Η Σ. γεννήθηκε στο Καζαχστάν. Γύρισε στην Ελλάδα το 90', από δική της επιλογή, γιατί είχαν φύγει όλοι οι Πόντιοι φίλοι της από την πόλη της, και το 'χε απωθημένο να γυρίσει μια μέρα στην πατρίδα, που την είχε στο μυαλό της ως κάτι σπουδαίο, αλλά σύντομα απογοητεύτηκε και την απομυθοποίησε. Στη Σοβιετική Ένωση είχε σπουδάσει Μαθηματικά και στα 26 της είχε δουλέψει ήδη πέντε χρόνια στο Πανεπιστήμιο, πάνω στο αντικείμενό της. Τώρα είναι μεταξύ (μισο)δουλειάς κι ανεργίας, όπως και τα τρία παιδιά της.
Πιστεύει πως πρόλαβε τα καλά χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης, κι ας μην είχαν πάνες ή σερβιέτες. Λέει πως την εποχή του Μπρέζνιεφ επικρατούσε μια σταθερότητα-στασιμότητα. Κανείς δεν έπαιρνε πολλά λεφτά, αλλά όλοι έκλεβαν το κράτος, για να βελτιώσουν τη θέση τους. Τα βασικά είδη ήταν πάμφθηνα, αλλά τα είδη πολυτελείας -που δεν έφταναν για όλους- ήταν υπερκοστολογημένα.
Λέει τον Γκορμπατσόφ βλάκα, που συν τοις άλλοις, έσκαψε το λάκκο του, και το μόνο καλό που έκανε, ήταν ότι σταμάτησε τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, όπου σκοτώνονταν πολλά νέα παιδιά, που πήγαιναν φαντάροι. Και να πεις πως έκαναν εκεί κάποια επανάσταση, όπως εμείς το 17'...
Δε θυμάται πολλά πράγματα από το Τσέρνομπιλ (που σημαίνει κάτι σα "μαύρος μύθος" ή "μαύρο παρελθόν", γιατί έμεναν πολύ μακριά από την Ουκρανία και τα κανάλια δεν έλεγαν πολλά πράγματα. Δεν υπήρχε διαφάνεια, αλλά μια λογική "όλα πάνε καλά, όλα πάνε καλά" και να κουκουλώσουν τα προβλήματα. Σήμερα τα κανάλια λένε πάρα πολλά, αλλά ποιος ξέρει αν και τι είναι αλήθεια.
Ήταν μέλος της Καμσαμόλ, όπως όλοι σχεδόν στην τάξη της -που πριν ήταν Πιονέροι και πιο μικροί Οκταβριάκια, παιδιά του Οχτώβρη- κι έγινε καμσόρ, που είχε οργανωτικά καθήκοντα, χωρίς να είναι ιδιαίτερα πολιτική θέση -όπως κι η ένταξη στην Καμσαμόλ, άλλωστε, εκείνα τα χρόνια.
Δεν της άρεσε πολύ που στο Πανεπιστήμιο έπρεπε να βοηθάνε στις αγροτικές εργασίες, αλλά τότε ήταν νέοι και δεν τους ένοιαζ ιδιαίτερα. Μια βραδιά που ξεκουράζονταν μετά τη δουλειά, παίζοντας χαρτιά κι ακούγοντας κλασική μουσική στο ραδιόφωνο (συγκίνηση), έμαθαν για το θάνατο του Μπρέζνιεφ. Την αναγγελία έκανε ο Λεβιτάν, που συνέδεσε τη φωνή του με δραματικές, ιστορικές στιγμές και τα πολεμικά ανακοινωθέντα. Άραγε να έχει σχέση με τον Εφραίμ Λεβιτάν που έγραψε το εκπληκτικό "Αστρονομία για Παιδιά", που κυκλοφόρησε και στα ελληνικά από τη Σύγχρονη Εποχή;
Η φωνή του Λεβιτάν την έκανε να πιστέψει πως ερχόταν πόλεμος. Οι συμφοιτητές της στην αίθουσα πάγωσαν, ενώ κάποιοι άρχισαν να κλαίνε. Κι αυτή ένιωσε πως είχε έρθει το τέλος του κόσμου. Ήταν ό,τι πιο κοντινό είχε νιώσει ποτέ στη φημολογούμενη συντέλεια αυτών των ημερών, που τελικά δεν ήρθε ποτέ. Αλλά το τέλος "του νέου κόσμου, του σοσιαλισμού" δεν ήταν πολύ μακριά. Ακόμα κι αν φύγεις, για το γύρο του κόσμου, θα 'σαι πάντα ο δικός μου υπαρκτός, θα 'μαστε πάντα μαζί...
