Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνείδηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνείδηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Αυγούστου 2017

Η καλοπέραση γεννάει καλοσύνη

Η Σ. γεννήθηκε στο Καζαχστάν. Γύρισε στην Ελλάδα το 90', από δική της επιλογή, γιατί είχαν φύγει όλοι οι Πόντιοι φίλοι της από την πόλη της, και το 'χε απωθημένο να γυρίσει μια μέρα στην πατρίδα, που την είχε στο μυαλό της ως κάτι σπουδαίο, αλλά σύντομα απογοητεύτηκε και την απομυθοποίησε. Στη Σοβιετική Ένωση είχε σπουδάσει Μαθηματικά και στα 26 της είχε δουλέψει ήδη πέντε χρόνια στο Πανεπιστήμιο, πάνω στο αντικείμενό της. Τώρα είναι μεταξύ (μισο)δουλειάς κι ανεργίας, όπως και τα τρία παιδιά της.

Πιστεύει πως πρόλαβε τα καλά χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης, κι ας μην είχαν πάνες ή σερβιέτες. Λέει πως την εποχή του Μπρέζνιεφ επικρατούσε μια σταθερότητα-στασιμότητα. Κανείς δεν έπαιρνε πολλά λεφτά, αλλά όλοι έκλεβαν το κράτος, για να βελτιώσουν τη θέση τους. Τα βασικά είδη ήταν πάμφθηνα, αλλά τα είδη πολυτελείας -που δεν έφταναν για όλους- ήταν υπερκοστολογημένα.

Λέει τον Γκορμπατσόφ βλάκα, που συν τοις άλλοις, έσκαψε το λάκκο του, και το μόνο καλό που έκανε, ήταν ότι σταμάτησε τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, όπου σκοτώνονταν πολλά νέα παιδιά, που πήγαιναν φαντάροι. Και να πεις πως έκαναν εκεί κάποια επανάσταση, όπως εμείς το 17'...

Δε θυμάται πολλά πράγματα από το Τσέρνομπιλ (που σημαίνει κάτι σα "μαύρος μύθος" ή "μαύρο παρελθόν", γιατί έμεναν πολύ μακριά από την Ουκρανία και τα κανάλια δεν έλεγαν πολλά πράγματα. Δεν υπήρχε διαφάνεια, αλλά μια λογική "όλα πάνε καλά, όλα πάνε καλά" και να κουκουλώσουν τα προβλήματα. Σήμερα τα κανάλια λένε πάρα πολλά, αλλά ποιος ξέρει αν και τι είναι αλήθεια.

Ήταν μέλος της Καμσαμόλ, όπως όλοι σχεδόν στην τάξη της -που πριν ήταν Πιονέροι και πιο μικροί Οκταβριάκια, παιδιά του Οχτώβρη- κι έγινε καμσόρ, που είχε οργανωτικά καθήκοντα, χωρίς να είναι ιδιαίτερα πολιτική θέση -όπως κι η ένταξη στην Καμσαμόλ, άλλωστε, εκείνα τα χρόνια.

Δεν της άρεσε πολύ που στο Πανεπιστήμιο έπρεπε να βοηθάνε στις αγροτικές εργασίες, αλλά τότε ήταν νέοι και δεν τους ένοιαζ ιδιαίτερα. Μια βραδιά που ξεκουράζονταν μετά τη δουλειά, παίζοντας χαρτιά κι ακούγοντας κλασική μουσική στο ραδιόφωνο (συγκίνηση), έμαθαν για το θάνατο του Μπρέζνιεφ. Την αναγγελία έκανε ο Λεβιτάν, που συνέδεσε τη φωνή του με δραματικές, ιστορικές στιγμές και τα πολεμικά ανακοινωθέντα. Άραγε να έχει σχέση με τον Εφραίμ Λεβιτάν που έγραψε το εκπληκτικό "Αστρονομία για Παιδιά", που κυκλοφόρησε και στα ελληνικά από τη Σύγχρονη Εποχή;

Η φωνή του Λεβιτάν την έκανε να πιστέψει πως ερχόταν πόλεμος. Οι συμφοιτητές της στην αίθουσα πάγωσαν, ενώ κάποιοι άρχισαν να κλαίνε. Κι αυτή ένιωσε πως είχε έρθει το τέλος του κόσμου. Ήταν ό,τι πιο κοντινό είχε νιώσει ποτέ στη φημολογούμενη συντέλεια αυτών των ημερών, που τελικά δεν ήρθε ποτέ. Αλλά το τέλος "του νέου κόσμου, του σοσιαλισμού" δεν ήταν πολύ μακριά. Ακόμα κι αν φύγεις, για το γύρο του κόσμου, θα 'σαι πάντα ο δικός μου υπαρκτός, θα 'μαστε πάντα μαζί...

Ο παππούς της γεννήθηκε στον Πόντο, κι έζησε ως έφηβος τη γενοκτονία τους, οι γονείς της μεγάλωσαν στη Γεωργία, από όπου εκτοπίστηκαν για το Καζαχστάν, κι αυτή μεγάλωσε εκεί, αλλά ήρθε στην Ελλάδα και βλέπει τα παιδιά της να σκέφτονται ως λύση το εξωτερικό, για να συνεχίσει η αλυσίδα που θέλει κάθε γενιά να ζει σε άλλο τόπο από την προηγούμενη.

Οι Σοβιετικοί γράφουν πολύ ωραία λαϊκά παραμύθια και η Σ. έχει τη χαρακτηριστική προφορά (που αν δεν ξέρεις ρώσικα και σε τι αναφέρεται ο άλλος, σου φαίνεται πως διηγείται παραμυθάκια), μαζί με την έμφυτη -ή μάλλον επίκτητη- καλοσύνη του νέου τύπου ανθρώπου, του σοβιετικού. Παραμύθι με λυπημένο τέλος. Αλλά ακόμα δεν είπαμε την τελευταία λέξη στην ιστορία.

Αν ρίξεις μια ματιά στο λεξικό του Νταλ, θα δεις πως η λέξη "καλοσύνη" (ντομπροτά) προέρχεται από τη λέξη "καλοπερνώ" (ντομπροβάτ) -ζω στην αφθονία, καλά... που σσημαίνει ότι υπάρχει όταν υπάρχει σταθερότητα και αξιοπρέπεια...

(από το βιβλίο "το τέλος του Κόκκινου Ανθρώπου")

Νομίζω πως τα γνωρίσματα που περιγράφω είναι μια χαρακτηριστική περιγραφή, που ο καθένας μας έχει συναντήσει κάποια στιγμή στη ζωή του, στο περιβάλλον του. Καλοκάγαθοι τύποι, φιλότιμοι, που έχουν μεγαλώσει στη Σοβιετία κι έχουν τη χαρακτηριστική, παραμυθένια προφορά. Πειθαρχημένοι, αλλά χωρίς πρωτόβουλα πνεύμα συνήθως. Κι ίσως αυτό να είναι κλειδί για να εξηγήσει τους λόγους επικράτησης της αντεπανάστασης, μαζί με μια ειλικρινή αφέλεια και μια αυθόρμητη αδιαφορία για την πολιτική, από μεγάλα τμήματα του λαού, που εκφράζεται σε αντίστοιχα απλοϊκές απορίες για τις εξελίξεις: μέχρι το 80' όλα πήγαιναν καλά, μετά με την Περεστρόικα άρχισαν να χαλάνε, δεν ξέρω τι έφταιξε...

Η καλοπέραση γεννάει καλοσύνη. Αυτός είναι ένας γενικός κανόνας, που βρήκε ισχύ στο σοβιετικό λαό και τη στάση του, στα γενικά χαρακτηριστικά του. Η καλοπέραση αυτή ήταν ασύμβατη με την προκλητική, αλόγιστη πολυτέλεια, και δεν ήταν απαλλαγμένη από αντικειμενικά δύσκολες συνθήκες (τα "καλά" της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης), εξασφάλιζε όμως τα απαραίτητα σε όλους, για να μη λείπουν από κανέναν, εξαλείφοντας τη φτώχεια, τον αναλφαβητισμό, καλύπτοντας με δυο λόγια τις βασικές λαϊκές ανάγκες, κάτι που παραμένει ζητούμενο πχ για τον καπιταλισμό της εποχής αλλά και του εικοστού πρώτου αιώνα.

Η σοβιετική καλοσύνη, ωστόσο, δεν πήγαζε πρωτίστως από υλικά αγαθά, αλλά από ανώτερα ιδανικά και την παγκόσμια, πανανθρώπινη προοπτική της κομμουνιστικής κοινωνίας. Η νίκη απέναντι στη ναζιστική πολεμική μηχανή, τη φονικότερη που είχε γνωρίσει ως τότε η ιστορία, δεν ήρθε ως καρπός μίσους και μεγαλύτερης κτηνωδίας από τους ναζί, αλλά από την αγάπη για τη σοβιετική πατρίδα και τον άνθρωπο. Ο κομμουνιστής είναι αγάπη από την κορφή ως τα νύχια, έστω κι αν αυτό περιλάμβανε απεριόριστο μίσος για τους φασίστες, που ήταν εχθροί του ανθρώπου. Ο πραγματικός ουμανισμός άλλωστε δεν είναι αφηρημένος. Και δεν μπορεί παρά να είναι μίσος για τους εκμεταλλευτές και τους εχθρούς της ανθρωπότητας που χαντακώνουν τις προοπτικές της για το δικό τους ιδιωτικό συμφέρον.
Μπορεί να κούγεται ως χοντροκομμένο, απλοϊκό κλισέ, αλλά σε αυτήν την περίπτωση, η απέραντη καλοσύνη νίκησε το απόλυτο κακό, κι ας μην είναι τόσο απλό, όσο αυτή η διατύπωση...

Ου γαρ έρχεται μόνον, όμως. Η καλοπέρασηγεννάει επίσης τη χαλάρωση της επαγρύπνησης και των αντανακλαστικών, μια α-πολίτικη συνείδηση, που δεν αντιμετωπίζει οξυμένα προβλήματα, όπως στον καπιταλισμό, για να τροφοδοτείται "αυτόματα" από την πραγματική ζωή. Αυτό προφανώς δεν είναι αναπόφευκτο -όπως γενικά δεν είναι μηχανιστική η επίδραση του κοινωνικού περιβάλλοντος στη συνείδηση- αλλά έχει αντικειμενική βάση.

Η καλοπέραση γεννάει επίσης ένα πλεόνασμα στο παραγόμενο κοινωνικό προϊόν, που είναι το αντικειμενικό έδαφος για να υπάρξουν αντιθέσεις, που μπορεί να μετεξελιχθούν σε ανταγωνιστικές, ταξικές, αν δεν προσεχτούν.
Έχω την εντύπωση πως κάτι παρόμοιο συνέβη και στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα, όπου τα ισχυρά κατάλοιπα του κοινωνικού κεκτημένου ήρθαν σε όσμωση με το μαζικό λαϊκό κίνημα, καλλιεργώντας μια έντονη δόση συλλογικότητας και συντροφικότητας. Κάτι που χάθηκε σταδιακά και εκφυλίστηκε στη βάση της προσωρινής και επίπλαστης ευημερίας των μεταπολεμικών και μεταπολιτευτικών ετών, με τον εκμαυλισμό συνειδήσεων, την Πασοκική λαίλαπα και τη μαζική ενσωμάτωση-ιδιώτευση. Αυτό όμως είναι σημαντικό ζήτημα, για να στριμωχθεί σε μερικές αφοριστικές φράσεις.

Συμπερασματικά, το ντομπροβάτ (καλοπερνώ) δε φέρνει μόνο ντομπροτά (καλοσύνη) αλλά και ντουβρουτζά, ένα μεγάλο σοκ, εφόσον αδυνατίσουν τα επαναστατικά χαρακτηριστικά και μειωθεί η απαραίτητη επαγρύπνηση. Το πρόβλημα δεν είναι ότι πάσχουμε από υπερβολική καλοσύνη. Αλλά ότι η επαναστατική συνείδηση δεν τροφοδοτείται αυθόρμητα σε μια κοινωνία χωρίς έντονες, ταξικές αντιθέσεις. Κι ότι η "καλοσύνη" πρέπει να είναι υποψιασμένη, να οπλιστεί με τα κατάλληλα εργαλεία ελέγχου, για να μην την πατήσει από τους εκάστοτε "κακούς". Κι αυτό δεν είναι ηθικολογία ή χοντροκομμένες απλοποιήσεις, αλλά νομοτέλεια κι απλά διδάγματα απ' την ήττα της επανάστασης, που μεταξύ άλλων απαιτούν ανάπτυξη της θεωρίας (της σοσιαλιστικής οικοδόμησης) για να μη χαθεί και ξεστρατίσει η προοπτική.

