Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μπάρτσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μπάρτσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2024

Η σωστή πλευρά της αθλητικής ιστορίας

Αν ρωτήσουμε κάποιους ανθρώπους ποιο είναι το αντίστοιχο των B movies σε βιβλία, θα μας πουν αυτά με αθλητικό θέμα. Κι όχι με την έννοια ότι τα θεωρούν καλτ, αλλά ότι είναι δεύτερα, για πέταμα ή για προσάναμμα στο τζάκι, όπως κάνει στα βιβλία του Μονταλμπάν ο Πέπε Καρβάλιο.

Η δική μου άποψη είναι ένα σαφές «ναι αλλά όχι» ή έστω ένα εξαρτάται ως προς τα αθλητικά βιβλία.
Ότι το λατινικό «Β» θα κολλούσε καλύτερα στην Μπαρτσελόνα, τον Μπάρκλεϊ ή στον κόουτς Μπαρτζώκα -και για άλλους Mr Bean- που είναι ο εφιάλτης του Sportime και άλλων δημοσιογράφων και κάποιοι ζουν για τη στιγμή που θα τον ρωτήσει ο άτυχος Μενεγάκης για τη φιλοσοφία του απέναντι σε έναν αντίπαλο και ο κόουτς θα πει: «ο διαλεκτικός υλισμός».
Και ότι το τέχνασμα του Μονταλμπάν να ασκεί καυστική κριτική δια της μυθιστορηματικής έστω καύσης βιβλίων, είναι πολύ χοντροκομμένο και απαράδεκτο για το δικό μου αναγνωστικό κριτήριο. Έχει γράψει όμως ένα αξιόλογο αθλητικό βιβλίο με κοινωνικές-πολιτικές προεκτάσεις από τις οποίες μου έχει μείνει η φράση ότι η Μπάρτσα είναι ο άοπλος συμβολικός στρατός της Καταλονίας -αρκεί να ξέρεις ποιον θες να νικήσεις. Ενώ σε ένα άλλο βιβλίο θρηνεί τη χαμένη ταυτότητα της πόλης και τον εκσυγχρονισμό που την αλλοιώνει -και ας θεωρείται η Βαρκελώνη υπόδειγμα μεταμόρφωσης, που αξιοποίησε τα ολυμπιακά έργα. Φαντάσου δηλαδή τον Μάρκαρη, που κάποτε μετέφραζε Μπρεχτ, να μην γκρινιάζει για τους διαδηλωτές του Δεκέμβρη, αλλά για την καταστροφή που φέρνει η ανάπτυξη. Ούτε σε έργο του Ιονέσκο...

Εν τω μεταξύ, το φετινό καλεντάρι περιλαμβάνει τους Ολυμπιακούς στο Παρίσι -αν δεν έχει άλλη άποψη ο κορωνοϊός ή κάποιος άλλος αστάθμητος παράγοντας, πχ το «ξανθό γένος», που έχασε όμως πέρσι τον «ξανθό» και τα μπινελίκια του (μπλιατ) και παραμένει αποκλεισμένο ως έθνος από τη ΔΟΕ, ίσως γιατί οι «αθάνατοι» το μπερδεύουν με τη Σοβιετία -και άντε να μην το μπερδεύουν μετά και άλλοι που δηλώνουν δικοί μας.

Μια αναδρομή στο παρελθόν των σύγχρονων -και όχι μόνο- Ολυμπιακών Αγώνων είναι σαν μικρός ιστορικός περίπατος σε άγνωστες σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας, μελανές και χρυσές. Και η πλέον χρυσή είναι βασικά κατάμαυρη, σαν τους Μαύρους Πάνθηρες και την υψωμένη γροθιά των Σμιθ και Κάρλος ενάντια στον ρατσισμό που βίωναν στη χώρα τους -την χώρα της ελευθερίας, για να μην ξεχνιόμαστε με τα δεσμά μας.
Περίπατος σε σημαντικές σελίδες και κεφάλαια της ιστορίας, όπως η άνοδος του φασισμού, οι ναζιστικές αποχρώσεις στην αναβίωση του εθίμου της ολυμπιακής φλόγας (και η προσπάθεια των ημι-παράνομων κομμουνιστών να την σαμποτάρουν), ο ρατσισμός, οι διαχρονικές διακρίσεις κατά των γυναικών, η άνοδος του σοσιαλιστικού μπλοκ, ο αγώνας της Παλαιστίνης για ελεθυερία, και ένα σύντομο μάθημα για το πώς το χρήμα κυβερνά τον κόσμο, σκοτώνοντας κάθε ρομαντική ιδέα, αλλά χρησιμοποιώντας τα κουφάρια τους ως καμουφλάζ, όπως το Ηρακλής τη λεοντή.
Είναι όμως και μια θαυμάσια αφορμή -θαυμάσια, που θα έλεγε και ο Μανόλο Μαυρομάτης στην ΕΡΤ του βαθέος ΠΑΣΟΚ κι ας ήταν ευρωβουλευτής με τη ΝΔ- να εντρυφήσει κανείς σε σημαντικά επεισόδια του «ψυχρού πολέμου», αλλά και σε πιο σοβαρούς προβληματισμούς.

Ήταν λάθος - παρέκκλιση η εγκατάλειψη των Σπαρτακιάδων, εργατικών Ολυμπιάδων κτλ, που έσβησαν ως θεσμός στη Βαρκελώνη του Μονταλμπάν (που έχασε το χρίσμα της διεξαγωγής από το Βερολίνο του Χίτλερ) λίγες μέρες πριν από το πραξικόπημα του Φράνκο;
Ήταν η συμμετοχή των Σοβιετικών στους Ολυμπιακούς Αγώνες κατά τα μεταπολεμικά χρόνια στροφή ενσωμάτωσης και μια αποτύπωση της ειρηνικής συνύπαρξης στο «αθλητικό εποικοδόμημα»; Ή μήπως ήταν μια μορφή ταξικής πάλης με άλλα μέσα, για να φανεί η σοσιαλιστική υπεροχή σε αξίες-ιδανικά και στον πίνακα των μεταλλίων;
Το 1988 στη Σεούλ, όπου απείχε η τίμια Κούβα και η ΛΔ Κορέας, γιατί δεν την άφησαν να γίνει συνδιοργανώτρια σε κάποια αθλήματα, τεκμήριο αυτής της ανωτερότητας δεν ήταν μόνο η άνετη πρωτιά των Σοβιετικών, η υπεροχή της ΕΣΣΔ έναντι των ΗΠΑ και της σωστής πλευράς της Γερμανίας (και της ιστορίας, που οσονούπω τελείωνε) έναντι της ΟΔΓ. Ήταν και η δεύτερη θέση της ΓΛΔ που είχε περισσότερα μετάλλια από τους Αμερικάνους!

Αλλά ό,τι λάμπει (Νικολάου) δεν είναι χρυσός και ο χρυσός δε φέρνει πάντα την ευτυχία, όπως θα μας βεβαίωνε ο Μίδας, ή την κοινωνία του μέλλοντος.

Και από πότε πάνε μαζί ιδανικά και μετάλλια-νίκες; θα ρωτήσει κανείς.
Από τότε που οι γοργόνες βγαίνουν στη στεριά και ρωτάνε με αγωνία ναυτικούς και ταξικά ναυάγια αν ζει το κόκκινο φάντασμα που πλανάται πάνω από τη γηραιά ήπειρο και τον γέρικο σάπιο κόσμο της εκμετάλλευσης. Και τουλάχιστον από όταν οι ηττημένοι εισπράττουν απ’ την εξέδρα τους βροχή δεκάρικα, μετά το Ανεμολόγιο της Αλλαγής, βλέποντας τους νικητές να μη γράφουν απλά την ιστορία, αλλά να διακηρύσσουν πανηγυρικά το τέλος της.

Το είχε πει προφητικά και ο Άρης άλλωστε (Β όπως Βελουχιώτης) και το μεταφέρω από μνήμης: αν νικήσουμε κανείς δε θα θυμάται τίποτα από τις δικές μας σκληρότητες, αλλά αν χάσουμε κανείς δε θα μας το συγχωρήσει.

Σε ένα αγνό, παρθένο αναρχίζον φαντασιακό, που μικρή σχέση έχει με τον πραγματικό κόσμο, ήρωες είναι μόνο οι χαμένοι, που έπεσαν ηρωικά σε άνιση μάχη, απέναντι σε θεούς και δαίμονες. Όσοι νικάνε, γίνονται εξουσία και διαφθείρονται, οπότε χάνουν την αθανασία και μια θέση στο εικονοστάσι των πραγματικών ηρώων.

(Ανοίγει -αριστερή- παρένθεση. Μια άλλη αναρχίζουσα οπτική λέει πως η ρίζα του κακού δεν είναι μόνο ο επαγγελματικός αθλητισμός και ο πρωταθλητισμός που νοθεύουν τη χαρά της άθλησης με το δηλητήριο της σκοπιμότητας και της νίκης με κάθε τρόπο, αλλά ο ίδιος ο αθλητισμός, που βάζει καλούπια στην ελεύθερη κίνηση και τον αυθορμητισμό του παιδιού, στην άναρχη χαρά (που ή θα είναι άναρχη ή δε θα είναι χαρά) του παιχνιδιού και γίνεται ένα φτηνό υποκατάστατο με κανόνες και περιορισμούς, νόμους και άρχοντες -διαιτητές.

Εμένα πάλι όλα αυτά μου μυρίζουν Μπερνστάιν και το σύνθημα «ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτα, η κίνηση είναι το παν». Θεωρώ εξαιρετικά πληκτική και ανούσια μια άσκοπη κίνηση χωρίς στόχους και κανόνες. Και πιστεύω -στην υπερβολή του- πως όλα τα παραπάνω είναι μια πρωτότυπη-εναλλακτική διαδρομή για να βρει κανείς τις διαφορές μεταξύ κομμουνισμού κι αναρχίας. Αναρωτιέμαι, ωστόσο, τι μορφή θα λάβουν στην κοινωνία του μέλλοντος ο αθλητικός ανταγωνισμός και διάφορες διοργανώσεις. Και προβληματίζομαι αν οι αθλητικοί αγώνες στον σοσιαλισμό θα έχουν τον ίδιο πρωτεύοντα ρόλο για τους διαιτητές ή αν αυτός θα τείνει να απονεκρώνεται, σαν το κράτος, και οι παίκτες θα αναλάβουν σταδιακά να διευθύνουν και να λύνουν τις διαφωνίες που προκύπτουν στον αγώνα.

Κλείνει η σοσιαλιστική παρένθεση).

Κάποτε ο Καμί έγραψε πως όλα όσα ξέρει από ηθική, του τα έμαθε το ποδόσφαιρο. Μια πιο σφαιρική τοποθέτηση μπορεί να έλεγε πως το ποδόσφαιρο -και ο αθλητισμός εν γένει- είναι καθρέφτης της κοινωνίας και μπορεί να μας δείξει όσα ξέρουμε για την ηθική -και συνεπώς για την ανηθικότητα- αυτής της κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση, ο αθλητισμός είναι όντως μια πολύ καλή εισαγωγή για αρχάριους στη διαλεκτική σκοπού και μέσου.

Ο σκοπός δεν αγιάζει μακιαβελικά τα μέσα, δε νομιμοποιεί την αδικία και τα ύπουλα μέσα. Κανείς δεν πρέπει να χαίρεται μια νίκη που έρχεται με σικέ αγώνες, πουλημένους διαιτητές και κακό θέαμα. Αυτοσκοπός δεν είναι η νίκη αλλά η χαρά του παιχνιδιού -που σαφώς περιλαμβάνει και τη χαρά της νίκης, την ανταμοιβή των κόπων μας, αλλά όχι με οποιοδήποτε μέσο.
Hasta la victoria siempre...

Ο στόχος της νίκης δεν καθορίζει ευθέως τα μέσα -και αντιστρόφως. Αλλιώς μέσο και σκοπός θα ταυτίζονταν, δε θα υπήρχε διάκριση μεταξύ τους. Ο δρόμος προς τη νίκη δεν είναι πάντα στρωμένος με ροδοπέταλα και ευ αγωνίζεσθαι. Και κάποιος-οι πρέπει να βγάζουν τη βρώμικη δουλειά, όσο υπάρχει -αντικειμενικά- τέτοιος καταμερισμός εργασίας, στο γήπεδο και στη ζωή. Δε σημαίνει πχ πως δε θα υπάρχουν τερματοφύλακες και χειρώνακτες, επειδή όλοι θέλουν να παίζουν μπροστά, φουλ επίθεση.

Αν θες να παίξεις με αξιώσεις, χρειάζεται καλή προπόνηση, πειθαρχία, οργάνωση, ενίοτε και τακτική (υποχώρηση, αιφνίδιες αντεπιθέσεις, ακόμα και κατενάτσιο). Αν ψάχνει κανείς ένα πολιτικό αντίστοιχο του «κατενάτσιο», δύσκολα θα δει καλύτερο παράδειγμα από το Τείχος του Βερολίνου, που παρά τη σχετική αστική υστερία, είχε αμυντικούς σκοπούς, στη βάση ενός αρνητικού συσχετισμού δύναμης και μιας πίεσης που δεν ήταν εφικτό να αποκρουστεί διαφορετικά.

Το βασικό ερώτημα, όμως, είναι άλλο.
Μπορούμε να νικήσουμε σε οποιονδήποτε στίβο (πολιτικό ή αθλητικό) τον ταξικό εχθρό με το σφυροδρέπανο στο χέρι; Μπορούμε να πετύχουμε άμεσα μεγαλύτερη παραγωγικότητα -απελευθερώνοντας παραγωγικές δυνάμεις από τα δεσμά της ιδιωτικής ιδιοκτησίας- από τους εντατικούς, εξοντωτικούς ρυθμούς ανάπτυξης των μονοπωλίων που ξεζουμίζουν εκατομμύρια εργαζόμενους σε όλη τη γη; Μπορείς να νικήσεις με απλή προπόνηση επαγγελματίες υπεραθλητές, που χρησιμοποιούν κάθε μέσο για να πετύχουν τη διάκριση; Ή μήπως πρέπει να σταματήσουμε να προσπαθούμε να ξεπεράσουμε τον εθχρό, να τον νικήσουμε στο δικό του γήπεδο με τα δικά του όπλα, και να πορευτούμε σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση;

Η πραγματική ζωή είναι κριτήριο για κάθε θεωρία, αλλά δε δίνει πάντα καθαρές απαντήσεις. Στο πεδίο της πράξης του εικοστού αιώνα, ο σοσιαλισμός που γνωρίσαμε κινήθηκε παράλληλα σε διάφορα επίπεδα. Επέλεξε για μια σειρά λόγους, ουσίας και συμβολισμού, να πάρει μέρος στην κούρσα του πρωταθλητισμού. Είναι δεδομένο ότι έδειξε μέρος της δύναμής του αλλά δεν απέφυγε τις αρνητικές πτυχές του πρωταθλητισμού, όπως η πίεση σε κάποιους αθλητές και τα αναβολικά. Αλλά όποιος πιστεύει ότι αυτό ήταν ένα παιχνίδι που έπαιξε μόνο η ΓΛΔ πχ -νιώθοντας την ανάγκη να αποκρούσει και σε αυτό το επίπεδο την πίεση που δεχόταν και να δείξει την υπεροχή της- μάλλον καταπίνει πρόθυμα και αμάσητη την αστική προπαγάνδα. Ενώ παράλληλα αγνοεί ότι η βάση για τις επιτυχίες και τα μετάλλια των σοσιαλιστικών χωρών δεν ήταν πως έπιασαν το «τρένο της ΕΤΕ» στα αναβολικά (επιλέγοντας να εστιάσουν σε συγκεκριμένους τομείς), αλλά οι αξεπέραστες αθλητικές υποδομές τους, για να ανακαλύπτουν και να αξιοποιούν κάθε ανθρώπινο ταλέντο και κλίση, αναπτύσσοντας ουσιαστικά τον μαζικό λαϊκό αθλητισμό. Κι αυτό είναι ένα σπουδαίο, ανεξίτηλο επίτευγμα, που δεν μπορεί να το μειώσουν πχ οι εξυπνάδες του Πανούτσου, ότι εκεί όλοι αθλούνταν γιατί δεν είχαν δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης, συνεπώς βαριόντουσαν και δεν ήξεραν πώς/πού να διοχετεύσουν την ενέργειά τους.