Ο παππούς της γεννήθηκε στον Πόντο, κι έζησε ως έφηβος τη γενοκτονία τους, οι γονείς της μεγάλωσαν στη Γεωργία, από όπου εκτοπίστηκαν για το Καζαχστάν, κι αυτή μεγάλωσε εκεί, αλλά ήρθε στην Ελλάδα και βλέπει τα παιδιά της να σκέφτονται ως λύση το εξωτερικό, για να συνεχίσει η αλυσίδα που θέλει κάθε γενιά να ζει σε άλλο τόπο από την προηγούμενη.
Οι Σοβιετικοί γράφουν πολύ ωραία λαϊκά παραμύθια και η Σ. έχει τη χαρακτηριστική προφορά (που αν δεν ξέρεις ρώσικα και σε τι αναφέρεται ο άλλος, σου φαίνεται πως διηγείται παραμυθάκια), μαζί με την έμφυτη -ή μάλλον επίκτητη- καλοσύνη του νέου τύπου ανθρώπου, του σοβιετικού. Παραμύθι με λυπημένο τέλος. Αλλά ακόμα δεν είπαμε την τελευταία λέξη στην ιστορία.
(από το βιβλίο "το τέλος του Κόκκινου Ανθρώπου")
Νομίζω πως τα γνωρίσματα που περιγράφω είναι μια χαρακτηριστική περιγραφή, που ο καθένας μας έχει συναντήσει κάποια στιγμή στη ζωή του, στο περιβάλλον του. Καλοκάγαθοι τύποι, φιλότιμοι, που έχουν μεγαλώσει στη Σοβιετία κι έχουν τη χαρακτηριστική, παραμυθένια προφορά. Πειθαρχημένοι, αλλά χωρίς πρωτόβουλα πνεύμα συνήθως. Κι ίσως αυτό να είναι κλειδί για να εξηγήσει τους λόγους επικράτησης της αντεπανάστασης, μαζί με μια ειλικρινή αφέλεια και μια αυθόρμητη αδιαφορία για την πολιτική, από μεγάλα τμήματα του λαού, που εκφράζεται σε αντίστοιχα απλοϊκές απορίες για τις εξελίξεις: μέχρι το 80' όλα πήγαιναν καλά, μετά με την Περεστρόικα άρχισαν να χαλάνε, δεν ξέρω τι έφταιξε...
Η καλοπέραση γεννάει καλοσύνη. Αυτός είναι ένας γενικός κανόνας, που βρήκε ισχύ στο σοβιετικό λαό και τη στάση του, στα γενικά χαρακτηριστικά του. Η καλοπέραση αυτή ήταν ασύμβατη με την προκλητική, αλόγιστη πολυτέλεια, και δεν ήταν απαλλαγμένη από αντικειμενικά δύσκολες συνθήκες (τα "καλά" της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης), εξασφάλιζε όμως τα απαραίτητα σε όλους, για να μη λείπουν από κανέναν, εξαλείφοντας τη φτώχεια, τον αναλφαβητισμό, καλύπτοντας με δυο λόγια τις βασικές λαϊκές ανάγκες, κάτι που παραμένει ζητούμενο πχ για τον καπιταλισμό της εποχής αλλά και του εικοστού πρώτου αιώνα.
