Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανεργία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανεργία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Μαΐου 2016

Δεν υπάρχουν άνεργοι σου λέω

Είμαστε σκλάβοι κι αν χρειαστεί, θα παλέψουμε για τη σκλαβιά μας...

Αυτή τη θρυλική ατάκα του Αστερίξ από τις "δάφνες του Καίσαρα" (κι οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν), θυμίζει η κατάσταση πολλών ανέργων που σπουδάζουν στα δημόσια ΙΕΚ, μήπως και μπορέσουν να ανοίξουν κάποια χαραμάδα προοπτικής στο σκλαβοπάζαρο που λέγεται αγορά εργασίας. Και σα να μην τους έφτανε η ανεργία κι όσα μύρια κακά έπονται αυτής, πρέπει τώρα να πολεμήσουν για να τους αναγνωριστεί η ιδιότητα του ανέργου και ο χρόνος της ανεργίας τους.

Τι θεωρούνται αυτή τη στιγμή; Έλα ντε. Εργαζόμενοι δεν είναι, άνεργοι (υποτίθεται) ούτε, τα δικαιώματα της σπουδαστικής ιδιότητας (πάσο, δωρεάν συγγράμματα, κτλ) δεν τα έχουν... Οπότε για την Πολιτεία θεωρούνται μάλλον άεργοι κι αργόσχολοι, που κάνουν το χόμπι τους. Αλλά παραμένει η κρίση ταυτότητας, με τα υπαρξιακά ερωτήματα: "ποιος είμαι;", "τι είμαι;", ενώ το βάθος ηχεί η φωνή του Κορκολή, με τη γνωστή... προστυχιά (αν και ο μόνος πρόστυχος στην όλη υπόθεση ήταν ο Ζούγκλας).

Το ωραίο της υπόθεσης είναι πως για τον ΟΑΕΔ μπορεί κανείς να είναι παράλληλα σπουδαστής και εργαζόμενος, αλλά αν χάσει στο ενδιάμεσο τη δουλειά του ή σταματήσει η σύμβασή του, δεν μπορεί να θεωρηθεί άνεργος και να έχει κάρτα ανεργίας! Έτσι ο οργανισμός διαγράφει μαζικά σπουδαστές από τα μητρώα του, ως μαθητευόμενους (!) -λες και κάνουν κάποια μαθητεία, για την οποία πληρώνονται, πάνω στη δουλειά (που δεν έχουν)- με ένα νόμο του 85' που προϋπήρχε της ίδρυσης των ΙΕΚ!

Το νομικό κομμάτι δεν έχει ίσως τόση σημασία (μια κουβέντα είναι αυτό βέβαια, αν το λέμε μεταξύ μας, αλλά βουνό ολόκληρο, αν πρέπει να το εξηγήσεις σε κάποιον τρίτο, αμύητο, που χάνει συνήθως το πολιτικό δάσος πίσω από τις νομικές λεπτομέρειες). Έχει όμως μια σημασία ότι ο ΟΑΕΔ βγάζει αυθαίρετες ερμηνείες κατά το δοκούν κι αγνοεί προκλητικά διατάξεις του ισχύοντος πλαισίου, όπως έναν ευρωπαϊκό κανονισμό που αναφέρει σαφώς ότι άνεργος θεωρείται, όποιος είναι διαθέσιμος για εργασία. Κάτι που είναι αυτονόητο για όσους σπουδαστές παρακολουθούν μαθήματα κατά τις απογευματινές ώρες, για αυτόν ακριβώς το λόγο, και μπήκαν στα ΙΕΚ με κριτήριο (μεταξύ άλλων) την προϋπηρεσία τους στον εκάστοτε κλάδο, για να βελτιώσουν την επαγγελματική τους προοπτική.

Τι σημαίνει η απώλεια της κάρτας για αυτούς τους σπουδαστές;
Ότι πρακτικά εκμηδενίζονται οι πιθανότητές τους να βρουν δουλειά για λίγους μήνες, παράλληλα με το ΙΕΚ, σε κάποια σύμβαση, διαγωνισμό του ΑΣΕΠ, κοινωφελές πρόγραμμα του ΟΑΕΔ, κοκ, αφού δεν αναγνωρίζεται και προφανώς δε μοριοδοτείται ο χρόνος της ανεργίας τους. Όσοι λίγοι πρόλαβαν να βρουν κάποια θέση, προτού ανακληθεί η κάρτα τους, αντιμετωπίζουν τώρα τον κίνδυνο να απολυθούν και να βρεθούν ξεκρέμαστοι. Ενώ οι άνεργοι που δικαιούνταν κι έπαιρναν το τελευταίο διάστημα επίδομα ανεργίας ή άλλο αντίστοιχο βοήθημα, απειλούνται με χρεωστικά που τους ζητάνε πίσω όσα χρήματα πήραν!
Παράλληλα όσοι διαγράφονται από τα μητρώα του ΟΑΕΔ, χάνουν το δικαίωμα δωρεάν μετακίνησης στις συγκοινωνίες, τα κοινωνικά τιμολόγια των ΔΕΚΟ, μικρές φοροαπαλλαγές, κτλ.