Τα ίδια ισχύουν σε γενικές γραμμές για την περίπτωση της Κούβας που εξακολουθεί να παράγει τους δικούς της πρωταθλητές και επιπλέον εξάγει κάποιους, που ονειρεύονται το χρήμα και το αναζητούν στο εξωτερικό, αυτομολώντας στο αντίπαλο στρατόπεδο. Αλλά το βασικό είναι έβγαζε και βγάζει αθλητές που ήξεραν την αξία των ηθικών κινήτρων, όπως ο μυθικός Στίβενσον, που τον πολιορκούσε ο πειρασμός της επαγγελματικής πυγμαχίας και των χρημάτων, αλλά δε θα αντάλλασσε με τίποτα την αγάπη του λαού του, ούτε για τα κέρδη όλου του κόσμου.

Κι αυτό πια, για να παραφράσουμε τον Κάστρο, δεν είναι να έχεις απλώς το κεφάλι σου στο στόμα του λύκου και να του λες να πάει να γαμηθεί. Αλλά να περιφρονείς και τα χρυσά του δόντια, που αυτός νομίζει ότι είναι ικανά να αλέσουν όλες τις συνειδήσεις. Όμως δεν είναι/είμαστε όλοι για τα δόντια τους...

Όσο για τη Σοβιετική Ένωση, παρά τη στροφή που την έβγαλε στο περιθώριο της ιστορίας, έδωσε διάφορα δείγματα όχι μόνο της δικής της υπεροχής, αλλά για την υπεροχή των αρχών της έναντι της όποιας νίκης - διάκρισης. Όσο και αν ψάξει κανείς, δε νομίζω να μπορεί να βρει αντίστοιχα παραδείγματα στον «δυτικό κόσμο» με την απόφαση των Σοβιετικών να μην παίξουν το ’73 στη Χιλή του Πινοτσέτ (χάνοντας το εισιτήριο για την τελική φάση του Μουντιάλ της ΟΔΓ). Ή την απόφαση της σοβιετικής ομάδας μπάσκετ να μηδενιστεί στην ίδια χώρα, στο Μουντομπάσκετ του ’59 και να χάσει ένα σίγουρο χρυσό μετάλλιο, όταν διάλεξε να μην παίξει εναντίον της Ταϊβάν-Φορμόζα (και μάλιστα σε μια εποχή που μάλλον διαφαινόταν το σινο-σοβιετικό σχίσμα). Τελικά τερμάτισε στην έκτη θέση, αλλά στην ΕΣΣΔ κυκλοφόρησε μια σειρά γραμματόσημα με το σύνθημα «ηθικοί νικητές του 3ου Μουντομπάσκετ».

Γιατί είναι πάντα καλύτερο να βρίσκεσαι στη σωστή πλευρά της ιστορίας, παρά στην υψηλότερη θέση του βάθρου.
Hasta la revolucion siempre...

Τι να μας πει και ο Μπάνε (που δυστυχώς την είδε λάιφ-κόουτς) με τη δική του «Δύναμη της ήττας». Αλλά αυτά στο δεύτερο μέρος, αν και εφόσον...


Και αν όλα αυτά χρειάζονται οπωσδήποτε κάποιο άλλοθι σύνδεσης με την επικαιρότητα, θα πάρω τη σημερινή παγκόσμια ημέρα του ραδιοφώνου, τη βοήθεια του κοινού και την αυθόρμητη εξομολόγηση του παλιού συμπαρουσιαστή του «Σπορ και Σκορ στον 904».
Ράδιο-ράδιο αγάπη μου...

Μετά από αυτήν την εκτενή εισαγωγή, πάμε στην ανάπαυλα, με την ελπίδα να υπάρξει χρόνος για δεύτερο ημίχρονο, με συγκεκριμένες προτάσεις - κριτικές και συνειρμούς από κάποια αθλητικά βιβλία που έπεσαν στα χέρια της κε του μπλοκ τις τελευταίες βδομάδες.

Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2017

Καταλονία - Η επόμενη μέρα

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Δεν είναι εύκολο να μιλήσει κανείς για την επόμενη μέρα, αν δεν έχει χωνέψει την προηγούμενη. Κι αυτή αφήνει πολλά ανοιχτά ερωτήματα και ορισμένα σημεία που δεν είναι εύκολο να ερμηνευτούν ή να μετρηθούν με το χτεσινό αποτέλεσμα που ανακοίνωσαν οι καταλανικές αρχές για το δημοψήφισμα: περισσότερες από 2 εκατομμύρια ψήφοι, παρά το όργιο καταστολής και τα αντικειμενικά εμπόδια, και ποσοστό πάνω από 90% υπέρ της ανεξαρτησίας. Αλλά η δυναμική των γεγονότων μοιάζει να ξεπερνά κατά πολύ τη φαντασία των πρωταγωνιστών τους.

Πριν από την κλιμακούμενη ένταση των τελευταίων ημερών, δεν ήταν καθόλου σίγουρο πως θα επικρατούσε το “Ναι” -η θέση υπέρ της ανεξαρτησίας- στο δημοψήφισμα. Ακόμα κι αν επικρατούσε όμως, η ισπανική κυβέρνηση δεν ήταν υποχρεωμένη να το αναγνωρίσει και να το λάβει υπόψη της. Σε κάθε περίπτωση, όσο και αν ξετυλιγόταν αυτό το κουβάρι, πολύ δύσκολα θα οδηγούσε τα πράγματα ως το τέλος και την απόσχιση της Καταλονίας από το ισπανικό κράτος.

Το πιο πιθανό είναι πως οι καταλανικές αρχές χρησιμοποιούσαν το δημοψήφισμα, για να διεκδικήσουν καλύτερες θέσεις και περισσότερη οικονομική αυτονομία. Ακολουθούσαν δηλαδή τακτική ΣΥΡΙΖΑ, επιδιώκοντας να πουλήσουν στην καλύτερη δυνατή τιμή, για το καλύτερο δυνατό αντάλλαγμα την ψήφο των Καταλανών. Όχι, οι independistas -δηλ οι υπέρμαχοι της ανεξαρτησίας- δεν είναι επαναστάτες, όσο κι αν οργίαζε το φαντασιακό πολλών χώρων με το ιστορικό φορτίο της Βαρκελώνης. Αλλά οι αντίπαλοί τους είναι φασίστες, νοσταλγοί του Φράνκο, όπως δείχνουν οι σωβινιστικές συγκεντρώσεις στην υπόλοιπη Ισπανία και το όργιο καταστολής τη μέρα του δημοψηφίσματος.

Τώρα τα δεδομένα άλλαξαν ριζικά και φαίνεται να απομακρύνουν -ή να δυσκολεύουν προς το παρόν- το ενδεχόμενο ενός συμβιβασμού. Οι αρχές της Καταλονίας προανήγγειλαν τη μονομερή διακήρυξη της ανεξαρτησίας της. Από την άλλη ο Ραχόι έριξε λάδι στη φωτιά, λέγοντας πως δεν είδε κανένα απολύτως δημοψήφισμα χτες. Συνεπώς έστειλε τις αστυνομικές δυνάμεις να καταστείλουν κάτι που δεν υπήρχε…

Η ισπανική κυβέρνηση επιχείρησε μια επίδειξη δύναμης -όση τέτοια μπορεί να κρύβουν οι εικόνες της αστυνομίας να χτυπάει στο ψαχνό το άοπλο πλήθος, να κλέβει κάλπες σαν τους αναρχικούς της Ελλάδας στις φοιτητικές εκλογές και να μπλέκει σε σκηνές που θυμίζουν τη “Μεγάλη των Μπάτσων Σχολή”.


Μια αχρείαστη επίδειξη δύναμης, που τσαλάκωσε ανεπανόρθωτα το προφίλ του Ραχόι και φαίνεται να πετυχαίνει ακριβώς το αντίθετο απ’ το αποτέλεσμα που επιδίωκε, συσπειρώνοντας όσο ποτέ τους Καταλανούς. Εκτός κι αν ήταν μια μελετημένη, υπολογισμένη κίνηση πρόκλησης χάους, εν είδει αυτοεκπληρούμενης προφητείας, όπου ο ίδιος θα φάνταζε ως η μόνη σώφρων λύση, φάρος λογικής και σταθερότητας. Είναι τόσο ανόητο που μοιάζει τελικά σχεδόν μεγαλοφυές…

Η επόμενη μέρα βρίσκει ενισχυμένους και κυρίαρχους τους εκατέρωθεν εθνικισμούς, σε ένα εκρηκτικό μίγμα, που είχε πολλά χρόνια να απασχολήσει τη Δυτική Ευρώπη και φαίνεται να την ξαναγυρνάει στην εποχή των Αψβούργων και των Βουρβόνων, που τα βασίλεια σφάζονταν μεταξύ τους, για να επιβάλουν την κυριαρχία τους στα υπόλοιπα…

Όσο οξυμένες κι αν είναι οι αντιθέσεις κι η ανισόμετρη ανάπτυξη στο εσωτερικό της Ισπανίας, δεν ήταν εύκολο να προβλέψει κανείς την τροπή των γεγονότων και τη σφοδρότητα με την οποία εκδηλώθηκαν. Ακριβώς αυτή η άγρια καταστολή όμως, με τις πλαστικές σφαίρες και τους εκατοντάδες τραυματίες, με τους αστυνομικούς να δείχνουν ότι είναι παντού ίδιοι και πως η ηλιθιότητά τους δεν έχει σύνορα ούτε πατρίδα -περίπου όπως οι προλετάριοι- είναι που δίνει ευρύτερες διαστάσεις σε αυτήν την ενδοαστική διαμάχη. Όπως σημειώνει και το ΚΚΛΙ στην ανακοίνωσή του, η κρατική καταστολή θα γυρίσει -αργά ή γρήγορα- στις εργατικές και λαϊκές οργανώσεις, το μόνο πραγματικό φορέα των κοινωνικών μετασχηματισμών.

Η επόμενη μέρα περιλαμβάνει γενική απεργία, την Τρίτη 3 Οκτώβρη, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την πρωτοφανή καταστολή του ισπανικού κράτους. Κι αυτό μπορεί να μην είναι πανάκεια, αλλά προβάλλει ως ένα σοβαρό αντίδοτο από εργατική ταξική σκοπιά, ενάντια στον ανερχόμενο εθνικισμό και τη διαχείριση του ζητήματος από τις αστικές κυβερνήσεις.

Διαβάστε επίσης: Ήταν κάποτε κάτι παραπάνω από ένας σύλλογος...

Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017

Ένα άχρηστο κείμενο

-Άλλο παιχνίδι είδαμε-βλέπουμε...

Τι είναι αυτό που μας κάνει να βλέπουμε τις ίδιες φάσεις, τα ίδια γεγονότα στη ρέουσα πραγματικότητα, και να τα ερμηνεύουμε τελείως διαφορετικά, βγάζοντας εκ διαμέτρου αντίθετα συμπεράσματα;
Είναι ο σύνθετος χαρακτήρας αυτής της πραγματικότητας, που σου επιτρέπει να εστιάζεις σε διάφορες πηγές και να τις αναδεικνύεις σε κυρίαρχες. Οι παραστάσεις και το διαμορφωμένο κριτήριο του καθενός, η κοινωνική του θέση που καθορίζει τη συνείδησή του. Εννοούμε δηλ την κοσμοθεωρία που ακολουθεί ο καθένας, και όταν δεν την έχει ως μπούσουλα και ερμηνευτικό εργαλείο, πέφτει στο δίχτυ της συστημικής προπαγάνδας (που είναι ασφαλείας μόνο για την άρχουσα τάξη). Όταν δεν έχει κανείς δική του γνώμη, δανείζεται την κυρίαρχη, για να καλύψει την άγνοιά του, διαιωνίζοντάς την.

Ναι αλλά τι γίνεται όταν δε μιλάμε για κοσμοθεωρητικά ζητήματα, παρά για απλές φάσεις-επεισόδια μιας κοινωνικής ή ποδοσφαιρικής αναμέτρησης; Γιατί αδυνατούμε κάποιες φορές να συμφωνήσουμε τουλάχιστον στα γεγονότα, στο "τι είναι τελικά αυτό που βλέπουμε", και όχι πώς το βλέπουμε και το ερμηνεύουμε; Να συμφωνήσουμε πχ για τα πραγματικά γεγονότα της 20ής Οκτώβρη (Κοτζαρίδης) ή για μια αμφισβητούμενη φάση, για πράγματα δηλ που είναι (;) αντικειμενικά και ανεξάρτητα από τη θέλησή μας.
Ναι αλλά η σχέση μας με αυτά και η γνώμη που σχηματίζουμε δεν είναι ανεξάρτητη (από τη θέλησή μας -που επηρεάζει αντίστοιχα και την κρίση μας).

Εδώ κάποιοι θα πουν ότι αυτή είναι η ομορφιά της ζωής και των ανθρώπων, που δε μοιάζουν πάντα για να μπουν στο ίδιο καλούπι, και σχηματίζει ο καθένας τη δική του αλήθεια, τη δική του εικόνα για τον κόσμο. Ενώ -σου λένε- οι σύντροφοι και το κόμμα που υποστηρίζουν ότι η πραγματικότητα είναι αντικειμενική και μπορούμε να τη γνωρίσουμε, πως η αλήθεια είναι σχετική και ταξικά καθορισμένη, αλλά επίσης αντικειμενική και γράφεται με κόκκινο, αρνούνται αυτήν την όμορφη ποικιλία, θέλουν να τα ζωγραφίσουν όλα παύλα-τελεία, για να χωρέσουν με το ζόρι την περίπλοκη πραγματικότητα στο δικό τους ερμηνευτικό σχήμα, τη δική τους.. αφήγηση. Και αν τα γεγονότα δε συμφωνούν μαζί της, τόσο το χειρότερο για αυτά.

Είναι θέμα λοιπόν πώς η υποκειμενική σχέση του καθενός με τον κόσμο γύρω του, η ιδιαιτερότητα κι η μοναδικότητα αυτής της σχέσης, θα εναρμονιστεί με μια γενική αφαίρεση, και δε θα βουλιάξει στο βούρκο του υποκειμενισμού και του αγνωστικισμού (αφού όλα είναι υποκειμενικά, δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τίποτα).

Κι αν κάποιοι εκλαμβάνουν την ιδεολογική σκοπιά ως παραμορφωτικό φακό (με έναν αλτουσεριανής κοπής -θα έλεγα- διαχωρισμό της πραγματικότητας από την ιδεολογία και τους μηχανισμούς της, που την αλλοιώνουν και τη στρεβλώνουν), αλίμονο αν χάσουμε τα κόκκινα, ταξικά γυαλιά μας. Που δεν τα φοράμε για να βλέπουμε όλες τις επίμαχες φάσεις υπέρ μας και να δικαιολογούμε τα πάντα, αλλά για να λειτουργήσουν ως μεγεθυντικός φακός που αναδεικνύει την ουσία, ενάντια σε μια αταξική θολούρα (αστιγματισμό) και την απολίτικη μυωπία.

