Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εργασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εργασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016

Παραιτηθείτε

Δεν ξέρω αν φταίνε κάτι σκηνές από την τηλεόραση που μας έχουν εντυπωθεί σαν προσωπικές μας απόψεις κι αιώνιες αλήθειες, αλλά γενικά θεωρείται από μαγκιά ως ζήτημα τιμής να μη σε απολύουν, αλλά να προλαβαίνεις εσύ να παραιτηθείς πρώτος, σα να είναι δική σου επιλογή. Όπως ακριβώς με τα ζευγάρια και το ποιος χωρίζει ποιον, γιατί άλλο να λες εσύ αντίο σε κάτι που έχει τελειώσει για σένα κι άλλο να σε σχολάει ο άλλος-η και να σου θίγεται ο εγωισμός. Σαν εκείνο το τιτίβισμα που λέει:
-Νομίζω πως πρέπει να χω...
-Χωρίσουμε! Χωρίζουμε! Σε πρόλαβα! Χα! Παλιο-μπι-μπιπ

Μεταξύ μας βέβαια -και με το "μας" εννοώ του συντρόφους, η παραίτηση δεν παίζει σαν επιλογή και δυνατότητα. Ακόμα κι αν είσαι σε μια απαίσια δουλειά, με κάκιστες συνθήκες και απάλευτο περιβάλλον, δεν υπάρχει κανένας λόγος να χαρίσεις στο αφεντικό σου (κι όσο πιο αντιπαθές είναι, τόσο περισσότερο) τα λεφτά μιας πιθανής αποζημίωσης, λόγω απόλυσης. Και δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να την "εκβιάσεις" από το να συμμετέχεις σε μερικές απεργίες, που πάντα φοβόσουνα, για να φύγεις με ψηλά το κεφάλι.

Αν και έτσι που έχει πέσει το ύψος των αποζημιώσεων που δικαιούσαι, σε λίγο δε θα έχει διαφορά με την παραίτηση κι έτσι η παραίτηση θα είναι πάλι ζήτημα τιμής, δηλαδή φιλότιμου, αφού η τιμή της εργατικής δύναμης έχει ευτελιστεί. Επειδή όμως δε βρίσκεις εύκολα δουλειά στις μέρες μας, ενώ αντιθέτως είναι πολύ εύκολο να τη χάσεις, πολύς κόσμος ανέχεται αδιαμαρτύρητα τα σκατά που τρώει καθημερινά και μένει στη δουλειά του από ανασφάλεια, όπως ακριβώς κάνει πχ και σε ένα χρεοκοπημένο γάμο. Η διαφορά είναι πως στο γάμο υπολογίζεις να έχεις κάποιον στα γεράματα, για να τα απαλύνεις, ενώ από τη δουλειά ούτε καν αυτό δεν μπορείς να περιμένεις, με τις συντάξεις πείνας που θέσπισε η ΔΦΑ.

Για τους συντρόφους πάντως δε νοείται καμιά παραίτηση γενικώς, καμία απογοήτευση κι ιδιώτευση, μακριά από τον αγώνα. Ο οποίος, σε αντίθεση με το ασφαλιστικό σύστημα, δεν έχει κάποιον (άμεσα) ανταποδοτικό χαρακτήρα, όχι γιατί δεν έχει πρακτικό αντίκρισμα, αλλά γιατί μπορεί να καρπίσει σε βάθος χρόνου, να φέρει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα, και κυρίως γιατί στον αγώνα μπαίνουμε για να προσφέρουμε ανιδιοτελώς κι όχι για να αποκομίσουμε προσωπικό όφελος. Υπάρχει ωστόσο, κατά μία έννοια ένα είδος "κεφαλαιοποίησης", με την παρακαταθήκη που αφήνει στις επόμενες γενιές.

Μετά από αυτά τα εισαγωγικά στοιχεία, ας κάνουμε μια ανακεφαλαίωση μερικών γεγονότων που απασχόλησαν την επικαιρότητα.

Προχτές απεβίωσε ο Παναγιωτακόπουλος, η αιώνια φωνή της νεκρής (αν υπήρξε ποτέ) αριστερής συνείδησης του ΠαΣοΚ, που παρόλα όσα, δεν παραιτούνταν ποτέ, κι όταν τελικά το έκανε, πριν από μερικά χρόνια, ήταν κάπως σαν την ιστορία με το βοσκό, το λύκο και την πλάκα που έκανε στους συγχωριανούς του, για να την πληρώσει ακριβά στο τέλος.
Ο Πιλάφης, ως άξιος διάδοχός του, κατάφερε τελικά να απεγκλωβιστεί πέρυσι από το δικό του ΠαΣοΚ (ένεκα ο συμπυκνωμένος πολιτικός χρόνος των καιρών μας), όταν του πήραν τις υπουργικές θέσεις και θα έμενε εκτός ψηφοδελτίων. Η ομάδα των 53 που έμεινε στο Σύριζα και υποτίθεται πως διαφοροποιείται σε διάφορα μέτωπα, είναι απλώς ένα θλιβερό υποκατάστατο του αστείου Πιλάφη, και δε φτάνει ούτε μια τρίχα από το φυσικό μαύρο μαλλί του.

