Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στάλιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στάλιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2018

Το σοβιετικό Σύνταγμα του 77′ και το “παλλαϊκό κράτος”

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Τις προάλλες συμπληρώθηκαν 41 χρόνια από την έγκριση του νέου σοβιετικού Συντάγματος, στην περίοδο της διακυβέρνησης του Μπρέζνιεφ. Το νέο Σύνταγμα περιείχε 28 άρθρα από το προηγούμενο που είχε ψηφιστεί το 1936, και διατηρούσε αρκετά προοδευτικά στοιχεία, επιβεβαιώνοντας μεταξύ άλλων τον πρωτοπόρο ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος και το σοσιαλιστικό χαρακτήρα του κράτους. Η βασική αλλαγή ωστόσο αφορούσε ακριβώς αυτό το στοιχείο, το χαρακτήρα του κράτους, που θεωρούνταν πλέον παλλαϊκό, κράτος όλου του λαού, και όχι κράτους της εργατικής τάξης, δηλαδή “δικτατορία του προλεταριάτου”.

Πιστοποιούσε έτσι και στο επίπεδο του εποικοδομήματος, σε ένα σημαντικό τομέα, τη στροφή που είχε σηματοδοτήσει είκοσι χρόνια πριν το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, με τη διαδικασία της αποσταλινοποίησης. Ρίζες αυτής της αντίληψης, ωστόσο, μπορούμε να βρούμε και σε αρκετά προγενέστερες επεξεργασίες, που αντιμετώπιζαν πχ τη Λαϊκή Δημοκρατία ως εναλλακτικό δρόμο στο σοσιαλισμό, διαφορετικό από τη ΔτΠ (δικτατορία του προλεταριάτου) που ήταν ο σοβιετικός δρόμος που ακολούθησε η Οχτωβριανή Επανάσταση. Ουσιαστικά, στο επίκεντρο βρισκόταν αυτή ακριβώς η έννοια, στην οποία κατά καιρούς έχει ασκηθεί πολύπλευρη κριτική από διάφορες σκοπιές, με το Λένιν ωστόσο να γράφει πως μαρξιστές δεν ήταν όσοι παραδέχονταν γενικά την ταξική πάλη -κάτι που έκαναν ακόμα και αστοί αναλυτές- αλλά μονάχα όσοι δέχονταν πως οδηγεί υποχρεωτικά σε αυτό το αποτέλεσμα: την εργατική εξουσία, δηλαδή τη δικτατορία του προλεταριάτου.

Κατά κανόνα, η κριτική αυτή είχε μικροαστική αφετηρία, που λυγίζει κι αναδιπλώνεται μπροστά στις δυσκολίες της ταξικής πάλης, απορρίπτει τη βία και τη “δικτατορία” -που όμως διαιωνίζει τη δικτατορία της αστικής τάξης, με όλους τους δημοκρατικούς μανδύες της- και αποκόβει τα δύο συνθετικά του όρου. Την απασχολεί δηλαδή πως η ΔτΠ θα πάψει να είναι “δικτατορία”, και όχι πώς θα συνεχίσει -ή αν θα πάψει- να είναι “εργατική”, του προλεταριάτου. Αυτή η σοσιαλδημοκρατική τάση φαινόταν να επηρεάζει το ΚΚΣΕ, κυριαρχώντας σταδιακά στις γραμμές του, κι αυτός ο ταξικός χαρακτήρας του κράτους ήταν που αναιρούνταν από το θεωρητικό σχήμα του “παλλαϊκού κράτους”, παρά την ανελέητη κριτική που είχαν ασκήσει οι Κλασικοί σε αντίστοιχες έννοιες στην εποχή τους, όπως πχ ο Μαρξ στην μπροσούρα του για το Πρόγραμμα της Γκότα.

Παρόλα αυτά, και στο προηγούμενο Σύνταγμα υπήρχαν αδύνατα σημεία, καθώς ο διαχωρισμός των εκλογικών περιφερειών γινόταν σε εδαφική βάση, ανά περιοχές δηλαδή, κι όχι με βάση τις παραγωγικές μονάδες και τους χώρους δουλειάς. Προφανώς υπήρχε παράλληλα και κάποια σχετική διαπάλη, που συνεχιζόταν στο χρόνο, χωρίς να είναι τίποτα δεδομένο, ως οριστική κατάκτηση.

Πέρα από την κριτική ενός λάθους πάντως, ή μάλλον για να είναι ολοκληρωμένη αυτή η κριτική, είναι απαραίτητο να δούμε ποια σημεία μπορεί να ερμηνεύουν ένα ατόπημα, ποιοι παράγοντες το ευνόησαν και ποια υπαρκτά προβλήματα κλήθηκαν να λύσουν οι Σοβιετικοί, που προχώρησαν σε αυτές τις λανθασμένες επιλογές.

Είναι γνωστό πως μια τάξη που βρίσκεται στην πρωτοπορία, καταφέρνει να προβάλλει ως εκπρόσωπος όλου του έθνους, να συσπειρώσει γύρω της τις υπόλοιπες τάξεις, για να παίξει αυτόν τον ηγεμονικό ρόλο. Είναι επίσης γνωστό πως κατά τη διάρκεια του πολέμου κατά των ναζί -που ονομάστηκε Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος, και ας μην ήταν στενά τέτοιος- οι Σοβιετικοί επιδίωξαν με διάφορους τρόπους και ελιγμούς την ευρύτερη δυνατή συσπείρωση όλων των λαών της Σοβιετικής Ένωσης -αφού εκκαθάρισαν πρώτα τις δικές τους γραμμές στο Κόμμα από ασταθή και ύποπτα στοιχεία- ιεραρχώντας ως απόλυτη προτεραιότητα την επιβίωση του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο. Είναι επίσης εύλογο πως μια συνταγή που πετυχαίνει αποτελέσματα και νικάει, μπορεί να συνεχιστεί και να επεκταθεί σε ένα άλλο πλαίσιο, με διαφορετικές συνθήκες, που δε δικαιολογούν τη συνέχισή της.

Είναι σημαντικό όμως πως η μεγάλη πλειοψηφία των λαών της Σοβιετικής Ένωσης δεν πάλευαν γενικά και αόριστα ενάντια στον εισβολέα, αλλά για την υπεράσπιση της σοσιαλιστικής τους πατρίδας -ενώ όσοι έβλεπαν τα συμφέροντά τους να θίγονται από αυτήν, πέρασαν ανοιχτά με το πλευρό των Ναζί. Είναι επίσης σημαντικό πως η εργατική τάξη και η πολιτική της πρωτοπορία θα πετύχει αυτή την ευρεία συσπείρωση με την επιβεβαίωση του ρόλου της στην πράξη, σε μια σειρά καθήκοντα, και όχι κάνοντας από θέση αρχής υποχωρήσεις απέναντι σε άλλες, σύμμαχες τάξεις, στο όνομα μιας εθνικής ή παλλαϊκής ενότητας.

Ένα δεύτερο θεωρητικό ζήτημα που έμπαινε γενικά, είναι το εξής: αν η δικτατορία του προλεταριάτου είναι η μεταβατική μορφή μέχρι την εμφάνιση του κομμουνισμού και η ταξική πάλη οξύνεται στο σοσιαλισμό -όπως είχε γράψει ο Στάλιν- τότε πώς και πότε ακριβώς φτάνουμε στην απονέκρωση του κράτους, που θα μας οδηγήσει στο κομμουνιστικό στάδιο; Πώς δικαιολογείται ο ισχυρισμός της όξυνσης, εφόσον το κόμμα των μπολσεβίκων εκτιμούσε πχ τη δεκαετία του 30′ πως έχουν τεθεί οι βάσεις του σοσιαλισμού και έχουν εξαλειφθεί οι εναντίον του απειλές από τη σοβιετική κοινωνία;

Παράλληλα, υπήρχε μια αντίθεση μεταξύ του εσωτερικού μετώπου, όπου είχαν τεθεί οι βάσεις του σοσιαλισμού και οι βασικές κοινωνικές τάξεις (εργατική τάξη, αγροτιά, διανόηση) δεν είχαν ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ τους, και του εξωτερικού τομέα, με τον Ψυχρό Πόλεμο και τα σφυριά του ιμπεριαλισμού να βαράνε συντονισμένα στην ίδια κατεύθυνση, βάζοντας στο στόχαστρο τη Σοβιετική Ένωση. Ασφαλώς αυτά τα δύο δε χωρίζονταν με στεγανά, δημιουργούνταν όμως μια ιδιαίτερη “παράδοξη” κατάσταση, που προκαλούσε και αντίστοιχες παραδοξολογίες σε θεωρητικό επίπεδο, όπως πχ το σχήμα του “κομμουνιστικού κράτους”, με τις κρατικές, πχ στρατιωτικές δομές, να διατηρούνται ενάντια στις εξωτερικές απειλές, τη στιγμή που στο εσωτερικό θα ξεκινούσε η οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Κάποια πράγματα μπορεί να μοιάζουν προφανή, αλλά τα συμπεράσματα δεν είναι τόσο εύκολα. Η ταξική πάλη προφανώς δε σταματά ποτέ, ο κίνδυνος της παλινόρθωσης παραμονεύει και δίπλα μας θα φτάσει κάποια μέρα, αν χάσουμε τα ταξικά γυαλιά μας, για να παραφράσουμε ένα γνωστό στίχο του Φώντα Λάδη. Η οικοδόμηση δεν είναι ένα προτσές που προχωρά αυθόρμητα, από μόνο του, χωρίς συνειδητή δράση. Κι έιναι ζητούμενο πώς θα κερδίζεται συνεχώς το ενδιαφέρον και η συμμετοχή των μαζών σε αυτήν, παράλληλα με την απαιτούμενη εγρήγορση ενάντια στον ταξικό εχθρό, που δεν είναι άμεσα ορατός και κρύπτεσθαι φιλεί ή μπορεί να βρίσκεται μέσα μας, στη δύναμη της συνήθειας, του παλιού που αργοπεθαίνει, αλλά αντιστέκεται κι επιβιώνει με χίλιους τρόπους, από κάθε πιθανή χαραμάδα. Όσο για την απονέκρωση, είναι οπωσδήποτε κάτι που θα απασχολήσει τις επόμενες γενιές, ακόμα και αν υποθέσουμε πως εμείς θα “αξιωθούμε” να προλάβουμε μια επανάσταση στα κοντά.

Σε κάθε περίπτωση, μπορούμε να κρατήσουμε ως γενική αρχή πως παρά τα όσα λέγονταν -και είχαν μια κάποια βάση- για το γιγαντισμό και την υπέρμετρη διόγκωση του δημόσιου τομέα στη Σοβιετική Ένωση και το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, στην πράξη είχαμε εφαρμογή αυτού που σημείωνε ο Ένγκελς για το “μισο-κράτος”, που παύει να είναι ουσιαστικά τέτοιο από τη στιγμή που παίρνει στην κατοχή του τα μέσα παραγωγής στο όνομα ολόκληρης της κοινωνίας και σταδιακά -σε βάθος χρόνου- παύει να είναι ένας καταπιεστικός μηχανισμός, εφόσον εκφράζει τη συντριπτική πλειοψηφία και τα συμφέροντά της ενάντια σε μια χούφτα εκμεταλλευτών που υπερασπίζονται το παλιό.

Κυριακή 1 Ιουλίου 2018

Ο Στάλιν στην Κολιμά, ο αντισοβιετισμός στο κόκκινο

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Η ιστορία γράφεται με ανυπακοή, όπως λέει η Πωλίνα. Ή αλλιώς με πάλη ταξική, που την καθορίζουν κάποιες νομοτέλειες. Αυτές δεν πρέπει να νοούνται ως σιδερένια, αμετακίνητα διατάγματα, αλλά ως γενικοί νόμοι και αντιθέσεις που διαμορφώνουν ένα πολύπλοκο φάσμα δυνατοτήτων για τα δρώντα ιστορικά υποκείμενα. Ό,τι συμβαίνει, έχει ερμηνεία, αιτίες και με αυτήν την έννοια είναι νομοτελειακό. Δεν είναι όμως κι αναπόφευκτο, καθώς η ιστορία μας αφήνει πάντα διαφορετικές δυνατότητες εξέλιξης, πχ σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα. Ο σοσιαλισμός υπάρχει ως προοπτική κι εναλακτική, δε θα έρθει αναπόδραστα από μόνος του όμως, νέτος-σκέτος, αν δε φροντίσουμε εμείς για αυτό.

Η ιστορία δε γράφεται με "αν" -εκτός κι αν πρόκειται για το "αν" της ανυπακοής. Τα μυθιστορήματα εναλλακτικής ιστορίας όμως έρχονται να πατήσουν ως είδος στα "κενά" της, σε αυτές τις δυνατότητες διαφορετικής εξέλιξης και στις πιο ιντριγκαδόρικες κι αντιδιαλεκτικές υποθέσεις: "τι θα γινόταν αν..."



Το βιβλίο του Μπελαντή έχει εξ ορισμού ενδιαφέρον, γιατί καταπιάνεται με μια πολύ μεστή περίοδο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και με την εσωκομματική διαπάλη μετά το θάνατο του Λένιν. Στην οποία δεν επικρατεί τελικά ο Στάλιν, ούτε κάποιος άμεσος αντίπαλός του, αλλά ο Ράντεκ και οι τροτσκιστές, για το ιστορικό σύμπαν του βιβλίου. Το οποίο αντιστρέφει σαν καθρέφτης τις αντίπαλες πλευρές και τους ρόλους τους, για να δείξει πιθανότατα πως κάποιες επιλογές-γεγονότα ήταν αντικειμενικά, πέρα από τα διάφορα πρόσωπα και τα ιδιαίτερα γνωρίσματά τους, ως προσωπικότητες.

Αυτό όμως για το συγγραφέα δε σημαίνει πως η πάλη κι η εξουσία των μπολσεβίκων θα έπαιρναν αναπόφευκτα -για να αποφύγουμε το νομοτελειακά- συγκεκριμένες μορφές και χαρακτηριστικά -εν ολίγοις αυτά που συμπυκνώνει ως όρος η "δικτατορία του προλεταριάτου". Σημαίνει απλώς πως θα είχαμε "μία από τα ίδια", που ο συγγραφέας μας τα παρουσιάζει ως ένα καταπιεστικό, εκμεταλλευτικό καθεστώς, με εκτεταμένη χρήση καταστολής.

Ο Μπελαντής χρησιμοποιεί ένα τσουβάλι, αλλά κι ένα ιδιότυπο "διαλεκτικό" σχήμα διαφοράς-ταυτότητας για την ηγεσία των μπολσεβίκων και τους κλασικούς του μαρξισμού, που δε φτάνουν τη σκαιότητα του (σατανικά κακού, ακόμα κι όταν δεν έχει την εξουσία) Στάλιν, συνδέονται οργανικά όμως με βασικά στοιχεία του "σταλινισμού" και τους λόγους που επικράτησε. Ο Τρότσκι είναι σαφώς πιο διαλλακτικός, ευθύνεται όμως για την αντίληψη της στρατιωτικοποίησης της εργασίας και των συνδικάτων. Ο Λένιν έχει μια αντιγραφειοκρατική αναλαμπή στο "Κράτος κι Επανάσταση", αλλά δεν έμεινε συνεπής σε όσα έγραφε για τη συμμετοχή των μαζών στη διακυβέρνηση. Ούτε καν ο Μαρξ δεν ξεφεύγει από το στόχαστρο της κριτικής για κάποιες εκτιμήσεις του.

Αν αυτό για κάποιους δείχνει ένα ανεξάρτητο κριτικό πνεύμα που αναστοχάζεται και αμφιβάλλει για τα πάντα, ακόμα και για το μαρξισμό, από την άλλη μπορεί να μας βάλει σε σκέψεις για τη σχέση του συγγραφέα με αυτόν (τη μαρξιστική ιδεολογία) και σε ποιο βαθμό τον ασπάζεται ως μέθοδο και θεωρία.