Θα μπορούσε να πει κανείς πολλά ακόμα για το ρόλο του διαιτητή και του ιστορικού και κατά πόσο μπορούν να είναι αντικειμενικοί ή ουδέτεροι. Έχουμε ήδη όμως μια επαρκή βάση-εισαγωγή, για να δικαιολογήσουμε το λόγο ύπαρξης του κειμένου και να προχωρήσουμε σε πιο ποταπές λεπτομέρειες, στις οποίες εύκολα πάντως μπορεί να βουλιάξει κανείς. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα τέτοιων άχρηστων λεπτομερειών-ερωτημάτων.

-Αν έπρεπε να φάει δύο κάρτες ο Βεράτι και να είναι έξω. Αν ο Ντι Μαρία σουτάρει πριν ανατραπεί ή πρέπει να πάρει φάουλ μετά το σουτ, όπως στο μπάσκετ. Αν είναι όντως τόσο αδιαμφισβήτητη και καθαρή η φάση του Σουάρες -πέρα από το καταγέλαστο θέατρο του Ουρουγουανού, που πιάνει το λαιμό τους, λες και τον δάγκωσαν.
-Αν θυμάται κανείς αυτή τη φάση από το Τσέλση-Μπάρτσα, το 09', ότι η Μπάρτσα γυρίζει παίζοντας με δέκα, και πάει στον τελικό, ουσιαστικά χωρίς πλάγιους μπακ. Ή πόσες φορές πέφτει μόνος του ο "fucking disgrace" Ντρογκμπά, για να εκμαιεύσει ένα πέναλτι.
-Αν η Μπάρτσα δικαιούταν να ομιλεί, πχ όταν έχανε 4-0 με κάτω τα χέρια από την Μπάγερν, κι ενώ υπήρχαν επιθετικά φάουλ τουλάχιστον στα μισά γκολ των Βαυαρών ή έπρεπε να το βουλώσει, γιατί είχε παίξει άθλια -κι η απουσία του Μέσι δεν ήταν ελαφρυντικό.

-Αν πιστεύει κανείς ότι η ΟΥΕΦΑ στήνει παιχνίδια για να προστατέψει μια συγκεκριμένη ομάδα ή το προϊόν της. Κι όχι, δεν είναι το ίδιο, γιατί προστατεύει καλύτερα το προϊόν της, όταν διασφαλίζει πως θα έχει διαφορετικό νικητή κάθε χρόνο και φροντίζει μεθοδικά για αυτό, με κυκλικές εναλλαγές, σαν τον επιλοχία που μοιράζει τις εξόδους των φαντάρων.
-Αν πιστεύει κανείς ότι ο στημένος διαιτητής περιμένει να εκτεθεί στο 90', με μια φάση που δεν καθορίζει τίποτα ακόμα, λες και υπήρχε εγγύηση πως θα ακολουθήσει το έκτο γκολ στο 95'. Ή όταν δείχνει αρχικά άουτ στην ανατροπή του Νεϊμάρ, αλλά ο βοηθός που τον διορθώνει, έχει σύνδεση με τα κεντρικά απευθείας: με ενημερώνουν από το κοντρόλ ότι... δώσε πέναλτι.
Άλλο πράγμα να είναι κανείς ανυποψίαστο παιδί των λουλουδιών, που νομίζει πως ζει σε ένα κόσμο όμορφο και ηθικό, αγγελικά πλασμένο. Κι άλλο να φροντίζουμε να έχουν μια στοιχειώδη λογική και συνοχή οι θεωρίες μας, για να μη γίνουν συνωμοσιολογίες ψεκασμένων. Υπάρχει και μια μέση λύση που εκφράζει την κοινή λογική.

Αντ' αυτών μερικά καταληκτικά σημεία, ως κατακλείδα.
-Η φρενίτιδα που προκάλεσε η μεγάλη ανατροπή ξέφυγε κατά πολύ από τα όρια της Μπάρτσα και του κοινού της, για να ερμηνευτεί με όρους συμπαθούντων και αντιφρονούντων (πχ οι αντιδράσεις στα αποδυτήρια της Ντόρντμουντ, στα στούντιο της αγγλικής τηλεόρασης, κοκ. Λες ο Λίνεκερ να πρέπει να ανασκευάσει το διάσημο ρητό-ορισμό του για το άθλημα: το ποδόσφαιρο είναι ένα πολύ ωραίο σπορ, που στο τέλος νικάει πάντα η  Μπαρτσελόνα και οι αντίπαλοι διαμαρτύρονται για τη διαιτησία).

Κι εντάξει για τους πρώτους, δεν είναι αντικειμενικοί, και η μαρτυρία τους και το βίωμά τους, αν και αυθεντικά, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ως αξιόπιστα. Οι άλλοι όμως; Είναι και αυτοί στο κόλπο;
Όσο για τους δεύτερους, αν δεν καταφέρνουν να αποστασιοποιηθούν από την αντιπάθειά τους, για να συλλάβουν -χωρίς να χαρούν απαραίτητα- τη στιγμή και τη μοναδικότητά της, πάσχουν ίσως από κάποιο είδος συναισθηματικής αναπηρίας (αν κι η τσαντίλα δείχνει συνήθως αντεστραμμένη αγάπη). Σαν να σου δείχνουν το φεγγάρι και να κοιτάζεις το δάχτυλο ή έστω τους κρατήρες στην επιφάνειά του. Σαν να βλέπεις την παράσταση του Μαραντόνα με τους Άγγλους, και να στέκεσαι στο γκολ που έβαλε με το χέρι κι αλλοίωσε το αποτέλεσμα (πολλοί βέβαια έπιασαν αμέσως τον παραλληλισμό και έσπευσαν να υπερασπιστούν το είδωλό τους, τον Ντιέγκο, από τη βέβηλη σύγκριση, για να την απονομιμοποιήσουν).

Όσο για τους οπαδικούς μηχανισμούς που ενεργοποιήθηκαν στην Ελλάδα, δείχνουν μπόλικη σαπίλα κι αρρώστεια. Οι μισοί, διψασμένοι κι αδικημένοι -κατά φαντασία ή μη- έχουν συνηθίσει να βάζουν κάθε αγώνα στο μικροσκόπιο και να ασχολούνται με τις αποφάσεις του διαιτητή. Και οι άλλοι μισοί σπεύδουν να διαπιστώσουν πως αυτά συμβαίνουν παντού, για να καλύψουν τα δικά τους.
Αρρώστεια...
Δεν είναι τυχαίο πως μόνο στη Μαδρίτη και στην Ελλάδα ασχολήθηκαν τόσο πολύ με τη διαιτησία του αγώνα, ξεπερνώντας ακόμα και τους ίδιους τους Γάλλους, που την άφησαν σε δεύτερο πλάνο.

Κι ένα ενωτικό υστερόγραφο. Αν ο Μητσοτάκης είχε χιούμορ, θα μπορούσε να τουιτάρει κάτι για τα στημένα, απαντώντας στο τιτίβισμα του Τσίπρα. Υπονοούμενο για στημένες εκλογές, βίας, νοθείας, κτλ. Εξάλλου ο Κυριάκος είχε από βρέφος αντιστασιακή δράση στην πόλη του φωτός και της Παρί Σεν Ζερμέν...

Το πιο βασικό όμως είναι να μη βλέπουμε άλλο ή το ίδιο παιχνίδι, αλλά να αρχίσουμε να παίζουμε για να αλλάξουμε τους όρους του και να επιβάλουμε τους δικούς μας. Να μη βλέπουμε δηλ αλλά να παίζουμε άλλο παιχνίδι, αντί να μείνουμε στο ίδιο έργο θεατές.

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017

Κάτι παραπάνω από μια ανατροπή

Η ιστορία γράφεται με πάλη ταξική. Ελεύθερος και δούλος, πατρίκιος και πληβείος, μάστορας και κάλφας, οι εργάτες ενάντια στους αστούς, οι αστοί ενάντια στους κρατιστές, όπως το 'χει ο καθένας τέλος πάντων στο μυαλό του. Η βία είναι η μαμή (μαία και όχι μητέρα) της ιστορίας.

Η ιστορία του ποδοσφαίρου είναι κάποιοι αγώνες που έληξαν άσο, δύο ή χι (όπως έχει πει ο φιλελές Πανούτσος). Αλλά βασικά ιστορία ήταν αυτό που είδαμε χτες (όσοι δεν άλλαξαν κανάλι και χτυπάνε τώρα το κεφάλι τους στον τοίχο) στο χορτάρι του Καμπ Νου. Κι η διαιτησία μπορεί το πολύ να είναι η μαμή της ποδοσφαιρικής ιστορίας και τέτοιων γεγονότων που τη σημαδεύουν, όχι η μητέρα τους, όχι η γενεσιουργός αιτία.

Βασικά ήταν ιστορία που ξεφεύγει από τις ανθρώπινες διαστάσεις, μπλέκοντας στα χωράφια της μυθολογίας. Η Μπάρτσα κατάφερε χτες να μεγαλώσει χτες το μύθο της, το μύθο της διοργάνωσης, του γηπέδου (που είχε φιλοξενήσει τον τελικό Μπάγερν-Γιουνάιτεντ, το 99'), του αθλήματος, ακόμα και το μύθο της ΟΥΕΦΑλόνα, που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, όπως η χαρούμενη πτώση του Σουάρες στην περιοχή, στο 90'.


Ιστορία είναι όταν κάθε μέρα μετράει σα μήνας κι ένα επτάλεπτο όσο ένας ποδοσφαιρικός αγώνας (ο λεγόμενος συμπυκνωμένος ιστορικός χρόνος). Όταν τα ντεσιμπέλ των οπαδών υπερκαλύπτουν τους εκφωνητές, και οι εκφωνητές παραληρούν σαν οπαδοί εκτός ελέγχου. Όταν οι παίκτες γίνονται μια αγκαλιά με τον κόσμο κι αυτός μια στρατιά μικρών Τζίμι Τζαμπ που εισβάλλει στο γήπεδο, καταργεί τις διαχωριστικές γραμμές και γίνονται όλοι μαζί ένα κουβάρι, αξεδιάλυτο σαν ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Όταν ο προπονητής αφιερώνει την πρόκριση σε όσους την πίστευαν εξ αρχής και γύρω του ένα σωρό δύσπιστοι Θωμάδες πανηγυρίζουν την Ανάσταση. Όταν ο Πικέ λέει ότι σε εννιά μήνες τα νοσοκομεία θα έχουν πολλή δουλειά, συνδέοντας τον ποδοσφαιρικό οργασμό με τους ερωτικούς, που θα ακολουθούσαν το ίδιο βράδυ. Όταν πανηγυρίζουν την ανατροπή, ακόμα και στα αποδυτήρια της Ντόρντμουντ, που έπαιζε την ίδια ώρα με την Μπενφίκα.

Όταν όλος ο πλανήτης σχολιάζει αυτό που είδε, για να το πιστέψει. Και ο Μητσοτάκης με τον Τσίπρα ανταλλάζουν κρύες στημένες ατάκες και νεοταξίτικο χιούμορ, επιπέδου Σούπερ Λιγκ, με αφορμή μια αποτυχημένη πρόβλεψη του Κυριάκου για την Παρί -που στην αρχή νόμιζα πως είναι τρολιά, αλλά η ζωή ξεπερνά πάντα τη φαντασία. Όπως λέει κι ο Ζαραλίκος, τους ένωσαν τα μνημόνια, τους χώρισαν όμως τα αθλητικά, δυστυχώς...

Υπό άλλες συνθήκες, ένας blaugrana μπορεί να ασχολούνταν με τους άλλους. Με την κατσίκα του γείτονα, τον προκλητικό Ντι Μαρία που εκτέθηκε, τα κομπλεξικά γραπτά που μένουν, τα πικρόχολα σχόλια για τις οδυνηρές τεσσάρες που τελειώνουν την Μπάρτσα και τις μεγάλες ομάδες της (από τη Μίλαν το 94', την Μπάγερν το 13' κοκ), τους αμπελοφιλόσοφους που (ξανα)μιλούσαν για τον κύκλο που έκλεισε, επειδή δεν έχουν ιδέα από διαλεκτικές σπείρες.

Μηδένα προ του τέλους-σσσςςς...
Αλλά όχι. Η εποχή που το blaugrana κοινό ζούσε και πέθαινε ως antimadridista, για δύο αγώνες το χρόνο, έχει περάσει ανεπιστρεπτί κι αυτός είναι ο μόνος κύκλος που έκλεισε (μαζί με διάφορα ρηχά "antifa" κι αντινεοφιλελέ μέτωπα). Η Μπάρτσα έχει αλλάξει επίπεδο και μεγαλώσει τόσο πολύ, που αφήνει τους άλλους να ασχολούνται μαζί της, να αντιδρούν σπασμωδικά, να ετεροπροσδιορίζονται και να υποστηρίζουν τον κάθε αντίπαλο, γιατί ήταν με την Παρί από παιδιά, κι ύστερα έκλαιγαν σα μικρά παιδιά, όπως κι οι άλλοι δίπλα τους, που δεν μπορούσαν να πιστέψουν τι έχουν δει και δεν το χωρούσε ο νους τους, για να το εκλογικεύσει.

Η Μπάρτσα, που είναι κάτι παραπάνω από ένας σύλλογος, πέτυχε κάτι παραπάνω από μια ανατροπή. Βασικά πέτυχε -χωρίς να κάνει κάτι σπουδαίο- την κατάρρευση της Παρί, που θα έχει τουλάχιστον να θυμάται την ιστορική τεσσάρα στον πρώτο αγώνα και μια κλασική κινηματογραφική ατάκα: we 'll always have Paris.

Ο Λουίς Ενρίκε λέει πως το έκτο γκολ το βάζει μόνη της η κερκίδα. Στην πραγματικότητα το βάζουν τα φαντάσματα της Παρί και του... χεσμένου Έμερι, που έφυγε κλαίγοντας από το Καμπ Νου, αφού έκλεισε αδικαιολόγητα την ομάδα του πίσω, κι αποδείχτηκε ο πιο λιγόψυχος Βάσκος.

Πριν τον αγώνα, πολλοί λένε πως αν υπάρχει μια ομάδα που μπορεί να το γυρίσει, αυτή είναι η Μπάρτσα. Αντικειμενικά έχουν άδικο, αλλά η πραγματικότητα τους δικαιώνει.
Η Μπάρτσα δεν έχει καυτή έδρα, αλλά χτες ήταν οικοδέσποινα στην κόλαση. Έχει αδιαμφισβήτητη ποιότητα που της δίνει πολλές νίκες, αλλά καθόλου σκληρό μέταλλο -σαν την Ατλέτικο του Τσόλο- ή παράδοση στις ανατροπές -όπως η Ρεάλ του Ράμος- για τις δύσκολες καταστάσεις. Δεν είναι καν στο καλύτερο φεγγάρι της, αλλά πετυχαίνει αυτό που δεν κατάφερε στα ντουζένια της.

Δεν έχει τη μαγεία του Μέσι, δεν έχει καταιγιστικό ρυθμό, τριάντα τελικές προς το τέρμα ή 80% κατοχή μπάλας, όπως σε άλλες θρυλικές εμφανίσεις της. Ανακτά όμως το τρομακτικό πρες (πίεση) του παρελθόντος, ενώ παίζει με τρεις στην άμυνα, και το Νεϊμάρ κατά συνθήκη αριστερό μπακ, να μεταμορφώνεται από γατάκι σε λιοντάρι που βρυχάται και να γίνεται ο άνθρωπος του αγώνα. Έτσι, φτάνει στην τελική ευθεία με σκασμένα πνευμόνια από την υπερπροσπάθεια και πετυχαίνει το θάμα ακριβώς τότε, με κατάθεση ψυχής (και τη λιγοψυχία της Παρί, που αλλάζει μόλις τέσσερις πάσες στα τελευταία δέκα λεπτά) και τους καλύτερους μέσους της (Ινιέστα, Ράκιτιτς) εκτός αγώνα. Με ήρωα κι από μηχανής θεό ένα δικό της παιδί, από τη Masia, που όταν τελειώσει την καριέρα του, όλοι θα τον θυμούνται κυρίως (αν όχι αποκλειστικά) για αυτό το γκολ -όπως θυμούνται τον Μπελέτι κυρίως για το γκολ του στον τελικό του Παρισιού.

