Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταυτότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταυτότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010

Χειροκρότα ρε τι σου ζητάνε;

Συνεχίζουμε το ρετρό αφιέρωμα στις εκδηλώσεις του ιουνίου με αναρχία, κρίση και τζινγκλ χολογουέι. Φτάσαμε στην υφανέτ έτοιμοι να ακούσουμε συνταγές απ’ τον τσελεμεντέ του αναρχικού για να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία.

Περιμέναμε τα συνήθη τέσσερα ακαδημαϊκά τέταρτα, αλλά η έναρξη πήγε ακόμα πιο πίσω. Πουθενά δε συναντάς πια χρονοδιάγραμμα σαν τα δικά μας: άνοιγμα, μισή ώρα εισήγηση, δέκα λεπτά χειροκρότημα, μετά επτάλεπτες ομιλίες κοκ.

Γενικά, ο χρόνος κι η καταπίεση που συνεπάγεται είναι απ’ τα μεγάλα κολλήματα του χώρου. Αν πχ ο νόμος της αξίας βάζει ως κριτήριο τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας, η λύση δεν είναι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων για να γίνει η εργασία αυτοσκοπός και να ξεφύγει από τον καταναγκασμό, τις νόρμες και τα χρονικά όρια. Αλλά να σπάμε σαν λουδίτες τα ρολόγια, όπως έκαναν οι κομμουνάροι στο παρίσι. Κι αυτό, λέει, ήταν το βασικό δίδαγμα της κομμούνας. Αλλά ο μαρξ το έθαψε κανονικά.

Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι ότι μας κλέβουν την υπεραξία, αλλά ότι δε μας αφήνουν να πάμε με το ρυθμό μας και να χαρούμε την εργασία ως αυτοσκοπό. Κι όταν λέμε εργασία μην το παίρνετε και τόσο τοις μετρητοίς. Η αφηρημένη εργασία αλλοτριώνει τον άνθρωπο. Στη συγκεκριμένη της μορφή δεν είναι –λέει- εργασία, αλλά συγκεκριμένη πράξη. Δραστηριότητα.
Η αντίθεση ανάμεσα σε αυτά τα δύο, τη θέληση του ανθρώπου για συγκεκριμένη δράση και την εργασία που είναι πάντα αφηρημένη, είναι ο βασικός νόμος κίνησης του καπιταλισμού.

Ας το δούμε και με ένα παράδειγμα. Είναι κάποιος που φτιάχνει νόστιμα κέικ για να ευχαριστήσει τους φίλους του. Αυτοί τον πείθουν να ανοίξει ένα μαγαζί για να τα πουλάει και στην αρχή πηγαίνει καλά. Μέχρι που έρχεται μια εταιρία με μηχανές και σύγχρονο εξοπλισμό και για να επιβιώσει στον ανταγωνισμό αναγκάζεται να φτιάχνει περισσότερα κέικ όλο και πιο γρήγορα. Οπότε αποφασίζει κάποια στιγμή πως δεν του αρέσει να φτιάχνει κέικ και το γυρίζει στα ποντικοφάρμακα.

Κι εδώ τελειώνει η ιστορία και νικά ο φουκουγιάμα.
Δε μας είπε βέβαια γιατί δεν έγινε το ίδιο μονοπώλιο και στα ποντικοφάρμακα, αλλά το ζουμί δεν ήταν εκεί. Το ηθικό δίδαγμα είναι ότι στον καπιταλισμό καταλήγεις να κάνει κάτι που δε σου είναι ευχάριστο.

Ναι, αλλά σε ένα επεισόδιο στα φιλαράκια, η μόνικα άρχισε να φτιάχνει κουλουράκια για τους γείτονες για να γνωριστούν καλύτερα και να γίνουνε φίλοι και τελικά της γύρισε μπούμερανγκ, γιατί έρχονταν διάφοροι τύποι να της ζητήσουν κουλουράκια σε διάφορες ώρες κι αυτή ήταν αναγκασμένη να φτιάχνει συνέχεια για να τους ικανοποιήσει όλους.
Δεν είναι σοβαρό επιχείρημα, το ξέρω. Αλλά αν συγκρίνουμε τις ιστορίες, το δικό μου παράδειγμα είναι καλύτερο.

Είχε και μια καλύτερη ιστορία για τον εξανθρωπισμένο καπιταλισμό.
Είναι σα να ‘χεις έναν άντρα που χτυπάει τη γυναίκα του κι εσύ να του λες να την χτυπάει λιγότερο και να είναι πιο ευγενικός. Χτύπα μας μαλάμη, είμαστε μαζοχιστές…

Ξέρετε λοιπόν ποιος είναι ο νόμος της αξίας; Όχι ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας κι άλλα τέτοια παρωχημένα. Η ουσία του συνοψίζεται στο σύνθημα: φάστερ, φάστερ, φάστερ.
Που το έλεγε συνέχεια, σα διαφήμιση του φαστ σοφτ και μας έφερε ένα βήμα πριν το νευρικό γέλιο.