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2015

Πού να σε βρω

Η διημερίδα της κετουκε για την εργατική τάξη ήταν ίσως από τους πιο σημαντικούς σταθμούς του τελευταίου διαστήματος. Βρήκε όμως την κε του μπλοκ εμπύρετη και πρακτικά ανήμπορη να την παρακολουθήσει, για να προχωρήσει σε μια ασφαλή και ολοκληρωμένη αποτίμηση –που επιφυλάσσομαι να την επιχειρήσω μελλοντικά. Την πρώτη μέρα πχ κράτησα από το άνοιγμα του Πρωτούλη τη φράση για την τομή στην κομματική οικοδόμηση και έφτασα ως το σημείο που η Αλέκα ανέφερε την ταξική σύνθεση του πρώτου συνεδρίου του ΣΕΚΕ, 28 εργάτες και 7 φοιτητές, αναλογιζόμενος πως αυτό το 80% παραμένει άπιαστο όνειρο για κάθε μικροαστική γκρούπα. Αντί κάποιας ανταπόκρισης λοιπόν, περιορίζομαι στο να καταθέσω κάποιες δικές μου σκόρπιες σκέψεις σχετικά με το γενικό θέμα της διημερίδας: την εργατική τάξη και τη συνείδησή της.

Εκφράζω αρχικά μια απαισιοδοξία για τον τρόπο που διαμορφώνεται στις μέρες μας αυτή η τελευταία, παίρνοντας υπόψη μερικά εμπειρικά δεδομένα. Την τρομερή επίδραση που ασκεί το διαδίκτυο, την επανάληψη ενός ψέματος, μέχρι να καταστεί πειστικό, από πολλά μέσα-προφίλ που αναπαράγουν το ένα το άλλο ή ανήκουν πολλές φορές στο ίδιο άτομο, τα εύκολα, απλοϊκά σχήματα και την τρομερή τους απήχηση-διάδοση, το ότι μια συκοφαντία, πχ για τις μετοχές του κόμματος στο Γερμανό, πολύ εύκολα διαδίδεται, σαν πυρκαγιά που εξαπλώνεται, αλλά πολύ πιο δύσκολα σβήνεται κι αναιρείται. Ή τον υφέρποντα αντι-λαϊκισμό που υπάρχει στο να βαφτίζεται απ’ τα γνωστά, συστημικά παπαγαλάκια λαϊκισμός οποιαδήποτε εργατική διεκδίκηση υπέρ των λαϊκών συμφερόντων.

Αυτό αποτυπώνει την πολύπλευρη και πολύ πιο συστηματική επίδραση-πίεση που ασκεί το σύστημα κι οι ιδεολογικοί του μηχανισμοί στη μέση λαϊκή συνείδηση. Ενώ πρέπει να σημειωθεί η βασική δυσκολία που καλείται εξαρχής να αντιμετωπίσει ένα κομμουνιστικό κόμμα, καθώς η επανάσταση προϋποθέτει συνειδητή δράση, αλλά η διαμόρφωση ολοκληρωμένης επαναστατικής συνείδησης φαντάζει αδύνατη στα πλαίσια ενός εκμεταλλευτικού συστήματος, που αναπαράγει την κυρίαρχη ιδεολογία (και τη δική του ύπαρξη) με πολύ υλικούς όρους, από κάθε κύτταρο της παραγωγικής δραστηριότητας και της κοινωνικής πραγματικότητας εν γένει, που υπαγορεύει την «ακατανίκητη» δύναμη της συνήθειας.

Σημειώνω συμπληρωματικά πως κερδισμένη συνείδηση για εμάς είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο από μια απλή θετική ψήφο πχ, κάτι που δε συμπεριλαμβάνει τους ευμενώς ουδέτερους, ούτε καν τους συμπαθούντες ή πολλούς ψηφοφόρους μας, εφόσον η στάση αυτή δε συνοδεύεται κι από συνειδητή δράση (η ουδετερότητα εντός αυτού του πλαισίου δεν μπορεί παρά να είναι ευμενής για την υπάρχουσα κατάσταση και τη διαιώνισή της). Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δεν αρκεί πχ η ευρεία αναγνώριση ότι κάποιος δικός μας δημοσιολόγος τα λέει καλά –που συνήθως καταλήγει στο αήττητο επιχείρημα «γιατί δεν τον/τη βάζετε γενικό γραμματέα;»-, αν το κοινό δε συγκρατεί/αφομοιώνει τι λέει ο δικός μας και όχι το πόσο ωραία το διατυπώνει. Ούτε μπορούν να βασιστούν γενικά οι κομμουνιστές σε ωφέλιμες πλάνες (που ίσως να φέρουν προσωρινά ένα αποτέλεσμα), παρά μόνο σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες, με κριτική ικανότητα και σφαιρική αντίληψη, που αφοσιώνονται ολόψυχα σε ένα σκοπό και δεν το στηρίζουν νοερά και παθητικά.

Υπάρχει η κλασική προσέγγιση για τα τρία βάθρα της δικής μας παρέμβασης που περιλαμβάνει την ιδεολογική ζύμωση, τους αγώνες για τις άμεσες οικονομικές διεκδικήσεις και την πολιτική πείρα ως πηγή συνειδητοποίησης των μαζών. Προφανώς όμως δεν αρκεί κάποια μηχανιστική σύνδεση των παραπάνω, με συγκεκριμένη σειρά και δοσολογία (ξεκινάμε από αυτό, με μία τζούρα μόνο από το άλλο, για να μην τρομάξει ο κόσμος), αλλά ένας δυναμικός συνδυασμός, με βάση τις δοσμένες συνθήκες. Για παράδειγμα, δεν είναι η πείρα που λείπει από τον ελληνικό λαό τα τελευταία χρόνια, με τις συμπυκνωμένες πολιτικές εξελίξεις, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για την εξαγωγή σωστών πολιτικών συμπερασμάτων, που είναι κι η δική μας μόνιμη –στα όρια της μονοτονίας- επωδός, μετά από κάθε σημαντική εξέλιξη, κάθε μεγάλο, αποκαλυπτικό γεγονός. Ο λαός να βγάλει τα συμπεράσματά του, να αξιοποιήσει την πείρα του, κτλ…

Το βασικό είναι να βλέπουμε συγκεκριμένα το επίπεδο συνειδητοποίησης του λαού, όχι για να προσαρμόσουμε στα ρηχά τα συνθήματά μας και τους στόχους πάλης μας, αλλά για να το τραβήξουμε στην ανηφόρα και να φροντίσουμε για τη σταθερά ανοδική του πορεία μετά από κάθε σημαντικό σταθμό, από κάθε αγωνιστική κινητοποίηση, που θα διαπαιδαγωγεί όσους συμμετέχουν, θα οξύνει και θα καθιστά ολοένα και πιο φανερή τη βασική αντίθεση, την ουσία πίσω από τα φαινόμενα, και τα πρακτικά καθήκοντα που καθορίζει.

Κι αν η επαναστατική κρίση εμφανίζεται αντικειμενικά κι ανεξάρτητα από τη δική μας θέληση, κι η δυναμική της επαναστατικής γραμμής καθίσταται πλειοψηφική ακριβώς κατά τη διάρκειά της, κι όχι πριν από αυτή, ως προϋπόθεση, αυτό κάθε άλλο μας απαλλάσσει από μια σειρά ευθύνες. Όσο σωστό είναι πχ πως η οικονομική κρίση δε ριζοσπαστικοποιεί αυτομάτως και μαζικά τις λαϊκές συνειδήσεις (παρά την πλάνη περί του αντιθέτου), άλλο τόσο προβάλλει η αναγκαιότητα να δούμε κάτω από ποιες συνθήκες μπορεί να συμβεί αυτό, και ποιες προϋποθέσεις συμβάλλουν στην εμφάνιση επαναστατικής κατάστασης, στη συγκέντρωση δυνάμεων, κτλ.

Ας μην ξεχνάμε εξάλλου ότι η κρίση μας προσφέρει ως κατάρα κι ευλογία ταυτόχρονα την αντικειμενική σύγκλιση του τακτικού στόχου στη συγκυρία, που είναι η έξοδος από την κρίση, με το στρατηγικό στόχο της εξόδου (ας το πούμε έτσι αδόκιμα) από το σύστημα που την παράγει, και με τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Εν κατακλείδι, χρειάζονται πολύ περισσότερες αντίστοιχες προσπάθειες, σαν αυτή τη διημερίδα, (και όχι μόνο σε «καμπανιακή βάση», με αφορμή κάποια επέτειο), πολλές σύγχρονες θεωρητικές μελέτες, πάνω και σε επιμέρους πτυχές, που δε θα συνοψίζουν απλώς όσα ήδη γνωρίζουμε, αλλά θα διερευνούν, θα φωτίζουν καινούριες πλευρές, θα προτείνουν νέες ιδέες, θέτοντάς τες προς συζήτηση και πυροδοτώντας ένα γόνιμο, συλλογικό προβληματισμό πάνω σε τέτοια, κομβικά κι ακανθώδη ζητήματα.

Υγ: δεν συγκαταλέγεται ακριβώς στα μουσικά μου γούστα, αλλά κολλάει με την αναζήτηση της χαμένης ταξικής συνείδησης και κάποιους συνειρμούς των ημερών...

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

Ταξική πάλη και ταξική συνείδηση

Συνέχεια εκ του προηγούμενου, με μια δεύτερη παρατήρηση, ίσως όχι αρκετά σημαντική για να σταθεί μόνη της σε ξεχωριστή ανάρτηση, θεώρησα ωστόσο σκόπιμο να σπάσω σε δύο μέρη το αρχικό κείμενο, για να μην κουράσει καλοκαιριάτικα με την έκτασή του.

Στο πρώτο μέρος η έμφαση δίνεται στην καταληκτική παρατήρηση: δεν αρκεί να περιμένουμε παθητικά την αντικειμενική εμφάνιση της επαναστατικής κατάστασης, αλλά πρέπει να προετοιμαζόμαστε ατομικά και συλλογικά, ως μονάδες, ως τάξη και ως πρωτοπορία. Αφενός γιατί καμία ομάδα δε νίκησε στον αγώνα της, χωρίς να ρίξει δουλειά στην προπόνηση –και δεν αρκεί το φυσικό ταλέντο ή άλλα εγγενή ταξικά προτερήματα, για να καλύψουν το μειονέκτημα έναντι της αστικής εξουσίας και του κατεστημένου της. Αφετέρου γιατί η δική μας δράση είναι προϋπόθεση για την εκδήλωση του επαναστατικού κινήματος ή και για την επίσπευση αυτής της επαναστατικής στιγμής.

Η σχηματική αντίληψη της.. «μετωπικής αντιπολίτευσης» κι άλλων χώρων ως προς τη συγκέντρωση δυνάμεων για το στρατηγικό στόχο υπαγορεύει κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες, συνεργασίες με μίνιμουμ συμφωνίες και κοινή δράση σε επιμέρους ζητήματα, για να συγκροτηθεί ένα μέτωπο που θα συσπειρώσει ευρύτερες λαϊκές μάζες και θα καταστεί πλειοψηφικό, αλλάζοντας τους συσχετισμούς σε διάφορα επίπεδα –πχ το κοινοβουλευτικό-κυβερνητικό.

Το βασικό σφάλμα σε αυτήν την αντίληψη και την αλληλουχία των φάσεων του παραπάνω σχήματος είναι πως φαίνεται να αγνοεί μια απλή μαρξιστική αλήθεια: ότι δηλ σε μια δοσμένη κοινωνία, η κυρίαρχη ιδεολογία-συνείδηση είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης. Παρά τα όποια αγωνιστικά σκιρτήματα ή το βαθμό συνειδητοποίησης των πρωτοπόρων στοιχείων της, η εργατική τάξη στο σύνολό της παραμένει υπό την επιρροή των αστικών ιδεολογημάτων, που αρκετές φορές επιβιώνουν και μετεπαναστατικά, με τη δύναμη της συνήθειας ή και της ακόμα ανώριμης και μη μετασχηματισμένης πραγματικότητας, που αφήνει τα σημάδια της στη νέα κοινωνία.

Η ρεφορμιστική λογική να πάρουμε πρώτα με το μέρος μας την πλειοψηφία κι ύστερα να πάρουμε την εξουσία χρεοκοπεί κάθε φορά στην πράξη, θυμίζοντας τον αρχάριο ποδηλάτη, που χωρίς να διαθέτει ακροβατικές ικανότητς, προσπαθεί να ισορροπήσει πρώτα πάνω στη σέλα, προτού αρχίσει να κινείται. Πίσω από αυτή τη λογική κρύβονται οι αυταπάτες του ειρηνικού, κοινοβουλευτικού περάσματος κι ο κυβερνητικός κρετινισμός των αναθεωρητικών δυνάμεων (που σήμερα δε νιώθουν καν την ανάγκη να έχουν ως σημείο αναφοράς το μαρξισμό για να τον αναθεωρήσουν).