Η Μπάρτσα πέτυχε την ανατροπή του αιώνα, κυρίως απέναντι στον κακό της εαυτό, τη μεγαλύτερη ανατροπή της ιστορίας, μετά την αντεπανάσταση στην ΕΣΣΔ. Και στις δύο περιπτώσεις το φρούριο πέφτει (και) από μέσα, αλλά παίζει ρόλο η εξωτερική πίεση. Η βασική διαφορά είναι ότι η Σοβιετία νικήθηκε από τους εχθρούς της και δεν κατέρρευσε ακριβώς, τουλάχιστον όχι όπως η Παρί, που στο τέλος λιποθυμά και περιμένει το μοιραία, χωρίς να αντιδρά.

Το τέλος μπορεί να βρει την Μπάρτσα να καταρρέει υπό το βάρος των αντιφάσεών της, σα Σοβιετία. Αλλά we 'll always have -θα έχουμε για πάντα- Στάλινγκραντ, Camp Nou, Κάρντιφ ή τέλος πάντων, τις αναμνήσεις από βραδιές σαν τη χτεσινή, που γράφουν (ποδοσφαιρική) ιστορία. Και ας μην προωθούν το προτσές της ταξικής πάλης, που παραμένει ιστορικά αδικαίωτη...

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017

Όσο με πληγώνεις...

Ας κλείσουμε πρώτα με τα ελαφρά θέματα -πχ την "Ελαφριά Ταξιαρχία" που εκκρεμούν, για να πιάσουμε αργότερα τα πιο σοβαρά -πχ τις "Ερυθρές Ταξιαρχίες" και τους υποστηρικτές τους.

ΠΡΩΤΟ ΗΜΙΧΡΟΝΟ

Η συντριβή της Μπαρτσελόνα από την Παρί την ημέρα του Βαλεντίνου ήταν το καλύτερο δώρο για αρκετούς, που βρήκαν πάτημα να ξεσαλώσουν, εκδηλώνοντας την αντεστραμμένη αγάπη τους (δηλ μίσος) για τους μπλαουγκράνα.

-Δεν ήξερα μέχρι χτες πως υπάρχουν τόσο πολλοί μη δεξιοί, που να είναι φόλα αντι-Μπάρτσα,
μου είπε ένας σφος τουιτεράς, κι είχε απόλυτο δίκιο.
Ο αντι-μπαρτσελονισμός είναι η νέα εναλλακτική μόδα, που ξεκινά από ένα υγιές αντανακλαστικό κόντρα σε κάτι που γίνεται κυρίαρχο, (άρα) κατεστημένο, αλλά βασικά στηρίζεται στον -όχι και τόσο υγιή- ετεροπροσδιορισμό, όχι από το φαινόμενο αυτό καθαυτό αλλά από την κουβέντα και τον ντόρο που στήνεται γύρω από αυτό, την ατμόσφαιρα και τις υπερβολές που το συνοδεύουν.

Όταν βλέπεις πχ το Μέσι να κάνει μια απλώς καλή ενέργεια κι ο εκφωνητής ουρλιάζει μες στα αυτιά σου, σαν να είδε μόλις την ντρίπλα του αιώνα, σου 'ρχεται αυθόρμητα ένα "δε γαμιέσαι κι εσύ και ο Μέσι" -και η Μπάρτσα κι η μόδα της, προφανώς. Αυτό είναι θεμιτό και ανήκει στην "ιδεολογία" του ποδοσφαίρου, που είναι κομμάτι της γοητείας του, το αλατοπίπερο της πραγματικότητας, που συχνά όμως αλλοιώνει τη γεύση και την εικόνα της. Η απέχθεια για τον (κάθε) Μπακόπουλο και τις υστερικές του αντιδράσεις καταλήγει να σκεπάζει την ουσία και το θέαμα, όπως η απέχθεια για τη μόδα της Μπαρτσελόνα και τους όψιμους "οπαδούς" της -που αύριο θα υποστηρίζουν κάτι άλλο- καταλήγει να αποκρύπτει την "εναλλακτική" αντι-Μπάρτσα μόδα, που είναι εξίσου ρηχή κι ανώριμη στάση. Κι έτσι στο τέλος χάνεται η αγνή, πρωτογενής χαρά που μπορεί να προσφέρει το παιχνίδι και ομάδες που το φτάνουν στα ανώτατα όριά του, ανάγοντάς το σε τέχνη, όπως η Μπαρτσελόνα των τελευταίων χρόνων (πιθανότατα ό,τι καλύτερο έχει δει ο μέσος φίλαθλος στον αιώνα που διανύουμε).

Μια ενδιάμεση, παρεμφερής στάση είναι η συζήτηση για τα αίτια της παρακμής και πότε άρχισε να στραβώνει το πράγμα, που περιλαμβάνει απογοητευμένους οπαδούς, που θυμίζουν πότε λιγόψυχους ριψάσπιδες που κρύβονται στα δύσκολα και πότε κοψοχέρηδες, που όλο σιχτιρίζουν και όλο το ίδιο στηρίζουν (ΠαΣοΚ, Σύριζα, Μπάρτσα. Τι, θες να νικήσει ο Κούλης και η Ρεάλ;).

Πιο πολύ όμως αυτή η κουβέντα θυμίζει εκείνο το είδος της ιδεολογικής καθαρότητας που γίνεται εν είδει πλειοδοσίας, για να νικήσει ο πιο σκληροπυρηνικός που θα βρει τη ρίζα του κακού στο απόγειο της παρακμής ή ακόμα πιο πριν, στα πρώρα, αρχικά στάδια -όταν κανείς άλλος δεν ήταν διορατικός για να το καταλάβει, όπως αυτός.
Η Οχτωβριανή Επανάσταση πχ δε στράβωσε το 56' με το εικοστό συνέδριο ούτε το 28' που έφυγαν τον Τρότσκι, ούτε σε κάποιο άλλο πολλαπλάσιο του 14' -που το φορούσε ο Κρόιφ (τίποτα δεν είναι τυχαίο) αλλά την ενδέκατη μέρα (11η, εντεκάδα, ΤΥΧΑΙΟ;), αμέσως μετά τις δέκα που συγκλόνισαν τον κόσμο.
Σαν τις συζητήσεις στις παρέες παλιών ροκάδων-μεταλλάδων για τα συγκροτήματα που ξεπουλήθηκαν αμέσως μετά τον πρώτο τους ελπιδοφόρο δίσκο -πού είσαι νιότη που έδειχνες πως θα γινόμουν άλλος.

Μια άλλη κατηγορία είναι οι βαρύγδουπες κρίσεις για τον κύκλο που έκλεισε, που επαναλαμβάνονται σαν φαύλος κύκλος μετά από κάθε αποτυχία κι είναι σαν τις συζητήσεις στα καθ' ημάς και τους διανοούμενους-φωστήρες που ανακαλύπτουν κάθε τόσο ένα καινούριο στάδιο στον καπιταλισμό -μετά τον ιμπεριαλισμό- που τόσα χρόνια μετά από την πρώτη ανακάλυψή του, λογικά έχει παλιώσει τόσο που θα έπρεπε να αντικατασταθεί από κάτι ακόμα νεότερο (αλλά αυτό δεν μας το έχουν πει ακόμα, μέχρι να δικαιωθεί η πρώτη ανακάλυψη).

Σε κάθε περίπτωση, η εξέλιξη ποτέ δεν είναι κυκλική -ούτε καν στη φύση- και προχωρά με ζιγκ-ζαγκ και διαλεκτικές σπείρες -που συνωμοτούν ενάντια στις απλοϊκές ερμηνείες και τις διάφορες θεωρίες συνωμοσίας. Κι αν ψάχνουμε να βρούμε οπωσδήποτε στάδια, αυτά είναι δυο: το παλιό "Λες Κορτς", που δε χωρούσε τα πλήθη που συνέρρεαν να θαυμάσουν την ομάδα των πέντε Κυπέλλων και το νέο Καμπ Νου που φτιάχτηκε για αυτό ακριβώς και σημαίνει αυτό ακριβώς στα καταλανικά: νέο γήπεδο. Δηλαδή νέο στάδιο. Μόνο που δε μας λέει η μετάφραση αν είναι απλά νέο ή το ανώτατο...

Ναι αλλά ποια είναι τα αίτια της κρίσης;
Αν ο Ροναλντίνιο ήταν ένα είδος προφήτη και προοίμιο, σαν την επανάσταση του 1905 που ετοίμασε τον κόκκινο Οχτώβρη, κι η περίοδος του Γκουαρντιόλα ήταν πραγματική επανάσταση για το άθλημα, η Μπάρτσα έκτοτε πορεύεται με αυτόματο πιλότο, αναμασώντας περασμένα μεγαλεία και δάφνες του παρελθόντος, που την κάνουν να ζαλίζεται και να παραπατά (χωρίς να δίνει χρησμούς), όπως και προχτές κακή ώρα, που έχασε από μια ομάδα χωρίς ηγέτη -που τρέχει μόνη της στη Γαλλία αλλά κινδυνεύει να βγει τρίτη- και έναν προπονητή που την είχε νικήσει μόνο άλλη μια φορά στη ζωή του.

Είναι ουσιαστικά το ίδιο πρόβλημα που είχαν μεταπολεμικά κι οι Σοβιετικοί με το επιζητούμενο πέρασμα από την εκτατική στην εντατική ανάπτυξη. Η Μπάρτσα έχει σταματήσει να παράγει καλούς παίκτες από τα σπλάχνα της στην ακαδημία (επιστημών της ΕΣΣΔ και) της Masia. Ενώ οι αποτυχίες του Γκουαρντιόλα στο εξωτερικό δείχνουν πως δεν μπορείς να κάνεις μηχανική εξαγωγή των αρχών της επανάστασης σε άλλες χώρες, αν δεν υπάρχουν οι αντικειμενικές συνθήκες.

Το βασικό όμως είναι ότι η Μπάρτσα παίζει πια ένα παιχνίδι χωρίς αρχή και τέλος και βασικά χωρίς αρχές (όπως λέει κι ο μικρός Καίσαρης) με το οποίο μπορεί να έχανε ή να φραξιόνιζε (φραξιονισμός χωρίς αρχές, όπως τη διετία 1929-31 στο κόμμα) αλλά τουλάχιστον το υπηρετούσε πιστά, ζούσε και πέθαινε με αυτό. Τώρα ο κεντρικός σχεδιασμός υποχωρεί και δίνει χώρο στο "απόψε αυτοσχεδιάζουμε" της τριάδας των κλασικών μπροστά, Μέσι, Σουάρες και Νέιμαρ (που είναι λίγο ποζεράς σαν τον Τρότσκι, με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του) και σε οπορτουνιστικούς τακτικισμούς, με σαφές στρατηγικό έλλειμμα. Στο τέλος μάλλον θα βαλσαμώσουμε το Μέσι (που φτάνει πλέον στα 30) σε ένα μαυσωλείο στην πλατεία (έτσι κι αλλιώς η Ράμπλας θα γίνει κόκκινη) για να μας ξελασπώνει από το βούρκο στον οποίο θέλουν να μας ρίξουν οι δεξιοί και το αντιδραστικό προτσές της απο-Κροϊφοποίησης.

Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η Μπάρτσα έβαλε στοιχεία Ρεαλ-ισμού στο παιχνίδι της, για να γίνει πιο αποτελεσματική, δανείστηκε συνταγές από το αντίπαλο, ταξικό στρατόπεδο -που προφανώς δεν μπορεί να το ανταγωνιστεί με τέτοιους όρους- και ξεπούλησε την ψυχή της στο διάβολο της σκοπιμότητας. Ουσιαστικά δηλαδή έχει πεθάνει προ πολλού, παρά κάποιες πρόσκαιρες επιτυχίες που μας ξεγελάνε (το Τσου-Λου του 15', η βόλτα του Γκαγκάριν στο διάστημα, κτλ) και ίσως να φτάνει στο σημείο που η περίοδος της στασιμότητας θα οδηγήσει σε ιστορικά πισωγυρίσματα, χειρότερα κι από τις τεσσάρες που σηματοδοτούν το τέλος ενός κύκλου ή μάλλον μιας διαλεκτικής σπείρας (πχ η τεσσάρα από τη Μίλαν στην Αθήνα κι από την Μπάγερν το 13').

Για να παραφράσω ένα γνωστό τσιτάτο, η επανάσταση της Μπάρτσα ή θα είναι ολοκληρωτική -σαν total football και total socilism- ή δε θα υπάρχει και θα εκφυλιστεί.
Η Μπάρτσα απέχει πολύ βέβαια από το να είναι ΚΚΕ, Σοβιετία ή επανάσταση -και "όλοι" ξέρουμε πως βασικά ξεπουλήθηκε μετά τους πρώτους δίσκους της.
Αλλά για να παραφράσω και τον Κάππο, ο χυδαίος αντι-μπαρτσελονισμός είναι κάτι σαν ντροπαλός αντικομμουνισμός.

Ο οποίος Κάππος ήταν λέει Απολλωνιστής, κι αυτή είναι η "μεταβατική" γέφυρα για το δεύτερο ημίχρονο (μετά κι από κάποια ανάπαυλα ίσως)

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2016

Κάτι παραπάνω από ένας σύλλογος

Κείμενο που έπρεπε κανονικά να μπει χτες, που ήταν τα γενέθλια της Μπάρτσα, αλλά το ξεπέρασαν οι εξελίξεις.

Ο φιλελές Πανούτσος είχε γράψει κάποτε αφοριστικά πως η βαριά φανέλα και η περιβόητη ιστορία των ομάδων είναι ότι έχουν παίξει πολλούς αγώνες, κάποιοι από αυτούς ήρθαν "άσο", κάποιοι άλλοι "χι" κι άλλοι διπλό. Αυτό ως απάντηση σε οπαδούς που απαιτούν τρελαμένοι σεβασμό στην ιστορία της ομάδας τους. Αλλά κι ως δείγμα περιφρόνησης του σνομπ, φιλελέ "άριστου" για τη γνώμη του πόπολου. Έχει πάντως ένα δίκιο, μες στην υπερβολή του.


Η Μπάρτσα ωστόσο δηλώνει -και είναι- κάτι παραπάνω από ένας σύλλογος, mes que un club, με εμβέλεια που ξεπερνά κατά πολύ τις γραμμές του γηπέδου. Κι αυτό είναι που επιτρέπει στους διοικούντες της να χτίζουν στις πλάτες της χρυσές δουλειές ή μάλλον κάτι παραπάνω από μια απλή, εμπορική συναλλαγή. Παραφράζοντας τον αφορισμό του Πανούτσου, οι σύγχρονες ομάδες είναι ανώνυμες εταιρίες, που πουλάνε το προϊόν τους, το μύθο τους, την ικανότητά τους να παράγουν στιγμές και συγκινήσεις, άλλες με περισσότερη κι άλλες με λιγότερη επιτυχία.

