Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Απριλίου 2017

Γιατί δε θα γίνει δικτατορία του προλεταριάτου στην Ελλάδα

ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟΣ ΤΙΤΛΟΣ

Γιατί δε θα γίνει δικτατορία του προλεταριάτου στην Ελλάδα

Γιατί τα όργανα του διεθνούς κομμουνισμού έμειναν ακέφαλα χωρίς διεθνή κομμουνισμό, να ψυχορραγούν σε τοπικό επίπεδο, μέχρι να μπουν οριστικά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Γιατί ο κομμουνισμός ήταν μια ιστορική παρένθεση. Δοκιμάστηκε, απέτυχε παταγωδώς κι αποχώρησε μια και καλή από το ιστορικό προσκήνιο. Το ποτάμι δε γυρίζει πίσω πια.

Γιατί οι ιδέες των κλασικών του μαρξισμού ανήκουν σε άλλο αιώνα κι ένα ξεπερασμένο παρελθόν, που αδυνατεί να περιγράψει το παρόν και να φωτίσει τις προοπτικές του μέλλοντος.

Γιατί στην Ελλάδα δεν έχουμε ανεπτυγμένο καπιταλισμό -ούτε καν πραγματικό καπιταλισμό, κατά μια άλλη άποψη- για να υπάρχουν οι αντικειμενικές συνθήκες-προϋποθέσεις του σοσιαλισμού.

Γιατί η σοσιαλδημοκρατία έχει γερές ρίζες στην ελληνική κοινωνία, έστω και χωρίς το κοινωνικό συμβόλαιο της ευημερίας άλλων χρόνων, και στις κρίσιμες στιγμές θα παίξει το ρόλο ενός γερού αναχώματος, που δε θα αφήσει τη συσσωρευμένη οργή να ξεχειλίσει σε επικίνδυνες κοίτες και να ξεφύγει εκτός συνταγματικού τόξου.

Γιατί ο λαός έχει υποφέρει από τη χούντα κι απεχθάνεται τις δικτατορίες κάθε απόχρωσης (εκτός κι αν μιλάμε για παρδαλές επαναστάσεις), οπότε δεν πρόκειται να δεχτεί καμία αντίστοιχη κατάσταση.
Γιατί η χώρα μας γέννησε τη δημοκρατία και δε θα επιτρέψει στους επίδοξους λαϊκούς επιτρόπους που την επιβουλεύονται να την καταλύσουν.

Γιατί η δικτατορία του προλεταριάτου ως όρος δεν μπορεί να πιάσει τον παλμό της σύγχρονης νεολαίας, να εμπνεύσει τον κόσμο και να σταθεί στον 21ο αιώνα. Πρέπει να αντικατασταθεί με άλλους όρους -πχ εργατική δημοκρατία- και βασικά με άλλους στόχους και διάφορες μεταβατικές καταστάσεις που θα μας οδηγήσουν βαθμιαία στον κοινωνικό μετασχηματισμό.

Γιατί καμία επανάσταση δε θα ανατρέψει μια δικτατορία για να την αντικαταστήσει με μια άλλη και με έναν καινούριο μηχανισμό καταπίεσης.

Γιατί δεν υπάρχει προλεταριάτο στις μέρες μας, συγκεντρωμένο σε εργοστάσια και μεγάλες παραγωγικές μονάδες -ούτε καν εργατική τάξη ίσως, κατά μία πιο (μετα)μοντέρνα θεώρηση των πραγμάτων, που καταργεί μαγικά την αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας. Κι αν τέλος πάντων υπάρχουν, είναι υπολείμματα του παρελθόντος που εξαλείφονται και συρρικνώνονται διαρκώς, χωρίς να μπορούν να διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο.

Γιατί οι σύγχρονες εξουσίες είναι εξοπλισμένες με υπερσύγχρονα μέσα, για να αποκρούσουν κάθε πιθανή απειλή, να τσακίσουν κάθε αντίπαλο, να επιβάλουν την ισχύ τους και το γράμμα του νόμου που τη θεσπίζει. Έχουν εργαλεία παρακολούθησης, όπλα καταστολής, ιδεολογικούς μηχανισμούς χειραγώγησης και διαμόρφωσης συνειδήσεων και μοιάζουν πρακτικά αήττητες.

Γιατί ο συσχετισμός είναι συντριπτικά αρνητικός σε εθνική και παγκόσμια κλίμακα. Αν μια χώρα σπάσει την αλυσίδα, δε θα μπορέσει να αντέξει την πίεση που θα της ασκήσει ο καπιταλιστικός της περίγυρος. Κι όσο για το ενδεχόμενο μιας ταυτόχρονης παγκόσμιας επανάστασης, αυτό είναι ακόμα πιο δύσκολο κι ουτοπικό.

Γιατί το ΚΚΕ έχει χάσει την επαφή του με την πραγματικότητα, με την εξέλιξη της κοινωνίας, με τα δυναμικά της στρώματα και στοιχεία, την τεχνολογία, τα social media, κοκ.

Γιατί οι μενσεβίκοι (τους/μας) έχουν πάρει φαλάγγι...
Και υπεύθυνη για αυτό είναι η ηγεσία του κόμματος που δεν τήρησε τη λενινιστική ευλυγισία, τις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού, το πρόγραμμα του 15ου συνεδρίου, την 6η Ολομέλεια του 34' (για τον αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα της επικείμενης επανάστασης στην Ελλάδα), τα Λαϊκά Μέτωπα του 7ου συνεδρίου της Κομιντέρν, τις εργατικές κυβερνήσεις του 3ου συνεδρίου της...
Και μερικές δεκάδες ακόμα επεξεργασίες, που μου διαφεύγουν αυτή τη στιγμή.

Γιατί δεν έχουν ωριμάσει ακόμα οι συνθήκες...
Ή γιατί παρα-ωρίμασαν, σάπισαν και δεν προσφέρονται άλλο πια.

Γιατί... γιατί... γιατί...

Τα παραπάνω είναι σκόρπια κι ανάκατα γιατί, επιχειρήματα, που συμπυκνώνουν πολλές εκδοχές του ίδιου κειμένου από διαφορετικές σκοπιές, που είναι όμοιες μες στη διαφορά τους και συγκλίνουν στο ίδιο πάντα σημείο: την άρνηση της επανάστασης και της δικτατορίας του προλεταριάτου, που είναι η νομοτελειακή κατάληξη της ταξικής πάλης.

Όπως έλεγε κι ο Βλαδίμηρος, μαρξιστής δεν είναι όποιος παραδέχεται την πάλη των τάξεων και την ύπαρξή της (αυτό μπορεί να το κάνει θεωρητικά κι ένας αστός, άλλο αν οι περισσότεροι την έχουν καταργήσει στα λόγια δεκάδες φορές και ομνύουν συνεχώς στη συνεργασία των τάξεων) αλλά μόνο αυτός που παραδέχεται κι αγωνίζεται για την τελική της συνέπεια-κατάληξη.

Θα περίμενα να δω στα σημερινά πρωτοσέλιδα του αστικού τύπου ένα παρόμοιο κείμενο με τον τίτλο της ανάρτησης, αλλά προφανώς οι αστοί δεν είναι τόσο αφελείς για να παίρνουν την επιθυμία τους για πραγματικότητα, και δε θα κάνουν ποτέ αυτό που είχε κάνει η Αυγή στο πρωτοσέλιδό της για τη χούντα, πριν από μισό αιώνα ακριβώς. Θέλουν να ξορκίσουν όμως τον υπαρξιακό τους φόβο και για αυτό περνάνε με πλάγιους τρόπους αυτό το μήνυμα, κι όλα τα βαριά (μαύρης, πράσινης και ροζ απόχρωσης) βαράνε στην ίδια κατεύθυνση, κλίνουν σε όλες τις πτώσεις και όλους τους τόνους αυτό το μήνυμα: ότι στην Ελλάδα δε θα νικήσουν ποτέ οι κομμουνιστές κι η επανάσταση.
Ακόμα κι αν δεν είναι τόσο κουτοί για να το κάνουν πρωτοσέλιδο τίτλο...

Υστερόγραφα

-Υποθέτω πως οι περισσότεροι αναγνώστες του μπλοκ που βρίσκονται στην πρωτεύουσα θα ανηφορίσουν προς τον Περισσό για τη σημερινή εκδήλωση-παρουσίασης της πρόσφατης έκδοσης της ΣΕ και του τμήματος Ιστορίας για τα 50 χρόνια από το πραξικόπημα των συνταγματαρχών.

Όσοι δεν πάνε εκεί όμως ή νομίζουν πως προλαβαίνουν να τα συνδυάσουν και να βρεθούν και στα δύο με κάποιον τρόπο, μπορούν να δοκιμάσουν κάτι διαφορετικό και την παρουσίαση του δίσκου των Φρανκ και Drugitiz (με τη συμμετοχή του Σφάλματος και άλλων)) στο Modu στην Κολωνού (κοντά στο Μεταξουργείο) για την οποία μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ.


Το παραπάνω εντάσσεται στην κατηγορία σύγχρονη καλλιτεχνική πρόταση.
Αυτό που δεν μπορεί να ενταχθεί στην ίδια κατηγορία (σίγουρα όχι της σύγχρονης κι ελέγχεται ίσως για κάποιους το "καλλιτεχνικής) αλλά αγγίζει τις ευαίσθητες χορδές της κε του μπλοκ είναι ο Στάθης Ψάλτης που πέθανε σήμερα, αφήνοντας πίσω του αρκετό υλικό για κάθε πιθανό σχόλιο. Περισσότερα όμως σε επόμενο σημείωμα...

Πέμπτη 2 Μαρτίου 2017

Οι συνθήκες ωρίμασαν

Μεταπολεμικά, στη σκέψη κάποιων κομμουνιστών, μπορούσε να διακρίνει κανείς μια βεβαιότητα πως δεν υπάρχει στην Ελλάδα το έδαφος κι οι συνθήκες για την ανάπτυξη κι εδραίωση ενός ισχυρού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, όπως στις ανεπτυγμένες χώρες της δυτικής Ευρώπης. Μορφώματα τύπου ΣΚΕΛΔ (Σβώλος, Τσιριμώκος κλπ) έμειναν περιθωριακά κι απέκτησαν οντότητα μόνο μες στο ΕΑΜ. Ενώ η Ένωση Κέντρου ήταν βασικά ένα συμπλήρωμα της Δεξιάς, όσο κι αν η ΕΔΑ έτεινε να γίνει ουρά της, ψάχνοντας εναγώνια δημοκρατικές δυνάμεις, για να τις βαφτίσει με το ζόρι σύμμαχες.

Αλλά το ΠαΣοΚ ως κεντροαριστερά εκκολαπτόταν ήδη στις τάξεις της Ε.Κ. του 60' και ήρθε στη Μεταπολίτευση να τα σαρώσει όλα, μαζί με τις δικές μας... χαμηλές προσδοκίες για τις δυνατότητες ανάπτυξης εγχώριας σοσιαλδημοκρατίας.

Μεταπολιτευτικά, όπως και μετά τις ανατροπές και το τέλος της μεταπολίτευσης, πολλοί εξέφραζαν τη βεβαιότητα πως δεν υπάρχει στην Ελλάδα το έδαφος κι οι συνθήκες για την ανάπτυξη σημαντικού φασιστικού μορφώματος, όπως σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η ΕΠΕΝ απορροφήθηκε γρήγορα από τη ΝΔ, που αφαιρούσε διαχρονικά το ζωτικό χώρο από κάθε αντίστοιχη δύναμη που επιχειρούσε να εμφανιστεί και να ευδοκιμήσει στα δεξιά της -πχ η ΔΗΑΝΑ του Στεφανόπουλου. Οι μνήμες από την επταετία της δικτατορίας ήταν ακόμα νωπές, κι ο πολιτικός απόηχος του Πολυτεχνείου πολύ ισχυρός, για να αφήσουν το φασισμό να σηκώσει κεφάλι.

Αλλά το αυγό του φιδιού εκκολαπτόταν, πατώντας πάνω στην ανεμελιά μας. Οι ευνοϊκές συνθήκες κι η φασιστική νοοτροπία υπήρχαν ήδη από τη δεκαετία του 90' στην ελληνική κοινωνία -όπως εξάλλου κι ο μετέπειτα φορέας υποδοχής τους, η χρυσή αυγή. Ήταν απλώς ζήτημα χρόνου και συγκυριών (έξαρση του μεταναστευτικού, οικονομική κρίση κτλ) να γιγαντωθούν και να εκδηλωθούν, αποκτώντας οντότητα κι επίσημη έκφραση.
Κι αυτό μολονότι δεν υπάρχει στις μέρες μας ισχυρό κομμουνιστικό κίνημα, που να εξηγεί τη στροφή του συστήματος σε τέτοιες λύσεις. Ο φασισμός δεν αναπτύσσεται μόνο ως προληπτικό μέσο αντιμετώπισης των κομμουνιστών, αλλά και στο κενό της απουσίας τους, της ήττας τους.

Κατά μία έννοια, προκύπτει ως συμπέρασμα ότι είμαστε καταδικασμένοι να πάθουμε ό,τι ακριβώς φοβόμαστε ή μάλλον αυτό που δε βλέπουμε να έρχεται κι εφησυχάζουμε, χωρίς να πάρουμε μέτρα για να το αντιμετωπίσουμε εγκαίρως.

Από ταξική σκοπιά, κλειδί για την ερμηνεία της εμφάνισης κι εδραίωσης της σοσιαλδημοκρατίας και του φασισμού είναι η μικροαστική τάξη: στη μία περίπτωση η ενσωμάτωση λαϊκών στρωμάτων κι η εκτεταμένη εργατική αριστοκρατία που αναπτύσσει μικροαστική συνείδηση. Στην άλλη, ξεπεσμένα μικροαστικά στρώματα, που συντρίβονται από την κρίση. Δεν είναι τυχαίο ίσως πως αρκετοί έκαναν αυτήν ακριβώς τη διαδρομή, από το "πατριωτικό, λαϊκό ΠαΣοκ" (και όχι από τη μήτρα-αγκαλιά της δεξιάς παράταξης) στο εκλογικό σώμα της χρυσής αυγής.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα που είχε παραδοσιακά εκτεταμένα μικροαστικά στρώματα, που συνεχώς προλεταριοποιούνται κι όλο ανθίστανται κι υφίστανται -ή τέλος πάντων διατηρούν την προηγούμενη συνείδησή τους. Αυτό προφανώς δεν οδηγεί αυτόματα στην ενίσχυση της σοσιαλδημοκρατίας ή του φασισμού. Δείχνει όμως πως ήταν αβάσιμη η πολιτική σιγουριά πως δεν υπάρχει καν το έδαφος για την ανάπτυξή τους.