Το αντιδραστικό ιδεολογικό κέλυφος κι η επίδραση της αστικής ιδεολογίας σπάει για την πλειοψηφική μερίδα των λαϊκών στρωμάτων μόνο όταν εκδηλώνεται το επαναστατικό κίνημα, κατά τη διάρκεια της παράπλευρης χειραφετητικής επίδρασής του στις μάζες –και όχι νωρίτερα. Όπως σημειώθηκε και στο πρώτο μέρος, η πρωτοπορία δε στρατολογεί ξεχωριστά έναν προς έναν όσους συσπειρώνονται γύρω της κατά το επαναστατικό άλμα, αλλά την κρίσιμη στιγμή, ο ίδιος ο λαός στρέφεται μαζικά κι αυθόρμητα προς την πρωτοπορία, την αναζητά και τη συναντά στην πορεία των ανησυχιών και των αναγκών του –κάτι που επιβεβαιώνεται άλλωστε από την ιστορική πείρα.

Η επίγνωση αυτή δε μας απαλλάσσει από το καθήκον της ζύμωσης στις σημερινής συνθήκες, από το καθήκον να κερδίζουμε όσο το δυνατόν περισσότερες συνειδήσεις, να ανοιγόμαστε, να πείθουμε, να οργανώνουμε και να προετοιμάζουμε από σήμερα τον υποκειμενικό παράγοντα για αυτό το άλμα σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης –όπως ακριβώς ο αντικειμενικός χαρακτήρας εμφάνισης της τελευταίας δεν απαλλάσσει τον υποκειμενικό παράγοντα από τα πρακτικά καθήκοντά του σε ομαλές, μη επαναστατικές περιόδους.

Αν μείνουμε σε αυτό, βλέπουμε τη μισή αλήθεια και χάνουμε τη γενική εικόνα για το ζήτημα που μας απασχολεί. Ο εύκολος αφορισμός ότι η όξυνση της κρίσης κι οι καταστροφικές συνέπειες για τα λαϊκά στρώματα, που καλούνται να πληρώσουν τα σπασμένα της, σηματοδοτεί αυτομάτως και τη ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησής τους, απέχει αρκετά από την πραγματικότητα. Οφείλουμε όμως να προβληματιζόμαστε από μόνοι μας και να θέτουμε το ερώτημα: ποιες προϋποθέσεις μπορούν να μετατρέψουν την οικονομική σε επαναστατική κρίση για το σύστημα;

Οι παγιωμένες συνειδήσεις σπάνε κι ωριμάζουν απότομα σε επαναστατικές συνθήκες, όπου κάθε μέρα μετρά για μήνας, συμπυκνώνοντας πλούσια πείρα, γεγονότα και διεργασίες αποφασιστικής σημασίας. Αλλά η ταξική πάλη δε σταματά στις μη επαναστατικές «ειρηνικές» περιόδους. Και οι μεγάλοι σταθμοί της αποτελούν το μεγαλύτερο σχολείο για τη διαπαιδαγώγηση των μαζών, αλλά και των ίδιων των «δασκάλων», των κομμουνιστών, που μαθαίνουν να κολυμπάν με άνεση μες στις μάζες χωρίς να τις παρασέρνει το κύμα, αποκτούν κριτήριο και μεταδοτικότητα, επιλέγουν τα κατάλληλα κάθε φορά συνθήματα και τους κρίκους, που ανεβάζουν το επίπεδο των «μαθητών».

Ως εδώ αυτά μπορεί να μοιάζουν γνωστά κι ανιαρά ίσως. Το ζήτημα είναι πως στον αγώνα αυτό υπάρχει κι ένας πολύ έμπειρος ταξικός αντίπαλος, με ένα ισχυρό οπλοστάσιο, που δεν περιλαμβάνει μόνο συμβατικά, παραδοσιακά όπλα, όπως την καταστολή των κινητοποιήσεων και την έντεχνη απαξίωσή τους από τους φανερούς ιδεολογικούς μηχανισμούς υπεράσπισης της αστικής εξουσίας. Περιλαμβάνει ακόμα το έμμεσο χτύπημά τους, με «κινηματικές» προβοκάτσιες, όπως στην 5η μάη, το πατρονάρισμα των αντιδράσεων και τη διοχέτευσή τους σε ακίνδυνα –για το σύστημα- κανάλια –κι άκρως επικίνδυνα για το κίνημα, αν θυμηθεί κανείς τα χρυσαυγίτικα υποπροϊόντα της άνω πλατείας και των αγανακτισμένων {ενώ τα «αμεσοδημοκρατικά» χαρακτηριστικά που τόσο ενθουσίασαν κάποιους εκφυλίστηκαν γρήγορα κι έγιναν μακρινή ανάμνηση. Τις πλατείες, όπου οι μάζες των τηλεθεατών, με τη βαθιά τηλεοπτική συνείδηση, έβλεπαν στο φακό το «αγανακτισμένο» τηλεοπτικό τους είδωλο και περίμεναν ακίνητες να κάνει αυτό την πρώτη κίνηση, για να το ακολουθήσουν}.

Περιλαμβάνει ακόμα τον οπορτουνισμό, ως έκφραση της αστικής επιρροής στο εργατικό κίνημα. Και, το πιο βασικό, «αριστερές» εφεδρείες, η κυβερνητική προοπτική των οποίων μπαίνει ως ταβάνι σε κάθε αγωνιστική κινητοποίηση, ιδίως στο δημόσιο τομέα, και προβάλλει ως ουτοπική διέκοδος για μια σειρά κοινωνικές κατηγορίες και περιπτώσεις: από τους εργαζόμενους που τρέφουν φρούδες ελπίδες για κατάργηση (καταγγελία ή και κάπου αλλού) των μνημονίων κι ανάκτηση των χαμένων δικαιωμάτων και κατακτήσεων, μέχρι τον άνεργο, τον εβε, το δημόσιο υπάλληλο σε διαθεσιμότητα, ακόμα και το φυλακισμένο κουφοντίνα, όπως είδαμε σε προηγούμενη ανάρτηση.

Αυτή η θηλιά της κυβερνώσας αριστεράς, που πολύ ευχαρίστως θα έσφιγγε γύρω μας σε ενδεχόμενες διαδοχικές εκλογικές διαδικασίες, όπως το 12’, για να μας στριμώξει στο περιθώριο, απαιτεί ειδική αντιμετώπιση και αναβαθμισμένη δουλειά, για να απεγκλωβιστούν οι αγώνες από τη ρηχή κυβερνητική διέξοδο στην οποία στριμώχνονται –και την οποία υπηρετούν και πολλές δυνάμεις του εξωκοινοβουλίου, θεωρώντας πως ένα τέτοιο κυβερνητικό σχήμα θα είναι ευάλωτο στη δική τους συνεπή κινηματική πίεση- και να ξεδιπλωθούν άμεσα, χωρίς αυταπάτες, περίοδο χάριτος και την αντίστροφη πίεση που θα ασκήσει πάνω τους η νέα κυβέρνηση, επειδή τάχα «ο αγώνας τώρα δικαιώνεται..»


Κι αυτό θα είναι το βασικό ιδιαίτερο καθήκον του επόμενου διαστήματος για τις ταξικές δυνάμεις, που θα κληθούν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες και να προσανατολιστούν σε νέες μεθόδους δράσης. Αυτό όμως θα το δούμε πιο αναλυτικά και σε άλλες αναρτήσεις, το επόμενο χρονικό διάστημα

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Σύντροφέ μου σε γέλασαν

-Θυμάσαι ρε συ τον τάδε που ήταν παλιά στην όβα μας;
-Ε ναι, γιατί τι έγινε;
-Ε τον πέτυχα τις προάλλες και μου είπε πως σκέφτεται να το ρίξει στους άλλους.
-Ποιος ρε συ, ο τάδε; Αποκλείεται. Αφού μας την έβγαινε κριτικά από τα αριστερά.
-Κι όμως.

Μέχρι που συναντάς κι εσύ τον τάδε ή τον αντίστοιχο δείνα και βεβαιώνεσαι πως έτσι έχουν τα πράγματα. Και έτσι γκρεμίζεται μέσα σου η αφελής σιγουριά πως εσύ δεν έχεις στο δικό σου κύκλο κάποιους από τις διαρροές του ιούνη, που φτάσαμε στο 4,5%. Αυτά συμβαίνουν αλλού, σε κάποιους τρίτους, μακριά από εδώ, που δεν τους ξέρεις, που δεν τους ήξερε το κόμμα, να τους μιλήσει και να τους μεταπείσει. Ναι αλλά κάπως φτάσαμε στο 4,5%. Και στατιστικά δηλ να το πάρεις, δε γίνεται να είσαι εσύ η μόνη εξαίρεση και να μην ξέρεις κανέναν, γύρω-γύρω κυριακή και στη μέση σάββατο. Αν είναι έτσι και μας ψήφισαν όλοι οι γνωστοί μας, να αρχίσουμε τότε να κοιτιόμαστε μεταξύ μας.
Μήπως εσύ σύντροφε αναγνώστη;

Κι αρχίζεις λοιπόν μαζί του την κουβέντα, να φωτίσεις τις αιτίες που τον άφησαν μισό κι αγνώριστο σε σχέση με την εικόνα που είχες κρατήσει. Νομίζεις πως είσαι πιο διαλλακτικός από το μέσο όρο και θα τη βρείτε την άκρη. Κάνεις το λάθος να του δώσεις κι έναν πόντο δίκιο στην αρχή, να τον καλοπιάσεις κι ύστερα τρέχεις και δε φτάνεις, κυνηγώντας στον κατήφορο την πικρία που ξεχειλίζει. Για τον αυτόν που έκανε αυτό και για εκείνον που έκανε το άλλο, για έναν τρίτο που δεν του μίλησε ή του μίλησε άσχημα και καλύτερα να μην του μιλούσε, γιατί τώρα σίγουρα δε θα ξαναμιλήσουν, και ίσως να έχει κάποια δίκια και αυτός, αλλά πού να τα βρει, δεν ξέρεις και την άλλη πλευρά και δε θες να κάνεις το διαιτητή. Κι άντε να συμφωνήσεις για το ένα αλλά τι να κάνουμε τώρα, συμβαίνουν αυτά αλλά είναι η εξαίρεση στον κανόνα.

-Μα αφού ρε συ αυτοί προωθούνται στα όργανα, ο τάδε κι οι όμοιοί του, δεν το βλέπεις;
Όχι δεν το βλέπεις και δεν έχεις άποψη. Κι αν ακόμα υποθέσουμε πως ο χι-ψι είναι σκάρτος, εμείς γιατί είμαστε καλύτεροι δηλ; Το θέμα εξάλλου είναι να μάθουμε όλοι από τις βλακείες μας, κι εμείς κι αυτός, να γινόμαστε καλύτεροι, να ωριμάζουμε, να μη μένουμε στάσιμοι. Κι η οργάνωση είναι μεγάλο σχολείο για να μένεις συνέχεια στην ίδια τάξη. Κι έχει στις τάξεις της τα καλύτερα παιδιά, τα πιο εργατικά και φιλότιμα κι αριστούχους μαθητές από την καλύτερη τάξη: την εργατική.