Γιατί κρίνουμε όμως με πολιτικούς όρους ένα μυθιστόρημα;
Γιατί το καθιστά αναπόφευκτο το θέμα του, ακόμα κι αν δεν πολιτικολογούσε εκτενώς ο συγγραφέας του, σε πολλά σημεία και χωρίς λογοτεχνικά προσχήματα. Η σοβιετική πείρα μπορεί να προκαλεί ενδιαφέρον σε διάφορες πτυχές, διαστάσεις της και ζητήματα, που δε στερούνται βέβαια πολιτικής χροιάς, πόσο μάλλον όταν αφορούν την πολιτική ιστορία της ΕΣΣΔ. Η δημιουργική μυθιστορηματική ανάπλαση της ιστορίας είναι θεμιτή, υπόκειται αυτονόητα όμως σε πολιτική κριτική. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας έχει κάθε δικαίωμα να φτιάξει το δικό του ιστορικό σύμπαν με τα υλικά που νομίζει, ενώ εμείς έχουμε κάθε δικαίωμα να κρίνουμε τι έφτιαξε, αν ακολουθεί κάποιους κανόνες στην "πολιτική κουζίνα" του ή ψάχνει απλώς να δικαιώσει και να ικανοποιήσει τις εμμονές του.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που υπάρχει για ένα συγγραφέα -καθαρά λογοτεχνικά μιλώντας- είναι να παρουσιάσει τους ήρωές του ως φωτοτυπίες του εαυτό του, για να επαναλαμβάνουν όλοι μαζί τις απόψεις του. Και ο Μπελαντής δε φαίνεται να θέλει καν να αποφύγει αυτόν το σκόπελο. Στο δικό του ιστορικό σύμπαν, οι μπολσεβίκοι ηγέτες αυτομαστιγώνονται στους εσωτερικούς τους μονόλογους με τα λόγια του και τις δικές του απόψεις, αναγνωρίζουν τα λάθη τους, πως έχουν ξεστρατίσει από τα επαναστατικά ιδανικά τους, άλλο αν η αυτοκριτική τους δε μεταφράζεται σε έμπρακτη μεταμέλεια. Από τη στιγμή λοιπόν που έχουν λίγο πολύ απεκδυθεί τις δικές τους ιδέες, η μεταξύ τους αντιπαράθεση δεν έχει κανένα περιεχόμενο, καμία πολιτική βάση κι είναι απλώς ένας άθλιος αγώνας για την εξουσία, ανάμεσα σε εξίσου άθλια ανθρωπάρια, που είναι έτοιμα να μεταχειριστούν κάθε μέσο για να επικρατήσουν, ακόμα και την ατομική βόμβα! Ο Μπελαντής δε μας παρουσιάζει τους χαρακτήρες ενός μυθιστορήματος, αλλά μια δράκα παλιοχαρακτήρες, αδίστακτους και κυνικούς, που παλεύουν για την εξουσία -το μόνο τους ιδανικό- σα βυζαντινοί δελφίνοι, για να επικρατήσει στο τέλος ο δολιότερος, ο πιο αδίστακτος, αλλά βασικά να αλληλοεξοντωθούν.

Οι πιο στενοί συνεργάτες του Στάλιν (Μολότοφ και Μπέρια) παίζουν μεταξύ τους ρώσικη ρουλέτα με ένα περίστροφο για τη θέση του Γκεν Σεκ (Γενικού Γραμματέα), μετά από απόφαση του Πολιτικού Γραφείου! Ενώ ο Στάλιν (που αναφέρεται ως Γιόζεφ, για να κολλάει με το Γεζόφ) χρησιμοποιεί τηλεπάθεια για να επικοινωνήσει με το Γιούρι Γκέλερ και τον Αϊνστάιν και να τον πείσει να του παραδώσει το μυστικό της ατομικής βόμβας, για να την χρησιμοποιήσει εναντίον των εσωκομματικών του αντιπάλων! Το πρόβλημα δεν είναι τα φανταστικά στοιχεία του ιστορικού σύμπαντος του βιβλίου, αλλά τι ακριβώς προσπαθούν να αποδείξουν.

Είναι χαρακτηριστικό πως σε μια παρουίαση του βιβλίου (στην οποία ακούσαμε εγκώμια σχεδόν για κάθε άλλη πολιτική δύναμη της επαναστατικής εποχής, από τους μενσεβίκους και τους εσέρος έως τους αναρχικούς, εκτός από τους μπολσεβίκους, βεβαίως-βεβαίως), ο συγγραφέας περιέγραψε πως τον απασχόλησε το ερώτημα αν μπορούμε να δούμε το Στάλιν ως άνθρωπο και σημείωνε ως θετικό επίτευγμα πως προσπάθησε να δει και να παρουσιάσει και την ανθρώπινη πλευρά του! Με αυτά τα δεδομένα, πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι που δε μας έδιεξε κάποιο τέρας με δύο κεφάλια, τρία χέρια κοκ.

Πώς απέκτησαν όμως οι Σοβιετικοί την ατομική βόμβα; Από Γερμανούς επιστήμονες που βρίσκονταν σε επαφή με τον Τρότσκι. Εξάλλου οι Σοβιετικοί δε φτάνουν σε κανένα επιστημονικό επίτευγμα μόνοι τους, αλλά τα δανείζονται όλα από τη Γερμανία, στην οποία έχουν επικρατήσει οι σοσιαλδημοκράτες, θέτοντας εκτός νόμου τους ναζί και τους κομμουνιστές, που έχουν όμως αρκετά περιθώρια ημινόμιμης δράσης, ενώ όλοι οι κομμουνιστές της Αντιπολίτευσης βρίσκουν σε αυτήν ασφαλές καταφύγιο.

Το συμπέρασμα είναι πως η αστική δημοκρατία είναι μάλλον προτιμότερη ως πλαίσιο πολιτικής δράσης για τους επαναστάτες, ενώ ήταν μάλλον ακίνδυνη αν όχι και... αλληλέγγυα προς τη σοβιετική εξουσία. Η τελευταία οξύνει τα μέσα και τις μεθόδους πάλης κατά των αντιπάλων της, επειδή είναι βίαια και κακή από τη φύση της, στην "εκφυλισμένη" της εκδοχή, και όχι επειδή απειλείται από την ιμπεριαλιστική περικύκλωση -αυτή δεν υφίσταται- από κάποιον πόλεμο, από κάποιον εχθρό με άμεσες επεκτατικές βλέψεις ή με την ατομική βόμβα αργότερα -αυτήν την χρησιμοποίησαν εξάλλου οι ίδιοι εναντίον του εαυτού τους, στο πλαίσιο του εμφυλίου πολέμου για την εξουσία.

Αυτή είναι μια μόνιμη επωδός-σταθερά πολλών αστικών αναλύσεων που παρουσιάζουν το Στάλιν σατανικό και σκαιό, πιθανότατα λόγω χαρακτήρα, και τους μπολσεβίκους πιθανότατα εκ φύσεως αιμοσταγείς, και όχι επειδή υφίσταται λυσσαλέα ταξική πάλη ή επειδή υπάρχει η μόνιμη απειλή -που δεν έμεινε στη θεωρία, αλλά πέρασε σύντομα και στην πράξη- της ιμπεριαλιστικής απειλής (η οποία αναφέρεται και στο ιστορικό σύμπαν του βιβλίου ως υπαρκτός αλλά όχι ικανός παράγοντας, που ερμηνεύει αλλά δε δικαιολογεί κάποιες επιλογές). Άλλωστε και το βιβλίο φαίνεται σε πολλά σημεία να απευθύνεται σε αντίστοιχο, αστικό κοινό, παρά στον κόσμο του κινήματος, σε όλες τις αποχρώσεις του, που είναι πιο εξοικειωμένος με το ιστορικό πλαίσιο, την ορολογία και το πλαίσιό του, και βασικά είναι το κατεξοχήν κοινό που το αγόρασε.

Όποιος ψάχνει κινηματικό αποκούμπι θα το βρει στην αυτοδιαχειριζόμενη μικρή παροικία, που χτίζεται ως ουτοπία κάπου στη Σιβηρία, παράλληλα με το ιστορικό σύμπαν του βιβλίου και τα θέατρα της εμφύλιας μάχης και σε μια αόριστη υπόσχεση του Ράντεκ, που επιστρέφει στα πράγματα, πως βγήκαν διδάγματα από τα λάθη του παρελθόντος και την επόμενη φορά όλα θα γίνουν καλύτερα.
Θα φροντίσουμε εμείς για αυτό. Τόσο για την επανάσταση, όσο και για το επόμενο αντίστοιχο βιβλίο του, τη σκοπιά του και την ποιότητά του.

Τρίτη 8 Αυγούστου 2017

Βιβλική ανάρτηση ΙΙ

Συνεχίζουμε από εκεί που είχαμε μείνει, και ρίχνουμε μια ματιά στο ευρύτερο αριστεροχώρι και κάποιες εκδόσεις του.

Η ΔΕΑ και το εκδοτικό Red Marks (ενδιαφέρον λογοπαίγνιο) κυκλοφόρησαν φέτος στα ελληνικά μια ογκώδη βιογραφία του Μαρξ, γραμμένη από το Φραντς Μέρινγκ, το σύντροφο της Λούξεμπουργκ και του Λίμπκνεχτ, που πέθανε δύο βδομάδες μετά τη δολοφονία τους, πιθανότατα καταπονημένος από την ήττα της εξέγερσης των Σπαρτακιστών. Μια βιογραφία που ήρθε ως συνέχεια της χρέωσης που ανέλαβε στο SPD να επιμεληθεί της έκδοσης της αλληλογραφίας των Μαρξ-Ένγκελς, αλλά έχει δεχτεί βάσιμη κριτική για κάποια σημεία και εκτιμήσεις της. Στα αξιοσημείωτα πως η κυβερνητική ΕφΣυν έκανε διαγωνισμό μες στο Μάη, όπου τρεις αναγνώστες της κέρδιζαν ισάριθμα αντίτυπα.

Υπάρχει επίσης μια καινούρια έκδοση της μικρής μπροσούρας του Τζόνι Ριντ "πώς λειτουργούν τα σοβιέτ", αλλά κρατάω μια επιφύλαξη, καθώς δεν είμαι σίγουρος αν πρόκειται για το ίδιο εκδοτικό ή για πρωτοβουλία άλλου χώρου.

Ένα άλλο βιβλίο που εξέδωσαν είναι το "Έτος Ένα της Επανάστασης", του Βίκτορ Σερζ, αναρχικού που προσέγγισε για μερικά χρόνια τους μπολσεβίκους και την τρίτη διεθνή και γράφει για τα εμπόδια και τις δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει η επανάσταση, κάτι που υπαγόρευσε σε μεγάλο βαθμό τα μέσα που έπρεπε να μεταχειριστεί απέναντι στους αντιπάλους της. Ο ίδιος ωστόσο δε βρισκόταν στη σοβιετική Ρωσία εκείνη την περίοδο, γι' αυτό προσωπικά βρήκα πιο ενδιαφέρον το "αναμνήσεις ενός επαναστάτη" που έχει κυκλοφορήσει κι αυτό στα ελληνικά.

Το ωραίο της υπόθεσης είναι πως την ίδια ακριβώς ι-ΔΕΑ για την επέτειο είχε και το ΣΕΚ (από το οποίο προέκυψε ως διάσπαση η ΔΕΑ) που εξέδωσε σχεδόν ταυτόχρονα το ίδιο βιβλίο από το δικό του εκδοτικό (Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο). Έτσι μπορεί να δει κανείς τα δύο βιβλία (που είναι ένα) δίπλα-δίπλα σε κάποια βιβλιοπωλεία, σε φάση "βρείτε τις διαφορές".

Παρόμοια περίπτωση με το Βίκτορ Σερζ είναι ο Αλφρέντ Ροσμέρ, αναρχοσυνδικαλιστής και στέλεχος της Προφιντέρν στα πρώτα της βήματα, που έγραψε τη "Μόσχα του Λένιν", αν και ο τίτλος είναι λιγάκι παραπλανητικός, καθώς γράφει ελάχιστα για την καθημερινή ζωή στην πρωτεύουσα της χώρας των Σοβιέτ κι αναφέρεται περισσότερο στην πολιτική του δραστηριότητα, τους μήνες που έμεινε σε αυτήν, μέχρι το θάνατο του Λένιν, κάνοντας σε αρκετές περιπτώσεις εκτενές ρεπορτάζ για διάφορες συνεδριάσεις -κάτι που έχει σαφώς μια σχετική αξία, αλλά και συγκεκριμένο ταβάνι.

Κι αυτό το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο". Κι έχει ένα ενδιαφέρον, γιατί μπορεί οι Σερζ και Ροσμέρ να συμπίπτουν με τους τροτσκιστές στην καταγγελία του "σταλινικού Θερμιδώρ", αλλά στη συνέχεια διαφώνησαν και συγκρούστηκαν και με τον ίδιο τον Τρότσκι.

Περνάμε στο ΚΨΜ, που είχε τις προάλλες εκπτώσεις 50% για φοιτητές και ανέργους (και βασικά για όλο τον κόσμο). Το οποίο είναι κάπως διαφορετικό και ευρύτερο από τις προηγούμενες περιπτώσεις, με την έννοια που το ΝΑΡ είναι ευρύτερο και πιο πολυσυλλεκτικό σε σχέση με τους τροτσκιστές. Το ΚΨΜ εξάλλου έχει πολιτική αναφορά στο ΝΑΡ αλλά δεν ανήκει σε αυτό και είναι κατά μία έννοια το αντίπαλο δέος στο εκδοτικό "Τόπος" στο χώρο της "αριστερής διανόησης". (Παρεμπιπτόντως, από αυτό το εκδοτικό κυκλοφόρησε ένα σύντομο χρονικό της Επανάστασης με τίτλο "Ικάρια Πτήση" και ένα βιβλίο του Χ. Κεφαλή για το Λένιν που κριτικάρει της διαστρεβλώσεις του από "την κυρίαρχη ιδεολογία και το σταλινισμό"...)

Έτσι λοιπόν, μπορεί να δει κανείς σε μια συλλογική έκδοσή του για τα 100 χρόνια της Οχτωβριανής κείμενα του Μαργαρίτη και του Μπογιόπουλου (που συνεργάζονται έτσι κι αλλιώς με το εκδοτικό). Η πολυσυλλεκτικότητα αποτυπώνεται και στα τετράδια με διάφορες μορφές του κομμουνιστικού κινήματος -σαν τις φιγούρες του Λαϊκού Στρώματος για την Κομμουνόπολη- που έχουν από το Λένιν μέχρι τον Γκράμσι και τον Τρότσκι. Αλλά αυτό που κάνει θραύση είναι φυσικά το τετράδιο που έχει το σφο με το μουστάκι, που αφήνει τους άλλους να τρώνε τη σκόνη του.


Στον ίδιο (πολιτικό-εκδοτικό) χώρο μπορεί να βρει κανείς το διπλό αφιέρωμα που κάνουν τα Τετράδια Μαρξισμού (η αντίστοιχη δική τους Κομεπ, αλλά κι αυτή πιο πολυσυλλεκτική) στον κόκκινο Οχτώβρη. Αλλά το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι μάλλον σε αυτά που έρχονται.
-το βιβλίο του Παυλίδη "Ιστορία και Κομμουνισμός" -που υποθέτω πως συνεχίζει από εκεί που είχε σταματήσει στο βιβλίο του για το φαινόμενο της γραφειοκρατίας στην ΕΣΣΔ.
-ένα βιβλίο των Μηνακάκη-Μαυροειδή, που θα λέει τα δικά τους (για ανέκδοτο ιστορικά πλην εκμεταλλευτικό κοινωνικό σχηματισμό).
-και κάτι ακόμα από δική μας σκοπιά (χωρίς εισαγωγικά), που δεν ξέρω όμως αν είναι ανακοινώσιμο ακόμα.

Κάνουμε ευχάριστο φινάλε με λίγη σταλινολογία.
Αυτό το διάστημα κυκλοφόρησε μια βιογραφία της κόρης του σφου με το μουστάκι, Σβετλάνας Αλληλούγεβνα, που είχε φύγει στη Δύση ως αντιφρονούσα, για να επιστρέψει και να ξαναφύγει στη συνέχεια, και έχει γράψει ένα βιβλίο (20 επιστολές σε ένα φίλο) με αρκετές αναφορές στις τρυφερές, προσωπικές στιγμές που είχε με τον πατέρα της (αν τον αγνοείς, σφε αναγνώστη, κοίτα τη φωτό πιο πάνω).

Κυκλοφόρησε επίσης ένα καθαρά αντικομμουνιστικό βιβλίο για τις "τελευταίες μέρες του Στάλιν" του Τζόσουα Ρουμπενστάιν. Μπορείτε να διαβάσετε μια συνέντευξή του σε ελληνική ιστοσελίδα, με φοβερές ερωτήσεις του στιλ:

Ο φόβος που ενέπνεε ο Στάλιν σε οποιονδήποτε βρισκόταν κοντά του φαίνεται να ήταν καθοριστικός στο τέλος της ζωής του, καθώς όπως σημειώνετε έμεινε για ώρες αβοήθητος -αφού κανένας από τους φρουρούς του δεν τολμούσε να μπει στο δωμάτιο του προκειμένου να βεβαιωθεί πως είναι καλά, ενώ και οι γιατροί αρχικά ήταν διστακτικοί στο να τον πλησιάσουν. Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε αυτή την εξέλιξη ως ένα «πλήρωμα του χρόνου» για έναν άνθρωπο που όπως λέτε αντλούσε ικανοποίηση στο να ασκεί φόβο, ενώ παράλληλα τον ενδιέφερε ιδιαίτερα η ασφάλειά του;

Κι επίσης...

