Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

Κάθε που έχει εκλογές, δεν ξέρω τι με πιάνει

Ή μάλλον ξέρω. Νοσταλγία. Για τα φοιτητικά μας νιάτα στην οργάνωση, τη νιότη του κόσμου που έδειχνε πως θα γινόταν άλλος, και για όλα αυτά που αγωνιστήκαμε. Δηλαδή ποια; Το ένα, το άλλο, ε άσε με και εσύ ρε Βλάσση! Καλό είναι πάντως να έχεις φοιτητικές αναμνήσεις με το κόμμα, έχεις και κάποιες (προσ)βάσεις. (Μου έρχεται να γράψω συνειρμικά «του θανάτου», αλλά δε χωράει ούτε υποψία μαύρου χιούμορ για τα κορίτσια στην Ηλιούπολη, ούτε καβγάδες για το αν έπρεπε να δημοσιευτεί και να αναπαραχθεί το τελευταίο σημείωμα). Αγώνες για το άρθρο 16, ενάντια στην Μπολόνια, την (κίβδηλη) ανωτατοποίηση, για μόρφωση, ειδίκευση, ειδίκευση, ειδίκευση...


Να ανεβαίνουμε στα έδρανα να χορέψουμε με βήμα στον ρυθμό του κοντόξυλου και να έχουμε ένα πολυσέλιδο ένθετο με τις θέσεις μας για την Ανώτατη Εκπαίδευση, που άλλοι την έλεγαν Πανεπιστημιακή και άλλοι Τριτοβάθμια, και έπρεπε να σακουλεύεσαι τις πολιτικές αποχρώσεις και τις διαφορές πίσω από όλα αυτά, γιατί καμιά διατύπωση δεν ήταν αθώα, σε αντίθεση με τα συνδικαλιστικά μας νιάτα.

Και το μόνο που θυμάμαι από παιδί μικρό, Ευρυδίκη μου, ήταν που μύριζε αντηλιακό το πρώτο μας φιλί, τέλη Μαϊούνη, και ότι εμείς με την ειδίκευση δεν εννοούσαμε εξειδίκευση, ενώ οι άλλοι, με τις παιδικές αρρώστιες, ήθελαν την ειδίκευση να την δίνει ο εργοδότης, που δεν καταλαβαίνω σε ποιο φωτεινό μυαλό φαινόταν ριζοσπαστική ιδέα. Και ο Toni Rigatoni έλεγε πως το δικό μας του φαινόταν πιο λογικό, αλλά δε βαριέσαι, πολιτική αντιπαράθεση να γίνεται. Και μετά έγινε ένας από τους θρυλικούς 7 (όχι της Μπλάιτον) που στην πορεία έμειναν έξι (six-seven). Και πιο μετά έγινε αναθεωρητής και πήγε και έπεσε στον γκρεμό των ΑΣΚΙ και έγινε διευθυντής τους, κομμουνιστολόγος και καλά κρασιά. Καλός συνδικαλιστής ήταν κάποτε...

Συνεπώς νοσταλγείς απλώς τα νιάτα σου, που πίστευες πως θα κρατήσουν για πάντα. Ούτε το προεκλογικό μπαλέτο που κατέβαζε θεαματικά αφίσες, με άψογο συντονισμό και τη χάρη των Μπαλσόι. Ούτε τα γηπεδικά συνθήματα, πχ στον πάτο σας χορεύει η ψυχή του ΚΚΕ, αλλά με άλλη διατύπωση ή των άλλων για τον μεταβατικό στόχο και τα οπίσθια κάποιας εύσωμης Δαπίτισσας, πριν εφευρεθεί-διαδοθεί η ακύρωση-cancel και τα κινητά με οθόνη, που θα το τεκμηρίωναν. (*Ευτυχώς ωριμάσαμε σαν συνθήκες και αυτά τα συνθήματα κόπηκαν μαχαίρι, αν και -λέει η Mariori- σε μια έντονη καταμέτρηση και μια ηρωική πρωτιά, ένας σφος κοιτούσε εκλιπαρώντας την καθοδήγηση, για να ξεσπάσει: λίγο ψ...ή; Τι ψυχή έχει λίγο ψ...ή;

Ούτε τον καταθλιπτικό συσχετισμό δύναμης και ότι είχαμε μόνο 2-3 κάστρα παρηγοριά, σαν το Ψυχολογικό και την Ικαριά, ενώ κονταροχτυπιόμασταν με την ακροδεξιο-ουδέτερη -κατά το ακροκεντρώα- «Ένωση Ανεξαρτήτων», που έπαιρνε και την καντίνα στο Ποσείδι μετά το Δεκαπενταύγουστο. Ή ότι θέλαμε τη σφραγίδα της ΦΕΑΠΘ (χωρίς αναλογικό προεδρείο). Και ότι ήμασταν μια γενιά-σάντουιτς, μεταξύ δύο εποχών που τα αμφιθέατρα βάφτηκαν κόκκινα -και δεν εννοώ την ΑΡΑΣ.

Ούτε τον κυριλέ υπόκοσμο της ΔΑΠ (μπράβους και πορτιέρηδες σε κλαμπ), που γίνεται ως τις μέρες μας παρακράτος εν κράτει, όπου βρίσκει πεδίο ασύδοτης δράσης. Και έχει γεμίσει διαχρονικά με γαλάζια παράσιτα (πτυχιούχα και μη, δεν έχει σημασία) κάθε αμειβόμενη θέση στο δημόσιο, ενώ πουλά φλογερό αντικρατικό σανό σε διάφορα κουτορνίθια που έχουν ως σύμβολο το σήμα της.

Ούτε την πράσινη γλίτσα της ΠΑΣΠ που κολλούσε στα κοινά πλαίσια για κατάληψη, ούτε τη «γόνιμη» κουβέντα αν ήταν νίκη του φοιτητικού κινήματος που ξεγλίστρησε το ΠΑΣΟΚ από τη συζήτηση περί αναθεώρησης του 16. Ούτε καν για το πώς κλίνεται στη γενική ο «νόμος-πλαίσιο» -και τα δύο συνθετικά ή μόνο το ένα.

Ούτε τα διήμερα ΕΑΑΚ, που έβγαζαν για χρόνια το ίδιο κείμενο για να μην πλακώνονται, μέχρι να βρουν άλλη αφορμή, πχ τα μπαγιάτικα ψάρια του Αλφαβητίξ -όπως στον Αγώνα των Αρχηγών στο Netflix, που παραδόξως βλέπεται ευχάριστα ως ένα σημείο- και τη λύρα του Κακοφωνίξ -από την ΑΡΠΑ Φιλολογικού- που όλοι τον απομονώνουν σαν την ΑΡΑΣ, αλλά αυτή τους τραμπουκίζει σαν Αυτοματίξ και ηγεμονεύει σαν Μαζεστίξ στο γαλατικό αριστεροχώρι. Όχι, δε θα τραγουδήσεις...

