συνέπειές της, τόσο για την χώρα μας, όσο και για την ευρώπη συνολικά, δε μπορεί να εξετάζονται ξεκομμένα απ’ τη μέχρι σήμερα πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης της «ενιαίας αγοράς».

Η ενιαία ευρωπαϊκή πράξη του 1985 φιλοδοξούσε να υπερβεί μια παρατεταμένη περίοδο κρίσεων στο εσωτερικό της κοινότητας, οικονομικών αποτυχιών και φυγόκεντρων τάσεων, που εκπορεύονται πρώτα και κύρια από τις πιο ισχυρές χώρες. Ποια είναι τα αποτελέσματα; Καθώς ήδη βρισκόμαστε στα μέσα του 1992, της «χρονιάς-ορόσημο» για την «ενιαία αγορά», φαίνεται καθαρά ότι η πορεία της εοκ περιπλέχτηκε ακόμη περισσότερο σε αντιθέσεις και συγκρούσεις που πυροδότησε η ίδια. Η αναζωογόνηση της οικονομίας της εοκ, η ενίσχυση της θέσης της στο διεθνή ανταγωνισμό, η κοινωνική άνοδος κλπ που υποσχόταν η ενιαία αγορά, παρέμειναν φρούδες ελπίδες, όχι μόνο για την εξαρτημένη περιφέρεια, αλλά και για τον αναπτυγμένο καπιταλιστικό πυρήνα της.

Η εικόνα που παρουσιάζει η οικονομία της εοκ στα χρόνια που προωθείται η ενιαία αγορά είναι αποκαρδιωτική. Η κατά μέσο όρο άνοδος της παραγωγής της εοκ έχει ήδη καταρρεύσει απ’ το 4% που ήταν πριν πέντε χρόνια, σε λίγο περισσότερο από 1% σήμερα, με ακόμη πιο δυσμενή προοπτική για τα επόμενα χρόνια. Την ίδια ώρα η ανεργία αρχίζει ξανά να καλπάζει, με πρόβλεψη σύντομα να πιάσει το 10%. Κι όλα αυτά, όταν πριν 6 χρόνια εκθέσεις σαν του τσεκίνι –η οποία εκπονήθηκε κατ’ εντολή του διευθυντηρίου το 1985, περισσότερο για προπαγανδιστικούς λόγους- αλλά κι εκτιμήσεις των βρυξελλών, πρόβλεπαν απογείωση των ρυθμών ανάπτυξης της εοκ που θα κυμαίνονταν γύρω στο 7% ετήσια, ενώ θα άνοιγαν περίπου 5 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας.

Ταυτόχρονα η εοκ στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων δε μπόρεσε να ξεπεράσει σε ρυθμούς ανόδου τόσο την ιαπωνία, όσο και τις ηπα.
{Εδώ παραλείπω κάποιους αριθμούς που παραθέτει ο καζάκης για το αεπ, την ανεργία, τον δείκτη τιμών καταναλωτή και τη βιομηχανική παραγωγή στις χώρες της εοκ, τους οποίους συγκρίνει μετά με τα αντίστοιχα μεγέθη σε ηπα κι ιαπωνία για να καταλήξει στο εξής συμπέρασμα}: Η διαφαινόμενη νέα οικονομική ύφεση φαίνεται να πλήττει περισσότερο την ίδια την εοκ, παρά τους αντιπάλους της στο διεθνή ανταγωνισμό.

Γίνεται φανερό πως η πορεία προς την «ενιαία αγορά» με τις αντιθέσεις που πυροδότησε και την περιπλοκή της με τις διαδικασίες νέας οικονομικής ύφεσης, όχι μόνο δεν απογείωσε την οικονομία όπως ονειρεύονταν τα επιτελεία των βρυξελλών, αλλά την προσγείωσε σε μια νέα περίοδο έντασης και συγκρούσεων, που ίσως προοπτικά απειλήσει και την ίδια την υπόσταση της εοκ. Το μόνο αδιαμφισβήτητο αποτέλεσμά της είναι πως μετέτρεψε το εσωτερικό της εοκ σε μια ανοιχτή αρένα ξέφρενου ανταγωνισμού ανάμεσα σε τμήματα του πολυεθνικού κεφαλαίου. Ένας ανταγωνισμός που διαχέεται σε όλες τις σφαίρες της οικονομίας, της κοινωνίας και της πολιτικής, παίρνει σύγχρονες μορφές και γίνεται πιο εξουθενωτικός.