Έχοντας μελετήσει σε βάθος τόσο την πορεία, όσο και την ψυχοσύνθεση του Στάλιν, ποια είναι η δική σας ερμηνεία για τόσο αραιές ομιλίες του; Ήταν μία στρατηγική κίνηση ώστε να διατηρηθεί η φήμη της απόλυτης μαρξιστικής αλήθειας πίσω από τα λεγόμενά του, ή θεωρείτε πως υπάρχει και άλλη εξήγηση;


Από τις φωτογραφίες του βιβλίου, όπου Ρώσοι εμιγκρέδες
κερνάνε μπορς για το θάνατο του Στάλιν
Αν το όνομα της δημοσιογράφου σας θυμίζει κάτι, δεν κάνετε λάθος, δεν είναι απλή συνωνυμία. Κάτι που μας δίνει την αφορμή για μια τελευταία βιβλική αναφορά. Ο διευθυντής των ΑΣΚΙ, που κάποτε ήταν στο ρεύμα που γνωρίσαμε (αλλά δεν αγαπήσαμε) κι αργότερα στους θρυλικούς επτά, έγραψε το βιβλίο "κόκκινη Αμερική" (για τους Έλληνες μετανάστες και το όραμα για ένα διαφορετικό κόσμο), που έχει σχέση, τόσο με τη διδακτορική του διατριβή, όσο και με το σενάριο του ντοκιμαντέρ "Ταξισυνειδησία" που υπογράφει ο ίδιος. Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, βρίσκουμε ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, όπου διαβάζουμε πως αυτόν τον καιρό ετοιμάζει το νέο βιβλίο του για την ελληνική αριστερά στον εικοστό αιώνα.
Κι εκεί είναι που σκέφτεσαι πως είναι θαυμάσια ιδέα, κι αυτός ίσως ένα από τα πιο κατάλληλα άτομα για να αναλάβει το θέμα. Αλλά πέντε-έξι χρόνια πριν. Όχι τώρα που είδε το φως το αληθινό και έγινε Συριζαίος...

Υγ: η παραπάνω λίστα είναι σαφώς ενδεικτική κι όχι εξαντλητική...

Κυριακή 5 Μαρτίου 2017

Ο σφος με το μουστάκι και το ποδόσφαιρο

Τις Κυριακές τους άλλοι τις αφιερώνουν στον Κύριο κι άλλοι στο σύγχρονο όπιο του λαού -το ποδόσφαιρο.

Λένε λοιπόν πως όταν εξήγησαν στο σφο με το μουστάκι, που πέθανε σαν σήμερα, τι είναι το ποδόσφαιρο -ένα άθλημα με εικοσιδύο παίκτες που το παρακολουθούν χιλιάδες θεατές στις κερκίδες- αυτός απάντησε πως ο δικός μας στόχος είναι το ακριβώς αντίθετο: χιλιάδες να παίζουν στο γήπεδο και εικοσιδύο να κάθονται στην κερκίδα (πιθανότατα αντεπαναστάτες, που θα έχουν αποβληθεί). Άλλο αν στην Ελλάδα, με το συναρπαστικό πρωτάθλημα και την υψηλή ποιότητα που προσφέρει, είχαμε φτάσει να κόβονται περίπου τόσα εισιτήρια πχ σε κάτι παιχνίδια του Ακράτητου που έπαιζε στην Α' Εθνική.

Κι είναι κρίμα που δε βρήκε ποτέ ο Στάλιν την ευκαιρία να αλληλεπιδράσει με το Λίνεκερ και το δικό του ορισμό για το ποδόσφαιρο -ένα άθλημα που παίζεται με δύο ομάδες από έντεκα παίκτες η καθεμιά και στο τέλος νικάνε πάντα οι Γερμανοί στα πέναλτι- για να χαμογελάσει ειρωνικά και να του πει:
-Γατάκι...

Θα ήταν βέβαια λιγάκι άβολο να παίζουν χιλιάδες μες στο γήπεδο, χαμός στο ίσιωμα κι άγριες καταστάσεις, που θυμίζουν κάπως την πρ(ωτ)όγονη μορφή του αθλήματος -δύο γειτονικά χωριά που κλοτσάν ένα κεφάλι σε διαφορετική κατεύθυνση το καθένα- αλλά παραπέμπουν στον ολοκληρωτικό πόλεμο, όπου δε συμμετέχει απλά ένας στρατός ή μια ομάδα, αλλά όλος ο λαός, ένα σώμα, μια ψυχή.

Κι είναι φυσικό μες στο χαμό να υπάρχουν κάποιες παρεκτροπές, λάθη και μερικές εκκαθαρίσεις-αποβολές για επικίνδυνο παιχνίδι. Μα περισσότερο από το αν ήταν δίκαιες ή άδικες οι κάρτες, το πιο βασικό είναι πως ήταν κόκκινες: αιματηρές, αλλά και στην ουσία τους, πολιτικά μιλώντας (τα εξηγεί ο Βλαντίμιρ Νικάκης στην μπροσούρα του για τις δίκαιες και άδικες κάρτες).

Ο αντίπαλος βρίσκεται πολλές φορές μέσα μας, καμουφλαρισμένος στις γραμμές μας, δένοντας τα κορδόνια του στη σέντρα ή αυτά των συμπαικτών του εν είδει σαμποτάζ. Αλλά ο Στάλιν κατάφερε να τον σβήσει από το γήπεδο -ενίοτε κι από την αναμνηστική φωτογραφία στο κέντρο του γηπέδου.

Αυτή είναι η άγρια ομορφιά του ποδοσφαίρου και της δικτατορίας του προλεταριάτου. Κι ας λένε κάποιοι πως αυτό δεν ήταν σοσιαλισμός, με θέαμα και αρχές, όπου η υψηλή αισθητική θα πηγάζει από κάθε μας ανάσα, κάθε πάσα και κάθε τάκλιν, καθώς θα παίζουμε για τη χαρά του παιχνιδιού και της δημιουργίας, απαλλαγμένοι από τον καταναγκασμό και τη σκοπιμότητα του αποτελέσματος.

Δεν μπορούμε όμως να πηδήσουμε πάνω από την πραγματικότητα -κι ας εφοδεύουμε προς τον ουρανό- όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε αρνητικούς συσχετισμούς, με παίκτη λιγότερο, και 14 καπιταλιστικές χώρες (μια ενδεκάδα συν το διαιτητικό τρίο) να πολιορκούν την εστία μας (που ήταν το 1/6 του γηπέδου). Δεν μπορείς να βγαίνεις πχ φουλ επίθεση για εξαγωγή της επανάστασης κόντρα σε πιο ισχυρό αντίπαλο, γιατί θα είσαι από χέρι χαμένος: καλώς τους τρότσκες, καλώς τα τρία-μηδέν.
Μπορείς όμως να στήσεις πολλά μικρά Στάλινγκραντ, για να εξουδετερώσεις τον εχθρό κι ύστερα να τον χτυπήσεις στις αντεπιθέσεις, ώσπου να καρφώσεις την κόκκινη σημαία στην εστία του.

Όταν παίζεις στο γήπεδο του αντίπαλου, άλλωστε, συνήθως δεν επιβάλλεις τους δικούς σου όρους, αλλά αναγκάζεσαι εν μέρει να τον αντιμετωπίσεις με τα δικά του όπλα. Εκτός κι αν δεν το κρίνουμε σκόπιμο, οπότε χάνουμε άνευ αγώνα, αλλά κρατάμε το αήττητο και την καθαρότητα των ιδεών και της φανέλας, που δεν ίδρωσε ποτέ.

Αν παίρναμε τοις μετρητοίς τις επικρίσεις των εχθρών του σφου με το μουστάκι, θα πιστεύαμε πως είναι μια χρυσή μετριότητα, με φτωχή στρατηγική σκέψη. Ένας δικτάτορας των αποδυτηρίων, που καθάρισε όλους τους βετεράνους (παλιά φρουρά) κι όλους τους καλούς παίκτες, γιατί ήθελε να 'ναι πάνω από όλους και δεν ανεχόταν να απειλούνται τα πρωτεία του. Κι αν έκανε ορισμένες επιτυχίες, είναι γιατί βρήκε έτοιμη, στρωμένη ομάδα από το Βλαδίμηρο. Στην καλύτερη, ήταν απλά ένας καλός τακτικιστής, γνώστης της real-politic, με την οποία κατάφερνε επιμέρους, βραχυπρόθεσμες νίκες, αλλά έβλεπε το στρατηγικό στόχο (πρωτάθλημα) να απομακρύνεται. Ή μπορεί να κέρδιζε κάποιους τίτλους με την ΕΣΣΔ (πρώτη σε διάφορους παραγωγικούς κλάδους κι αργότερα στο διάστημα) αλλά δεν έκανε ποτέ μια πραγματική επανάσταση στο άθλημα, που να αφήσει εποχή και να τη θυμούνται όλοι με θαυμασμό.

Αλά αν ήταν μέτριος -όπως λέει ο Τρότσκι, με τη μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και την αλαζονεία του Ζλάταν και του Κριστιάνο μαζί- κι έφαγε τους καλύτερους (συμ)παίκτες του, θα δυσκολευτούμε πολύ να εξηγήσουμε τα μεγάλα κατορθώματα της ομάδας.
Αν πάλι ήταν τύραννος, κανείς δε θα τον αγαπούσε (για να μιλάμε για οπαδική προσωπολατρία). Θα τον απομόνωναν ή θα αδιαφορούσαν όλοι -όπως οι παίκτες που θέλουν να φάνε τον προπονητή που δεν τους κάνει τα χατίρια. Και τότε θα πέφταμε σε τείχος (του Βερολίνου) προσπαθώντας κάπως να εξηγήσουμε την αυταπάρνηση και το ηθικό με το οποίο πολέμησε ο σοβιετικός λαός τους (αήττητους μέχρι τότε) ναζί. Τότε που γράφτηκε η πιο ωραία ποδοσφαιρική ιστορία όλων των εποχών, με τον αγωνιστικό, συμβολικό θρίαμβο των επίλεκτων της Ντιναμό Κιέβο ενάντια στους καλοθρεμμένους κατακτητές (που οι δυτικοί τη ζήλεψαν τόσο, ώστε την έκλεψαν για να την κάνουν ταινία με δικούς τους πρωταγωνιστές: Σταλόνε, Πελέ, κτλ).

Θα ήταν αδύνατο να εξηγήσουμε το τείχος που στήθηκε μετά τη ΝΕΠ ενάντια στους κουλάκους και τους ανερχόμενους επιχειρηματίες, που απειλούσαν τη σοβιετική εξουσία. Να ερμηνεύσουμε το πώς έμεινε τόσα χρόνια στον ίδιο πάγκο ο σφος με το μουστάκι, πετυχαίνοντας τόσο πολλά. Και κυρίως να εξηγήσουμε το μαζικό κύμα νοσταλγίας των λαών για αυτά τα χρόνια, όσο και αν λειτουργεί -στη ζωή και το ποδόσφαιρο- ο νόμος της εξιδανίκευσης του παρελθόντος, όπου όλα ήταν πιο απλά και τσεκουράτα: από εδώ οι κόκκινοι, από εκεί η λευκή αντίδραση, χωρίς ερυθρόλευκες προσμίξεις.

Κι αν μετά θάνατον επιχειρούν να αποκαθηλώσουν τη θέση του στη συλλογική μνήμη, σβήνοντας το χνάρι του στην ιστορία, δεν καταφέρνουν πολλά. Μπορούν να κατεβάσουν όλα τα αγάλματα, αλλά ο λαός θα θυμάται πάντα τους περίτεχνους τακτικούς ελιγμούς του, που άφηναν άγαλμα τον αντίπαλο. Κι όσο για τη μετονομασία του Στάλινγκραντ (που όλοι το θυμούνται με την ιστορική του ονομασία κι όχι ως Βόλγογκραντ) είναι όπως με την Α' Εθνική -που ακόμα κι οι νεότερες γενιές, που δε ζούσαν στην επανάσταση, δεν τη λένε Σούπερ-Λιγκ ή τις διάφορες αστείες χορηγίες (ΠΑΟ Superfoods, κτλ).

Αντί επιλόγου, μνημονεύουμε μερικούς από τους πιο κλασικούς -ή όχι και τόσο- μουστακαλήδες των γηπέδων.

Πχ ο Νίκος Αναστόπουλος -που όμως τρωγόταν με τα μουστάκια του και σήμερα έχει μείνει μόνο ένα θλιβερό απομεινάρι τους.


Ο θρυλικός Παράσχος, που όλοι τον συγκρίνουν με τον Οτσαλάν.


Το δίδυμο Βάντσικ-Βαζέχα, με το λεπτό μουστάκι της αντεπανάστασης.


Ο Ρενέ Ιγκίτα με το χτύπημα του σκορπιού -που καμιά φορά το στρέφει στον εαυτό του.


Ο Γκούλιτ με τα ράστα κι ο διόσκουρός του Ράικαρντ, που τα έβαλε με το Φέλερ.





Ο Λέσεκ Πις, που αν τον γκουγκλάρεις, βρίσκεις πρώτο αυτό το κομμάτι από το Ρίζο.


Ο Φερνάντο Σάντος στα νιάτα του, με το κλασικό μουστάκι της μεταπολίτευσης.


Ο Ευγένιος Γκέραρντ, ο μακαρίτης Παθιακάκης, ο Μαντζουράκης...



Όχι Λάμπρο Χούτο, δεν κάνει έτσι
επειδή του μυρίζουν τα χνώτα του...
Και μια σειρά άλλοι, που περιμένουν τη βάση του μπλοκ να τα συμπληρώσει.

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2016

Τα χαρτάκια της Γιάλτας

(που δεν ήταν καν στη Γιάλτα, αλλά δε βαριέσαι)

Όταν ακούει κανείς χαρτάκια, το πρώτο πράγμα που (οφείλει να) του έρχεται στο μυαλό, είναι η Panini και τα αυτοκόλλητα με τους ποδοσφαιριστές. Όχι η Γιάλτα και η μοιρασιά του κόσμου. Άσε που εκεί δε θα μπορούσες πχ να πεις "έχω διπλή την Ελλάδα, την ανταλλάζεις με τη Γιουγκοσλαβία;" Κι αν όλα αυτά μοιάζουν κάπως παιδιάστικα, είναι για να ταιριάζουν με την ιστορία* με τα χαρτάκια, που διηγείται ο Τσώρτσιλ στα απομνημονεύματά του (*θα έλεγα "αφήγηση" αλλά τότε δεν ήταν της μόδας, ακόμα, αυτός ο "υπέροχος" νεολογισμός).

Από τους βασικούς πρωταγωνιστές της διάσκεψης του 45'
Υπάρχει το συγκεκριμένο γεγονός πως ο Τσώρτσιλ γράφει αυτή την ιστορία μετά το θάνατο του Στάλιν (που δεν μπορεί να διαψεύσει τίποτα από τον τάφο του), μια εκδοχή που δεν επιβεβαιώνεται από τους Σοβιετικούς, ούτε από κάποιο επίσημο, διπλωματικό έγγραφο -κι είναι σίγουρο πως θα το είχαν κάνει παντιέρα, αν είχαν κάτι τέτοιο στη διάθεσή τους. Αλλά μην αφήνεις ποτέ μια ασήμαντη λεπτομέρεια, όπως τα γεγονότα, να σου χαλάσει μια ωραία ιστορία (ή Ιστορία). Εδώ εξάλλου οι πιο πολλοί έχουν συνδέσει τα χαρτάκια με τη διάσκεψη της Γιάλτας, το Φλεβάρη του 45' -λίγες μέρες πριν υπογραφεί η συμφωνία της Βάρκιζας στα καθ' ημάς- που ήταν τριμερής, με τη συμμετοχή του Ρούσβελτ. Ενώ η περιβόητη συνάντηση Τσώρτσιλ-Στάλιν έγινε τον Οκτώβρη του 44, στη Μόσχα (έλα μωρέ, πού κολλάς κι εσύ τώρα...)

Η βασική πτυχή που προβάλλεται, είναι ο κυνισμός και η ανηθικότητα των Μεγάλων Δυνάμεων και των ηγετών τους, που μοίραζαν τον κόσμο σε σφαίρες επιρροής, σαν μια παρτίδα χαρτιά -ή μάλλον χαρτάκια. Το εκπληκτικό της υπόθεσης είναι πως αυτή η υπεροχή φαίνεται να πλήττει μονόπλευρα, αν όχι αποκλειστικά, το κύρος και την εικόνα των Σοβιετικών, και δευτερευόντως ή καθόλου των Βρετανών, που -θεωρητικά- έκλεισαν μαζί τους τη συμφωνία. Πώς εξηγείται όμως αυτή η επιλεκτική ευαισθησία;

Μια πιθανή εξήγηση είναι πως τείνουμε να κρίνουμε το σύνολο από την περίπτωση της Ελλάδας. Η δική μας πλευρά ομφαλοσκοπεί, αναστοχάζεται για τα αίτια της ήττας, ψάχνει να βρει ενόχους και αποδιοπομπαίους τράγους για να τους φορτώσει το βάρος της ευθύνης. Κάποιοι εξοργίζονται με την "προδοτική στάση" των Σοβιετικών, ενώ άλλοι θεωρούν λογικό πως ο Στάλιν θυσίασε ένα πιόνι στη διεθνή σκακιέρα -δεν τον κατηγορούν δηλ γι' αυτό, αλλά το παίρνουν ως δεδομένο.