Ούτε την αένανη συλλογή υπογραφών του ΣΕΚ και της Γένοβα 2001, που ήταν σαν μετονομασία της ΠΟΠ ’84 και της Γιουγκοπλάστικα, μέχρι που ενώθηκε με τα ΕΑΑΚ και έπεσαν μερικές κινηματικές μπούφλες, για να πειστούν όλες οι πλευρές σχετικά με το επίδικο. Ούτε καν ο χαβαλές με την (α)ορατότητα του Δικτύου στην κάλπη και τη συμπερίληψή του στα γενικά αποτελέσματα, εκτός της κατηγορίας «Λοιπά».

Μα τότε τι ακριβώς σου λείπει; Έλα ντε...

Τα τραπεζάκια και οι συνελεύσεις. Η χαμένη υπόσχεση πως (όταν μεγαλώσω) θα βάλω ένα τραπεζάκι με αφίσες και ανακοινώσεις στον χώρο δουλειάς μου. Η χαμένη βεβαιότητα πως θα αλλάξει ο κόσμος -χωρίς να καληνυχτίζουμε κάθε φορά τον Κεμάλ επί ματαίω. Η χαμένη αυτοπεποίθηση να μιλάς σε κόσμο, για να (τον πείσεις να) αλλάξουμε τον κόσμο. Μα κυρίως πως όλα αυτά δεν ήταν χαμένη άνοιξη - υπόθεση, και ας μη φαινόταν (ακόμα) στην κάλπη. Ήταν δουλειά μυρμηγκιού, κερδισμένες συνειδήσεις (μία προς μία), βιογραφικά που θα κοσμούσαν για πάντα το βιογραφικό κάθε παλιού Κνίτη (ανεξάρτητα από τη μετέπειτα πορεία του). Και βασικά, μαζικά παμφοιτητικά συλλαλητήρια, που τα ένιωθε όλη η πόλη -μη σου πω και όλη η χώρα, στο απόγειο του ’06-’07.

Όχι, δε χρειάζεται κύμα Ostalgie και επετειακές εκδηλώσεις (του πόλου τα εννιάμερα) για τα 10 χρόνια του Μαϊούνη και τους Ούννους του, εκείνα τα παιδιά που άλλος για Τσίπρα τράβηξε και άλλος για Βαρουφάκη και άλλος στης Πέρκα τα στενά ψάχνει τη νέα Ιθάκη. Ούτε να παρακολουθείς την ιστορία του αριστεροχωρίου, που γράφεται με ατελείωτες διασπάσεις και «Ανυπακοή», η οποία έφυγε από την Αναμέτρηση, γιατί θέλει να συνεργαστεί με τον Γιάνη. Από το παλιό ΜΕΡΑ στο ΜέΡΑ25, ένας Γράψας δρόμος. Φυσικά και θα υπακούσω, όπως θα έλεγε μια ψυχή, φίλ@ πρώην Ναρίτ@. Καλύτερα παπάκι, παρά με Βαρουφάκη.

Μπορείς, όμως, να πατάς διαρκώς ανανέωση στη σελίδα του ΜΑΣ με τα (μόνα έγκυρα) αποτελέσματα, να καμαρώνεις για την πρωτιά στην παλιά σχολή σου, να χαμογελάς από μέσα σου όταν ακούς το τραγουδάκι για τη Μαριέτα -που έμεινε για λάθος λόγους στην ιστορία. Και να διατηρείς το δικαίωμα της αμφιβολίας και μια σειρά απορίες για την παρακαταθήκη του πρόσφατου κινήματος ενάντια στα ιδιωτικά Πανεπιστήμια και τη σημερινή κατάσταση. Αλλά αυτά χρειάζονται χρόνο και έκταση για να αναλυθούν, οπότε θα μείνουμε στην εκλογική επικαιρότητα και κάποιες κωδικοποιημένες σημειώσεις.

-«Κάθε παράταξη δίνει τα δικά της αποτελέσματα», θα μας πουν πάλι τα αντικειμενικά ρεπορτάζ, για να μη βγάλει άκρη το αμύητο κοινό τους. Που είναι, τηρουμένων των αναλογιών, σαν την εισαγωγική παρουσίαση του βάρδου σε κάθε τεύχος. «Οι γνώμες για το ταλέντο του διίστανται. Ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του ιδιοφυΐα, οι άλλοι τον βρίσκουν αχαρακτήριστο». Η ΔΑΠ λέει ότι νίκησε, όλοι οι υπόλοιποι την βγάζουν δεύτερη. Και αν δεν μπορείς να κρίνεις, η αλήθεια είναι πάντα κάπου στη μέση...

Σε κάθε περίπτωση, η λογική λέει πως σε λίγες ώρες η Πανσπουδαστική θα επικυρώσει μια ακόμα πρωτιά. Οπότε μπαίνει το ερώτημα τι άλλαξε την τελευταία πενταετία και πώς φαίνεται στην πράξη η αλλαγή συσχετισμών. Μόνο που κάποιοι το βάζουν εκ του πονηρού, υπονοώντας πως δεν άλλαξαν πολλά από τον καιρό της παντοδυναμίας της ΔΑΠ.

Κανείς δεν είναι υπεράνω κριτικής, αρκεί αυτή να έχει σοβαρά κριτήρια. Η ευθύνη του ΜΑΣ είναι να ανεβαίνει το επίπεδο των αγώνων και των συνειδήσεων -όπως γίνεται τα τελευταία χρόνια. Οι αγώνες αυτοί μπορεί να έχουν μικρές νίκες ή να μην πετύχουν άμεσα αποτελέσματα. Κανείς δεν εγγυάται μια γρήγορη, εύκολη νίκη, παρά μόνο αίμα, δάκρυα και ιδρώτα -όπως θα έλεγαν ο Ουίνστον και ο Σάκης, σε κάποια εκδήλωση της ΔΑΠ. Και αν ξύσουμε λίγο την επιφάνεια της κριτικής που θέλει «εδώ και τώρα» νίκες και αποτελέσματα, θα βρούμε τη γνωστή (μικροαστική) ανυπομονησία, που δεν αντέχει τους αγώνες διαρκείας, μετατρέπεται εύκολα σε ηττοπάθεια και καλλιεργεί την απογοήτευση.

Η ΚΝΕ σηκώνει το βάρος των αγώνων, των διώξεων, της σύγκρουσης του φοιτητικού κόσμου με το βαθύ κράτος (κυβέρνηση, Πρυτανείες και δυνάμεις καταστολής), το παρακράτος της ΔΑΠ, τα ιδιωτικά συμφέροντα που απλώνουν πλοκάμια στο Πανεπιστήμιο. Η στοχοποίηση των μελών, των εκδηλώσεων και της δράσης της δε δείχνει μόνο τη λύσσα του αντιπάλου, αλλά πόσο υπολογίσιμη δύναμη την θεωρούν. Ο αντίπαλος βλέπει συχνά πιο μακριά από πολλούς άλλους.