Ο Κοκός, αν τον θέλει ο λαός, θα μας έκανε τη χάρη να ξαναγυρίσει, για να αποδείξει μεταξύ άλλων τα δημοκρατικά του φρονήματα, τόσο στο παρόν (όπου είναι υπέρμαχος της απλής αναλογικής), όσο και στο παρελθόν, όπου πολέμησε εναντίον της χούντας των συνταγματαρχών -όταν τον πρόλαβαν με το πραξικόπημά τους, προτού εκδηλώσει αυτός το δικό του με τους στρατηγούς. Μολονότι είναι τέως όμως, αρνείται να παραιτηθεί από την ιδιότητα του βασιλέα Κων/νου.

Ο Τσίπρας δε θα ήταν -λέει- πρωθυπουργός παντός καιρού, για να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα που δεν πιστεύει (κι έχει απόλυτο δίκιο σε αυτό, προσωπικά δεν πιστεύω ότι εφαρμόζει σήμερα κάτι που είναι έξω από την πολιτική του λογική). Κι αποδεικνύει τον τελευταίο χρόνο πως δεν υπάρχει τίποτα πιο κολλητικό από το μέλι της εξουσίας και τις κυβερνητικές καρέκλες, που σε κρατάνε βιδωμένο. Όλη η ρητορική του Σύριζα, εξάλλου, τους τελευταίους μήνες είναι πως αυτός -τουλάχιστον- φέρνει μνημόνια με πόνο ψυχής, χωρίς να τα έχει ως ιδεολογία του, και με πολύ περισσότερη βαζελίνη, για πιο ήπια προσαρμογή. Και επίσης τα βάζει με τον Κοκό και τις πριγκίπισσες...

Η ΝΔ τέλος διοργανώνει ένα ακομμάτιστο συλλαλητήριο, τύπου "μένουμε Ευρώπη", με τον τίτλο "παραιτηθείτε". Μιλάμε βασικά για το ίδιο κόμμα, που -αν και ετοιμόρροπο- είχε γαντζωθεί από τα κυβερνητικά οφίτσια και δε θα ξεκουνούσε, αν δε μεσολαβούσε η εκλογή ΠτΔ. Και συνολικά για τον αστικό πολιτικό κόσμο, που εξαναγκάζεται σε παραίτηση, μόνο εάν χρειάζεται ένας αποδιοπομπαίος τράγος, που πετιέται σα βαρίδιο από το αερόστατο, για να σωθούν οι υπόλοιποι. Ούτε καν για λόγους φιλότιμου, όπως ο Μαυρογιαλούρος. Εξάλλου ό,τι είναι νόμιμο (όπως οι οφ-σορ) είναι και ηθικό.

Όσο για το λαό, που παρακολουθεί σχετικά αμήχανος τις εξελίξεις, είναι προφανές πως τίποτα καλό δεν μπορεί να προκύψει από κάποια παραίτηση. Κανείς αστός πολιτικός δεν αφήνει οικειοθελώς τη θέση του για να παραιτηθεί. Κι αν το κάνει, θα έρθει στη θέση του κάποιος άλλος πανομοιότυπος. Ο μόνος τρόπος να πετύχει ο λαός τις παραιτήσεις που θέλει, είναι να γίνει ο ίδιος πολιτικό αφεντικό, και να απολύσει όσους του έχουν κατσικωθεί στο σβέρκο κι είναι το πολιτικό, υπηρετικό προσωπικό των παράσιτων που λυμαίνονται τον κόπο του, για να πλουτίζουν. Κι αυτό δε θα το καταφέρει ποτέ, όσο μένει παραιτημένος στο περιθώριο, μακριά από τον αγώνα, αν δεν παλέψει να βρει το δίκιο του, και παραιτείται από κάθε δράση και διεκδίκηση (κι ενίοτε, ακόμα κι από τη σκέψη).

Κυριακή 22 Μαΐου 2016

Πολωνία – τα αντικομμουνιστικά

Στην Πολωνία, ο πρόεδρος Αντρέι Ντούντα (καμία σχέση με τον μπασκετικό σοφό) αποφάσισε να απαγορεύσει κάθε δημόσια αναφορά στον κομμουνισμό, που στοιχειώνει την αστική τάξη ως έννοια και ως ιστορική μνήμη, και να δώσει προθεσμία ενός χρόνου στις τοπικές αρχές, για να γκρεμίσουν ή να μετονομάσουν μνημεία, οδούς κι ό,τι άλλο έχει μείνει να θυμίζει τη σοσιαλιστική εποχή και τον «ολοκληρωτισμό». Το οποίο μπαίνει για ξεκάρφωμα, αλλά μόνο ο κομμουνισμός αναφέρεται σαφώς, που είναι και το βασικό που τους ενδιαφέρει άλλωστε. Και όσοι τον πολέμησαν στο πλευρό των ναζί (τυχαίο παράδειγμα), μπορούν να βαφτιστούν «μαχητές της ελευθερίας», και να έχουν την υστεροφημία τους και τα μνημεία τους ήσυχα. Η μάχη ενάντια στον «κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό» δεν μπορεί να νοείται ολοκληρωτική για τους αστούς, με τον ίδιο τρόπο που για εμάς ο πραγματικός ουμανισμός προϋποθέτει την πάλη ενάντια στους εχθρούς της ανθρωπότητας.