Η άλλη πλευρά αντιθέτως, όχι απλά δεν ενοχλήθηκε από την επέμβαση των Άγγλων, αλλά τους αντιμετωπίζει ως σωτήρες και τους ευγνωμονεί -γι' αυτό κι αφιέρωσε το άγαλμα της προμάχου Αθηνάς στο Πεδίο του Άρεως στους Βρετανούς μαχητές, που "υπερασπίστηκαν" την πατρίδα, και βασικά τα συμφέροντα της πλουτοκρατίας, από τον "κομμουνιστικό κίνδυνο".

Αυτό σημαίνει άραγε πως αν ξεφύγουμε, εμείς από τη δική μας πλευρά (που με την ευρεία έννοιά της  ως Αριστερά μπορεί να εννοεί και τους/ορισμένους άλλους), θα δικαιώσουμε τους σοβιετικούς για την καθοριστική παρουσία του Κόκκινου Στρατού για την εγκαθίδρυση των Λαϊκών Δημοκρατιών στην Ευρώπη; Κι ότι οι άλλοι -που βασικά περιλαμβάνουν και κάποιους από "εμάς", με τη διασταλτική έννοια- καταδικάζουν πχ τους Άγγλους για τη μοιρασιά που έκαναν και τις χώρες που άφησαν στα "νύχια των κομμουνιστών"; Όχι ακριβώς.

Βασικά πολλοί από αυτούς που αναρωτιούνται γιατί δεν έδωσαν αποφασιστική βοήθεια στο ΕΑΜ οι Σοβιετικοί, στέκουν (τουλάχιστον) κριτικά στον καταλυτικό ρόλο που είχε ο Κόκκινος Στρατός σε άλλες χώρες. Ενώ την ίδια ακριβώς καταδίκη των Σοβιετικών θα δούμε κι από την άλλη μεριά (που όλως τυχαίως συμπίπτει με την κρίση κάποιων από τη "δική μας") για την επιβολή των κομμουνιστών στις -υπό συγκρότηση- ΛΔ. Κι ας μην έγιναν εκεί Δεκεμβριανά ή άλλα αντίστοιχης σημασίας κι εμβέλειας γεγονότα, με εξωτερική στρατιωτική επέμβαση.

Το πιο εκπληκτικό (πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο) όμως που εξηγεί και τις επιλεκτικές ευαισθησίες, είναι η παράξενη λειτουργία αυτού του συμψηφισμού. Οι ιμπεριαλιστές τη γη ξαναμοιράζουν και οι επεμβάσεις τους, ο διπλωματικός τους μακιαβελισμός, κτλ, δεν εκπλήσσει κανέναν. Πρόβλημα και "ζήτημα ηθικής" εγείρεται μόνο για τους Σοβιετικούς, που κλείνουν συμφωνίες (πότε με τον Ρίμπεντροπ, πότε με τον Τσώρτσιλ) αποκτούν ανθρώπινη μορφή (βλέπε Φάρμα των Ζώων), ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά, κτλ. Αυτό όμως είναι απλώς η πρώτη φάση.

Η δεύτερη φάση του συμψηφισμού, στη λογική των δύο άκρων, είναι πως δεν κρατά ίσες αποστάσεις αλλά επιλέγει ξεκάθαρα πλευρά. Όταν κάποιος βάζει στο ίδιο τσουβάλι κι εξομοιώνει τους φασίστες και τους κομμουνιστές, δε ρίχνει απλώς αντικομμουνιστική λάσπη, αλλά αθωώνει και νομιμοποιεί έμμεσα τους φασίστες. Όταν το αχτύπητο δίδυμο Καλύβα-Μαραντζίδη (κι όχι μόνο) μιλάει για την κόκκινη τρομοκρατία του ΕΑΜ, δεν το κάνει για να την εξισώσει απ΄λα με τους δωσίλογους και τους ναζί, αλλά για να δικαιολογήσει και να βγάλει στον αφρό τη δική τους τρομοκρατία -που έρχεται ως απάντηση, όπως εξάλλου και τα αντίποινα των αγαθών κατακτητών.

-Εσείς όμως (δηλ εμείς, με την κυριολεκτική έννοια) αρνείστε την ουσία της υπόθεση; Αρνείστε πως υπήρξαν συγκεκριμένες ζώνες, σφαίρες, περιοχές, όπου έδρασε καταλυτικά η στρατιωτική παρουσία της μιας ή της άλλης δύναμης; Κι αν όχι, ποιο είναι λοιπόν το πρόβλημα με τα χαρτάκια που αναφέρει ο Τσώρτσιλ; Τι σημασία έχει αν ήταν χαρτάκι, ραβασάκι, συμφωνία κυρίων ή κάτι άλλο;

Καταρχάς αυτό που υπήρχε ήταν ζώνες πολεμικών-στρατιωτικών επιχειρήσεων των συμμαχικών δυνάμεων -κάτι αναπόφευκτο στα πλαίσια της συμμαχίας τους. Προφανώς και διαδραμάτισαν πολύ σημαντικό ρόλο για την κατοπινή εξέλιξη, αλλά δεν την προκαθόρισαν.
Αυτό που υπονοεί ουσιαστικά η εκδοχή με τα χαρτάκια είναι πως οι Σοβιετικοί δεν είχαν το ρόλο του απελευθερωτή, αλλά του νέου καταπιεστή που αντικατέστησε, σε κάποιες χώρες, το γερμανικό ζυγό. Και πως οι μεγάλοι έπαιξαν στις πλάτες των λαών κι όρισαν τη μοίρα τους, ακυρώνοντας κάθε άλλη βούληση ή σχεδιασμό, κάθε αγώνα που στόχευε σε ένα διαφορετικό αποτέλεσμα. Τα Δεκεμβριανά πχ δεν είχαν κανένα απολύτως νόημα κι ήταν ένας τυχοδιωκτισμός ή στην καλύτερη, μια μπανανόφλουδα που πάτησε το ΚΚΕ.

Τι τον θέλατε το Δεκέμβρη, αφού είχε γίνει η μοιρασιά και ήταν τελειωμένη υπόθεση;
Σε αυτήν την εκτίμηση καταλήγουν, με διαφορετικές αποχρώσεις, διατυπώσεις, αλλά με θαυμαστή συνέπεια και σύμπτωση απόψεων, οι αναλυτές όλου του αστικού φάσματος, δεξιοί και "αριστεροί". Κι ο παραπάνω συμψηφισμός τους χρησιμεύει, αφενός για να μειώσουν την ανεκτίμητη προσφορά των Σοβιετικών στην αντιφασιστική νίκη των λαών, αφετέρου για να βγάλουν άσκοπο, αχρείαστο και βασικά λάθος τον ηρωικό αγώνα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Λάθος το κλείσιμο της προδοτικής συμφωνίας, χαζομάρα όμως και λάθος το αντιπάλεμα όσων -υποτίθεται πως- προέβλεπε.
Η λογική παραδίδει τα όπλα, σαν αφοπλισμένο τάγμα.

Αντί επιλόγου, μια απλή σημείωση, που αρκεί νομίζω να ανατρέψει το παραπάνω σαθρό σκεπτικό και να δείξει πως η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη από τα χαρτάκια και τις παιδιάστικες αντιλήψεις.
Το διαβόητο χαρτάκι (υποτίθεται πως) ανταλλάχτηκε κατά τη συνάντηση στη Μόσχα, τον Οκτώβρη του 44'. Τον ίδιο μήνα δηλ που απελευθερωνόταν η Ελλάδα, ενώ το ΕΑΜ είχε ήδη υπογράψει τις συμφωνίες του Λίβανου και της Καζέρτας, που είχαν δρομολογήσει σε μεγάλο βαθμό τις κατοπινές εξελίξεις.

Άραγε πιστεύει κανείς πως αν το ΕΑΜ δε δεσμευόταν από αυτές τις συμφωνίες και τις αντιφάσεις της στρατηγικής του, αν καταλάμβανε de facto την εξουσία, ως η βασική αντιστασιακή δύναμη και ψυχή της απελευθέρωσης, τα πράγματα θα είχαν εξελιχθεί με τον ίδιο τρόπο; Ή ότι θα βάραινε στη ζυγαριά το "χαρτάκι" που διηγείται ο Τσώρτσιλ;
Τροφή για σκέψη και προβληματισμό...

Κυριακή 21 Αυγούστου 2016

Ο Στάλιν, η Τουρκία και το φεγγάρι

Σήμερα η κε του μπλοκ κινήθηκε σε ρυθμούς θερινής ραστώνης. Για να μη μείνει λοιπόν κενή η μέρα, αντιγράφω ένα μικρό ιστορικό ανέκδοτο, με πρωταγωνιστή το σύντροφο με το μουστάκι.

Το 1952, ο πρέσβης της Τουρκίας στη Μόσχα, διαμαρτυρήθηκε στη σοβιετική κυβέρνηση, γιατί μια ποδοσφαιρική ομάδα της Αρμενίας είχε την ονομασία "Αραράτ", όνομα του βουνού που ένα τμήμα του ανήκει και στην Τουρκία. Και ο Στάλιν του απάντησε με χιούμορ:
-Μα και το φεγγάρι ανήκει σε όλο τον κόσμο, αλλά εσείς το κάνατε σύμβολο στη σημαία σας...

Και δεν ήξερε καν τότε πως θα φτάναμε πρώτοι στη σκοτεινή πλευρά του. Άσε που κατά μία έννοια κι εμείς το είχαμε στη σημαία μας...


Αντέγραψα το παραπάνω απόσπασμα από το προλεκάλτ βιβλίο του Λάμπρου Μάλαμα "το χρονικό της άλωσης του Υπαρκτού Σοσιαλισμού", που ίσως παρουσιαστεί σε κάποια προσεχή ανάρτηση (μην το πάρετε όμως, εκτιμώ πως δεν αξίζει τον κόπο και τα λεφτά του).


Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

Το μήλο της έριδος

Αν περάσετε αυτές τις μέρες από την Πολιτεία, νομίζω πως μπορείτε να βρείτε σε πολύ καλή τιμή-προσφορά (11 ευρώ περίπου και τα δύο μαζί) τα βιβλία των δύο κατά σειρά επικεφαλής της αγγλικής αποστολής στην Ελλάδα, στα χρόνια της φασιστικής κατοχής: την "Ελληνική περιπλοκή" του Έντι Μάιερς και "το μήλο της έριδος" του Κρις Γουντχάουζ, που είναι πιο ογκώδες και πιο διεισδυτικό από το πρώτο.

Το βιβλίο του Μάιερς είναι κυρίως βιωματικό, θυμίζοντας σε πολλά σημεία ημερολόγιο, με αρκετές χοντροκομμένες μονομέρειες και χωρίς ιδιαίτερη αξία κατά τη γνώμη μου. Παρουσιάζει όμως κάποιο ενδιαφέρον, γιατί ναι μεν παραδέχεται την καταλυτική, πρακτική σημασία της ελληνικής αντίστασης (που μεταξύ άλλων εξασφάλιζε και τη σχετικά απρόσκοπτη μετακίνηση των Άγγλων πρακτόρων στα εδάφη της ελεύθερης Ελλάδας), εκθέτει δε χωρίς προσχήματα τον αντικομμουνισμό και την αρνητική διάθεση του απέναντι στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ (παρά την αντίθετη εντύπωση περί μιας πιο διαλλακτικής του στάσης, που δημιουργούν κάποιες πηγές), και βρίσκεται παρόλα αυτά στη θέση του απολογούμενου, ακριβώς για αυτό το ζήτημα, δηλαδή ως συμπαθών προς το ΕΑΜ, επειδή η βασική αποστολή που 'χε να φέρει εις πέρας, ήταν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά των ναζί και καταλάβαινε πολύ καλά πως η εκπλήρωσή της εξαρτιόταν κυρίως απ' το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, τη μόνη αντιστασιακή δύναμη με αξιόλογη μαχητική ικανότητα και την (ελεγχόμενη και πάντα μεροληπτική, σε σχέση με τον ΕΔΕΣ του Ζέρβα) ενίσχυσή του με πολεμοφόδια.

Στο μήλο της έριδος, ο Γουντχάουζ αντικρούει έναν παρεμφερή ισχυρισμό-κατηγορία*, ότι δηλ οι Άγγλοι πριμοδότησαν κι ευνόησαν τάχα το ΕΑΜ στη διανομή της συμμαχικής ενίσχυσης. Το βιβλίο του δε στερείται χοντροκομμένων εκτιμήσεων και παραποιήσεων, είτε για το κομμουνιστικό κίνημα, είτε για τους... αγαθούς σκοπούς του Μεταξά (που ήθελε να κάνει την Ελλάδα σύγχρονο, προηγμένο κράτος, αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το έργο του, για να κριθεί ως προς αυτό -πέρα από την καταδίκη του μέσου που χρησιμοποίησε) και για τους ταγματασφαλίτες, που τυπικά δεν παραβίασαν κανένα συνταγματικό νόμο κι οδηγήθηκαν εκεί χωρίς να έχουν βαθύτερη συνείδηση των έργων τους, ή πιο απλά γιατί δεν τους άφησε άλλη επιλογή η κόκκινη τρομοκρατία του ΕΑΜ.

(*Στη μυθολογία της Δεξιάς υπάρχει μια ιστορία, σύμφωνα με την οποία "κατά την οργάνωση των ανταρτικών ομάδων, το ΚΚΕ εβοηθήθη υπό των Βρεταννών πολύ περισσότερον, εν συγκρίσει με τας άλλας ομάδας, με όπλα, χρήματα, παντός είδους υλικόν και βρεταννούς καθοδηγητάς. Και μια άλλη σύμφωνα με την οποία κατά τις διασκέψεις που λάβαιναν χώρα στο Κάιρο στη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής "οι ηγέται των κομμονιστών μετεφέροντο εις Αίγυπτον με επίσημον βρεταννικήν βοήθειαν, ενώ οι επικεφαλής των μη κομμουνιστικών αντιστασιακών ομάδων ήσαν υποχρεωμένοι να εξευρίσκουν μόνοι των τον τρόπον της μετάβασής των εκεί, οσονδήποτε επικίνδυνον και αν ήτο το εγχείρημα". 
Τσακαλώτος, 40 χρόνια στρατιώτης της Ελλάδος)

Προσπερνώντας όμως αυτό το σκεπτικό, που αποτελεί τη βάση της επιχειρηματολογίας των Καλύβα, Μαραντζίδη και του σύγχρονου αναθεωρητικού ρεύματος, υπάρχουν κάποια ενδιαφέροντα σημεία, στο εισαγωγικό σημείωμα του Γουντχάουζ για την ελληνική έκδοση (γραμμένο τρεις δεκαετίες μετά από την πρώτη κυκλοφορία του έργου στα αγγλικά), τα οποία είναι αρκετά εύστοχα και δείχνουν ότι η αντίληψή του, με το συγκεκριμένο πρίσμα και τους δεδομένους περιορισμούς, είναι παρόλα αυτά πιο σφαιρική, αντικειμενική και βασικά επιστημονική, συγκριτικά με τα εύκολα, απλοϊκά σχήματα και τους μύθους με τους οποίους τρέφεται ένα κομμάτι της αποκαλούμενης ριζοσπαστικής αριστεράς

Θα ξεκινήσουμε με ένα απόσπασμα, που επιβεβαιώνει από την ιστορική πείρα κάτι που δύσκολα γίνεται αποδεκτό, ως κοινή βάση συζήτησης: ότι δηλαδή στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα υπήρχε διαπάλη, σύγκρουση διαφορετικών απόψεων, πρωτόβουλο πνεύμα από τα διάφορα εθνικά τμήματα της Κομιντέρν. Το απλοϊκό σχήμα με το Στάλιν να κινεί τα νήματα σαν οργανοπαίκτης και τα ΚΚ να περιορίζονται στο ρόλο της μαριονέτας, μπορεί να είναι εξαιρετικά δημοφιλές, αλλά δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική.