Την ίδια στιγμή, η βεντέτα της ΑΡΑΣ με τους αναρχικούς παίρνει πρωτόγνωρες διαστάσεις και προκαλεί ερωτήματα: πχ αν αλείφει βούτυρο στο ψωμί ή ρίχνει νερό στον μύλο της αντίδρασης. Η αστυνομία βρήκε αφορμή να μπουκάρει στο ΑΠΘ για να «επιβάλει την τάξη». Τα ΜΜΕ έστησαν ένα μικρό πάρτι για την «ανομία στα Πανεπιστήμια». Και η κυβέρνηση πάτημα για να επαναφέρει την ατζέντα των «απαραίτητων» μέτρων καταστολής. Το αμύητο κοινό αγνοεί πως τα θύματα ήταν και στη θέση του θύτη, οπότε κρύβονταν από τις σχολές, φοβούμενοι τα αντίποινα. Το ΚΚΕ καταδικάζει το όργιο καταστολής και τις προβοκατόρικες ενέργειες. Και ο Γιαννακίδης αποφαίνεται στο προοδευτικό News247 ότι το κόμμα καλύπτει φασίστες, αλήτες και τραμπούκους στα Πανεπιστήμια...

Η Atack του ΝΑΡ καταγγέλλει τις συνεχείς επιθέσεις της ΑΡΑΣ. Αλλά ένας Αρασίτης αναρωτιέται ρητορικά αν θα πουν τώρα και τους αναρχικούς «τραμπούκους, παρακρατικούς» κτλ ή φοβούνται να μη χαλάσουν τη συμμαχία τους. Και είναι σχεδόν κρίμα που δε θέτει το ίδιο ερώτημα εκεί που πρέπει και να του πουν οι σφοι: κράτα την μπίρα μου -ή έστω τον Ριζοσπάστη μου, όπου βρίσκουμε και την ωραία φράση «συμμορία που λειτουργεί με όρους μαφίας» για την ΑΡΑΣ.

Τα υπόλοιπα θα τα βρούμε στην καταμέτρηση. Και τα περισσότερα, μετά από αυτήν, σε πιο ενδιαφέρουσες διαδικασίες, όταν οι άλλοι θα ψάχνουν πού πήγε ο μοναχικός καουμπόης, να τους σώσει από το οργανωμένο πλήθος.

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Κοίτα, Μιχάλη μου, το χάλι σου

Ωπ, τι γυρεύει εδώ ένα τέτοιο κείμενο; Αυτή είναι μια καλή ερώτηση αλλά μια πλήρης απάντηση θα έπιανε πολλές σελίδες και θα χρειαζόταν ένα άλλο κείμενο για το κυρίως θέμα. Ας πούμε απλώς ότι το μπλο(γ)κ είναι ένα προσωπικό ημερολόγιο που υπηρετεί τις εμμονές του ιδιοκτήτη του. Και αν χρειάζεται κάποια αφορμή, αυτή είναι η ταινία «Μάικλ» που κυκλοφόρησε πρόσφατα στις αίθουσες.


Και πώς εμπλέκεται ο Μιχάλης στις εμμονές της κε του μπλοκ; Αυτή είναι μια κακή ερώτηση, που φανερώνει κακή σχέση με την πατριδογνωσία και την εποχή των παιδικών μας χρόνων -της μόνης πραγματικής πατρίδας μας. Αλλά μια πλήρης απάντηση θα έπιανε βιβλίο ολόκληρο με παιδικά απομνημονεύματα και μετα θα χρειαζόταν άλλο ένα. Ας πούμε απλώς ότι οι κασέτες του Μιχάλη (εκτός και αν ήσουν σαν την κακομαθημένη ξαδέλφη που μου χάρισε εν είδει φιλανθρωπίας την πρώτη κασέτα μου, γιατί αυτή είχε ήδη το BAD σε βινύλιο και σε CD), ήταν για τη γενιά μου στο φάσμα της νομοτέλειας, που δεν είναι παρά ένα φάσμα δυνατοτήτων, οριζόμενο από μια βασική αντίθεση -πχ άσπρο-μαύρο, που ο Μιχάλης πήγε να το λύσει αντιδιαλεκτικά, με πλαστικές εγχειρίσεις.

Μπορεί απλά να άκουγες. Ή να άκουγες και να το ξεπέρασες μεγαλώνοντας, όπως κάποιοι με τον Βασίλη, γιατί είναι λέει για αιώνιους έφηβους και ο Μακεγιάσο για μικρά παιδιά -που με τη στερνή μας γνώση δε γεννά πολύ ευχάριστους συνειρμούς. Ή να άκουγες σαν τον συνονόματο συμμαθητή, που του κόλλησε η μελωδία-ριφάκι από το Smooth Criminal (προφητικός, αυτοβιογραφικός τίτλος κατά μία έννοια -όπως το «Καταρρέω» για τη Σοβιετία που ανατράπηκε- και τι να απέγινε άραγε η Άννι κι ο φίλος της) και τραγουδούσε λούπα «ντίγκι-ντίγκι ντίγκι-ντάγκα, ντίγκι-ντάγκα». Γιατί ήμασταν αθώα παιδιά που δεν ήξεραν τα λόγια ούτε από ντιγκιντάγκες, αχ ωραία χρόνια...
Γιατί τα μισά νοσταλγικά σχόλια του ΥΤ καταλήγουν σε φλερτ με τον ρατσισμό και την εποχή που δεν είχαμε γεμίσει ξένους, αλλά κοιμόμασταν με παράθυρα ανοιχτά -όπως συμβούλευε ο Ζαχαριάδης τους κομμουνιστές, για να μπορούν να το σκάσουν. Και θέλει μεγάλη συνειδησιακή-ιδεολογική μάχη, για να διαχωρίσουμε τα σκατά (και την AfD) από την Ostalgie και τις συμβουλές του σ. Νίκου.

Μπορεί επίσης άκουγες και να άφηνες την ψυχή σου στην πίστα (και blood on the dancefloor), σαν τον μικρό στη μικρότερη τάξη που αντέγραφε τις κινήσεις του και ανοιγόκλεινε τα χείλη του, σαν να έβγαινε play-back, και ήταν πόλος έλξης στις σχολικές γιορτές.
Αλλά ήταν σχεδόν απίθανο να μην άκουγες -έστω και αν ήταν για να το απορρίψεις αργότερα.

Τι λέγαμε όμως; Α ναι, για την ταινία και τον Μάικλ Τζάκσον. Καλλιτεχνικά μιλώντας, ο Μιχάλης ήταν ένας και μοναδικός στο είδος του, σπάνιος συνδυασμός μουσικών ταλέντων -χορευτή, ερμηνευτή και ολίγον συνθέτη- και εκπληκτικός σόου-μαν, με εμβληματικά κλιπάκια (σαν ταινίες μικρού μήκους), συναυλίες-εμφανίσεις, κινήσεις, στολές, γάντια και άσπρες κάλτσες να φωσφορίζουν στο στρομπόλι. Έστω και ένα απ’ αυτά θα ήταν αρκετό να τον κατατάξει μεταξύ των κορυφαίων, πόσο μάλλον στην εποχή μας, που αναδεικνύει πολλά ατάλαντα, φανταχτερά τίποτα. (Όλα αυτά ασφαλώς με όρους αστικής τέχνης, δηλαδή σόου μπιζ, καθώς ο Μιχάλης δεν εξέφρασε ποτέ ούτε δια της τεθλασμένης το βασανισμένο τραγούδι της φυλής του ή των φτωχών στρωμάτων από τα οποία προερχόταν και ο ίδιος). 