Η σοβιετική καλοσύνη, ωστόσο, δεν πήγαζε πρωτίστως από υλικά αγαθά, αλλά από ανώτερα ιδανικά και την παγκόσμια, πανανθρώπινη προοπτική της κομμουνιστικής κοινωνίας. Η νίκη απέναντι στη ναζιστική πολεμική μηχανή, τη φονικότερη που είχε γνωρίσει ως τότε η ιστορία, δεν ήρθε ως καρπός μίσους και μεγαλύτερης κτηνωδίας από τους ναζί, αλλά από την αγάπη για τη σοβιετική πατρίδα και τον άνθρωπο. Ο κομμουνιστής είναι αγάπη από την κορφή ως τα νύχια, έστω κι αν αυτό περιλάμβανε απεριόριστο μίσος για τους φασίστες, που ήταν εχθροί του ανθρώπου. Ο πραγματικός ουμανισμός άλλωστε δεν είναι αφηρημένος. Και δεν μπορεί παρά να είναι μίσος για τους εκμεταλλευτές και τους εχθρούς της ανθρωπότητας που χαντακώνουν τις προοπτικές της για το δικό τους ιδιωτικό συμφέρον.
Μπορεί να κούγεται ως χοντροκομμένο, απλοϊκό κλισέ, αλλά σε αυτήν την περίπτωση, η απέραντη καλοσύνη νίκησε το απόλυτο κακό, κι ας μην είναι τόσο απλό, όσο αυτή η διατύπωση...
Ου γαρ έρχεται μόνον, όμως. Η καλοπέρασηγεννάει επίσης τη χαλάρωση της επαγρύπνησης και των αντανακλαστικών, μια α-πολίτικη συνείδηση, που δεν αντιμετωπίζει οξυμένα προβλήματα, όπως στον καπιταλισμό, για να τροφοδοτείται "αυτόματα" από την πραγματική ζωή. Αυτό προφανώς δεν είναι αναπόφευκτο -όπως γενικά δεν είναι μηχανιστική η επίδραση του κοινωνικού περιβάλλοντος στη συνείδηση- αλλά έχει αντικειμενική βάση.
Η καλοπέραση γεννάει επίσης ένα πλεόνασμα στο παραγόμενο κοινωνικό προϊόν, που είναι το αντικειμενικό έδαφος για να υπάρξουν αντιθέσεις, που μπορεί να μετεξελιχθούν σε ανταγωνιστικές, ταξικές, αν δεν προσεχτούν.
Έχω την εντύπωση πως κάτι παρόμοιο συνέβη και στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα, όπου τα ισχυρά κατάλοιπα του κοινωνικού κεκτημένου ήρθαν σε όσμωση με το μαζικό λαϊκό κίνημα, καλλιεργώντας μια έντονη δόση συλλογικότητας και συντροφικότητας. Κάτι που χάθηκε σταδιακά και εκφυλίστηκε στη βάση της προσωρινής και επίπλαστης ευημερίας των μεταπολεμικών και μεταπολιτευτικών ετών, με τον εκμαυλισμό συνειδήσεων, την Πασοκική λαίλαπα και τη μαζική ενσωμάτωση-ιδιώτευση. Αυτό όμως είναι σημαντικό ζήτημα, για να στριμωχθεί σε μερικές αφοριστικές φράσεις.
Συμπερασματικά, το ντομπροβάτ (καλοπερνώ) δε φέρνει μόνο ντομπροτά (καλοσύνη) αλλά και ντουβρουτζά, ένα μεγάλο σοκ, εφόσον αδυνατίσουν τα επαναστατικά χαρακτηριστικά και μειωθεί η απαραίτητη επαγρύπνηση. Το πρόβλημα δεν είναι ότι πάσχουμε από υπερβολική καλοσύνη. Αλλά ότι η επαναστατική συνείδηση δεν τροφοδοτείται αυθόρμητα σε μια κοινωνία χωρίς έντονες, ταξικές αντιθέσεις. Κι ότι η "καλοσύνη" πρέπει να είναι υποψιασμένη, να οπλιστεί με τα κατάλληλα εργαλεία ελέγχου, για να μην την πατήσει από τους εκάστοτε "κακούς". Κι αυτό δεν είναι ηθικολογία ή χοντροκομμένες απλοποιήσεις, αλλά νομοτέλεια κι απλά διδάγματα απ' την ήττα της επανάστασης, που μεταξύ άλλων απαιτούν ανάπτυξη της θεωρίας (της σοσιαλιστικής οικοδόμησης) για να μη χαθεί και ξεστρατίσει η προοπτική.