Σε μερικές υποθέσεις, οι εσφαλμένες υποθέσεις συνεπάγονται πραγματικά λάθη στην εκτίμηση της περιόδου που καλύπτει το Μήλο της Έριδος. Το βιβλίο δόθηκε στη δημοσιότητα λίγες βδομάδες πριν από τη διαφωνία Τίτο και Στάλιν, που εκδηλώθηκε δημόσια στα μέσα του 1948. Το ενδεχόμενο αυτό δε μου είχε καθόλου περάσει από το μυαλό. Πίστευα ότι το κομμουνιστικό μπλοκ ήταν τόσο συμπαγές, όσο παρουσιαζόταν πως είναι. Αναδρομικά είναι φανερό ότι η διάσταση ανάμεσα στα κομμουνιστικά κόμματα των Βαλκανικών χωρών, καθώς κι ανάμεσα σ' αυτά και τη σοβιετική κυβέρνηση ήταν ήδη πραγματικότητα από τότε. Αναδρομικά επίσης, καθαρότερα φαίνεται και η διάσπαση μεταξύ του Ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΚΚΕ) και του Εθνικοαπελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ).

Στο βιβλίο του βέβαια, ο Γουντχάουζ παρουσιάζει τους κομμουνιστές να ελέγχουν απόλυτα το ΕΑΜ και τις υπόλοιπες μετωπικές συσπειρώσεις, αλλά ας αναγνωρίσουμε τουλάχιστον την εντιμότητά του να παραδεχτεί το λάθος του. Σπεύδει πάντως να δηλώσει ότι η διάσταση αυτή πιθανόν να μπορούσε να γίνει αντιληπτή, αλλά "οι κομμουνιστές είναι πολύ επιδέξιοι στο να κρύβουν τα μυστικά τους".

Στη συνέχεια, ο Γουντχάουζ αναφέρεται ειδικά στο μύθο ότι ο εμφύλιος έγινε κατά παραγγελία του Στάλιν και των σοβιετικών, που επιδίωκαν να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα. Είναι πολύ πιθανό να επιδιώκει βέβαια κάποιου είδους συμψηφισμό και διαγραφή των ευθυνών των Άγγλων για το ματοκύλισμα του ελληνικού λαού, αλλά ακόμα κι αν το δεχτούμε αυτό, βλέπει πολύ πιο σφαιρικά και επιστημονικά τα γεγονότα από πολλές εύκολες, αφοριστικές απόψεις του συρμού, που βρίσκουν συχνά "αριστερή, ιδεολογική κάλυψη".

Από την άλλη μεριά, υποστηρίζεται ότι η υποτροπή της σύγκρουσης, με τον "τρίτο γύρο" του 1946, οφείλεται σε εσκεμμένη πρωτοβουλία του Στάλιν.  (...) Εντούτοις, τα πραγματικά γεγονότα, στο θέμα αυτό, αποδείχνουν ότι ο Στάλιν όχι μονάχα δεν επεδίωξε την ανταρσία στην Ελλάδα εκείνη την εποχή, αλλά την αποδοκίμαζε κιόλας (Κούσουλας, Revolution and Defeat). 
Ο πειρασμός να πιστέψει κανείς τέτοιους μύθους είναι μεγάλος. Εξηγούν ικανοποιητικά όλα τα φαινόμενα και το μόνο τους μειονέκτημα είναι πως δεν ταιριάζουν με τα πραγματικά γεγονότα που ήρθαν στο φως τριάντα χρόνια αργότερα. Συγκρινόμενα με τη λογική απλότητα αυτών των θεωριών, τα γεγονότα είναι αφάνταστα πιο περίπλοκα. Δεν υπάρχει πειστική απάντηση λογουχάρη για τα δυο βασικά αινίγματα του 1944: αν το ΚΚΕ σκόπευε να καταλάβει δυναμικά την εξουσία, γιατί δεν το αποφάσισε την πιο κατάλληλη στιγμή, όταν αποχωρούσαν οι Γερμανοί; Και αν δεν ήταν αυτός ο αρχικός του σκοπός, τι το έκαμε να αλλάξει γνώμη και να το αποφασίσει στην πιο ακατάλληλη στιγμή, το Δεκέμβρη του 1944; Είναι εύκολο τώρα να πούμε με κάποια βεβαιότητα ότι οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα δε βρίσκονται στις συνωμοσίες του Τσώρτσιλ ή του Στάλιν. Το πιο πιθανό είναι πως βρίσκονται στη σύγχυση, την αναποφασιστικότητα, τις παρεξηγήσεις και τις διχασμένες γνώμες όλων των πλευρών. Αναγνωρίζω ωστόσο ότι αυτή η μη ευφάνταστη εκδοχή δεν μπορεί να εκτοπίσει κανέναν από τους δημοφιλείς μύθους.

Η υπογράμμιση στο παραπάνω απόσπασμα είναι δική μου.

Αξίζει τέλος να παραθέσουμε ένα ακόμα απόσπασμα αυτής της εισαγωγής για το Ζέρβα, τον οποίο υπερασπίζεται με πάθος στο βιβλίο του ο Γουντχάουζ, αλλά αναγκάζεται να αναδιπλωθεί κάτω από το βάρος των ίδιων των γεγονότων και των στοιχείων που ήρθαν στην επιφάνεια.

Είναι πλέον φανερό, από τα έγγραφα της SOE, ότι ο Ζέρβας εκβιάστηκε ουσιαστικά για να βγει στο βουνό το 1942. Και είναι φανερό επίσης από τα γερμανικά έγγραφα ότι έκανε μυστική ανακωχή με τις δυνάμεις Κατοχής ανάμεσα στο Νοέμβρη του 1943 και τον Αύγουστο του 1944.

Σπεύδει να συμπληρώσει βέβαια ότι είναι σκληρό να τον κρίνουμε μεταθανάτια και να προσθέσει ότι "η πρώτη κατηγορία αντανακλά μάλλον τη δυσπιστία της SOE παρά του Ζέρβα", ενώ "η δεύτερη δε συνεπάγεται αναγκαία ότι οι Γερμανοί επωφελήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο από την ανακωχή". Το πώς και το γιατί για αυτό το τελευταίο, ομολογώ πως δύσκολα το καταλαβαίνει κανείς και δεν μας το εξηγεί παραπέρα κι ο Γουντχάουζ. Αυτή η τοποθέτηση όμως αναιρεί μεγάλο κομμάτι της ανάλυσης που ακολουθεί στο βιβλίο του για τον υψηλό προστατευόμενό του.

Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου αρχίζει με μια ρήση του Α. Χέρμπερτ

Όταν ακούω να λένε ότι ο Έλληνας πολιτικός κ. Πόπουλος βρίσκεται λίγο προς τα αριστερά του κ. Σκοπόπουλου, δεν καταλαβαίνω τι εννοούν. Δεν καταλαβαίνω τουλάχιστον περισσότερο απ' όσο θα καταλάβαινε κάποιος που ζει στο φεγγάρι.

Η οποία έχει πολύ ζουμί. αλλά ας την κρατήσουμε κάβα για κάποια επόμενη ανάρτηση.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Σπέρνει εφιάλτες

Οφειλόμενες απαντήσεις, με αφορμή ένα σημείωμα.

Δεν εννοώ αυτό του Άναυδου, που δημοσιεύτηκε εδώ, αλλά δύο άλλα κείμενα, που γράφονται για το Ατέχνως (1 και 2) και ξεσήκωσαν διάφορες αντιδράσεις στο προφίλ του περιοδικού στο ΦΒ -πού να είχαμε δηλαδή και σχόλια- επιβεβαιώνοντας τα εξαρτημένα αντανακλαστικά που έχει αναπτύξει μια μερίδα κόσμου στο άκουσμα και μόνο του σφου με το μουστάκι.

Μα γιατί μπορεί να εξεγείρονται με έναν ιστορικό ηγέτη, που έχει εγκαταλείψει τα εγκόσμια εδώ και 63 χρόνια; Φταίει μόνο η άγνοια και η αστική προπαγάνδα που καλύπτει το κενό; Φταίνε τα δικά του λάθη ή η ελλιπής αυτοκριτική από τη δική μας πλευρά; Μήπως ψάχνουν λόγο για να εξεγερθούν και δεν το βρίσκουν; Ή μήπως φταίει το ακριβώς αντίθετο κι ο φόβος μπροστά στην εξέγερση;

Καταρχάς, όπως έχει πει ο Κάππος, ο Στάλιν δε θάφτηκε στα Ιεροσόλυμα, για να το φοβούνται τόσο πολύ οι πολέμιοί του. Που σημαίνει ότι δεν πρόκειται να νεκραναστηθεί -ούτε καν στη σοσιαλιστική Δευτέρα Παρουσία, όπως λένε κάποιοι χωρίς να δέχονται καν την πρώτη παρουσία. Και δε θα φέρει μαζί του, σαν κτερίσματα, τις συνθήκες της εποχής του, για να ακολουθήσει τον ίδιο ακριβώς δρόμο ή μάλλον τα ίδια βήματα μια πιθανή νικηφόρα επανάσταση στο (ελπίζουμε όχι πολύ μακρινό) μέλλον. Τα ιστορικά διδάγματα δεν είναι εξάλλου παρτιτούρες, για να βρούμε τη μουσική της κοινωνίας του μέλλοντος. Κι αυτό που μοιάζει στην εποχή μας σαν φάλτσα νότα, μπορεί να ήταν υποχρεωτική πορεία για τους επαναστάτες μιας παλιότερης εποχής.

Η αντιδιαλεκτική σκέψη που συνηθίζει να αποσπά τα πρόσωπα από τις συνθήκες που τα γέννησαν και διαμόρφωσαν τη στάση τους, να μην κρίνει κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο Γκορμπατσόφ τον Αύγουστο, σαν το "πραξικόπημα του 91'") είναι από τα πιο συχνά, διαδεδομένα λάθη στην ιστορική αποτίμηση. Στο οποίο υποπίπτουν πολλές φορές προσεγγίσεις και από τη δική μας πλευρά.

Υπάρχει όμως και μια γενική διαχρονική πλευρά της σταλινικής περιόδου, που αφορά τις νομοτέλειες της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, τα σπαράγματα του παλιού που πεθαίνει -και σε αντίθεση με το Στάλιν, μπορεί να "νεκραναστηθεί" και να ανακάμψει, αν βαλτώσει η οικοδόμηση- και τη βίαια αντίδραση των δυνάμεων της αντίδρασης, την οξύτητα της ταξικής πάλης που αναπτύσσεται.

Αν λοιπόν κάποιοι τρέμουν ή απεχθάνονται αυτή τη σφοδρότητα, το επαναστατικό πέρασμα στη νέα εποχή και τη δικτατορία του προλεταριάτου ως απαραίτητο εργαλείο για αυτήν, δεν υπάρχει κάτι που να μπορούμε να τους εγγυηθούμε, για να τους καθησυχάσουμε. Και δε νομίζω πως πέφτει κανείς έξω αν υποθέσεις πως αυτές οι σχεδόν μαγνητοφωνημένες αντιδράσεις (για τον αιμοσταγή δικτάτορα και τα εκατομμύρια θύματα του σταλινισμού) εκφράζουν μεταξύ άλλων το φόβο του μικροαστού μπρος στην επανάσταση, τις δυσκολίες της, την όξυνση των αντιθέσεων και τον βίαιο τρόπο επίλυσής τους. Για αυτό στρέφονται παραδοσιακά στις εύκολες εκλογικές αυταπάτες και τη δημοκρατική ουτοπία μιας ειρηνικής μετάβασης, χωρίς ρήξεις και εξαλλοσύνες, όπου η κυρίαρχη τάξη θα μας παραδώσει συναινετικά την εξουσία (χωρίς zerbrechen κι ακραίες λενινιστικές εκδηλώσεις) καθώς και το σχοινί για να την κρεμάσουμε -αλλά εμείς θα το χρησιμοποιήσουμε ως παιδικό παιχνίδι, παίζοντας σχοινάκι

Αυτό ακριβώς ήταν πάντως ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα των μπολσεβίκων (και) στα χρόνια του Στάλιν. Οι πολύ ισχυροί δεσμοί με τις λαϊκές μάζες που ατσαλώθηκαν σε μια σειρά σκληρών ταξικών αγώνων και η ενεργός συμμετοχή-στήριξή τους στα επίμαχα μέτωπα της εποχής: από τον άθλο της κολεκτιβοποίησης ως τη μεγάλη αντιφασιστική νίκη και το τσάκισμα της (ως τότε αήττητης) ναζιστικής πολεμικής μηχανής. Χωρίς αυτόν το λαϊκό παράγοντα, κανένας... δικτάτορας δε θα μπορούσε να σταθεί και να ξεπεράσει τόσους σκοπέλους, και προφανώς καμία ΔτΠ, χωρίς το ιστορικό υποκείμενο που την ενσαρκώνει.

Πολλοί "παροικούντες τη Ιερουσαλήμ" -όπου πάντως δε θάφτηκε ο Στάλιν- αρχίζουν άλλο γνωστό τροπάριο (όχι της Κασσιανής) για το μεσσιανισμό του προλεταριάτου (που η ιστορική αποστολή του αντικαθιστά τον περιούσιο λαό), την κομμουνιστική ορθοδοξία και την προσωπολατρία στα όρια της αποθέωσης του Πατερούλη ημών. Είναι βέβαια αρκετά αστείο να στηλιτεύουν την προσωπολατρία -που ερμηνεύεται κι εν μέρει δικαιολογείται ως φαινόμενο της εποχής- όσοι δαιμονοποιούν το Στάλιν, αγιοποιώντας τον απ' την ανάποδη. Και να ειρωνεύονται τη "θρησκευτική" αφοσίωση των σφων στο κόμμα, τον αγώνα και τις ανάγκες του, αυτοί που περιμένουν μεταφυσικά να αλλάξει κάτι, χωρίς να κουνήσουν το δαχτυλάκι τους και γενικά το χέρι τους, μαζί με την Αθηνά.
Μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουν ίσως κάποιο θάμα... Και είναι έτοιμοι να πιστέψουν και να ψηφίσουν τον επόμενο προφήτη, που θα τους ξεγελάσει κάνοντας εμπόριο ελπίδας.

Υπάρχει βέβαια η απολογία του Μπελογιάννη και η γνωστή διαφορά που εντοπίζει στη θυσία των κομμουνιστών -που μοιάζει με αυτή των πρώτων χριστιανών, αλλά αυτοί πίστευαν πως θα πάνε στον παράδεισο και στη μεταθανάτια ζωή. Αλλά τι να μας πει κι αυτός ο σταλινικός...

Υπάρχουν δύο ακόμα σημεία, που θα τα περάσω με μια απλή αναφορά, για να μη ξεφύγει σε έκταση το κείμενο.
Το πρώτο έχει να κάνει με τη θρησκευτική εξιδανίκευση του σφου με το μουστάκι, που κάθε άλλο παρά ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον την κριτική προσέγγιση των κομμουνιστών σήμερα, που μελετάνε την ιστορική πείρα και βγάζουν πολύτιμα συμπεράσματα. Και είναι τότε ακριβώς που το κλαδί λυγίζει από την ανάποδη κι αρχίζουν οι κραυγές περί προδοσίας και τροτσκιστικού ολισθήματος.

Το δεύτερο είναι σχετικά με την αντικειμενική προσέγγιση των γεγονότων. Τα γεγονότα μπορεί να είναι δεδομένα, το θέμα είναι όμως πώς θα τα ερμηνεύσει κανείς και ποια πτυχή θα προτάξει σε αυτή την ερμηνεία.
Σε κάθε περίπτωση τα τελευταία κρούσματα αντισταλινισμού είναι τόσο χυδαία κι αδιάφορα για την ιστορική αλήθεια, που απαλλάσσουν τον αμφιταλαντευόμενο ιστοριοδίφη από τις όποιες αμφιβολίες του. Η αφήγησή τους δε βασίζεται καν στην πραγματικότητα (όπως κάποιες μυθοπλασίες στο σινεμά και τη λογοτεχνία), θυμίζοντας περισσότερο ιστορικό πλειστηριασμό σε ό,τι έχει να κάνει πχ με τον αριθμό των θυμάτων του ουκρανικού λιμού.
-Δέκα εκατομμύρια, ακούω άλλη προσφορά;
Έχω είκοσι εκατομμύρια, είκοσι από τον κ. Κόνκουεστ.
Είκοσι εκατομμύρια ένα, είκοσι εκατομμύρια δύο...