Σε τελική ανάλυση, αν υπάρχει ένα πλεονέκτημα σε αυτό, όταν παύεις να είσαι οργανωμένος, είναι πως γλιτώνεις τα βάρη και τα ζόρια της οργανωμένης ζωής και δράσης –που τόσο σου λείπει καμιά φορά τον πρώτο καιρό. Όχι από τον τάδε και το δείνα αλλά απ’ την πίεση και την καθημερινή τριβή, που φέρνει φθορά και γκρίνια πολλές φορές, αν δε νικήσει η συντροφικότητα. Και τότε μπορείς να το δεις το πράγμα από κάποια απόσταση, με καθαρό μυαλό και να τους αγαπήσεις όλους, με τα στραβά τους και τις αδυναμίες τους –και ποιος δεν έχει κουσούρια, στο κάτω-κάτω;

Κι ύστερα περνάμε στο πολιτικό κομμάτι, όπου καραφλιάζεις δικέ μου.. Είναι δυνατόν να στα λέει αυτά κάποιος που ήταν παλιότερα οργανωμένος; Όλη η σαβούρα και η προπαγάνδα των καναλιών συμπυκνωμένη σε κλισέ ατάκες και συνθήματα, «Το κουκουέ δε θέλει να κυβερνήσει…», «μα αφού δεν κάνει συνεργασίες..», «αυτούς δεν τους έχουμε δοκιμάσει..»! Κάθε καινούρια φράση και κεραμίδα. Όλα τα τυποποιημένα επιχειρήματα, στα οποία απαντούσαμε μαζί τόσα χρόνια στα αμφιθέατρα, να έρχεται να στα λέει τώρα ένας παλιός σύντροφος, λες και διέγραψε τα πάντα από το μυαλό του και βάρεσε επανεκκίνηση από το μηδέν.
-Πλάκα μου κάνεις έτσι;

Και τότε ξεσπάει και σου λέει πως κι εσύ είσαι κολλημένος σαν τους άλλους. Ε ναι ρε τσιμπητέ, αν αυτό είναι το δικό σου «ξεκόλλα», χίλιες φορές να είμαι κολλημένος κι ας με τσουβαλιάζεις με όποιον θες, σύντροφος είναι στην τελική, δεν πέρασε με τους άλλους. Έλα να μου γκρινιάξεις όσο θες, για ό,τι θες, αρκεί να συμφωνούμε πως το κόμμα, με τα καλά του και τα στραβά του –ας μη μαλώσουμε τώρα στην αναλογία- είναι ό,τι καλύτερο υπάρχει, βασικά το μοναδικό στήριγμα που έχουμε. Αν δεν ξεκινάμε και δεν καταλήγουμε σε αυτό, άστο καλύτερα, πες μου για κάτι άλλο, γκομενικά, αθλητικά, ό,τι θες.

Σκέψου το λίγο κι από την πλευρά του οργανωμένου συντρόφου. Αν γίνεται καμιά φορά φορτικός είναι γιατί έχει δέκα λεπτά κήρυγμα, μία ώρα το πολύ να σου μιλήσει και να χωρέσει όσα θέλει να σου πει. Ενώ τις υπόλοιπες 23 είσαι έκθετος στη συστημική προπαγάνδα, άμεση ή έμμεση, και τους φορείς της, έμμισθους ή άμισθους, συνειδητούς ή μη, που σου υπαγορεύουν άλλη νοοτροπία κι ιδέες. Και από την άλλη ο μέσος σφος που έτρεχε αυτόν τον καιρό 23 ώρες τη μέρα, ακόμα και στον ύπνο του που λέει ο λόγος, και πιέζεται κι αγχώνεται, θέλει κι αυτός μια ώρα για τον εαυτό του, να δει δυο άλλους συντρόφους, να πουν τρεις κουβέντες, να αναλύσουν τα πράγματα, να αναπαράγει το πολιτικό του είδος με άλλα λόγια και να ξέρει πως το δίκιο είναι με το μέρος μας –όχι μεταφυσικά, αλλά να μην χρειάζεται να πείσει κανέναν γι’ αυτό. Ξέρεις πόσο ιερή είναι αυτή η μία ώρα, για να πας να του τη γεμίζεις με βλακείες και με αυτά που ακούει τις υπόλοιπες 23;

Θα μου πεις πως η συνείδηση είναι περίεργο πράγμα, που προχωρά και πισωγυρίζει και δεν μπορούμε να έχουμε τίποτα ως δεδομένο, ούτε και για εμάς τους ίδιους. Ναι αλλά υπάρχουν ξέρεις πισωγυρίσματα και πισωγυρίσματα. Εγώ μπορώ να καταλάβω να πικραθείς από διάφορα πρόσωπα και καταστάσεις, να ραγίσει το γυαλί και να μην ξανακολλάει, να μας ψηφίζεις με μισή καρδιά ή να μη σου είναι εύκολο να απεργήσεις. Αλλά όχι να περάσεις στην απέναντι όχθη, με το πασόκ και τα γενόσημά του. Να ξεψειρίζεις δηλ το δικό μας αλεύρι για να το βγάλεις σκάρτο και ύστερα να θεωρητικοποιήσεις το βόλεμά σου και να προτιμάς τα πίτουρα και τις κότες. Όχι και να φτύνεις το παρελθόν σου και να μη σου έχει μείνει τίποτα από τόσα χρόνια στην οργάνωση, σα να πέρασες και να μην ακούμπησες.

Άλλωστε είναι και ζήτημα (όχι ηθικό, αξιοπρέπειας, αλλά) λογικής σε τελική ανάλυση να παραμένεις στοιχειωδώς συνεπής σε όσα έλεγες κάποτε. Εκτός και αν τα θεωρείς πια νεανική τρέλα, κατάλληλη για το ανέμελο φοιτηταριάτο, που δεν βγήκε ακόμα στην αγορά εργασίας να δουλέψει κι όχι για τους ενήλικες εργαζόμενους ή άνεργους που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Αλλά πόση φιλοσοφική αφαίρεση να κάνει κι ο σύντροφος, όταν σου βγαίνει αυθόρμητα τόσο φόλα αντικουκουέ αντανακλαστικό;

Σκέφτομαι λοιπόν τη γενιά μας, που ξεκίνησε ελπιδοφόρα με τον αρσένη και τη γιουγκοσλαβία και κάνω νοερά ένα προσκλητήριο ζωντανών-νεκρών: πόσοι ήμασταν, πόσοι μείναμε, πόσοι είναι ακόμα οργανωμένοι, πόσοι κοντά στο κόμμα. Τι απέγινε όλος αυτός ο κόσμος; Τι ψηφίζει σήμερα; Μήπως φταίμε κάπου κι εμείς που τους παρατήσαμε και χάσαμε επαφές μαζί τους; Και φταίει άραγε η παλιά γραμμή, που στρατολογούσε «αβέρτα κι άκριτα», διαμορφώνοντας «δυσλειτουργικές οργανωτικές με σφους φαντάσματα»; Ή η πιο καινούρια, που «στένεψε τα κριτήρια» για όσους «είχαν κάνει κάποτε ένα πρώτο βήμα στις συνειδήσεις τους» κι έδρασαν μέσα από τις γραμμές μας; Μεγάλη κουβέντα και δεν είναι για να γίνει εδώ μάλλον.

Και τα δύο μπορεί. Ή βασικά τίποτα από τα δύο. Γιατί πάνω απ’ όλα, από γραμμές και τακτικές, υπάρχει κι η ατομική ευθύνη. Ο καθένας μας είναι μεγάλο παιδί κι έχει την ευθύνη των (μη) πράξεών του. Και εγώ προσωπικά δεν μπορώ να το παίξω αποστασιοποιημένος και ανώτερος. Δε δικαιολογώ κανέναν που είχε καταλάβει κάποτε πέντε πράγματα στη ζωή του, να κάνει σήμερα κωλοτούμπες, τάχα πως δεν καταλαβαίνει πια και να γίνεται (όχι σύντροφος) φάντασμα (αλλά) του αλλοτινού του εαυτού, που πλανάται πλάνην οικτράν και πάνω από την ευρώπη.

-Σύντροφέ μου σε γέλασαν. Μη γίνεις κι εσύ φάντασμα του εαυτού σου. Είναι θέμα αξιοπρέπειας και λογικής πάνω απ’ όλα..

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Κόμμα παντός καιρού

Η κε του μπλοκ δημοσιεύει σήμερα αποσπάσματα από την μπροσούρα της ιδεολογικής επιτροπής (ιε) της κετουκε «κόμμα παντός καιρού – ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική ισχυροποίηση του κκε». Θα ακολουθήσουν δύο ακόμα αναρτήσεις με αντίστοιχο περιεχόμενο και αποσπάσματα από την μπροσούρα. Αυτά που ακολουθούν προέρχονται από το εισαγωγικό υποκεφάλαιο (σελ 9-24) και αυτό που έχει τίτλο: «εμπόδια και δυσκολίες στην ανάπτυξη της πολιτικής συνείδησης της εργατικής τάξης. Αδυναμίες της δικής μας παρέμβασης» (σελ 48-65). Αφορμή για την επιλογή των συγκεκριμένων κομματιών έδωσε μια ερώτηση του ντέμη στη συζήτηση που άνοιξε σε μια προηγούμενη ανάρτηση για την ωρίμανση των συνειδήσεων και του υποκειμενικού παράγοντα.

