Το τελευταίο διάστημα, ζήσαμε μέρες που έδιναν την ψευδαίσθηση ότι καθεμιά μετράει για μήνας. Και μια κατάσταση, που πιάνεσαι από τις επιθυμίες σου για να την πεις προ-επαναστατική. Κι ίσως να έχει κάτι από το σπέρμα της επανάστασης, αλλά να χρειάζονται πολλά ακόμη για τη γονιμοποίηση, και τελικά να έχει μια μακρινή συγγένεια, όπως έχεις με τον προπάππο σου. Αλλά αν το απλουστεύσεις πολύ και το δεις μηχανιστικά, θα είναι σαν να πιστεύεις ότι ο προπάππος σου πήγε με την προγιαγιά έχοντας για σκοπό του να βγάλει εσένα, που προέκυψες πολύ αργότερα. Η δική μας γενιά όμως, έχει τη δυνατότητα να γεννήσει κάτι καλό (όχι τεχνητά, αλλά) συνειδητά.
Μία μέρα πριν (νωρίς -κι επέτειος του τιρινίνι επίσης) φοβόμουν πως είτε έτσι είτε αλλιώς μας την είχανε στημένη. Αν δεν πηγαίναμε σύνταγμα, θα γινόταν ο συνήθης κακός χαμός, με το κόμμα που τα έστριψε κι έστριψε κάπου στα λουδουδάδικα, ή εκεί γύρω. Κι αν πηγαίναμε, θα γινόταν ο άλλος κακός χαμός. Θα έκαιγαν ξέρω ‘γω τη βουλή, να το φορτώσουν στο ντιμιτρόφ και να δείξουν ότι ήρθαν οι κακοί διαδηλωτές, κόμματα και συνδικάτα, και χάλασαν την όμορφη κι ειρηνική κινητοποίηση των απλών ανθρώπων. Ο γκάντι ζει και σπέρνει εφιάλτες. (Που δηλ αυτό έκαναν, αλλά δεν τους βγήκε έτσι όπως ήθελαν. Το κόμμα έδειξε πολύ καλά αντανακλαστικά, που ποτέ καμιά γραφειοκρατία δε θα μπορούσε να δείξει).
Κι έτσι όλοι θα ασχολούνταν με το πού πήγε και τι έκανε το παμε. Κι όχι με αυτούς που πήγαν πλατεία και δεν έστησαν απεργιακές φρουρές, ή με τη συνέλευση της πλατείας που πήρε απόφαση να καταργηθούν τα κόμματα.
Μία μέρα μετά (αργά) το πράγμα πήγαινε ήδη για ανασχηματισμό κι εκτόνωση. Μέχρι την επόμενη -νίκη, δόση, κρίση- όπως είχε πει κι ο γκάλης τις μέρες του τιρινίνι, μετά τη νίκη με τους ιταλούς.
Την κρίσιμη μέρα η ελευθεροτυπία κυκλοφορούσε με άρθρο των ζινόβιεφ, κάμενεφ, με τίτλο γιατί δε θα γίνει δικτατορία του προλεταριάτου στην ελλάδα. Ο κόσμος κατέβηκε μαζικά στους δρόμους και το ασφαλίτικο σχέδιο δεν ήταν σε θέση να ακυρώσει την ορμή του και τις εξελίξεις που πυροδότησε. Αλλά όπως είπε κι ένας φίλος της κε του μπλοκ...
Σήμερα μας έκανε ο ΓΑΠ, να νιώσουμε σαν τη γκόμενα που γουστάρουμε και μας λέει το βράδυ θα σου πω κάτι, εμείς όλο αγωνία, γιατί περιμένουμε αυτό που φανταζόμαστε, αλλά τελικά ακούμε ότι μας θέλει να τη βοηθήσουμε σε μια εργασία... Δεν κάηκε τελικά το χαρτάκι της Νουδουλας δυστυχώς σήμερα...
Προχτές τα κανάλια κι όλοι οι ταγοί του συστήματος κραύγαζαν για συναίνεση, το φώναζαν με κάθε τρόπο. Αυτό πρακτικά σήμαινε κυβέρνηση συνεργασίας, αλλιώς εκλογές. Αλλά ο τζέφρυ κατάφερε τελικά να κάνει μηδέν στα δύο. Κι ανακοίνωσε ανασχηματισμό χωρίς να τον έχει σίγουρο, κάνοντας τελικά αναπαλαίωση με τα ίδια υλικά.
Τι μεσολάβησε όμως κι έγιναν όλα αυτά; Είναι τόσο πωρωμένος αστός που θέλει πάση θυσία να περάσει το μεσοπρόθεσμο, ακόμα κι αν γίνει ο ίδιος θυσία βραχυπρόθεσμα; Τζέφρυ σε ρόλο ιφιγένειας εν αυλίδι; Πήρε εντολή να πάει μόνος του για να μην καεί από τώρα η νουδούλα; Τον έπεισαν οι πασόκοι να μην χάσουν τη μαρμίτα με το μέλι; Τον έπεισε ο αδερφός κι η μαργαρίτα;
Κι ύστερα ήρθαν τα ιουλιανά. Κι η ιστορία επαναλήφθηκε ως φαρσο-τραγωδία. Ο αρχι-αποστάτης ορκίστηκε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης. Ε ας κάνει τώρα και μια βόλτα απ’ το καστρί στο μαξίμου ο τζέφρυ, να βγει ο κόσμος στο δρόμο να τον ράνει με βάγια, σαν τον παππού του. Αν τολμάει δηλ.
Δε γίνεται να σταθεί αυτή η κυβέρνηση. Το παιδί εκτός από τελειωμένο είναι και ηλίθιο. Ούτε με πάταγο δε μπορεί να πέσει, γιατί από μέσα είναι κούφιο, βασικά στο κεφάλι. Η γγ μας έχει δίκιο. Πρέπει να μπερδεύτηκε και να πήρε κάνα λόγο περσινό.
Κι είπε κι άλλα η αλέκα. Για κοινωνικο-πολιτική συμμαχία (όχι σκέτη κοινωνική, αλλά και πολιτική). Για τους από πάνω που δε μπορούν. Κι είναι καιρός να (μη) θελήσουν κι οι κάτω.
Κι αν σημαίνει κάτι εκείνο το σημείο στο πρόγραμμα του κόμματος, για τη ραγδαία απαξίωση των αστικών δυνάμεων, όπου μπορεί να προκύψει μια λαϊκή κυβέρνηση (...) που αργά ή γρήγορα (…) και την χωρίζει τυπική απόσταση...
Κι είχαμε φάει θυμάμαι μια ολόκληρη όβα σχεδόν, να δούμε αν αυτό το «μπορεί» σημαίνει δύναται ή ενδέχεται. Και βασικά για να εκλαϊκεύσουμε στον κόσμο τη διαφορά.
Το ένα σημαίνει ότι «παίζει και να», ενώ το άλλο...
Κι είναι που λες κάποια σημεία, που μοιάζουν τελείως γενικόλογα, ώσπου τα βλέπεις μπροστά σου, να τα επιβεβαιώνει η ίδια η ζωή, σαν χρησμούς. Αν και όλοι οι χρησμοί είναι σκόπιμα γενικόλογοι για να επιβεβαιώνονται πάντα στη ζωή.
Κι αν σημαίνει λοιπόν κάτι αυτό το απόσπασμα, ίσως είναι αυτό που αρχίζει να εκτυλίσσεται μπροστά μας, με τα χαρτιά του πολιτικού συστήματος των αστών να καίγονται το ένα μετά το άλλο. Αλλά είμαστε ακόμα πολύ πίσω απ’ το να τους ρίξουμε και να πάρουμε εμείς τη θέση τους. Δε φτάσαμε -ούτε κατά προσέγγιση- ακόμα στο 17, να γίνει μια οικουμενική κυβέρνηση ενάντια στους μπολσεβίκους.
Την ίδια στιγμή βέβαια πολλοί ονειρεύονται πετρούπολη και1905, την ίδρυση λαογέννητων φορέων σαν τα σοβιέτ, και τις πλατείες (που δεν είναι καν κόκκινες) να εκλέγουν αντιπροσώπους –ένα χτύπημα κατά της αμεσοδημοκρατίας που ονειρευτήκαμε- για το ανώτατο σοβιέτ του συντάγματος. Κι είναι κρίμα που κάποιες λέξεις δε μεταφράζονται στα ελληνικά, να καταλαβαίνουν όλοι τι ακριβώς σημαίνουν.
Γιατί τι σχέση έχουν οι πλατείες με τα εργατικά συμβούλια; Τι γείωση έχουν στους χώρους δουλειάς, πέρα απ’ το φραστικό επίπεδο; Εκτός και αν είναι σοβιέτ σε εδαφική βάση, όπως στην εσσδ το 36’ –κι ύστερα εμάς λένε σταλινικούς. Σαν αυτό στη γειτονιά μου πχ, που μάζεψε 30 άτομα για δύο περιοχές 300 χιλ. κατοίκων (τούμπα, χαριλάου). Για τους υπόλοιπους 299.970 δεν πειράζει, ήταν δικαιολογημένα απόντες. Δεν είχαν πάρει χαμπάρι ότι συγκροτείται τοπικό σοβιέτ.
Ο τσίπρας πάντως φρόντισε ως κερένσκι να πάρει αποστάσεις από τα σοβιέτ. Κι όταν του είπαν για τις εκατό χιλιάδες θέσεις εργασίας για τις οποίες είχε μιλήσει προεκλογικά, είπε αμέσως ότι εμείς δεν είμαστε με το δημόσιο και το σοβιετικό κράτος, αλλά με την κοινωνία. Α μάλιστα.
Κι είχε πει και την προηγούμενη μέρα κι άλλα ενδιαφέροντα. Δίκαια ρύθμιση χρέους, κατά το δίκαια αμοιβή για δίκαια εργάσιμη ημέρα, που εξόργιζε το μαρξ. Και για τη δημοκρατία όπου δεν υπάρχουν αδιέξοδα –βρε που το ‘χω ακούσει αυτό και τι μου θυμίζει.
Πιο πριν η λιάνα είχε πει άλλα. Για το ζόμπι το μητσοτάκη (και την παρανομία του κκε), την κλιμακτήριο που πέρασε -αφού πρώτα έγινε αριστερή-, την χήρα του μάο και το ραντεβού με την κάτια μακρή για την ομιλία της αλέκας, στο χόντος, -δίπλα από τα γουναράδικα. Και την επομένη στο μέγκα για την άρνηση του χρέους, που είναι πολύ εύκολο να γίνει.
Κι είχε διάφορα τηλεοπτικά. Τον θηλυκό μητσοτάκη να ξεκινάει με την ανησυχία του για τις βρυκσέλ-λες (με προφορά τζέλλας) όπου η αδρεναλίνη έχει φτάσει πενήντα, και να δείχνει τους ακατάλυτους δεσμούς της με το λαϊκό αίσθημα της χώρας όπου γεννήθηκε.
Και τον άδωνη να λέει στο δελατόλλα, πόσο του αρέσουν οι αναλύσεις του καζάκη στο ποντίκι. Ένας πραγματικός, υπερκομματικός ηγέτης, που μπορεί να μας βγάλει απ’ την κρίση, με ένα νέο εαμ, χωρίς συμμορίτες.
Το δίδυμο της συμφοράς στο σκάι, να περιγράφει με τα μάτια της ψυχής του, τη μέρα που έσκασε η απεργία, μολότοφ και κουκουλοφόρους, ενώ την ίδια ώρα η κάμερα έδειχνε τελείως διαφορετικά πράγματα.
Την απευθείας σύνδεση του μέγκα με μια ρεπόρτερ που ξεκίνησε το ρεπορτάζ λέγοντας, εδώ τα ντου συνεχίζονται. Και το λιάρο συντονιστή να παίρνει τη σκυτάλη, για να πάμε τώρα στο μπάχαλο του συντάγματος. Όπου κάποιοι έσπαγαν μαρμαρόπλακες και πλάκα γενικώς, κι αυτός έλεγε για το μάρμαρο που όλοι πληρώσαμε, χωρίς να πιάνει όμως τη διττή σημασία της φράσης που έλεγε. Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει.
Αλλά η πραγματική ιστορία γράφεται στους δρόμους, όπου γεννιούνται συνειδήσεις. Κι όπου αυτές τις δυο μέρες είχαμε συνεχή αγωνιστικά ραντεβού κύρια με τη βροχή. Όλοι στην κομματική συγκέντρωση του κάπα κάπα έψιλον. Θα τραγουδήσει ο σύντροφος κακοφονίξ!