Σε καθαρά ανθρώπινο επίπεδο, ο Τζάκσον ήταν κατά πάσα βεβαιότητα κακοποιητής (αν όχι βιαστής) μικρών παιδιών και η συζήτηση θα μπορούσε να τελειώσει εκεί. Ή να συνεχίσει ευρύτερα πάνω στο διαχρονικό ζήτημα της σχετικής αυτονόμησης του έργου από τον καλλιτέχνη -ιδίως αν μιλάμε για δηλωμένους φασίστες, που έχουν φτιάξει αριστουργήματα. Καθώς και γύρω από το ερώτημα πόσοι δικοί μας καλλιτέχνες θα γλίτωναν την ακύρωση, αν ήταν ανοιχτό βιβλίο η ιδιωτική τους ζωή, ως πεδίο δοκιμής-κρίσης για τις αρχές και τη θεωρία τους.

Η συζήτηση, όμως, δεν πρέπει να τελειώνει ποτέ εκεί, από τη δική μας σκοπιά τουλάχιστον. Πίσω από κάθε έγκλημα, κακοποίηση και διαταραγμένη προσωπικότητα που τα διαπράττει, αναζητάμε τους κοινωνικούς παράγοντες που δε δικαιολογούν, ούτε δίνουν άλλοθι, αλλά ερμηνεύουν κάποιες πράξεις-συμπεριφορές. Όχι για να ξεπλύνουμε ή να αθωώσουμε τους ενόχους, αλλά για να εμβαθύνουμε στις αιτίες και να τις αντιμετωπίσουμε.

Στην περίπτωση του MJ μπορούμε να διακρίνουμε δύο επίπεδα: το οικογενειακό και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Ο Τζάκσον είχε έναν χειριστικό, κακοποιητικό πατέρα που χτυπούσε τα παιδιά του, για να επιβάλλει πειθαρχία, τα εκμεταλλευόταν ως μάνατζερ που προωθούσε την καριέρα τους και τα «όνειρά» τους και έβλεπε το συγκρότημα και ειδικά τον Μάικλ ως μηχανή κέρδους - λαχείο για να κάνει τη μεγάλη ζωή που ήθελε ή να ξελασπώσει από τα χρέη του.
Εξαιτίας του ο MJ δεν είχε ουσιαστικό δικαίωμα στην παιδική ηλικία και μια φυσιολογική ανάπτυξη του χαρακτήρα του. Δεν έκανε παρέα με άλλα παιδιά, γιατί έπρεπε να αφοσιωθεί στις πρόβες του, απέκτησε κόμπλεξ για τη μύτη του -και έκανε την πρώτη από τις πολλές πλαστικές του! Δε γνώρισε πολλές στιγμές οικογενειακής θαλπωρής -παρά μόνο δίπλα στη μητέρα του- ενώ μια θεωρία λέει πως δεν αγάπησε το αντίθετο φύλο, γιατί έβλεπε τον πατέρα του να ξενοπηδά ό,τι κινούνταν κατά τη διάρκεια των περιοδειών των Jackson 5.
Ο Μάικλ μισούσε και φοβόταν τον πατέρα του, αδυνατώντας να απεμπλακεί από τις δαγκάνες του, ακόμα και όταν έφτασε στην κορυφή του κόσμου με το Thriller και είχε ξεκινήσει τη σόλο καριέρα του. Έψαχνε απεγνωσμένα διέξοδο στις «φιλίες» του με εξωτικά ζώα (πχ έναν χιμπατζή, ένα φίδι και ένα λάμα!) ή στο παραμύθι του Πίτερ Παν, και ένα κομμάτι του έμεινε για πάντα εγκλωβισμένο σε αυτές τις «Χαρούμενες σκέψεις», το καταφύγιο της παιδικής του ηλικίας, χωρίς να καταφέρει ποτέ να ωριμάσει. Αλλά ένα ενήλικο παιδί που αποκτά απεριόριστο χρήμα και δύναμη, μπορεί να γίνει ο χειρότερος τύραννος για όσους τον περιβάλλουν.
 


Αν εστιάσουμε στη γενική εικόνα, μπορούμε να βρούμε βαθύτερα γκεστάλτ από το «αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα». Ή από το στερεότυπο των απόκληρων που πιάνουν την καλή και βγάζουν απωθημένα, μαζί με τα χειρότερα στοιχεία του εαυτού τους. Ή την απόγνωση μιας φτωχής αφροαμερικάνικης οικογένειας, που προσπαθεί να ξεφύγει από τη μιζέρια του «πεπρωμένου» της. Ή τις σκληρές συνθήκες διαβίωσης που σκληραίνουν και τον χαρακτήρα της, αφού ο κυνισμός είναι μονόδρομος για την επιβίωση. 

Μπορούμε να δούμε πχ τη δίψα για κέρδη να διεισδύει από τις ρωγμές των οικογενειακών σχέσεων, να τις δηλητηριάζει και να τις καταστρέφει (ούτε ο Μάικλ ούτε τα άλλα μέλη της οικογένειας ήταν αθώα του αίματος -δεν είναι η δόξα, δεν είναι τα λεφτά). Μπορούμε επίσης να δούμε το star system να υψώνει είδωλα για να τα γκρεμίσει, αφού τα χορέψει στο ταψί. Να τα ταΐζει με δόξα, χρήματα και προνόμια άγνωστα στους κοινούς θνητούς, να τα ντοπάρει (κυριολεκτικά, κατά κανόνα) για να αντέξουν την κούρσα και να τα ξεζουμίζει, να τα αποστραγγίζει μεθοδικά από κάθε υποψία ανθρώπινων συναισθημάτων και φυσιολογικής ζωής, και να τα πετά στο περιθώριο όταν πάψουν να (του) είναι χρήσιμα. Προφανώς είχε τη συναίνεσή τους για όλα αυτά και ο καθένας φέρει ευθύνη για τις επιλογές του, αλλά είναι ζήτημα πόσο ελεύθερες είναι αυτές τελικά.

Εν κατακλείδι, πίσω από κάθε έγκλημα και κάθε κατεστραμμένη ζωή, υπάρχει ένα ευρύτερο «κατηγορώ» για έναν σάπιο κόσμο κι ένα ένοχο σύστημα, που έχει το έγκλημα στη φύση του. Για να παραφράσουμε τους στίχους που τραγουδά και ο Μιχάλης: 

If they say why, why, tell them that is system's nature. 