Έχει επίσης ενδιαφέρον ότι ως ένα βαθμό η σοσιαλδημοκρατία εκκολάφτηκε στις δικές μας γραμμές, υπήρχε ήδη -εν μέρει- μέσα μας, στους κόλπους της ΕΔΑ, στο τμήμα του κόμματος που ακολούθησε το ΚΚΕ εσ. και αργότερα το Συνασπισμό (και βρίσκεται σήμερα στο Σύριζα, τη ΛαΕ και τη ΔημΑρ). Οι πρώην σύντροφοι που επιζητούσαν μια ομαλότητα-νομιμότητα, μακριά από τις αιχμηρές γωνίες της παρανομίας, της επαναστατικής πάλης, της αλλαγής που δεν έρχεται με κοινοβουλευτικό τρόπο.

Ο φασισμός στον αντίποδα, δεν προήλθε βεβαίως από τους κόλπους του κομμουνιστικού κινήματος ή από τον εκφυλισμό του. Έχουν ενδιαφέρον, πάντως, κάποιες επιμέρους περιπτώσεις, όπως του Μπ. Μουσολίνι (που ήταν στο σοσιαλιστικό κόμμα) κι εγχώριων επίδοξων μιμητών του, τύπου Καζάκη, που φλέρταρε και με το αριστεροχώρι. Ή ακόμα η καθολική συστράτευση σε εθνικούς στόχους -πλην Λακεδαιμονίων- η ειρηνική συνύπαρξη και τα ταξιδάκια στο Καστελόριζο, κοκ.

Σήμερα, ακούμε πολλές φορές την εκτίμηση -που διατυπώνεται θριαμβευτικά, ως πανηγυρικό συμπέρασμα- πως στην Ελλάδα δεν υπάρχει το έδαφος κι οι συνθήκες για την επικράτηση και την εδραίωση μιας σοσιαλιστικής επανάστασης. Είτε γιατί υπάρχει ισχυρή μικροαστική τάξη στη χώρα μας, είτε για άλλους ιστορικούς-οικονομικούς λόγους, είτε βασικά γιατί κάποιοι εκφράζουν απλώς τους μύχιους πόθους τους και τους θεωρητικοποιούν.

Δεν είναι λοιπόν καιρός να τους δείξουμε στην πράξη πως κάνουν λάθος; Και να τους κάνουμε ένα χουνέρι, πραγματοποιώντας αυτό που θεωρούν αδύνατο και βασικά το χειρότερο φόβο τους;

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

Της κακομοίρας

Εκτός από τη σημερινή Electric Night Vol II της ΚΟΒ Γούβας-Εξαρχείων, υπάρχουν κι οι ηλεκτρισμένες βραδιές (vol τείνει στο συν άπειρο) που ζει ο πλανήτης το τελευταίο διάστημα και δεν ξέρει τι θα του ξημερώσει. Κι όσο κλιμακωνόταν η βραδιά, σαν χιονοστιβάδα (δολοφονία του Ρώσου πρέσβη, χτύπημα στη Γερμανία, πυροβολισμοί σε τέμενος στην Αυστρία, τα καμένα τρόλεϊ στο κέντρο), περίμενες με φόβο την επόμενη είδηση που θα έσκαγε, για να απογειώσει τη ροή ειδήσεων: δημοψήφισμα; Μνημόνιο; Νέος Αττίλας; Τρίτος παγκόσμιος πόλεμος;

Δε χρειάζεται πολλή φαντασία βέβαια, για να καταλάβει κανείς πως τα πράγματα οδηγούν σε αυτό το τελευταίο, με τόση μπαρούτη που έχει συσσωρευτεί στη γειτονιά μας και την ευρύτερη περιοχή, και μπορεί να πυροδοτηθεί ανά πάσα στιγμή. Είναι κι οι ιστορικές συμπτώσεις με τη δολοφονία του Αυστριακού δούκα, και την αφορμή του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, που μας προειδοποιεί πως η ιστορία μπορεί να επαναληφθεί σαν τραγωδία για τους λαούς. Κι είναι πράγματι εντυπωσιακές κάποιες αναλογίες, για να τις περάσουμε χωρίς να τις προσέξουμε. Αυτό που δε φαίνεται να υπάρχει όμως σε σχέση με τις αρχές του εικοστού αιώνα, είναι ισχυρό κομμουνιστικό (σοσιαλιστικό τότε) κίνημα, κι ο υποκειμενικός παράγοντας που θα αξιοποιούσε τις συνθήκες για να δώσει ιστορικά μια νέα Οκτωβριανή επανάσταση, εκατό χρόνια μετά από την πρώτη.

Υπάρχει επίσης η αναλογία με την Τουρκία, που τότε ήταν ο μεγάλος ασθενής και υπήρχε το (Ανατολικό) ζήτημα της διανομής των ευρωπαϊκών εδαφών της, που οδήγησε στους Βαλκανικούς πολέμους, την πρόβα τζενεράλε του Α' Π.Π. Ενώ τώρα βρίσκεται -από πιο πλεονεκτική θέση- στο επίκεντρο των εξελίξεων, χωρίς Νεότουρκους, αλλά με Σουλτάνο και επεκτατικές βλέψεις.

Για όσους τυχόν δεν ιδρώνει το αυτί τους και θεωρούν τις εξελίξεις μακρινές (μακριά από εμάς κι όπου θέλει ας είναι) όσο δεν εμπλέκεται άμεσα η Ελλάδα σε αυτές, υπάρχουν τουλάχιστον τρία ανοιχτά μέτωπα με τη γείτονα, που μπορούν να αξιοποιηθούν για μια γενικευμένη εμπλοκή: το Κυπριακό (και μια πιθανή προσάρτηση της κατεχόμενης Κύπρου, σε περίπτωση που πιεστεί η Τουρκία), τα νησιά του Αιγαίου -και η ανοιχτή αμφισβήτηση της συνθήκης της Λωζάνης από τον Ερντογάν- και η μειονότητα στη Δυτική Θράκη.
Και να πώς η φωτιά του γείτονα μπορεί να πιάσει και στο δικό μας σπίτι.

Όσο για τη χτεσινή δολοφονία του Ρώσου πρέσβη, η υπόθεση θυμίζει συνειρμικά παρτίδα Cluedo, όπου έχεις ένα πτώμα και κάνεις διάφορες υποθέσεις, για να διαλευκάνεις το έγκλημα, που θα μπορούσε να το έχε κάνει ο καθένας. Έχουμε και λέμε:

-Αλλάχ ακμπάρ -εκδίκηση του ισλαμικού κράτους για το Χαλέπι, τη νίκη του Συριακού στρατού (Άσαντ) και το ρόλο που έπαιξε εκεί η Ρωσία.
-Γκιουλενιστής, θύμα των πρόσφατων εκκαθαρίσεων, που καθάρισε κι αυτός κάποιον με τη σειρά του, για να αποσταθεροποιήσει τον Ερντογάν. Αν και έτσι, κατάφερε μάλλον το αντίθετο.
-άνθρωπος των ΗΠΑ, που επιδιώκουν να τορπιλίσουν την προσέγγιση Ρωσίας και Τουρκίας. Είναι κάπως δύσκολο να καταπιεί κανείς ότι θέλησαν να το κάνουν με τόσο "ερασιτεχνικό" τρόπο. Αλλά το ίδιο ακριβώς ερώτημα δεν έμπαινε το καλοκαίρι και για το πραξικόπημα;
-Κάποιος από τους άμεσα εμπλεκόμενους (πχ η ίδια η Τουρκία) για να κλειδώσει τη διαφαινόμενη εξέλιξη (προσέγγιση Τουρκίας-Ρωσίας), που σκότωσε τον άνθρωπό της, για να μην υπάρχουν ενοχλητικοί μάρτυρες.

Το τελευταίο ειδικά δε μοιάζει πολύ πιθανό. Ενώ ένα εξίσου τραβηγμένο σενάριο κάνει λόγο για συνολική προσέγγιση της Τουρκίας με τη Ρωσία και τα BRICs, που θα έφτανε μέχρι και την έξοδό της από το ΝΑΤΟ και θα άλλαζε θεαματικά τους γεωστρατηγικούς συσχετισμούς στην περιοχή. Νομίζω όμως πως θα ξεσπούσε πόλεμος -κατά του Ερντογάν και γενικώς- πολύ πριν φτάσουμε εκεί (όπως πάει να γίνει τώρα δηλ).

Την ίδια στιγμή στη Γερμανία, έχουμε ουσιαστικά το πρώτο χτύπημα από τζιχαντιστές, στην καρδιά των Χριστουγέννων και του Βερολίνου, λίγες μόνο μέρες μετά από την υπόθεση της δολοφονίας μιας Γερμανίδας από Αφγανό, που ήρθε να δέσει με όλη τη γενικευμένη ισλαμοφοβία-υστερία, σε μια προεκλογική χρονιά για τους Γερμανούς.

Επίλογος, με τις θέσεις για το 20ό Συνέδριο, που επιβεβαιώθηκαν για τον... πολεμικό τους τόνο και τις συχνές αναφορές τους στο ενδεχόμενο μιας γενικευμένης σύρραξης, πριν καν κυκλοφορήσουν και τις διαβάσουμε καλά-καλά. Παραθέτω ένα εκτενές σχετικό απόσπασμα, για τις ελληνο-τουρκικές σχέσεις:
Η ελληνική αστική τάξη και η ελληνική κυβέρνηση προωθούν ήδη ενεργά τα σχέδια του ΝΑΤΟ στην περιοχή (αρμάδα στο Αιγαίο, αξιοποίηση βάσεων, στήριξη επιχειρήσεων σε Βαλκάνια, Ουκρανία κλπ).
Η όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ ελληνικής και τουρκικής αστικής τάξης επηρεάζεται άμεσα από τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής, της Βόρειας Αφρικής και μπορεί να αποτελέσει βασικό παράγοντα πυροδότησης της άμεσης πολεμικής εμπλοκής της Ελλάδας.
Η αστική τάξη της Τουρκίας -την οποία αυτή τη στιγμή, ως ένα βαθμό, προσπαθούν να αποδυναμώσουν άλλα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη- προσπαθεί να αναβαθμίσει τη θέση της μέσω του ελέγχου και της απόκτησης νέων εδαφών και θαλάσσιων περιοχών. Συνεχίζει τη στρατιωτική κατοχή και την παραβίαση δικαιωμάτων του ελληνικού κράτους (αμφισβήτηση συνόρων, εναέριες και θαλάσσιες παραβιάσεις, "γκριζάρισμα ζωνών" του Αιγαίου, με αποκορύφωμα τις πρόσφατες επαναλαμβανόμενες δηλώσεις Ερντογάν περί αμφισβήτησης της Συνθήκης της Λοζάνης κλπ). Επιδιώκει για τα σχέδιά της την αξιοποίηση των μειονοτήτων (θρησκευτικών, εθνοτήτων κλπ) στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων.
Οι περιοχές του Αιγαίου και της Θράκης αποτελούν τα πιθανά πεδία πολεμικής σύγκρουσης ανάμεσα στις αστικές τάξεις των γειτονικών κρατών Ελλάδας και Τουρκίας, με ενδεχόμενη εμπλοκή και εμβόλιμων σχεδιασμών της Αλβανίας και της ΠΓΔΜ, που τα τελευταία χρόνια αναπτύσσουν στενή πολιτική-στρατιωτική συνεργασία με την Τουρκία. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και οι προκλητικές δηλώσεις του Αλβανού πρωθυπουργού (έγερση του ανύπαρκτου ζητήματος Τσαμουριάς κ.ά.), αλλά και η έγερση αλυτρωτικών συνθημάτων εκ μέρους της ΠΓΔΜ. Η ενίσχυση του αλβανικού εθνικισμού σε βάρος της Ελλάδας και των άλλων κρατών της περιοχής τροφοδοτεί εθνικιστικούς κύκλους στην Ελλάδα και σε άλλα κράτη. Συνολικά τη "σφραγίδα" της στις εξελίξεις στην περιοχή των Βαλκανίων βάζει η διεύρυνση της ΕΕ και του ΝΑΤΟ και κατ' επέκταση η πιο άμεση εμπλοκή τους στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς στην περιοχή.
Πέρα από τα παραπάνω βαλκανικά κράτη, την περίοδο αυτή η Τουρκία αναπτύσσει κινήσεις προσέγγισης και συνεργασίας της και με τη Ρωσία. Πρόκειται για κινήσεις που αποτελούν νέο στοιχείο και χρειάζονται συνεχή παρακολούθηση.
Το γεγονός ότι και τα δύο κράτη, Ελλάδα και Τουρκία,, είναι μέλη του ΝΑΤΟ, περιπλέκει την κατάσταση. Μία ενδεχόμενη κλιμάκωση της μεταξύ τους αντιπαράθεσης θα σήμαινε ένα ρήγμα στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ σε μια ευαίσθητη περιοχή για τα συμφέροντά του, που όμως την ίδια στιγμή μπορεί να αξιοποιηθεί από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ για την ενίσχυση του ρόλου τους στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Βέβαια, ένα πολύ σοβαρό ρήγμα στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ θα είναι αποτέλεσμα κυρίως μιας κάθετης διάσπασης της όποιας συμφωνίας ή ισορροπίας στα βασικά ιμπεριαλιστικά κέντρα και όχι μόνο λόγω ελληνοτουρκικής έντασης ή αναμέτρησης.
Συνεχή παρακολούθηση απαιτεί επίσης η στάση της ελληνικής αστικής τάξης μπροστά σε ένα ενδεχόμενο πιο γενικευμένης αντιπαράθεσης Ρωσίας-ΗΠΑ ή ακόμα και Κίνας-ΗΠΑ στο μέλλον. Σήμερα η ελληνική αστική τάξη, μέσω και της πολιτικής της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, συμμετέχει ενεργά στους ΝΑΤΟϊκούς σχεδιασμούς που στρέφονται ενάντια στη Ρωσία. Στηρίζει τις αποφάσεις που παίρνονται ενάντιά της, διευκολύνει την αυξημένη παρουσία του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο με πρόσχημα τη διαχείριση των προσφυγικών-μεταναστευτικών ροών (αλλά με πραγματικό στόχο τον καλύτερο έλεγχο των διελεύσεων του ρωσικού στόλου), συμμετέχει σε κοινές αεροπορικές δραστηριότητες με τη Βουλγαρία με βασικό αντικείμενο την αποτροπή της "ρωσικής απειλής" στη Μαύρη Θάλασσα.
Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση επιδιώκει να διαμορφώνει ιδιαίτερες σχέσεις με τη Ρωσία, αλλά και την Κίνα, στο πλαίσιο των επιδιώξεων αναβάθμισης της θέσης της ελληνικής αστικής τάξης μέσω του ιδιαίτερου ρόλου της Ελλάδας στη διασύνδεση της ασιατικής με την ευρωπαϊκή αγορά.
Το προηγούμενο διάστημα, η ελληνική κυβέρνηση διαφήμιζε το ρόλο της ως "γεφυροποιού" ανάμεσα σε Ρωσία και "Δύση", ρόλο που είχε την ανοχή ή ακόμα και τη στήριξη των ΗΠΑ. Σε κάθε περίπτωση, μια ενδεχόμενη όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα σε Ρωσία-ΗΠΑ-ΝΑΤΟ θα αποτελέσει παράγοντα όξυνσης των αντιφάσεων και διλημμάτων στην αστική τάξη της Ελλάδας, αφού η συμμετοχή της στο ευρωατλαντικό πλαίσιο την ωφελεί.
Ο άξονας συνεργασίας της Ελλάδας με το Ισραήλ δεν αποτελεί παράγοντα ειρήνης στην περιοχή, ανεξάρτητα από το εάν προχωρήσει η επαναπροσέγγιση Τουρκίας-Ισραήλ.