Η κυβέρνηση της τελευταίας σοβιετικής οικονομίας στην ευρώπη βομβάρδισε μάλλον τα σύννεφα, όπως έκανε η πραγματική σοβιετική κυβέρνηση πριν από τις παρελάσεις, για να ‘χει καλό καιρό τη μέρα της παρέλασης. Στην αθήνα είχαμε χτες μπουρίνι τη μέρα που θα μιλούσε η αλέκα -η προβοκάτσια που περιμέναμε. Αλλά τελικά ο κόσμος δε μάσησε και πήγε μαζικά.
Εδώ χτες μείναμε σχετικά στεγνοί –μας έφτυνε ο ουρανός όπου εφοδεύουμε κι εμείς λέγαμε ότι ψιχάλιζε. Αλλά προχτές στην απεργία μας έριξε με το τουλούμι κι άρχισε να ρίχνει καρέκλες, αμέσως μόλις τελειώσαμε, κι ενώ οι άλλοι σχεδίαζαν περικύκλωση του παλιού υπουργείου. Κι έτσι σταθήκαμε σε ένα υπόστεγο και βλέπαμε να περνάνε ατρόμητοι αριστεριστές σα βρεγμένες μαυρόγατες. Κορμιά νταβραντισμένα, εαακίτες γυμνόστηθοι, συναγωνίστριες με μπλούζες που γίνονταν ένα με το σώμα κι ύστερα διάφανες. Πανδαισία.
Κι έτσι το βήμα έμεινε μετέωρο, σαν του πελαργού, που φέρνει, λένε, την επανάσταση. Κι ίσως να έγινε απλώς, για να πάρουμε φόρα προς τα πίσω, να πλησιάσουμε το μεσαίωνα. Όλοι δίνουμε εξετάσεις το επόμενο διάστημα και πιθανή αποτυχία θα οδηγήσει στην ιερά εξέταση και τη διαιώνιση της μισθωτής σκλαβιάς.
Δουλοπάροικοι όλων των χωρών ενωθείτε.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζηνόβιεφ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζηνόβιεφ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011
Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011
Τα προλεγόμενα στις δίκες της Μόσχας
Συνεχίζουμε σε ρυθμούς μαυσωλείου και κορυφώνουμε με τις δίκες της μόσχας, σε δύο συνέχειες.

Γύρω από τις δίκες της μόσχας αναπτύχθηκε πλούσια φιλολογία από τη μεριά των κάθε είδους απολογητών του ιμπεριαλισμού και του ρεβιζιονισμού. Ήταν κι αυτή μια από τις εκδηλώσεις του αντισταλινικού φαινόμενου που είναι ακριβώς η εκστρατεία της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης ενάντια στον κομμουνισμό και που πήρε νέα ορμή μετά την προδοσία του χρουτσωφισμού.
Με τη συκοφαντία και το ψέμα γύρω από τις δίκες της μόσχας, όπως σε όλο τον κόσμο έτσι και στην ελλάδα, οι αντιδραστικοί καλαμαράδες προσπάθησαν να στηρίξουν το δεσποτισμό και τη γραφειοκρατία του στάλιν! Αυτοί όμως οι «νηφάλιοι» και «αντικειμενικοί» μελετητές που δήθεν θέλουν να σώσουν τον κομμουνισμό απ’ τον «σταλινισμό»(!) δεν τόλμησαν ποτέ να παρουσιάσουν στο λαό μας τα ντοκουμέντα από τις δίκες της μόσχας. Δε λυπόταν τα χρήματα για να πλημμυρίσουν τα βιβλιοπωλεία με τα έργα των ελενστάιν, μπετελέμ, γκαρωντύ κι άλλων αρουραίων. Έκρυβαν όμως τα ντοκουμέντα απ’ τις δίκες των τροτσκιστών, ζηνοβιεφικών και μπουχαριανικών. Και τα έκρυβαν για να μπορούν έτσι εκ του ασφαλούς να αποδείχνουν την επικράτηση του σταλινισμού.
Ήρθε ο καιρός που ο ελληνικός λαός, οι προλετάριοι και οι επαναστάτες μπορούν να μάθουν την αλήθεια γύρω απ’ την υπόθεση αυτή. να μάθουν ποιοι είναι αυτοί που δικάστηκαν στη μόσχα, γιατί δικάστηκαν και γιατί καταδικάστηκαν και να βγάλουν τα συμπεράσματά τους γι’ αυτούς όλους που με σατανική υποκρισία υπερασπίζουν τους δολοφόνους του κίροφ.
Δεν χρειάζεται εμείς να γράψουμε περισσότερα. Φτάνουν τα ντοκουμέντα αυτού του έργου για να δώσουν ένα γερό χαστούκι στους τροτσκιστές και να στερήσουν απ’ τους προστάτες τους, τους ιμπεριαλιστές και τους ρεβιζιονιστές ένα χαράκωμα ενάντια στον μπολσεβικισμό.
Ωραία. Ποιοι είμαστε εμείς όμως;
Η κεντρική επιτροπή της σακε (αχά!) παραδίνει στην προοδευτική κοινή γνώμη τον πρώτο τόμο των πραχτικών των δικών της μόσχας που καλύπτει τη δίκη των συνωμοτών του τροτσκιστο-ζηνοβιεφικού κέντρου που διεξάχτηκε απ’ τις 19 μέχρι τις 24 αυγούστου του 1936.
Φλεβάρης 1981, η κεντρική επιτροπή της σακε
Αυτό τον φλεβάρη λοιπόν συμπληρώνονται τριάντα χρόνια από αυτή την έκδοση, πενήντα πέντε από το εικοστό συνέδριο και τη μυστική έκθεση του χρουτσώφ που «αναψηλάφισε» τις δίκες εκ των υστέρων και δύο εβδομάδες από το αφιέρωμα της ελευθεροτυπίας με ιστορικούς κουκουέδες συνεργαζόμενους –όχι απαραίτητα φιλοσταλινικούς. Σήμερα επίσης κλείνει ένας χρόνος από το τρίτο συνέδριο της νΚα και 115 από τη γέννηση του ζντάνοφ (άσχετο).
Ίσως κάποιοι περιμένουν την εκτίμηση της κε του μπλοκ για το ποιόν του αφιερώματος. Αυτή θα ξεγλιστρήσει όμως, με μια διπλωματική απάντηση: «ενδιαφέρον». Και πιο ενδιαφέρον απ’ όλα ήταν το τελευταίο κεφάλαιο «τεκμήρια» -με αποσπάσματα από τα πρακτικά των δικών και διάφορα έγγραφα. Με το οποίο και θα ασχοληθούμε σε αυτή την ανάρτηση, μένοντας πιστοί στα ντοκουμέντα και στις κεντριστικές αρχές μας. Ερμηνείες επί της ουσίας στο δεύτερο μέρος.
Σε μια πρώτη ανάγνωση των πρακτικών, αυτό που ξεχωρίζει είναι οι εντυπωσιακές ομολογίες των κατηγορούμενων κι η παντελής έλλειψη προθυμίας να υπερασπίσουν τον εαυτό τους.
Μρατσκόφσκι: Απέρχομαι σαν προδότης του κόμματός μου, σαν προδότης που πρέπει να εκτελεστεί. Το μόνο που ζητώ είναι να γίνει πιστευτό αυτό που είπα, ότι κατά την ανάκριση ξέρασα όλο τον εμετό.
Ο εβντοκίμοφ το προχωρά περισσότερο:
Η σύγκριση ανάμεσα σε εμάς και τους φασίστες είναι εις βάρος μας. Οι φασίστες γράφουν ανοιχτά κι έντιμα τα συνθήματά τους: θάνατος στον κομμουνισμό. Εμείς είχαμε συνέχεια στα χείλη μας: "ζήτω ο κομμουνισμός", ενώ με τις πράξεις μας πολεμούσαμε ύπουλα το σοσιαλισμό στην εσσδ.
Ο ζηνόβιεφ παραδέχεται πως, ο προβληματικός μπολσεβικισμός μου μεταλλάχθηκε σε αντιμπολσεβικισμό και μέσω του τροτσκισμού κατέληξα στο φασισμό. Ο τροτσκισμός είναι μια παραλλαγή του φασισμού και ο ζινοβιεφισμός μια παραλλαγή του τροτσκισμού.
Λίγο παρακάτω ομολογεί: συναντήθηκα με τον σμιρνόφ που με κατηγόρησε εδώ ότι λέω συχνά ψεύδη. Μα, συχνά έλεγα ψέματα. Άρχισα να το κάνω από τη στιγμή που ξεκίνησα να πολεμώ το κόμμα των μπολσεβίκων. Στο βαθμό που κι ο σμιρνόφ πήρε το δρόμο της πάλης ενάντια στο κόμμα, επίσης λέει ψέματα. Η διαφορά μας βρίσκεται στο γεγονός ότι εγώ αποφάσισα σταθερά κι αμετάκλητα να πω αυτή την ύστατη στιγμή την αλήθεια, ενώ αυτός φαίνεται να έχει πάρει άλλη απόφαση.
Ο κάμενεφ αναγνωρίζει ότι η προλεταριακή επανάσταση μας έδωσε τόσο χρόνο για τον πολιτικό μας αγώνα όσο καμία άλλη επανάσταση δεν έδωσε στους εχθρούς της. Επανεντάχθηκα τρεις φορές στο κόμμα (…). Δύο φορές μου χαρίστηκε η ζωή. Αλλά όπως υπάρχει σε όλα ένα όριο, υπάρχει όριο και στη μεγαλοψυχία του προλεταριάτου κι αυτό το όριο το έχουμε υπερβεί.
Στις ερωτήσεις που του κάνει ο εισαγγελέας βισίνσκι, αυτός απλώς εγκρίνει κι επαυξάνει.
Βισίνσκι: Παραδέχεστε λοιπόν ότι είχατε ένα τόσο τερατώδες σχέδιο;
Κάμενεφ: Ναι, υπήρχε ένα τόσο τερατώδες σχέδιο.
Βισίνσκι: Τι ορισμό θα δίνατε στα άρθρα και τις δηλώσεις που γράψατε το 1933, εκφράζοντας τη νομιμοφροσύνη σας στο κόμμα; Εξαπάτηση;
Κάμενεφ: Όχι χειρότερα.
Βισίνσκι: Δολιότητα;
Κ: Χειρότερα.
Β: Χειρότερα από εξαπάτηση, χειρότερα από δολιότητα. Μήπως η λέξη είναι «προδοσία»;
Κ: Τη βρήκατε.
Διάλογοι σαν κι αυτόν παραπάνω θυμίζουν μάλλον κακόγουστη θεατρική παράσταση. Πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτήν έχει ο –παλιός μενσεβίκος- βισίνσκι, που υποκαθιστά τους δικαστές και αγορεύει επί μακρόν.
Δεν τους κατηγορώ μόνο εγώ! Δίπλα μου σύντροφοι δικαστές αισθάνομαι να βρίσκονται τα θύματα αυτών των εγκληματιών, ανάπηροι, με πατερίτσες, μισοπεθαμένοι κι ίσως χωρίς καθόλου πόδια όπως... (σσ: αναφέρει συγκεκριμένα ονόματα)… Βρίσκονται εδώ δίπλα μου, δείχνοντας στο εδώλιο των κατηγορουμένων με τα φοβερά τους χέρια, σαπισμένα μέσα στους τάφους που εσείς τους στείλατε. Δεν σας κρύβω ότι όταν διάβαζα το υλικό της υπόθεσης, όταν ξεφύλλιζα τα έγγραφα κι άκουγα τις καταθέσεις, μου φάνηκε πως άκουγα τον κρότο των εκτροχιασμένων βαγονιών και το βογκητό των βαριά πληγωμένων στρατιωτών (σσ: η υπόθεση αναφερόταν σε σιδηροδρομικό σαμποτάζ κι εκτροχιασμό τρένου).
Ο Ράντεκ μένει πιστός στο ρόλου του, αλλά στον τελευταίο λόγο του προειδοποιεί το σκηνοθέτη για μια λεπτομέρεια.