Σημειώνω απλώς εισαγωγικά ότι η μπροσούρα έχει εκλαϊκευτικό χαρακτήρα αλλά δεν περιορίζεται σε στερεοτυπικές απαντήσεις και προσεγγίζει με ενδιαφέροντα και πολύ ουσιαστικό τρόπο κάποια σημαντικά ζητήματα. Προσωπικά τη θεωρώ ένα από τα πιο ενδιαφέροντα γραπτά που έχει δώσει η ιε της κετουκε (με επικεφαλής το μάκη παπαδόπουλο εδώ και λίγο καιρό) και το κόμμα συνολικά το τελευταίο διάστημα. Εξυπακούεται πως η αντιγραφή των κομματιών αυτών αποσκοπεί να παροτρύνει το σφο αναγνώστη να αγοράσει και (προπαντός) να μελετήσει τη συγκεκριμένη έκδοση.
Εύχομαι καλή ανάγνωση και νηφάλιο σχολιασμό.
-.-.-
Έχουμε επίγνωση ότι το εργατικό κίνημα και οι σύμμαχοί του στην Ευρώπη και στην Ελλάδα είναι σε μια φάση σχετικής υποχώρησης. Η δυσαρέσκεια που εκφράζουν συνδυάζεται με τη σχετική ακινησία τους. Παρά το γεγονός ότι αυτή η κατάσταση εμφανίζεται οξυμένη στις συνθήκες της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, είναι σαφές ότι η τάση απομαζικοποίησης και αλλοίωσης του ταξικού προσανατολισμού του εργατικού κινήματος έχει διαμορφωθεί εδώ και πολλά χρόνια, ανεξάρτητα από την κρίση και αρκετά πριν την καπιταλιστική παλινόρθωση στην ΕΣΣΔ και τις άλλες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Στην Ελλάδα ένα σημαντικό μέρος εργατών και εργατριών, λαϊκών μαζών «κουράστηκαν» ή απογοητεύτηκαν, γιατί οι συνδικαλιστικοί αγώνες δεν έφεραν άμεσα αποτελέσματα. Ένα άλλο μέρος τηρεί στάση αναμονής περιμένοντας, μάταια βέβαια, ότι κάπου θα μπει ένα τέλος στα βάρβαρα μέτρα, ελπίζοντας ότι μπορεί να γίνει κάποια αλλαγή από τα πάνω. Δεν είναι ο φόβος και η απογοήτευση το άλφα και το ωμέγα της υποχώρησης, αλλά οι συνέπειες από το μακρόχρονο εγκλωβισμό στα βαριά ιδεολογικά δεσμά της αστικής ιδεολογίας και προπαγάνδας, που ενισχύονται με τις αντιλήψεις και την πρακτική του ρεφορμισμού και οπορτουνισμού στο κίνημα, στους τόπους δουλειάς, στις μαζικές οργανώσεις. Κυριαρχεί η λογική των μειωμένων απαιτήσεων, που αναπαράγει παλιές και παράγει νέες αυταπάτες. Αυτά τα δεσμά «πλέκονται» γύρω από τον εργάτη, τον υπάλληλο, το φτωχό αυτοαπασχολούμενο και αγρότη, από τα πρώτα βήματα της ζωής του, και βεβαίως ενισχύονται αποφασιστικά στον χώρο δουλειάς, ενώ έχει προετοιμαστεί η συνείδηση να θεωρεί τον καπιταλιστή ως αυτόν που δίνει δουλειά, διανέμει τα εισοδήματα. Πρόκειται για συνείδηση που οδηγεί τον άνθρωπο να σκέπτεται με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω.
Στο φόβο και την αυταπάτη, στην απάθεια και στην απογοήτευση συμβάλλει και η αδυναμία κατανόησης της σχέσης οικονομίας και πολιτικής, του χαρακτήρα των κομμάτων και της σχέσης τους με την ταξική διάρθρωση της κοινωνίας. Επιπλέον δυσκολίες δημιουργεί η άγνοια του γεγονότος ότι ο πλούτος που παράγουν οι εργαζόμενοι επαρκεί για να ικανοποιούνται οι σύγχρονες ανάγκες τους αρκεί να καταλήγει ολόκληρος σε αυτούς, με την προϋπόθεση της κοινωνικής ιδιοκτησίας των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, του επιστημονικού κεντρικού σχεδιασμού κάτω από το δικό τους εργατικό λαϊκό έλεγχο, η άγνοια ή ημιμάθεια για το τι είναι και πώς λειτουργεί το καπιταλιστικό σύστημα, για τον επαναστατικό ρόλο της εργατικής τάξης, οι εδραιωμένες κοινοβουλευτικές αυταπάτες. Για τις παραπάνω αδυναμίες, οπωσδήποτε υπάρχουν –στο βαθμό που του αναλογούν- ευθύνες και στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και στο Κόμμα μας, που δεν μπόρεσε πάντοτε ν’ αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το αστικό δίκτυο ενσωμάτωσης, τις προτάσεις στήριξης αστικών κυβερνητικών λύσεων.
Απαιτείται η συνεχής επανάληψη των θέσεών μας για τη στρατηγική του κόμματος, των βασικών μας εκτιμήσεων, της πείρας της ταξικής πάλης, μέσα στην κομματική ζωή και λειτουργία, στην αρθρογραφία του Ριζοσπάστη και της ΚΟΜΕΠ, στην προπαγάνδα, στις παρεμβάσεις μας, ώστε να εμπεδώνονται οι γνώσεις και οι κατευθύνσεις. Να συζητιέται πως το Πρόγραμμα του Κόμματος θα εκλαϊκεύεται στις κοινωνικές δυνάμεις, ώστε να είναι κατανοητό, πειστικό, πώς θα διεισδύει στο μαζικό κίνημα, εκεί δηλαδή που η ανομοιομορφία της συνείδησης είναι πολύ μεγάλη, ενώ είναι έντονη η παρέμβαση των άλλων κομμάτων και των μηχανισμών τους. Η ιδεολογική δουλεία, η ζύμωση και προπαγάνδα δε φτάνει να γίνεται κατά κύματα και μάλιστα έχοντας ως αφετηρία ή αφορμή την τρέχουσα επικαιρότητα, δεν αρκεί να γίνεται με τη μορφή επανάληψης των γενικών μας συνθημάτων.
Ωστόσο η επανάληψη αυτή πρέπει να γίνεται με ζωντάνια και μαχητικότητα, να εμπλουτίζεται μέσα από τις εξελίξεις και την επικαιρότητα. Με λίγα λόγια, η έκθεση της στρατηγικής και των βασικών θέσεων του Κόμματος δεν πρέπει να παίρνει τον χαρακτήρα αξιώματος, αλλά αντίθετα πρέπει να προκαλεί το ενδιαφέρον, να είναι σαφές σε ποια ερωτήματα και συγχύσεις των μαζών απαντάνε. Το θέμα δεν είναι να ενημερώνουμε μόνο για τις θέσεις, τις εκτιμήσεις και τις ριζικά διαφορετικές μας απόψεις, ταυτόχρονα πρέπει να βοηθάμε να κατανοείται γιατί καταλήγουμε σε αυτή τη θέση και όχι σε άλλη, γιατί κάνουμε εκείνο ή τον άλλο χειρισμό, με ποια κριτήρια εξετάζουμε τις εξελίξεις. Η έκθεση των θέσεών μας με τη μορφή αξιώματος ή γενικής κριτικής στα άλλα κόμματα σαν μάθημα από καθέδρας δεν προσελκύει καθώς διατυπώνεται σε ένα έδαφος όπου όλες οι άλλες δυνάμεις παρουσιάζουν τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης ως μονόδρομο. Σε αυτό το έδαφος απαιτείται πιο βαθιά επιχειρηματολογία για την πειστική ανάδειξη της δυνατότητας, της ωριμότητας και της αναγκαιότητας ενός εντελώς διαφορετικού δρόμου ανάπτυξης της κοινωνίας που απαιτεί εθελοντική στράτευση και προσφορά θυσιών και μάλιστα σε περίοδο νίκης της αντεπανάστασης στις σοσιαλιστικές χώρες. Όλα μοιάζουν να είναι εναντίον μας την ίδια στιγμή που η πορεία του καπιταλισμού παρέχει σήμερα πολύ περισσότερες αποδείξεις για την αναγκαιότητα της στρατηγικής επιδίωξης του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό, ενώ η ιστορία έδειξε πόσο αναγκαία ήταν η διόρθωση λαθών του παρελθόντος όχι μόνο στη στρατηγική του ΚΚΕ αλλά και διεθνώς.
-.-.-
Η δυσκολία στην κατανόηση της περιπλοκότητας της διαδικασίας διαμόρφωσης πολιτικής συνείδησης από την πλευρά της εργατικής τάξης αναδεικνύεται με διάφορες αφορμές. Για παράδειγμα –με αφορμή τις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2012, αλλά και τη δυσκολία να μετατραπεί η γενική απεργία σε ισχυρό όπλο πάλης και αντεπίθεσης- αρκετοί σύντροφοι και φίλοι εκφράζουν μια ειλικρινή αγωνία ή και απογοήτευση για το γεγονός ότι οι εργάτες, οι υπάλληλοι δε μετατρέπουν την οργή και την αγανάκτησή τους σε πάλη και αγώνα.

Η αγωνία αυτή δεν εκφράζει απλά ένα συναίσθημα που αντικειμενικά έχει βάση, αλλά κυρίως δείχνει ότι δεν έχει γίνει βαθύτερα κατανοητό ότι η ταξική συνείδηση δεν αναπτύσσεται αυτόματα με βάση την όξυνση των προβλημάτων.

Πρέπει να κατανοηθεί βαθύτερα από τους κομμουνιστές ποιο είναι το περιεχόμενο αυτής της απογοήτευσης των εργαζομένων, έτσι ώστε να ερμηνεύεται σωστά και η πολιτική της συμπεριφορά. Η απογοήτευση εκφράζει την κούραση που φυσιολογικά προκαλεί το γεγονός ότι απέναντι στο λαό στέκεται μια εξουσία, μια κυβέρνηση που δεν κάνει ούτε ένα βήμα υποχώρησης, ακόμα και όταν τα εκλογικά της ποσοστά παίρνουν τον κατήφορο. Απογοήτευση υπάρχει γιατί βλέπουν το πισωγύρισμα με την έννοια ότι παίρνονται πίσω κατακτήσεις εν μια νυχτί, ότι ζούμε χειρότερα από χθες, ότι γυρίσαμε σε μαζικά φαινόμενα φτώχιας κι εξαθλίωσης που είχαν ξεχαστεί, πρωτόγνωρα για τις νεότερες γενιές.

Η απογοήτευση δείχνει όμως την ανεπαρκή γνώση και συνείδηση ότι αυτή είναι η φύση και ο χαρακτήρας του καπιταλισμού, ότι όσο ο λαός δεν αμφισβητεί άρα δεν παλεύει κατά του ίδιου του συστήματος αλλά περιορίζεται στην πάλη κατά της μιας ή άλλης διαχείρισης, των αποτελεσμάτων της και όχι της πραγματικής αιτίας τους, τότε το κίνημα θα έχει περιορισμένη αποτελεσματικότητα ή και καμία δυνατότητα πίεσης.

Η απογοήτευση δείχνει ότι η κρίση δε συνειδητοποιείται ως κρίση του καπιταλιστικού συστήματος αλλά ως πρόβλημα κακοδιαχείρισης, με αποτέλεσμα η δυσαρέσκεια να εκδηλώνεται απέναντι σε κόμματα στα οποία πίστεψαν και στήριξαν.

Έκφραση αυτής της δυσκολίας βαθύτερης κατανόησης της πολιτικής συμπεριφοράς των εργαζομένων αποτελεί και το ακόλουθο ερώτημα το οποίο ακούγεται συχνά ακόμα και από έμπειρους αγωνιστές και το οποίο προβάλλεται στοχευμένα από τα αστικά ΜΜΕ: πώς είναι δυνατόν να φεύγουν μαζικά ψηφοφόροι από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ και να σκαλώνουν σε άλλα κόμμα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ που στην προηγούμενη Βουλή ήταν το τελευταίο σε βουλευτές κόμμα και το τρίτο κόμμα το ΚΚΕ να χάνει αντί να παίρνει ένα έστω μικρό ή μεγαλύτερο μερίδιο.

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Πολυθρόνα για δύο

Όταν αγαπάς κάτι, ανακαλύπτεις πολλές φορές αρετές και προτερήματα, που δεν υπάρχουν παρά μόνο στη φαντασία σου· κι αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση στην οποία εμπίπτει το κόλλημα της κε του μπλοκ με τη δεκαετία με τις βάτες. Και με κάποια κινηματογραφικά «αριστουργήματά» της…


Όπως για παράδειγμα η κωμωδία «πολυθρόνα για δύο» με τον έντι μέρφι και τον νταν άκροιντ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Η οποία είναι μία από τις πραγματικά σπάνιες φορές που η μετάφραση στα ελληνικά είναι καλύτερη από τον πρωτότυπο τίτλο (trading places) –αν και υποψιάζομαι πως τη δανειστήκαμε από άλλες χώρες και δεν την κάναμε απευθείας από τα αγγλικά.

Είναι βέβαια θέμα καθαρά υποκειμενικού γούστου αν θα αρέσει σε κάποιον η ταινία, οι κωμικοί και το στιλ τους ή ακόμα και η αισθητική της δεκαετίας, ή αν θα γελάσει, όπως εγώ, με κάποιες σκηνές σαν κι αυτή για παράδειγμα. 
Boo-bwele-Boo-bwele-Boo-bwele-ah-HA


Αλλά η υπόθεση είναι πολύ ενδιαφέρουσα κι αγγίζει χωρίς υπερβολή (;) τα όρια του μαρξιστικού προβληματισμού.

Δύο ζάπλουτοι ηλικιωμένοι χρηματιστές (οι αδερφοί ντιουκς), διασκεδάζουν την καθημερινή τους ρουτίνα με ένα αυτοσχέδιο κοινωνικό πείραμα και ένα μεταξύ τους στοίχημα. Αποκαθηλώνουν το διευθυντή της επιχείρησής τους (νταν ακρόιντ) κι αρραβωνιαστικό της ανιψιάς τους, καταστρέφουν τη ζωή του και παίρνουν στη θέση του ένα ζητιάνο μικροαπατεώνα (έντι μέρφι) για να δουν αν μπορεί να ανταποκριθεί εξίσου καλά στα καθήκοντά του κι αν ο προκάτοχός του ξεπέσει και μετατραπεί σε λούμπεν στοιχείο.

Το πείραμα πετυχαίνει κι η ανταλλαγή θέσεων ολοκληρώνεται με θεαματικά αποτελέσματα. Ο μικρολωποδύτης ζητιάνος μεταμορφώνεται σε έντιμο κι ικανότατο διευθυντικό στέλεχος κι έναν από κάθε άποψη αξιοσέβαστο τζέντλεμαν. Ενώ ο φλώρος δικηγόρος με τον αριστοκρατικό κύκλο και τις συνήθειες του γιάπη απομονώνεται από το περιβάλλον του, απελπίζεται και καταφεύγει στο ποτό, τη συντροφιά μιας ιερόδουλης και σε σπασμωδικές αντιδράσεις απόγνωσης στα όρια της νομιμότητας.

Ποιο είναι λοιπόν σύντροφοι το ηθικό δίδαγμα; Το βασικό μήνυμα που περνάει η ταινία –και δεν περιμένεις μάλλον να το συναντήσεις σε μια χολιγουντιανή παραγωγή- με κάπως χοντροκομμένο ίσως αλλά πολύ ευφυή τρόπο είναι πως οι κοινωνικές συνθήκες αποτελούν το καθοριστικό στοιχείο που διαμορφώνει τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα ενός ατόμου. Κι αντιστρόφως πως ακόμα και για τα ξεπεσμένα μέλη της υψηλής κοινωνίας, με ανώτερες γνώσεις κι αστική διαπαιδαγώγηση, οι ταξικοί φραγμοί αποδεικνύονται αξεπέραστοι και καθοριστικοί.

Παράλληλα υπάρχουν κάποια δευτερεύοντα μηνύματα σε διάφορα σημεία του έργου, πχ για τον κυνισμό των καπιταλιστών, που δεν ξέρουν τι να κάνουν με τα λεφτά τους και παίζουν με τις «ζωές των άλλων» για τη διασκέδασή τους και για ένα στοίχημα του ενός δολαρίου!

Βλέπουμε ακόμα τον απόφοιτο νομικής του χάρβαρντ να οδηγείται στο αστυνομικό τμήμα, όπου ανακαλύπτει εμπειρικά την πραγματική αξία των ελευθεριών και των δικαιωμάτων του μπροστά στο όργανο της τάξης και στην ισχύ του κεφαλαίου, όταν ζητάει να ακολουθηθούν οι νόμιμες διαδικασίες και να γίνει κανονική δίκη, για να αποδείξει την αθωότητά του.