Φαντάσου τώρα να ψηφιζόταν και εδώ ένας παρόμοιος νόμος. Εμάς θα μας έθεταν εκτός νόμου από την πρώτη μέρα (με ένα νόμο, σε ένα άρθρο), ενώ κάποιοι άλλοι ντούροι επαναστάτες ούτε το όνομά τους δε θα ήταν υποχρεωμένοι να αλλάξουν. Ενώ κάποιοι εξ αυτών θα έκαναν ευχαρίστως δημόσιες αποκηρύξεις του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε, γιατί δυσφήμησε τον πραγματικό κομμουνισμό και το ιδεώδες που περιέγραψε ο Μαρξ.

Φαντάσου επίσης, τελείως αντιδιαλεκτικά, να ήταν τελείως αντεστραμμένοι οι ιστορικοί ρόλοι στην Πολωνία, πχ με ένα ναζιστικό καθεστώς, πόσο διαφορετικά θα ήταν τα σταθμά και η αντιμετώπιση του παρελθόντος. Μπορεί να βρισκόταν πχ ένας Πολωνός Χατζηνικολάου να πει ότι δε φοβάται τη δημόσια αντιπαράθεση με τους ναζί και ότι δεν τους δίνει βήμα για να τους διαφημίσει, αλλά για να τους αποδομήσει και να τους απομυθοποιήσει, αφαιρώντας τους τη γοητεία του απαγορευμένου. Και να έβγαινε ένα πολωνικό φόρουμ ελεύθερης σκέψης, να οργανώσει έναν πρωτότυπο ιστορικό περίπατο στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, με το μενού που σερβιριζόταν στους κρατούμενους. Για το Βαλέσα πχ από την άλλη, δε θα γινόταν ποτέ κάτι αντίστοιχο, γιατί δε νομίζω να κακοπέρασε και να πείνασε ποτέ στη σοσιαλιστική Πολωνία.

Χώρια η προπαγάνδα των ΜΜΕ για τις απεργίες της αντίστοιχης Αλληλεγγύης που παραλύουν το κράτος και την οικονομία. Κι η πλάκα είναι πως στην περίπτωση μιας σοσιαλιστικής οικονομίας, με κοινωνική, λαϊκή ιδιοκτησία, αυτό έχει κυριολεκτική ισχύ. Δεν καταλαβαίνω όμως τι μπορεί να εννοεί ο ποιητής στο στίχο «οι απεργοί παραλύουν το κράτος», σε μια «ελεύθερη», ιδιωτική οικονομία.

Στην πραγματική ζωή πάλι, μπορεί να βρεθεί κάποιος να αναλύσει το ιστορικό υπόβαθρο και να μας εξηγήσει ότι οι Πολωνοί στην πραγματικότητα δε μισούν τον κομμουνισμό ή τους σοβιετικούς, αλλά διαχρονικά τους Ρώσους, γενικά και αόριστα, και θέλουν να καταστρέψουν οτιδήποτε τους θυμίζει το πέρασμά τους απ’ την πατρίδα τους. Μπορεί επίσης του χρόνου στην Ουκρανία, στο διαγωνισμό της Γιουροβίζιον, να ζήσουμε ένα θρίαμβο για τους Πολωνούς που δε νίκησαν το 14’, όταν παρουσίασαν κάτι στα όρια του σοφτ-πορνό, αλλά θα έχουν τη νίκη στο τσεπάκι, εάν στείλουν ένα μοιρολόι για το Κατίν και τη σφαγή των αξιωματικών τους, με την ιστορική εκδοχή του Γκέμπελς. Η Ρωσία θα έχει πραγματικές ελπίδες μόνο αν στείλει ένα αντίστοιχο μοιρολόι για το δράμα και το πισωγύρισμα του 17’, που την κράτησε τόσες δεκαετίες απομονωμένη από το πανηγύρι της καπιταλιστική προόδου.

Στην πραγματική ζωή επίσης, περιμένω από στιγμή σε στιγμή μια αυστηρή νότα διαμαρτυρίας από το ελληνικό υπουργείο εξωτερικών. Δεν είναι μόνο ότι έχουμε μια αριστερή κυβέρνηση, η οποία δεν ανέχεται τον αντικομμουνισμό κι αντιδρά άμεσα σε οποιοδήποτε κρούσμα πέσει στην αντίληψή της. Είναι κι ο αριστερός ΥπΕξ που έχουμε, που είχε γράψει πριν από τρεισήμισι δεκαετίες κι ένα βιβλίο για τα πραγματικά γεγονότα στην Πολωνία, και χαρακτηρίζεται από συνέπεια κι αμετακίνητη στάση ως προς τις αρχές του.

Στην πραγματική ζωή πάντα, το επόμενο βήμα της δημοκρατικής ΕΕ που ολοκληρώνεται πολιτικά κι οικονομικά με θαυμαστό, αντιολοκληρωτικό τρόπο, μπορεί να είναι ο λιθοβολισμός κι η δημόσια καύση κομμουνιστών και λοιπών αντιφρονούντων, που παραμένουν προσκολλημένοι στο παρελθόν.
Ενώ σε ένα μέσο της ελεύθερης, πολυφωνικής ενημέρωσης (όχι όπως στον κομμουνισμό, όπου όλα τα έσκιαζε η φοβέρα της λογοκρισίας και της κρατικής προπαγάνδας), η Πολωνία αναφέρθηκε (για να το διορθώσουν εκ των υστέρων και να μη φαίνεται πια) ως μέλος της ΕΣΣΔ! Μιλάμε, γκαραντί κι εξακριβωμένο… Αντίο ζωή.