Σε αυτό το σημείο θα μπορούσα να ολοκληρώσω το λόγο μου αν δε θεωρούσα σκόπιμο να απορρίψω κάποια μερική εκτίμηση για τη δίκη. Η δίκη απέδειξε δύο σημαντικά πράγματα. Τη σύμπλεξη των αντεπαναστατικών οργανώσεων με όλες τις επαναστατικές δυνάμεις μες στην χώρα. Έχει όμως και μια δεύτερη πελώρια σημασία. Έδειξε το εργαστήριο ετοιμασίας του πολέμου κι ότι η τροτσκιστική οργάνωση είναι πράκτορας των δυνάμεων εκείνων που προετοιμάζουν το νέο παγκόσμιο πόλεμο.
Γι’ αυτό το δεύτερο γεγονός τι αποδείξεις υπάρχουν; Οι καταθέσεις δύο ανθρώπων. Η δικιά μου, που λάμβανα τις εντολές και τις επιστολές του τρότσκι (τις οποίες δυστυχώς έκαψα) και του πιατακόφ, που συζήτησε με τον τρότσκι. Όλες οι άλλες ομολογίες στηρίζονται στις δικές μας καταθέσεις. Εάν έχετε να κάνετε με καθαρά ποινικούς κατηγορούμενους, με χαφιέδες, τότε πού μπορείτε να στηρίξετε τη βεβαιότητά σας ότι όλα όσα είπαμε είναι αλήθεια, ατράνταχτη αλήθεια;
Στα παρασκήνια, ο σύντροφος με το μουστάκι –που βρίσκεται σε διακοπές- αλληλογραφεί με τους συνεργάτες του. Ο γιεζόφ κι ο καγκάνοβιτς θεωρούν ότι είναι καλό που ο σμιρνόφ αντιστέκεται λίγο. Ενώ ο στάλιν δίνει γραπτές οδηγίες για τις λεπτομέρειες της υπόθεσης.
Το κείμενο της καταδικαστικής απόφασης στην ουσία του είναι σωστό, αλλά χρειάζεται στιλιστική επεξεργασία. Να επιτραπεί έφεση δεν χρειάζεται, αλλά να γράψουμε γι’ αυτό στην απόφαση δεν είναι έξυπνο.
Ένα άλλο σημείο που ίσως ξενίσει αρκετούς, είναι η στάση της ηγετικής ομάδας απέναντι στους αυτόχειρες (τόμσκι και λομινάτζε) που κατά πάσα πιθανότητα αυτοκτόνησαν για να αποφύγουν την ανάκριση και το κατηγορητήριο. Οι συνεργάτες του στάλιν τον ενημερώνουν:
Σήμερα αυτοκτόνησε ο τόμσκι. Άφησε επιστολή στο όνομά τους στην οποία προσπαθεί να αποδείξει την αθωότητά του. Χτες τους παραδέχτηκε τους συναντήσεις του με τον ζινόβιεφ και τον κάμενεφ. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι ο τόμσκι, τους κι ο λομινάτζε, γνωρίζοντας ότι πλέον δεν είναι δυνατόν να κρύψει τους δεσμούς του με τη ζινοβιεφική-τροτσκιστική συμμορία, αποφάσισε με την αυτοκτονία του να κρύψει τα ίχνη.
Ανάμεσα στους αποστολείς της επιστολής είναι κι ο ορτζονικίτζε που πέθανε μερικούς μήνες αργότερα και σύμφωνα με την χρουτσωφική εκδοχή των πραγμάτων αυτοκτόνησε –πιθανότατα για τους ίδιους λόγους. Ενώ η επίσημη εκδοχή της εποχής αναφέρει ως αιτία θανάτου: καρδιακή προσβολή.
Στην ολομέλεια του κόμματος των μπολσεβίκων το δεκέμβρη του 36' (που κρατήθηκε μυστική από τον τύπο) ο στάλιν αναφέρεται στην περίπτωση του λομινάτζε.
Ο λομινάτζε αυτοκτόνησε. Με αυτό τον τρόπο ήθελε να πει ότι έχει δίκιο, ότι κακώς τον ανακρίνουν και τον υποπτεύονται. Και τι αποδείχτηκε; Ότι ήταν σε κοινό μπλοκ με αυτούς τους ανθρώπους. Γι’ αυτό αυτοκτόνησε, για να μπερδέψει τα ίχνη.
Αυτή η πολιτική δολοφονία αποτελεί μέσο των πρώην αντιπολιτευόμενων, των εχθρών του κόμματος, να μπερδέψουν το κόμμα, να αμβλύνουν την επαγρύπνησή του, τελευταία φορά, προ του θανάτου, να το εξαπατήσουν με την αυτοκτονία τους και να το φέρουν σε δύσκολη θέση. Ορίστε ένα από τα πιο εύκολα μέσα, με τα οποία προ του θανάτου, φεύγοντας από αυτόν τον κόσμο, μπορεί κάποιος να φτύσει το κόμμα, να κοροϊδέψει το κόμμα.
Στην ίδια ολομέλεια ο στάλιν λέει μεταξύ άλλων:
Καταλήξαμε στο συμπέρασμα: δεν πρέπει να πιστεύουμε τα λόγια των πρώην αντιπολιτευόμενων (φωνές από την αίθουσα: σωστά, σωστά!). Δεν πρέπει να είμαστε αφελείς. Ο λένιν δίδασκε ότι το να είσαι στην πολιτική αφελής σημαίνει να είσαι εγκληματίας. Δε θέλουμε να είμαστε εγκληματίες.
Για αυτό καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι δεν πρέπει να πιστεύουμε τα λόγια ούτε ενός πρώην αντιπολιτευόμενου. Αποδείχτηκε στην πράξη ότι η ειλικρίνεια είναι έννοια σχετική.
Η καμπάνα χτυπάει για τον μπουχάριν, που δεν είχε συλληφθεί ακόμα, αλλά έβλεπε ότι ερχόταν η σειρά του και ζητούσε από τους συντρόφους του να εμπιστευτούν την ειλικρίνειά του.
Την τελευταία μέρα της ολομέλειας, στέλνει στο στάλιν και τα μέλη της κεντρικής επιτροπής μια επιστολή, όπου απαντάει σε όσα του προσάπτουν. Την ουσία της θα την πιάσουμε στο δεύτερο μέρος, εδώ θα εστιάσουμε σε ένα σημείο με καλτ διατύπωση.
Μπορεί κάποιος να επαναλαμβάνει απλώς κάποιες θέσεις του 1928-29; Φυσικά μια τέτοια υπόθεση δεν αντέχει σε καμία κριτική. Αλλά αντιφάσκει και με τα άμεσα γεγονότα. Όσον αφορά τους τροτσκιστές, αυτοί έχουν τον τύπο τους, αποφάσεις, ακόμη και τη δική τους έτσι επονομαζόμενη, συγγνώμη για την έκφραση, IV διεθνή. (!!!) Λίγο πιο κάτω βεβαιώνει τα μέλη της κε ότι στην πραγματικότητα δεν έχω ούτε ένα μόριο διαφωνίας με την κομματική γραμμή.
Εδώ κλείνει το πρώτο μέρος. Στο δεύτερο και τελευταίο θα επιχειρήσουμε να μπούμε στην ουσία του πράγματος για το –συμπαθάτε με- τροτκιστικοζηνοβιεφικό κέντρο και τις δίκες της μόσχας.

Γύρω από τις δίκες της μόσχας αναπτύχθηκε πλούσια φιλολογία από τη μεριά των κάθε είδους απολογητών του ιμπεριαλισμού και του ρεβιζιονισμού. Ήταν κι αυτή μια από τις εκδηλώσεις του αντισταλινικού φαινόμενου που είναι ακριβώς η εκστρατεία της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης ενάντια στον κομμουνισμό και που πήρε νέα ορμή μετά την προδοσία του χρουτσωφισμού.
Με τη συκοφαντία και το ψέμα γύρω από τις δίκες της μόσχας, όπως σε όλο τον κόσμο έτσι και στην ελλάδα, οι αντιδραστικοί καλαμαράδες προσπάθησαν να στηρίξουν το δεσποτισμό και τη γραφειοκρατία του στάλιν! Αυτοί όμως οι «νηφάλιοι» και «αντικειμενικοί» μελετητές που δήθεν θέλουν να σώσουν τον κομμουνισμό απ’ τον «σταλινισμό»(!) δεν τόλμησαν ποτέ να παρουσιάσουν στο λαό μας τα ντοκουμέντα από τις δίκες της μόσχας. Δε λυπόταν τα χρήματα για να πλημμυρίσουν τα βιβλιοπωλεία με τα έργα των ελενστάιν, μπετελέμ, γκαρωντύ κι άλλων αρουραίων. Έκρυβαν όμως τα ντοκουμέντα απ’ τις δίκες των τροτσκιστών, ζηνοβιεφικών και μπουχαριανικών. Και τα έκρυβαν για να μπορούν έτσι εκ του ασφαλούς να αποδείχνουν την επικράτηση του σταλινισμού.
Ήρθε ο καιρός που ο ελληνικός λαός, οι προλετάριοι και οι επαναστάτες μπορούν να μάθουν την αλήθεια γύρω απ’ την υπόθεση αυτή. να μάθουν ποιοι είναι αυτοί που δικάστηκαν στη μόσχα, γιατί δικάστηκαν και γιατί καταδικάστηκαν και να βγάλουν τα συμπεράσματά τους γι’ αυτούς όλους που με σατανική υποκρισία υπερασπίζουν τους δολοφόνους του κίροφ.
Δεν χρειάζεται εμείς να γράψουμε περισσότερα. Φτάνουν τα ντοκουμέντα αυτού του έργου για να δώσουν ένα γερό χαστούκι στους τροτσκιστές και να στερήσουν απ’ τους προστάτες τους, τους ιμπεριαλιστές και τους ρεβιζιονιστές ένα χαράκωμα ενάντια στον μπολσεβικισμό.
Ωραία. Ποιοι είμαστε εμείς όμως;
Η κεντρική επιτροπή της σακε (αχά!) παραδίνει στην προοδευτική κοινή γνώμη τον πρώτο τόμο των πραχτικών των δικών της μόσχας που καλύπτει τη δίκη των συνωμοτών του τροτσκιστο-ζηνοβιεφικού κέντρου που διεξάχτηκε απ’ τις 19 μέχρι τις 24 αυγούστου του 1936.
Φλεβάρης 1981, η κεντρική επιτροπή της σακε
Αυτό τον φλεβάρη λοιπόν συμπληρώνονται τριάντα χρόνια από αυτή την έκδοση, πενήντα πέντε από το εικοστό συνέδριο και τη μυστική έκθεση του χρουτσώφ που «αναψηλάφισε» τις δίκες εκ των υστέρων και δύο εβδομάδες από το αφιέρωμα της ελευθεροτυπίας με ιστορικούς κουκουέδες συνεργαζόμενους –όχι απαραίτητα φιλοσταλινικούς. Σήμερα επίσης κλείνει ένας χρόνος από το τρίτο συνέδριο της νΚα και 115 από τη γέννηση του ζντάνοφ (άσχετο).
Ίσως κάποιοι περιμένουν την εκτίμηση της κε του μπλοκ για το ποιόν του αφιερώματος. Αυτή θα ξεγλιστρήσει όμως, με μια διπλωματική απάντηση: «ενδιαφέρον». Και πιο ενδιαφέρον απ’ όλα ήταν το τελευταίο κεφάλαιο «τεκμήρια» -με αποσπάσματα από τα πρακτικά των δικών και διάφορα έγγραφα. Με το οποίο και θα ασχοληθούμε σε αυτή την ανάρτηση, μένοντας πιστοί στα ντοκουμέντα και στις κεντριστικές αρχές μας. Ερμηνείες επί της ουσίας στο δεύτερο μέρος.
Σε μια πρώτη ανάγνωση των πρακτικών, αυτό που ξεχωρίζει είναι οι εντυπωσιακές ομολογίες των κατηγορούμενων κι η παντελής έλλειψη προθυμίας να υπερασπίσουν τον εαυτό τους.
Μρατσκόφσκι: Απέρχομαι σαν προδότης του κόμματός μου, σαν προδότης που πρέπει να εκτελεστεί. Το μόνο που ζητώ είναι να γίνει πιστευτό αυτό που είπα, ότι κατά την ανάκριση ξέρασα όλο τον εμετό.
Ο εβντοκίμοφ το προχωρά περισσότερο:
Η σύγκριση ανάμεσα σε εμάς και τους φασίστες είναι εις βάρος μας. Οι φασίστες γράφουν ανοιχτά κι έντιμα τα συνθήματά τους: θάνατος στον κομμουνισμό. Εμείς είχαμε συνέχεια στα χείλη μας: "ζήτω ο κομμουνισμός", ενώ με τις πράξεις μας πολεμούσαμε ύπουλα το σοσιαλισμό στην εσσδ.