Η Μπάρτσα δεν είναι η εξαίρεση στον κανόνα, μια αποεμπορευματοποιημένη ποδοσφαιρική νησίδα κι ούτε θα μπορούσε ποτέ να είναι, γιατί αν δεν ακολουθούσε το γενικό κανόνα, θα έπαυε αυτομάτως να είναι ανταγωνιστική, να είναι σε θέση να αποκτά κορυφαίους παίκτες και να διεκδικεί τρόπαια. Κι αυτό είναι ίσως το πιο απλό και εκλαϊκευτικό παράδειγμα για όσους αρνούνται να καταλάβουν τον ουτοπικό χαρακτήρα της αυτοδιαχείρισης, του "εναλλακτικού εμπορίου" και βασικά του σοσιαλισμού σε μία μόνο επιχείρηση.

Αν διαφέρει κάπου, είναι στο μύθο και το ιστορικό φορτίο που κουβαλάει, το μέγεθος και τη γοητεία του, τις εξωαγωνιστικές προεκτάσεις και τους συνειρμούς που μπορεί να γεννήσει: η καταπίεση του φρανκικού καθεστώτος, η επί χρόνια ανόθευτη φανέλα, η λαϊκή βάση κι οι εκλογές για την ανάδειξη προέδρου. Θα μου πεις όλα αυτά μπορούν να πείσουν μόνο ένα μικρό παιδί. Αφενός όμως σε αυτήν την ηλικία είναι που διαλέγει κανείς ομάδα, αφετέρου τα αθλητικά είναι το βασικό καταφύγιο του παλιμπαιδισμού μας, μετά την ενηλικίωση. Το πρόβλημα είναι αν συνεχίζουμε να παίρνουμε στα σοβαρά το μύθο και να τον μπερδεύουμε με την πραγματικότητα.

Το άλλο βασικό πρόβλημα είναι ότι αυτό το μύθο τον εκμεταλλεύεται εμπορικά η εκάστοτε διοίκηση, που φροντίζει κάθε φορά να τον ακυρώνει στην πράξη. Είτε στην υπόγεια συνδιαλλαγή με το λαομίσητο φρανκικό καθεστώς για την αρπαγή του Ντι Στέφανο, σε ρόλο ποδοσφαιρικής ωραίας Ελένης, από τη Ρεάλ. Είτε σπιλώνοντας τη φανέλα με χορηγό, μια συμβολική, ιδεολογική "καθαρότητα" -που είχε αρχίσει ωστόσο να θυμίζει το παράδειγμα με τον υποκριτή που είναι χωμένος στο βούρκο ως το λαιμό, αλλά τον ενδιαφέρει να κρατήσει καθαρά τα νύχια του.

Η Μπαρτσελόνα είναι το καμάρι της Καταλονίας, σύμβολο της διαφορετικότητας και του αγώνα της για ανεξαρτησία. Αλλά η διοίκησή της δε θα εγκατέλειπε ποτέ την ισπανική Primera Division, την αίγλη και τα κέρδη ενός clasico, για να παίξει σε μια ανεξάρτητη, καταλανική λίγκα, με βασική αντίπαλο την Εσπανιόλ -που το όνομά της δηλώνει το φιλο-ισπανικό της φρόνημα, αλλά η καταλανική γραφή του (Espanyol και όχι με το κλασικό "περισπώμενο" ñ) τονίζει τη σχιζοφρένεια και την αντιφατικότητα των καταστάσεων.

Το Σάββατο έρχεται άλλο ένα Clasico στο Καμπ Νου, με την Μπάρτσα στριμωγμένη στον τοίχο, στο -6 και τους λευκοφρουρούς να έχουν το πάνω χέρι. Από μια άποψη το Μπάρτσα-Ρεάλ είναι η ποδοσφαιρική απεικόνιση της ταξικής πάλης και της σύγκρουσης δυο κόσμων. Η Μπάρτσα που στον ισπανικό εμφύλιο έχασε τον πρόεδρό της (εκτελέστηκε απ' τους φασίστες), που έκανε περιοδείες ανά τον κόσμο για την ενίσχυση των δημοκρατικών, κι ήταν το αποκούμπι των εθνικά καταπιεσμένων Καταλανών, που μόνο στο Καμπ Νου μπορούσαν να μιλήσουν ελεύθερα τη γλώσσα τους, εναντίον της Βασίλισσας και της αγαπημένης του φρανκικού κατεστημένου.

Μια πάλη που συνεχίζεται στους καιρούς μας με νέες, συμβολικές μορφές κι απέκτησε άλλο περιεχόμενο. Πχ με τη μαζική παραγωγή αστέρων από τα σπλάχνα της και τη φημισμένη ακαδημία της ομάδας (Masia) απ' όπου βγήκε κι ο Μέσι (κι ο Ινιέστα κι ο Πικέ, κτλ) αντί της συνταγής των ακριβοπληρωμένων galacticos. Ή με την αδιαπραγμάτευτη στρατηγική επιλογή να έχει αυτή παντού και πάντα τη μπάλα, την πρωτοβουλία κινήσεων, να φτιάχνει παιχνίδι και να επιτίθεται συνεχώς, ακόμα και αν πέφτει πάνω σε τείχος ή αφήνει ακάλυπτα τα νώτα της, κόντρα στον τακτικό μακιαβελισμό του Μουρίνιο, που τα θυσίαζε όλα στο βωμό της σκοπιμότητας και προτιμά να περιμένει πίσω τον αντίπαλό του.

Μόνο που αυτά δεν καθιστούν την Μπάρτσα το άοπλο ποδοσφαιρικό τμήμα της επανάστασης. Γιατί η ίδια αναγκάζεται (;) πολλές φορές να δανειστεί τις συνταγές του αντιπάλου (όπως η Σοβιετία στα τελευταία της), να προσαρμόζει το παιχνίδι της, να το κάνει πιο "ρεαλ-ιστικό", και να βάζει μπόλικο νερό στο κρασί της. Ουσιαστικά δηλαδή να πηγαίνει με αυτόματο πιλότο και κεκτημένη ταχύτητα από την πρόσφατη ιστορία της, την (επαναστατική) περίοδο του Γκουαρντιόλα και την προγενέστερη μαγεία του Ροναλντίνιο. Ο οποίος δεν έμεινε για πολλά χρόνια στην κορυφή ενός επαγγελματικού ποδοσφαίρου που τον χλευάζει ως τσιρκολάγνο, δε σηκώνει τη διδασκαλία του και τους γλεντζέδες μάγους, που έχουν ως πρώτιστο μέλημά τους να διασκεδάσουν (τους άλλους και τον εαυτό τους) εντός κι εκτός γηπέδου.

Μια Μπάρτσα που δείχνει πολλές φορές άψυχη, γιατί πούλησε την ψυχή της στο διάβολο της σκοπιμότητας, σαν επανάσταση που μένει μετέωρη και τελειώνει από καύσιμα, χωρίς ιδέες για τη συνέχεια. Παραμένει όμως η καλύτερη θυμίζοντας, σε κάποιες αναλαμπές της, την αίγλη και τις αξίες αυτού του παρελθόντος της, που είναι πολύ νωπό, για να σβήσει εντελώς.

Χρόνια πολλά λοιπόν. Αλλά το "ευτυχισμένα" δεν εξαρτάται πάντα από τους τίτλους και τα αποτελέσματα, ιδίως όταν αυτά γίνονται αυτοσκοπός και δεν έρχονται στην πορεία και παρεμπιπτόντως. Κάτι που είναι, μεταξύ άλλων, κι η βασική διαφορά της κοινωνίας του μέλλοντος από τη σημερινή (της εκμετάλλευσης και της αλλοτρίωσης).

Visca Barça Visca Catalonia

Κυριακή 1 Μαΐου 2016

Δεν έχω πρόβλημα, αρκεί να μην προκαλούν

Η αρχή της κατηφόρας ήταν όταν κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο μια σκηνή με τις ερωτικές περιπτύξεις δύο αρσενικών λιονταριών. Κι από κάτω ένα τρομερό σχόλιο, καυστικό σε βαθμό που να λιώνει σίδερα: δεν έχω πρόβλημα με τα γκέι λιοντάρια, έχω και φίλους γκέι λιοντάρια, αρκεί να μην προκαλούν τον κόσμο με τη συμπεριφορά τους.

Και μετά ήρθε το Πάσχα. Και το κάλεσμα για κρεατοφαγία άθεων και μη. (Και ένας συνειρμός-παράφραση με το σύντροφο Οβελίξ: δεν το ‘ξερα πως μπορεί να φάει κανείς κι άλλα πράγματα). Κι η συγκαλυμμένη κατακραυγή: δεν έχω πρόβλημα με τους άθεους που τρώνε κρέας τη μεγάλη βδομάδα, έχω και φίλους άθεους που τρώνε κρέας τη μεγάλη βδομάδα. Αρκεί να μην προκαλούν με ανοιχτές εκδηλώσεις, αυτάρεσκες καφρίλες και δε συμμαζεύεται.

Το οποίο όμως μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ. Εύκολα.
Δεν έχω πρόβλημα με όσους πιστεύουν, νηστεύουν (και μετά κανονικά έρχεται το ληστεύουν, αλλά δεν το βάζω). Έχω και φίλους πιστούς που νηστεύουν (αν και το βασικό πρόβλημα είναι οι νηστικοί που περιμένουν το μάννα εξ ουρανού). Αρκεί να μην είναι προκλητικοί με ανοιχτές εκδηλώσεις, μεσαιωνικές δοξασίες, λατρευτικά έθιμα, κτλ.

Και μετά το συζητήσαμε με το Sniper. Και το λαϊκό στρώμα. Κι ήρθε η κατρακύλα.

Δεν έχω πρόβλημα με τους Κομμουνιστάς. Έχω και φίλους κουκουέδες άπλυτους που θα γίνουν σαπούνια (τι ωραία αντίφαση, όλα διαλεκτικά δεμένα). Αρκεί να συνεργαστούν, να εκσυγχρονιστούν, να αλλάξουν, να μπουν στο συνταγματικό τόξο, το λάκκο με τα γκέι λιοντάρια, σκύψε να πιάσεις το κομμούνι, και να μην προκαλούν με επαναστάσεις, απεργίες, ανατροπές πολιτεύματος και δικτατορία του προλεταριάτου.

Σωστό. Κι εγώ από την πλευρά μου δεν έχω πρόβλημα με όσους δεν ψηφίζουν ΚΚΕ. Έχω και φίλους που δεν ψηφίζουν ΚΚΕ (κι άλλους που λένε ότι ψηφίζουν, αλλά ο Μαρξ και η ψυχή τους τι ρίχνουν τελικά στην κάλπη). Αρκεί να μην προκαλούν ανοιχτά και να το κάνουν κρυφά στο παραβάν. Και να κατεβαίνουν στο δρόμο ό,τι σκατά κι αν ψήφισαν.

Επίσης, δεν έχω πρόβλημα με το εξωκοινοβούλιο. Έχω και φίλους από το εξωκοινοβούλιο, που ενοχλούνται άμα τους πεις αριστεριστές, κι έχουν δίκιο, γιατί μόνο αυτό δεν είναι οι άνθρωποι –τέρμα δεξιά το έχουν στρίψει το τιμόνι, όπου είναι πάντα η στρατηγική, εκτός κι αν κάθεται η τακτική. Αρκεί μόνο να μην είναι προκλητικοί, με χυδαία αντι-ΚΚΕ αντανακλαστικά.

Δεν έχω πρόβλημα με (βασικά έχω, αλλά έχω συνηθίσει) τον αντικομμουνισμό. Ξέρω και μερικούς παλιούς (πρώην) συντρόφους που έχουν καταντήσει αντικομμουνιστές. Βασικά όμως δεν ξέρω πώς μπορείς να μη γίνεις προκλητικός, αν είσαι αντικομμουνιστής. Αρκεί να γίνεσαι προκλητικός σε βαθμό γραφικότητας, για να έχουμε τουλάχιστον κάτι για να γελάμε από την όλη υπόθεση. Όπως στο Rocky IV.

Δεν έχω πρόβλημα με όσους βάζουν ερωτήματα για το σύντροφο με το μουστάκι ως ιστορική προσωπικότητα. Έχω και φίλους που είχαν αντίστοιχους προβληματισμούς (και ζούνε ακόμα). Αρκεί στο τέλος, ουρανομήκεις επιδοκιμασίες, ουράααα, και θυελλώδικα χειροκροτήματα.

Δεν έχω πρόβλημα με όσους είναι αντι-Μπαρτσελόνα. Έχω κι ένα φίλο που είναι αντι-Μπαρτσελόνα και με πρήζει με το(ν) Κ(λ)οπ και τη Λίβερπουλ. Αρκεί να μην προκαλούν και να μη βλέπουμε μαζί παιχνίδια της Μπάρτσα, και μου σπάνε τα νεύρα με την εμπάθειά τους να υποστηρίζουν πάντα τον αντίπαλο, τάχα γιατί συμπαθούν τον αδύνατο και τάσσονται με τα αουτσάιντερ, από θέση αρχής.

Δεν έχω πρόβλημα με τους κάγκουρες που στηρίζουν τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Ευτυχώς δεν έχω φίλους που να συμπαθούν τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Αρκεί να τους περιορίσουμε σε συγκεκριμένες προστατευόμενες περιοχές (Μπουρνάζι) και υδροβιότοπους (πχ μια λιμνοθάλασσα με τζελ).
Παρεμπιπτόντως, δεν έχω πρόβλημα με το Μπουρνάζι. Έχω ζήσει και μερικούς μήνες στο Μπουρνάζι. Πέρα απ’ την Πλάκα (και το Βλαδιβοστόκ, είναι κι εκεί πατρίδα με σοσιαλισμό).

Δεν έχω πρόβλημα με όσους δεν τρώνε πολύ και θεωρούν το φαΐ υπερτιμημένη αξία. Έχω και φίλους που δεν τρώνε πολύ και προσέχουν τη διατροφή τους ή φουσκώνουν με ένα πιτόγυρο. Αρκεί να βγαίνουμε έξω για φαγητό και στο τέλος να πληρώνουμε όλοι, δια του τόσο, το ίδιο. Όλοι μαζί τα φάγαμε, εξάλλου…

Αρκεί βέβαια να μην είναι ψαροταβέρνα. Δεν έχω πρόβλημα με όσους προτιμούν το ψάρι. Έχω και φίλους που τρώνε ψάρια συχνά και δε σκέφτονται πόσα πιτόγυρα πχ θα μπορούσαν να φάνε με τα ίδια χρήματα. Αρκεί τα ψάρια τους να είναι πιο φρέσκα από του Αλφαβητίξ, να μη γίνονται αφορμή για καβγάδες και να μη σκεπάζουν την τσίκνα από το αγριογούρουνό μου, που είναι κλασική αφορμή για καβγά.

Δεν έχω πρόβλημα με τους Γερμανούς. Οι Γερμανοί είναι φίλοι μας. Αρκεί να μην τους προκαλούμε.

-Δεν έχω πρόβλημα με τα κότερα. Έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα;
-Ναι, αρκεί να μην προκαλούμε το λαουτζίκο και τους απλούς λουόμενους, που δεν έχουν κότερα.

Δεν έχω πρόβλημα να φάω χυλόπιτα. Έχω και φίλες που τους την έχω πέσει και μου έριξαν χυλόπιτα. Αρκεί να μην προκαλούν, γυρίζοντας μπροστά μου με τον καινούριο γκόμενο που βρήκαν στο καπάκι.

Δεν έχω πρόβλημα με όσους σχολιαστές έχουν αντίθετη άποψη με κάποιο κείμενο της κε του μπλοκ. Έχω και φίλους που διαφωνούν πότε-πότε (αλλά όχι πολύ συχνά) με κάποια κείμενα, σημεία, διατύπωση. Αρκεί να μην είναι προκλητικοί και χυδαίοι. Να προσθέτουν κάτι στην πολιτική συζήτηση. Και βασικά να θέλουν να κάνουν τέτοια.
Το αυτό ισχύει στο ακέραιο και για τους συντρόφους που συμφωνούν.