Έτσι η «ενιαία αγορά» πυροδότησε ένα νέο κύμα ανταγωνισμού, που αντί να ισχυροποιήσει –όπως περίμενε το «διευθυντήριο»- αδυνάτισε τις δομές και τις αντοχές της οικονομίας της εοκ, την αποσταθεροποίησε και διευκόλυνε το αμερικανικό και ιαπωνικό κεφάλαιο να μεταφέρουν τη διεθνή σύγκρουση στο εσωτερικό της. Και ταυτόχρονα να συνδέσουν την ίδια την πορεία προς την ευρωπαϊκή ένωση με την αποφασιστική προώθηση των θέσεών τους στην ευρώπη. Προς μεγάλη απογοήτευση όλων εκείνων που βαυκαλίζονταν με την ιδέα του φωτισμένου εοκικού ιμπεριαλισμού ενάντια στο σκοτεινό ιμπεριαλισμό των ηπα.

Τα δεδομένα αυτά έχουν απελευθερώσει την «ενιαία αγορά», περισσότερο όμως το καταστροφικό της δυναμικό, παρά τις εκσυγχρονιστικές της διαστάσεις έστω κι απ’ τη σκοπιά του αναπτυγμένου καπιταλιστικού πυρήνα της εοκ. Γι’ αυτό κι αρκετοί ειδικοί επισημαίνουν πως μόνο μία στις τρεις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα μπορέσουν να επιβιώσουν στις διαδικασίες της «ενιαίας αγοράς». Κύκλοι επίσης των ευρωπαίων βιομηχάνων τονίζουν πως χρειάζεται μια πρόσθετη δεκαετία για να καταστήσουν τις επιχειρήσεις τους αρκετά παραγωγικές, ώστε να ανταγωνιστούν τους ιάπωνες και τους αμερικάνους.

Αυτό ακριβώς αναγκάζει και το ίδιο το μεγάλο κεφάλαιο να αναθεωρήσει την εκτίμησή του για τις δυνατότητες της ενιαίας αγοράς. Έτσι ένα από τα μεγάλα αφεντικά της εοκ, ο μεγαλοβιομήχανος ουμπέρτο ανιέλι, θεωρεί πως «καθώς πλησιάζουμε στα 1993, είμαστε αναγκασμένοι να παραδεχτούμε πως η δημιουργία ισχυρής κοινοτικής βιομηχανικής διάρθρωσης απέχει πολύ από το να είναι το φυσικό αποτέλεσμα της ‘ενιαίας αγοράς’».
Με ανάλογο τρόπο ο αλέν γκομέζ, πρόεδρος του γαλλικού συγκροτήματος ηλεκτρονικών τόμσον, τονίζει πως «το δόγμα του ελεύθερου εμπορίου δε μπορεί να σταθεί πια στην εποχή των βιομηχανιών υψηλής τεχνολογίας». Και απαιτεί μια μακροπρόθεσμη αποτελεσματική πολιτική δασμολογικής προστασίας του σκληρού πυρήνα της βιομηχανίας, σα βασική προϋπόθεση για να υπάρξουν παράλληλα πολιτικές εκσυγχρονισμού της. Κι αν αυτός ο σκεπτικισμός αναπτύσσεται από τέτοιους κολοσσούς, τότε τι πρέπει να κάνει μια μικρή, εξαρτημένη χώρα σαν τη δική μας;

Αυτός είναι ο λόγος που αρκετοί ιθύνοντες της εοκ εκτιμούν πως οι χαμηλοί ρυθμοί και η ύφεση αυξάνουν το οικονομικό κόστος των πολιτικών συμβιβασμών κι έχουν επιβραδύνει σημαντικά τη διαδικασία ολοκλήρωσης. Ενώ ζητήματα ελεύθερου εμπορίου και προστασίας τομέων κι επιχειρήσεων συγκεντρώνουν σοβαρότατες συγκρούσεις, ιδίως ανάμεσα στις ανεπτυγμένες χώρες. Έτσι, ο επίτροπος ανταγωνισμού της εοκ, λ. μπρίταν, διαπιστώνει πως «απλά δεν υπάρχει συμβιβασμός σε αυτούς τους τομείς, ούτε είναι πιθανό να υπάρξει στα χρόνια που έρχονται».

Έκφραση αυτής της συσσωρευμένης αρνητικής εμπειρίας από την ενιαία αγορά είναι και το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στη δανία. Το «ΟΧΙ» δεν αφορούσε απλά τη συνθήκη του μάαστριχτ, αλλά τη συνολική εξαπάτηση των λαϊκών προσδοκιών απ’ τη συνολική πορεία της εοκ.