Η ταινία βέβαια δεν έχει καμία πρόθεση να μας δείξει κάτι από όλα αυτά. Επιλέγει ως -πραγματικό πλην- βολικό στόχο τον πατέρα-μάνατζερ, που δεν είναι καν εν ζωή για να αντιδράσει, αναδεικνύοντας πόσο γλοιώδης και εγωιστής ήταν. Πέραν τούτου, όμως, ουδέν, πλην μιας αδιάφορης αγιογραφίας, που σταματά στην περιοδεία του BAD -δηλαδή στο απόγειο της δόξας του Μιχάλη- και αφήνει να εννοηθεί πως ίσως υπάρξει και δεύτερο μέρος, όπου ίσως έχουμε κάποια ανατροπή ως προς το βασικό αφήγημα. Γιατί στο πρώτο δεν είδαμε τίποτα κακό (πλην του BAD), παρά μόνο ελάχιστες νύξεις για τα σκοτεινά του σημεία (πχ την απαρχή του εθισμού του στις ουσίες) -αλλά σχεδόν καμία για τις κατηγορίες που αμαυρώνουν τη φήμη του. 

Περιμέναμε άραγε κάτι διαφορετικό; Σαφώς, όχι. Με ξενίζει όμως ότι δεν τηρήθηκαν τα προσχήματα, γιατί η βιομηχανία του Χόλιγουντ έχει δείξει πως ξέρει να φτιάχνει προσεκτικούς «βίους αγίων», με άλλοθι αντικειμενικότητας -πχ όπως στο Last Dance, για έναν άλλο διάσημο MJ. Ξέρει να δείχνει τις υπαρκτές κηλίδες ενός λαμπερού ήλιου, να παίζει με την κλίμακα άσπρου-μαύρου και των (50) ενδιάμεσων αποχρώσεων, να παρουσιάζει πιο ρεαλιστικά -και για αυτό πειστικά- πορτρέτα, με αδιόρατα φίλτρα. Εδώ τι πήγε στραβά άραγε; 

Η πρώτη σκέψη ήταν πως η συμμετοχή της οικογένειας και του μάνατζερ στην παραγωγή έβαλε αρκετά χαμηλά το ταβάνι της ειλικρίνειας, διασφαλίζοντας πως δε θα ειπωθούν άβολες αλήθειες που θα έβλαπταν (ακόμα περισσότερο) την υστεροφημία του Μιχάλη. Χωρούσε μόνο η δική τους, στρογγυλεμένη, μεροληπτική, επιλεκτική και αναξιόπιστη, με το αφήγημα - παραμύθι για τον Μάικλ που βρήκε καταφύγιο στη χώρα του παραμυθιού του Πίτερ Παν. Και όσοι το χάψουν...

Μια άλλη προσέγγιση είναι ότι οι Αμερικάνοι βλέπουν τον Μιχάλη κάπως σαν εθνικό τους σύμβολο, κάτι μεταξύ Καποδίστρια και Καζαντζίδη, με τη διαφορά πως α. η ταινία δεν τρέφεται από εντάσεις και επικοινωνιακό θόρυβο, βγάζοντας περίπου απάτριδες όσους δεν την εγκωμιάζουν και β. ακόμα και η ταινία για τον Καζαντζίδη έχει κάποιες λίγες αιχμές για τον ήρωά της, ενώ το «Michael» όχι. Προσωπικά το βρίσκω μονοδιάστατο, πολύ άγευστο και άοσμο για να πιάσει, αλλά τα εισιτήρια που κόβει μαρτυρούν το αντίθετο. Μπορεί τελικά ο κόσμος να έχει ανάγκη από άσπιλα είδωλα, όπου το μόνο ψεγάδι τους θα είναι ίσως η λεύκη στο δέρμα. Ή να περάσει ανέμελα, σα να παίζει με σαπουνόφουσκες που σκάνε κάνοντας ποπ -και ο Τζάκσον είναι ο βασιλιάς της. Ακόμα και να νοσταλγήσει τα νιάτα του ή μια εποχή που δεν έζησε και ίσως είχε παραπάνω μελωδία, έμπνευση, πρωτότυπες ιδέες -περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να βγάζεις κέρδος. 

Τελικά από την πλάνη μου με έβγαλε, για πολλοστή φορά, το όργανο, που έχει για όλα τη σωστή απάντηση (και δεν είναι το 42). Όχι (μόνο) γιατί είχε τη σωστή γραμμή για την κριτική της ταινίας, αλλά γιατί εξηγεί πως υπάρχει εξωδικαστικός συμβιβασμός για τις κατηγορίες εναντίον του Τζάκσον και δεσμευτική ρήτρα να μην αναφερθεί ποτέ ξανά η υπόθεση, κάτι που αχρήστεψε σχεδόν το 1/3 του αρχικού υλικού και οδήγησε τους δημιουργούς σε άλλα μονοπάτια και ένα μάλλον αδιάφορο αποτέλεσμα. Το οποίο είναι πολύ ωραίο για μιούζικαλ, έχει ορισμένες εκπληκτικές ερμηνείες (από τον ανιψιό του Τζάκσον ή το παιδί που τον υποδύεται στα πρώτα χρόνια, και τον ηθοποιό που παίζει τον ρόλο του πατέρα του), μοιάζει όμως να μην έχει καλό σενάριο και λόγο ύπαρξης. Αν, παρόλα αυτά, σου φτάνει να χορεύεις στη θέση σου, θα περάσεις ευχάριστα την ώρα σου και το μόνο που πρέπει να προσέχεις είναι να μην πέσει ο ουρανός στο κεφάλι σου και να μην πατήσουν άλλα επικίνδυνα πράγματα, πάνω στην ανεμελιά σου.

Υστερόγραφο 


Τι γυρεύει εδώ αυτό το υστερόγραφο για μια σειρά του Νέτφλιξ; Μα ο Ρόνι ήταν ένας χορευτής των γηπέδων, που χόρευε και τους αντιπάλους του και έκανε τον Πανούτσο να πει ότι θα μπορούσε να τον βλέπει οκτώ ώρες να κοιμάται (και από τότε ίσως έχει να πει κάτι έξυπνο). Δεν είχε διάρκεια για να μπει στην κουβέντα περί GOAT, αλλά έκανε πράγματα που κανείς άλλος δεν μπορούσε (από την αποθέωση στο Μπερναμπέου ως το να αναγκάσει αντίπαλο να ζητήσει τη φανέλα του στο ημίχρονο, πριν βγει αλλαγή εκτεθειμένος από τα μαγικά του). Δε θα ήταν σχέση ζωής, αλλά ίσως η πιο δυνατή, αξιομνημόνευτη καψούρα. Είχε το ίδιο απαράμιλλο ταλέντο με τον Μάικλ, το σουλούπι και τις κινήσεις του, ίσως και το μαλλί του, μεγάλο δέσιμο με την οικογένεια από την οποία προέρχονταν όμως και πολύ κακές επιρροές, και πρωτίστως τις ίδιες (αυτο)καταστροφικές τάσεις. Από τον εθισμό στις ουσίες, μέχρι τα σκάνδαλα και τις σκοτεινές υποθέσεις που τον έφεραν στη φυλακή της Παραγουάης.