Κανονικά, θα έπρεπε να μιλήσουμε σήμερα, βάση επετείου, για το άλλο μισό του ουρανού, που έχει σήμερα την τιμητική του, και -βάσει τίτλου- για τους Εφιάλτες με κεφαλαίο που κάποτε διάβαζαν το Κεφάλαιο (με κεφαλαίο) και σήμερα ευνοούν το κεφάλαιο (με μικρό κάπα). Άμα είναι να διαλέξεις ένα κάπα στη ζωή σου για να πορεύεσαι, ο καπιταλισμός σου δίνει περισσότερες ευκαιρίες ανέλιξης από το κομμουνιστικό κίνημα. Εκτός και αν είσαι ο Κατρούγκαλος (και άλλο κάπα), που παραμένει αμετανόητος κατά φαντασία κομμουνιστής...
Αλλά αυτά θα τα δούμε σε κάποιο άλλο κείμενο

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Ο ναυαγοσώστης Στάλιν

Σήμερα είναι η επέτειος από το θάνατο του Στάλιν, κι αντί για κάποιο άλλο επετειακό κείμενο, η κε του μπλοκ βρίσκει την ευκαιρία να αντιγράψει και να δημοσιεύσει ένα πολύ ωραίο διήγημα από το βιβλιαράκι του Γ. Φ. Καλογέρογλου, για πάντα ΕΣΣΔ που μας είχε απασχολήσει και σε μια επέτειο του Ευρωμπάσκετ του 87' (τιρινινί). Το διήγημα έχει τίτλο "ο ναυαγοσώστης" κι έχει μια ιδιαίτερη σημειολογία για λογής-λογής ταξικά ναυάγια.
Καλή ανάγνωση...


Η Μαντζάρου είναι ένας ήσυχος πεζόδρομος που ενώνει τις οδούς Σόλωνος και Σκουφά. Στη γωνία Σόλωνος και Μαντζάρου στεγάζονται τα ΕΛΤΑ. Κάθε Δευτέρα κατά τις 11, ο Γιώργος παρκάρει την πάπια του στην αρχή του πεζόδρομου και παίρνει νούμερο από το ταχυδρομείο. Εξωτερικός υπάλληλος καθώς είναι σε έναν εκδοτικό οίκο, πρέπει να στείλει φακέλους και δέματα προς διάφορες κατευθύνσεις εντός και εκτός Ελλάδας. Μαθημένος από τις ουρές και από τις ελλείψεις προσωπικού στα ταχυδρομεία, τις περισσότερες φορές κουβαλάει μαζί του κάποιο βιβλίο ή μια εφημερίδα για να γεμίζει το χρόνο της αναμονής.

Εκείνη η Δευτέρα ήταν η τελευταία του Σεπτέμβρη. Μπήκε στο ταχυδρομείο και πήρε το 052 νούμερο. Ο ηλεκτρονικός δείκτης έδειχνε 042. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και δεν επέτρεπε στρίμωγμα στις μπλε καρέκλες, όπως όταν χειμωνιάζει, που ο ένας κάθεται πάνω στον άλλον.

Ο Γιώργος βγήκε έξω, αγόρασε ένα σουσαμένιο κουλούρι από το φούρνο στη γωνία και έβγαλε από την τσάντα του ένα περιοδικό που του ‘χε δώσει ένας συνάδελφος στον εκδοτικό. Ένα περιοδικό της Αντιεξουσίας με σκληρές προλεταριακές θέσεις. Για να βολευτεί καλύτερα πήγε και κάθισε στη σέλα του παπιού του. Έτσι μπορούσε να κοιτά το φωτεινό δείκτη, να φάει το κουλούρι, χωρίς να γεμίσει παντού σουσαμάκια και να διαβάσει τις θέσεις των αναρχοαυτόνομων χωρίς ενοχλητικά βλέμματα. Λίγο παραπάνω από το ταχυδρομείο επί της Μαντζάρου, υπάρχει ένα σφηνωμένο υπόγειο βιβλιοπωλείο. Ο ιδιοκτήτης του τοποθετεί ακριβώς απέξω ένα μεταλλικό σταντ με βιβλία σε προσφορά. Την ησυχία του πεζόδρομου έσπασε ένα συνεχόμενο τακ τακ τακ…

Ο Γιώργος που του ‘χαν ήδη πέσει βαριές οι πηχτές σε προβληματισμό αναλύσεις του περιοδικού, σήκωσε το κεφάλι να δει από πού προέρχεται το τακ τακ τακ…
Διαπίστωσε ότι ακριβώς πάνω από το σταντ έχανε ή είχε σπάσει μια υδρορροή και οι σταγόνες έσκαγαν πάνω στα βιβλία. Σηκώθηκε από τη σέλα για να δει το μέγεθος της καταστροφής και τι βλέπει;

Ότι οι στάλες έπεφταν πάνω στο βιβλίο Η Σοσιαλδημοκρατική παρέκκλιση στο κόμμα μας και, συγκεκριμένα έπνιγαν τον Ι.Β. Στάλιν, που η φωτογραφία του κοσμούσε το εξώφυλλο. Αυτό δεν μπόρεσε να το αντέξει. Λίγο οι ιστορίες του παππού του για το μεγάλο Στάλιν, λίγο η τρέλα του επαγγέλματος που δεν μπορούσε να βλέπει ταλαιπωρημένα βιβλία, λίγο ότι του την έδινε το τακατούκα, σηκώθηκε και μεταμορφώθηκε σε ναυαγοσώστης του Ι.Β. Στάλιν. Μετακίνησε το σταντ. Ενστικτωδώς, πήρε στα χέρια του το βιβλίο και κατέβηκε τις σκάλες του υπόγειου βιβλιοπωλείου. Ζήτησε να μάθει την τιμή και επιδεικτικά έδειξε πόσο λούτσα είχε γίνει ο Ιωσήφ, με σκοπό να ρίξει όσο μπορούσε την αρχική τιμή.

Από 5 θα το πάρεις 3 ευρώ, του ‘πε ο βιβλιοπώλης. Ο Γιώργος αστειεύτηκε για τον παρ’ ολίγον πνιγμό, πλήρωσε το βιβλίο και ξαναβγήκε στον πεζόδρομο που έλουζε ο υπέροχος αττικός ήλιος. Είχε παρατηρήσει ότι ο βιβλιοπώλης τον κοίταζε περίεργα. «Τι φρούτο είναι αυτό εν έτει 2013 που ενδιαφέρεται να διαβάσει Στάλιν;» ίσως να σκεφτόταν. «Ε ρε, και με ‘βλεπε ο παππούς μου τι χαρά που θα ‘κανε», σκέφτηκε ο Γιώργος. Κάθισε στη σέλα της πάπιας του πάλι και περιεργάστηκε το νέο του απόκτημα. Το βιβλίο είχε εκδοθεί το 1976 από τις Ιστορικές Εκδόσεις. Ήταν η εισήγηση του Ι.Β. Στάλιν στην 15η Πανενωσιακή Συνδιάσκεψη του Κ.Κ. (μπ) της ΕΣΣΔ στις 1/11/1926.

«Κανονικά, Ιωσήφ, μου χρωστάς μετάλλιο που σε ‘σωσα από βέβαιο πνιγμό. Θα ‘πρεπε να εισηγηθείς μια τρίμηνη άδεια, τουλάχιστον, σε μια πολυτελή ντάτσα σε κάποια εύφορη γωνιά της ΕΣΣΔ για πάρτη μου», σκέφτηκε. Όπως ξεφύλλιζε το βιβλίο, ο Γιώργος παρατήρησε ότι τον κοιτούσε μια κοπέλα που καθόταν ακριβώς μπροστά από το ταχυδρομείο. Με το που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους, η κοπέλα κάπως σάστισε και κατεύθυνε το βλέμμα της προς την αντίθετη πλευρά. Αυτό έδωσε την ευκαιρία στον Γιώργο να την παρατηρήσει καλύτερα. Ήταν μετρίου αναστήματος, με καστανά μπουκλωτά μαλλιά και σχιστά μάτια, είχε άκρως θεληματικό πιγούνι και φορούσε πολλά σκουλαρίκια.

Πλησίαζε η σειρά του, σε λίγο το νούμερό του θα εμφανιζόταν. Έβγαλε από το κουτί της πάπιας ένα δέμα και τρεις φακέλους και μπήκε στο ταχυδρομείο. Το βιβλίο που μόλις είχε αγοράσει το ‘χε στο χέρι του με σκοπό το φυλλομέτρημα, καθιστός στις θέσεις που είχαν αδειάσει και που περίμεναν να αναπαύσουν νέους κώλους.

Έπιασε θέση δίπλα στην κολώνα. Όλως τυχαίας, στην άδεια θέση δίπλα του, πήγε και κάθισε η κοπέλα με τα σκουλαρίκια. Προσπαθούσε να βάλει ένα cd του Πετρολούκα μέσα σε ένα φάκελο, ενώ είχε γράψει στο πόδι τις διευθύνσεις. Ξανακοιτάχτηκαν. Είναι όμορφη, σκέφτηκε ο Γιώργος. «Τι γοργόνα είναι αυτή», αναλογίστηκε και θυμήθηκε την περιγραφή μιας γυναίκας ψαριού σε ένα διήγημα του Λαμπεντούζα.

-Ωραίο βιβλίο διαβάζεις, του ‘πε η κοπέλα.
-Το ‘χεις διαβάσει; Ρώτησε αυτός.
-Ναι, και το ‘χεις σε σπάνια μορφή. Αυτές οι εκδόσεις έχουν μεγάλη ιστορική σημασία.
Το cd δεν έμπαινε με τίποτα στο φάκελο, αντιστεκόταν στην υπερπροσπάθεια της κοπέλας.
-Παρεμπιπτόντως, και συ ωραίο cd στέλνεις. Τι κλαρίνο παίζει ο άνθρωπος; Είπε δειλά ο Γιώργος. Αυτή γέλασε και του εξήγησε ότι είναι Κρητικιά και τα ακούσματά της δεν είναι τέτοια.

-Για έναν σύντροφο το στέλνω που μου το ζήτησε, του ‘πε τονίζοντας με νόημα τη λέξη σύντροφος. Ο Γιώργος έμεινε χαμένος να την κοιτάζει. «Τι κορμοστασιά, τι βλέμμα, τι λαιμός», σκέφτηκε λες και ήταν κάνας βρικόλακας. Ο φωτεινός δείκτης έδειχνε το 052. Ο Γιώργος, καθώς σηκώθηκε να εξυπηρετηθεί, μπουρδούκλωσε τη συσκευασία, το κουλούρι, το βιβλίο, το δέμα και τους φακέλους, με αποτέλεσμα να του πέσει το βιβλίο. Η κοπέλα το σήκωσε.

-Τι τραβάει ο ταβάρις; Του είπε και χαμογέλασε.
-Άσε, της λέει, πριν λίγα λεπτά να δεις τι τράβαγε ο έρμος. Κάποιοι αποπειράθηκαν να τον πνίξουν.
-Έννοια σου, του λέει αυτή σοβαρή, και τον ταβάρις δε θα καταφέρουν ποτέ να τον εξαφανίσουν.
«Αααα αυτή είναι φανατική», σκέφτηκε ο Γιώργος.

Μέχρι να κολλήσει τα γραμματόσημα και να τακτοποιηθεί με τα κατάλληλα αυτοκόλλητα το δέμα επί της ζυγαριάς, εμφανίστηκε και το 054 στο φωτεινό δείκτη. Η κοπέλα, που κρατούσε το βιβλίο του ταβάρις στο ένα της χέρι, παρέδωσε στον υπάλληλο το φάκελο με το cd και τον περίμενε να τελειώσει παραδίπλα. Άλλο που δεν ήθελε ο Γιώργος. Πήρε τις αποδείξεις και τα ρέστα και πήγε κοντά της.

-Σε ενδιαφέρει η Ιστορία; Τον ρώτησε και του ‘δωσε το βιβλίο του.
Όχι σκέφτηκε, ναι της είπε.
-Είσαι κάπου οργανωμένος; Τον ρώτησε κάπως διστακτικά και ο Γιώργος παρατήρησε ότι προφέρει έντονα το ρο.
-Όχι, μα με ενδιαφέρει να μάθω για τον ιστορικό ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης από τα ίδια τα λεγόμενά του, της είπε, προσπαθώντας να είναι όσο πιο διπλωματικός γινόταν.
-Σωστό, γιατί η διαστρέβλωση και η λάσπη για το ρόλο του Στάλιν στη σοσιαλιστική οικοδόμηση πάει σύννεφο. Εγώ ανήκω σε μια πολιτική κίνηση, διέκοψε σαν να σκεφτόταν κάτι και συνέχισε. Mail έχεις;

Ο Γιώργος είχε mail. Της το ‘γραψε σε μια κόκκινη ατζέντα που του ‘δωσε. Την έλεγαν Παναγιώτα και του υποσχέθηκε ότι θα του στέλνει ενημερώσεις για εκδηλώσεις και υλικό από την Κίνησή της. Χαιρετήθηκαν εγκάρδια και αυτή ανέβηκε τη Σόλωνος προς την Ομήρου. Ο Γιώργος σκέφτηκε πως μέσα από την επικοινωνία αυτού του τύπου θα κατάφερνε να βγει ένα ραντεβουδάκι μαζί της. Θα παρίστανε πως τον ενδιέφερε η πολιτική του Στάλιν, θα ρωτούσε κάνα δυο σαχλαμάρες περί Τρότσκι, θα την άκουγε δήθεν με ενδιαφέρον να μιλά για τον Πατερούλη και να αραδιάζει την πολιτική του γκρουπούσκουλου που υπηρετεί. «Μα τι πονηρός που είμαι», σκέφτηκε ανοίγοντας το βαλιτσάκι της πάπιας και πετώντας μέσα το βιβλίο. Η διάθεσή του ήταν ανεβασμένη. Το βαλιτσάκι κάπου μάγκωσε και δεν έκλεινε. Ανοίγει το βαλιτσάκι για να δει πού βρίσκει, γιατί τελευταία όλο του ‘κανε νερά και μια παλάμη σαν μεταλλική τον χαστούκισε με δύναμη. Ο Στάλιν είχε βγει απ’ το βιβλίο, και ενώ η μορφή του παρέμενε χάρτινη, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του είχαν ζωντανέψει. Ο Γεωργιανός έπιασε τον Γιώργο από το λαιμό και τον τράβηξε προς τα μέσα.

-Άκου κωλόπαιδο, μη διανοηθείς να κοροϊδέψεις τη συντρόφισσα, γιατί θα σου γαμήσω ό,τι έχεις και δεν έχεις, ειλικρινά. Ξέρω τι σκέφτεσαι και θα σε συντρίψω. Η συντρόφισσα προσπαθεί να οργανώσει την εργατική τάξη, βρε κοπρόσκυλο, και συ τη σκέφτεσαι σαν μηχανή του σεξ;

Ο Γιώργος τόλμησε να πει ένα βροντερό ΟΧΙ καθώς η μάπα του ήταν χωμένη μες στο βαλιτσάκι. Η βαριά παλάμη του Στάλιν τον είχε κυριολεκτικά ακινητοποιήσει.

-Κουφάλα, έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα και περιφρουρώ την κάθε ανθρώπινη ύπαρξη που δουλεύει για τη δικτατορία του προλεταριάτου. Κάτι κωθώνια μικροαστικά στοιχεία τα συνθλίβω… κατάλαβες;
-Ναι, είπε ο Γιώργος.
-Καλώς. Κόβεις λάσπη από την Παναγιώτα και με πουλάς σε ένα παλαιοπωλείο που θα σου πω στο Μοναστηράκι. Έχω μάθει ότι εκεί υπάρχουν πολλά βιβλία του πράκτορα του Ιμπεριαλισμού, ο οποίος είναι; ρώτησε σφίγγοντας κι άλλο το λαιμό του Γιώργου.
-Ο Τρρρρρρρρότσκι…, είπε με δυσκολία ο Γιώργος.
-Έτσι μπράβο, κάτι θυμάσαι από αυτά που σου ‘λεγε ο παππούς σου, του ‘πε και γέλασε.

Όταν ένιωσε ελεύθερο το λαιμό του, ο Γιώργος έβγαλε το κεφάλι από το βαλιτσάκι του και κατάλαβε ότι κάτι γυμνασιόπαιδα είχαν κοντοσταθεί και τον τραβούσαν φωτογραφίες από τα κινητά τους τηλέφωνα ξεκαρδισμένα. Είχε ντραπεί. Ο Στάλιν είχε ξαναμπεί στην αρχική του θέση και κοιτούσε αυστηρά το Μέλλον σα να μην είχε συμβεί τίποτε.


Ο Γιώργος κλείδωσε το βαλιτσάκι και αμίλητος έβαλε μπρος το παπί. Το πρώτο φανάρι που τον έπιασε ήταν στη γωνία Σόλωνος και Ασκληπιού. Είχε κολλήσει και επαναλάμβανε μέσα του Ο ΣΤΑΛΙΝ ΖΕΙ. Ο ΣΤΑΛΙΝ ΖΕΙ. Ο ΣΤΑΛΙΝ ΖΕΙ. Ο ΣΤΑΛΙΝ ΖΕΙ

Τη συντρόφισσα δε θα την ξαναπειράξεις. Τη συντρόφισσα..