Οι καπιταλιστές φτιάχνουν τρένα, δρόμους κι αυτοκίνητα, αεροπλάνα και βαπόρια για να μεταφέρουν τα προϊόντα τους φάστερ, φάστερ, φάστερ. Αλλά το παπαγαλάκι του κρεμλίνου είναι εναλλακτικό και κινείται με το ποδήλατο. Η θεσσαλονίκη με τους χαλλαρούς ρυθμούς της και τους ποδηλατόδρομους που έφτιαξε ο εναλλακτικός μας δήμαρχος είναι ο αδύναμος κρίκος του συστήματος. Και ο αγγελόπουλος που μέχρι να αλλάξει πλάνο βλέπεις τη σκόνη του χρόνου να πέφτει πάνω στα έπιπλα που καθάρισες πριν, είναι η επιτομή του αντισυστημικού κινηματογράφου.
Αυτά τα τελευταία ήταν ιδέες του πρίσματος που ήρθε μαζί μας να προβοκάρει. Καλά τα λέει αλλά δεν τα γράφει.

Εν κατακλείδι λοιπόν δεν υπάρχει κρίση υπερπαραγωγής κι υπερσυσσώρευσης. Την κρίση την προκαλούν οι δικές μας αόρατες, μικρές αρνήσεις που παραμένουν χωρίς συγκρότηση. Οι καπιταλιστές υποκρίνονται ότι η παραγωγή συνεχίζεται κανονικά, μας δίνουν δάνεια για να συνεχίσουμε να καταναλώνουμε και μας ξεγελάνε. Οι αντιστάσεις μας παραμένουν αθέατες, αντικείμενο διερεύνησης του αθέατου κόσμου του χαρδαβέλα, μαζί με τα αίτια της κρίσης και την πραγματικότητα που μας κρύβουν.

Κατά συνέπεια έχουμε κρίση εκμεταλλευσιμότητας, γιατί δε μπορούν να μας εκμεταλλεύονται όπως πριν. Αλλά και κρίση ανυποταξίας, από τη στιγμή που αντιδρούμε με μικρά σαμποτάζ και παθητική αντίσταση.

Το άλλο μεγάλο κόλλημα –πέραν της χρονικότητας και της καταπίεσης που συνεπάγεται- του χώρου είναι οι ταυτότητες. Κατά πάσα πιθανότητα κι ο διαχωρισμός σε φύλα γιατί κατά βάθος όλα –πρέπει να- είναι επιλογή μας σε αυτή ζωή. Αυτό θα πει ελευθερία!
Κι άσε τον σεξιστή το μπίρμαν να λέει ότι η ελευθερία για εμάς είναι μια ωραία γυναίκα (έχει υπογάστριο και υπεργάστριο). Δεν είναι κάνα χοντρογούρουνο αστικό, αφηρημένο κι αναρχικό.
Καλός άνθρωπος ο μπίρμαν. Πριν από 40 χρόνια.

Έτσι λοιπόν μένει ακαθόριστο και χωρίς ταυτότητα το υποκείμενο της κρίσης και κατ’ επέκταση το επαναστατικό υποκείμενο και το πώς το ορίζουμε. Το υποκείμενο είμαστε όλοι εμείς που ασφυκτιούμε από την αφηρημένη εργασία.
Εμείς είμαστε η κρίση! όπως έλεγε κι η αφίσα της εκδήλωσης. Κι αυτή ήταν κι η βασική ιδέα της εισήγησης (εξουσιαστικό κατάλοιπο).

Αυτός ήταν κι ο λόγος που η πετρελαϊκή κρίση του 75 χτύπησε –λέει- πρώτα την ιταλία με την εργατική αυτονομία(!).
Η κρίση δεν είναι αντικειμενική. Ο καπιταλισμός βασικά είναι ένα σύστημα κυριαρχίας που το αναπαράγουμε καθημερινά κι είναι στο χέρι μας να σταματήσουμε να το κάνουμε.
Παύση πληρωμών και παύση αναπαραγωγής του συστήματος εδώ και τώρα. Δηλ εντός του συστήματος.

Όπως έχουν σταματήσει να το κάνουν οι ζαπατίστας. Που έχουν βάλει μια πινακίδα στα μέρη τους που λέει: BAD GOVERNMENT STAY OUT! Μεταφρασμένο στα ελληνικά ακούγεται ακόμη φαιδρότερο. Κακή κυβέρνηση μείνετε έξω.
Στην υφανέτ, λέει ο χολογουέι, δεν έχετε τέτοια ταμπέλα αλλά το μήνυμα προφανώς εννοείται.

Κι έτσι οι ταμπέλες, μπορεί να μην είναι καλές για τους ανθρώπους, αν θέλουμε να τους κλείσουμε σε κουτάκια και προκαθορισμένες ταυτότητες, αλλά αποδεικνύονται καθοριστικές για να κρατήσουμε μακριά τους κακούς και τον καπιταλισμό.
Κι ας έλεγε μόνος του ένας υφανετάς: μα δεν κάνουμε κάτι σπουδαίο, το θέμα είναι στον έξω κόσμο τι γίνεται.