Πιστεύει πως πρόλαβε τα καλά χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης, κι ας μην είχαν πάνες ή σερβιέτες. Λέει πως την εποχή του Μπρέζνιεφ επικρατούσε μια σταθερότητα-στασιμότητα. Κανείς δεν έπαιρνε πολλά λεφτά, αλλά όλοι έκλεβαν το κράτος, για να βελτιώσουν τη θέση τους. Τα βασικά είδη ήταν πάμφθηνα, αλλά τα είδη πολυτελείας -που δεν έφταναν για όλους- ήταν υπερκοστολογημένα.
Λέει τον Γκορμπατσόφ βλάκα, που συν τοις άλλοις, έσκαψε το λάκκο του, και το μόνο καλό που έκανε, ήταν ότι σταμάτησε τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, όπου σκοτώνονταν πολλά νέα παιδιά, που πήγαιναν φαντάροι. Και να πεις πως έκαναν εκεί κάποια επανάσταση, όπως εμείς το 17'...
Δε θυμάται πολλά πράγματα από το Τσέρνομπιλ (που σημαίνει κάτι σα "μαύρος μύθος" ή "μαύρο παρελθόν", γιατί έμεναν πολύ μακριά από την Ουκρανία και τα κανάλια δεν έλεγαν πολλά πράγματα. Δεν υπήρχε διαφάνεια, αλλά μια λογική "όλα πάνε καλά, όλα πάνε καλά" και να κουκουλώσουν τα προβλήματα. Σήμερα τα κανάλια λένε πάρα πολλά, αλλά ποιος ξέρει αν και τι είναι αλήθεια.
Ήταν μέλος της Καμσαμόλ, όπως όλοι σχεδόν στην τάξη της -που πριν ήταν Πιονέροι και πιο μικροί Οκταβριάκια, παιδιά του Οχτώβρη- κι έγινε καμσόρ, που είχε οργανωτικά καθήκοντα, χωρίς να είναι ιδιαίτερα πολιτική θέση -όπως κι η ένταξη στην Καμσαμόλ, άλλωστε, εκείνα τα χρόνια.
Δεν της άρεσε πολύ που στο Πανεπιστήμιο έπρεπε να βοηθάνε στις αγροτικές εργασίες, αλλά τότε ήταν νέοι και δεν τους ένοιαζ ιδιαίτερα. Μια βραδιά που ξεκουράζονταν μετά τη δουλειά, παίζοντας χαρτιά κι ακούγοντας κλασική μουσική στο ραδιόφωνο (συγκίνηση), έμαθαν για το θάνατο του Μπρέζνιεφ. Την αναγγελία έκανε ο Λεβιτάν, που συνέδεσε τη φωνή του με δραματικές, ιστορικές στιγμές και τα πολεμικά ανακοινωθέντα. Άραγε να έχει σχέση με τον Εφραίμ Λεβιτάν που έγραψε το εκπληκτικό "Αστρονομία για Παιδιά", που κυκλοφόρησε και στα ελληνικά από τη Σύγχρονη Εποχή;
Η φωνή του Λεβιτάν την έκανε να πιστέψει πως ερχόταν πόλεμος. Οι συμφοιτητές της στην αίθουσα πάγωσαν, ενώ κάποιοι άρχισαν να κλαίνε. Κι αυτή ένιωσε πως είχε έρθει το τέλος του κόσμου. Ήταν ό,τι πιο κοντινό είχε νιώσει ποτέ στη φημολογούμενη συντέλεια αυτών των ημερών, που τελικά δεν ήρθε ποτέ. Αλλά το τέλος "του νέου κόσμου, του σοσιαλισμού" δεν ήταν πολύ μακριά. Ακόμα κι αν φύγεις, για το γύρο του κόσμου, θα 'σαι πάντα ο δικός μου υπαρκτός, θα 'μαστε πάντα μαζί...