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Η μεγάλη εκκαθάριση 1936-38

Σήμερα η κε του μπλοκ φιλοξενεί μία καινούρια μεταφραστική δουλειά του Άναυδου, που κινείται σε γνώριμη θεματολογία και μπορεί να συνδεθεί και με την επικείμενη επέτειο από το θάνατο του Στάλιν, στις 5 Μάρτη. Καλή ανάγνωση και σχολιασμό.

Η μεγάλη εκκαθάριση 1936-1938 - Ένα ενδιαφέρον άρθρο.
Άναυδος - Φεβρουάριος 2016

1. Εισαγωγή.
Πολλές φορές στο ιστολόγιο αυτό, αξιοποιώντας τη φιλοξενία του οικοδεσπότη, έχουμε ασχοληθεί με τις εκκαθαρίσεις της διετίας 1936-1938. Σε ένα εκτενές κείμενο, έχουμε αναλύσει το ιστορικό υπόβαθρο της εποχής και τις διαφορετικές απειλές με τις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπη η σοβιετική εξουσία. Απειλές που αντιμετωπίστηκαν με μια εκτεταμένη εκκαθάριση του κόμματος, του κράτους αλλά και της κοινωνίας από τα άτομα που έμμεσα ή άμεσα υπονόμευαν τη σοβιετική εξουσία. Με τη λέξη εκκαθάριση εννοούμε τις διάφορες ποινές που επιβλήθηκαν την περίοδο εκείνη, ξεκινώντας από τη διαγραφή από το κόμμα, την απόλυση, τη φυλάκιση και την εκτόπιση ως και τη θανατική ποινή.

Το άρθρο του David Priestland (καθηγητή ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης) με τίτλο Δεξιά και αριστερή τρομοκρατία: το 1937 σε μια συγκριτική προοπτική (Terrors of Left and Right: 1937 in Comparative Perspective) δημοσιεύτηκε στον τόμο με τίτλο Η Ανατομία της Τρομοκρατίας – Πολιτική Βία υπό τον Στάλιν (James Harris - The Anatomy of Terror. Political Violence under Stalin. Oxford University Press 2013). Το εκτεταμένο απόσπασμα που παρατίθεται παρακάτω είναι χρήσιμο για 2 κυρίως λόγους:
  • Καταρχήν δείχνει πόσο ανίκανες να ερμηνεύσουν το φαινόμενο της ‘τρομοκρατίας της αριστεράς’ είναι οι αστικές θεωρίες του ολοκληρωτισμού και της νεωτερικότητας. Ας μην ξεχνάμε ότι θύματα/οπαδοί αλλά και διαπρύσιοι κήρυκες των θεωριών αυτών είναι σχεδόν όλοι οι σχηματισμοί της αριστεράς (εντός ή και εκτός εισαγωγικών) στην χώρα μας (Ανταρσυα, ΛΑΕ, τροτσκιστές, αναρχικοί, Συριζα κλπ.).
  • Κατά δεύτερο δείχνει σε μεγάλο βαθμό ότι η ‘τρομοκρατία’ ήταν η αντίδραση της δικτατορίας του προλεταριάτου σε πραγματική απειλή και όχι μια προσπάθεια επιβολής προσωπικής δικτατορίας. Επιπλέον δείχνει ότι η χρήση επιθετικών προσδιορισμών όπως τροτσκιστής, δολιοφθορέας, πράκτορας κλπ ήταν λιγότερο κυριολεκτικές κατηγορίες και περισσότερο πολιτικοί χαρακτηρισμοί αυτών που αντιδρούσαν στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της ΕΣΣΔ.

2. Δεξιά και αριστερή τρομοκρατία: το 1937 σε μια συγκριτική προοπτική.

Η ‘Ευρωπαϊκή Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του ναζισμού και του σταλινισμού’ γιορτάστηκε για πρώτη φορά στις 23 Αυγούστου 2009, την εβδομηκοστή επέτειο της υπογραφής του Σύμφωνου Μολότοφ-Ρίμπεντροπ. Προωθήθηκε από τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη και θεσπίστηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Αιτιολογήθηκε ως μια προειδοποίηση ενάντια σε κάθε αναβίωση της πολιτικής των ‘δύο μεγάλων ολοκληρωτικών καθεστώτων στην Ευρώπη, του ναζισμού και του σταλινισμού που επέφεραν γενοκτονίες, παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας’.

Η συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαϊκών βουλευτών ψήφισε υπέρ της Ημέρας Μνήμης, αλλά αυτές που την υπερασπίστηκαν ήταν οι φιλελεύθερες και συντηρητικές ομάδες της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες ήταν πρόθυμες να καταδικάσουν τόσο την αμφίθυμη στάση του Πούτιν ως προς τον σταλινισμό, όσο και τα δικά τους αριστερά κόμματα, μερικά από τα οποία είχαν κομμουνιστικό παρελθόν. Η ρωσική κυβέρνηση και ορισμένοι σχολιαστές της Αριστεράς εξοργίστηκαν και καταδίκασαν την εξίσωση του σταλινισμού με το ναζισμό.

Έτσι, ακόμη και μετά από δύο δεκαετίες από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το ζήτημα της σύγκρισης παραμένει ακόμα ένα εξαιρετικά πολιτικοποιημένο θέμα. Βαθιά αντικομουνιστές, χρησιμοποιώντας την έννοια του «ολοκληρωτισμού», όπως είναι αυτονόητο θέλουν να εξισώσουν τον κομμουνισμό με το ναζισμό-μια ιδεολογία που οι περισσότεροι θεωρούν χωρίς υπεκφυγές σαν ηθικά κακή. Αλλά η σύγκριση είναι επίσης βαθιά ριζωμένη σε δημοφιλείς απόψεις της ιστορίας, που προωθούνται από έργα όπως η Μαύρη Βίβλος του Κομμουνισμού, το οποίο συγκρίνει την ‘γενοκτονία’ των Ναζί με την κομμουνιστική ‘πολιτικοκτονία’, και υποστηρίζει ότι η τελευταία ήταν πιο θανατηφόρα από την πρώτη. Επίσης εξυπηρετεί, ηθελημένα ή όχι, τη νομιμοποίηση του σύγχρονου μοντέλου του φιλελεύθερου καπιταλισμού συσχετίζοντας τις εναλλακτικές λύσεις με μια ιστορία μαζικών δολοφονιών.
(….)

Θα υποστηρίξω σε αυτό το κεφάλαιο ότι μπορούμε να ωφεληθούμε από τις απόψεις της καθεμίας από τις σχολές αυτές (και ιδιαίτερα από την έμφαση που δίνει αυτή των στρουκτουραλιστών στις θεσμικές και κοινωνικές συγκρούσεις), αν δώσουμε περισσότερη έμφαση στη μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία και στο σύνολο των πολιτικών στρατηγικών της. Και αυτές μπορούν να αποσαφηνιστούν καλύτερα μέσω της σύγκρισης με άλλες κομμουνιστικές τρομοκρατίες, παρά με την τρομοκρατίας της Ακροδεξιάς, η οποία είναι ένα ριζικά διαφορετικό φαινόμενο (ορίζοντας σαν ‘τρομοκρατίας’ την οργάνωση από το κράτος εκστρατείας πολιτικής βίας ή εκφοβισμού).

Πρέπει να κατανοήσουμε όχι μόνο το ρόλο των περιστάσεων και της πολιτικής σύγκρουσης στην χρησιμοποίηση της βίας, όπως η εξωτερική απειλή (όπως τονίζεται από τους ιντενσιοναλιστές) ή οι εσωτερικές κοινωνικές και θεσμικές εντάσεις (όπως τονίζονται από στρουκτουραλιστές), αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι Μαρξιστές-Λενινιστές θεώρησαν ως τον πιο δόκιμο για να αντιμετωπίσουν αυτές τις συγκρούσεις. Και οι δύο φιλελεύθερες προσεγγίσεις του Ολοκληρωτισμού και της Νεωτερικότητας φυσικά, δίνουν τη δέουσα βαρύτητα στην ιδεολογία, αλλά η ανάλυσή τους της ιδεολογίας είναι παραπλανητική, διότι δεν λαμβάνουν υπόψη τους το μαρξιστικό-λενινιστικό περιεχόμενο της.

Οι θεωρητικοί του Ολοκληρωτισμού ενδιαφέρονται απλώς για τον αντι-φιλελευθερισμό του, ενώ οι οπαδοί της Νεωτερικότητας εστιάζουν σε μία μόνο πλευρά του Μαρξισμού-Λενινισμού - την επιδίωξη της νεωτερικότητας. Αμελούν το άλλο κρίσιμο στοιχείο: το βαθύ ενδιαφέρον του σε θέματα ‘αριστεράς-δεξιάς’ όπως η ισότητα και η ιεραρχία και το συσχετιζόμενο με αυτές θέμα των αγορών και των κινήτρων. Αυτά τα θέματα είναι που συνδέονται με επιχειρήματα σχετικά με την πολιτική και οικονομική στρατηγική (για παράδειγμα, ποιος θα έπρεπε να είναι ο ρόλος της αγοράς και των κινήτρων στην οικονομία και πόσο γρήγορα θα πρέπει να αναπτυχθεί η οικονομία;) με συγκρούσεις για τις τάξεις, την ηθική, τις σχέσεις της ελίτ με τις μάζες (για παράδειγμα, υποφέρει η ελίτ από αστικό εκφυλισμό, ή είναι αρκετά ενάρετη για να ηγηθεί των απείθαρχων μαζών; είναι η μάζα προλεταριακή ή μικροαστική;).

Διαμάχες πάνω στην εσωτερική στρατηγική, που παρουσιάζονταν σαν σύγκρουση μεταξύ ‘δεξιάς’ και ‘αριστεράς’, συνδέθηκαν με το εκρηκτικό θέμα ποιες κοινωνικές ομάδες ήταν σοσιαλιστικές και ποιες ήταν αντεπαναστατικές, ποιες ήταν ενάρετες και ποιες ήταν κακές.
Το αν οι συγκρούσεις αυτές επιλύονταν με τη βία εξαρτιόταν από μια σειρά συγκυριών. Η φύση της ηγεσίας ήταν σίγουρα σημαντική, αλλά η παρουσία ή απουσία εσωτερικού ή εξωτερικού πολέμου, ήταν ζωτικής σημασίας. Ως εκ τούτου με βάση το περιεχόμενο της ιδεολογίας η βία δεν ήταν αναπόφευκτη. Μερικά βασικά λενινιστικά κείμενα μπορεί να τόνιζαν τα στοιχεία της μαρξιστικής σκέψης που έδιναν έμφαση στην ‘ταξική πάλη’, αλλά, όπως και στον Μαρξισμό-και στον φιλελευθερισμό, η στάση της ιδεολογίας απέναντι στη βία θα μπορούσε να ερμηνευθεί με διαφορετικούς τρόπους. Οι Μαρξιστές-Λενινιστές μπορούσαν, όπως και έπραξαν, να υποστηρίξουν την κοινωνική ειρήνη και μερικοί κομμουνιστές, όπως οι Κουβανοί, εσκεμμένα προσπάθησαν να αποφύγουν τη μαζική βία κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Σε αντίθεση με τον ναζισμό και άλλες ριζοσπαστικές ιδεολογίες της δεξιάς, η ιδεολογία αυτή δεν δόξαζε τη βία ως καλή από μόνη της.

Η σχέση μεταξύ ιδεολογίας και τρομοκρατίας κατά τη διάρκεια του τέλους της δεκαετίας του 1930, δεν είναι η απλουστευτική ιστορία που υπάρχει στη φιλελεύθερη Ολοκληρωτική ή Νεωτερική ερμηνεία: δηλαδή των κομμουνιστών που επιβάλουν ένα ουτοπικό σχέδιο σε μια αντιδραστική πραγματικότητα, οπότε η βία γίνεται η πιθανή, ακόμα και η αναπόφευκτη συνέπεια-(όπως εκφράζεται από τον Stephane Courtois στη Μαύρη Βίβλο του Κομμουνισμού, ‘Το πραγματικό κίνητρο για την τρομοκρατία . . . προήλθε από λενινιστική ιδεολογία και την ουτοπική βούληση να εφαρμόσει στην κοινωνία ένα δόγμα που δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα’). Σίγουρα, μερικές περιπτώσεις κομμουνιστικής τρομοκρατίας προήλθαν από σχέδια κοινωνικής μηχανικής. Αλλά δεν ήταν πάντα αυτή η αιτία κι αυτή δεν είναι μια χρήσιμη εξήγηση για την Σταλινική τρομοκρατία.

Θα πρότεινα ότι πρέπει να υιοθετήσουμε μια πιο σύνθετη προσέγγιση, αποδομώντας τον Μαρξισμό-λενινισμό στα συστατικά του μέρη. Αλλά θα πρέπει επίσης να είμαστε πιο πρόθυμοι να αποδομήσουμε την τρομοκρατία την ίδια όπως και τις άλλες περιπτώσεις κομμουνιστικής βίας, γιατί η τρομοκρατία ήταν ένα εργαλείο που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για διαφορετικούς σκοπούς. Υποστηρίζω ότι θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ τριών πολύ διαφορετικών τύπων τρομοκρατίας που χρησιμοποιούνται σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, από ορισμένα κομμουνιστικά καθεστώτα: μια ‘τρομοκρατία της ελίτ’ που αποσκοπεί στα μέλη της κομμουνιστικής ελίτ που πιστεύεται ότι έχουν γραφειοκρατικοποιηθεί, ή είναι ανεπαρκώς ριζοσπαστικά, ή δεν είναι αφοσιωμένα, μια ‘ριζοσπαστική μαζική τρομοκρατία’ σχεδιασμένη να μεταμορφώσει μια παλιά άνιση κοινωνία με την εκδίωξη της αστικής τάξης και τον ‘εκσυγχρονισμό’ ενός πατριαρχικού, θρησκόληπτου ή άλλου παρωχημένου τρόπου ζωής, και μια ‘νεο-παραδοσιακή μαζική τρομοκρατία’, στόχος της οποίας ήταν να σταθεροποιήσει τις νέες ιεραρχίες που δημιουργούνταν από το καθεστώς.

Οι δύο πρώτοι τύποι τρομοκρατίας έχουν σαφή ριζοσπαστική, επαναστατική λογική: ο δεύτερος ήταν αρκετά κοινός, και αρκετά καθεστώτα χρησιμοποίησαν αυτό το είδος της τρομοκρατίας, αν και σε περιορισμένο βαθμό, συνήθως για μια σύντομη περίοδο μετά την κατάληψη της εξουσίας. Ο πρώτος τύπος ήταν σπανιότερος. Ο τρίτος τύπος, όμως, ήταν διαφορετικός. Η τρομοκρατία αυτή λάμβανε χώρα συνήθως όταν το καθεστώς ήταν στην εξουσία για αρκετό καιρό, και ήταν αντιμέτωπο με τις διαμαρτυρίες κατά της νέας τάξης. Ακόμα κι αν οι υποστηρικτές της χρησιμοποιούσαν συχνά μαρξιστικές κατηγοριοποιήσεις για να περιγράψουν τους εχθρούς τους, δεν ήταν μαρξιστικής έμπνευσης, και έχουν αρκετά κοινά με την τρομοκρατία που χρησιμοποιεί η άκρα δεξιά. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης έπαιζε σημαντικό ρόλο στην περίπτωση αυτή: τα περισσότερα μαρξιστικά-λενινιστικά καθεστώτα χρησιμοποίησαν κάποιας μορφής καταστολή εναντίον των αντιπάλων της νέας κομμουνιστικής ιεραρχίας, αλλά αυτή η καταστολή κλιμακώθηκε σε εκτεταμένη βία, μόνο όταν το καθεστώς αισθάνθηκε ότι απειλείται επικίνδυνα. Τέτοια παραδείγματα περιλαμβάνουν την καταστολή της εξέγερσης της Κρονστάνδης το 1921 ή τις αντισοβιετικές εξεγέρσεις των εργαζομένων στα μέσα της δεκαετίας του 1950 στην Ανατολική Ευρώπη.

Όπως θα δείξω, η σταλινική τρομοκρατία του 1936-38 ήταν μια ασυνήθιστη παραλλαγή σε ένα κομμουνιστικό πρότυπο, με την έννοια ότι επρόκειτο για μια εκδοχή του πρώτου τύπου τρομοκρατίας, που γρήγορα τον διαδέχθηκε ο τρίτος τύπος, όταν το καθεστώς προσπάθησε να καταστείλει το χάος που προκλήθηκε, εν μέρει από τον πρώτο. Έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με την Πολιτιστική Επανάσταση του Μάο, αν και η ισορροπία μεταξύ ριζοσπαστικών και νεοπαραδοσιακών χαρακτηριστικών ήταν πολύ πιο ισομερής στη σταλινική περίπτωση σε σχέση με τη μαοϊκή. Αυτό το περίεργο μίγμα ριζοσπαστικών και συντηρητικών χαρακτηριστικών βοηθά να εξηγήσει γιατί είναι τόσο δύσκολο να επιτευχθεί μια επιστημονική συναίνεση σχετικά με τις αιτίες της.