Όταν γελούσε στο γήπεδο, ήταν ένας γητευτής της μπάλας, που είχε μάτια μόνο για αυτήν (και αυτή για αυτόν), της μιλούσε γλυκά, της έκανε έρωτα και την αποπλανούσε. Όταν έχασε τη μαγική του αύρα, ήταν απλώς ένας γκάουτσο με πεταχτά δόντια, που έμοιαζε με τον Μπαγκς Μπάνι και είχε φανεί προ πολλούς πως η μπάλα δεν ήταν η βασική προτεραιότητα στα ενδιαφέροντά του. Έτσι από αρχηγός του Καρναβαλιού και ενός άγριου διονυσιασμού, κατέληξε σαν βασιλιάς Καρνάβαλος που περιφέρει το σαρκίο του οπουδήποτε μπορεί να βγάλει κέρδος από τις καλές αναμνήσεις που κράτησε για αυτόν ο κόσμος.

Έχασε κάθε άλλοθι, όχι όταν λύγισε στις ουσίες -αυτό το είχε πάθει και ο Μαραντόνα, σε πολύ μεγαλύτερη έκταση. Αλλά όταν προσκύνησε την εξουσία του Μπολσονάρου -όπως και αρκετοί ακόμα συμπατριώτες του από το σινάφι του. Και δεν άφησε πολλά περιθώρια συμπάθειας και υπεράσπισης, ούτε καν σε όσους τον είχαν ερωτευτεί βλέποντάς τον στο χορτάρι. 

Τι θα γινόταν ή θα μπορούσε να γίνει αν είχε αγωνιστική πειθαρχία, αν δεν αγαπούσε τόσο τα πάρτι, τις γυναίκες και τις καταχρήσεις; Πιθανότατα τίποτα, γιατί δε θα ήταν ο ίδιος. Τα (ποδοσφαιρικά) είδωλα καίγονται και σβήνουν σαν κομήτες. Τα αντιδιαλεκτικά ερωτήματα πάλι, όχι.


Ασχολούμαστε όμως με το Χόλιγουντ και παραβλέπουμε τις εγχώριες ποιητικές σκηνές, που είναι βγαλμένες από σινεμά. Σαν τους Πασόκους στο Σkοπευτήριο, που είναι λιγότερο πειστικοί και από τους κομπάρσους του Βούλγαρη. Ή το ιστορικό πανό της ΟΚΔΕ...

Αλλά ίσως το κάνουμε σε επόμενη -πχ φοιτητική- ανάρτηση. Αν και η βάση του μπλοκ πρέπει να ξέρει πως το επόμενο διάστημα είναι πιθανό η συχνότητα των αναρτήσεων να αραιώσει αισθητά, λόγω αυξημένων υποχρεώσεων. Η ζωή θα δείξει.

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Χαμένη άνοιξη - Πρωτομαγιά παντός καιρού

Δηλαδή είναι φυσιολογικό να κάνουμε Πρωτομαγιά με τέτοιο καιρό;

Κάποτε περίμενες τον Μάη να φας τριφύλλι, να δείξεις το καινούριο μπλουζάκι ΚΘ και να καείς πρώτη φορά (αριστερά) μες στη χρονιά, γιατί αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ κτλ. Χτες όμως βλαστημούσες την ώρα που ανέβασες τα χειμωνιάτικα στο ντουλάπι ή που βαρέθηκες να τα κατεβάσεις ή που τραγουδούσες «δεν κάνει κρύο στην Ελλάδα», και αν δεν το δαγκώσω εγώ, αν δεν το δαγκώσεις εσύ, ΚΚΕ δαγκωτό κτλ. Ευτυχώς που είμαστε παντός καιρού και έχουμε σπάσει τον πάγο, γιατί αλλιώς...

Κι αν όλα αυτά είναι η κλιματική αλλαγή που μας τιμωρεί; Κι αν τελικά είμαστε κι εμείς αρνητές της κλιματικής αλλαγή; Ανοησίες. Το βασικό είναι να μη γίνεται η κλιματική αλλαγή άλλοθι της εκάστοτε κυβέρνησης. Τα είπαν πολύ καλά και στην εκδήλωση του κόμματος για την αντιπυρική προστασία, ένας σμήναρχος ε.α. και ένας καθηγητής Δασολογίας -μεταξύ άλλων.

Ναι, η κλιματική κρίση είναι πραγματική. Ναι έχουμε πιο έντονα φαινόμενα, πιο συχνά και πιο απρόβλεπτα. Αλλά αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για την απουσία σχεδιασμού. Όταν η πρόληψη απουσιάζει κι η καταστολή φορτώνεται σε λίγους, το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο.

Ισχυρίζονται προκλητικά ότι οι πυρκαγιές είναι πιο καταστροφικές, λόγω κλιματικών μεταβολών, όμως δεν παίρνουν κανένα ουσιαστικό πρόσθετο μέτρο, άρα ο ισχυρισμός αυτός είναι προσχηματικός.

Συμπέρασμα: αν θες να μείνουν όλα ίδια, πρέπει να αλλάξεις τα πάντα. Κι αν σε προβληματίζει η κλιματική αλλαγή, πρέπει βασικά να αλλάξουμε σύστημα.

Βασικά όλα αυτά είναι θεία Δίκη (σαν της ΧΑ και των Τεμπών) για όσους λιμπίστηκαν το τριημεράκι και ήθελαν να πιάσουν τον Μάη στας εξοχάς, ή το πρώτο μπάνιο της χρονιάς, και τελικά ψυχρολουσία και βουτιά του υδράργυρου ως τη Δευτέρα -ούτε υπολογισμένο να ’ταν. Κι επόμενο ρεπό του Πνεύματος (και αν), που είναι αργία, όχι απεργία. Για να μάθουν να μην έρχονται στην πορεία και να εύχονται «καλό μήνα», αγνοώντας το (άγιο) πνεύμα του, μέρα Μαγιού κτλ.

Κι αν σου λένε χρόνια πολλά; Μαζί τους και ζήτω η εργατική Πρωτομαγιά (δεν έχω κάνα πρόβλημα εγώ -που θα έλεγε και ο Κουτρουμπέσης). Να πάρουμε πίσω το αίμα μας και για όσα περνάμε κάθε Πάσχα, που δεν ξέρεις τι να πεις στο «Χριστός ανέστη» και απαντάς επίσης. Αρκεί να ξέρουν τι γιορτάζουμε. ΧΠ, συνάδελφε, με υγεία πάνω απ’ όλα, δηλαδή χωρίς εργατικά ατυχήματα που είναι εργοδοτικά εγκλήματα, και με γιατρούς που δεν κλαίνε από τα νεύρα τους και καταρρέουν λόγω υποστελέχωσης. Κι όχι μόνο ευχές, όπως στην αρχή του χρόνου -κι ας μπερδεύτηκε, δικαιολογημένα, ο Παλαιστίνιος σφος που μας είπε «καλή Πρωτοχρονιά» από μικροφώνου.