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2016

Αστερίξ και Κλεοπάτρα

Μια μύτη μπορεί να είναι γαμψή και καραγκούνικη. Ή λεπτή και κομψή, σαν γαλλική. Ή γαλατική, σαν ένα μεγάλο ντολμέν. Ή σαν του Ιντεφίξ (που αποκτά μυστηριωδώς όνομα, κάπου στο μέσο της περιπέτειας, χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις), να βρίσκει διΕΕξοδο από το εσωτερικό μιας πυραμίδας. Ή σκαμμένη, σαν της Σφίγγας, που παύει να είναι αίνιγμα, μετά απ' την επιστημονική εξήγηση που μας δίνει ο Γκοσινί για την πτώση της (ανέβηκε πάνω της ο Οβελίξ, για να δει τη θέα). Ή αρχαιοελληνική με αυστηρή γραμμή και σκυθρωπό προφίλ. Ή τριχωτή -"τρίχες στη μύτη", όπως λέει και ένας άλλος Αιγύπτιος, σε μία από τις επόμενες περιπέτειες. ΄Η απλώς πολύ νόστιμη, σαν αυτή της Κλεοπάτρας, για την οποία προφανώς αστειεύεται ο Γκοσινί. Κι οι ιστορικές πηγές την αναφέρουν ως γαμψή και μεγάλη (καραγκούνικη, σα να λέμε) ρίχνοντας νερό στο μύθο (;) της ελληνικής της καταγωγής (της μύτης και της ιδιοκτήτριάς της, γενικώς).


Η συγκεκριμένη περιπέτεια εστιάζει ουσιαστικά στο ζήτημα της υποτέλειας και της εξάρτησης. Ήδη από την πρώτη σελίδα, ο Καίσαρας λέει στη βασίλισσά του πως ο λαός της έχει παρακμάσει και το μόνο που του αξίζει είναι να ζει εξαρτημένος από τη Ρώμη, τη μεγάλη δύναμη της εποχής. Ενώ προς το τέλος μια ατάκα του Αστερίξ για τη διώρυγα του Σουέζ και τη γαλλική, τεχνική βοήθεια, δίνει το στίγμα της νεο-αποικιοκρατίας. Αν και ο νασερισμός ήταν κατά μία έννοια η "περήφανη, ανεξάρτητη φάση" της αιγυπτιακής αστικής τάξης, που έπαιξε έξυπνα το φιλοσοβιετικό χαρτί. Η γαλατική τριάδα θα μπορούσε να συμβολίζει αυτήν ακριβώς τη (βασικά αφιλοκερδή) βοήθεια με τους απεσταλμένους σοβιετικούς τεχνικούς, που έφυγαν χωρίς να βάλουν χέρι στο χρυσάφι της Κλεοπάτρας και χωρίς να αλλάξουν κάτι ουσιαστικά στη σχέση της χώρας της με το imperium του Ιούλιου Καίσαρα.

Όλα αυτά θυμίζουν αρκετά τη δική μας περίπτωση, της... Ψωροκώσταινας (ου μην και Ψαροκωστούλας, όπως την έλεγαν τον καιρό της ανασυγκρότησης οι αφοί Σοφιανοί -καμία άμεση σχέση με το Νίκο), που κράτησε τον τόπο και το όνομα, χωρίς τη χάρη του ένδοξου παρελθόντος, με το λαμπρό (σαν το φάρο -ή μάλλον τη βιβλιοθήκη- της Αλεξάνδρειας) πολιτισμό και την κραυγαλέα αναντιστοιχία με το παρόν. Όπου θα χωρούσαν μερικοί ακόμα συνειρμοί με το όνομα του καραβιού των Αιγύπτιων ("γατοπνίχτης") και το "νέο Παρθενώνα" που χτίσαμε στη Μακρόνησο (αντί για ένα νέο παλάτι, όπως στην περιπέτεια). Αλλά ας μη βαρύνουμε απότομα το κλίμα.

Η υποτέλεια αυτή έχει εντυπωθεί στην εγγενή στάση και συμπεριφορά των Αιγυπτίων, που θεωρούν ντροπή να μη φαγωθούν από τους ιερούς κροκόδειλους της Κλεοπάτρας ή να μην έχουν καλή γεύση, που θ' αφήσει ικανοποιημένα τα ζωντανά. Κι επιδρά ως νοοτροπία και στις εργασιακές σχέσεις, όπου ναι μεν δεν υπάρχουν σκλάβοι στο εργοτάξιο, αλλά οι βουρδουλιές πέφτουν εθελοντικά, με κυκλική εναλλαγή των εργαζόμενων στο μαστίγωμα, για να έχουνε κίνητρο! Και αυτός μάλιστα θεωρείται το καλό αφεντικό της υπόθεσης (κάτι σαν το Σκλαβενίτη, τηρουμένων των αναλογιών) που δε ξεθεώνει τους εργάτες του στη δουλειά.

Όταν τελικά αυτοί οι τελευταίοι πείθονται να προχωρήσουν σε μια μορφή απεργιακής κινητοποίησης (αποχή) , αυτό γίνεται γιατί τους βάζει λόγια ο Πυραμιδονίς, ο ανταγωνιστής του φίλου των Γαλατών (Νουμερομπίς). Πάνω-κάτω ό,τι λένε δηλ διάφορα παπαγαλάκια για διάφορες απεργίες στον καιρό μας. Αν τολμήσουν πχ να κινητοποιηθούν οι εργάτες στο Μετρό της Θεσσαλονίκης, θα βγει "τυχαία" μια φήμη πως τους υποκινεί πχ ο Μπόμπολας, που εποφθαλμιά το έργο και τον ανταγωνιστή του. Το ίδιο που είπαν και για την απόφαση του ΚΑΣ (συμβούλιο αρχαιολόγων) για τα ευρήματα της Μέσης οδού, στη συμβολή της Βενιζέλου με την Εγνατία.

Στην ιστορία παρακολουθούμε ένα καυστικό σχόλιο για το (αντίστοιχο) θαύμα της αντιπαροχής και της ραγδαίας ανοικοδόμησης με τα κτίρια-ανθρωποπαγίδες που καταρρέουν με ένα φτάρνισμα -πόσο μάλλον με ένα σεισμό, αλά ιταλικά. Καθώς και για το λαμογιάρικο χαρακτήρα της αστικής τάξης που έχει τους εσωτερικούς της (ενδοαστικούς) ανταγωνισμούς με θεμιτά κι αθέμιτα μέσα (πχ η "πουτίγκα δηλητήριο", που εμφανίζεται στην εκπληκτική μεταφορά της περιπέτειας στη μεγάλη οθόνη, με την ακόμα πιο εκπληκτική μεταγλώττιση), προτού τα βρουν τελικά και σχηματίσουν τραστ (ο Φίσερ κι ο Κραφτ), για να φτιάχνουν μυτερές πυραμίδες, αμφίβολης στατικότητας.



Οι οποίες πυραμίδες βρίσκονται διάχυτες σε όλη την ιστορία, ως μια διαρκής υπόμνηση ότι η οπτική του Γκοσινί δεν εξαντλείται στις εξαρτησιακές θεωρίες του Σαμίρ Αμίν, αλλά προβληματίζεται πάνω στο σχήμα της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας και των ανισότιμων σχέσεων αλληλεξάρτησης. Οι οποίες αποτυπώνονται ανάγλυφα στη μοιρασιά της δηλητηριώδους τούρτας-πουτίγκας, σε τρία κομμάτια, από τον Οβελίξ. Που προφανώς και κρατάει για τον εαυτό του τη μερίδα του λέοντος (όχι όμως της Κλεοπάτρας, με τη γλυκιά φωνή, καθώς αυτός μένει νηστικός, μαζί με τους κροκόδειλους) αλλά δεν παύει να είναι μοιρασιά στα τρία, με οικειοθελή συμμετοχή των υπόλοιπων στη λεία.

Προσπερνώντας τέλος την υποτελή στάση του Κακοφωνίξ (που δεν τολμά καν να διαμαρτυρηθεί πως του πατάνε το πόδι, γιατί νομίζουν πως θέλει να τραγουδήσει και τρώει ξύλο) και τον τακτικό ελιγμό της ρωμαϊκής λεγεώνας, που αναπτύσσεται και συμπτύσσεται με μοναδική χάρη, δίνοντας ένα πολύ καλό παράδειγμα για το τι σημαίνει η "αναιμική ανάπτυξη" που ευαγγελίζονται τα αστικά επιτελεία, αξίζει να σταθούμε στο εξής.

Τις αλλεπάλληλες αιγυπτιακές μεταμφιέσεις του Οβελίξ, προκειμένου να ξεγελάσει τον Πανοραμίξ και να πιει μαγικό ζωμό (τελικά τα καταφέρνει από σπόντα, σε άλλο σημείο), που θυμίζουν πολύ τις αντίστοιχες μεταμορφώσεις του πολιτικού υπαλληλικού προσωπικό της αστικής τάξης και τις λογής-λογής παραλλαγές με τις οποίες εμφανίζεται.

Στην ιστορία βέβαια, ο Πανοραμίξ λέει ένα αταλάντευτο δημοψηφισματικό ΟΧΙ στον Οβελίξ, που απορεί πώς καταφέρνει και τον αναγνωρίζει, εφόσον είναι τόσο καλά μεταμφιεσμένος.
Στην πραγματική ζωή, η σχέση αυτή αντιστρέφεται κι είναι να απορεί κανείς πώς διάολο την πατάει κάθε φορά ο κυρίαρχος λαός και δεν καταλαβαίνει πως τον κοροϊδεύουν κατάμουτρα.

Έτσι καταλήγει κάθε φορά στο ίδιο σημείο, σαν τους Γαλάτες που κάνουν κύκλους στην πυραμίδα και δεν μπορούν να βρουν τη διέξοδο. Κι όχι, δεν υπάρχει εύκολη διέξοδος, μαγικός ζωμός ή κάποιο μεταβατικό κόλπο, για να κόψουμε δρόμο, κι ας έχει γίνει έμμονη ιδέα (idea fija, από όπου βγαίνει και το όνομα του Ιντεφίξ) σε κάποιους. Ούτε φυσικά μας περιμένει ένας σωρός μεγάλα κόκαλα στο τέλος, όπως υπόσχονται διάφοροι δημαγωγοί λαοπλάνοι.
Με άλλα λόγια, η διέξοδος από την ιμπεριαλιστική πυραμίδα ή θα είναι επαναστατική ή δε θα υπάρξει.

Υστερόγραφο
Η κε του μπλοκ θα διαβάσει με ευχαρίστηση σχόλια και συνειρμούς των σφων αναγνωστών πάνω στο θέμα του κειμένου, (εφόσον υπάρχουν).
Αρκεί αυτά να είναι όντως σχετικά με την ανάρτηση και να μην έχουν γλωσσολογικές προεκτάσεις, που κάνουν το μέσο αναγνώστη να νιώθει πιο κουρασμένος και από το Μαζεστίξ στο πάτωμα, όταν χάνει την ισορροπία του και την υπομονή του με τους βαστάζους του (οι οποίοι για κάποιο λόγο δεν έχουν ποτέ δικαίωμα στην κούραση).

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

Ο Αστερίξ στους Ολυμπιακούς Αγώνες

Λείπει ο Μάρτης από τη Σαρακοστή κι ο Αστερίξ από τους Ολυμπιακούς Αγώνες; Προφανώς όχι. Κι ας μην είναι μαγικός ζωμός αυτό που παίρνουν σήμερα διάφοροι αθλητές, για να πετύχουν ρεκόρ και διακρίσεις. Κι ας μην μπορεί ο ίδιος ο Αστερίξ να ξύσει το αυτί με το πόδι του, όπως ο Ιντεφίξ και ο Αυτοματίξ. Ο οποίος δεν μπορεί να υποφέρει την έμπνευση του Κακοφωνίξ και την ιδέα να συνθέσει έναν ολυμπιακό ύμνο (που πόσο χειρότερος θα μπορούσε αλήθεια να είναι από μερικά σύγχρονα μουσικά σήματα;), αλλά αν δεν είχε τραγουδήσει ο τελευταίος, δε θα είχαν φύγει οι Βησιγότθοι από το δωμάτιο, στο μοναδικό πανδοχείο της Αρχαίας Ολυμπίας.


Η ιστορία ξεκινάει με γκολ από τα αποδυτήρια, ήδη από τη δεύτερη σελίδα, δίνοντας απάντηση στο προαιώνιο υπαρξιακό (κι επαναστατικό) ερώτημα "τι να κάνουμε", που το έθεσε με άλλο τρόπο στην εποχή τους ο Λένιν και λίγο πριν, ο Τσερνισέφσκι. Κι η απάντηση του σφου Οβελίξ είναι: τη σούπα με τα μανιτάρια. Αν κι είναι πολύ λογικό να υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις στους Γαλάτες, για ένα τόσο κομβικό ζήτημα της επαναστατικής θεωρίας. Κι έτσι να γίνονται από δέκα γαλατικά χωριά χωριάτες, όπως στις μικρές οργανώσεις-γκρούπες του εξωκοινοβουλίου, όπου δε βρίσκουν συχνά Ρωμαίους να εκτονωθούν, και πλακώνονται μεταξύ τους, για να μονιάσουν αργότερα. Και μπορεί κάποια στελέχη τους να απολαμβάνουν την καθολική αναγνώριση των σφων τους που τους θεωρούν ένα είδος δρουίδη του ριζοσπαστικού κινήματος, αλλά δεν έχουν έτοιμη την παραμικρή συνταγή, όχι μόνο για την κοινωνία του μέλλοντος, αλλά -προπαντός- για το μαγικό ζωμό. Κι αυτή είναι μια μικρή σημαντική λεπτομέρεια, που τείνουν να ξεχνάνε, όταν πηγαίνουν για... "σύγκρουση", πχ με τα ΜΑΤ ή με τον τοίχο απέναντι.