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΛΙΤ: Η επίθεση στη «δεξιά» κομμουνιστική ελίτ

Όπως υποστηρίζουν οι στρουκτουραλιστές, το πρώτο στάδιο της Τρομοκρατίας, την άνοιξη-καλοκαίρι του 1936 φαίνεται να προκλήθηκε από ένα πραγματικό φόβο ‘τροτσκιστικής διείσδυσης’ στον οικονομικό και κομματικό μηχανισμό, φόβο που ενισχύθηκε από την πεποίθηση ότι ο Τρότσκι συνωμοτεί με πρώην υποστηρικτές του που βρίσκονταν σε υψηλές θέσεις. Αλλά, όπως έχω υποστηρίξει και αλλού, η εκστρατεία αυτή δεν είχε σαν στόχο μόνο την ασφάλεια ή το φόβο των κατασκόπων. Ήταν στενά συνδεδεμένη με μια ευρύτερη επίθεση στη στάση και τη συμπεριφορά του μηχανισμού, ιδιαίτερα αναφορικά με οικονομικά ζητήματα.

Ο όρος ‘συνωμοσία’, για τους σταλινικούς, δεν σήμαινε μόνο τη συγκεκαλυμμένη, οιονεί στρατιωτική εκστρατεία όπως θεωρούμε τον όρο σήμερα, και που περιλαμβάνει τη δολιοφθορά και τη δολοφονία. Σήμαινε μια εκστρατεία ιδεολογικής ανατροπής, που αφορούσε την εξάπλωση ιδεών, στάσεων που θα υπονόμευαν το σοσιαλισμό. Και αν και ο ‘τροτσκισμός’ ήταν ήδη μια προσβλητική κατηγορία, ο Στάλιν και οι κορυφαίοι των Μπολσεβίκων από τα μέσα του 1936 συνέδεαν τις ‘τροτσκιστικές’ ιδέες με τις ‘γραφειοκρατικές’ και ‘δεξιές’ συμπεριφορές που πίστευαν, ότι παραμόνευαν στο εσωτερικό της κομμουνιστικής ελίτ. Βέβαια αυτή η συζητήσιμη σύνδεση φαίνεται διαισθητικά περίεργη αφού οι Τροτσκιστές έβλεπαν τους εαυτούς τους σαν τη ριζοσπαστική πτέρυγα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Ωστόσο, για τους σταλινικούς η σύνδεση ήταν λογική: μετά από μια αρχική υποστήριξη στα ριζοσπαστικά οικονομικά μέτρα και στην 'ταξική πάλη’, στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο Τρότσκι καταδίκασε τόσο την πλήρη κολεκτιβοποίηση όσο και την ιλιγγιώδη εκβιομηχάνιση.

Αν κατανοήσουμε την εκστρατεία ενάντια στον τροτσκισμό με αυτόν τον τρόπο, γίνεται ευκολότερο να καταλάβουμε γιατί ο Στάλιν πίστευε ότι ήταν τόσο σημαντικό να ξεριζωθούν ‘δεξιοί’ ‘τροτσκιστές’ από τον μηχανισμό την παραμονή του πολέμου, παρά τον προφανή παραλογισμό να διαταράξει την ιεραρχική πυραμίδα σε ένα τέτοιο συγκεντρωτικό σύστημα. Ο Στάλιν προσπάθησε να χτίσει μια στρατιωτικοποιημένη πολιτεία, στην οποία η μαζική κινητοποίηση, και όχι τα υλικά κίνητρα θα τράβαγαν μπροστά την οικονομία. Αυτή η προσέγγιση θα μπορούσε να λειτουργήσει μόνο αν η μάζα του πληθυσμού, και ιδιαίτερα οι οικονομικοί και πολιτικοί ‘διοικητές’ που ήταν επιφορτισμένοι με την κινητοποίηση, ήταν ιδιαίτερα προσηλωμένοι στους στόχους της ηγεσίας. Με βάση αυτό το όραμα δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ο Στάλιν συσχέτιζε τις οικονομικές αποτυχίες με την παρουσία ‘τροτσκιστών’ αμφισβητιών στο κόμμα.

Όπως και οι ‘δεξιοί’ αμφισβητίες στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ήταν ακόμη πιο επικίνδυνοι από τις βόμβες και τις σφαίρες, ειδικά σε μια περίοδο πολεμικής προπαρασκευής. Έτσι η εκστρατεία κατά της ελίτ είχε σχέση με τον ερχομό του πολέμου, αλλά όχι μόνο επειδή ο Στάλιν φοβόταν τη συνεργασία της ελίτ με τους Ναζί. Μάλλον ο Στάλιν προσπαθούσε να αυξήσει την πολεμική παραγωγή για τον πόλεμο, και θεωρούσε τις ‘δεξιές’ ή ‘αμφιταλαντευόμενες’ απόψεις της ελίτ ως ένα σημαντικό εμπόδιο στην επίτευξη του στόχων του.

Αυτή η ακριβώς η λογική υπάρχει στις δηλώσεις του στενού συνεργάτη του Στάλιν που προσπάθησε να δικαιολογήσει την τρομοκρατία στα χρόνια που ακολούθησαν το 1936-37. Όπως εξηγούσε ο Μολότοφ: ‘Πρέπει να θυμόμαστε τον τροτσκισμό και ιδιαίτερα τη Δεξιά Παρέκκλιση. Το θέμα είναι ότι το 1937 υπήρξε ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων που ήταν ασταθείς και ταλαντεύονταν’. Σύμφωνα με τον Μολότοφ, ο σοσιαλισμός απαιτεί ‘τεράστια προσπάθεια και θυσίες’. Αν η ηγεσία δεν χρησιμοποιούσε την τρομοκρατία υπήρχε ο πραγματικός κίνδυνος η ίδια η ηγεσία να αρχίσει να ‘ταλαντεύεται’ και να προκύψουν ‘διαφωνίες’ σαν ‘ρωγμές και χαραμάδες’, που θα οδηγούσαν σε ήττα στον πόλεμο. Αλλά ήταν ο Ζντάνοφ που αποκάλυψε πιο ξεκάθαρα τη σύνδεση που έκανε η ηγεσία μεταξύ της οικονομικής αποτυχίας και των δεξιών ιδεολογικών αιρέσεων, μέσα στη νέα προλεταριακή ελίτ. Μιλώντας για τους ‘εχθρούς’ στην οργάνωση του στο Λένινγκραντ, τον Ιούνιο του 1938, καταδίκασε 'εκείνους τους συγχυσμένους μικρούς δειλούς, τους μικροαστούς φιλισταίους από την εργατική τάξη. . . που ζουν μέρα με τη μέρα και ξαφνικά όταν αναμένεται να εκπληρώσουν το ένα ή το άλλο πλάνο , λένε, δεν θα ήταν καλύτερα αν ζούσαμε με τον παλιό τρόπο, φέρνοντας πίσω το καπιταλιστικό σύστημα, σαν να ήμασταν αστοί;’.
Συνεπώς για να κατανοήσουμε τη μορφή και τη δυναμική των πρώτων σταδίων της Τρομοκρατίας, θα πρέπει να αξιολογήσουμε το ευρύτερο μαρξιστικό-λενινιστικό ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργούσαν οι Σταλινικοί ηγέτες: την πίστη τους στη συνέχιση της πάλης μεταξύ της αριστεράς και της δεξιάς και την καταφυγή τους σε συγκεκριμένες στρατηγικές κινητοποίησης. Επομένως όπως θα έπρεπε να περιμένει κανείς η τρομοκρατία της ελίτ το 1936-38 είχε το προηγούμενο της στην ‘πάλη ενάντια στη γραφειοκρατία’ και τη ‘δεξιά παρέκκλιση’ στα τέλη της δεκαετίας του 1920), και μπορεί επίσης να συγκριθεί με άλλες αντίστοιχες κομμουνιστικές εκστρατείες κατά των ελίτ.

Η διάσημη ρήση του Georg Bochner το 1835, ‘η επανάσταση είναι σαν τον Κρόνο, καταβροχθίζει τα παιδιά της’, αναφέρεται συχνά για να υποστηρίξει μια δημοφιλή ηθικολογική εξήγηση των εκκαθαρίσεων στα κομμουνιστικά κόμματα, ότι ριζοσπάστες αριστεροί ηγέτες, σαν το Ροβεσπιέρο ( το θέμα του Bochner), τον Στάλιν ή τον Μάο, ήταν πεινασμένοι για εξουσία ‘πατέρες’ που ζήλευαν τους επαναστάτες με αρχές και σκόπευαν να ξεφορτωθούν κάθε πιθανή αντιπολίτευση στην προσωπική τους εξουσία. Όμως, παρά τη διαισθητική έλξη που έχει αυτή η ερμηνεία βρίσκεται στον αντίποδα της πραγματικότητας. Οι ριζοσπάστες αριστεροί ηγέτες είχαν την τάση να ξεκινούν την εκκαθάριση της επαναστατικής ελίτ όχι σαν ένα τρόπο δημιουργίας μιας πατερναλιστικής τάξης, αλλά, αντίθετα, σαν ένα τρόπο αναβίωσης μιας επανάστασης που φαινόταν να χάνει το δυναμισμό της. Μόνο αργότερα, καθώς η αρχική ριζοσπαστική εκστρατεία ξέφευγε από κάθε έλεγχο που η εκκαθάριση αποκτούσε έναν πιο συντηρητικό χαρακτήρα.

Πίσω από τις εκστρατείες κατά των ελίτ βρίσκεται ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό της κομμουνιστικής πολιτικής: η διαμάχη μεταξύ των ριζοσπαστών που ήθελαν να προωθήσουν έναν ταχύτερο μετασχηματισμό προς τους σοσιαλιστικούς στόχους της ισότητας και του οικονομικού ‘εκσυγχρονισμού’, και των τεχνοκρατών, οι οποίοι προτιμούσαν να κάνουν περισσότερους συμβιβασμούς με την παλιά τάξη-μια σύγκρουση που μπορεί να αναζητηθεί στα γραπτά του Μαρξ. Οι τεχνοκράτες επέμειναν στην ανάγκη να ληφθούν υπόψη οι ‘αντικειμενικές’ συνθήκες στη διαμόρφωση της πολιτικής και αντιστέκονταν στα υπερβολικά φιλόδοξα σχέδια, ειδικά στην οικονομία. Αντίθετα οι ριζοσπάστες είχαν μια πιο βολονταριστική προσέγγιση, επιμένοντας ότι αν η ανθρωπότητα διαποτιστεί με μια σοσιαλιστική και κολεκτιβιστική συνείδηση, θα μπορούσε να επιτύχει θεμελιώδεις αλλαγές σε μικρό χρονικό διάστημα. Όταν οι πολιτικές των ριζοσπαστών αντιμετώπιζαν προβλήματα έτειναν να κατηγορούν τους τεχνοκράτες κομμουνιστές και τους αξιωματούχους με χαμηλή απόδοση , όπως ακριβώς κατηγορούσαν πριν από την επανάσταση την αντικομουνιστική ελίτ για τα δεινά της ανισότητας και της οπισθοδρόμησης.

Επέμειναν ότι αυτοί οι ‘δεξιοί’ δεν προσπαθούσαν αρκετά σκληρά, ή σαμποτάριζαν ενεργά το στόχο, επειδή είχαν ένα ‘μπουρζουάδικο’ σκεπτικισμό για την ικανότητα της συνείδησης να ξεπεράσει υποτιθέμενους οικονομικούς νόμους, ή μια ‘φεουδαρχική’, πατερναλιστική αντίληψη για το τι σημαίνει ηγεσία. Ως εκ τούτου, οι ριζοσπάστες βρήκαν ιδανική τη γλώσσα της ταξικής συνωμοσίας και των κρυμμένων κινήτρων για να εξηγήσουν την βολονταριστική προσέγγιση για τα αιτίες (των αποτυχιών). Δύστροποι αξιωματούχοι που προσποιούνταν ότι πίστευαν στο σκοπό. Απέκρυπταν την αληθινή αστική ή αριστοκρατική τους φύση και διέσπειραν κρυφά το σκεπτικισμό τους και τις αντεπαναστατικές ιδέες τους, κυρίως μέσα από το κρυφό πελατειακό τους δίκτυο. Μόνο η εκκαθάριση της ελίτ, που περιελάμβανε προσεκτική ανάλυση της στάσης, της ηθικής, και τη συμπεριφοράς της, μπορούσε να αποκαλύψει την αληθινή ταξική αφοσίωση των αξιωματούχων και των υπαλλήλων και να επιτρέψει στο καθεστώς να ξεφορτωθεί τους ιδεολογικά και ηθικά διεφθαρμένους. Αυτές οι εκκαθαρίσεις συχνά χρησιμοποιούσαν λαϊκιστικές μεθόδους, κινητοποιώντας τις «μάζες» εναντίον της ελίτ. Ωστόσο, οι ριζοσπάστες έπρεπε να είναι προσεκτικοί, διότι διαπίστωσαν ότι η λαϊκίστικη ρητορική τους είχε πραγματική απήχηση μεταξύ των αγανακτισμένων υποτελών ομάδων. Ως εκ τούτου, έπρεπε να εξισορροπήσουν τη λαϊκιστική κινητοποίηση με κεντρικές αστυνομικές επιχειρήσεις. Η ακριβής αναλογία εξαρτιόταν από το ιδεολογική υπόβαθρο των ηγετών και το ιστορικό πλαίσιο.

Η μαζική εκκαθάριση του Μάο και η λαϊκιστική κινητοποίηση ενάντια στους ‘ρεβιζιονιστές’ (δηλαδή τους δεξιούς, τους υποταγμένους στον καπιταλισμό στο εσωτερικό του κόμματος) είχε κάποιες ομοιότητες με την τρομοκρατία του Στάλιν. Έλαβε χώρα αρκετά μετά από τη στιγμή που το κόμμα είχε πάρει την εξουσία, και σχεδιάστηκε για να αναβιώσει ο δυναμισμός και το πνεύμα της επανάστασης. Αλλά σε αντίθεση με τον Στάλιν, προτεραιότητα του Μάο δεν ήταν η βελτίωση της οικονομικής παραγωγικότητας (είχε αποσυρθεί σε μεγάλο βαθμό από την οικονομική πολιτική μετά την αποτυχία του Μεγάλου Άλματος προς τα εμπρός). Αντίθετα, φαίνεται να ανησυχούσε να εξασφαλίσει την επαναστατική του κληρονομιά, που φοβόταν ότι θα αμφισβητούταν από τους ρεβιζιονιστές μετά το θάνατό του. Όπως είπε στον Χο Τσι Μινχ το 1966, ‘Είμαστε και οι δύο πάνω από τα εβδομήντα και κάποια μέρα θα μας καλέσει ο Μαρξ [δηλαδή θα πεθάνουν]. Ποιος θα είναι ο διάδοχος μας -Μπερνστάιν, Κάουτσκι, ή Χρουστσόφ-δεν μπορούμε να ξέρουμε. Αλλά υπάρχει ακόμα χρόνος για να προετοιμαστούμε’.


Ίσως πιο κοντά στη λογική της τρομοκρατίας της ελίτ του 1936-38 ήταν οι εσωτερικές κομματικές ‘εκκαθαρίσεις’ στο καθεστώς της ‘Δημοκρατικής Καμπότζης’ μεταξύ του 1976 και την ήττα του το 1979. Η κύρια διαφορά έγκειται στο χρονοδιάγραμμα. Σε αντίθεση με τη σταλινική τρομοκρατία και την κινεζική Πολιτιστική Επανάσταση, έλαβε χώρα στην αρχή της περιόδου της ριζοσπαστικής μαζικής τρομοκρατίας, όταν το καθεστώς μετασχημάτιζε τα ταξικά θεμέλια της κοινωνίας. Επίσης, σημειώθηκε αμέσως μετά από ένα βάναυσο πόλεμο και τους σχετικούς αμερικάνικους βομβαρδισμούς, όπου ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού είχε σκοτωθεί κι ένα ακόμη μεγαλύτερο είχε ξεσπιτωθεί. Αυτό ήταν το αντίστοιχο του 1920 στην ΕΣΣΔ και του 1949 στην Κίνα, παρά το 1937 και το 1966. Τόσο η σταλινική τρομοκρατία όσο και της Καμπότζης είχε μια οικονομική και στρατιωτική επικέντρωση, ενώ ήταν καχύποπτες απέναντι στις λαϊκιστικές στρατηγικές, και αποσκοπούσαν στη βελτίωση της ετοιμότητας του κράτους για πόλεμο.