Αρχικά μάλιστα στρέφεται εναντίον του ζητιάνου που πήρε τη θέση του και τον θεωρεί αποκλειστικά υπαίτιο για την καταστροφή που βιώνει, χωρίς να υποψιαστεί στιγμή τους παλιούς εργοδότες του και τη δουλειά που έστησαν εις βάρος του. Περίπου δηλ όπως σκέφτεται σήμερα ένα μεγάλο κομμάτι της εργατικής τάξης, που έχει μάθει να στοχοποιεί τους μετανάστες ή τους δημοσίους υπαλλήλους για όσα δεινά του συμβαίνουν και να θεωρεί τους εργοδότες του ένα είδος κοινωνικού ευεργέτη της.

Η ταινία δίνει επίσης μια πολύ γλαφυρή εικόνα της φρενίτιδας και της ανθρωποφαγίας που επικρατεί στο χρηματιστήριο, αυτό το ναό του καπιταλισμού, όπου τα πάντα μπορούν να ανταλλαχθούν, όπως λέει σε ένα σημείο για το παγκόσμιο κέντρο εμπορίου, που γκρεμίστηκε σε ερείπια μετά την 11η σεπτέμβρη. Προηγουμένως όμως μας έχει δείξει ποια είναι η ουσία αυτού του γνήσιου χρηματιστιριακού καπιταλισμού και του παιχνιδιού που παίζει. Ένα στοίχημα διαρκείας με κοινούς τζογαδόρους, κομπιναδόρους και μπλοφατζήδες και τεράστια ποσά, όπου επιτρέπονται τα πάντα.
Κι αυτό ακριβώς είναι το περιβάλλον στο οποίο προσαρμόζεται ταχύτατα και διαπρέπει ως μάνατζερ ο πρώην ζητιάνος-μικρωλοποδύτης, χρησιμοποιώντας –όχι φυσικά κάποιες ειδικές οικονομικές γνώσεις, αλλά- την πείρα του δρόμου και κοινά τεχνάσματα της πιάτσας, στην οποία ανατράφηκε.

Κάτι που μας επαναφέρει στο βασικό μας θέμα. Δεν είναι καθόλου αυτονόητο βέβαια ότι η εργατική τάξη θα είναι σε θέση να κάνει πέρα τους ειδικούς και να διευθύνει μεγάλες βιομηχανικές μονάδες ή κι ολόκληρους παραγωγικούς κλάδους, αμέσως μόλις πάρει στα χέρια της την εξουσία και τα κλειδιά της οικονομίας. Αλλά είναι μάλλον σίγουρο πως η διευθυντική πείρα, οι νέες συνθήκες της κοινωνίας του μέλλοντος και η κατάλληλη διαπαιδαγώγηση της εργατικής τάξης θα αυξήσουν κατακόρυφα τις γνώσεις και τις ικανότητές της σε αυτό το κομμάτι.

Παραμένει ωστόσο το ερώτημα για τη σχέση του κοινωνικού περιβάλλοντος με τον χαρακτήρα μας και τη συνείδησή μας, που δε συνδέονται τόσο άμεσα και μηχανικά όσο φαντάζονται ίσως αυτοί που κατηγορούν αφ’ υψηλού τους κομμουνιστές, γιατί δεν έχουν καταφέρει να πείσουν τις μάζες και να αυξήσουν κατακόρυφα τις δυνάμεις τους εν μέσω καπιταλιστικής κρίσης –κάτι που δεν έχει συμβεί ποτέ εξάλλου ιστορικά. Και ξεχνούν πως η ενσωμάτωση και οι αυταπάτες μπορεί να αυτονομηθούν από τους παράγοντες που τις δημιούργησαν και να συνεχίσουν να υπάρχουν και μετά από αυτούς.

Η οικονομική εξαθλίωση δε ριζοσπαστικοποιεί αυτομάτως τις λαϊκές συνειδήσεις. Μιλώντας λίγο αφοριστικά, ένα εξαθλιωμένο προλεταριάτο που έχει μάθει να σκύβει το κεφάλι, θα συνεχίσει να το κάνει παζαρεύοντας κάθε φορά πόσα θα χάσει.


Ενώ ένα δυνατό, διεκδικητικό κίνημα, με ταξική οργάνωση και πολιτική συγκρότηση, θα αυξάνει τη δύναμή του μέσα από τις κατακτήσεις και τους νικηφόρους αγώνες του και δε θα χαθεί στο τυράκι που μας προσφέρουν για να μας εξαγοράσουν.

Αλλά αυτό θα είναι το θέμα μιας επόμενης ανάρτησης.

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

Ο ρόλος του παιδαγωγού στη διαμόρφωση της συνείδησης

Τις προάλλες η κε του μπλοκ βρέθηκε στη λδ του βορρά, όπου παρακολούθησε την εκδήλωση της κομματικής αχτίδας εκπαιδευτικών και της τ.ο φιλοσοφικής της κνε, στον πύργο του παιδαγωγικού, για το ρόλο του παιδαγωγού (εφεξής ρτπ) στη διαμόρφωση της συνείδησης, με ομιλητή τον κυριάκο ιωαννίδη (κ.ι) από το τμήμα παιδείας της κετουκε. Παρακάτω θα προσπαθήσω να αναπαραγάγω αποσπασματικά κάποια σημεία της εισήγησης και της συζήτησης που ακολούθησαν με βάση το δικό μου βαθμό πρόσληψης, τις σημειώσεις που κράτησα και όσες τυχόν στρεβλώσεις αυτές περιέχουν, οι οποίες βαραίνουν αποκλειστικά εμένα.

Αρχικά ο κ.ι έθεσε τις διαστάσεις του θέματος της εκδήλωσης βάζοντας μερικά ερωτήματα τα οποία συνδέονται με αυτό. Τι είναι προσωπικότητα; Τι είναι διαπαιδαγώγηση; Υπάρχουν κοινές αντιλήψεις σε αυτά τα ζητήματα ή διαφορετικές κατευθύνσεις που συγκρούονται; Και παρακάτω. Με ποια πλευρά συντάσσεται ο παιδαγωγός; Με τη στατική θεώρηση της διαπαιδαγώγησης και τους σκοπούς του σημερινού σχολείου, ή με την πάλη για την αλλαγή του; Αρκεί αυτή η πάλη αν δε συνοδεύεται με την πάλη για την πολιτική εξουσία; Και ποια είναι η θέση ενός εκπαιδευτικού που θεωρεί ότι η λύση σε αυτά τα ζητήματα θα έρθει μόνο μέσω της αλλαγής τάξης στην εξουσία; Μήπως αυτό βάζει όρια στη δράση του; Τα καθημερινά φαινόμενα υποσιτισμού και τα προβλήματα επιβίωσης που αντιμετωπίζουν πολλοί μαθητές καθιστούν ακόμα πιο επιτακτικά αυτά τα ζητήματα.

Την ίδια στιγμή, δεν υπάρχει επίσημο κρατικό κείμενο που να μην αναφέρεται στον ειδικό ρόλο του παιδαγωγού –πχ οι επίσημες εκθέσεις της εε και του οοσα, ακόμα και τα θέματα των πανελλαδικών εξετάσεων (πέρσι στην ιστορία για την εσσδ και το 2ο ππ, ή πρόπερσι στην έκθεση για τη δια βίου μάθηση) αποδεικνύουν την πολιτική διάσταση του θέματος. Στον πυρήνα της αστικής προσέγγισης βρίσκεται η δικαιολόγηση και διαιώνιση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, της αστικής δημοκρατίας και της τυπικής ισότητας, όπου ο άλλος νοείται ως όριο και εμπόδιο. Η καλλιέργεια ορισμένων δεξιοτήτων, η προσαρμογή των μαθητών ώστε να αντιμετωπίζουν το διαρκές άγχος και την απογοήτευση, να αποδεχτούν το ρίσκο και την ατομική ευθύνη, η εμπέδωση του εθελοντισμού, της φιλανθρωπίας και της κοινωνικής συναίνεσης. Και φυσικά ο αντικομμουνισμός, που εξελίσσεται σε κεντρική κρατική πολιτική, περνώντας μέσα από τη διαστρέβλωση της ιστορίας και την εξίσωση του κομμουνισμού με το φασισμό και την τρομοκρατία.

Ποια είναι λοιπόν η απάντηση από τη σκοπιά της πρωτοπορίας, με ιδεολογικούς όρους –οι οποίοι μπορεί να γίνουν είτε υλικά εμπόδια είτε μαζικοί επιταχυντές της ιστορίας;
Ας επιστρέψουμε στο αρχικά ερωτήματα. Η προσωπικότητα εμφανίζεται στις ολοκληρωμένες κοινωνίες, στη βάση της εργασίας και της επικοινωνίας. Κάθε τι ανθρώπινο είναι 100 (κι όχι 90)% προϊόν κοινωνικών σχέσεων, της ανθρώπινης κοινωνίας κι όχι απλά ένα βιολογικό χαρακτηριστικό.
Οι αστοί δε συμφωνούν φυσικά με αυτήν την προσέγγιση. Ένα κοινό σημείο όλων των αστικών θεωριών στις διάφορες παραλλαγές τους είναι ότι αντιπαραθέτουν το άτομο με την κοινωνία και τις επιταγές του πολιτισμού με τα ζωώδη ένστικτα. Ενώ στο πεδίο της διαπαιδαγώγησης ψάχνουν τρόπους προσαρμογής του μαθητή στην κοινωνία –κι όχι τρόπους ανατροπής της- ή θεωρούν γενικά αντιδραστική την έννοια της αγωγής καθαυτή.

Οι σοβιετικοί αντιθέτως πίστευαν ότι η διαπαιδαγώγηση ανοίγει δρόμους για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας. Ή όπως έλεγε ο μακάρενκο: μαθαίνει στον άνθρωπο πώς να ζει. Γιατί όμως –θα ρωτήσει κάποιος- έχει θέση η πολιτική σε αυτό το κομμάτι; Τι μας χρειάζεται η ταξική πάλη;
Αν κάποιος πιστεύει ότι ο σημερινός κόσμος είναι άδικος μεν, αλλά ο καλύτερος δυνατός, τότε θα δώσει αρνητική απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα. Αν όμως θεωρεί ότι η καπιταλιστική κοινωνία δεν είναι ο τελευταίος σταθμός στην εξέλιξη της ανθρωπότητας, η απάντησή του θα ‘ναι διαφορετική

Γι’ αυτό η επιστήμη δε μπορεί να νοείται χωρίς γενικότερη επιστημονική κοσμοθεωρία, ως ένα απλό ουδέτερο σχήμα που εμπλουτίζεται κατά το δοκούν. Σε αυτό το σημείο ο κ.ι μας διάβασε ένα απόσπασμα από μια διάλεξη του λένιν για τους κομμουνιστές που πρέπει να κατέχουν όλο τον πλούτο της ανθρωπότητας, όχι για να τον παπαγαλίζουν σαν κούφια ταμπέλα, αλλά για να τον αφομοιώσουν ώστε να μπορούν να τον εξετάσουν κριτικά. Γιατί ο κομμουνιστής που περηφανεύεται για τον κομμουνισμό του με έτοιμες ιδέες είναι αξιοθρήνητος.

Την τελευταία δεκαετία έχει ανοίξει μια συζήτηση ως προς το αν η εκπαίδευση παραμένει κρίσιμος μηχανισμός ή αν η τηλεόραση και το διαδίκτυο –που καθορίζουν πρότυπα και στάσεις ζωής- έχουν αποκαθηλώσει την προτεραιότητά της. Το ζήτημα ωστόσο δεν είναι αμιγώς ποσοτικό, αλλά ποιοτικό και αφορά τις πλέον κρίσιμες λειτουργίες. Ο αντιδραστικός ρόλος του σύγχρονου σχολείου εξάλλου έχει να κάνει συνολικά με τις λειτουργίες του, κι όχι μόνο με το περιεχόμενο της διδασκαλίας του –η προσευχή πχ είναι μια μορφή αθόρυβης ιδεολογικής παρέμβασης. Το σχολείο λοιπόν είναι η άγουσα, κυρίαρχη δραστηριότητα για το μαθητή (όρος που καθιέρωσε ο βιγκότσκι κι η σοβιετική ψυχολογία), όπως είναι για το νήπιο το παιχνίδι και για τον ενήλικο η εργασία. Είναι ο προσωπικός άξονας, το περιβάλλον όπου κοινωνικοποιείται για 6-7 ώρες σε καθημερινή βάση. Το συγκεριμένο κοινωνικό είναι που καθορίζει τη συνείδηση (σύμφωνα με τη γνωστή φράση του μαρξ). Κι επίσης ένα κομμάτι του εποικοδομήματος που αλληλεπιδρά διαλεκτικά με τη βάση.