Το βασικό πάντως είναι να ξέρεις γιατί αγωνίζεσαι, όπως σημειώνει πολύ σωστά ο σφος Οβελίξ. Που νευριάζει., γιατί δεν του εξηγεί ποτέ κανείς τίποτα, γιατί κανείς δεν εχτιμά (έτσι, με "χ" είναι και στο πρωτότυπο) την πανουργία του με τη χύτρα ή όταν του πετάνε κλαριά στο δάσος κι αυτός απαντά με κορμούς δέντρων, για λόγους ισότητας και παραδειγματισμού και όταν τον αποκαλούν "χοντρό" ενώ στην πραγματικότητα έχει απλώς χαμηλό στήθος. Και φυσικά γιατί δεν του δίνουν ποτέ να πιει λίγο μαγικό ζωμό, λες κι είναι απόκληρος σφος β' κατηγορίας, και στο Φεστιβάλ θα μπορούσε να χορέψει ζεμπεκιά το "σαν απόκληρος γυρίζω", αν δε φοβόταν μην ακούσει τα ίδια και χειρότερα με το γγ (για το χοντρό, που χορεύει, ενώ ο κόσμος καίγεται, κτλ). Και τέλος πάντων, μπορεί να μη γνωρίζει τόόσο πολλά, όπως ποιος είναι αυτός ο Πειραιάς και αυτή η Ακρόπολη, αλλά η βασική του δυσκολία είναι να καταλάβει το καταστατικό και τους κανονισμούς που επικρατούν σε αυτή τη χώρα για τις χύτρες, με τις διάφορες περίεργες απαγορεύσεις. Οι οποίες επηρεάζουν άμεσα τον ψυχισμό του, οδηγώντας τον στην αμέσως επόμενη ιστορία (με βάση την κανονική, γαλλική σειρά) στο κυνήγι του χρήματος, για να γεμίσει με λεφτά μια χύτρα.

Κανείς όμως δεν είναι πιο ευαίσθητος από ένα κοπάδι αγριογούρουνα (ο ορισμός του Πανοραμίξ για τη φράση "ένα σωστό διαιτολόγιο" για τους αθλητές), που αν δεν τραφούν με τη σειρά τους σωστά, θα επηρεάσουν την απόδοση των διαγωνιζόμενων. Οι Γαλάτες το γνωρίζουν πολύ καλά και προχωρούν σε μια υποδειγματική (αυτο)κριτική για τα αίτια της ήττας του Αστερίξ, που τα διερευνά σε βάθος, χωρίς να ψάχνει για δικαιολογίες.
Τα αγριογούρουνα έφαγαν κάτι αηδίες, ο αγωνιστικός χώρος ήταν βαρύς, όπως και το κλίμα, και το κοινό ήταν πολύ πιο ευγενές παλιότερα -στα χρόνια του Μαθουσαλίξ.
Πάνω κάτω δηλ οι αιτίες της διάλυσης της Σοβιετίας που αγαπήσαμε. Υπόδειγμα (αυτο)κριτικής για κάθε σφο-κομμουνιστή.

Η διεισδυτική ματιά του Γκοσινί -χωρίς να κάνει κάποια σπουδαία κοινωνική ανάλυση από ταξική σκοπιά- εντοπίζει ένα βασικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας όπου σχεδόν όλα λειτουργούν με βάση τους γνωστούς, τους κολλητούς και τους συγγενείς, και περιστρέφονται γύρω από το φαΐ (όταν δεν είναι μέλανας ζωμός) και τη νυχτερινή διασκέδαση.

Κι ο Αστερίξ βγαίνει κατά μία έννοια πατριωτάκι, με την έννοια του Ρωμιού (δηλ του απόγονου των Ρωμαίων ή μάλλον της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας). Κι η ρωμαϊκή του καρδιά ξεσπά κι αγανακτεί, βλέποντας να αμφισβητούν τη... ρωμιοσύνη του, αφού οι Ρωμαίοι είχαν κατακτήσει (σχεδόν όλη) τη Γαλατία (μετά από την Αλεζία-Βάρκιζα, όπου ο Βερσινζετορίξ πέταξε τα όπλα του -πάνω- στα πόδια του Καίσαρα) και μόνο αυτοί είχαν δικαίωμα συμμετοχής στους αγώνες, εκτός από τους Έλληνες.

Μια αντίδραση, που στην υπερβολή της, θυμίζει κάτι από το πανηγυράκι του "μένουμε Ευρώπη" κι όσους μαζεύτηκαν για να διαδηλώσουν την ευρωπαϊκή (και όχι στενά εθνική) τους συνείδηση. Που θεωρητικά υπερβαίνει το έθνος-κράτος και το στείρο εθνικισμό, αλλά στην πράξη αποτελεί την άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος, και κατορθώνει να είναι το ίδιο ηλίθια και μεγαλοϊδεατική, από τους ίδιους ανθρώπους που τον περασμένο αιώνα μας εκτελούσαν ως απάτριδες (επειδή υπερασπιστήκαμε την πατρίδα από τους κατακτητές). Κι είναι τόσο κιτς βαρβαρισμός, που νομίζω πως ακόμα και οι Βησιγότθοι -που έδιωξε ο Κακοφωνίξ με τη μουσική του- θα αγανακτούσαν και θα έφευγαν.

Στην ιστορία θίγονται επίσης:
-το αθάνατο ολυμπιακό πνεύμα, του οπαδού που -όπως κι ο Μαζεστίξ- καταλαβαίνει τον αθλητισμό, χωρίς αβεβαιότητες.
-ο σεξισμός με τον αποκλεισμό των γυναικών από τους αγώνες (συμμετοχή και παρακολούθηση) που δεν έσπασε τόσο απότομα κι "αυτονόητα", όπως πιστεύεται ίσως, στη σύγχρονη εκδοχή τους.
-ο νόμος του Μέρφι με το μπάνιο του Μαζεστίξ, που ταλαιπωρεί -φαντάζομαι- κι άλλους σφους, καθώς κάθε φορά που μπαίνουν στη μπανιέρα (ή τη σκάφη, ό,τι προτιμά ο καθένας), κάτι τυχαίνει και τους διακόπτει. Τα ίδια και πέρσι, τα ίδια και πρόπερσι... (να δούμε φέτος αν θα σταθούμε πιο τυχεροί).
-και ένα καυστικό σχόλιο για το πώς κατακτιούνται τα μετάλλια, που σε πλήρη εναρμόνιση με τη σύζυγο του Καίσαρα, πρέπει να φαίνονται τίμια (προς τα έξω), χωρίς να είναι απαραίτητα τέτοια (και πιθανότατα δεν είναι).

Το τέλος βρίσκει το σφο αναγνώστη ασφαλώς ευχαριστημένο. Πιο ευχαριστημένο από τον (για μια και μοναδική φορά) Καίσαρα, που του έφεραν έναν κότινο -για να χαρεί κι αυτός- ο Μούσκουλους κι ο Ντουβάριους. Και σε φρενήρες σχεδόν παραλήρημα χαράς, σαν τους δύο Κολοσσούς της Ρόδου, μετά το συναπάντημά τους με τον Οβελίξ: α-χα, α-χα. Με τέτοιο ηθικό, που του έρχεται να πάρει μια σκούπα και να τα σαρώσει σχεδόν όλα, προσέχοντας να κάνει καλά τις γωνίες (όπως ο Λένιν στην αφίσα που σαρώνει τους καπιταλιστές από την υδρόγειο).


Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

Ούνα φάτσα, ούνα ράτσα, μια τζατζίκι, μια πατάτες

Η ρώμη είναι ίσως ιδανικός προορισμός για (εμάς) τους μη πολυταξιδεμένους, που σε όλη τη ζωή τους δεν έκαναν ταξίδια μακρινά, ούτε αγάπησαν το θηβαίο, ακολουθώντας πιστά τη λαϊκή παροιμία «της γάτας ο περίπατος μέχρι τον αχυρώνα» και φοβούνται τις μεγάλες και απότομες αλλαγές, που δε συνδέονται με κάποια κοινωνική επανάσταση ή, ακόμα χειρότερα, έρχονται να την υποκαταστήσουν, όπως για παράδειγμα η αλλαγή του 81’ και το σύγχρονο ροζ κακέκτυπό της.

Η σημερινή ανάρτηση εγκαινιάζει τα «ημερολόγια αυτοκρατορίας», μια σειρά κειμένων για ένα πρόσφατο ταξίδι (που δικαιολογεί και την πολυήμερη απουσία) της κε του μπλοκ και τις εντυπώσεις της από την πρωτεύουσα της γειτονικής χώρας (αγαπημένο κλισέ). Ελπίζω οι σφοι αναγνώστες να ανεχτούν την «περιαυτολογία» και να βρουν αρκούντως ενδιαφέροντα τα κείμενα αυτής της σειράς.

Μια σύντομη περιήγηση στην αιώνια πόλη (άλλο αγαπημένο κλισέ) αρκεί για να βρεις πολλές ομοιότητες με τα καθ’ ημάς και να θυμηθείς τη γνωστή φράση: ούνα φάτσα, ούνα ράτσα. Και από εκεί πια είναι ένας συνειρμός δρόμος ως το φασισμό και το ρατσισμό (αν κι ο πρώτος έχει μάλλον διαφορετική ετυμολογική ρίζα) την εμφάνισή κι ανάπτυξή τους στις δύο χώρες τον τελευταίο αιώνα, παρά το ισχυρό αντίβαρο του μαζικού κινήματος και των αγωνιστικών περγαμηνών των δύο λαών. Ο μουσολίνι, ο μεταξάς, ο παπαδόπουλος ή και πιο πρόσφατα, η λαβεντούζα, το φαρμακονήσι και η αμυγδαλέζα αφορούν την ίδια γειτονιά (του κόσμου). Όμορα κολαστήρια για της γης τους κολασμένους που αναζητούν μια υποφερτή «διέξοδο» από το μαρτύριο κι εμείς τους στέλνουμε στο πυρ το εξώτερο και τον εξαποδώ, χωρίς να συνειδητοποιούμε πως κατά βάθος βράζουμε όλοι στο ίδιο καζάνι της επίγειας κόλασης.
Πού να τρέχεις τώρα να αναζητάς σοσιαλιστικούς παραδείσους και τη σοβιετική γη της επαγγελίας, εκεί που ενώνεται ο τίγρης λαός με τον ευφράτη και τις εύφορες αντικειμενικές συνθήκες. Αυτά εξάλλου ανήκουν στη δευτέρα παρουσία, οπότε κάλλιο να περιμένουμε τη λύση ως μάννα εξ ουρανού, από κάποιον άνωθεν σωτήρα.

Αν έρχεσαι λοιπόν με λεωφορείο από το τσιαμπίνο, το παλιό αεροδρόμιο της πόλης (κάτι σαν το ελληνικό, αλλά εν ενεργεία), η πρώτη σου εικόνα από τον τερματικό σταθμό της ανανίνα (το νι παχύ με προφορά γγ) μπορεί να είναι αυτοί ακριβώς οι κολασμένοι, που τους πετύχαμε σε ένα άθλιο υπαίθριο παζάρι (φλι μάρκετ) με αυτοσχέδιους πάγκους. Ή μάλλον όχι, η πρώτη εντύπωση έρχεται από αέρος και είναι μοναδική, κάτι σαν γρήγορη εναέρια τουρνέ στα βασικά αξιοθέατα, αν έχεις δηλ καλή θέση σε παράθυρο. Ενδιάμεσα έχεις την ευκαιρία να χαριεντιστείς με το διπλανό σου.
-Φτάνουμε.
-Α ναι; Τι βλέπεις;
-Επτά λόφους.
-Αλήθεια; Για να δω…
-Σοβαρέψου.

Κι ύστερα έρχεται η προσγείωση στο έδαφος και την πραγματικότητα. Κι αν ξύσεις κάτω από τη λαμπερή επιφάνεια της πόλης, βλέπεις πχ ένα παλιό μετρό, με πενταβρώμικους σταθμούς, όπου το σκέφτεσαι δυο και τρεις φορές, πριν ακουμπήσεις κάτω τα πράγματά σου. Ενώ οι συρμοί κινούνται "ανάποδα", ακολουθώντας το αγγλικό μοντέλο οδήγησης, από την αριστερή λωρίδα. Ενίοτε μάλιστα μπερδεύεσαι από την ανακοίνωση για την αποβίβαση και την πόρτα που τελικά θα ανοίξει.
-Από δεξιά; Αφού σινίστρα δεν είπε;
-Έλα ντε. Δεν είναι αριστερά κατά τη φορά της αμαξοστοιχίας;
-Μπα.. όχι. Αριστερά κατά τη φορά του σύριζα. Prima volta sinistra.

Ο οποίος θα δούμε τι σκοπεύει να κάνει με το αντίστοιχο τσιαμπίνο στην αθήνα, το δικό μας ελληνικό και το φιλέτο που έχουν βάλει τα μονοπώλια στο μάτι για... αξιοποίηση –ας το αφήσουμε έτσι, ως δημιουργική ασάφεια, αν και η γλώσσα του σώματος της κυβέρνησης έχει τη δημόσια περιουσία σε στάση αναμονής, στημένη στα τέσσερα, να περιμένει να περάσει κανείς να την… αξιοποιήσει.

Βάζεις κάτω λοιπόν τις ομοιότητες που σε κάνουν να αισθάνεσαι σαν στο σπίτι σου. Ότι μπαίνεις με την παρέα σου στο συρμό και δεν είστε οι μόνοι που ακούγεστε στο βαγόνι, και γύρω-γύρω μουγγοθόδωροι. Η σχεδόν θεατρική εκφραστικότητα κι η χαρακτηριστική κίνηση που κάνουν, σαν μπουκιά, όταν διαμαρτύρονται εμφατικά, πχ οι ποδοσφαιριστές για τον καταλογισμό ενός οφσάιντ. Ο λαμπερός ήλιος που μπορεί να κάψει το πρόσωπο μάρτη μήνα. Οι άπειρες εκκλησίες, όπως στο μάθε παιδί μου γράμματα και την έκθεση του καλογερόπουλου (όνομα και πράγμα) για το χωριό του και τους ευάριθμους παπάδες που παράγει ως βασικό προϊόν. Τα πάμπολλα (που θυμίζει συνειρμικά ιταλική λέξη) χνάρια της ιστορίας στον ιστό της πόλης.