Κι αν σου φαίνεται περίεργο, Πρωτομαγιά με τέτοιο καιρό και μπαλακλάβες, υπάρχουν και χειρότερα -και θα στα πω ευθύς αμέσως. Εκτός κι αν δε σου φαίνεται περίεργο να θεσπίζουν 13ωρο και παιδική εργασία (στη Δανία, που θα γίνει Ελλάδα του Βορρά), ενώ 140 χρόνια πριν παλεύαμε για το 8ωρο. Και αν απορείς, δε θυμώνεις; Κι αν θυμώνεις, γιατί το αφήνεις να ξεθυμάνει και δε δίνεις τρόπο στην οργή. 


Αλλά αυτό σημαίνει ίσως πως εργαλειοποιείς το ταξικό σου μίσος. Κι οι ήρωες-θύματα του Σικάγο ήταν αναρχικοί, οπότε τους οικειοποιούμαστε, για να τους εργαλειοποιήσουμε -αν δεν το ήξερες. Και τους ΕΒΕδες τους στείλαμε εξορία στο άγαλμα του Καλλέργη που είναι εντυπωσιακό, το κρυφό μυστικό των Πετραλώνων, αλλά στην εποχή του δεν υπήρχε ΣΕΚΕ καλά-καλά, οπότε τον εργαλειοποιούμε ξεκάθαρα. Και η αφίσα με τους 200 ήταν ο ορισμός της εργαλειοποίησης, κυρία μου, καφενειακά μιλώντας.

 

Και η τραγουδάρα των Υπεραστικών, που κλείνει ένα ολόκληρο ιστορικό πλαίσιο σε λίγες αράδες, ρίχνει νερό στον μύλο της εργαλειοποίησης, με τον στίχο «ΕΑΜ και ΚΚΕ με τον λαό ματώνουν». Και το αγγλόγλωσσο των ΚΘ καταγγέλλει βέβαια τον Capitalism, αποσιωπά όμως πως το βασικό πρόβλημα της εποχής μας είναι η εργαλειοποίηση -τουλαζέισον, ρε! (Instrumentalization είναι -Πες το και έτσι!) Κι οι υπάλληλοι του KFC (της αλυσίδας με σήμα τον σωσία του Τρότσκι) έφτιαξαν το δικό τους συνδικάτο, που έχει πολύ ωραίο σήμα (χωρίς τον Λέοντα), σπάμε την άτιμη την αλυσίδα, και είναι πολύτιμο εργαλείο για να οργανώσουν τον αγώνα τους, συνεπώς εκ των πραγμάτων εργαλειοποίηση.


Κι αν τολμήσεις να πεις για τον ηρωικό αγώνα των Τούρκων ανθρακωρύχων, που έγραψαν συνθήματα-αιτήματα ακόμα και στην πλάτη τους και ήρθαν (από χιλιόμετρα μακριά), είδαν και νίκησαν, είναι μια ανέξοδη εργαλειοποίηση ενός μακρινού αγώνα, που δεν τον οργανώσαμε. Και αν τολμήσεις να πεις για τη Φλοτίλα και το πειρατικό ρεσάλτο του Ισραήλ, με τη συνενοχή της ελληνικής κυβέρνησης, και τις απαγωγές δύο ακτιβιστών, είναι και αυτό μια μορφή εργαλειοποίησης, γιατί δε συμμετείχαμε στον στολίσκο. Κι αν ποστάρεις φωτογραφία του νεκρού Παναγούλη (που τον σκότωσαν πριν 50 χρόνια) με φόντο τον περίλυπο Ρίτσο στην κηδεία του, είναι κατεξοχήν εργαλειοποίηση ενός ήρωα που ανήκε σε άλλο χώρο.


Αλλά όποιος ενδιαφέρεται, μπορεί να πάει την Τετάρτη στην εκδήλωση-συναυλία στο Πάρκο Ελευθερίας, όπου θα παρουσιαστεί μια συλλογική έκδοση για τον Αλέκο Παναγούλη, όπου γράφουν μεταξύ άλλων ο Νταλάρας (που θα τραγουδήσει κιόλας) και ο Γ. Μαργαρίτης. Ή απλώς να πάρει το καινούριο βιβλίο του Μαργαρίτη για το ΕΑΜ, που φιλοδοξεί να γίνει τριλογία, και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ειρήνη, με σήμα το περιστέρι. Σαν αυτά που μαζεύτηκαν να χειροκροτήσουν τους γραφειοκράτες στη συγκέντρωση της ΓΣΕΕ, μαζί με τη ΝεΑΡ και μερικά ακόμα χαζοπούλια, που πιάστηκαν από τη μύτη τους.
 

Εν τω μεταξύ, χτες το ΟΠΕΝ του Σαββίδη έδειξε ένα (σχεδόν κατακόκκινο) ντοκιμαντέρ για τους 200 της Καισαριανής, δείγμα της ακτινοβολίας τους. Αλλά δεν είμαι βέβαιος αν αυτό θεωρείται εργαλειοποίηση, γιατί Ιβάν, Πούτιν και Θανάσης, που μιλάει και σε εκδηλώσεις του κινήματος, οπότε πρέπει να ρωτήσουμε σχετικά, για να μας πουν. 

Και η αλλεργία στον Μάη και το Κόμμα είναι ένα βίωμα, αλλά και κάτι σαν αυτοάνοσο, που πατά σε υπαρξιακές αγωνίες, την αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι και των στερεότυπων, αλλά τείνει στη γενίκευση, τη θεωρητικοποίηση και να κατασταλάξει σε έναν αγχογενή αντισταλινισμό, που αγνοεί ότι ο σφος με το μουστάκι δε θάφτηκε στα Ιεροσόλυμα για να αναστηθεί (και να τελειώσει τις δουλειές που άφησε μισές) με τις συνθήκες που τον γέννησαν, σε αντίθεση με τα αντισταλινικά ζόμπι που έχουν τον απέθαντο, σαν το σύστημα που τους γεννά -και δε μας συγχωρεί την επιθανάτια αγωνία του, τον περασμένο σύντομο εικοστό αιώνα.

Και όλα αυτά είναι μια μορφή ελεύθερων συνειρμών και φλυαρίας ίσως, για να καλύψει το κενό στο ρεπορτάζ της ημέρας. Γιατί ένας τίμιος ανταποκριτής στέκει ήσυχος σε μια γωνιά, δίπλα στην κολόνα, παρακολουθεί διακριτικά το πρόγραμμα και τις ομιλίες, καταγράφοντας φάτσες και εντυπώσεις. Αλλιώς μπλέκει σε πηγαδάκια για πηγάδες και άλλα συναφή και άμα δεν προσέξει το ’χασε.

Μπορεί να το ξαναβρεί, όμως, στο πλούσιο ρεπορτάζ του Ρίζου, με λεπτομέρειες που δεν πρόσεξες ή δεν μπορούσες να ξέρεις. Όπως η τρομερή ιστορική έκθεση στη Σαλούγκα για τα 90χρονα του Μάη του ’36. Η διεθνιστική νότα, με τον Μότσα από το Πακιστάν στην Πάτρα, τους Σουηδούς σφους από το μετρό της Στοκχόλμης ή τη σύσκεψη με Παλαιστίνιους για την επανένωση των οικογενειών τους. Ο συνωστισμός στις συγκεντρώσεις της ΓΣΕΕ, σε πόλεις με τρενάκια ψήφων και μεγάλη αύξηση ποσοστών της ΠΑΣΚΕ για το πρόσφατο συνέδριο (έφυγαν και τα περιστέρια, γιατί δεν είχαν ποιον να τα ταΐζει). Ή τέλος το όνομα της προέδρου του Σωματείου στα KFC, για να τρομάζουν οι εχθροί σε μια στιγμή παραφροσύνης παροξυσμού, και ας έχει άλλη ορθογραφία: Λυδία Παροξισμού!