Ο Ρεντ-Φλάι λέει ότι δεν είναι μακριά η μέρα που θα ανακαλύψουμε ότι οι ειδησειογραφικές σελίδες του διαδικτύου δε λειτουργούν με συντάκτες, αρθρογράφους, λαντζιέρηδες έστω (με μισθό ή χωρίς, μικρή σημασία έχει), αλλά με λογισμικά «αντιγραφής-επικόλλησης» που αναπαράγουν οτιδήποτε και δεν έχουν κριτική ικανότητα να το ελέγξουν. Εγώ πάλι βλέπω ότι η πραγματικότητα ξεπερνάει κάθε επιστημονική φαντασία και αρχίζει να μοιάζει με δυστοπία, όπου τα ρομπότ αρχίζουν να φοβούνται ότι θα αντικατασταθούν σύντομα από ανθρώπους χωρίς κριτική ικανότητα, που θα τα καταστήσουν περιττά και αναχρονιστικά, ενώ θα εξυμνούν την ελεύθερη έκφραση κι ενημέρωση, τη δημοκρατική πολυφωνία των ΜΜΕ, και την εποχή της πληροφόρησης και της κοινωνίας της γνώσης.

Η αλήθεια είναι πως στις μέρες μας ο αστικός, μεταμοντέρνος μεσαίωνας έχει απλώς μεγαλύτερες, υπερσύγχρονες δυνατότητες να επιβάλει το σκοταδισμό του. Κι αν πολλές φορές βάζει το μεσαίωνα στο στόχαστρο της κριτικής του (με μονόπλευρες και στρεβλωτικές προσεγγίσεις), είναι γιατί μόνο αυτή η σύγκριση του εξασφαλίζει τεκμήρια προοδευτικότητας. Στην πραγματικότητα όμως, έχει προ πολλού εξαντλήσει τον όποιο θετικό ρόλο μπορούσε να παίξει ιστορικά στο κοινωνικό προτσές και δεν έχει κανένα κώλυμα να υιοθετήσει τις πιο καθυστερημένες κι αναχρονιστικές μεθόδους επιβολής (όπως έκανε πχ με τον φονταμενταλισμό και τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν) που πηγαίνουν πίσω κι από τον αστικό διαφωτισμό του 18ου αιώνα.

Αντί επιλόγου, αξίζει να σταθούμε στην ετυμολογική προέλευση του γνωστού μας ρομπότ, από το ρώσικο ρήμα «εργάζομαι» (ραμπότατς), και την κοινή του ρίζα με διάφορους γνωστούς μας όρους από την ιστορία του ΣΔΕΚΡ και του ρώσικου επαναστατικού κινήματος (πχ Ραμπότσεγιε Ντιέλο, κοκ). Το πρόβλημα ασφαλώς δεν είναι ότι οι μηχανές αντικαθιστούν τον άνθρωπο, όπως νόμιζαν οι Λουδίτες, αλλά ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούνται στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, για να τον πετάξουν στον κάδο της ανεργίας και του «πλεονάζοντος» εργατικού δυναμικού. Σε αυτά τα πλαίσια, επίσης, η μηχανή δεν απαλλάσσει τον άνθρωπο απ’ τον καταναγκαστικό χαρακτήρα της εργασίας, και το απεχθές, κοπιαστικό κομμάτι της, αλλά τον υποτάσσει και τον καθιστά γρανάζι της, με τον πολύ γλαφυρό τρόπο που το έδειξε στους «μοντέρνους καιρούς» ο Τσάρλι Τσάπλιν.


Μόνο σε μια κοινωνία με κοινωνική ιδιοκτησία και κεντρικό σχεδιασμό, ο άνθρωπος θα υποτάξει τις μηχανές για να υπηρετούν τις ανάγκες του και να μειώνουν τον απαιτούμενο χρόνο παραγωγής των αγαθών, συνεπώς και το μέσο εργάσιμο χρόνο. Ως τότε, το πρόβλημα δε θα είναι οι μηχανές, αλλά οι ιδιοκτήτες τους. Δεν κινδυνεύουμε να αποκτήσουν τα ρομπότ  συνείδηση κι ανθρώπινη υπόσταση, αλλά να γίνουν οι άνθρωποι σαν ρομπότ, αλλοτριωμένοι, χωρίς καμία δημιουργική συμμετοχή στην παραγωγή, και υποταγμένοι στα αφεντικά που μεταχειρίζονται την εργατική τους δύναμη. Και δε θα πάψουν να το κάνουν, γιατί αυτή είναι η μόνη πηγή υπεραξίας και πλούτου.

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Ανεργία& The City

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Το φάντασμα της αγαμίας και της ανεργίας.

Ο φροϋδισμός έχει στο επίκεντρο της ερμηνείας του για την ανθρώπινη κοινωνία την σεξουαλικότητα, σε αντίθεση με τον μαρξισμό που βάζει στο επίκεντρο την εργασία. Έρωτας κι εργασία, δύο στοιχεία τα οποία αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και συμπλέκονται διαλεκτικά.