Κι από την άλλη: κάτι αναστροφές στη μέση του δρόμου κι η οδηγική συμπεριφορά ενός τυπικού ελληνάρα (mascara greco mascara), αν και σχεδόν πάντα θα βρεθεί κάποιος καλός σαμαρείτης να σταματήσει, για να περάσουν οι πεζοί. Τα σκουπίδια και η βρωμιά στους δρόμους των προαστίων έξω απ’ το ιστορικό κέντρο και τη βιτρίνα της πόλης. Τα αστικά λεωφορεία (πολλά εξ αυτών είναι κατακόκκινα σε αντίθεση με τα επίσημα ταξί που ‘ναι όλα λευκοφρουροί) με τις σπασμένες αναρτήσεις, που έχουν διαλυθεί στα πλακόστρωτα σοκάκια της ρώμης και σε κάνουν να φοβάσαι πως θα πέσει ο ουρανός (τους) στο κεφάλι σου. Το κλασικό (πιο πολύ και από καραβάτζιο) ποπόπιασμα στους τουρίστες, που τους βλέπουν σα θηράματα και γενικώς ζώα που θα καταπιούν αμάσητο ό,τι τους σερβίρουν. Το μποτιλιάρισμα, τα τσαντίρια εκτός κέντρου, τη φτώχια, τις κοινωνικές αντιθέσεις και την πόρκα μιζέρια των σύγχρονων ρωμαίων (καταταγείτε μας λέγανε).

Εντάξει, μπορεί να έχουν τρομερά μνημεία-αξιοθέατα και ωραίες κοκέτες γυναίκες (ή καλοντυμένους άντρες, αν το βλέπεις από άλλη σκοπιά), αλλά και στην αθήνα μπορείς να χαθείς και να μείνεις με ανοιχτό στόμα από τα αρχαία της, αν σε αφήσουν πχ κάπου στην πλάκα. Κι όσο για ανθρώπινη ομορφιά (και τα καθιερωμένα της πρότυπα δηλ, γιατί κατά τα άλλα είναι καθαρά υποκειμενική, όπως ο πλούτος για το βαρουφάκη, τον οποίο κάποιοι πχ θεωρούν ωραίο άντρα, και αυτός με τη σειρά του θεωρεί πως απευθύνεται σε πτωχούς τω πνεύματι και τον παίρνει να λέει ό,τι μουσμουλιά θέλει), αν πας στο κέντρο της θεσσαλονίκης ένα πρωί, θα χορτάσει το μάτι σου από φοιτήτριες ή/και τσιμισκούλες, που έχουν ντυθεί λες και έφυγαν μόλις από τα μπουζούκια. Εντάξει, και από εκκλησίες, άλλο τίποτα. Μπορεί οι σαράντα εκκλησιές να έχουν παραπλανητικό όνομα και μόνο μία εκκλησία, αλλά δεν χρειάζεται να πας πολύ μακριά, για να βρεις και τις υπόλοιπες τριάντα εννιά σε ακτίνα 1-2 χιλιομέτρων.

Συνεπώς ούνα φάτσα, ούνα ράτσα σε όλα, έτσι;
Όχι ακριβώς. Γιατί τίποτα δεν είναι σαν το σπίτι σου. Και τίποτα δεν παίζει με τις ευαίσθητες χορδές σου και δεν μπορεί να σε εκνευρίσει περισσότερο από αυτά που τρως κάθε μέρα στη μάπα. Έτσι που –αν δεν είσαι κρητίκαρος ή κάποιος άλλος με αντίστοιχο τοπικισμό για την ιδιαίτερη πατρίδα σου, που είναι η ομορφότερη στον κόσμο- να αντιστρέφεται ο μύθος της λαγομάν(δρ)ας και της κουκουβάγιας μάνας, που βλέπει το δικό της παιδί ως το πιο όμορφο απ’ όλα.

Η ρώμη μπορεί να έχει πολλά κοινά και παρόμοιες παθογένειες με την ελληνική πραγματικότητα, αλλά δεν μπαίνει κανένα θέμα σύγκρισης με τις δικές μας πόλεις. Έχει απίστευτες πλατείες, κλασικά κτίρια, ανοιχτούς χώρους. Κι είναι ένα ατελείωτο μουσείο με δωρεάν περιήγηση (παρά τη σχετικά ακριβή ζωή της) όπου τα εκθέματα έχουν φθαρεί πολύ λιγότερο στον χρόνο από τα δικά μας αρχαία (πέρα από όσα «κατέστρεψαν» αυτοί από μόνοι τους και τα έκαναν εκκλησίες), εμπλουτίστηκαν σημαντικά στην αναγέννηση και προστατεύτηκαν μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα να σε εντυπωσιάζει κάθε γωνιά του ιστορικού της κέντρου.

Το βασικό ερώτημα βέβαια είναι γιατί να μην είναι το ίδιο ωραία κι η καινούρια πόλη, με τα πολύ πιο σύγχρονα κι εξελιγμένα μέσα που διαθέτουμε σήμερα –και ούτε μπορούσαν να φανταστούν στην εποχή τους οι διάφοροι πάπες κι αυτοκράτορες, που έχτιζαν υπέρλαμπρα κτίρια και ναούς, αφήνοντας όμως το λαό τους να υποφέρει από την πείνα.

Οι λέξεις κλειδί για την απάντηση που γυρεύουμε είναι: άναρχο καπιταλιστικό σύστημα, σοσιαλιστικός κεντρικός σχεδιασμός, ικανοποίηση λαϊκών αναγκών. Σαν τις λέξεις για την καρτέλα, που είχε το τέλος κάθε ενότητας στο μάθημα της γλώσσας, προτού πάμε στο επόμενο.

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2014

Αστερίκιος εν Ολυμπία

Σημειώσεις δέκα χρόνια μετά

Τα αφιερώματα κι οι εικόνες σήψης κι εγκατάλειψης των ολυμπιακών εγκαταστάσεων, που έρχονται στο φως αυτές τις μέρες της πρώτης στρόγγυλης επετείου από το αθήνα 04’, έχουν την ίδια ακριβώς τύχη με άλλα παρόμοια θέματα που παίζουν στα δελτία ειδήσεων. Το τηλεοπτικό κοινό συνηθίζει κι εξοικειώνεται με κάτι που κατά βάθος γνώριζε ή υποψιαζόταν και τελικά παύει να αντιδρά σε ένα επαναλαμβανόμενο ερέθισμα, που μένει στην επιφάνεια, χωρίς να αναζητά τις πραγματικές αιτίες. Κι όσες αναλύσεις επιχειρούν να σκάψουνε λίγο βαθύτερα, καταλήγουν συχνά να αναπαράγουν εύκολα κλισέ κι αστικά ιδεολογήματα.



Μια βασική πτυχή αυτών των αστικών αφηγήσεων αφορά την προχειρότητα και τον κακό σχεδιασμό που διακρίνει την ελληνική κοινωνία, με τα λαμόγια και τη λογική του άρπα-κόλλα –που ο περράκης την είχε επισημάνει ως αιτία του κακού ήδη από τη δεκαετία της αλλαγής, υπεράνω άλλων ταξικών αναφορών και κοινωνικών συστημάτων. Μια λογική που πιάνεται απ’ το παράδειγμα της βαρκελώνης το 92’ και τν αξιοποίηση των έργων που άλλαξαν την εικόνα της πόλης. Ενώ βρήκε άξιο συνεχιστή στη φλυαρία του ψαριανού, ως υποψήφιου δημάρχου αθηναίων το 10’, που τόνιζε την ομορφιά της καπιταλιστικής βαρκελώνης και της (πάλαι ποτέ) σοσιαλιστικής πράγας, για να συμπεράνει πως δεν έχουν σημασία τα συστήματα και δεν ωφελεί να αναλωνόμαστε προεκλογικά σε στείρα πολιτικολογία κι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις.

Όσοι διαμαρτύρονται βέβαια για το άρπα-κόλλα και την παντελή έλλειψη σχεδιασμού, είναι όλως τυχαίως οι ίδιοι που έχουν αλλεργία στην ιδέα του κεντρικού σχεδιασμού, που καταργεί την αναρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Και μιλάνε για τα καταπιεστικά καθεστώτα του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε, που καταπατούσαν ανθρώπινα δικαιώματα και βασικές ελευθερίες (πχ της διακίνησης κεφαλαίου, εμπορευμάτων, εργαζομένων) και βασικά την ελευθερία να εκμεταλλεύονται την υπεραξία των εργατών, για να αυγατίζουν τα κέρδη τους.

Το πιο ωραίο της υπόθεσης είναι ότι αυτό που βαφτίζεται έλλειψη σχεδίου στην ελληνική περίπτωση είναι η βάση σχεδίου (και απόλυτα πετυχημένου μάλιστα) αύξηση της κερδοφορίας των μονοπωλίων από το μεγάλο φαγοπότι των ολυμπιακών και το κυνήγι του μέγιστου κέρδους, που πολλές φορές δεν περνά από «μακροπρόθεσμες, σοβαρές επενδύσεις», αλλά υπηρετείται πολύ καλά από τη λογική της αρπαχτής. Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι αν υπάρχει γενικά ή όχι σχέδιο αλλά σχέδιο για ποιους και με τι σκοπό.

Το δεύτερο σημείο είναι ένα πολύ έντεχνα φτιαγμένο σχήμα, όπου κάθε φορά προβάλλεται η όψη που βολεύει περισσότερο στην εκάστοτε συγκυρία. Η σημιτική σαπουνόφουσκα της ισχυρής ελλάδας σφραγίστηκε από το «μεγάλο καλοκαίρι των ελλήνων» και τη βιομηχανία παραγωγής μεταλλίων, που μας έφερε στην πρώτη δεκάδα του σχετικού πίνακα και σκέπασε προσωρινά κάτω απ’ τη λάμψη τους τα προβλήματα του ελληνικού λαού. Σήμερα που η μάσκα της ισχυρής ελλάδας έπεσε πιο εύκολα κι από τη μηχανή του κεντέρη και της θάνου τη μέρα της τελετής έναρξης κι οι αθλητικές ομοσπονδίες εγκαταλείπονται στη μοίρα τους να φυτοζωούν (εκτός από την εοκ και την επο που έχουν ρεαλιστικές ελπίδες να βρουν χορηγίες), προβάλλεται η κυρίαρχη λογική του «λιγότερου κράτους», που ήρθε λέει να δώσει επιτέλους τέλος στο σπάταλο και ύποπτο μοντέλο του κρατικού αθλητισμού, που εκτός των άλλων, αποδείκνυε –υποτίθεται- ότι είμαστε η τελευταία σοβιετική χώρα της ευρώπης. Όλα μαζί στο μπλέντερ, μαζί με τις συνειδήσεις του κόσμου.

Η σύγχυση κι οι αντιφάσεις που προέκυπταν συμπυκνώνονται ίσως με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο στην περίπτωση του πύρρου δήμα –που έκλεισε μια σπουδαία αθλητική καριέρα στους ολυμπιακούς της αθήνας, όπου έπεσε η αυλαία και συνολικά για την ομάδα-όνειρο του ιακώβου και τα (αθλητικά-ιατρικά) θαύματά της. Ο δήμας έδωσε προεκλογικά, ως πρόεδρος της ομοσπονδίας άρσης βαρών, μια πολύ ενδιαφέρουσα και αποκαλυπτική για τα προβλήματα του χώρου στον κυριακάτικο ρίζο, για να κατέβει τελικά υποψήφιος βουλευτής στο επικρατείας του πασόκ –που είχε οδηγήσει στο όριο της επιβίωσης όλες σχεδόν τις ομοσπονδίες- αναζητώντας προφανώς μια συντεχνιακή λύση για το σινάφι του –αν όχι και το προσωπικό βόλεμα.

Ένα άλλο αντίστοιχο ψευδοδίπολο έχει στηθεί στον τομέα της οικονομίας, όπου αρχικά οι αγώνες παρουσιάστηκαν ως μοχλός ανάπτυξης και μαγικό κλειδί για μια σταθερή και μακρόχρονη πορεία ευημερίας στην χώρα –προσδοκίες που διαψεύστηκαν παταγωδώς στην οδυνηρή πραγματικότητα της κρίσης. Ενώ εκ των υστέρων προβάλλουν (όχι φυσικά ως παράγοντας διόγκωσης του δημόσιου χρέους, που φορτώθηκε να πληρώσει ο ελληνικός λαός, αλλά) μια από τις αιτίες που συνέβαλαν και –γιατί όχι;- προκάλεσαν την οικονομική κρίση. Η οποία προφανώς πρέπει οπωσδήποτε να αποδοθεί σε λανθασμένες επιλογές, χειρισμούς κι εκτιμήσεις και δεν προκύπτει στη βάση των αντικειμενικών νόμων κίνησης του καπιταλισμού, ως αναπόδραστη νομοτέλεια από την υπερσυσσώρευση κεφαλαίων.

Μένει ακόμα να δούμε αυτοκριτικά, με την αφορμή της επετείου, το δισάκι με τα πεπραγμένα και τις παραλείψεις της δικής μας δουλειάς, τις αντιδράσεις και την αντίδραση του λαϊκού παράγοντα. Κάτι που δεν αφορά τόσο το σχετικό ντόρο για το αν ο ρίζος έκανε αφιερώματα στην κουβανική ομάδα και τους ολυμπιακούς της μόσχας (και πολύ καλά έκανε). Ούτε και τη θετική αρχική ψήφο του κκε επί της αρχής (αν δηλ μπορεί να αναλάβει τους ολυμπιακούς και μια ταπεινή υποψήφια πόλη, πχ σαν την αβάνα), για να έρθει ακολούθως η καταψήφιση του συγκεκριμένου φακέλου του «αθήνα 04’».

Το βασικό, όπου πρέπει να εστιάσουν τα βέλη της αυτοκριτικής, είναι αν οι κομμουνιστές πέρασαν τον πήχη των απαιτήσεων, οργανώνοντας ένα μαζικό και δυναμικό κίνημα ενάντια στους αγώνες, τα εργατικά ατυχήματα, τον εθελοντισμό, την εθνική ομοψυχία και το γενικό κλίμα τεχνητής ευφορίας που καλλιεργήθηκε. Στόχοι δηλ που πολεμήθηκαν, αλλά με σημαντικές ελλείψεις και ανεπάρκειες. Η κυρίαρχη προπαγάνδα της περιόδου κατάφερε ν’ αποκτήσει μαζική απήχηση, αποσπώντας ευρύτερες συναινέσεις, που τις χρησιμοποιεί σήμερα, για να παίζει με τις ενδόμυχες τύψεις του κόσμου και να πουλάει προκλητικά, με έμμεσους, υπόγειους ή πιο ξεδιάντροπους τρόπους, ότι όλοι μαζί τα φάγαμε.