Ο ζηνόβιεφ παραδέχεται πως, ο προβληματικός μπολσεβικισμός μου μεταλλάχθηκε σε αντιμπολσεβικισμό και μέσω του τροτσκισμού κατέληξα στο φασισμό. Ο τροτσκισμός είναι μια παραλλαγή του φασισμού και ο ζινοβιεφισμός μια παραλλαγή του τροτσκισμού.
Λίγο παρακάτω ομολογεί: συναντήθηκα με τον σμιρνόφ που με κατηγόρησε εδώ ότι λέω συχνά ψεύδη. Μα, συχνά έλεγα ψέματα. Άρχισα να το κάνω από τη στιγμή που ξεκίνησα να πολεμώ το κόμμα των μπολσεβίκων. Στο βαθμό που κι ο σμιρνόφ πήρε το δρόμο της πάλης ενάντια στο κόμμα, επίσης λέει ψέματα. Η διαφορά μας βρίσκεται στο γεγονός ότι εγώ αποφάσισα σταθερά κι αμετάκλητα να πω αυτή την ύστατη στιγμή την αλήθεια, ενώ αυτός φαίνεται να έχει πάρει άλλη απόφαση.
Ο κάμενεφ αναγνωρίζει ότι η προλεταριακή επανάσταση μας έδωσε τόσο χρόνο για τον πολιτικό μας αγώνα όσο καμία άλλη επανάσταση δεν έδωσε στους εχθρούς της. Επανεντάχθηκα τρεις φορές στο κόμμα (…). Δύο φορές μου χαρίστηκε η ζωή. Αλλά όπως υπάρχει σε όλα ένα όριο, υπάρχει όριο και στη μεγαλοψυχία του προλεταριάτου κι αυτό το όριο το έχουμε υπερβεί.
Στις ερωτήσεις που του κάνει ο εισαγγελέας βισίνσκι, αυτός απλώς εγκρίνει κι επαυξάνει.
Βισίνσκι: Παραδέχεστε λοιπόν ότι είχατε ένα τόσο τερατώδες σχέδιο;
Κάμενεφ: Ναι, υπήρχε ένα τόσο τερατώδες σχέδιο.
Βισίνσκι: Τι ορισμό θα δίνατε στα άρθρα και τις δηλώσεις που γράψατε το 1933, εκφράζοντας τη νομιμοφροσύνη σας στο κόμμα; Εξαπάτηση;
Κάμενεφ: Όχι χειρότερα.
Βισίνσκι: Δολιότητα;
Κ: Χειρότερα.
Β: Χειρότερα από εξαπάτηση, χειρότερα από δολιότητα. Μήπως η λέξη είναι «προδοσία»;
Κ: Τη βρήκατε.
Διάλογοι σαν κι αυτόν παραπάνω θυμίζουν μάλλον κακόγουστη θεατρική παράσταση. Πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτήν έχει ο –παλιός μενσεβίκος- βισίνσκι, που υποκαθιστά τους δικαστές και αγορεύει επί μακρόν.
Δεν τους κατηγορώ μόνο εγώ! Δίπλα μου σύντροφοι δικαστές αισθάνομαι να βρίσκονται τα θύματα αυτών των εγκληματιών, ανάπηροι, με πατερίτσες, μισοπεθαμένοι κι ίσως χωρίς καθόλου πόδια όπως... (σσ: αναφέρει συγκεκριμένα ονόματα)… Βρίσκονται εδώ δίπλα μου, δείχνοντας στο εδώλιο των κατηγορουμένων με τα φοβερά τους χέρια, σαπισμένα μέσα στους τάφους που εσείς τους στείλατε. Δεν σας κρύβω ότι όταν διάβαζα το υλικό της υπόθεσης, όταν ξεφύλλιζα τα έγγραφα κι άκουγα τις καταθέσεις, μου φάνηκε πως άκουγα τον κρότο των εκτροχιασμένων βαγονιών και το βογκητό των βαριά πληγωμένων στρατιωτών (σσ: η υπόθεση αναφερόταν σε σιδηροδρομικό σαμποτάζ κι εκτροχιασμό τρένου).
Ο Ράντεκ μένει πιστός στο ρόλου του, αλλά στον τελευταίο λόγο του προειδοποιεί το σκηνοθέτη για μια λεπτομέρεια.
Σε αυτό το σημείο θα μπορούσα να ολοκληρώσω το λόγο μου αν δε θεωρούσα σκόπιμο να απορρίψω κάποια μερική εκτίμηση για τη δίκη. Η δίκη απέδειξε δύο σημαντικά πράγματα. Τη σύμπλεξη των αντεπαναστατικών οργανώσεων με όλες τις επαναστατικές δυνάμεις μες στην χώρα. Έχει όμως και μια δεύτερη πελώρια σημασία. Έδειξε το εργαστήριο ετοιμασίας του πολέμου κι ότι η τροτσκιστική οργάνωση είναι πράκτορας των δυνάμεων εκείνων που προετοιμάζουν το νέο παγκόσμιο πόλεμο.
Γι’ αυτό το δεύτερο γεγονός τι αποδείξεις υπάρχουν; Οι καταθέσεις δύο ανθρώπων. Η δικιά μου, που λάμβανα τις εντολές και τις επιστολές του τρότσκι (τις οποίες δυστυχώς έκαψα) και του πιατακόφ, που συζήτησε με τον τρότσκι. Όλες οι άλλες ομολογίες στηρίζονται στις δικές μας καταθέσεις. Εάν έχετε να κάνετε με καθαρά ποινικούς κατηγορούμενους, με χαφιέδες, τότε πού μπορείτε να στηρίξετε τη βεβαιότητά σας ότι όλα όσα είπαμε είναι αλήθεια, ατράνταχτη αλήθεια;
Στα παρασκήνια, ο σύντροφος με το μουστάκι –που βρίσκεται σε διακοπές- αλληλογραφεί με τους συνεργάτες του. Ο γιεζόφ κι ο καγκάνοβιτς θεωρούν ότι είναι καλό που ο σμιρνόφ αντιστέκεται λίγο. Ενώ ο στάλιν δίνει γραπτές οδηγίες για τις λεπτομέρειες της υπόθεσης.
Το κείμενο της καταδικαστικής απόφασης στην ουσία του είναι σωστό, αλλά χρειάζεται στιλιστική επεξεργασία. Να επιτραπεί έφεση δεν χρειάζεται, αλλά να γράψουμε γι’ αυτό στην απόφαση δεν είναι έξυπνο.
Ένα άλλο σημείο που ίσως ξενίσει αρκετούς, είναι η στάση της ηγετικής ομάδας απέναντι στους αυτόχειρες (τόμσκι και λομινάτζε) που κατά πάσα πιθανότητα αυτοκτόνησαν για να αποφύγουν την ανάκριση και το κατηγορητήριο. Οι συνεργάτες του στάλιν τον ενημερώνουν:
Σήμερα αυτοκτόνησε ο τόμσκι. Άφησε επιστολή στο όνομά τους στην οποία προσπαθεί να αποδείξει την αθωότητά του. Χτες τους παραδέχτηκε τους συναντήσεις του με τον ζινόβιεφ και τον κάμενεφ. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι ο τόμσκι, τους κι ο λομινάτζε, γνωρίζοντας ότι πλέον δεν είναι δυνατόν να κρύψει τους δεσμούς του με τη ζινοβιεφική-τροτσκιστική συμμορία, αποφάσισε με την αυτοκτονία του να κρύψει τα ίχνη.
Ανάμεσα στους αποστολείς της επιστολής είναι κι ο ορτζονικίτζε που πέθανε μερικούς μήνες αργότερα και σύμφωνα με την χρουτσωφική εκδοχή των πραγμάτων αυτοκτόνησε –πιθανότατα για τους ίδιους λόγους. Ενώ η επίσημη εκδοχή της εποχής αναφέρει ως αιτία θανάτου: καρδιακή προσβολή.
Στην ολομέλεια του κόμματος των μπολσεβίκων το δεκέμβρη του 36' (που κρατήθηκε μυστική από τον τύπο) ο στάλιν αναφέρεται στην περίπτωση του λομινάτζε.
Ο λομινάτζε αυτοκτόνησε. Με αυτό τον τρόπο ήθελε να πει ότι έχει δίκιο, ότι κακώς τον ανακρίνουν και τον υποπτεύονται. Και τι αποδείχτηκε; Ότι ήταν σε κοινό μπλοκ με αυτούς τους ανθρώπους. Γι’ αυτό αυτοκτόνησε, για να μπερδέψει τα ίχνη.
Αυτή η πολιτική δολοφονία αποτελεί μέσο των πρώην αντιπολιτευόμενων, των εχθρών του κόμματος, να μπερδέψουν το κόμμα, να αμβλύνουν την επαγρύπνησή του, τελευταία φορά, προ του θανάτου, να το εξαπατήσουν με την αυτοκτονία τους και να το φέρουν σε δύσκολη θέση. Ορίστε ένα από τα πιο εύκολα μέσα, με τα οποία προ του θανάτου, φεύγοντας από αυτόν τον κόσμο, μπορεί κάποιος να φτύσει το κόμμα, να κοροϊδέψει το κόμμα.
Στην ίδια ολομέλεια ο στάλιν λέει μεταξύ άλλων:
Καταλήξαμε στο συμπέρασμα: δεν πρέπει να πιστεύουμε τα λόγια των πρώην αντιπολιτευόμενων (φωνές από την αίθουσα: σωστά, σωστά!). Δεν πρέπει να είμαστε αφελείς. Ο λένιν δίδασκε ότι το να είσαι στην πολιτική αφελής σημαίνει να είσαι εγκληματίας. Δε θέλουμε να είμαστε εγκληματίες.
Για αυτό καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι δεν πρέπει να πιστεύουμε τα λόγια ούτε ενός πρώην αντιπολιτευόμενου. Αποδείχτηκε στην πράξη ότι η ειλικρίνεια είναι έννοια σχετική.
Η καμπάνα χτυπάει για τον μπουχάριν, που δεν είχε συλληφθεί ακόμα, αλλά έβλεπε ότι ερχόταν η σειρά του και ζητούσε από τους συντρόφους του να εμπιστευτούν την ειλικρίνειά του.
Την τελευταία μέρα της ολομέλειας, στέλνει στο στάλιν και τα μέλη της κεντρικής επιτροπής μια επιστολή, όπου απαντάει σε όσα του προσάπτουν. Την ουσία της θα την πιάσουμε στο δεύτερο μέρος, εδώ θα εστιάσουμε σε ένα σημείο με καλτ διατύπωση.
Μπορεί κάποιος να επαναλαμβάνει απλώς κάποιες θέσεις του 1928-29; Φυσικά μια τέτοια υπόθεση δεν αντέχει σε καμία κριτική. Αλλά αντιφάσκει και με τα άμεσα γεγονότα. Όσον αφορά τους τροτσκιστές, αυτοί έχουν τον τύπο τους, αποφάσεις, ακόμη και τη δική τους έτσι επονομαζόμενη, συγγνώμη για την έκφραση, IV διεθνή. (!!!) Λίγο πιο κάτω βεβαιώνει τα μέλη της κε ότι στην πραγματικότητα δεν έχω ούτε ένα μόριο διαφωνίας με την κομματική γραμμή.
Εδώ κλείνει το πρώτο μέρος. Στο δεύτερο και τελευταίο θα επιχειρήσουμε να μπούμε στην ουσία του πράγματος για το –συμπαθάτε με- τροτκιστικοζηνοβιεφικό κέντρο και τις δίκες της μόσχας.
Ετικέτες
δίκες της μόσχας,
ζηνόβιεφ,
κκσε,
κόντρα,
μπουχάριν,
σαβιέτσκι σαγιούζ,
στάλιν
Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2010
Αναμνήσεις ενός επαναστάτη
Από παιδί ακόμη, είχα μέσα μου ένα αίσθημα που έμελλε να κυριαρχήσει δια βίου: ζούσα σε έναν κόσμο χωρίς δυνατότητα διαφυγής, όπου το μόνο που μου έμενε ήταν να παλεύω προσπαθώντας μάταια να ξεφύγω. Είχα αποκτήσει επίσης τη σκληρή γνώση αυτού του άγραφου νόμου: θα πεινάσεις. Αν στα δώδεκά μου με ρωτούσαν: τι είναι ζωή; (και αναρωτιόμουν συχνά) θα απαντούσα: δεν ξέρω, αλλά βλέπω τι πάει να πει: θα στοχαστείς, θα αγωνιστείς, θα πεινάσεις.