Οι φροϋδικοί λένε ότι η έλλειψη φυσιολογικής ζωής συσσωρεύει αδιοχέτευτη ενέργεια που ψάχνει διέξοδο και τη βρίσκει στον χώρο δουλειάς. Έτσι έχουμε παστρικές γεροντοκόρες και ανέραστους μικροαστούς (ακόμα και παντρεμένους) πειθήνιους κι υπερ-εργατικούς. Οι άγγλοι περιγράφουν τον εθισμό του εργασιομανή εισάγοντας την έννοια του αλκοολικού στη δουλειά (workaholic). Οι υπόλοιποι φέρονται φυσιολογικά και γίνονται αλκοολικοί εκτός οκταώρου, για να ξεχάσουν τα βάσανα της δουλειάς.

Σήμερα ο καπιταλισμός έχει ενσωματώσει (και φαινομενικά ικανοποιήσει) το αίτημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης, αλλά είναι ζήτημα αν έχουμε πιο ομαλή σεξουαλική και κοινωνική λειτουργία. Το σύστημα διαστρέφει τη σεξουαλική επιθυμία και δημιουργεί βίτσια, φετίχ και διαστροφές, κατά αναλογία με τον φετιχισμό του εμπορεύματος στην παραγωγή που παραμένει δέσμια του κέρδους και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, διαστρέφοντας την κοινωνική αναγκαιότητα.

Υπάρχει επίσης η άποψη ότι ο κόσμος σήμερα έχει αποβάλει πολλά ταμπού και μιλάει ελεύθερα για το σεξ, αλλά αυτό δε σημαίνει απαραίτητα ότι έχει καλή σεξουαλική ζωή. Μιλά πολύ γι’ αυτό, ακριβώς επειδή δεν κάνει και κάπως πρέπει να το καλύψει. Γενικώς πολύ κόσμο τον τρώει η ανεργία κι η αγαμία. Κι αν καταφέρει να λύσει ένα από τα δύο είναι λογικό να πέσει με τα μούτρα, είτε στο σεξ είτε στη δουλειά, για να ισορροπήσει το κενό μέσα του.

Δεδομένου ότι πολύς κόσμος δεν την παλεύει κάστανο με τη δουλειά του, εξηγείται σε μεγάλο βαθμό και το γιατί οι πιο πολλοί γινόμαστε υστερικοί με τα ερωτικά μας, ψάχνοντας απεγνωσμένα έναν ερωτικό σύντροφο και δε μας περισσεύει πολύς χρόνος για πολιτικοποίηση κι όλα τα υπόλοιπα. Αλλά η αποξένωση της μισθωτής εργασίας δε μπορεί να εξαλειφθεί με τις υπόλοιπες κοινωνικές σχέσεις. Συνήθως μάλιστα μεταφέρεται εκεί κι έτσι καταλήγεις να νιώθεις μοναξιά μέσα στο πλήθος, με τον ίδιο τρόπο που νιώθεις ξένους τους συναδέλφους στη δουλειά.

Η σύνδεση αυτή βαθαίνει κα τεκμηριώνεται από μια σειρά στοιχεία. Οι μόνιμες, σταθερές εργασιακές σχέσεις του περασμένου αιώνα που συνοδεύονταν στο εποικοδόμημα από μια σχετικά αυστηρή ηθική περί μονογαμίας, έχουν δώσει τη θέση τους στις ελαστικές σχέσεις, την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα, που έχει αντίκτυπο και στο ερωτικό πεδίο, όπου επικρατούν οι άστατες κι εφήμερες σχέσεις, που θυμίζουν εμπορικές συναλλαγές. Τόσα δίνω, πόσα θες. Κοινώς κανείς δε μπορεί να κάνει μακροπρόθεσμα όνειρα για τη ζωή του σε κάποιον τομέα.

Ο έρωτας κι η δουλειά μοιάζουν σα δυο σταγόνες. Στη δουλειά υπάρχει το στοιχείο του καταναγκασμού, που θυμίζει το γάμο με συνοικέσιο. Πολλές φορές μάλιστα χρειάζεται και μια προξενήτρα να μεσολαβήσει και να πει καλά λόγια για να σε προσλάβουν.

Η εμπορευματοποίηση της εργατικής δύναμης, των ιδιαίτερων κλίσεων και του ταλέντου του καθενός, θυμίζει κατ’ αναλογία την εκπόρνευση. Αντί για το ιερό δικαίωμα της δουλειάς καταλήγουμε ιερόδουλες της εργοδοσίας. Που πρέπει επιπλέον να φαίνονται ενθουσιασμένες με αυτό που θα τους συμβεί και τον λεγάμενο που τους έλαχε. Πρέπει να δείξουν ότι τους αρέσει και το διασκεδάζουν, να τρέξουν να βρουν το κελεπούρι, να βγουν στο πεζοδρόμιο για να επιλεχθεί η καλύτερη (ή η πιο φτηνή), να γράψουν motivation letters. Να δείξουν ότι είναι φιλοδοξία τους, ένα όνειρο ζωής να τις πηδήξουν κι ότι ανυπομονούν να συμβεί αυτό.