Ο λεγόμενος «δεθελοντισμός» παρέμεινε πρωτίστως ένα άθροισμα έντιμων προσωπικών στάσεων στο περιθώριο που δικαιώθηκαν εκ των υστέρων για όσα έλεγαν και προειδοποιούσαν. Δεν μπορούμε καν να ισχυριστούμε αυτό που συνηθίζουν να λένε οι γάβροι, ότι δηλ η μισή ελλάδα είναι ολυμπιακοί και η άλλη μισή αντι-ολυμπιακοί. Πόσο μάλλον να φωνάξουμε ένα άλλο δικό τους σύνθημα, που λέει: κοκκίνισε, κοκκίνισε ολόκληρη η ελλάδα…
Έτσι κι αλλιώς, αλλά όχι ακόμα.

Η μεγάλη ιδέα των ολυμπιακών έσπρωξε χρήμα, άλωσε συνειδήσεις και σάρωσε σχεδόν τα πάντα στο διάβα της, εκτός από μερικά καλά οχυρωμένα γαλατικά χωριά. Παρέσυρε ακόμα κι αξιόλογους καλλιτέχνες, που συναντάμε στα φεστιβάλ της οργάνωσης και πολλούς ντελάληδες δημοσιογράφους –πλην μερικών φωτεινών εξαιρέσεων- που άσκησαν πρόθυμα έναντι παχυλής αμοιβής το αρχαιότερο λειτούργημα (όχι του δημοσιογράφου) για να εξυμνήσουν αυθόρμητα το αρχαίο ολυμπιακό πνεύμα, που παραμένει αθάνατο κι αναλλοίωτο ως τις μέρες μας.


Γλώσσες μπλε, που θα έλεγε κι ο ολυμπιονίκης αστερίξ για τους ντοπαρισμένους ρωμαίους συναθλητές του, που την πάτησαν κι ακυρώθηκαν γιατί είχαν πιει όλοι χρωματιστό μαγικό ζωμό. Μια ιστορία που μας θυμίζει το ευ αγωνίζεσθαι, το ευγενές φίλαθλο πνεύμα, την αξία της συμμετοχής … και φυσικά ο δικός μας αθλητής ή η ομάδα μας, θα υποβάλουμε ένσταση, γιατί (πέρα από τους περίεργους αντιχυτρικούς κανονισμούς, που έχει αυτή η χώρα) ο αγωνιστικός χώρος ήταν βαρύς και τα αγριογούρουνα (που είναι πολύ ευαίσθητα ζώα) είχαν φάει κάτι αηδίες…

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

Η κατάσταση του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα – Μέρος Β’

Η σωστή κριτική προϋποθέτει τη σφαιρική γνώση –κι η αυτοκριτική αντιστοίχως ένα βαθμό αυτογνωσίας. Συνεπώς, μια σφαιρική αποτίμηση της δουλειάς των κομμουνιστών στο εργατικό κίνημα προϋποθέτει να έχουμε μια συνολική εικόνα και να γνωρίζουμε συγκεκριμένα στοιχεία: από τη διείσδυση και την επιρροή μας σε χώρους δουλειάς, επιμέρους κλάδους, βιομηχανικές ζώνες και την πορεία της κομματικής οικοδόμησης, μέχρι τη συμμετοχή των εργατών στα συνδικάτα και τις απεργιακές κινητοποιήσεις. Η κε του μπλοκ δεν είναι προφανώς σε θέση να γνωρίζει τα παραπάνω στοιχεία, οπότε η δική της κριτική της προσέγγιση είναι αναπόφευκτα κάπως γενική και αφηρημένη. Είναι ένα ερώτημα πάντως για ποιο λόγο υπάρχει έλλειψη κάποιων στοιχείων, τα οποία δεν αφορούν οργανωτικά ζητήματα του κόμματος, αλλά τη συμμετοχή των εργαζομένων στα συνδικάτα και στις μαζικές διαδικασίες των τελευταίων χρόνων, τη στιγμή μάλιστα που μπορούμε να βρούμε αντίστοιχα αριθμητικά δεδομένα σε ιστορικές μελέτες για πολύ πιο μακρινές περιόδους –πχ για τα χρόνια του μεσοπολέμου.

Ένα ακόμα βασικό σημείο, που ξεπερνά ωστόσο τις δικές μου δυνατότητες και προθέσεις, είναι μια γενική αποτίμηση της 15χρονης πορείας του παμε, σε συνάρτηση και με την πρόσφατη συνεδρίαση της πανελλαδικής συντονιστικής επιτροπής του –από τις εργασίες της οποίας δημοσιεύτηκαν κάποια αποσπάσματα από τοποθετήσεις δεκάδων συνδικαλιστών, από την εισήγηση κι απ’ την τελική ομιλία του πέρρου. Και πιο ειδικά, η μελέτη της απόφασης της πανελλαδικής συνδιάσκεψης του 10’ για τη δουλειά του κόμματος στην εργατική τάξη και το συνδικαλιστικό κίνημα, εν όψει και της επικείμενης ευρείας ολομέλειας που αναφέρει η πολιτική απόφαση του 19ου συνεδρίου για τον έλεγχο των αποφάσεων της συνδιάσκεψης. Με άλλα λόγια δηλ απαιτείται μια προσπάθεια που να εξετάζει: ποιοι στόχοι είχαν μπει, σε ποιο βαθμό επιτεύχθηκαν, πού και για ποιους λόγους δεν προχώρησαν και τι συμπεράσματα βγαίνουν για τη συνέχεια.

Σε αυτό το τελευταίο διάστημα –από το 10’ και μετά δηλ- εστιάζω κι εγώ τη δική μου αναφορά. Το βασικό παράδοξο της περιόδου είναι πως ο κατεξοχήν ‘αντιμνημονιακός’ πολιτικός λόγος πιστώθηκε σε δυνάμεις που δημαγωγούσαν με υποσχέσεις για την επαναδιαπραγμάτευση – ακύρωση - πολιτική καταγγελία – αυτοκαταστροφή του μνημονίου, όπως τα χαρτάκια του αρχηγού κουίμπι στο σαΐνη, κι άλλα τινά παρόμοια. Ενώ οι κομμουνιστές κατηγορήθηκαν πως τα παραπέμπουν όλα στη δευτέρα παρουσία του σοσιαλισμού, μολονότι έδωσαν (και δίνουν) τον πιο συνεπή κι αποφασιστικό αγώνα για την απόκρουση και ανατροπή της πολιτικής που επέβαλε τα μνημόνια και της αστικής στρατηγικής που υπηρετούσε.

Αυτό το τελευταίο δεν προκύπτει μόνο από την πρόταση νόμου του κουκουέ για την κατάργηση των μνημονίων –που δεν έφτασε καν να συζητηθεί στην ολομέλεια της βουλής- όσο κυρίως από τη στάση του παμε και των ταξικών δυνάμεων στο εργατικό κίνημα, που:
-άσκησαν πίεση στην ηγεσία της γσεε για να κηρυχθούν (έστω, γιατί για να πετύχουν χρειάζονται πολύ περισσότερα) κάποιες απεργιακές κινητοποιήσεις –αναγκάστηκε μάλιστα να κηρύξει 48ωρη γενική απεργία για πρώτη φορά, μετά από είκοσι χρόνια.
-σήκωσαν χωρίς αυτήν ισάριθμες απεργίες, με επικεφαλής το παμε, τα σωματεία και τις ομοσπονδίες που συσπειρώνει και τις δυνάμεις του σε όλους τους κλάδους, ανεξαρτήτως συσχετισμών.

Αυτό το τελευταίο σημείο, η απόφαση δηλ να απεργήσουν όλοι ακόμα και χωρίς κάλυψη-αγωνιστική απόφαση από το σωματείο τους, προκάλεσε μια οξεία κριτική που μέσω κάποιων μάλλον αυθαίρετων και τραβηγμένων ισχυρισμών, καταλήγει στο έωλο συμπέρασμα πως το παμε θέλει να συγκροτήσει κόκκινα σωματεία! Ένα δείγμα αυτής της… εποικοδομητικής κριτικής, που εκπορεύεται κυρίως από διάφορους διαδικτυακούς υπονόμους, μπορείτε να δείτε και σε προηγούμενη ανάρτηση, στο αθώο σχόλιο ενός δ.υ.
Αυτό που καταλαβαίνω πάντως εγώ για την ουσία του θέματος είναι πως εκείνη ειδικά η περίοδος απαιτούσε κι αντίστοιχα ανεβασμένες μορφές πάλης, έξω από τα ήδη γνωστά, συμβατικά μέσα. Και ότι ο πήχης των απαιτήσεων ανέβαινε αντίστοιχα για κάθε οργανωμένο μέλος και όσους θέλουν να έχουν ουσιαστικό πρωτοπόρο ρόλο στο κίνημα. Αν αυτό λοιπόν αφορούν οι παραπάνω κατηγορίες και η «κριτική» που γίνεται, μπορούμε να τις αποδεχτούμε και να προχωρήσουμε παρακάτω.

Για ποιο λόγο δε νίκησαν όμως οι αγώνες που ξεδιπλώθηκαν αυτό το διάστημα; Αυτό είναι ένα πολύ σύνθετο ζήτημα, με πολλές παραμέτρους, όπως για παράδειγμα, την προβοκάτσια της μαρφίν, που ανέστειλε πολύ αποτελεσματικά για λίγο καιρό τις ριζοσπαστικές διαθέσεις και τον ενθουσιασμό του κόσμου, αλλά και μια γενικότερη εξέταση της τακτικής και των μέσων που χρησιμοποίησε το αστικό μπλοκ.
Υπάρχει όμως και μια ειδική παράμετρος, που δεν αφορά μόνο την «κόπωση» και την οικονομική εξάντληση των εργαζόμενων μαζών, όπως την αναλύσαμε στο πρώτο μέρος, αλλά τις εκδικητικές απολύσεις πρωτοπόρων στελεχών σε νευραλγικούς εργασιακούς χώρους, που αποδεκάτισαν ως ένα σημείο τις ταξικές δυνάμεις, τις άφησαν χωρίς εφεδρείες και αναχαίτισαν κάπως την οργάνωση του αγώνα και το προχώρημα της δουλειάς.

Μπορεί βέβαια το διάστημα αυτό (των… αντιμνημονιακών αγώνων, για να το ορίσουμε κάπως σχηματικά) να μην αντιστοιχούσε σε κάποια προεπαναστατική κατάσταση, όπου η εξουσία κυκλοφορούσε στους δρόμους, περιμένοντας να απλώσουμε το χέρι και να την καταλάβουμε, ήταν ωστόσο μια ρευστή περίοδος, που κυκλοφορούσαν πολλές συνειδήσεις στους δρόμους και το σχολείο του αγώνα, που τις διαμορφώνει, αφυπνισμένες από πολύχρονη χειμερία νάρκη και με όλα τα σημάδια που άφησε αυτή η χρόνια νάρκωση. Παραμένει συνεπώς το ερώτημα τι θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, ή τι παραπάνω θα μπορούσαμε να κάνουμε, για να κερδηθούν περισσότερες συνειδήσεις, να οικοδομηθούν πιο στέρεοι δεσμοί, να υπάρχει κινηματική συνέχεια.

Ούτε σε αυτό το ερώτημα, με την αντιδιαλεκτική γοητεία της εναλλακτικής εξέλιξης της ιστορίας, είναι εύκολο να δοθεί μια απλή απάντηση. Νομίζω ωστόσο πως μια κρίσιμη καμπή που χάθηκε το παιχνίδι και θα μπορούσε να έχει εξελιχθεί διαφορετικά, ήταν η υπόθεση με το χαράτσι, όπου –κατά τη δική μου αντίληψη τουλάχιστον- οι δυνάμεις μας φάνηκαν ανεπαρκείς και απροετοίμαστες για να υποδεχτούν και να χωρέσουν αυτό το μαζικό κι αυθόρμητο κύμα άρνησης πληρωμής, δεν μπόρεσαν να το οργανώσουν σε συγκεκριμένες δομές και να το κινητοποιήσουν, τόσο σε επίπεδο συνδικάτων, όσο –κυρίως- στο επίπεδο της γειτονιάς, όπου θα μπορούσε να έχει γίνει δουλειά υποδομής και με προοπτική για τις λαϊκές επιτροπές, αλλά και για το κομβικό ζήτημα της οργάνωσης των ανέργων.

Πολύ σημαντικό επίσης είναι να δούμε και να αναλύσουμε τα διδάγματα από το σημαντικότερο ίσως αγώνα της τελευταίας τριετίας, την ηρωική πολύμηνη απεργία των χαλυβουργών, όπου διαφάνηκαν οι αρετές και η δύναμη της αλληλεγγύης της εργατικής τάξης και ταυτόχρονα κάποιες χρόνιες, γενικές αντιφάσεις και παθογένειες του εργατικού κινήματος. Όπως για παράδειγμα:
-ο κοντόφθαλμος συντεχνιασμός στην περίπτωση των εργατών της μονάδας του βόλου, που νόμιζαν πως θα επωφεληθούν από την εύνοια του εργοδότη και τώρα το βρίσκουν μπροστά τους –και ενώ θα αρκούσε έστω και μία εβδομάδα απεργιακής πίεσης και παράλληλων κινητοποιήσεων για να καμφθεί η αδιαλλαξία του μάνεση και να νικήσει ο κοινός αγώνας.
-οι δυνατότητες αλλά και τα όρια της περιβόητης κοινής δράσης και της ειλικρινούς διάθεσης όσων την επικαλούνται και έσπευσαν να κεφαλαιοποιήσουν σε αντι-παμε κατεύθυνση το περιστατικό με το κλιμάκιο των νεοναζί στην πύλη του εργοστασίου.
-η αντιφατική συνείδηση πολλών εργαζόμενων, στην πρώιμη φάση διαμόρφωσής της, που σε συνδυασμό και με τις δεκάδες απολύσεις πρωτοπόρων εργατών της χαλυβουργίας, οδήγησε σε πισωγύρισμα και αλλαγή συσχετισμών, με την ανάδειξη μιας υστερικής απεργοσπάστριας (που είχε πιάσει στασίδι στα κανάλια, σε τη διάρκεια της απεργίας) στη θέση του προέδρου του σωματείου.