Πρόκειται για τις αναμνήσεις του βίκτορ σερζ, ψευδώνυμο του βίκτορ λβόβιτς κιλμπάτσιτς. Ρώσος αναρχικός, γόνος εμιγκρέδων, γεννήθηκε κι έζησε στη γαλλία ως το 19’ που επέστρεψε στη ρωσία, συντάχθηκε με τους μπολσεβίκους κι έγινε μέλος του κόμματος.
Ο τίτλος βγάζει ίσως έναν τόνο αυταρέσκειας, αλλά δεν είναι επιλογή του σερζ που δεν τον άγγιζαν τέτοια πράγματα.
Το πρώτο πρόσωπο μου προξενεί απέχθεια ως μάταιη αυτό-επιβεβαίωση, εμπεριέχει ένα μέρος ψευδαίσθησης και ματαιοδοξίας, αλαζονικής αδικίας. Όπου είναι δυνατόν, κάθε φορά δηλ που η εμπειρία μου φωτίζει την εμπειρία των ανθρώπων με τους οποίους είμαι δεμένος προτιμώ το πρώτο πληθυντικό που είναι πιο γενικό κι αληθινό. Ποτέ δε ζει κανείς μόνο με τον εαυτό του ή για τον εαυτό του. Κι η πιο οικεία σκέψη, η πιο προσωπική, έχει χιλιάδες δεσμούς με τη σκέψη του κόσμου.
Γραφή αποστασιοποιημένη, χωρίς ωραιοποιήσεις, που διαγράφει τα πιο προσωπικά σχόλια (μεταξύ άλλων και το παραπάνω απόσπασμα). Το βασικό πλεονέκτημα της μαρτυρίας του σερζ είναι ότι δε γράφτηκε από ανάγκη να δικαιολογήσει και να δικαιώσει εαυτόν –αίσθηση που αφήνουν πολύ έντονα κάποια απ’ τα τελευταία έργα του τρότσκι για παράδειγμα.
Ο σερζ βιώνει από πρώτο χέρι τους γάλλους αναρχικούς και τις αντιφάσεις τους (το ίδιο θα κάνει αργότερα και με τους μπολσεβίκους).
Μπορούσε να είναι κανείς καθολικός, προτεστάντης, φιλελεύθερος, ριζοσπάστης, σοσιαλιστής, χωρίς να αλλάζει τίποτα στη ζωή του, επομένως και στη ζωή. Αρκούσε να διαβάσει την αντίστοιχη εφημερίδα, στην ανάγκη μπορούσε να συχνάζει στα καφέ των μεν ή των δε.
Αλλά αναρχισμός μας τα ζητούσε όλα και μας τα πρόσφερε όλα.
Διαμορφωμένος από αντιφάσεις, διαχωρισμένος σε τάσεις υπόγειες και μη, απαιτούσε πάνω απ’ όλα συμφωνία λόγων και πράξεων. (…) Γι’ αυτό κι έφτασαν μέσα από μια άτεγκτη διαλεκτική διαμέσου της επαναστατικότητας να μην έχουν πλέον ανάγκη την επανάσταση.
Κάποιοι κατέληγαν στο συμπέρασμα: να ζει κανείς σύμφωνα με τη λογική και την επιστήμη, κι ο φτωχός τους επιστημονισμός τους οδηγούσε σε κάθε είδους γελοιότητα, όπως η χορτοφαγική διατροφή χωρίς αλάτι κι η απόλυτη φρουτοφαγία.
Άλλοι έβγαζαν το συμπέρασμα: «είμαστε οι απ’ έξω, δεν υπάρχει θέση για μας παρά στο περιθώριο της κοινωνίας», χωρίς να υποψιάζονται ότι η κοινωνία δεν έχει περιθώριο, ότι είμαστε όλοι εδώ, στο βάθος των κελιών κι ότι ο συνειδητός εγωισμός τους ερχόταν να συναντήσει από τα κάτω τον πιο στυγνό αστικό ατομικισμό.
Ο αναρχικός ατομικισμός ήταν η αφορμή για την πιο οδυνηρή πραγματικότητα για εμάς τους ίδιους. Να είσαι ο εαυτός σου. Μόνο που αναπτυσσόταν σε μια πόλη χωρίς πιθανότητα διαφυγής, σε μια απέραντη ζούγκλα όπου ένας πρωτόγονος ατομικισμός διαφορετικά επικίνδυνος από το δικό μας, ο δαρβινικός ατομικισμός της πόλης για επιβίωση, ρύθμιζε όλες τις σχέσεις.
Να είσαι ο εαυτός σου θα ήταν μια πολύτιμη συμβουλή κι υψηλή εκτίμηση αν ήταν κάτι το εφικτό. Αυτό δεν αρχίζει να γίνεται δυνατό παρά μόνο όταν ικανοποιηθούν οι πιο επιτακτικές ανάγκες του ανθρώπου, αυτές που τον κάνουν να μοιάζει περισσότερο με τα ζώα παρά με τους ομοίους του.
Έβλεπα μες σε αυτή τη μέθη ένα μεγάλο παιδιάρισμα, άπειρη άγνοια μάλλον παρά γνώση και συνάμα έναν πόθο να ζήσουν διαφορετικά με κάθε τίμημα.
Με άλλα λόγια –ενός μπολσεβίκου πράκτορα της κομιντέρν: είναι καταπληκτικοί, αλλά τι παιδαριώδης ιδεολογία!
Η βασική αντίφαση συνοψίζεται στη στιχομυθία του με έναν εργάτη της βαρκελώνης που δεν ήταν αναρχικός, ούτε φιλελεύθερος και του άρεσε να ειρωνεύεται φράσεις όπως «ανάπτυξη του εγώ», «κοινωνία του μέλλοντος» κι «αρμονική ζωή κάτω από τον ήλιο της ελευθερίας», βάζοντας άμεσα το θέμα των μισθών, της οργάνωσης, της επαναστατικής εξουσίας.
Κι εκεί ακριβώς ήταν το δράμα του: το κυρίαρχο πρόβλημα, το πρόβλημα της εξουσίας, δε μπορούσε να το θέσει ξεκάθαρα. Νομίζω πως τελικά ήμασταν οι μόνοι που το πιάναμε όταν βρισκόμασταν οι δυο μας.
Όταν έλεγε ότι μπορούσαμε να πάρουμε την πόλη, εγώ ρωτούσα: και πώς θα τη διοικήσουμε;
Αυτές οι εμπειρίες ήταν τα πρώτα μαθήματα διαλεκτικής για τον σερζ.
Δε μετάνιωσα για τίποτε. Λυπάμαι μόνο για τις δυνάμεις που σπαταλήθηκαν σε αγώνες που δε μπορούσαν παρά να είναι στείροι. Αυτοί μου έμαθαν ότι το καλύτερο και το χειρότερο συνυπάρχουν στον άνθρωπο και κάποιες φορές συγκρούονται. Η διαφθορά του καλύτερου υπάρχει γιατί υπάρχει το χειρότερο.
Αφήνοντας πίσω του το παρίσι –με ενδιάμεσο σταθμό τη βαρκελώνη- θα συναντούσε μπροστά του εξίσου αντιφατικές καταστάσεις στη σοβιετική ρωσία.
Το πνεύμα της εποχής το έδιναν δυο ποιήματα του μπλοκ, οι δώδεκα κι οι σκύθες. Το ένα διακήρυσσε το μεσσιανισμό της επανάστασης, το άλλο φανέρωνε το αρχαίο ασιατικό του πρόσωπο. Αντιφατικά όσο κι η πραγματικότητα.
Το συναίσθημα που την περιέγραφε ήταν ο παγωμένος ενθουσιασμός. Ο πάγος έσπασε, χάραξε το δρόμο, αλλά δεν έλιωσε (αυτό μόνο επί χρουτσώφ). Κι οι άνθρωποι έγιναν καύσιμα αναλώσιμα που θέρμαιναν την ελπίδα στον αγώνα της επιβίωσης, ή ακόμα τη μηχανή ενός παγοθραυστικού που σύντομα θα στρεφόταν εναντίον τους.
-Σκέφτομαι ότι θα μας λιώσουν πριν λιώσουν οι πάγοι, λέει ένας μπολσεβίκος της αριστερής αντιπολίτευσης βάζοντας τις ελπίδες του στην κατάψυξη για τις επόμενες γενιές τροτσκιστών.
Ο επαναστατικός ενθουσιασμός πάγωσε μαζί με τις ψείρες του απ’ την πείνα και τον πόλεμο, τις δύσκολες συνθήκες και τα υποκειμενικά λάθη. Κι ήταν οι συνθήκες αυτές που επέβαλαν τα «λάθη» ως μονόδρομο για τη σωτηρία.
Χωρίς επιστροφή στη δημοκρατία η επανάσταση είναι χαμένη, αλλά πώς να επιστρέψει κανείς στη δημοκρατία, όταν μπαίνει θέμα επιβίωσης; Το κόμμα πίστευε κι όχι άδικα ότι κι η ελάχιστη απώλεια εξουσίας θα έδινε πλεονεκτήματα στην αντίδραση.
Λίγα χρόνια μετά, χωρίς να αλλάξουν δραματικά οι συνθήκες, ο σερζ λέει πως το μόνο που ένοιαζε την εκτελεστική της κομιντέρν ήταν η μπολσεβίκικη μονολιθικότητα κι η εκατό τα εκατό επιδοκιμασία της γραμμής της απ’ τα αδελφά κόμματα.
Γιατί όχι και τριακόσια τα εκατό επιδοκιμασία; ειρωνεύεται.
Ένας φίλος αστειεύτηκε: θα δούμε στο 40ό συνέδριο της μόσχας τον ζηνόβιεφ στα ενενήντα του να υποβαστάζεται από νοσοκόμες και να κουνάει το προεδρικό κουδούνι…
Ε, ως προς αυτό, έπεσε εντελώς έξω. Με το ρυθμό που γίνονταν, για να προλάβει τεσσαρακοστό συνέδριο ο ζηνόβιεφ, έπρεπε να έχει τα χρόνια δύο κιμ γιονγκ. Ούτε η μούμια του λένιν δε θα ζούσε τόσο.
Η ζωή τραβάει την ανηφόρα με ζιγκ-ζαγκ και αντιφάσεις.
Ο λένιν γράφει ότι η δικτατορία του προλεταριάτου είναι η πιο πλατειά δημοκρατία των εργαζομένων. Το πιστεύει το θέλει. Αλλά την ίδια στιγμή: ανήσυχος από την έλλειψη ανθρώπων, γράφει στα 1918 ότι η δικτατορία του προλεταριάτου δεν είναι ασυμβίβαστη με την προσωπική εξουσία. Διατάζει τη φυλάκιση του παλιού του φίλου και συντρόφου μπογκντάνοφ γιατί προβάλλει ενοχλητικές αντιρρήσεις. Θέτει εκτός νόμου τους μενσεβίκους γιατί ως μικροαστοί σοσιαλιστές κάνουν δυστυχώς λάθη. Υποδέχεται θερμά τον μάχνο θέλοντας να του δείξει ότι ο μαρξισμός έχει δίκιο, αλλά διατηρεί εκτός νόμου τον αναρχισμό. Υπόσχεται ειρήνη στους θρησκευόμενους και προστασία των εκκλησιών, ενώ συνεχίζει να επαναλαμβάνει ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού.
Πηγαίνουμε προς μια αταξική κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων, όμως το κόμμα κολλάει παντού αφίσες που γράφουν ότι η βασιλεία των εργαζομένων δε θα τελειώσει ποτέ. Τι σημαίνει λοιπόν «βασιλεύουν»; Και πάνω σε ποιους;
Ο ολοκληρωτισμός είναι μέσα μας, λέει ο σερζ, αλλά αναγνωρίζει ότι οι τάσεις αυτές πάνε μαζί με την προσπάθεια για ολοκληρωτική αλλαγή και μετασχηματισμό της κοινωνίας.
Η πραγματικότητα επιβάλλει τον πολεμικό κομμουνισμό κι ο σερζ συγκρίνει το κράτος και την επανάσταση του εμφυλίου με αυτά που είχε διαβάσει στη μπροσούρα του λένιν.