Σε αυτά τα πλαίσια όλοι ζούμε σαν κένταυροι με δύο ζωές. Μισή κομμουνιστική, όταν είμαστε με φίλους και μοιραζόμαστε πράγματα. Κι άλλη μισή καπιταλιστική, όταν αναπαράγουμε στη δουλειά στο κεφάλαιο.
Με άλλα λόγια έχουμε αντιφάσεις κι είμαστε αυτο-ανταγωνιστικοί.
Στον καπιταλισμό ανταγωνιζόμαστε ακόμα και τον εαυτό μας.

Και τι μπορούμε να κάνουμε; Πάνω σε ποια υλική βάση θα καταφέρουμε να σταματήσουμε να αναπαράγουμε το κεφάλαιο;
Αντί για απάντησης είχαμε συνδικαλιά. Εμείς δεν είμαστε η απάντηση, αλλά η ερώτηση. Στην αγκαλιά της μεγάλης παράταξης του δεν ξέρω κι αυτός.
Αμέσως μετά παραδέχτηκε με αφοπλιστική ειλικρίνεια ότι ο ίδιος ως πανεπιστημιακός παίρνει κανονικά τα λεφτά που του δίνει το αστικό κράτος κι εφαρμόζει την πειθαρχία του στις εξετάσεις.

Σε αυτό το σημείο έχω μια σημείωση για το σολάνο και την κωλοτούμπα του, αλλά έχει περάσει καιρός από τότε και δε μπορώ να κάνω τη σύνδεση. Ο μόνος σολάνο που ξέρω είναι αυτός της λάρισας και της νιουκαστλ. Κι όσο για κωλοτούμπες, δύσκολα μπορώ να σκεφτώ πιο θεαματική από αυτήν του χολογουέι.

Πώς αντέδρασε ο κόσμος σε όλα αυτά; Οι μισοί και παραπάνω έφυγαν χωρίς να περιμένουν το τέλος. Ένας από αυτούς ήταν κι ο κομάντο που ζητούσε αφορμή να φύγει και να πάει στα πάρτι της παρακμής και να συνθέσει έναν ύμνο στη μελαγχολία παρέα με καμιά τσούπρα. Η κυρία πρίσμα νύσταξε, αλλά είχε προδιάθεση από πριν. Κι ο καθαυτό πρίσμας σπεκούλαρε στην αμηχανία μου και διασκεύασε μίσσιο: χειροκρότα ρε, τι σου ζητάνε;

Επίσης, ένας μεταμοντέρνος έστειλε μήνυμα στον κοντόχοντρο να του πει ότι φεύγει κι ότι αν του ξαναπεί κάποιος πως η τάση του είναι με τον χολογουέι, θα του σπάσει τα μούτρα.
Κι αν το πει ο χαριτάκης…;

Αφού σε αυτό το κείμενο σπάσαμε τα καλούπια της χρονικής αφήγησης μπορούμε στο τέλος να πούμε πώς ήταν κι ο ίδιος ο χολογουέι.
Τυπικός εγγλέζος κυριούλης, ξερακιανός, με άσπρο μαλλί τεόντοσιτς για τους μπασκετικούς. Κλασική αγγλόφατσα, με εξεζητημένη θεατρικότητα στις κινήσεις, σχεδόν χορευτικές φιγούρες που κατέληγαν σε φάσκελα όταν μας έδειχνε πώς συγκρούεται η βάση με το εποικοδόμημα. Αμετακίνητη η έκφραση του προσώπου όσο μετέφραζαν αυτά που είπε και μετά το ξεκινούσε από εκεί που είχε μείνει. Δυο-τρεις φορές στο μεσοδιάστημα της μετάφρασης έμεινε με στόμα ανοιχτό και το χέρι μπροστά, σαν τον πίκο απίκο στη φρουτοπία, σε στιλ: πω-πω, τι είπα πάλι.

Ο μεταφραστής ήταν μεγάλο παλικάρι γιατί είχε κοιλιά μεγαλύτερη κι απ’ τη δική μου κι ήθελε να κάνουμε τις ερωτήσεις στα αγγλικά, αλλιώς απειλούσε να μη μεταφράσει τίποτα. Τέτοιο παλικάρι διερμηνέα έχω δει μόνο στον αστερίξ λεγεωνάριο.
Τρίχες στα χέρια…

Ο χολογουέι πάντως ήξερε και λίγα ελληνικά (αυτό κι αν ήταν έκπληξη).
Αρκετά καλύτερα από το φκαριστούμε ελλάντα, αλλά όχι τόσο ώστε να μπορεί να μας κάνει στα ελληνικά την εισήγηση. Ήταν όμως αρκετά για να μας καταλάβει και να πει μισές-μισές κάποιες φράσεις σε στιλ come with me για να τη βρεις.
Nα make κομμουνισμό χωρίς power. Αυτό είναι..