Σε κάθε περίπτωση όμως παραμένει η αγωνιστική πείρα ως μαγιά και πολύτιμη παρακαταθήκη για το μέλλον του ταξικού κινήματος. Που δεν περιορίζεται στα πολλά και συγκινητικά παραδείγματα ταξικής αλληλεγγύης στους χαλυβουργούς, αλλά συνίσταται κυρίως στην πρωτοπόρο δράση ενός και μόνο οργανωμένου κομματικού μέλους, που κατάφερε να οργανώσει τους συναδέλφους του, για να σηκώσουν έναν πολύμηνο απεργιακό αγώνα.


Αυτό είναι που θέτει τον πήχη των απαιτήσεων για κάθε κομμουνιστή σήμερα, δείχνοντας τι σημαίνει να είναι κανείς πραγματικά πρωτοπόρος στον χώρο του. Κι από αυτό το ζητούμενο περνάει η –δύσκολη, αλλά αναγκαία όσο ποτέ- ανασύνταξη του εργατικού κινήματος, σε αγωνιστική, ταξική βάση.

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014

Η κατάσταση του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα

Πριν από μερικές εβδομάδες, βρισκόμασταν σε μια κινητοποίηση έξω από τη μονάδα-πολυιατρείο του εοππυ (με όσα πι και ύψιλον έχει τέλος πάντων αυτό το αρκτικόλεξο) κι ακούγαμε τη διευθύντρια να βγάζει στο συγκεντρωμένο πλήθος έναν πένθιμο λόγο –για τα μάτια του κόσμου και τις κάμερες των τηλεοπτικών συνεργείων που είχανε μαζευτεί- που έμοιαζε περισσότερο με επικήδειο, παρά με αγωνιστικό κάλεσμα: «μας είπαν να παραδώσουμε μέχρι το μεσημέρι… και μετά από ένα μήνα… θα δούμε…». Και ήταν τόση η μοιρολατρία και η διαφορά της με τον επόμενο ομιλητή, ένα γεροντάκι από τους συνταξιούχους με στεντόρεια φωνή, που όταν άρχισε να μιλά, ενεργοποίησε ένα συναγερμό παρακείμενου αυτοκινήτου, αλλά ούτε κι αυτός μπορούσε να τον σκεπάσει. Γιατί η λεβεντιά δεν είναι ακριβώς θέμα ηλικίας, αλλά πρωτίστως πολιτικό.

Κι εμείς αναρωτιόμασταν τι διψήφιο νούμερο θα χτυπούσε ο συντεχνιασμός της διευθύντριας σε κλίμακα από το ένα ως το δέκα, αν θα περνούσαν το ίδιο εύκολα τέτοια μέτρα στην κρήτη σε άλλες εποχές, και γενικώς πού οδεύει το κίνημα. Γιατί οι αντιδράσεις και οι αγώνες που ξεδιπλώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια φαίνεται να έχουν πιάσει κάποια όρια, καθώς το τελευταίο διάστημα επικρατεί καταθλιπτική νηνεμία και χρειάζεται επιτακτικά μια κριτική αποτίμηση. Δεν είναι εύκολο προφανώς να χωρέσει μια σφαιρική ανάλυση με όλες τις παραμέτρους σε μια ανάρτηση, αλλά θα επιχειρήσω να βάλω κάποια σημεία και βασικούς προβληματισμούς για όσα έμειναν πίσω μας και αυτά που έχουμε μπροστά μας.

Βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιόδου που διανύουμε είναι η απογοήτευση κι η παραίτηση, η οποία κινείται γύρω από τον άξονα των εύκολων λύσεων «εδώ και τώρα», των άμεσων μερικών νικών, με στιγμιαίες κινηματικές εξάρσεις και σπασμωδικά ξεσπάσματα, που θα φέρουν την απόκρουση και την ανατροπή της κυρίαρχης πολιτικής. Το υλικό υπόβαθρο αυτής της απογοήτευσης είναι η ραγδαία και απότομη πτώση του βιοτικού επιπέδου των εργατικών στρωμάτων, που κατρακυλά μαζί με το μέσο μισθό και το ηθικό του εργατόκοσμου. Ο οποίος έχει πλέον πολύ περιορισμένες αντοχές κι οικονομικές δυνατότητες για να κρατήσει σε μια απεργιακή κινητοποίηση διαρκείας, ενώ πριν από το ξέσπασμα της κρίσης στεκόταν μάλλον αρνητικά σε τέτοιες μορφές πάλης, τρέφοντας σε μεγάλο βαθμό την αυταπάτη πως είχε λυμένο το πρόβλημα της ζωής του. Και αυτό το δίπολο, «πριν δεν ήθελε» - «τώρα δεν μπορεί», μας δίνει με «λενινιστικούς όρους» ένα ιδιότυπο αλλά αρκετά γλαφυρό ορισμό της μη επαναστατικής κατάστασης της εποχής μας.

Αλλά ας επιστρέψουμε λίγο στην παράμετρο της απογοήτευσης, ως απόρροιας της ήττας του κινήματος -παρά τις συνεχόμενες κινητοποιήσεις και την πρωτοφανή μαζικότητά τους- και της σχεδόν απρόσκοπτης μέχρι τώρα προώθησης των μνημονίων και των στρατηγικών επιλογών της αστικής τάξης για την αντιμετώπιση της κρίσης ως.. ευκαιρία (έντασης της εκμετάλλευσης και της κερδοφορίας τους). Η λογική αυτή, της κρίσης ως ευκαιρία, αλλά από κινηματική σκοπιά, φαίνεται πως έχει επιδράσει ως ένα βαθμό και στην οπτική μιας μερίδας ενός (μέχρι πρότινος τουλάχιστον) «ντούρου», σχετικά απογειωμένου αριστερίστικου χώρου (με πιο χαρακτηριστική ίσως την οβιδιακή μεταμόρφωση του πι-πι), που ανακάλυψε ξαφνικά την χαμένη γοητεία της τακτικής, των μετώπων και της κυβέρνησης, κρούοντας παράλληλα καμπανάκι κινδύνου, γιατί.. αν χαθεί αυτή η ευκαιρία για την αριστερά, θα κάνει πολλά χρόνια να σηκώσει ξανά κεφάλι. Ενώ προφανώς αν σκορπίζουμε αυταπάτες για την κυβερνητική προοπτική της αριστεράς, δε θα φάμε το κεφάλι μας –άσε που μερικά κεφάλια του χώρου μπορεί να βολευτούν κιόλας σε κομβικά πόστα.

Η οπτική αυτή, μες στην ειλικρίνεια και την τιμιότητά της, αφενός εκφράζει αυτή την απογοήτευση, ερχόμενη ως συνέπεια των στιγμών-χρόνων που περνάν και χάνονται, χωρίς να φέρνουν πιο κοντά την επαναστατική προοπτική (που παραμένει ένα θολό, μακρινό τοπίο στον ορίζοντα) και αφετέρου την αναπαράγει, μαζί με τις αδιέξοδες, κυβερνητικές αυταπάτες που αδυνατούν να απαντήσουν στα ζητήματα της συγκυρίας και με το απόστημα της ανάθεσης σε μια άνωθεν, κυβερνητική σωτηρία. Παράλληλα, προσφέρουν πολύ κακές υπηρεσίες στο κίνημα, εκφυλίζοντας και διαστρέφοντας την πολύ κομβική έννοια της πολιτικοποίησης των εργατικών αγώνων.

Μια κοινή βασική εκτίμηση πολλών αναλύσεων με διαφορετικές αφετηρίες για τις ανεπάρκειες και για τις αιτίες της ήττας των αγώνων του προηγούμενου διαστήματος ήταν ότι απουσίαζε η βαθύτερη συνειδητοποίηση και πολιτική στόχευση. Τι αντιλαμβάνεται ωστόσο ως πολιτικό στόχο σήμερα ένα μεγάλο μέρος του εργατικού κινήματος και πολλών κλάδων (ιδίως του δημοσίου) που πλήττονται και κινητοποιούνται αυτή την περίοδο; Την πτώση της κυβέρνησης και την κυβερνητική προοπτική της αριστεράς, που θα επαναφέρει το προηγούμενο καθεστώς, το προηγούμενο βασικό μισθό και τελικά τα  δεδομένα του 09’ και την εφεύρεση της χρονομηχανής, για να γυρίσουμε πίσω στον χρόνο.

Αυτή είναι η μόνη άμεση και ‘ρεαλιστική’ προοπτική που βλέπει μπροστά της η πλειοψηφία των δημοσίων υπαλλήλων, που έχει από πάνω της την χατζάρα της διαθεσιμότητας και των απολύσεων, των εργαζομένων της ερτ -όπως απέδειξε περίτρανα το παράδειγμα της αγλαΐας κυρίτση, που κοιτάει και για ακόμα παραπάνω- τμήματα της εργατικής αριστοκρατίας που πλήττεται, καθώς κι ο ορφανός μηχανισμός της πασκε στο συνδικαλιστικό κίνημα, όπου υπάρχουν διάφορες επαφές και διεργασίες για τη διάδοχη κατάσταση και τον έλεγχο των συσχετισμών.

Την ίδια στιγμή, η πολεμική (μάλλον παρά κριτική) που γίνεται από ένα ευρύ φάσμα οργανώσεων, κυρίως του οπορτουνιστικού χώρου, στις ταξικές δυνάμεις που βάζουν επίμονα και διαχρονικά το ζήτημα της ουσιαστικής πολιτικοποίησης των αγώνων, ποικίλει, περιλαμβάνοντας τα πιο αντιφατικά λογικά σχήματα: από το ότι υποτιμούν τις μικρές νίκες και αρνούνται τη δυνατότητα να υπάρξουν στο σημερινό πλαίσιο κατακτήσεις για το κίνημα, παραπέμποντας τα πάντα στη δευτέρα παρουσία, κτλ, κτλ· μέχρι την ακριβώς αντίθετη κατηγορία ότι περιορίζονται σε πλαίσια άμεσων διεκδικήσεων και ξεπέφτουν στον οικονομισμό, αρνούμενες να θέσουν πολιτικούς στόχους, όπως πχ η έξοδος από την ευρωζώνη κι η παύση πληρωμών.
Να συντονιστούμε όμως παιδιά, να ξέρουμε κι εμείς τελικά τι και με ποιον είμαστε. Αν και, ακόμα και αυτή η φαινομενική έλλειψη συντονισμού προδίδει μάλλον την ύπαρξή του, βάση συγκεκριμένου σχεδίου: Ρίξε πολλά (δίχτυα) και ό,τι πιάσει…

Για τη δυνατότητα άμεσων κατακτήσεων και τη δουλειά του παμε, που κλείνει φέτος τα 15χρονα δράσης και λειτουργίας του, θα μιλήσουμε εν καιρώ, σε κάποια από τις συνέχειες της ανάρτησης.
Στον επίλογο αυτού του μέρους θα περιοριστώ να επαναλάβω κάτι που έχουμε σημειώσει και σε προηγούμενα κείμενα. Στη σημερινή συγκυρία ακόμα και οι πιο μικρές, ανώδυνες μεταρρυθμίσεις απαιτούν ως προϋπόθεση ριζικές, επαναστατικές αλλαγές. Ο μιτερανικός «σοσιαλισμός του εφικτού», που γλυκοκοιτάζει τις πρώτες και μεταθέτει τις δεύτερες σε ένα απώτερο μεταφυσικό μέλλον, είναι καταδικασμένος να αποτύχει και να σκορπίσει μακροπρόθεσμα χειρότερη απογοήτευση στις μάζες.


Και κάτι ακόμα. Η μόνη μακρινή συγγένεια που μπορεί να βρει κανείς μεταξύ της επικείμενης «αριστερής διακυβέρνησης» και της σοσιαλιστικής προοπτικής είναι μια εξωτερική ομοιότητα. Όπως οι κομμουνιστές κι η εργατική τάξη επιδιώκουν μεν τη συμμαχία των φτωχών, μεσαίων στρωμάτων ενάντια στα μονοπώλια, αλλά ξέρουν πως ο καπιταλισμός λειτουργεί προς όφελος της υπόθεσής τους, όσο πιέζει και προλεταριοποιεί αυτά τα στρώματα, έτσι και ο σύριζα, αφήνει τη νδ να δουλέψει για λογαριασμό του και να γκρεμίσει κάθε εργατική κατάκτηση, ώστε να μην χρειάζονται παρά μόνο ελάχιστες βελτιώσεις και ψίχουλα, για να πουλήσει φιλολαϊκό προφίλ ως κυβερνητική δύναμη. Πέραν αυτού, προσωπικά δυσκολεύομαι να διακρίνω άλλη ομοιότητα.

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Η αστική πχιότητα

Δεν είμαστε εμείς ρατσιστές, οι μετανάστες είναι κακής ποιότητας

Είναι γνωστό τοις πάσι πως οι μετανάστες μας παίρνουνε τις δουλειές. Αυτός είναι ο βασικός λόγος άλλωστε που εγώ κι εκατοντάδες άλλοι απόφοιτοι δημοσιογραφίας βρίσκονται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, ανεργίας κι ευελφάλειας, ημιαπασχόλησης, πλήρους απασχόλησης χωρίς αμοιβή ή με μπλοκάκι –που είναι πρακτικά το ίδιο- κι ένα σωρό άλλους συνδυασμούς εκμετάλλευσης, που υπερβαίνουν την καθημερινή ρουτίνα της μόνιμης και σταθερής δουλειάς, που σε σκοτώνει μέρα με τη μέρα. Αυτή είναι η μαγεία της ελεύθερης αγοράς, μακριά από ταμπού και προκαταλήψεις, όπου ο εργοδότης σου μπορεί να σε πάρει (στη δούλεψή του) με διάφορους τρόπους, στάσεις κι εργασιακά καθεστώτα, όπως και για όσο θέλει, είτε δέκα και δώδεκα μέρες την ημέρα (χωρίς υπερωρία, γιατί το σεξ είναι ευχαρίστηση) είτε για δυο-τρεις ώρες τη βδομάδα, ίσα-ίσα δηλ να μην καταγράφεσαι στα μητρώα του οαεδ και πιάνεις τζάμπα χώρο, μόνο και μόνο για να συκοφαντείς ως ενοχλητικό στατιστικό στοιχείο το ελληνικό success story. Εκτός κι αν θες να δουλέψεις μαύρα, οπότε αλλάζει το πράγμα. Και ποιος άλλος φταίει άραγε για τη μαύρη εργασία, αν όχι οι μελαμψοί που έχουνε κατακλύσει την χώρα; Έχουν γίνει μάστιγα αυτοί οι αφγανοί και πακιστανοί δημοσιογράφοι. Και να ‘ταν μόνο αυτοί. Τα ίδια και χειρότερα βιώνουν εξαιτίας τους οι γιατροί, οι μηχανικοί, οι δικηγόροι, οι εκπαιδευτικοί, οι ερευνητές. Όλοι κάνουν μασούρι τα πτυχιόχαρτά τους (έτσι, για να παραπέμπει σε κηδειόχαρτα) επειδή έρχονται αλλοδαποί και μας παίρνουν τις δουλειές. Και σα να μην έφταναν όλα τα άλλα, δεν είναι και καλής ποιότητας.