Ο παππούς της γεννήθηκε στον Πόντο, κι έζησε ως έφηβος τη γενοκτονία τους, οι γονείς της μεγάλωσαν στη Γεωργία, από όπου εκτοπίστηκαν για το Καζαχστάν, κι αυτή μεγάλωσε εκεί, αλλά ήρθε στην Ελλάδα και βλέπει τα παιδιά της να σκέφτονται ως λύση το εξωτερικό, για να συνεχίσει η αλυσίδα που θέλει κάθε γενιά να ζει σε άλλο τόπο από την προηγούμενη.
Οι Σοβιετικοί γράφουν πολύ ωραία λαϊκά παραμύθια και η Σ. έχει τη χαρακτηριστική προφορά (που αν δεν ξέρεις ρώσικα και σε τι αναφέρεται ο άλλος, σου φαίνεται πως διηγείται παραμυθάκια), μαζί με την έμφυτη -ή μάλλον επίκτητη- καλοσύνη του νέου τύπου ανθρώπου, του σοβιετικού. Παραμύθι με λυπημένο τέλος. Αλλά ακόμα δεν είπαμε την τελευταία λέξη στην ιστορία.
Αν ρίξεις μια ματιά στο λεξικό του Νταλ, θα δεις πως η λέξη "καλοσύνη" (ντομπροτά) προέρχεται από τη λέξη "καλοπερνώ" (ντομπροβάτ) -ζω στην αφθονία, καλά... που σσημαίνει ότι υπάρχει όταν υπάρχει σταθερότητα και αξιοπρέπεια...
(από το βιβλίο "το τέλος του Κόκκινου Ανθρώπου")
Νομίζω πως τα γνωρίσματα που περιγράφω είναι μια χαρακτηριστική περιγραφή, που ο καθένας μας έχει συναντήσει κάποια στιγμή στη ζωή του, στο περιβάλλον του. Καλοκάγαθοι τύποι, φιλότιμοι, που έχουν μεγαλώσει στη Σοβιετία κι έχουν τη χαρακτηριστική, παραμυθένια προφορά. Πειθαρχημένοι, αλλά χωρίς πρωτόβουλα πνεύμα συνήθως. Κι ίσως αυτό να είναι κλειδί για να εξηγήσει τους λόγους επικράτησης της αντεπανάστασης, μαζί με μια ειλικρινή αφέλεια και μια αυθόρμητη αδιαφορία για την πολιτική, από μεγάλα τμήματα του λαού, που εκφράζεται σε αντίστοιχα απλοϊκές απορίες για τις εξελίξεις: μέχρι το 80' όλα πήγαιναν καλά, μετά με την Περεστρόικα άρχισαν να χαλάνε, δεν ξέρω τι έφταιξε...
Η καλοπέραση γεννάει καλοσύνη. Αυτός είναι ένας γενικός κανόνας, που βρήκε ισχύ στο σοβιετικό λαό και τη στάση του, στα γενικά χαρακτηριστικά του. Η καλοπέραση αυτή ήταν ασύμβατη με την προκλητική, αλόγιστη πολυτέλεια, και δεν ήταν απαλλαγμένη από αντικειμενικά δύσκολες συνθήκες (τα "καλά" της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης), εξασφάλιζε όμως τα απαραίτητα σε όλους, για να μη λείπουν από κανέναν, εξαλείφοντας τη φτώχεια, τον αναλφαβητισμό, καλύπτοντας με δυο λόγια τις βασικές λαϊκές ανάγκες, κάτι που παραμένει ζητούμενο πχ για τον καπιταλισμό της εποχής αλλά και του εικοστού πρώτου αιώνα.