Επομένως, η πορεία προς την «ενιαία αγορά», μ’ όλες τις αντιφάσεις της, συσσώρευσε σοβαρά προβλήματα, ιδίως βέβαια σε χώρες με ασθενή παραγωγική-τεχνική βάση, όπως η χώρα μας. Τις οδηγεί πιο γρήγορα στο περιθώριο, τις μετατρέπει σε χώρους αποβλήτων, που προέρχονται απ’ την έξαρση του μονοπωλιακού ανταγωνισμού τόσο στο εσωτερικό της εοκ, όσο και διεθνώς.
Έτσι οι ευρύτερες «αποκλίσεις» ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους, σε αναπτυγμένες και υποβαθμισμένες περιοχές κλπ στο εσωτερικό της εοκ, δεν είναι αποτέλεσμα απλά κάποιων «πολιτικών επιλογών», είτε κάποιων κακών κυβερνήσεων, όσο κι αν οι κυβερνήσεις του δικομματισμού φρόντισαν με το παραπάνω για να δραματοποιήσουν ακόμη περισσότερο αυτή την κατάσταση. Αντίθετα, πηγάζουν από την εσωτερική λογική της «ενιαίας αγοράς», η οποία είναι ενιαία μόνο τυπικά, εξωτερικά, ενώ εσωτερικά και ουσιαστικά είναι ανισότιμη. Κι αυτό γιατί επιδιώκει να εξασφαλίσει ευνοϊκότερους όρους δράσης για το πολυεθνικό κεφάλαιο. Δημιουργεί νέους μηχανισμούς επιβολής της θέλησής του. Οι αρχές λειτουργίας της ενιαίας αγοράς δεν οδηγούν στη διάχυση της τεχνολογικής προόδου προς τις πιο καθυστερημένες περιοχές, αλλά σε μια νέα μεγάλη συγκέντρωση τεχνολογικών επιτευγμάτων, εφαρμογών και οικονομικών ωφελειών στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό πυρήνα της εοκ.

Ριζοσπάστης, 7.6.1992.


Και στον επίλογο κάποιες δικές μου παρατηρήσεις.
Νοσταλγούμε χωρίς πολιτικό άλλοθι, την εποχή που παλεύαμε ενάντια στις συνέπειες της ένταξης με κατεύθυνση την αποδέσμευση και για αλλαγή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό. Κατ’ επέκταση έχω αδυναμία σε όσα κείμενα αναφέρουν ακόμα ως εοκ τη σύγχρονη ιερά συμμαχία. Άσε που κάνει ομοιοκαταληξία με το πασόκ.

Στο μυαλό μου το 92 ήταν χρονιά ορόσημο από τα πρώτα χρόνια της ιδιωτικής τηλεόρασης και το σήμα έναρξης των Αυθαίρετων με πολλές καλτ μορφές, από αυτές που ο κομάντο συνηθίζει να αποκαλεί τελευταίους έλληνες. Τώρα το θυμάμαι για τους ολυμπιακούς της βαρκελώνης και τους ταβάριτσι αθλητές της κοινοπολιτείας με τις σοβιετικές σημαίες και το σφυροδρέπανο στην καρδιά.

Τι άλλο χρήζει της προσοχής μας;
Τα εισαγωγικά που χρησιμοποιεί ο καζάκης στον όρο ενιαία αγορά με τον ίδιο ζήλο που τα βάζουν οι μουλάδες στο κάπα όταν μιλάν για το κόμμα.
Ότι ασπάζεται ως καλός μουλάς τη θεωρία της εξάρτησης. Κάτι που καθιστά ακόμα πιο παράξενους τους ασπασμούς και τις πολιτικές του φιλίες στο σήμερα με ρεύματα που μιλάν για την ιμπεριαλιστική ελλάδα και το ρόλο της στα βαλκάνια.

Κι η συντριπτική κριτική του στις συνέπειες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης που πηγάζουν από την εσωτερική λογική της 'ενιαίας αγοράς' και δεν είναι απλά αποτέλεσμα κάποιων πολιτικών επιλογών ή κάποιων κακών κυβερνήσεων. Σε πλήρη αντίθεση με όσα λέει σήμερα περί άρνησης χρέους και κυβερνητικής αλλαγής για ένα δημοκρατικό κράτος που θα πατάξει τη διαφθορά.

Αλλά ο βασικός λόγος της αναδημοσίευσης είναι άλλος. Είναι η μοναδική του ανάλυση –απ’ όσες κυκλοφορούν- όπου δε μιλάει για το χρέος και τα πολιτικά, δημοκρατικά αιτήματα που θ’ ανοίξουν το δρόμο για το σοσιαλισμό. Αν θέλει, μπορεί να μιλήσει και για άλλα πράγματα.

Σπάνιο ντοκουμέντο, συλλεκτικής αξίας. Μπορείτε να το βρείτε στη σύγχρονη εποχή στη συλλογή κριτικών σημειωμάτων με τον τίτλο για την ευρωπαϊκή καπιταλιστική ενοποίηση –έκδοση της ιε της κε του κκε- μαζί με άρθρα και κείμενα της μπέλλου, του παφίλη, του μάκη παπαδόπουλου κι άλλων παλιών συντρόφων.

Καλή ανάγνωση.