Φαντάσου βέβαια τι θα ακούγαμε και πόσο πιο πειστικό θα ήταν αυτό το παραμύθι για ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, που ‘ναι και τώρα πρόθυμο (με προδιάθεση και βάλε) να το χάψει και να το ρουφήξει, όπως το χώμα το νερό, αν είχαμε και στην ελλάδα αλλοδαπούς φοιτητές και επιστήμονες, όπως πχ στη βρετανία με την πολυάριθμη ινδική κοινότητα. Και σε τι επίπεδα θα είχε φτάσει τότε το ρατσιστικό παραλήρημα.

Η βασική ανάγκη ενός ρατσιστή είναι να βρει ένα εύκολο θύμα για αποδιοπομπαίο τράγο, κάποιον να του φταίει για να ξεσπάσει πάνω του. Χρειάζεται μια στοιχειώδης νοημοσύνη (και θα ζητούσαμε πολλά μάλλον) να προβληματιστεί και να καταλάβει τι σημαίνει ανταγωνιστικότητα και ποιος είναι στο τιμόνι του οδοστρωτήρα που μας εξισώνει όλους στο υπόγειο –αλλά το δικό μας πρόβλημα δεν είναι αυτό, είναι που δεν γκρεμίσανε τα μισθολογικά ρετιρέ. Αφού λοιπόν είναι κακής ποιότητας οι μετανάστες που έρχονται στην ελλάδα, γιατί «μας παίρνουν τις δουλειές» κι είναι πιο ανταγωνιστικοί στην αγορά εργασίας; Και τι μας ζητάνε στην πραγματικότητα οι κυβερνήσεις, όταν λένε ότι πρέπει να γίνουμε πιο ανταγωνιστικοί –ως μονάδες και ως οικονομία συνολικά; Εννοούν μήπως πως πρέπει να βελτιώσουμε την ποιότητά μας και να αυξήσουμε τις απαιτήσεις μας, ή το ακριβώς αντίθετο;

Και τι σημαίνει ποιότητα; Ας μιλήσουμε λοιπόν για την ποιότητα του σημερινού αστικού κόσμου, που ζέχνει και σαπίζει, καθώς αποσυντίθεται και πετάει τις βρωμιές του κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, για να μη φαίνονται. Να μιλήσουμε για την ποιότητα των αξιών και των ιδανικών του, που συμβαδίζουν διαλεκτικά με την ποσότητα του χρήματος του καθενός και τα κέρδη που αποφέρει μια ενέργεια. Για τη σπάνια πάστα των πολιτικών στελεχών και δημοσιολόγων του –καλή ώρα ο δένδιας και ο πορτοσάλτε-, για την τιμιότητα και την ηθική τους (ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό, όπως έχει πει ένα δικό τους γαλάζιο παιδί), για το εξαιρετικό τους ποιόν και την πχιότητα, όπως την έλεγε μια χρυσή μετριότητα του πρόσφατου παρελθόντος, που έφτασε να γίνει και πρωθυπουργός.

Να πούμε για την ποιότητα της καθημερινής μας ζωής, από τη μόρφωση που λαμβάνουμε και τις τρώγλες που βαφτίζουμε σπίτια, μέχρι τα προγράμματα της τηλεόρασης και τις διάφορες μορφές ψυχαγωγίας και διασκέδασης. Κι από τα «αγνά, ποιοτικά υλικά» της καθημερινής διατροφής μας, μέχρι τις «αγνές ανθρώπινες σχέσεις» που διαμεσολαβούνται από το ατομικό συμφέρον κι οδηγούν στις πιο εγωιστικές συμπεριφορές. Για έναν κόσμο που αναζητά την χαμένη ποιότητα σε αγαθά και εμπορεύματα (και αυτό για μια μικρή μειοψηφία) αλλά αποτυγχάνει να την περάσει στον άνθρωπο, όσο κι αν τον αντιμετωπίζει κι αυτόν σαν εμπόρευμα, ένα απλό μέσο για τη διευρυμένη, κερδοφόρο αναπαραγωγή του κεφαλαίου, ως αυτοσκοπό της καπιταλιστικής παραγωγής.

Μπορούμε να συζητήσουμε και για τις διάφορες ποιότητες των ανθρώπων, που τους κατατάσσουν σε διαφορετικές κατηγορίες κοινωνικής στάθμης. Τι ποιότητας θεωρούνται άραγε οι σεισμόπληκτοι της κεφαλλονιάς, που αντιμετωπίζονται σαν πολίτες β κατηγορίας κι αφήνονται στο έλεος του εγκέλαδου; Τι ποιότητας είναι αυτό το κράτος, αν όχι ταξικό και βάρβαρο (κι όχι ανύπαρκτο, όπως λεν κάποιοι); Εκτός και αν κάποιος πιστεύει πως οι ποιοτικές διαβαθμίσεις σταματάν στο χρώμα του δέρματος και δεν έχουνε ταξικό περιεχόμενο. Τι άλλο σημαίνει όμως (αν όχι διάκριση με καθαρά ταξικά κριτήρια) αυτός ο φοβερός διαχωρισμός σε μετανάστες καλής και κακής ποιότητας;

Τι είχαν άραγε κατά νου οι ιθύνοντες; Τον αμερικάνικο στόλο και τα ναυτάκια τα ζουμπουρλούδικα, που αφήνουν συνάλλαγμα; Πόσο καλής ποιότητας ήταν για τους γερμανούς, τις ηπα και άλλες χώρες οι έλληνες γκασταρμπάιτερ, που έφευγαν γιατί δεν είχαν στον ήλιο μοίρα; Και πόσο καλύτερα είχε υποδεχτεί η «ισχυρή πχιοτική ελλάδα» της δεκαετίας του 90’ τους μετανάστες καλής ποιότητας από την ανατολική ευρώπη; Πόσοι πτυχιούχοι μετανάστες από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες βρήκανε δουλειά στο αντικείμενό τους και πόσοι έπιασαν χειρωνακτικές δουλειές του ποδαριού, για να βγάλουν τα προς το ζην; Πόσες ρωσίδες του πόντου έχουν πτυχία, μόρφωση και καλλιέργεια, που φυσικά δεν τους χρησίμευσαν πουθενά στην ελλάδα; Και σε τι διαφέρει η σημερινή στρατιά άνεργων πτυχιούχων από τη σημερινή κατάσταση; Ίσως μόνο στο ότι σήμερα ούτε καν φτηνές χειρωνακτικές δουλειές δεν μπορεί να βρει κανείς εύκολα.

Η ποιότητα της μεταχείρισης των μεταναστών είναι ο καθρέφτης της ποιότητας του αστικού κόσμου και της εξουσίας του. Εικόνα από το μέλλον μας και από το μίζερο παρόν των ανέργων που σπεύδει θεωρητικά το κράτος να τους βοηθήσει με προγράμματα και στην πράξη τους αφήνει να πνιγούν στα χρέη και τη φτώχια.

Αν για την αφρόκρεμα αυτού του κόσμου είναι θέμα αισθητικής η φτώχια και η κακή ποιότητα των μεταναστών, για εμάς είναι ζήτημα επιβίωσης να τους ξεφορτωθούμε μια ώρα αρχύτερα και ταξικό μας καθήκον να συμπαρασταθούμε στους μετανάστες. Που αν ήταν στην τελική κακής ποιότητας, δε θα είχαν βουλιάξει στον πάτο της θάλασσας στο φαρμακονήσι. Θα είχαν επιπλεύσει σα φελλοί, όπως το κάνουν με θαυμαστή επιτυχία ο δένδιας, ο πορτοσάλτε και το σινάφι τους που ξεχειλίζει από τόση ποιότητα.


Παρακαλώ σας κύματα, στον πάτο να τους πάτε…

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Ταξιδεύοντας στην Ελλάδα

Οι αλκυονίδες ημέρες του σαββατοκύριακου ευνοούν τα εκδρομικά σχέδια, σε πλήρη αντίθεση με τα οικονομικά του κόσμου, που ξεπαραδιάστηκε μες στις γιορτές και κράτησε την τελευταία σταγόνα του δώρου του για τις εκπτώσεις που έρχονται, μήπως και πάρει τίποτα να ξεγελάσει τη φτώχια του. Η κε του μπλοκ προχωρά λοιπόν σε μια ταξιδιάρα ανάρτηση, με φωτογραφικό υλικό από κάποιες πρόσφατες εκδρομικές εμπειρίες της και χαρακτηριστικά στιγμιότυπα –ενίοτε καλτ αποχρώσεων.

Ξεκινάμε με ένα πρόσφατο ταξίδι στην πάτρα. Όπου αν δεν προλάβεις το εξπρές λεωφορείο από τον κηφισό και πας μέσω αιγίου, βλέπεις εκεί απέναντι από το σταθμό των κτελ τα γραφεία της χρυσής αυγής με την παρακάτω εικόνα.

Φασισμού λίπασμα, οι πρώτοι νεκροί
Δύο πανό, ένα για τα δολοφονημένα μέλη της ναζιστικής οργάνωσης κι ένα άλλο για τους «ζωντανούς μάρτυρες», τους φυλακισμένους αρχηγούς της. Το πρώτο πανό το είδαμε και στα γραφεία των νεοναζί στην πάτρα που στεγάζονται δίπλα ακριβώς από το αστυνομικό τμήμα στη γούναρη, για να κινούνται με μεγαλύτερη ελευθερία και με υψηλή προστασία.

Όποιος περπατήσει στον πεζόδρομο της ρήγα φεραίου, μπορεί να δει και τα γραφεία του τοπικού επαμ, που για να είναι σίγουροι πως θα τους προσέξουν οι περαστικοί, πρόσθεσαν μες στις γιορτές ένα χριστουγεννιάτικο στολίδι, ένα φωτεινό διακριτικό σήμα, ανάλογο με το κλίμα των ημερών και τη σοβαρότητα του μετώπου και του αρχηγού καζάκη.


Πιο γραφικός… πεθαίνεις, θα πει κανείς.

Όχι ακριβώς. Πιο γραφικός… αλαβάνος, θα έλεγα εγώ. Καθώς το σχέδιο βήτα έχει γεμίσει (στην πάτρα τουλάχιστον) όλες τις βιτρίνες των κλειστών μαγαζιών, που έχουν βάλει λουκέτο, με αυτή την ελπιδοφόρο αφίσα.


Είδες καλέ μου εβε σύμμαχε, πόσο εύκολος κι απλός είναι ο δρόμος προς την ευτυχία και το 2009;

Η τελευταία φωτογραφία είναι από το μνημείο για τα θύματα του ναζιστικού ολοκαυτώματος στα καλάβρυτα. Πρόσφατα μάλιστα (τον περασμένο μήνα για την ακρίβεια) συμπληρώθηκαν εβδομήντα χρόνια από τη φασιστική κτηνωδία, αλλά (αν κατάλαβα καλά) ο επίσκοπος καλαβρύτων(;), αιγιαλείας (;) ή όπως αλλιώς λέγεται, αρνήθηκε να παραβρεθεί στο μνημόσυνο, επιδεικνύοντας σε όλο της το μεγαλείο την χρυσαυγίτικη ψυχή του και τα αγνά ιδεώδη που τη συγκινούν.


Μες την κωμόπολη των καλαβρύτων, μπορούσε κανείς μεταξύ άλλων να υπογράψει στην είσοδο ενός μαγαζιού για την καταβολή των γερμανικών αποζημιώσεων και να μάθει για την ένωση μαρτυρικών πόλεων, όπου συμμετέχουν τα καλάβρυτα ως ιδρυτικό μέλος, μαζί με άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, όπως το κόβεντρι, η βαρσοβία και το… βόλγογκραντ, που δεν είναι παρά η ρεβιζιονιστική μετονομασία του ηρωικού στάλινγκραντ.

Περνάμε τώρα στο δεύτερο μέρος και τα στιγμιότυπα από μια παλιότερη εκδρομή στο βόλο, την πατρίδα του μικρού κομμάντο. Η πρώτη φωτό είναι έξω από τα κτελ στη θεσσαλονίκη, πριν ξεκινήσει το ταξίδι για το βόλο, με ένα προεκλογικό σύνθημα, που μπορεί να μπει στο πάνθεο των καλτ εκλογικών αυταπατών –άλλο αν τελικά ένα μεγάλο κομμάτι της βάσης του χώρου, ψήφισε σύριζα χωρίς αυταπάτες.


Να τα βλέπει αυτά ο κύριος μπάμπης και να φρίττει με το ενδεχόμενο μιας –όχι και τόσο πιθανής πάντως- κοινοβουλευτικής παρουσίας ενός πολιτικού φορέα που εκπροσωπεί την παρατρομοκρατία και δεν είναι παρά μια παρατρομοκρατική πολιτική οργάνωση, που συνιστά το νόμιμο τμήμα της παρατρομοκρατίας, όπως την χαρακτήρισε τις προάλλες.
Γι’ αυτό κι εγώ έχω κόψει τις πολλές αναφορές σε… σοβαρές συνιστώσες, κτλ. για να μη θυμίζουν από την ανάποδη τις υπεύθυνες νουθεσίες του κ. μπάμπη στη σοβαρή χρυσή αυγή.

Οι υπόλοιπες φωτογραφίες είναι από την πόλη του βόλου. Όπου εκτός από το εργατικό κέντρο, το παρθεναγωγείο του δελμούζου, τη μορφή του κορδάτου, έχει δώσει πολλά ακόμα. Εκεί μπορεί πχ να δει κανείς την παρακάτω ηρωική οδό


Τα γραφεία ενός συλλόγου με το σημειολογικό αρκτικόλεξο παμε

Ούτε σκληρά, ούτε μαλακά. Όλοι με το ΠΑΜΕ
Και τις βαθιά πολιτικές ανησυχίες του φίλαθλου κόσμου της πόλης για το κατεστημένο και τα κόμματα εξουσίας…


Υπάρχουν κάποια ακόμα καλτ κι ενδιαφέροντα στοιχεία από την εργατούπολη του βόλου ή από το πρώτο ταξίδι και την επίσκεψη στην αγία λαύρα, αλλά θα τα κρατήσουμε κάβα για κάποια επόμενη ταξιδιάρα ανάρτηση..