Όπως γράφουν οι κλασικοί στη γερμανική ιδεολογία, κυρίαρχη ιδεολογία σε μια κοινωνία είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης. Με άλλα λόγια οι κυρίαρχες υλικές σχέσεις συλλαμβάνονται ως ιδέες. Αυτό μπορεί να φαίνεται αυτονόητο για να το αρνηθεί κανείς, αλλά η απάντηση που θα δώσει επηρεάζει τη στάση του και τα χαρακτηριστικά του αγώνα του.
Ένα τμήμα του οπορτουνισμού πχ, αποδέχεται γενικά αυτήν την κυριαρχία και το ρόλο των ιδεολογικών μηχανισμών, αλλά αρνείται να εντάξει το σχολείο ως κρίκο στον ενιαίο κρατικό μηχανισμό, θεωρώντας το ως κάτι αυτόνομο, όπου μπορεί να υπάρξει ελεύθερη διαπάλη. Δε βλέπει το κράτος ως όργανο ταξικής κυριαρχίας, αλλά ως σχέση, που καθορίζεται από αυτή τη διαπάλη, η οποία μπορεί να εκφραστεί πολιτικά και μέσω της κυβερνώσας αριστεράς.
Καταλήγει επομένως να αποσπά την πολιτική από την οικονομία και να αποθεώνει αφηρημένα την παιδαγωγική ελευθερία που γίνεται άλλοθι και φύλο συκής της υποταγής στην αστική νομιμότητα.

Η πραγματική ελευθερία όμως δε βρίσκεται στην αποσύνδεση της παιδείας από την πολιτική και την οικονομία, ή σε αφηρημένες γενικές διακηρύξεις, αλλά στην ταξική πάλη, τη σύγκρουση με την υπάρχουσα κατάσταση και τη σοσιαλιστική ανασυγκρότηση της κοινωνίας, όπως έγραφε το 27’ ο γληνός σε ένα κείμενο του εκπαιδευτικού ομίλου. Καθώς και σε παραδείγματα που αντλούμε από τη σοβιετική ένωση, αλλά και από την ελεύθερη ελλάδα, με το σύνθημα «ένας λαός, μία παιδεία» ως παιδαγωγικό ιδανικό –μια πείρα που μπορεί να ήταν μικρή σε διάρκεια, όχι όμως και σε σημασία.

Πώς μπορεί να εκφραστεί λοιπόν στο σημερινό πλαίσιο ο ρτπ; Τα καθήκοντά του, τόσο στην τάξη όσο και μες στο κίνημα, είναι σύνθετα.
Καταρχάς είναι κρίσιμο να μην έχει αυταπάτες ότι μπορεί πχ να γίνει η τάξη του μια σοσιαλιστική νησίδα. Να έχει συνείδηση δηλ των ορίων και του αντικειμενικού ρόλου της σημερινής εκπαίδευσης στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας, αξιοποιώντας παράλληλα κάθε δυνατότητα δράσης που του δίνεται στο υπάρχον ασφυκτικό πλαίσιο. Πρέπει επίσης να κατέχει στέρεα κοσμοθεωρητική βάση, γιατί ο μαρξισμός δεν είναι άλλη μία άποψη στο έδαφος του αστικού πλουραρισμού, αλλά η μοναδική επιστημονική προσέγγιση. Πρέπει να αποκαλύπτει την αλήθεια, να κεντρίζει το ενδιαφέρον των μαθητών για αυτήν, να μην την παρουσιάζει στεγνά και τυπολατρικά. Και να καταδείξει ότι υπάρχει μια αντικειμενική πραγματικότητα που μπορούμε να τη γνωρίσουμε (κάτι που δεν είναι αυτονόητο ούτε καν για τις γνωσιοκεντρικές αστικές θεωρίες). Να κατανοήσει ότι η προσωπικότητα δεν περιλαμβάνει μόνο τη γνώση, αλλά και τη βούληση και το συναίσθημα. Δομείται δηλ στη λογική, την αισθητική (για το ωραίο) και την ηθική. Κι ότι η παρέμβαση του παιδαγωγού χρειάζεται και στα τρία πεδία. Να διαμορφώνει στάσεις ζωής, να εμπνέει τους μαθητές με την ηθική των επαναστατών, να γίνει δηλ αρχιτέκτονας των ανθρώπινων ψυχών και προσωπικοτήτων. Να είναι ο ίδιος ανώτερα διαπαιδαγωγημένος για να μπορεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, αλλά και έτοιμος για να διαπαιδαγωγηθεί εκ νέου μες στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Στη συνέχεια περάσαμε στον κύκλο των ερωτοαπαντήσεων.
Ο κ.ι ομαδοποίησε τα πρώτα ερωτήματα για το σχολείο του σάμερχιλ και τη διαθεματικότητα κι είπε ότι η αστική σκέψη εξελίχθηκε με βάση τις αντιφάσεις και τις αδυναμίες της, κι αυτό εκφράστηκε σε διάφορες φιλοσοφικές αναζητήσεις στις δεκαετίες του 60’ και του 70’. Μία εξ αυτών ήταν του ντιούι, που είχε στο επίκεντρό της την άρνηση του σχολικού καταναγκασμού και τον πραγματισμό. Ένας πραγματισμός που υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει μία αντικειμενική αλήθεια, αλλά πολλές αλήθειες, εκ των οποίων παίρνουμε κάθε φορά αυτή που μας βολεύει στην πράξη –σύμφωνα με τη βασική αρχή του νεοθετικισμού. Η προσέγγιση του ντιούι θεωρεί τη μία αλήθεια καταπίεση και αρνείται να πάρει θέση στο βασικό ερώτημα της φιλοσοφίας για την ύλη και τη συνείδηση και για το αν η αλήθεια είναι αντικειμενική και συνεπώς γνώσιμη. Μπορεί επομένως το πείραμα του σάμερχιλ να είχε μια υπαρκτή βάση, αλλά δεν αποτελούσε την απάντηση στο πρόβλημα που θέλησε να επιλύσει.

Στον καπιταλισμό υπάρχει μόνο η ελευθερία του μοναχικού περιπατητή, μια σχετική ελευθερία, όπου δεν πρέπει να ξεχνάμε να συμπληρώνουμε κάθε φορά την ερώτηση: «ελευθερία από ποιον και για ποιον»; Παρεμπιπτόντως ο κ.ι άσκησε κριτική και στις δυνάμεις των παρεμβάσεων, που πριν απ’ την κρίση πίστευαν ότι θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν τις διακηρύξεις του υπουργείου για την ευελιξία (ως μια πρώτη απόπειρα διαφοροποίησης του ενιαίου σχολικού προγράμματος) προς όφελος της παιδαγωγικής ελευθερίας –πχ με μαθήματα επιλογής. Κι έτσι πρόβαλλαν ως αίτημα του κινήματος εναλλακτικούς τρόπους υλοποίησης της κυβερνητικής πολιτικής.

Σχετικά με τη διαθεματικότητα απάντησε ότι εμείς δεν αρνούμαστε ένα μάθημα με πλούσια θεματική, αλλά την αποσπασματικότητα. Που αντί να πηγαίνει το μαθητή από το μέρος στο όλο κι αντίστροφα τον πηγαίνει από το μέρος στο μέρος, του δείχνει ασύνδετα φαινόμενα κι όχι την ουσία. Κάτι που γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στους αριστούχους μαθητές, που την επομένη των εξετάσεων αποβάλλουν τις άχρηστες αποσπασματικές γνώσεις που είχαν αποθηκεύσει, γιατί η κτήση τους έγινε μηχανικά, κι απέτυχε να κινητοποιήσει το συναίσθημα και το σύνολο της προσωπικότητάς τους.

Αναφέρθηκε επίσης στο καίριο ζήτημα της τεχνολογίας στα σχολεία. Είπε ότι η θέση μας δε μπορεί να είναι η ίδια με αυτήν που είχαμε είκοσι χρόνια πριν (για την εισαγωγή των η/υ στο λύκειο) κι ότι οι υπολογιστές είναι ένα εργαλείο που δεν είναι πανάκεια, ούτε μπορεί να αντικαταστήσει την τριβή και την επαφή με το βιβλίο, αλλά πρέπει να  χρησιμοποιείται (όχι με τη μορφή ξεχωριστού μαθήματος, αλλά) ως μέσο μάθησης κι όχι ως μέσο κερδοφορίας των μονοπωλίων στον χώρο της πληροφορικής, όπως σήμερα.

Θίχτηκαν επίσης τα ζητήματα: του «καθηγητικού κατεστημένου» και της απολυτοποίησης της διάκρισης «φοιτητές-καθηγητές» από τους αριστεριστές –και παλιότερα από την πασπ. Η διδασκαλία στις μικρότερες τάξεις του δημοτικού κι η έννοια της πλύσης εγκεφάλου. Και το ζήτημα των διαπολιτισμικών σχολείων (παλιότερα το κόμμα τασσόταν ενάντια στην ύπαρξή τους, και υπέρ της ένταξης των παιδιών της αλλοδαπής στο ενιαίο σχολείο, με ειδικά μαθήματα για να μαθαίνουν τη μητρική τους γλώσσα, την ιστορία, τη λογοτεχνία τους, κτλ –όπως δηλ έγινε με τους πολιτικούς πρόισφυγες που βρήκαν καταφύγιο στη σοβιετική ένωση κι άλλες λδ. Τώρα όμως που το κράτος κλείνει τα διαπολιτισμικά με αφορμή την κρίση, το βασικό μας σύνθημα είναι: κανένα παιδί εκτός εκπαίδευσης).
Δεν τα καταγράφω ωστόσο λεπτομερώς για να μην ξεφύγει περισσότερο σε έκταση η ανάρτηση.

Ίσως κάποιοι σύντροφοι να θεωρούν το θέμα αδιάφορο κι ότι δεν άξιζε μιας τόσο εκτενούς ανάπτυξης. Στην πραγματικότητα όμως οι κομμουνιστές που καλούνται να διαπαιδαγωγήσουν τις μάζες (και να διαπαιδαγωγηθούν από αυτές) οφείλουν να έχουν πάντα ευαίσθητες κεραίες σε ζητήματα παιδαγωγικής. Κι αυτή είναι –σύντομα και περιληπτικά- η δική μου (ελάχιστη) συμβολή στο θέμα της εκδήλωσης.

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011

Κάτι πρωτότυπα πράγματα

Οι περισσότεροι φιλόλογοι λένε ότι το σωστό είναι να λέμε κοινότοπος κι όχι κοινότυπος. Κατά τη γνώμη μου και τα δύο είναι σωστά, αναλόγως τι θέλεις να πεις. Κοινοτυπία είναι το αντίθετο της πρωτοτυπίας, ενώ κοινοτοπία κάτι που είναι κοινός τόπος για όλους και δεν χρειάζεται να το επαναλάβουμε.

Στο δικό μου μυαλό οι δύο λέξεις είναι διαφορετικές αλλά διαλεκτικά δεμένες. Οι κοινοτοπίες γίνονται τέτοιες δια της κοινοτυπίας και της επανάληψης. Τα κλισέ καταλήγουν να τα έχουν όλοι στο στόμα τους, σαν να 'ταν κάποια δική τους πρωτότυπη σκέψη. Κι έτσι ολοκληρώνεται η διαλεκτική αντιστροφή, όπου ο ένας πόλος μετατρέπεται στο αντίθετό του, η κοινοτυπία σε πρωτοτυπία κι η κοινοτοπία σε σκέψη.

Είναι όπως όταν ακούς ένα σουξεδάκι από το πρωί ως το βράδυ και στο τέλος της ημέρας αρχίζεις να το τραγουδάς από μέσα σου. Αφού δε μπορείς να το αποφύγεις, τουλάχιστον χαλαρώνεις να το απολαύσεις. Κι έτσι η διαλεκτική καταλήγει άλλοθι για βιαστές κάθε φύσης, κυρίως της λογικής.

Κάποτε λέει στην ιταλία, είχε αθωωθεί ένας βιαστής με το σκεπτικό ότι η γυναίκα φορούσε στενό τζιν παντελόνι, που μόνο με τη συγκατάθεσή της θα μπορούσε να βγει. Το σκεπτικό της αθώωσης των βιαστών σκέψης σήμερα είναι ότι έχουμε δημοκρατία κι ο καθένας έχει δικαίωμα να επιλέξει ελεύθερα τον (εκ)βιαστή εργοδότη που θέλει, για να βγάλει τα προς το ζην και να μην πεθάνει της πείνας. Η αστική δημοκρατία είναι το δικαίωμα της ελεύθερης συναίνεσης στο βιασμό. Και τα όριά της είναι τόσο στενά όσο κι αυτά τα κολλητά τζιν, που παλιά τα έλεγαν σωλήνες. Σε εμάς βγήκε το όνομα (παιδιά του σωλήνα) κι άλλοι έχουν την χάρη.