Η σοβιετική καλοσύνη, ωστόσο, δεν πήγαζε πρωτίστως από υλικά αγαθά, αλλά από ανώτερα ιδανικά και την παγκόσμια, πανανθρώπινη προοπτική της κομμουνιστικής κοινωνίας. Η νίκη απέναντι στη ναζιστική πολεμική μηχανή, τη φονικότερη που είχε γνωρίσει ως τότε η ιστορία, δεν ήρθε ως καρπός μίσους και μεγαλύτερης κτηνωδίας από τους ναζί, αλλά από την αγάπη για τη σοβιετική πατρίδα και τον άνθρωπο. Ο κομμουνιστής είναι αγάπη από την κορφή ως τα νύχια, έστω κι αν αυτό περιλάμβανε απεριόριστο μίσος για τους φασίστες, που ήταν εχθροί του ανθρώπου. Ο πραγματικός ουμανισμός άλλωστε δεν είναι αφηρημένος. Και δεν μπορεί παρά να είναι μίσος για τους εκμεταλλευτές και τους εχθρούς της ανθρωπότητας που χαντακώνουν τις προοπτικές της για το δικό τους ιδιωτικό συμφέρον.
Μπορεί να κούγεται ως χοντροκομμένο, απλοϊκό κλισέ, αλλά σε αυτήν την περίπτωση, η απέραντη καλοσύνη νίκησε το απόλυτο κακό, κι ας μην είναι τόσο απλό, όσο αυτή η διατύπωση...
Ου γαρ έρχεται μόνον, όμως. Η καλοπέρασηγεννάει επίσης τη χαλάρωση της επαγρύπνησης και των αντανακλαστικών, μια α-πολίτικη συνείδηση, που δεν αντιμετωπίζει οξυμένα προβλήματα, όπως στον καπιταλισμό, για να τροφοδοτείται "αυτόματα" από την πραγματική ζωή. Αυτό προφανώς δεν είναι αναπόφευκτο -όπως γενικά δεν είναι μηχανιστική η επίδραση του κοινωνικού περιβάλλοντος στη συνείδηση- αλλά έχει αντικειμενική βάση.
Η καλοπέραση γεννάει επίσης ένα πλεόνασμα στο παραγόμενο κοινωνικό προϊόν, που είναι το αντικειμενικό έδαφος για να υπάρξουν αντιθέσεις, που μπορεί να μετεξελιχθούν σε ανταγωνιστικές, ταξικές, αν δεν προσεχτούν.
Έχω την εντύπωση πως κάτι παρόμοιο συνέβη και στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα, όπου τα ισχυρά κατάλοιπα του κοινωνικού κεκτημένου ήρθαν σε όσμωση με το μαζικό λαϊκό κίνημα, καλλιεργώντας μια έντονη δόση συλλογικότητας και συντροφικότητας. Κάτι που χάθηκε σταδιακά και εκφυλίστηκε στη βάση της προσωρινής και επίπλαστης ευημερίας των μεταπολεμικών και μεταπολιτευτικών ετών, με τον εκμαυλισμό συνειδήσεων, την Πασοκική λαίλαπα και τη μαζική ενσωμάτωση-ιδιώτευση. Αυτό όμως είναι σημαντικό ζήτημα, για να στριμωχθεί σε μερικές αφοριστικές φράσεις.
Συμπερασματικά, το ντομπροβάτ (καλοπερνώ) δε φέρνει μόνο ντομπροτά (καλοσύνη) αλλά και ντουβρουτζά, ένα μεγάλο σοκ, εφόσον αδυνατίσουν τα επαναστατικά χαρακτηριστικά και μειωθεί η απαραίτητη επαγρύπνηση. Το πρόβλημα δεν είναι ότι πάσχουμε από υπερβολική καλοσύνη. Αλλά ότι η επαναστατική συνείδηση δεν τροφοδοτείται αυθόρμητα σε μια κοινωνία χωρίς έντονες, ταξικές αντιθέσεις. Κι ότι η "καλοσύνη" πρέπει να είναι υποψιασμένη, να οπλιστεί με τα κατάλληλα εργαλεία ελέγχου, για να μην την πατήσει από τους εκάστοτε "κακούς". Κι αυτό δεν είναι ηθικολογία ή χοντροκομμένες απλοποιήσεις, αλλά νομοτέλεια κι απλά διδάγματα απ' την ήττα της επανάστασης, που μεταξύ άλλων απαιτούν ανάπτυξη της θεωρίας (της σοσιαλιστικής οικοδόμησης) για να μη χαθεί και ξεστρατίσει η προοπτική.