Υπάρχουν βέβαια κι αυτοί που βρίσκουν δουλειά πάνω σε αυτό που τους αρέσει. Σα να λέμε εκ-βιασμός από έρωτα, γιατί στον καπιταλισμό η δουλειά πάντα είναι μια μορφή εκβιασμού κι αν δεν πουλήσεις την εργατική σου δύναμη, είσαι ελεύθερος να πεθάνεις της πείνας. Είναι σαν εκείνα τα ζευγάρια που κάνουν υπέροχο σεξ, αλλά δεν ξέρουν στην πραγματικότητα τι θα πει να κάνεις έρωτα.

Εξάλλου, και σε αυτές τις περιπτώσεις ακόμα, ο καταναγκασμός παραμένει και φέρνει τη ρουτίνα και την υποχρέωση, που σε βάθος χρόνου σκοτώνουν τον έρωτα και την ευχαρίστηση.
Στον κομμουνισμό αντίθετα η δουλειά θα είναι προαιρετική κι ευχάριστη σαν –προκαταρκτικό- παιχνίδι. Για την ακρίβεια κάτι δημιουργικό κι όμορφο, σα να κάνεις έρωτα.

Ενώ τώρα απλώς μας πηδάνε καθημερινά οι καπιταλιστές, χωρίς σάλιο και προφυλάξεις (ασφάλιση κτλ). Κι οι προλετάριοι δεν έχουν να χάσουν παρά τις αλυσίδες τους και την παρθενιά τους. Και μετά να επανορθώσουν σφιχτά με ράμματα αυτήν της τσούλας της ιστορίας, που ξέβρασε ότι ξοφλήσαμε.

Υγ: Όλα αυτά, μαζί με το διαλεκτικό δίπολο έρωτα-εργασίας, βρίσκουν την ιδανική τους έκφραση στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό της δεκαετίας με τις βάτες και το καλτ διαμάντι του γιάννη δαλιανίδη, όταν οι ρόδες χορεύουν:

Δούλεψε, δούλεψε, μόνο απ’ τον κόπο σου παίρνει η ζωή
Τίποτα, τίποτα δεν έγινε μόνο του πάνω στη γη

Πάλεψε, πάλεψε, τότε τα νιάτα σου θα τα χαρείς
Δούλεψε, δούλεψε, έτσι τον έρωτα μόνο θα βρεις

Έρωτα, έρωτα, πάρε το δρόμο σου για τη δουλειά
Δούλεψε, δούλεψε, να ‘χεις τον έρωτα στην αγκαλιά


http://www.youtube.com/watch?v=XZKEmDogz38

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Δεν είναι αργία, είναι ανεργία

Γιατί οι σύντροφοι προτιμούν ως εργοδότη το αστικό κράτος; Διότι δεν έρχονται σε άμεση επαφή με τον εργοδότη, τα καπρίτσια και τον αυταρχισμό του. Γίνονται μέρος μιας απρόσωπης –μισθωτής- σχέσης, όπου μένουν στα τυπικά δίνοντας όσο λιγότερα γίνεται. Πάλι όμως δίνουν τα περισσότερα. Γιατί έχουν πιο πολλές κοινωνικές ευαισθησίες, απέναντι στον κόσμο, τον συνάδελφο. Κι υπάρχει και το κοινωφελές της υπόθεσης. Είσαι σε δημόσια υπηρεσία, βοηθάς τον κοσμάκη στη δουλειά του, κάνεις κάτι χρήσιμο. Γραφειοκρατικό κι άχρηστο από μία άποψη, αλλά…
Γι’ αυτό και για να αποφύγεις την αλλοτρίωση, προτιμάς κάτι όπου να έχεις επαφή με ανθρώπους, μια κοινωνική συναναστροφή. Όπως τη διδασκαλία. Αλλά αυτό θα το δούμε αργότερα.

Αυτό το απρόσωπο είναι το μόνο στοιχείο αλλοτρίωσης που δέχεσαι κάπως ευχάριστα. Γιατί αν είναι γουρούνι καπιταλιστής ο εργοδότης σου, δεν είναι πολύ εύκολο να απεργήσεις κι υπάρχει πάντοτε η απειλή της απόλυσης. Αν πάλι είναι μικρομεσαίος εβε, δεν σου πάει καρδιά, γιατί τον βλέπεις που σκοτώνεται κι αυτός στη δουλειά και τα φέρνει δύσκολα βόλτα. Κι όπως αναπτύσσεις ανθρώπινη επαφή μαζί του νιώθεις πως τον κρεμάς με την απεργία. Ενώ στο δημόσιο γλιτώνεις τις τύψεις. Κι άντε να εξηγήσεις στον κακοπροαίρετο, ότι βασικά σε ενδιαφέρει μια δουλειά όπου να μπορείς να απεργήσεις κι όχι το ραχάτι. Πολύ σημαντικό κριτήριο.

Το δημόσιο το προτιμούν όμως κι οι υπόλοιποι, γιατί έχει κάποια προνόμια και βάζουνε μέσο γνωστούς τους να τους «βολέψουν». Ο κόσμος έχει γονατίσει με την κρίση και βάζει μέσο για να μπει στα stage και στους εποπ. Σα να λέμε ότι σε τρώει η αγαμία και λαδώνεις κάποιον να σε βιάσει.

Μπαίνεις λοιπόν σε μια δουλειά που απαιτεί τυπική παρουσία και συμμετοχή. Αλλά τι σόι παρέμβαση κάνεις έτσι; Πας με μισή καρδιά στη δουλειά που τρώει τη μισή σου ζωή και καταντάς μισός άνθρωπος ενίοτε και μισάνθρωπος, που ψάχνει το άλλο του μισό απεγνωσμένα, ενώ έχει χάσει την ταυτότητά του.