Ο λένιν δεν είχε προτείνει ελευθερία του τύπου για κάθε μικρή ομάδα με δέκα χιλιάδες οπαδούς; Είχε γράψει ότι στους κόλπους των σοβιέτ οι μετατοπίσεις της εξουσίας από κόμμα σε κόμμα θα μπορούσαν να πραγματοποιούνται χωρίς διασπάσεις. Υποσχόταν ένα κράτος χωρίς κρατικούς υπαλλήλους κι αστυνομικούς απέναντι στο λαό στο οποίο οι εργαζόμενοι θα ασκούσαν απευθείας την εξουσία με τα δικά τους εκλεγμένα συμβούλια και θα τηρούσαν οι ίδιοι την τάξη με πολιτοφυλακές.
Το μονοπώλιο εξουσίας, η τσεκά, ο κόκκινος στρατός καθιστούσαν το όνειρο του «κράτους-κοινότητα» έναν θεωρητικό μύθο.
Μοιράζεται επίκαιρα υπαρξιακά ερωτήματα με πολλούς συντρόφους στο σήμερα.
Μιλούσαμε με πάθος για το άρρωστο κόμμα. Άρρωστο, μα υπάρχει κάτι άλλο στον κόσμο;
Αν οι μπολσεβίκοι αγωνιστές δεν ήταν τόσο απλοί, ανιδιοτελείς, αποφασισμένοι να υπερβούν κάθε εμπόδιο, θα ‘πρεπε να είμαστε απελπισμένοι. Όμως το ηθικό μεγαλείο τους ενέπνεε απεριόριστη εμπιστοσύνη.
Οι τελικές εκτιμήσεις του όμως είναι απαισιόδοξες.
Η επανάσταση είναι ένας χείμαρρος που συμπαρασύρει ορμητικά το καλύτερο και το χειρότερο κι αναχαιτίζει τα ρεύματα της αντεπανάστασης. Έρχεται να περιμαζέψει τα παλιά όπλα του προηγούμενου καθεστώτος κι αυτό είναι δίκοπο μαχαίρι. Για να τα διαχειριστεί έντιμα, χρειάζεται συνεχής επιφυλακή στις ίδιες της τις καταχρήσεις, τις υπερβολές, τα εγκλήματα, τα ίδια της τα αντιδραστικά στοιχεία. Έχει ζωτική ανάγκη για κριτική, αντιπολίτευση, πολιτικό σθένος όσων την υπηρετούν. Και με αυτούς τους όρος ήμασταν ήδη από το 20 μακριά απ’ το στόχο.
Παρόλα αυτά δε θεωρεί τελειωμένη υπόθεση τη ρώσικη επανάσταση, όπως πολλοί αναρχικοί από τα χρόνια του εμφύλιου ακόμη. Υπερασπίζεται μάλιστα την εξουσία των μπολσεβίκων απέναντι στην εξέγερση της κροστάνδης!
Παρά τα λάθη και τις καταχρήσεις του το μπολσεβίκικο κόμμα είναι αυτή τη στιγμή η μεγάλη οργανωμένη κι ευφυής δύναμη και πρέπει να της έχουμε εμπιστοσύνη. Η επανάσταση δεν έχει άλλο οπλισμό και δεν είναι πλέον εφικτό να ανανεωθεί εκ βάθρων.
Η χώρα ήταν τελείως εξαντλημένη, η παραγωγή είχε σχεδόν σταματήσει, δεν υπήρχαν πλέον κανενός είδους αποθέματα, ούτε καν ψυχικά, μες στις μάζες. Η αφρόκρεμα του προλεταριάτου ήταν αποδεκατισμένη. Τα αντιπολιτευόμενα κόμματα θα μπορούσαν να ενσωματώσουν χιλιάδες πικραμένους κι απελπισμένους, όχι ανθρώπους γεμάτους ενθουσιασμό για τη νέα επανάσταση όπως το 17.
Στην κεντρική ευρώπη, οι ίδιες αιτίες έφεραν το ίδιο αποτέλεσμα από την ανάποδη.
Δεν θα υπάρξει γερμανική επανάσταση για τον ίδιο ακριβώς λόγο που δε θα υπάρξει αντεπανάσταση στη ρωσία. Είμαστε πολύ κουρασμένοι και πεινασμένοι. Ο άνεργος περνά από απότομες κλιμακώσεις από τον πυρετό του εξεγερμένου στην κόπωση του παραιτημένου ανθρώπου.
Ο σερζ δεν ήταν ούτε απογοητευμένος, ούτε κλονισμένος. Πίστευε απλώς ότι οι ρώσοι είχαν φτάσει τα όριά τους στην προσπάθεια να φτιάξουν μια καινούρια κοινωνία κι ότι αν αφήνονταν στη μοίρα τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα έχαναν (είτε στον πόλεμο, είτε απ’ την εσωτερική αντίδραση).
Είχα κουραστεί από κάποια πράγματα, η τρομοκρατία με ενοχλούσε στα νεύρα, τα λάθη που συσσωρεύονταν χωρίς να έχω περιθώρια αντίδρασης με συντάραζαν.
Ποια ήταν αυτά τα λάθη; Σε κάποιο σημείο ο συγγραφέας λέει χαριτολογώντας πως το μεγαλύτερο λάθος του λένιν ήταν ο ζηνόβιεφ. Βασικά όμως εννοεί αυτά που ξεφεύγουν από τον υποκειμενικό έλεγχο και τα επιβάλλουν τα γεγονότα επιβεβαιώνοντας το λένιν:
Νομίζετε πως οδηγείτε τη μηχανή κι είναι αυτή που σας κουβαλά και ξαφνικά διαπιστώνετε ότι άλλα χέρια κι όχι τα δικά σας είναι πάνω στο τιμόνι.
Τα χέρια αυτά ήταν μαχαίρια της τσεκά, που σταδιακά αυτονομήθηκε και γιγαντώθηκε μαζί με την κόκκινη τρομοκρατία.
Σύμφωνα με τον σερζ, ο ίδιος ο επικεφαλής της τσεκά, ο τζερζίνσκι, θεωρούσε τους ανθρώπους της σαπίλα και δεν έβλεπε άλλη λύση από το να τουφεκιστούν οι χειρότεροι και να καταργηθεί όσο είναι δυνατόν η ποινή του θανάτου.
Καταργήθηκε προσωρινά το γενάρη του 20 που είχε γείρει η πλάστιγγα του πολέμου, αλλά την τελευταία βραδιά ισχύος του μέτρου η τσεκά ρευστοποίησε με εκτελέσεις το στοκ της στις φυλακές, φέρνοντας προ τετελεσμένου την κυβέρνηση.
Ο σερζ διηγείται άλλο ένα περιστατικό με πρωταγωνιστή τον κομισάριο δικαιοσύνης κοσλόφσκι που είχε ως έργο του να εναντιώνεται σε κάθε είδους υπέρβαση. Στελέχη της τσεκά επεξεργάστηκαν ένα κείμενο που προσδιόριζε τους υπόπτους: «κοινωνική προέλευση: αριστοκρατική ή αστική καταγωγή, πανεπιστημιακή παιδεία…». Ο κοσλόφσκι πήρε αυτό το χαρτί και πήγε να δει τον λένιν. «Πείτε μου βλαντίμιρ ιλίτς, μου φαίνεται ότι αυτό μας αφορά λίγο, εσάς και μένα, έτσι δεν είναι;»
-Ηλίθιοι αριστεροί! είπε ο λένιν δίνοντας πολιτική χροιά στη βρισιά.
Από κοντά με τους τσεκίτες κι οι κομματικοί δικαστές.
Σε μια υπόθεση όπου δεκαπέντε νεαροί κατηγορούνταν για ομαδικό βιασμό ο πρόεδρος άρχισε να μιλά για την καινούρια κουλτούρα και τα καλά σοβιετικά ήθη.
-Δεν ξέρω τι είναι, του είπε ένας μικρός.
-Προτιμάτε χωρίς αμφιβολία τα αστικά ήθη από το εξωτερικό;
Ήταν απίστευτα ανόητο. Ο μικρός απάντησε:
-Δεν ξέρω, εγώ δεν έχω πάει ποτέ στο εξωτερικό.
Θα μπορούσατε να τα γνωρίζετε από τις ξένες εφημερίδες.
-Δεν ξέρω ούτε τις σοβιετικές εφημερίδες. Η κουλτούρα μου εμένα είναι το πεζοδρόμιο της λιγκόβκα.
(…) Ο ντοστογιέφσκι δεν τα είχε δει όλα. Αλλά μετά απ’ αυτόν δε βελτιώσαμε τίποτε σε κάποιες σκοτεινές γωνιές του κόσμου. Αδέρφια κλωσάρ του παρισιού, πόσο δύσκολη είναι αλήθεια η κοινωνική μεταμόρφωση!
Ο σερζ έτρεχε μαζί με τον γκόρκι να διορθώσει αδικίες και να σώσει συντρόφους και φίλους του από την εκτέλεση. Προσπάθησε να το κάνει και για τον ποιητή γκουμίλεφ που ήταν από τους πρωτεργάτες της κροστάνδης και πέρασε τις νύχτες του στη φυλακή απαγγέλλοντας στίχους του στους τσεκίτες.
Ένας φίλος έθεσε στον τζερζίνσκι το ερώτημα: «μπορούμε άραγε να τουφεκίσουμε έναν από τους δυο-τρεις μεγαλύτερους ποιητές της ρωσίας;» Κι ο τζερζίνσκι απάντησε: μπορούμε άραγε να κάνουμε εξαίρεση για έναν ποιητή;
Για τον σερζ η πολιτική ηγεσία δεν ήταν άμοιρη ευθυνών.
Η παράταση της τρομοκρατίας μετά το τέλος του εμφυλίου ήταν αποκαρδιωτικό λάθος. Το καθεστώς θα ήταν εκατό φορές πιο ισχυρό αν είχε διακηρύξει εκείνη το σεβασμό του στην ανθρώπινη ζωή και τα δικαιώματα του ανθρώπου όποια κι αν ήταν αυτά.
Γνωρίζοντας την εντιμότητα και την ευφυΐα των αρχηγών του, αναρωτιέμαι ακόμη για ποιον λόγο δεν το έκανε. Ποιες ψυχώσεις φόβου κι εξουσίας το εμπόδισαν;
Το σκελετωμένο χέρι της πείνας δε μπορούσε να ξεκολλήσει το άρμα του από την εξουσία.
Κι ακόμη: η σοσιαλιστική επανάσταση θα ήταν πολύ πιο δυνατή αν η ανώτατη εξουσία υπεράσπιζε με όση ενέργεια έδειξε για να νικήσει, τις αρχές του ουμανισμού απέναντι στο νικημένο εχθρό.
Είχαν την πρόθεση, δεν είχαν όμως τη βούληση. Αυτοί που ανήκαν στο μέλλον βρέθηκαν τελικά δέσμιοι του παρελθόντος.
Ή αλλιώς με τα λόγια του ποιητή:
Δεν είμαι ένας καινούριος άνθρωπος, έχω το ένα πόδι μου στο παρελθόν
Και παρόλα αυτά θα ήθελα να συναντήσω τρεκλίζοντας, κουτσαίνοντας τον ατσάλινο στρατό (που σε τελική ανάλυση σημαίνει το στρατό του στάλιν. Άλλο αν ο ποιητής εσένιν αυτοκτόνησε ακριβώς μόλις ανέλαβε την ηγεσία ο στάλιν. Ειρωνεία της ιστορίας…)
Ίσως αυτή να είναι κι η βασική αντίφαση κάθε επανάστασης που καλείται να μετασχηματίσει το παρελθόν και να αλλάξει με τα παλιά υλικά την κοινωνία.
Οι αντιφάσεις είναι αναπόφευκτες. Αλλά όπως ανέφερε κι ο λούκατς στον σερζ: οι μαρξιστές ξέρουν πως μπορούν να διαπράξουν ατιμώρητα μικρές ανηθικότητες όταν κάνουν μεγάλα πράγματα. Το λάθος κάποιων είναι πως πιστεύουν ότι μπορούν να πετύχουν σπουδαία αποτελέσματα κάνοντας μόνο μικρές ανηθικότητες.
Όλο αυτό το πλούσιο σε παραπομπές κείμενο ήταν μόνο μια εισαγωγή για να θέσουμε το ιστορικό πλαίσιο μιας εποχής με εξαιρετικά πρωτότυπες κι ενδιαφέρουσες αντιφάσεις, που θα μας απασχολήσουν σε επόμενη ανάρτηση, γιατί αυτή έχει ήδη ξεφύγει πολύ σε μέγεθος.