Ο μαρξισμός συνδέει διαλεκτικά την ελευθερία με την αναγκαιότητα, διαμεσολαβημένη από την συνείδηση. Οι φιλελεύθεροι αστοί φρίττουν με αυτόν τον ορισμό και φροντίζουν να εξαλείψουν τη συνείδηση εν γένει κι ιδίως την ταξική, για να μας εγκλωβίσουν στο βασίλειο της αναγκαιότητας.
Μας ταΐζουν χαμηλής στάθμης θεάματα (χωρίς άρτο, ελέω κρίσης), ασορτί με τα χαμηλοκάβαλα τζιν, το επίπεδο ζωής και τη νοημοσύνη του μέσου τηλεθεατή που είναι με τα σωληνάκια στην εντατική γιατί διαρκώς την προσβάλλουν σαν καρδιακές προσβολές.

Η κοινοτυπία λοιπόν γίνεται πρωτοτυπία κι ο κοινός τόπος ουτοπία. Καλά τα λες, αλλά δε γίνονται.
Ο κόσμος μας θεωρεί εκτός τόπου και χρόνου. Δηλ ουτοπικούς και διαχρονικούς, που δε μπορούν όμως να πιάσουν τη συγκυρία.

Αφού το κοινό αδειάσει από κάθε συλλογικό αίσθημα κοινότητας, είναι έτοιμο να απαρνηθεί το είδους του. Να πάρει ό,τι σχήμα του δώσουν και να αποκτηνωθεί στο ατομικό του καλούπι. Απ το οποίο βγαίνει με πρόγραμμα, κάθε σάββατο βράδυ και συναγελάζεται σαν κοπάδι μέχρι πρωίας, οπότε δίνει τη σκυτάλη στο ποίμνιο. Και για να τα έχει καλά με όσα ψήγματα συνείδησης του απέμειναν, κρίνει εξ ιδίων τα αλλότρια και θεωρεί πρόβατα αυτούς που οργανώνονται σε κόμματα για να αλλάξουν τον κόσμο.
Καληνύχτα κεμάλ, η στάνη αυτή ποτέ δε θα αλλάξει.

Τα ζώα δε μπορούν να αναπτύξουν συνείδηση. Η γνώση, δηλαδή το ειδέναι, προκύπτει από την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον. Αλλά το συνειδέναι μπορεί να προκύψει μόνο από την εργασία, που είναι σκόπιμη και συνειδητή. Γι’ αυτό ο μαρξ λέει στο κεφάλαιο ότι η βασική διαφορά μεταξύ του χειρότερου αρχιτέκτονα και της καλύτερης εργάτριας μέλισσας που φτιάχνει την κυψέλη της, είναι ότι ο άνθρωπος έχει συλλάβει από πριν το σχέδιο του κτιρίου και το εκτελεί συνειδητά.

Σήμερα ο κοινός, μέσος εργάτης πουλάει την εργατική του δύναμη για να επιβιώσει. Εκδίδει από ανάγκη, τη δημιουργικότητα και τη φαντασία του στους νταβατζήδες της ανθρωπότητας. Κι επειδή το κοινωνικό είναι καθορίζει σε τελευταία ανάλυση την κοινωνική συνείδηση, η κοινή γνώμη καταλήγει να είναι μια κοινή, μια πόρνη, όπως τραγουδάει ο πανούσης.

Όλα αυτά με αφορμή κάποιους συνειρμούς από ένα κείμενο στη λεύγα για την κουλτούρα της μεταπολίτευσης που έχει μπει στο στόχαστρο από τους ιδεολογικούς ταγούς του συστήματος και τα εκσυγχρονιστικά γκεσέμια. Κάποιοι προσπαθούν να σπιλώσουν αυτή την εποχή με όρους εποικοδομήματος, μιλάν για τις βάτες και τα στιλιστικά εγκλήματα. Αλλά η κουλτούρα της μεταπολίτευσης πότιζε κάθε πτυχή της ζωής, από τις ανθρώπινες σχέσεις, μέχρι τα περιοδικά έντυπα που κυκλοφορούσαν (αντί, πολίτης, μέχρι και περιοδικό σοσιαλιστικού ρεαλισμού που μας την έβγαινε από τα αριστερά υπήρχε). Κι αν κάποιοι τη θεωρούν περίοδο παρακμής, υπάρχει πάντα η πορτοκαλί μπάλα με τα σημάδια της ακμής της, να αποδεικνύει το αντίθετο.

Η μεταπολίτευση παρήγε αυθεντική ανεμελιά (που σε πολλούς την έσπαγε) μαζί με σοβαρούς προβληματισμούς για την προοπτική και το μέλλον. Ο ανδρουλάκης έγραφε για το σοσιαλισμό στο κατώφλι του εικοστού πρώτου αιώνα και το σήμα έναρξης των αυθαίρετων γέμιζε τις ψυχές των μικρών παιδιών με δέος για το επικείμενο 1992.

Σήμερα υπάρχει σκέτη χαζοχαρά, απολιτίκ κι επίπλαστη, που πασχίζει να διασκεδάσει τη μαυρίλα. Κι ένα σωρό μεταμοντέρνα θραύσματα στη θέση της σοβιετίας και των ενωμένων γιούγκων που αλληλοσπαράχτηκαν και μαζεύουν τα κομμάτια τους.

Στην πολιτική η νοσταλγία είναι κακός σύμβουλος γιατί η επιστροφή στο παρελθόν είναι αδύνατη. Σε καιρούς αντίδρασης όμως, προκύπτει σχεδόν αυθόρμητα, ως άρνηση (του παρόντος) που ψάχνει να αποκτήσει περιεχόμενο σε μια κατάφαση και μπορεί να γίνει πρόπλασμα για την προοδευτική συνείδηση που θα φέρει πιο κοντά την κοινωνία του μέλλοντος.

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2008

Έφηβα γεράκια

Όταν ήμουν έφηβος πίστευα πως ήμουν στην καλύτερη ηλικία.
Σήμερα στα 25 μου πιστεύω πως είναι η πλέον άχαρη. Παλινδρομεί ανάμεσα στο παιδί και τον ενήλικα χωρίς να είναι τίποτα από τα δύο.
Ίσως βέβαια το βλέπω λίγο αντιδιαλεκτικά. Ως συνήθως δηλ.

Το πιο δύσκολο με έναν έφηβο είναι η επικοινωνία.
Κάθε εξόρμηση σε σχολεία για μένα τελείωνε χωρίς σημείο επαφής και με πολλές καινούριες άγνωστες λέξεις.
Σε εκείνο το σποτάκι για την ευρυζωνικότητα πχ ένιωθα απόλυτη ταύτιση με τον πατέρα. Δεν είχα καταλάβει λένιν.

Δεν φταιν οι μαθητές βέβαια. Ούτε εγώ θα μου μιλούσα αν ήμουν έφηβος και με συναντούσα.
Θυμάμαι πολύ καλά πώς σκεφτόμουν τότε και τι άποψη είχα για τα κόμματα. Ξέχασα όμως να πετάω πετραδάκια πίσω μου. Και δεν θυμάμαι καθόλου από πού πήγα για να φτάσω εδώ που είμαι σήμερα.

Η εφηβεία είναι δύσκολη ηλικία.
Προσωπικότητα αναποφάσιστη για το τι είναι και τι θέλει να γίνει. Κορμί που πάλλεται από χυμούς και ορμές που βρίσκουν διέξοδο στα σπυράκια. Μυαλό μπερδεμένο, ευάλωτο στη βλακεία, στον εθισμό, ακόμα και στο καπέλωμα.
Μέχρι να τα πάρει χαμπάρι και να αντιδράσει. Κι όταν αντιδρά, το κάνει άγρια, θυμωμένα, με πείσμα.
Η πέτρα είναι η άποψή του για τον κόσμο μας. Άλλο που δεν την ρίχνουν όλοι τελικά.

Να σου δώσω μια να σπάσεις αχ βρε κόσμε γυάλινε
και να φτιάξω μια καινούρια κοινωνία άλληνε

Τρελή προβοκάτσια το συγκεκριμένο τραγούδι. Έχει κι ανάστροφα μηνύματα.

Ο μέσος έφηβος φτάνει ως εκεί, στην απόρριψη, δεν ξέρει ακόμα τι θέλει.
Ξεσκαρτάρει ό,τι δεν του αρέσει, το αποδοκιμάζει. Ξεχωρίζει εύκολα τι του φταίει και τον πιέζει: το σχολείο, οι εξετάσεις, το άγχος, οι δανεικοί στόχοι που έβαλαν για αυτόν οι γονείς του.
Εύλογα τα στοχοποιεί, τα απορρίπτει.
Μαζί με αυτά καίει και τα χλωρά: τη γνώση, τη μάθηση, τα βιβλία.
Απαξιώνει την πολιτική και ό,τι δεν καταλαβαίνει.

Ψάχνει τρόπους να ξεφύγει: σεξ, αλκοόλ, ναρκωτικά, υπολογιστές, γκομενάκια κι ό,τι σου τάζουνε για να γκαβλώσει, να παράγει αδρεναλίνη και ψευδαισθήσεις για να γεμίσει το κενό.
Ψάχνει από κάπου να πιαστεί, ομάδες, συγκροτήματα, κάτι να αποθεώσει, αλλά όχι τη θρησκεία. Ενθουσιάζεται με ψευτο-ιδανικά μπας και γεμίσει νόημα τη ζωή του.

Το χειρότερο είναι ότι ο κόσμος σήμερα είναι γεμάτος από έφηβους στο μυαλό, εθισμένους στο λαϊφστάιλ και στην τιβί. Άτομα που ψάχνουν τρόπους φυγής και αδρεναλίνη για να καλλωπίσουν την ενσωμάτωση, να την παλέψουν. Κόσμος ανώριμος, που πάνω απ' όλα πάει να πει να μην ξέρεις τι θέλεις, να μην έχεις συνείδηση.
Ούτε ταξική, ούτε ανήσυχη.

Οι πιο πολλοί μένουν στη θρησκευτική και στα παιδικά παραμύθια της εκκλησίας. Οι πιο προχωρημένοι θέλουν να αναπτύξουμε φορολογική. Πάνω-κάτω οι ίδιοι κάνουν λόγο και για την καταναλωτική (η οποία απουσιάζει κι από εκεί ξεκινάει το πρόβλημα της ακρίβειας).
Με άλλα λόγια συνείδηση ψευδής κι αλλοτριωμένη. Αλλά το αλλάξαμε για λόγους ευφωνίας.

Εν τέλει η εφηβεία δεν είναι άχαρη. Είναι μια όμορφη περιπέτεια. Μια πρόκληση για δημιουργία, για ανάπτυξη ικανοτήτων και προσωπικότητας.
Αντ' αυτού, σε όλο το δυτικό κόσμο, η εφηβεία σημαίνει άγχος, κόμπλεξ, παγίδες, πίεση, χαμένα όνειρα. Μια προσομοίωση για όσα ακολουθούν, να τα μαθαίνει από νωρίς το παιδί και να συνηθίζει.
Αντί για μια ηλικία με ιδιαιτερότητες κι ευκαιρίες για αξιοποίηση, η εφηβεία θεωρείται προβληματική, μια δύσκολη περίοδος προσαρμογής για ένα σωρό απροσάρμοστους.

Είναι εναλλακτικά ορθές φράσεις του τύπου ο απόλυτος δείκτης για τον πολιτισμό και το επίπεδο μιας κοινωνίας είναι το σωφρονιστικό της σύστημα πχ, ή η στάση της απέναντι στους μετανάστες.
Εγώ θα έβαζα πάνω απ' όλα ως δείκτη την πρόνοια. Στα αμεα, τους ηλικιωμένους, τους εργαζόμενους, τις μητέρες.

Αλλά αν έπρεπε να διαλέξω έναν απόλυτο δείκτη έξω απ' αυτά, θα διάλεγα τους εφήβους.
Την κοινωνική συμπεριφορά τους, το πώς εντάσσονται στο κοινωνικό σύνολο, το πώς αναπτύσσεται η κοινωνικοποίησή τους, η προσωπικότητά τους.
Κι από αυτή την άποψη η σοβιετία αδιαμφισβήτητα υπερείχε.
Ήταν άλλη ποιότητα, ανώτερη. Ήταν σοσιαλισμός.
Τον οποίο εντοπίζουμε και σε τέτοια στοιχεία. Όχι μόνο στις σχέσεις ιδιοκτησίας και τον κεντρικό σχεδιασμό.