Πώς θα παρέμβεις στον χώρο δουλειάς, όταν σε εκνευρίζει κάθε τι σχετικό με αυτόν; Πώς να ρισκάρεις να εκτεθείς, όταν φοβάσαι μην χάσεις μια δουλειά, που βρήκες με χίλια ζόρια; Πώς να κάνεις κομμουνιστική δουλειά, όταν σε πιάνουνε τα αναρχικά σου και θέλεις να σπάσεις την μηχανή, και τη μούρη του αφεντικού; Να γίνεις αρνητής εργασίας και να κλειστείς στον εαυτό σου για να αντέξεις; Πώς να γίνεις μαζικό στοιχείο και ψυχή της παρέας, όταν πας εκεί από αγγαρεία για τη διεκπεραίωση;

Αν λοιπόν συναναστρέφεστε κάποιον σύντροφο που είναι πραγματικά πρωτοπόρος στον χώρο του και τον πετυχαίνετε μετά τη δουλειά άδειο, χωρίς όρεξη να σας μιλήσει, συνυπολογίστε τα όλα αυτά, πριν τον παρεξηγήσετε και του θυμώσετε. Το έζησα πέρσι με τη μπρέζνιεβα από πρώτο χέρι.

Η τ. μπρέζνιεβα είναι δασκάλα. Κάθε μέρα στη δουλειά ο παιδαγωγός γράφει ένα μικρό παιδαγωγικό ποίημα σαν κι αυτό του μακάρενκο. Αναπτύσσει μια μοναδική σχέση με τους μαθητές κι αποφεύγει ως ένα βαθμό την αλλοτρίωση. Κι όλα αυτά σε μια κοινωνία υπογεννητικότητας που δε μπορεί καλά-καλά να αναπαραχθεί. Ο προλετάριος έχει λατινική ρίζα ως λέξη και στην αρχική σημασία του υποδηλώνει αυτόν που δεν έχει τίποτα άλλο πέρα από τη δυνατότητα να αποκτήσει απογόνους. Μετά από τόσους αιώνες προόδου όμως, το σύγχρονο προλεταριάτο χάνει σταδιακά ακόμα κι αυτό το προνόμιο. Γιατί σε λίγο θα ‘ναι προνόμιο να μπορείς να θρέψεις κάποιον άλλον πέρα από τον εαυτό σου. Οι γονείς μας το καταφέρνουν ακόμα, για τη δική μας γενιά είναι εξαιρετικά αμφίβολο. Ούτε προλετάριοι δε θα μπορούμε να είμαστε.
Εκτός κι αν γίνουμε όπως στην ινδία, όπου γεννάνε πολλά παιδιά για να τους φροντίζουν στα γηρατειά. Κάτι σαν ασφαλιστικό σύστημα, τώρα που δεν θα έχουμε και συντάξεις. Κι όταν το κόμμα τους έλεγε ότι πρέπει να βάλουν αίτημα ενάντια στην παιδική εργασία, οι ινδοί σφοι απαντούσαν ότι αυτό θα ισοδυναμούσε με γενοκτονία. Διεθνείς σχέσεις και τα μυαλά στα κάγκελα.

Ο κόσμος λοιπόν παίρνει αυτή την αδυναμία και την θεωρητικοποιεί. Δε θέλει να κάνει παιδιά, κάποιοι μάλιστα τα μισούν, όπως και την ίδια τη ζωή σε τελική ανάλυση. Αλλά είναι ανεπίτρεπτο για εμάς τους κομμουνιστές να τα βλέπουμε αυτά αφ’ υψηλού. Οι οργανώσεις είναι μικρά σχολεία που ανατρέφουνε πολιτικές συνειδήσεις. Δεν σου τα μαθαίνουν όλα σωστά. Και δε σου μαθαίνουν μόνο καλά πράγματα. Αλλά είναι σχολείο αναντικατάστατο, χωρίς αυθεντίες, με ρόλους που αντιστρέφονται διαλεκτικά και ινστρούκτορες που γηράσκουν αεί διδασκόμενοι και μαθαίνουν πάντα κάτι καινούριο από τη βάση και την επινοητικότητά της.
Ένας κομμουνιστής δεν είναι απαραίτητο να είναι καλός παιδαγωγός. Αλλά ένας κακός παιδαγωγός δε μπορεί να είναι καλός κομμουνιστής. Κι όποιος δεν αγαπάει τα παιδιά πώς θα μπορέσει να φτάσει στο σημείο να καταλάβει τον ποιητή που λέει: έχουμε τη ζωή πολύ, πάρα πολύ αγαπήσει;

Συν τοις άλλοις είναι κι η αίσθηση του δημόσιου αγαθού. Άλλο αν αυτό το δημόσιο δεν έχει καμία σχέση με αυτό που θέλουμε. Ως φοιτητής δεν το καταλάβαινα σε όλη του τη διάσταση. Πηγαίναμε στη λέσχη και κάναμε πειράματα με το φαγητό που μας σέρβιραν: τη σόδα που είχε σε ποσότητες για να το χωνέψεις, τη στάχτη από τα τσιγάρα, κάποιοι κατέστρεφαν και την ψίχα στο ψωμί που δεν έφαγαν για να μη μας το ξανασερβίρουν την επόμενη. Αλλά πέρσι στην αθήνα –που βλέπεις πόσο ακριβή πόλη είναι και σου φεύγει όλη η μαγκιά- έτρωγα το φαγητό της εστίας σχεδόν με ευλάβεια. Κι αν ήμουν θρήσκος μπορεί να έκανα και προσευχή πριν ξεκινήσω. Άρχισα να τρώω πράγματα που δεν έτρωγα πριν και πάνω απ’ όλα να εκτιμώ το δωρεάν –κι ας μην ήταν πρώτης ποιότητας.