Δεν έχω πρόβλημα με όσους σφους αναγνώστες δε βρίσκουν ιδιαίτερο νόημα σε αυτό το κείμενο. Φαντάζομαι πως θα υπάρξουν σφοι αναγνώστες που δε θα το βρουν ιδιαίτερα έξυπνο-εύστοχο. Αρκεί να το πουν στα σχόλια.


Απειλητικό υστερόγραφο: συνεχίζεται… (με  δικές σας ιδέες στα σχόλια. Αρκεί να μην είναι προκλητικές...)

Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

Ο καλλιτέχνης του ποδοσφαίρου

Αναδημοσίευση από το Ατέχνως

Κάποιοι ήταν αριστεροί, γιατί τους άρεσε ο μύθος του Μαραντόνα. Η Νάπολι, ο φτωχός ιταλικός νότος, η σύγκρουση με το κατεστημένο της ΦΙΦΑ, η Κούβα, το τατουάζ με τον Τσε στο μπράτσο.

Κάποιοι έγιναν δεξιοί, γιατί τους άρεσε το αρχοντικό στιλ του Πελέ κι οι καλές του σχέσεις με τους εκάστοτε άρχοντες. Το αστραφτερό χαμόγελο, οι χορηγοί, το υπουργιλίκι, τα βραβεία για το αμφίβολο ρεκόρ τερμάτων με τη δημιουργική λογιστική.

Και σε κάποιους εναλλακτικούς, άρεσε ο Κρόιφ κι έγιναν παιδιά των λουλουδιών και φανατικοί οπαδοί των οράνιε, με σήμα την τουλίπα.

Υπάρχει μια (σχεδόν υλιστική) ανάλυση για το πώς ανέπτυξαν οι Ολλανδοί το “ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο”. Ζώντας σε μια χώρα, που ένα μεγάλο τμήμα της βρίσκεται κάτω από τη στάθμη της θάλασσας, αντιλαμβάνονται πολύ καλά τη σημασία του χώρου και της αξιοποίησής του, μεγαλώνοντας τις διαστάσεις του γηπέδου στην επίθεσή τους και μειώνοντάς τες, όταν αμύνονται. Κάτι που φαίνεται να αντίκειται στα όρια της τυπικής λογικής, αλλά φλερτάρει με τα όρια της διαλεκτικής.

Η δεύτερη βασική αρχή του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου είναι ότι όλοι οι παίκτες, ανεξαρτήτως θέσης, πρέπει να ξέρουν να επιτίθενται και να αμύνονται, θυμίζοντας κάπως τη σταδιακή εξάλειψη του καταμερισμού εργασίας σε ένα άλλο κοινωνικό σύστημα, που κάποιοι το βάφτισαν “ολοκληρωτικό” για τους δικούς τους λόγους, αλλά πιθανότατα αγνοούν την καθοριστική τεχνική-προπονητική συμβολή του στη διαμόρφωση του total football.

Ο Κρόιφ ήταν σημαιοφόρος κι ιεραπόστολος αυτού του ποδοσφαίρου, χτίζοντας μια ιστορία με πολλά, παραμυθικά στοιχεία.

Ήταν παιδί μιας καθαρίστριας του γηπέδου του Άγιαξ, που κατάφερε να αναδειχθεί και να γίνει η μεγαλύτερη φυσιογνωμία στην ιστορία του Αίαντα.

Έβαλε τη σφραγίδα του σε όλους στο διαστημικό ποδόσφαιρο που παίζει η Μπαρτσελόνα, στον πρώτο της μεγάλο ευρωπαϊκό τίτλο, αλλά και σε όσους ακολούθησαν, καταφέρνοντας να την αλλάξει επίπεδο και να την κάνει όντως κάτι παραπάνω από έναν απλό σύλλογο (mes que un club).

Άφησε όμως την “οράνιε”, την εθνική Ολλανδίας, βασίλισσα χωρίς στέμμα, που να σφραγίζει την ανωτερότητά της, σαν τους μεγάλους καλλιτέχνες που αφήνουν τα έργα τους ημιτελή.

Ήταν αντικομφορμιστής, φανατικός καπνιστής μέχρι να υποβληθεί σε εγχείριση ανοιχτής καρδιάς, κι ιδεολόγος, που απείχε πχ από το Μουντιάλ του 78′ στην Αργεντινή, για να μη νομιμοποιήσει το καθεστώς του Βιντέλα.

Είχε ένα μεγάλο αντίπαλο στην εποχή του, το Φραντς Μπεκενμπάουερ, που κατάφερε να κατακτήσει Μουντιάλ σαν παίκτης και σαν προπονητής με τη Γερμανία, αλλά δεν έφτασε ούτε ένα κλάσμα της καταλυτικής επιρροής του Κρόιφ και των ιδεών του στην εξέλιξη του ποδοσφαίρου ως τις μέρες μας.

Ο Κρόιφ εκτός από χορευτής ήταν ένας ποδοσφαιρικός φιλόσοφος, που έλεγε μεταξύ άλλων πως το να παίξεις ποδόσφαιρο είναι πολύ απλό, αλλά το να παίξεις απλό ποδόσφαιρο είναι το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο. Και πίστευε πως δεν είναι απαραίτητο να τρέχεις συνέχεια πίσω από την μπάλα, αρκεί να έχεις την κατοχή της και να τη βάλεις να τρέχει αυτή αντί για σένα.

Δεν είναι πως του έλειπαν οι φαντεζί ενέργειες, τα θεαματικά γκολ κι οι περίτεχνες ντρίπλες που ζαλίζουν τον αμυντικό. Πρέσβευε ένα ποδόσφαιρο όπου το θέαμα ήταν πιο σημαντικό από το αποτέλεσμα και προϋπόθεσή του, χωρίς να είναι ένας κινηματογραφικός υπερήρωας, τύπου Κρ. Ρονάλντο, που τρέχει, σουτάρει, πηδάει καλύτερα από τον καθένα, με υπερφυσική δύναμη κι αφήνει πίσω τους αμυντικούς, σαν προπονητικές κορίνες.

Ο Κρόιφ ήταν ένα από τα μεγάλα αστέρια που ερίζουν δικαίως για τον τίτλο του κορυφαίου άσου όλων των εποχών. Βλέποντας λοιπόν αυτό το αστέρι να πέφτει από τον ουρανό, δε μένει παρά να κάνουμε μια ευχή: να είναι ή να γίνει το σύγχρονο ποδόσφαιρο τόσο θελκτικό και θεαματικό, σαν αυτό που δίδασκε ο ιπτάμενος Ολλανδός και τα δημιουργήματά του, που πέρασαν χτες στην ποδοσφαιρική αθανασία…

Υγ: στο σύνδεσμο αυτό είναι συγκεντρωμένα τα καλύτερα στιγμιότυπα που χάρισε ως παίκτης. Τα προπονητικά επιτεύγματα και η συνολική συνεισφορά του όμως δεν μπορούν να αποτυπωθούν σε στιγμιότυπα και βιντεάκια.

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2015

Νούμερα

Αυτός ο μαύρος Δεκέμβρης λες να έχει καμία σχέση με το «μαύρο Νοέμβρη» της Μπάρτσα στη μετα-Κρόιφ εποχή και το σερί άσχημων αποτελεσμάτων που έφερναν παραδοσιακά οι μπλαουγκράνα το μήνα των γενεθλίων τους; Προχτές πάντως η Μπαρτσελόνα έμεινε στο 1-1 απέναντι στη Βαλένθια, με σκόρερ τον Σουάρες, που δεν τον θυμόταν καλά στη Βουλή ο Τσακαλώτος, κι είδε τη διαφορά από τους διώκτες της (της Μαδρίτης) να ψαλιδίζεται, όπως η κυβέρνηση είδε το δείκτη της ανεργίας να μειώνεται, από το 27% στο 25%, αλλά φυσικά δεν πανηγυρίζει γι’ αυτό, όπως η ΝΔ με το σαξές στόρι της, απλώς το ανέφερε τυχαία στην ομιλία του ο Τσίπρας, για να μην το ξεχάσουμε.

Όσο για τα νούμερα του προϋπολογισμού, είναι τόσο σίγουρο πως δεν πρόκειται να βγουν και θα χρειαστούν νέα, πρόσθετα μέτρα, που θα τα πληρώσει ο λαός από το υστέρημά του, όσο βέβαιο είναι ότι ο ΠΑΟΚ (που υποστηρίζει κι ο Τσακαλώτος) είναι σχεδόν κάθε χρονιά εκτός στόχων από το χειμώνα, κι όσο νομοτελειακό είναι το τζακ-ποτ στο Τζόκερ, λίγο πριν τα Χριστούγεννα.

Για το οποίο έδωσε μερικά νούμερα προχτές ο Τσακαλώτος, {τέσσερα αντί για (5+1=6) έξι, και ένα εξ αυτών ήταν το 50, ενώ το Τζόκερ σταματάει στο 45. Αλλά αν θέλετε, μπορείτε να σημειώσετε για τυχερό αριθμό το τρία –όσα κι αυτά που θα πάρουμε δηλαδή}.
Με παίζεις στη ρουλέτα και με χάνεις...

Ένας υπουργός, που βασικά γίνεται από μόνος του νούμερο, κάθε φορά που επιχειρεί να μιλήσει στα ελληνικά –που ολοφάνερα δεν είναι η μητρική του γλώσσα- και να πει μάλιστα κι αστειάκια, εκτός κειμένου, με τους βαρβαρισμούς του να δίνουν άφθονο υλικό για ολόκληρα νούμερα επιθεωρήσεων (πέθανε όμως κι ο Λάκης Μπέλλος, που θα μπορούσε να τα αξιοποιήσει).

Το καλύτερο όμως το κράτησε για την αθλητική ανάλυση, όπου το έχει περίπου όσο και τα ελληνικά (Παοκτζής γαρ), αλλά επιμένει.


Έχουμε και λέμε. Η φράση δεν είναι του Πανούτσου αλλά του Καρπετόπουλου. Θα μου πεις, Αντώνης ο ένας, Αντώνης και ο άλλος, χαρισματικοί πλην σφόδρα αντιδραστικοί και οι δύο, άσε που κάνουν μαζί εκπομπή. Οπότε, όπως λένε και οι Αντώνηδες, μην αφήνεις μια μικρή λεπτομέρεια να σου χαλάσει μια ωραία ιστορία –κι ένα μικρό μνημόνιο (τόσο δα να) να σου χαλάσει έναν τόσο ωραίο, αριστερό προϋπολογισμό.
Δεύτερο: η κλιμάκωση της φράσης είναι λίγο διαφορετική και σατιρίζει το κόλλημα των Ιταλών με το κατενάτσιο και τα μικρά σκορ. Το 1-0 είναι η τέλεια νίκη, το 2-0 μεγάλη και καθαρή επικράτηση, το 3-0 ένας ανεπανάληπτος θρίαμβος, ενώ στο 4-0 υπάρχει γκρίνια για τον προπονητή των νικητών, γιατί άφησε την ομάδα να κουραστεί παραπάνω, χωρίς λόγο.
Και τρίτο: το επιμύθιο της ιστορίας είναι σαφές. Το ηθικό δίδαγμα του Τσακαλώτου (είμαι της αγγλικής σχολής, ενώ εσείς της ιταλικής) είναι ζήτημα αν το κατάλαβε κι ο ίδιος. Εκτός κι αν εννοεί το αγγλικό δίκαιο που ορίζει τη μνημονιακή συμφωνία. Ναι, αλλά η συμμαχία του Νότου κύριε;

Κατά τα άλλα, κι εφόσον παραμένουμε στην ίδια κατηγορία, τα νούμερα:
Η νεολαία Σύριζα δε συμμετείχε, αν κατάλαβα καλά, στη χτεσινή πορεία, για να μη φάει ξύλο (κι όχι επειδή θα τους περνούσαν για Κνίτες), αλλά έβγαλε ανακοίνωση ενάντια στην καταστολή, της οποίας ηγείται πολιτικά η κυβέρνηση Σύριζα. Σαν το κόλπο του καλού και του κακού μπάτσου, με τον πρώτο να διαμαρτύρεται για την καταστολή κι ουσιαστικά για την ίδια του την ύπαρξη.

Εν τω μεταξύ τα ΜΑΤ περικύκλωσαν χτες ακόμα και το κτίριο του ΤΕΕ, όπου γίνονται αυτές τις μέρες οι εκλογές του ΣΜΤ. Ενώ ο Καραϊβάζ του ΑΝΤ-1 ανακάλυπτε (μαζί με την αστυνομία) κι ανακοίνωνε (πριν την αστυνομία και για την αστυνομία) εκατό μολότοφ σε διαμερίσματα-καβάτζες(!), εισάγοντας έναν καινούριο όρο στο λεξιλόγιο των αστυνομικών ευτραφών παπαγαλακιών.

Ο Κούγιας βγήκε στην τηλεόραση να μιλήσει για τα αριστερά παιδικά του χρόνια, και τη γενιά του 1-1-4 (θα πήγαινε και στο Πολυτεχνείο, αλλά ήταν λίγο ψηλή η πύλη, για να την πηδήξει), το 15χρονο αγγελούδι που δολοφονήθηκε και το θαυμασμό του για το Ρωμανό! Κι αν ισχύει η παροιμία του Παφίλη, για αυτούς που κατουράνε στη θάλασσα και το βρίσκουνε στο αλάτι, αυτός θα έπρεπε να βρίσκει τον εμετό του στο νερό που πίνει…

Ενώ στην ίδια εκπομπή, ο συνήγορος του Ρωμανού, ο Ραγκούσης, έβγαλε τα τελευταία κείμενα του «πελάτη» του σχεδόν λογοτεχνικά, και αποφάνθηκε πως το υποκείμενο που κάνει ιστορικά τις επαναστάσεις είναι η αστική τάξη (Α.Τ. και πάσης Ελλάδας). Μια ανάλυση πίσω από τον ήλιο, στην εποχή του βασιλιά ήλιου-Λουδοβίκου και του αιώνα του.

Στη Γαλλία τρομάζουν με την άνοδο της Λεπέν και του φασισμού (λες και πρώτη φορά επωάζεται το αυγό του σε συνθήκες αστικής δημοκρατίας). Στη Βενεζουέλα βλέπουμε τα σπαράγματα του μπολιβαριανού εγχειρήματος και την εξάντληση της δυναμικής του, δυο χρόνια μετά το θάνατο του Τσάβες. Ενώ στην Ελλάδα το περιβόητο Grexit έγινε επιτέλους πραγματικότητα, όχι στην ευρωζώνη ή στη συνθήκη Σένγκεν, αλλά στα καλλιστεία για την ανάδειξη της Μις Κόσμος.