Εν τω μεταξύ, την προηγούμενη μέρα στη Νομική, γινόταν πραγματική μάχη για μια θέση μακριά από τον ντάλα ήλιο, και οι σφοι έβγαλαν βερμούδες και κοντομάνικα -ΚΘ, Ζάχαρη αλλά και το οικολογικό πράσινο από ένα αθλητικό camp της Οργάνωσης, που δε μάσησε στις απειλές της Πρυτανείας (εμείς θα την κάνουμε την εκδήλωση, σι-χαμένη, α σι-χαμένη), που διέταξε λέει την εκκένωση του περιβάλλοντος χώρου (!!), ίσως για να απομονώσει τους σφους, αν και αυτό δεν έγινε άμεσα αντιληπτό στους παρευρισκόμενους. Και τέλος πάντων, αν ήθελαν οι σφοι να κάνουν κάποια εκδήλωση με δίκες -και την έγκριση της Πρυτανείας- ας ήταν για της Μόσχας. Αλλά ούτε τότε θα την ενέκριναν, αφού δεν μπορούν να ελέγξουν το περιεχόμενο...


Η Μάγδα δεν έδωσε το παρών, γιατί έπρεπε να είναι στην Καρδίτσα -και όχι επειδή την συνέλαβαν, όπως ήταν μια πρώτη, αυθόρμητη σκέψη, μεταξύ σοβαρού και αστείου. Έστειλε όμως γραπτό μήνυμα, από το οποίο ξεχώρισαν την αυθόρμητη αγάπη - εκτίμησή της για τον Θεοδωρόπουλο. Και τη φράση για την «άνοιξη που της έκλεψαν», με τη δολοφονία του Παύλου, που εκτός από ποιητική και ανθρώπινη, ήταν σχεδόν προφητική για τον καιρό, την ημέρα της Πρωτομαγιάς.
 

Από την παρέμβαση του Θεοδωρόπουλου κράτησα τα εξής:

-τη σύγκριση δύο διαφορετικών κόσμων, με τους 200 που βάδισαν με χαμόγελο προς τον θάνατο, και τους ψοφοδεείς ναζί που απαρνούνταν πρόθυμα την ιδεολογία τους (εμείς ναζιστές;) για να γλιτώσουν τη φυλακή. Κι είναι τραγική ειρωνεία ότι ένας ναζί λογοτέχνης έλεγε πως «αν δεν υπερασπίζεσαι τις ιδέες σου, είτε αυτές δεν αξίζουν, είτε εσύ». 

-Τον προβληματισμό γύρω από τον ορισμό της εγκληματικής οργάνωσης και διάφορες σύνθετες παραμέτρους. Η διεθνής συνθήκη του Παλέρμο προβλέπει ότι η στοιχειοθέτηση της κατηγορίας περί Ε.Ο. προϋποθέτει να υπάρχει οικονομικό κίνητρο, είναι σαφές όμως ότι οι νεοναζιστικές γκρούπες, πέρα από την οργανική τους σύνδεση με επιχειρηματικά συμφέροντα, έχουν εγκληματική ιδεολογία και δράση, βάσει των αρχών και του προγράμματός τους. Παράλληλα, όμως, η βασική έγνοια των αστικών κρατών είναι να προσδιορίσουν ως εγκληματική κάθε επαναστατική, ριζοσπαστική οργάνωση, βάσει του τρομονόμου και πολιτικών κριτηρίων. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, αρνούνται οποιαδήποτε πολιτική ιδιότητα στα μέλη τους που συλλαμβάνονται, αντιμετωπίζοντάς τα ως κοινούς τρομοκράτες ή κακοποιούς του ποινικού δικαίου.

-Όση ώρα μιλούσε για τη δράση της ΧΑ, βάσει σχεδίου, με ιδεολογικά κίνητρα και μίσος απέναντι σε όποιον δε συμφωνεί μαζί της (μετανάστες, κομμουνιστές, αντιφασίστες κτλ) ήταν αδύνατο να μη σκεφτείς συνειρμικά την Πρυτανεία του ΕΚΠΑ -και αν αφαιρούσουν προς στιγμήν, δε θα καταλάβαινες αμέσως για ποιον μιλούσε...

Από την παρέμβαση του Δαμιανού Μπαλασούλη, κράτησα: όσα είπε για την ακαταλληλότητα της αίθουσας, στην οποία δε χωράνε ούτε οι συγγενείς αλλά φροντίζουν να την γεμίζουν με δυνάμεις της ΟΠΚΕ. Τις προτεραιότητες των αρχών, που δεν κρατάνε ούτε τα προσχήματα. Φάνηκε από την πρώτη μέρα του εγκλήματος -όταν έφεραν αμαξοστοιχία για να μαζέψει και να μεταφέρει το φορτίο της εμπορικής, μη τυχόν και πάει χαμένο σαν τις 57 ψυχές των επιβατών- μέχρι και τις μέρες μας, με το εσπευσμένο κλείσιμο της ανακριτικής διαδικασίας και την απαγγελία κατηγοριών στον σταθμάρχη κι άλλα τρία πρόσωπα -αλλά σε κανένα πολιτικό στέλεχος ή άλλο υψηλά ιστάμενο. Για τη διαφθορά, που κάποια αφηγήματα την παρουσιάζουν ως αιτία και όχι ως αποτέλεσμα της άρρωστης αυτής κατάστασης. Και για το πλυντήριο στην ΕΕ, που ωστόσο είναι το καλύτερο άλλοθι για τις εγκληματικές παραλείψεις, σε πλήρη αντίθεση με την αποθέωση του ευρωπαϊκού κεκτημένου, των κοινοτικών οδηγιών κτλ.

Ως τελευταία εικόνα αυτής της κλεμμένης άνοιξης, κρατάμε την ηλικιωμένη σφισσα, που χώρεσε ακόμα και στα ρεπορτάζ των καναλιών, και ήταν από το πρωί στο Σύνταγμα, να καλύψει το κενό αυτών που δεν μπορούσαν να έρθουν, εννοώντας ασφαλώς τους 200 και όχι όσους πήγαν να πιάσουν τον Μάη ή τα υψηλά συμβολικά νοήματα του σοσιαλδημοκρατικού μανιφέστου του Τσίπρα. Και είναι κρίμα που δε ρώτησαν τη σφισσα να τους πει αν συμφωνεί με την πομπώδη διαπίστωση πως δεν είναι επίκαιρο πλέον το δίλημμα μεταρρύθμιση ή επανάσταση! Αριστερά του κέντρου, λέει...