Τα αστικά παπαγαλάκια έχουν βάλει στο στόχαστρο τους υπαλλήλους του δημοσίου και τη νοοτροπία τους κι ενεργοποιούν αντανακλαστικά κοινωνικού αυτοματισμού στους υπόλοιπους. Βαφτίζουν ευθυνοφοβία την άρνηση να βγεις στη ζούγκλα της αγοράς και να γίνεις σαρκοφάγο. Θεωρούν ότι σου λείπει το πρωτόβουλο πνεύμα της επιχειρηματικότητας, αν δε θες να εκμεταλλεύεσαι τους γύρω σου για να πλουτίσεις.

Στην πράξη αυτό που αρνείσαι είναι να νιώσεις εμπόρευμα. Έχεις κλίσεις κι ικανότητες που δε θες να τις εκπορνεύσεις στην αγορά εργασίας. Δεν είναι τυχαίο ότι τον πρόστυχο τον λέμε αλλιώς κι αγοραίο.
Λέμε ακόμα πως η παιδεία δεν πρέπει να είναι εμπόρευμα, αλλά δημόσιο αγαθό για όλους. Ποιο είναι αλήθεια εκείνο το αγαθό που πρέπει να είναι εμπόρευμα, αντί να ανήκει σε όλο τον κόσμο; Το νερό; Το φαγητό; Τα ρούχα; Η ενέργεια; Ο ίδιος ο άνθρωπος που πουλά την εργατική του δύναμη για να ζήσει;

Περιμένεις λοιπόν να έρθει μια καλή δουλειά πάνω σε άσπρο άλογο. Ή τουλάχιστον να γίνεις πόρνη πολυτελείας. Αν δεν σου κάτσει ούτε αυτό, τρέχεις να βρεις μια δουλειά για κάτι παραπάνω από 500 ευρώ, χωρίς καμιά προοπτική ή κάποια σχέση με το αντικείμενο των σπουδών σου –για να σου αρέσει ούτε λόγος. Η άλλη εναλλακτική είναι η ανεργία. Με το νι να μπαίνει ενίοτε για λόγους ευφωνίας.

Τα έλεγε σαρκαστικά κι ένας σφος στα χανιά σε μια συγκέντρωση. Άνεργε, άεργε, μη απασχολούμενε! Θέλουν να σε βάλουν στη δουλειά και να ξεζουμίζουν την υπεραξία σου. Μην τους αφήσεις να σου πάρουν την ξενοιασιά και τον καφέ από το χέρι. Μη γίνεις παιδί της φάπας, από παιδί της φράπας.

Ήταν ο ίδιος χαβαλετζής που μας πέτυχε ανάκατους σε μια ομήγυρη, όλους πρώην κνίτες, διαφόρων αποχρώσεων και πετούσε ατάκες για να ανάψει τον καβγά και να διασκεδάσει. Μες στο μυαλό μου βαράνε τα γκονγκ, μοιάζαμε μπάλες του πινγκ-πονγκ, στα χέρια του. Κι αυτός με εκείνες τις πλαστικές κοπέλες στα ρινγκ που κρατάνε πινακίδες με τους γύρους (ο τρίτος θα είναι ο τελικός). Αλλά αντί για αριθμούς έδειχνε εμπρηστικές ατάκες: πλακέτα. Εφεε. Παμε. Δεκέμβρης.

Το πιάνω από εκεί που το άφησε. Πρέπει να γίνει επιτροπή αγώνα σε κάθε χώρο ανεργίας. Πού να βρεις και να οργανώσεις όμως ένα εκατομμύριο άνεργους που μόνο σημείο κοινής αναφοράς έχουν την κάρτα του οαεδ που ανανεώνουν κάθε τρίμηνο; Μια πρώτη κίνηση με ημέρες δράσης κατά των ανέργων έχει κάνει τώρα τελευταία το κόμμα. Αλλά οι επόμενες είναι οι πιο δύσκολες.

Κανείς μας δεν είναι ανάπηρος, ούτε υπεύθυνος για την ανεργία του. Αλίμονο αν το εσωτερικεύσει και πιστέψει ότι αυτός έχει το πρόβλημα. Στα ατομικά προβλήματα υπάρχουν μόνο συλλογικές λύσεις. Στα προσωπικά αδιέξοδα, συλλογική διέξοδος.
Όχι ένα κράτος που να βολεύει τους τεμπέληδες, αλλά μια τέτοια οργάνωση της κοινωνίας που να παίρνει από τον καθένα το καλύτερο που έχει να δώσει για το σύνολο, αντί να μας αφήνει να τρωγόμαστε μεταξύ μας σαν τα θηρία και στο τέλος να νικάνε τα όρνεα.