Πρόκειται για τις αναμνήσεις του βίκτορ σερζ, ψευδώνυμο του βίκτορ λβόβιτς κιλμπάτσιτς. Ρώσος αναρχικός, γόνος εμιγκρέδων, γεννήθηκε κι έζησε στη γαλλία ως το 19’ που επέστρεψε στη ρωσία, συντάχθηκε με τους μπολσεβίκους κι έγινε μέλος του κόμματος.
Ο τίτλος βγάζει ίσως έναν τόνο αυταρέσκειας, αλλά δεν είναι επιλογή του σερζ που δεν τον άγγιζαν τέτοια πράγματα.
Το πρώτο πρόσωπο μου προξενεί απέχθεια ως μάταιη αυτό-επιβεβαίωση, εμπεριέχει ένα μέρος ψευδαίσθησης και ματαιοδοξίας, αλαζονικής αδικίας. Όπου είναι δυνατόν, κάθε φορά δηλ που η εμπειρία μου φωτίζει την εμπειρία των ανθρώπων με τους οποίους είμαι δεμένος προτιμώ το πρώτο πληθυντικό που είναι πιο γενικό κι αληθινό. Ποτέ δε ζει κανείς μόνο με τον εαυτό του ή για τον εαυτό του. Κι η πιο οικεία σκέψη, η πιο προσωπική, έχει χιλιάδες δεσμούς με τη σκέψη του κόσμου.
Γραφή αποστασιοποιημένη, χωρίς ωραιοποιήσεις, που διαγράφει τα πιο προσωπικά σχόλια (μεταξύ άλλων και το παραπάνω απόσπασμα). Το βασικό πλεονέκτημα της μαρτυρίας του σερζ είναι ότι δε γράφτηκε από ανάγκη να δικαιολογήσει και να δικαιώσει εαυτόν –αίσθηση που αφήνουν πολύ έντονα κάποια απ’ τα τελευταία έργα του τρότσκι για παράδειγμα.
Ο σερζ βιώνει από πρώτο χέρι τους γάλλους αναρχικούς και τις αντιφάσεις τους (το ίδιο θα κάνει αργότερα και με τους μπολσεβίκους).
Μπορούσε να είναι κανείς καθολικός, προτεστάντης, φιλελεύθερος, ριζοσπάστης, σοσιαλιστής, χωρίς να αλλάζει τίποτα στη ζωή του, επομένως και στη ζωή. Αρκούσε να διαβάσει την αντίστοιχη εφημερίδα, στην ανάγκη μπορούσε να συχνάζει στα καφέ των μεν ή των δε.
Αλλά αναρχισμός μας τα ζητούσε όλα και μας τα πρόσφερε όλα.
Διαμορφωμένος από αντιφάσεις, διαχωρισμένος σε τάσεις υπόγειες και μη, απαιτούσε πάνω απ’ όλα συμφωνία λόγων και πράξεων. (…) Γι’ αυτό κι έφτασαν μέσα από μια άτεγκτη διαλεκτική διαμέσου της επαναστατικότητας να μην έχουν πλέον ανάγκη την επανάσταση.
Κάποιοι κατέληγαν στο συμπέρασμα: να ζει κανείς σύμφωνα με τη λογική και την επιστήμη, κι ο φτωχός τους επιστημονισμός τους οδηγούσε σε κάθε είδους γελοιότητα, όπως η χορτοφαγική διατροφή χωρίς αλάτι κι η απόλυτη φρουτοφαγία.
Άλλοι έβγαζαν το συμπέρασμα: «είμαστε οι απ’ έξω, δεν υπάρχει θέση για μας παρά στο περιθώριο της κοινωνίας», χωρίς να υποψιάζονται ότι η κοινωνία δεν έχει περιθώριο, ότι είμαστε όλοι εδώ, στο βάθος των κελιών κι ότι ο συνειδητός εγωισμός τους ερχόταν να συναντήσει από τα κάτω τον πιο στυγνό αστικό ατομικισμό.
Ο αναρχικός ατομικισμός ήταν η αφορμή για την πιο οδυνηρή πραγματικότητα για εμάς τους ίδιους. Να είσαι ο εαυτός σου. Μόνο που αναπτυσσόταν σε μια πόλη χωρίς πιθανότητα διαφυγής, σε μια απέραντη ζούγκλα όπου ένας πρωτόγονος ατομικισμός διαφορετικά επικίνδυνος από το δικό μας, ο δαρβινικός ατομικισμός της πόλης για επιβίωση, ρύθμιζε όλες τις σχέσεις.
Να είσαι ο εαυτός σου θα ήταν μια πολύτιμη συμβουλή κι υψηλή εκτίμηση αν ήταν κάτι το εφικτό. Αυτό δεν αρχίζει να γίνεται δυνατό παρά μόνο όταν ικανοποιηθούν οι πιο επιτακτικές ανάγκες του ανθρώπου, αυτές που τον κάνουν να μοιάζει περισσότερο με τα ζώα παρά με τους ομοίους του.
Έβλεπα μες σε αυτή τη μέθη ένα μεγάλο παιδιάρισμα, άπειρη άγνοια μάλλον παρά γνώση και συνάμα έναν πόθο να ζήσουν διαφορετικά με κάθε τίμημα.
Με άλλα λόγια –ενός μπολσεβίκου πράκτορα της κομιντέρν: είναι καταπληκτικοί, αλλά τι παιδαριώδης ιδεολογία!
Η βασική αντίφαση συνοψίζεται στη στιχομυθία του με έναν εργάτη της βαρκελώνης που δεν ήταν αναρχικός, ούτε φιλελεύθερος και του άρεσε να ειρωνεύεται φράσεις όπως «ανάπτυξη του εγώ», «κοινωνία του μέλλοντος» κι «αρμονική ζωή κάτω από τον ήλιο της ελευθερίας», βάζοντας άμεσα το θέμα των μισθών, της οργάνωσης, της επαναστατικής εξουσίας.
Κι εκεί ακριβώς ήταν το δράμα του: το κυρίαρχο πρόβλημα, το πρόβλημα της εξουσίας, δε μπορούσε να το θέσει ξεκάθαρα. Νομίζω πως τελικά ήμασταν οι μόνοι που το πιάναμε όταν βρισκόμασταν οι δυο μας.
Όταν έλεγε ότι μπορούσαμε να πάρουμε την πόλη, εγώ ρωτούσα: και πώς θα τη διοικήσουμε;
Αυτές οι εμπειρίες ήταν τα πρώτα μαθήματα διαλεκτικής για τον σερζ.
Δε μετάνιωσα για τίποτε. Λυπάμαι μόνο για τις δυνάμεις που σπαταλήθηκαν σε αγώνες που δε μπορούσαν παρά να είναι στείροι. Αυτοί μου έμαθαν ότι το καλύτερο και το χειρότερο συνυπάρχουν στον άνθρωπο και κάποιες φορές συγκρούονται. Η διαφθορά του καλύτερου υπάρχει γιατί υπάρχει το χειρότερο.
Αφήνοντας πίσω του το παρίσι –με ενδιάμεσο σταθμό τη βαρκελώνη- θα συναντούσε μπροστά του εξίσου αντιφατικές καταστάσεις στη σοβιετική ρωσία.
Το πνεύμα της εποχής το έδιναν δυο ποιήματα του μπλοκ, οι δώδεκα κι οι σκύθες. Το ένα διακήρυσσε το μεσσιανισμό της επανάστασης, το άλλο φανέρωνε το αρχαίο ασιατικό του πρόσωπο. Αντιφατικά όσο κι η πραγματικότητα.
Το συναίσθημα που την περιέγραφε ήταν ο παγωμένος ενθουσιασμός. Ο πάγος έσπασε, χάραξε το δρόμο, αλλά δεν έλιωσε (αυτό μόνο επί χρουτσώφ). Κι οι άνθρωποι έγιναν καύσιμα αναλώσιμα που θέρμαιναν την ελπίδα στον αγώνα της επιβίωσης, ή ακόμα τη μηχανή ενός παγοθραυστικού που σύντομα θα στρεφόταν εναντίον τους.
-Σκέφτομαι ότι θα μας λιώσουν πριν λιώσουν οι πάγοι, λέει ένας μπολσεβίκος της αριστερής αντιπολίτευσης βάζοντας τις ελπίδες του στην κατάψυξη για τις επόμενες γενιές τροτσκιστών.
Ο επαναστατικός ενθουσιασμός πάγωσε μαζί με τις ψείρες του απ’ την πείνα και τον πόλεμο, τις δύσκολες συνθήκες και τα υποκειμενικά λάθη. Κι ήταν οι συνθήκες αυτές που επέβαλαν τα «λάθη» ως μονόδρομο για τη σωτηρία.
Χωρίς επιστροφή στη δημοκρατία η επανάσταση είναι χαμένη, αλλά πώς να επιστρέψει κανείς στη δημοκρατία, όταν μπαίνει θέμα επιβίωσης; Το κόμμα πίστευε κι όχι άδικα ότι κι η ελάχιστη απώλεια εξουσίας θα έδινε πλεονεκτήματα στην αντίδραση.
Λίγα χρόνια μετά, χωρίς να αλλάξουν δραματικά οι συνθήκες, ο σερζ λέει πως το μόνο που ένοιαζε την εκτελεστική της κομιντέρν ήταν η μπολσεβίκικη μονολιθικότητα κι η εκατό τα εκατό επιδοκιμασία της γραμμής της απ’ τα αδελφά κόμματα.
Γιατί όχι και τριακόσια τα εκατό επιδοκιμασία; ειρωνεύεται.
Ένας φίλος αστειεύτηκε: θα δούμε στο 40ό συνέδριο της μόσχας τον ζηνόβιεφ στα ενενήντα του να υποβαστάζεται από νοσοκόμες και να κουνάει το προεδρικό κουδούνι…
Ε, ως προς αυτό, έπεσε εντελώς έξω. Με το ρυθμό που γίνονταν, για να προλάβει τεσσαρακοστό συνέδριο ο ζηνόβιεφ, έπρεπε να έχει τα χρόνια δύο κιμ γιονγκ. Ούτε η μούμια του λένιν δε θα ζούσε τόσο.
Η ζωή τραβάει την ανηφόρα με ζιγκ-ζαγκ και αντιφάσεις.
Ο λένιν γράφει ότι η δικτατορία του προλεταριάτου είναι η πιο πλατειά δημοκρατία των εργαζομένων. Το πιστεύει το θέλει. Αλλά την ίδια στιγμή: ανήσυχος από την έλλειψη ανθρώπων, γράφει στα 1918 ότι η δικτατορία του προλεταριάτου δεν είναι ασυμβίβαστη με την προσωπική εξουσία. Διατάζει τη φυλάκιση του παλιού του φίλου και συντρόφου μπογκντάνοφ γιατί προβάλλει ενοχλητικές αντιρρήσεις. Θέτει εκτός νόμου τους μενσεβίκους γιατί ως μικροαστοί σοσιαλιστές κάνουν δυστυχώς λάθη. Υποδέχεται θερμά τον μάχνο θέλοντας να του δείξει ότι ο μαρξισμός έχει δίκιο, αλλά διατηρεί εκτός νόμου τον αναρχισμό. Υπόσχεται ειρήνη στους θρησκευόμενους και προστασία των εκκλησιών, ενώ συνεχίζει να επαναλαμβάνει ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού.
Πηγαίνουμε προς μια αταξική κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων, όμως το κόμμα κολλάει παντού αφίσες που γράφουν ότι η βασιλεία των εργαζομένων δε θα τελειώσει ποτέ. Τι σημαίνει λοιπόν «βασιλεύουν»; Και πάνω σε ποιους;
Ο ολοκληρωτισμός είναι μέσα μας, λέει ο σερζ, αλλά αναγνωρίζει ότι οι τάσεις αυτές πάνε μαζί με την προσπάθεια για ολοκληρωτική αλλαγή και μετασχηματισμό της κοινωνίας.
Η πραγματικότητα επιβάλλει τον πολεμικό κομμουνισμό κι ο σερζ συγκρίνει το κράτος και την επανάσταση του εμφυλίου με αυτά που είχε διαβάσει στη μπροσούρα του λένιν.