Αλλά όπως λέει κι ο πρωθυπουργός, τα σκυλιά γαβγίζουν αλλά το καραβάνι προχωράει. Κι αν μετά από τόσο καιρό περιπλάνησης στην έρημο, έχει οφθαλμαπάτες και βλέπει νερό εκεί που δεν υπάρχει τίποτα άλλο από ξερή κοροϊδία, τόσο το καλύτερο για τους κρατούντες…

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

Φόρος τιμής στην Καταλονία

Η κε του μπλοκ δε διαθέτει γνώσεις διεθνολόγου και το κείμενο που ακολουθεί δεν αποτελεί κάποια ολοκληρωμένη ανάλυση, αλλά απλές σημειώσεις πάνω σε μερικές πτυχές του ζητήματος. Πρέπει οι Καταλανοί να ασκήσουν το δικαίωμά τους στην αυτοδιάθεση; Και είναι όντως μια διαφορετική εθνότητα;



Ομολογώ ότι δεν έχω εντρυφήσει στο εθνικό ζήτημα, αλλά έχοντας κατά νου τον κλασικό ορισμό και τα κριτήρια που μας δίνει, μπορώ να καταλάβω πως οι Καταλανοί έχουν ένα πολύ διαφορετικό ιδίωμα, που μοιάζει περισσότερο με τα γαλλικά παρά με τα καστιγιάνικα (δεν αναφέρω καν τη γλώσσα των Βάσκων, που παραμένει αναλλοίωτη για χιλιάδες χρόνια, χωρίς ινδοευρωπαϊκές προσμείξεις). Σε αντίθεση όμως με τα χρόνια της δικτατορίας του Φράνκο, όταν το μόνο μέρος, όπου μπορούσε να μιλήσει κανείς ελεύθερα τα καταλανικά, ήταν το γήπεδο της Μπαρτσελόνα, σήμερα δεν υπάρχουν εμπόδια στην εκμάθηση και τη διάδοσή τους, ούτε κάποιου άλλου είδους εμφανής διάκριση εις βάρος των Καταλανών.

Υπάρχει επίσης το στοιχείο της κοινής θρησκείας (αν και είναι κάπως προβληματικό για να κατατάξεις εθνολογικά πχ τους άθεους), όπως επίσης και αρκετά κοινά βιώματα, ιστορικά και κοινωνικά, στα οποία θα περιελάμβανα τον ισπανικό εμφύλιο (κι η Μαδρίτη προπύργιο των δημοκρατικών ήταν, πριν πέσει) ή ακόμα και το «κλάσικο» Ρεάλ-Μπαρτσελόνα, που έχει αποκτήσει παγκόσμια, διεθνή εμβέλεια, πέρα από τα στενά όρια της Ιβηρικής, ωστόσο κανείς δε θα σκεφτόταν την ισπανική λίγκα χωρίς αυτό το ντέρμπι. Ούτε καν η Μπάρτσα..

Ούτε καν η Μπαρτσελόνα (ή μάλλον η διοίκησή της) δε θα επιθυμούσε την αποχώρησή της και τη δημιουργία μιας ξεχωριστής, καταλανικής λίγκας, μολονότι αποτελεί το καμάρι της Καταλονίας, τον άοπλο συμβολικό στρατό της όπως γράφει ο Μονταλμπάν και το σύμβολο του αγώνα της ανεξαρτησίας της. Κι αυτό δείχνει τα υπαρξιακά, ιδεολογικά αδιέξοδα μιας ομάδας, που λειτουργεί αναγκαστικά ως ανώνυμη επιχείρηση σε αυτά τα πλαίσια και (δε) δυσκολεύεται να επιλέξει μεταξύ των συμφερόντων της και των ιδεών που πρεσβεύει.

Σημειώνω παρενθετικά πως τα σπορ ως σύγχρονο όπιο του λαού, χρησιμοποιούνται ολοένα και πιο πολύ ως εκβιαστικό επιχείρημα για τους κολλημένους με τη μπάλα, που φοβούνται για την τύχη της «πρέζας τους». Το καλοκαίρι πχ, πριν από το δημοψήφισμα του Ιουλίου, υπήρχαν πολλά άρθρα που ενημέρωναν τους αναγνώστες για τις συνέπειες ενός πιθανού GREXIT και τον κίνδυνο να μην μπορούν να κάνουν οι ομάδες τους μεταγραφές. Αλλά αυτό είναι μάλλον πιο δύσκολο να συμβεί στην περίπτωση της Ισπανίας για τους λόγους και τους συμβολισμούς που αναφέραμε παραπάνω.

Είναι πολύ σχετικές πάντως αυτές οι διαφορές και τα όριά τους. Αν πάρουμε να συγκρίνουμε πχ τις κλιματολογικές συνθήκες στην Κρήτη και τη Μακεδονία κατανοούμε πως μιλάμε σχεδόν για άλλη ήπειρο. Αν πάλι συγκρίνουμε τους Βόρειους και τους Νότιους Ιταλούς, μιλάμε ουσιαστικά για δύο διαφορετικούς λαούς, που δεν τους ενώνουν και πολλά κοινά στοιχεία. Αυτό δε σημαίνει πως υπάρχει λόγος να τεθεί ζήτημα αυτοδιάθεσής τους ή ότι έπρεπε να αποσχιστεί η Κρήτη το 13’, στα εκατό χρόνια από την απελευθέρωσή της, με το δημοψήφισμα που δεν έγινε ποτέ –εκτός κι αν κρίνουμε πως είναι πιο συμφέρον για τη δική μας υπόθεση να μπει στο περιθώριο ένα αιώνιο πασοκονήσι, για να μας διευκολύνει.

Πρέπει επίσης να έχουμε καθαρό πως η υπεράσπιση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης ως γενική αρχή, δε σημαίνει και την υποστήριξή του ως το σημείο της εδαφικής απόσχισης σε κάθε ξεχωριστό παράδειγμα, αλλά κατά περίπτωση, με βάση τη συγκεκριμένη ανάλυση της κατάστασης. Όπως ακριβώς η αυτονόητη υπεράσπιση του δικαιώματος στο διαζύγιο για τις δύο πλευρές ενός ζευγαριού, δε σημαίνει πως υποστηρίζουμε τη διάλυση κάθε γάμου ή πως τασσόμαστε εναντίον του από θέση αρχής.

Αυτή η συγκεκριμένη ανάλυση στην περίπτωση της Καταλονίας, φέρνει στην επιφάνεια μερικά πολύ αντιφατικά στοιχεία. Η Καταλονία φέρεται να επιδιώκει την ανεξαρτησία της στη βάση ενός σχήματος που λέει πως ο Βορράς που ευημερεί επωμίζεται τα χρέη και τις αμαρτίες του σπάταλου πλην φτωχού Νότου. Από την άλλη υπάρχουν κατά καιρού κάποιες ειδήσεις για τα χρέη και το δανεισμό της αυτόνομης περιφέρειας της Καταλονίας (κάτι σαν τα δικά μας γεωγραφικά διαμερίσματα), που φαίνεται να διαψεύδουν το παραπάνω σχήμα. Εξάλλου ποτέ ο πλούσιος Βορράς δεν επεδίωξε την αποσύνδεσή του απ’ την περιφέρεια του Νότου (με τη συμβατική, καθιερωμένη έννοια αυτών των όρων), εφόσον έβγαινε σταθερά κερδισμένος απ’ αυτή τη σχέση –όπως κι αν την ονομάζει-εξετάζει κανείς.

Αυτό που δεν κολλάει λοιπόν στην όλη υπόθεση είναι βασικά το κίνητρο. Αν δεχτούμε πως στο εγχείρημα της ανεξαρτητοποίησης ηγεμονεύουν ή στην καλύτερη απλώς εμπλέκονται αστικές δυνάμεις και σχεδιασμοί, στη βάση οξυμένων ενδοαστικών αντιθέσεων, παραμένει ωστόσο το ερώτημα για ποιο λόγο η αστική τάξη της Καταλονίας επιθυμεί την αποκοπή της από το ισπανικό κράτος κι έναν πιθανό περιορισμό των μπίζνες της και της εμβέλειάς τους;
Για να κάνω έναν αδόκιμο ίσως παραλληλισμό, αν ο ευρωσκεπτικισμός εκφράζει κάποιες υπαρκτές αντιθέσεις αντικρουόμενων συμφερόντων ή ένα εναλλακτικό σχέδιο, που μάλλον διαπραγματεύεται καλύτερους όρους ένταξης παρά στοχεύει στην τελική ρήξη με την ΕΕ, ο ισπανοσκεπτικισμός έχει κυρίως ιστορικές ρίζες, αλλά όχι ιδιαίτερα λογικά ερείσματα από «επιχειρηματική άποψη».

Αυτό που αξίζει, εν κατακλείδι, να κρατήσουμε είναι η τάση του σύγχρονου ιμπεριαλισμού να συνοδεύει τις οικονομικές ολοκληρώσεις και τη φαινομενική υποβάθμιση του έθνους-κράτους, με τον κατακερματισμό ενιαίων κρατών, την έξαρση των τοπικών εθνικισμών και τη δημιουργία πολλών, μικρών προτεκτοράτων, που κάθε άλλο παρά ανεξάρτητα είναι.
Και την πάγια θέση του κομμουνιστικού κινήματος για το καταλανικό, το βασκικό ζήτημα κι όσα άλλα παρόμοια αφορούν τους λαούς της Ισπανίας, για να βρουν την οριστική λύση τους σε μια ελεύθερη, σοσιαλιστική Ισπανία. Αλλά τότε, παρεμπιπτόντως, δε νομίζω πως υπήρχαν υστερικές φωνές για παραπομπή του ζητήματος στη δευτέρα Παρουσία. Ή μήπως υπήρχαν;

Τρίτη 12 Αυγούστου 2014

Δύο δικοί μας λευκοφρουροί

Πριν από κάνα μήνα (και κάτι παραπάνω), που η κε του μπλοκ βρισκόταν μακριά από τη βάση της, το αρχείο της και τη δυνατότητα να σχολιάσει άμεσα τα γεγονότα, συνέπεσαν την ίδια ακριβώς μέρα οι θάνατοι δύο ανδρών, που κάποτε τους νομίζαμε για δικούς μας, αλλά αποδείχτηκε τελικά ότι ήταν λευκοφρουροί. Ο λόγος για τους αλφρέντο ντι στέφανο και έντβαρντ (ή έντουαρντ) σεβαρντνάτζε.

Ο αργεντίνος ποδοσφαιριστής συνέδεσε το όνομά του με τρεις διαφορετικές εθνικές ομάδες (φορώντας τα χρώματα της κολομβίας και της ισπανίας εκτός από τη φανέλα της χώρας του) και με τη μεταγραφή που καθόρισε την ιστορία του κυπέλλου πρωταθλητριών, δίνοντας στη ρεάλ πέντε τίτλους σε ισάριθμες χρονιές στα πρώτα βήματα της διοργάνωσης. Μια μεταγραφή που πέρασε από σαράντα κύματα για να ολοκληρωθεί και μια σολομώντεια λύση που επιχείρησε να κόψει τον παίκτη στη μέση για να το μοιράσει, εναλλάξ ανά μία χρονιά, στις δύο ομάδες που τον διεκδικούσαν: τη ρεάλ (όπου κι έπαιξε τελικά) και την μπαρτσελόνα, που τον είχε κλείσει πρώτη κι αρνήθηκε να δεχτεί το συμβιβασμό και το μοντέλο μιας σύγχρονης περσεφόνης (έξι μήνες στον πάνω κι άλλους έξι στον κάτω κόσμο), οπότε παραιτήθηκε περήφανα των δικαιωμάτων της. Ενώ κατά μια άλλη εκδοχή, που ίσως να απηχεί πιο πιστά την πραγματικότητα (γιατί κανείς μύθος δεν παίρνει τα αληθινά γεγονότα τοις μετρητοίς, παρά μόνο ως βάση για να χτίσει την ιστορία του), η διοίκηση των μπλαουγκράνα ήρθε έναντι ανταλλαγμάτων σε συνδιαλλαγή με το φρανκικό καθεστώς, για να συναινέσει στην τελική λύση. Ο ντι στέφανο έφυγε πλήρης ημερών, λίγες μόλις μέρες μετά την κατάκτηση της δέκατης μεγάλης ευρωπαϊκής κούπας για τη ρεάλ –που οι μερένχες την κυνηγούσαν εμμονικά σαν το ιερό δισκοπότηρο- λες και είχε βάλει τάμα να δει αυτό το όνειρο να εκπληρώνεται, προτού κλείσει τα μάτια του και φύγει γεμάτος κι ευτυχισμένος.


 Ο σεβαρντνάτζε αντιθέτως ήταν γκεσέμι του γκορμπατσόφ και της περεστρόικα και δεν χρειάστηκε να περιμένει τόσο πολύ για να εκπληρώνεται το δικό του έργο ζωής: η διάλυση της εσσδ και η καπιταλιστική παλινόρθωση. Διάδοχος του γηραιού γκρομίκο στο υπουργείο εξωτερικών, έγινε ίσως ο πρώτος σοβιετικός πολιτικός που αποκήρυξε ανοιχτά και όχι υπόγεια και συγκαλυμμένα την αρχή της ειρηνικής συνύπαρξης (όχι γενικά, αλλά) ως ειδική μορφή ταξικής πάλης. Θέση που υπήρχε στις αναλύσεις των μπολσεβίκων από τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, για να διαστρεβλωθεί σταδιακά μεταπολεμικά και μετά από την οπορτουνιστική στροφή στο 20ό συνέδριο του κκσε. Και είναι μια τραγική ειρωνεία της τύχης και των ιστορικών συγκυριών που αυτή η βασική αρχή ξεθεμελιώθηκε με τον πλέον επίσημο κι εκκωφαντικό τρόπο –σε μια γενική συνέλευση του οηε, αν θυμάμαι καλά- από ένα συμπατριώτη του γεωργιανού συντρόφου με το μουστάκι, ο οποίος (σεβαρντνάτζε) διακήρυσσε τη «νέα σκέψη» και την «αποϊδεολογικοποίηση» των διεθνών σχέσεων, τονίζοντας την προτεραιότητα των «οικουμενικών πανανθρώπινων αξιών» έναντι των «στενών» ταξικών συμφερόντων.

Το 91’, λίγο μετά από την παραίτησή του από το αξίωμα του υπουργού και λίγο πριν από την τελική εκδήλωση της αντεπανάστασης, με τη διάλυση της σοβιετικής ένωσης, εκδόθηκε (μεταξύ άλλων και στα ελληνικά από τις εκδόσεις international aquarius) το βιβλίο του σεβαρντνάτζε «το μέλλον ανήκει στην ελευθερία», που είναι ένα σύντομο, ενδιαφέρον και αρκετά αποκαλυπτικό χρονικό για κάποια αποφασιστικά βήματα προώθησης της περεστρόικα και της ταξικής της ουσίας. Ο σεβαρντνάτζε λέει πχ (κι έχει απόλυτο δίκιο) πως η ομόφωνα ψηφισμένη εισήγηση για το 27ο συνέδριο (που ξεκίνησε ακριβώς τριάντα χρόνια μετά το εικοστό και τη μυστική έκθεση του χρουτσόφ) είχε σαφές πολιτικό στίγμα, για να μην καταλαβαίνουν τι ψηφίζουν αυτοί που διαμαρτύρονταν κι εναντιώθηκαν στην πορεία των πραγμάτων.
Μα είναι δυνατόν να μη συνειδητοποιούσαν ότι οι ιδέες της εισήγησης συνεπάγονταν την αποσυναρμολόγηση του συστήματος; Τείνω μάλλον να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι πολλοί χειροκροτούσαν εκ βαθέων, συνεπαρμένοι από την επιθυμία των αλλαγών, χωρίς ωστόσο να συνειδητοποιούν ότι οι αλλαγές αυτές θα υπονόμευαν και τη θέση τους.


Ο σεβαρντνάτζε καρφώνει τη στάση των στελεχών και των συνέδρων που επιδοκίμαζαν και συμφωνούσαν εθιμοτυπικά με τις θέσεις της εισήγησης, αλλά αποκρύπτει επιμελώς το δισάκι με τις δικές του πολιτικές αντιφάσεις και την ανέλιξή του κατά τη διαβόητη μπρεζνιεφική «περίοδο της στασιμότητας» που στοχοποιήθηκε στα χρόνια της περεστρόικα. Αναγκάζεται ωστόσο να αναφερθεί ακροθιγώς στα γεγονότα, δίνοντας κάποια άκρως αποκαλυπτικά για τη στάση του στοιχεία.

Την ημέρα που παραιτήθηκα από το υπουργείο Εξωτερικών στα παρασκήνια του Κογκρέσου των Λαϊκών Αντιπροσώπων κυκλοφόρησαν τυπωμένα αποσπάσματα από ομιλίες μου για τον Μπρέζνιεφ.
Επειδή ο σεβαρντνάτζε δε μας λέει περισσότερα, μπορούμε να πάρουμε μια γεύση αυτών των ομιλιών από το γεγκόρ κουζμίτς λιγκατσόφ (επικεφαλής της «ύστερης μπρεζνιεφικής αντιπολίτευσης» στην πολιτική περεστρόικα, για να το πούμε έτσι σχηματικά, που σήμερα παραμένει, παρά τα χρόνια του, πολιτικά ακμαίος, ασκώντας κριτική «εξ αριστερών» στο σύγχρονο κκρο) κι ένα απόσπασμα από το βιβλίο του «το αίνιγμα γκορμπατσόφ», που αναφέρεται σε έναν τέτοιο λόγο του σεβαρντνάτζε από το μάρτη του 81’.

«Με την εισήγηση του σ. Μπρέζνιεφ ξεδιπλώθηκε μπροστά σε ολόκληρο τον κόσμο το πανόραμα της προόδου που σημειώνει η χώρα μας στους τομείς της οικονομίας, της επιστήμης και του πολιτισμού. Ήταν η ενσάρκωση όλης της δύναμης του Κόμματος, της ενότητάς του, της συσπείρωσής του. Με την εισήγηση αυτή εκφράστηκε η σιγουριά για τη θριαμβευτική πορεία της μεγάλης μας πατρίδας στο μέλλον, προς τις φωτεινές κορυφές του κομμουνισμού… Η κάθε θέση και το κάθε συμπέρασμα της εισήγησης του Λεονίντ Ιλίτς, η κάθε λέξη της εκπέμπει λενινιστική ενεργητικότητα, λενινιστική προσήλωση στο στόχο, λενινιστική αντικειμενικότητα, πνεύμα αυτοκριτικής, αυθεντικά λενινιστική, βαθιά επιστημονική προσέγγιση στην ανάλυση της σύγχρονης εποχής. Στο βήμα στεκόταν ο Λεονίντ Ιλίτς Μπρέζνιεφ, ο τόσο οικείος κι αγαπητός σε όλους μας. Και ο καθένας μας έβλεπε, ένιωθε με όλη τη δύναμη της καρδιάς του ό,τι εκείνος σκεφτόταν και έπραττε στο Συνέδριο».

Ο σεβαρντνάτζε περιορίζεται σε μια επιβεβαίωση των παραπάνω λέγοντας πως «θα μπορούσαν να έχουν συμπεριλάβει βέβαια κι άλλα σημεία, όπου του έλεγα πολλά δυσάρεστα πράγματα» και πως «αυλοκόλακες διέθετε στο περιβάλλον του [ο μπρέζνιεφ] και χωρίς εμένα». Για να ομολογήσει λίγο παραπάνω πως «δε μου έμενε κανένα άλλο όπλο από το να αξιοποιήσω τους ίδιους τους κανόνες λειτουργίας του συστήματος και, συγκεκριμένα, να πετύχω την υποστήριξη των χωροδεσποτών».

Θα σταθούμε ενδεικτικά σε δύο ακόμα σημεία. Το ένα έχει να κάνει με τη διαχείριση του πρώτου πολεμικού επεισοδίου στην κρίση του κόλπου και την πλήρη χρεοκοπία της εξωτερικής πολιτικής της περεστρόικα, με τη συναίνεση της εσσδ στα σχέδια των ηπα για στρατιωτική επέμβαση στο ιράκ. Είναι ενδιαφέρον να συγκρίνει κανείς αυτή τη στάση με τη θέση του συνασπισμένου χ. κεφαλή που είδαμε στην προτελευταία ανάρτηση (σωστά επενέβησαν, αλλά έπρεπε να ρίξουν και το σαντάμ στα πλαίσια του εκδημοκρατισμού) και να θαυμάσει την ταύτιση απόψεων με τη νέα τάξη πραγμάτων. Είναι επίσης εντυπωσιακό πως ο νεοταξίτης σεβαρντνάτζε κάνει λόγο για εισβολή του ιράκ στο κουβέιτ και (σε ένα παρεμφερές θέμα) εισβολή των σοβιετικών στρατευμάτων στο αφγανιστάν (που τερματίστηκε επί των ημερών του) αλλά αποφεύγει συνειδητά και συστηματικά να χρησιμοποιήσει παρόμοιες φράσεις και χαρακτηρισμούς για την αμερικανική επίθεση στο ιράκ.


 Το δεύτερο σημείο αφορά το μίσος του σεβαρντνάτζε απέναντι στη σοβιετική εξουσία. Στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου του αναφέρεται στην «φεουδαρχική καθετοποίηση» της και τις διώξεις της δεκαετίας του 30’, που θύμιζαν τις πρακτικές της ιεράς εξέτασης (οπότε τοποθετούμαστε χρονικά στο μεσαίωνα). Αλλά πιο πριν έχει κάνει λόγο για «ιμπεριαλιστική εξουσία» (…) «που βασίζεται στο πολιτικό μονοπώλιο» (γιατί ως γνωστόν στον πυρήνα της εμφάνισης του ιμπεριαλισμού βρίσκονται τα μονοπώλια). Προς επίρρωση των παραπάνω, σε μια συνομιλία του με τον γκορμπατσόφ (πριν ακόμα ο τελευταίος γίνει γγ του κκσε) παρουσιάζει την κατάσταση στη σοβιετία περίπου ως… σοσιαλισμό που σαπίζει. (Σάπισαν όλα. Πρέπει να αλλάξουν άρδην τα πράγματα).

Παρόλα αυτά, ακόμα κι αυτός ο ορκισμένος εχθρός της επανάστασης είναι υποχρεωμένος να αναγνωρίσει κάποιες στοιχειώδεις αλήθειες, που σήμερα ωστόσο, με την εδραίωση και το περαιτέρω ξεδίπλωμα της αντεπανάστασης, μπαίνουν στο στόχαστρο της ιστορικής αναθεώρησης.

Οι κριτικοί του συστήματος δίνουν έμφαση στο στοιχείο των διώξεων και της βίας και αποσιωπούν παντελώς το ζωντανό «σώμα της ψυχής» που ενέπνεε τις μάζες για την οικοδόμηση της κοινωνίας, την αντίσταση κατά του εισβολέα και την ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης χώρας.
Όπως και να είχε η κατάσταση, το αναθεματιζόμενο σήμερα από πολλούς διοικητικό-αυταρχικό σύστημα κατάφερε να κινητοποιήσει εκείνη την τεράστια εφεδρεία και θα ήταν απλώς παράλογο να υποστηρίξει κανείς ότι το μοναδικό του έρεισμα ήταν η βία.


Σταματάμε προσωρινά εδώ την καταγραφή, με την υποσημείωση μιας πιθανής επιστροφής στο ίδιο θέμα, με άλλα σημεία του βιβλίου, στο απώτερο μέλλον.

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Και τώρα κάτι τελείως διαφορετικό

Εναλλακτικός τίτλος: Μπάρτσα κι αλληλεξάρτηση

Χτες βράδυ η μπαρτσελόνα παίζοντας με την παρί και τα νεύρα μας, κατάφερε να πάρει με την ψυχή στο στόμα την πρόκριση στα ημιτελικά του τσου λου, για έκτη συνεχή χρονιά. Thats what uefa wants, που θα ‘λεγε και μια ψυχή. Αν και μέχρι τώρα στα νοκ-άουτ η μπάρτσα είχε μάλλον κόντρα διατησία. Αλλά εμείς δεν είμαστε μίζεροι να το κάνουμε θέμα.

Κόντρα στους γάλλους η μπάρτσα έπαιξε μόνο όσο χρειαζόταν, δίνοντας τον ορισμό της μίνιμουμ προσπάθειας. Έτρεξε δέκα λεπτά μέχρι να ισοφαρίσει, είχε είκοσι τελικές –χωρίς πολλές ευκαιρίες όμως- και καλύτερο παίκτη στη σειρά αγώνων το βαλντές, ενώ πέρασε με δύο ισοπαλίες, χάρη στα εκτός έδρας γκολ.

Κάποιος στο τουίτερ έγραψε πως πριν την είσοδο του μέσι η ομάδα ήταν σαν το μικρό παιδί της γειτονιάς που το πλακώνουν στο ξύλο και φωνάζει το μεγάλο του αδερφό να καθαρίσει. Εμένα πάλι μου θύμισε το μαθητή που έχει δυνατότητες αλλά βαριέται να διαβάσει γιατί ξέρει πως του φτάνει και το 14 για να περάσει στη σχολή που θέλει, οπότε γιατί να πάει για παραπάνω; Ναι, αλλά τώρα οι βάσεις ανεβαίνουν κατακόρυφα και πρέπει να αρχίσει να γράφει εικοσάρια, αλλιώς δεν περνάει ούτε την ντόρντμουντ.

Η μπάρτσα βρέθηκε αντιμέτωπη με το δίλημμα να χάσει την χρονιά στο τσου λού ή το μέσι, που είναι περίπου ταυτόσημα. Παραλίγο να τα χάσει και τα δύο, αλλά έμεινε τελικά ζωντανή, με ένα γκολ απ’ το συνδυασμό βίγια-πέδρο, που ως τότε ήταν ίσως οι χειρότεροι του γηπέδου. Αλλά η φάση ξεκινά από τον αργεντίνο, που άγγιξε την ομάδα με το ραβδάκι του και της μετέδωσε την αύρα του μέχρι να σκοράρει. Μετά απλώς περπατούσε, για να μην πιέσει το μυ του, παίζοντας άψογα το ρόλο του ελ σιντ, που τρομοκρατεί τους εχθρούς και μόνο με την παρουσία του.

Πριν τον αγώνα ο ινιέστα παραδέχτηκε πως η ομάδα πάσχει από messidependencia, ότι είναι δηλ εξαρτημένη από το μέσι και την απόδοσή του. Κι εδώ μπαίνει το κλασικό ερώτημα: η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα; Ο μέσι τη μπαρτσελόνα ή το αντίστροφο; Και τι σχέση έχουν τελικά; Εξάρτησης ή ανισότιμης αλληλεξάρτησης;

Στην αργεντινή ο μέσι δεν έχει πάρει τίποτα με την ανδρών, ενώ η εθνική ισπανίας, που είναι μια κόπια της μπαρτσελόνα χωρίς το μέσι, έχει σαρώσει τα πάντα. Η μπάρτσα όμως δεν έχει μάθει να παίζει χωρίς αυτόν και δεν έχει άλλον τρόπο να ξεμπλοκάρει αν βραχυκυκλώσει.

Ο Μέσι περιμένει με αγωνία την εκλογή ΓΓ στο 19ο Συνέδριο

Κι εδώ αρχίζει μια χυδαία αντικομμουνιστική επίθεση, με αφορμή υπαρκτά προβλήματα και αδυναμίες της ομάδας. Για το μονότονο τίκι-τάκα που είναι αφόρητα βαρετό σαν το σοσιαλισμό της ddr (αλλά αν το χάσουμε, τότε θα το εκτιμήσουμε). Για την ομάδα που υποτιμά το ζήτημα της εξάρτησης από το μέσι, τις καταστροφικές συνέπειες και τον καταλανικό αγώνα για εθνική ανεξαρτησία. Για την ανάγκη να παλέψουμε ενάντια στην ιμπεριαλιστική κατοχή μπάλας και τα σταλινικά ποσοστά της –πάνω από 70% σε κάθε αναμέτρηση. Και για την έλλειψη ενός εναλλακτικού σχεδίου βήτα, με αλαβάνο κι έξοδο από την ευρωζώνη, που να σπεκουλάρει στις αδυναμίες του αντιπάλου και να αξιοποιεί με ευέλικτη τακτική τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις.

Οι παραπάνω αντιλήψεις κινούνται στα θολά νερά ενός ρηχού ισπανο-σκεπτικισμού κι οδηγούν μαθηματικά στη λογική της επιλογής ενός καλού ιμπεριαλιστή σύμμαχου. Έρχονται να ασκήσουν εκ του πονηρού πίεση στην μπάρτσα για να απαρνηθεί τη φυσιογνωμία και την ταυτότητά της ως ομάδα. Κρύβουν πίσω από τακτικά ζητήματα τη συνολική τους διαφωνία και βγαίνουν σα γυμνοσάλιαγκες μετά την καταιγίδα να μας πείσουν να παλέψουμε κάτω από ξένες σημαίες. Δε διστάζουν να καπηλευτούν μάλιστα εμβληματικές μορφές του μπλαουγκράνα κινήματος, σαν το λιονέλ μέσι, για τους σκοπούς της προπαγάνδας τους.

Η μπάρτσα όμως είναι καταδικασμένη να ζήσει ή να πεθάνει με τις αξίες της και τη μοναδικότητά της. Δε μπορεί να αλλάξει στιλ παιχνιδιού και να γίνει σαν όλους τους άλλους. Αν κάτι δεν πάει καλά με το σχέδιο, πρέπει να παλέψει να το εφαρμόσει σωστά· όχι να αρχίσεις τις ιδεολογικές εκπτώσεις και να αλλάξει αγωνιστική προσωπικότητα. Κι αυτά δεν είναι ρομαντικές ιδεοληψίες ενός κοινού που αεροβατεί· αλλά η έφοδος των ρομαντικών της μπάλας (και της αγάπης για το θέαμα) στον ουρανό.

Η αυριανή κλήρωση θα βγάλει τα ζευγάρια των ημιτελικών και τον επόμενο αντίπαλο. Και το πιο ωραίο ίσως σενάριο θα ήταν αυτό που θα έβγαζε δύο εμφυλίους: έναν ισπανικό με το λαϊκό μέτωπο της μπαρτσελόνα ενάντια στους λευκοφρουρούς του φράνκο· κι έναν γερμανικό μπάγερν-ντόρντμουντ, σαν αθλητική μικρογραφία της διελκυστίνδας bdr-ddr (ταιριάζουν εξάλλου και τα αρχικά τους). Όχι γιατί η μπορούσια είναι ανατολικογερμανικής προέλευσης, αλλά επειδή είναι μικρό κι ανερχόμενο αουτσάιντερ, σε σχέση με τα βαυαρικά πάντσερ.

Όλα τα παραπάνω βέβαια δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια οργανωμένη προσπάθεια να πέσει στάχτη στα μάτια του φίλαθλου κόσμου, για να ξεχάσει τα πραγματικά του προβλήματα. Ποια είναι αυτά;
Η γκάζπρομ έγινε εν μια νυκτί επίσημος χορηγός του ουέφα τσάμπιονς λιγκ, η τσεσεκά λύνει και δένει στην ευρωλίγκα, ο ιβάν σαββίδης πήρε τον παοκ κι έδιωξε τον επαναστάτη πάμπλο γκαρσία χωρίς να ανοίξει μύτη… σε λίγο το ρωσόφιλο μπλοκ θα επιβάλει να ξεκινάει το τσου-λου γενάρη μήνα, για να βολεύει τις ομάδες του και δε θα έχουμε πάρει χαμπάρι τίποτα.

Αυτή είναι η πραγματική χούντα, και όχι η επέμβαση των ματ στην ιερισσό, που προστατεύουν μια επένδυση που φέρνει ανάπτυξη και θέσεις εργασίας από το οργανωμένο παραγωγικό σαμποτάζ εναντίον της χώρας.