Ο λένιν δεν είχε προτείνει ελευθερία του τύπου για κάθε μικρή ομάδα με δέκα χιλιάδες οπαδούς; Είχε γράψει ότι στους κόλπους των σοβιέτ οι μετατοπίσεις της εξουσίας από κόμμα σε κόμμα θα μπορούσαν να πραγματοποιούνται χωρίς διασπάσεις. Υποσχόταν ένα κράτος χωρίς κρατικούς υπαλλήλους κι αστυνομικούς απέναντι στο λαό στο οποίο οι εργαζόμενοι θα ασκούσαν απευθείας την εξουσία με τα δικά τους εκλεγμένα συμβούλια και θα τηρούσαν οι ίδιοι την τάξη με πολιτοφυλακές.
Το μονοπώλιο εξουσίας, η τσεκά, ο κόκκινος στρατός καθιστούσαν το όνειρο του «κράτους-κοινότητα» έναν θεωρητικό μύθο.
Μοιράζεται επίκαιρα υπαρξιακά ερωτήματα με πολλούς συντρόφους στο σήμερα.
Μιλούσαμε με πάθος για το άρρωστο κόμμα. Άρρωστο, μα υπάρχει κάτι άλλο στον κόσμο;
Αν οι μπολσεβίκοι αγωνιστές δεν ήταν τόσο απλοί, ανιδιοτελείς, αποφασισμένοι να υπερβούν κάθε εμπόδιο, θα ‘πρεπε να είμαστε απελπισμένοι. Όμως το ηθικό μεγαλείο τους ενέπνεε απεριόριστη εμπιστοσύνη.
Οι τελικές εκτιμήσεις του όμως είναι απαισιόδοξες.
Η επανάσταση είναι ένας χείμαρρος που συμπαρασύρει ορμητικά το καλύτερο και το χειρότερο κι αναχαιτίζει τα ρεύματα της αντεπανάστασης. Έρχεται να περιμαζέψει τα παλιά όπλα του προηγούμενου καθεστώτος κι αυτό είναι δίκοπο μαχαίρι. Για να τα διαχειριστεί έντιμα, χρειάζεται συνεχής επιφυλακή στις ίδιες της τις καταχρήσεις, τις υπερβολές, τα εγκλήματα, τα ίδια της τα αντιδραστικά στοιχεία. Έχει ζωτική ανάγκη για κριτική, αντιπολίτευση, πολιτικό σθένος όσων την υπηρετούν. Και με αυτούς τους όρος ήμασταν ήδη από το 20 μακριά απ’ το στόχο.
Παρόλα αυτά δε θεωρεί τελειωμένη υπόθεση τη ρώσικη επανάσταση, όπως πολλοί αναρχικοί από τα χρόνια του εμφύλιου ακόμη. Υπερασπίζεται μάλιστα την εξουσία των μπολσεβίκων απέναντι στην εξέγερση της κροστάνδης!
Παρά τα λάθη και τις καταχρήσεις του το μπολσεβίκικο κόμμα είναι αυτή τη στιγμή η μεγάλη οργανωμένη κι ευφυής δύναμη και πρέπει να της έχουμε εμπιστοσύνη. Η επανάσταση δεν έχει άλλο οπλισμό και δεν είναι πλέον εφικτό να ανανεωθεί εκ βάθρων.
Η χώρα ήταν τελείως εξαντλημένη, η παραγωγή είχε σχεδόν σταματήσει, δεν υπήρχαν πλέον κανενός είδους αποθέματα, ούτε καν ψυχικά, μες στις μάζες. Η αφρόκρεμα του προλεταριάτου ήταν αποδεκατισμένη. Τα αντιπολιτευόμενα κόμματα θα μπορούσαν να ενσωματώσουν χιλιάδες πικραμένους κι απελπισμένους, όχι ανθρώπους γεμάτους ενθουσιασμό για τη νέα επανάσταση όπως το 17.
Στην κεντρική ευρώπη, οι ίδιες αιτίες έφεραν το ίδιο αποτέλεσμα από την ανάποδη.
Δεν θα υπάρξει γερμανική επανάσταση για τον ίδιο ακριβώς λόγο που δε θα υπάρξει αντεπανάσταση στη ρωσία. Είμαστε πολύ κουρασμένοι και πεινασμένοι. Ο άνεργος περνά από απότομες κλιμακώσεις από τον πυρετό του εξεγερμένου στην κόπωση του παραιτημένου ανθρώπου.
Ο σερζ δεν ήταν ούτε απογοητευμένος, ούτε κλονισμένος. Πίστευε απλώς ότι οι ρώσοι είχαν φτάσει τα όριά τους στην προσπάθεια να φτιάξουν μια καινούρια κοινωνία κι ότι αν αφήνονταν στη μοίρα τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα έχαναν (είτε στον πόλεμο, είτε απ’ την εσωτερική αντίδραση).
Είχα κουραστεί από κάποια πράγματα, η τρομοκρατία με ενοχλούσε στα νεύρα, τα λάθη που συσσωρεύονταν χωρίς να έχω περιθώρια αντίδρασης με συντάραζαν.
Ποια ήταν αυτά τα λάθη; Σε κάποιο σημείο ο συγγραφέας λέει χαριτολογώντας πως το μεγαλύτερο λάθος του λένιν ήταν ο ζηνόβιεφ. Βασικά όμως εννοεί αυτά που ξεφεύγουν από τον υποκειμενικό έλεγχο και τα επιβάλλουν τα γεγονότα επιβεβαιώνοντας το λένιν:
Νομίζετε πως οδηγείτε τη μηχανή κι είναι αυτή που σας κουβαλά και ξαφνικά διαπιστώνετε ότι άλλα χέρια κι όχι τα δικά σας είναι πάνω στο τιμόνι.
Τα χέρια αυτά ήταν μαχαίρια της τσεκά, που σταδιακά αυτονομήθηκε και γιγαντώθηκε μαζί με την κόκκινη τρομοκρατία.
Σύμφωνα με τον σερζ, ο ίδιος ο επικεφαλής της τσεκά, ο τζερζίνσκι, θεωρούσε τους ανθρώπους της σαπίλα και δεν έβλεπε άλλη λύση από το να τουφεκιστούν οι χειρότεροι και να καταργηθεί όσο είναι δυνατόν η ποινή του θανάτου.
Καταργήθηκε προσωρινά το γενάρη του 20 που είχε γείρει η πλάστιγγα του πολέμου, αλλά την τελευταία βραδιά ισχύος του μέτρου η τσεκά ρευστοποίησε με εκτελέσεις το στοκ της στις φυλακές, φέρνοντας προ τετελεσμένου την κυβέρνηση.
Ο σερζ διηγείται άλλο ένα περιστατικό με πρωταγωνιστή τον κομισάριο δικαιοσύνης κοσλόφσκι που είχε ως έργο του να εναντιώνεται σε κάθε είδους υπέρβαση. Στελέχη της τσεκά επεξεργάστηκαν ένα κείμενο που προσδιόριζε τους υπόπτους: «κοινωνική προέλευση: αριστοκρατική ή αστική καταγωγή, πανεπιστημιακή παιδεία…». Ο κοσλόφσκι πήρε αυτό το χαρτί και πήγε να δει τον λένιν. «Πείτε μου βλαντίμιρ ιλίτς, μου φαίνεται ότι αυτό μας αφορά λίγο, εσάς και μένα, έτσι δεν είναι;»
-Ηλίθιοι αριστεροί! είπε ο λένιν δίνοντας πολιτική χροιά στη βρισιά.
Από κοντά με τους τσεκίτες κι οι κομματικοί δικαστές.
Σε μια υπόθεση όπου δεκαπέντε νεαροί κατηγορούνταν για ομαδικό βιασμό ο πρόεδρος άρχισε να μιλά για την καινούρια κουλτούρα και τα καλά σοβιετικά ήθη.
-Δεν ξέρω τι είναι, του είπε ένας μικρός.
-Προτιμάτε χωρίς αμφιβολία τα αστικά ήθη από το εξωτερικό;
Ήταν απίστευτα ανόητο. Ο μικρός απάντησε:
-Δεν ξέρω, εγώ δεν έχω πάει ποτέ στο εξωτερικό.
Θα μπορούσατε να τα γνωρίζετε από τις ξένες εφημερίδες.
-Δεν ξέρω ούτε τις σοβιετικές εφημερίδες. Η κουλτούρα μου εμένα είναι το πεζοδρόμιο της λιγκόβκα.
(…) Ο ντοστογιέφσκι δεν τα είχε δει όλα. Αλλά μετά απ’ αυτόν δε βελτιώσαμε τίποτε σε κάποιες σκοτεινές γωνιές του κόσμου. Αδέρφια κλωσάρ του παρισιού, πόσο δύσκολη είναι αλήθεια η κοινωνική μεταμόρφωση!
Ο σερζ έτρεχε μαζί με τον γκόρκι να διορθώσει αδικίες και να σώσει συντρόφους και φίλους του από την εκτέλεση. Προσπάθησε να το κάνει και για τον ποιητή γκουμίλεφ που ήταν από τους πρωτεργάτες της κροστάνδης και πέρασε τις νύχτες του στη φυλακή απαγγέλλοντας στίχους του στους τσεκίτες.
Ένας φίλος έθεσε στον τζερζίνσκι το ερώτημα: «μπορούμε άραγε να τουφεκίσουμε έναν από τους δυο-τρεις μεγαλύτερους ποιητές της ρωσίας;» Κι ο τζερζίνσκι απάντησε: μπορούμε άραγε να κάνουμε εξαίρεση για έναν ποιητή;
Για τον σερζ η πολιτική ηγεσία δεν ήταν άμοιρη ευθυνών.
Η παράταση της τρομοκρατίας μετά το τέλος του εμφυλίου ήταν αποκαρδιωτικό λάθος. Το καθεστώς θα ήταν εκατό φορές πιο ισχυρό αν είχε διακηρύξει εκείνη το σεβασμό του στην ανθρώπινη ζωή και τα δικαιώματα του ανθρώπου όποια κι αν ήταν αυτά.
Γνωρίζοντας την εντιμότητα και την ευφυΐα των αρχηγών του, αναρωτιέμαι ακόμη για ποιον λόγο δεν το έκανε. Ποιες ψυχώσεις φόβου κι εξουσίας το εμπόδισαν;
Το σκελετωμένο χέρι της πείνας δε μπορούσε να ξεκολλήσει το άρμα του από την εξουσία.
Κι ακόμη: η σοσιαλιστική επανάσταση θα ήταν πολύ πιο δυνατή αν η ανώτατη εξουσία υπεράσπιζε με όση ενέργεια έδειξε για να νικήσει, τις αρχές του ουμανισμού απέναντι στο νικημένο εχθρό.
Είχαν την πρόθεση, δεν είχαν όμως τη βούληση. Αυτοί που ανήκαν στο μέλλον βρέθηκαν τελικά δέσμιοι του παρελθόντος.
Ή αλλιώς με τα λόγια του ποιητή:
Δεν είμαι ένας καινούριος άνθρωπος, έχω το ένα πόδι μου στο παρελθόν
Και παρόλα αυτά θα ήθελα να συναντήσω τρεκλίζοντας, κουτσαίνοντας τον ατσάλινο στρατό (που σε τελική ανάλυση σημαίνει το στρατό του στάλιν. Άλλο αν ο ποιητής εσένιν αυτοκτόνησε ακριβώς μόλις ανέλαβε την ηγεσία ο στάλιν. Ειρωνεία της ιστορίας…)
Ίσως αυτή να είναι κι η βασική αντίφαση κάθε επανάστασης που καλείται να μετασχηματίσει το παρελθόν και να αλλάξει με τα παλιά υλικά την κοινωνία.
Οι αντιφάσεις είναι αναπόφευκτες. Αλλά όπως ανέφερε κι ο λούκατς στον σερζ: οι μαρξιστές ξέρουν πως μπορούν να διαπράξουν ατιμώρητα μικρές ανηθικότητες όταν κάνουν μεγάλα πράγματα. Το λάθος κάποιων είναι πως πιστεύουν ότι μπορούν να πετύχουν σπουδαία αποτελέσματα κάνοντας μόνο μικρές ανηθικότητες.
Όλο αυτό το πλούσιο σε παραπομπές κείμενο ήταν μόνο μια εισαγωγή για να θέσουμε το ιστορικό πλαίσιο μιας εποχής με εξαιρετικά πρωτότυπες κι ενδιαφέρουσες αντιφάσεις, που θα μας απασχολήσουν σε επόμενη ανάρτηση, γιατί αυτή έχει ήδη ξεφύγει πολύ σε μέγεθος.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)