Το πιο τραγικό στοιχείο της υπόθεσης δεν είναι όμως, τα απειροελάχιστα προνόμια που δικαιούνται οι άνεργοι, για να τους χρυσώσουν το χάπι, και ότι πρέπει να παλέψουν για να μην τα χάσουν και να κρατήσουν μια ελπίδα να πετύχουν σε ολιγόμηνες συμβάσεις που απλώς ανακατεύουν και μοιράζουν την τράπουλα της ανεργίας, σαν τον μουντζούρη. Ούτε καν ο κυνισμός του κράτους που αφήνει σαν σκουπίδια έξω από την παραγωγή χιλιάδες εργαζόμενους, ενάντια στην συνταγματική υποχρέωσή του να εξασφαλίσει το δικαίωμα της εργασίας. Αλλά η κανιβαλική λογική που καλλιεργείται για την αναδιανομή αυτών των ψίχουλων, ο θάνατός σου η ζωή μου (ή απλά να ψοφήσει -και- η κατσίκα του γείτονα), που στρέφει τον έναν άνεργο απέναντι στον άλλο, αντί να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να εναντιωθούν στην πολιτική που δημιουργεί αυτήν την κατάσταση.

Μια λογική που εκφράστηκε χαρακτηριστικά στις ανώνυμες καταγγελίες για τους σπουδαστές κάποιων ειδικοτήτων, που διατηρούσαν κάρτα ανεργίας (από σύγχρονους χαφιέδες που λειτουργούν ανταγωνιστικά ή απλώς εκδικητικά). Το ζήτημα φαίνεται να ξεκίνησε από τέτοιες καταγγελίες, πήρε όμως γρήγορα ευρύτερες διαστάσεις και γενικεύτηκε σε όλες τις ειδικότητες των ΙΕΚ, για να φανεί πως υπάρχει πιθανότατα κεντρική πολιτική κατεύθυνση.

Προφανώς η ΔΦΑ βρήκε μια χρυσή ευκαιρία να παρουσιάσει μείωση στα ποσοστά ανεργίας και να χτίσει πάνω στις πλάτες των διαγραμμένων σπουδαστών το δικό της σαξές στόρι. Κι έτσι προσθέτει άλλον έναν κρίκο στην αλυσίδα με τα αντεργατικά κατορθώματά της, που δεν τα προλαβαίνει κανείς τον τελευταίο καιρό (κι αδικούνται, γιατί περνάνε απαρατήρητα).

Μπορείτε να δείτε εδώ την κάλυψη του θέματος από το Ριζοσπάστη.
Και την αντίθετη σκοπιά από το χαφιέ της ενημέρωσης (όνομα και πράγμα).

Δευτέρα 11 Απριλίου 2016

Η μεγάλη πορεία

Που δεν ήταν του Μάο, ούτε (μόνο) του Πελετίδη, αλλά όλου του κόσμου που την αγκάλιασε και την έκανε δική του υπόθεση.

Ναι, αλλά δεν είναι λίγο παλιομοδίτικο μέσο, από τα χρόνια του Λαμπράκη και της ΕΔΥΕ (που υπάρχει ακόμα, αλλά και το όνομά της ακόμα παραπέμπει σε άλλες εποχές, με τελείως διαφορετικό διεθνή συσχετισμό); Και τι είναι σύγχρονο και της μόδας δηλαδή; Να κάθεσαι στον καναπέ και να κάνεις αφ' υψηλού κριτική από το πληκτρολόγιό σου; Ό,τι έκαναν δηλ οι υποτιθέμενοι αμύντορες της "παλιάς γραμμής", που ειρωνεύονταν τον ποδαρόδρομο του μέλλοντός μας.

-Δεν μπορώ άλλο, θα γίνω ΝΔ, να μην χρειάζεται να τρέχω πουθενά, όπως έλεγε γελώντας ιδρωμένη μια σφισσα. Ή έστω ΛαΕ, να τρέχει με τη σημαία της, μόλις δει τηλεοπτικές κάμερες, για να πάρει τα λεπτά δημοσιότητας που (δεν) της αντιστοιχούν.

Ε ναι λοιπόν, το μέλλον θα έχει πολλή ξηρασία, δωρεάν μπουκαλάκια νερό από το δήμο Χαϊδαρίου και μπόλικο ξεποδάριασμα. Και ιδρώτα και Ρεξόνα και αγώνα. Αλλά δε θα μυρίζει ποδαρίλα, όπως κάτι διαδικτυακοί υπόνομοι. Και δε θα έρθει μόνο του, νέτο-σκέτο, στο πιάτο μας, αν δεν κινήσουμε εμείς να το βρούμε. Και μόνο όσοι κινήσουν, μπορούν να νικήσουν (κοίτα, οι άλλοι έχουν κινήσει). Μόνο αυτοί που κινούνται και δε μένουν στάσιμοι στον καναπέ ή τις ιδεολογικές εμμονές τους, δικαιούνται να κάνουν λάθη, πατώντας πχ καμιά φορά τη γραμμή. Όπως γινόταν δηλαδή χτες στην πορεία από το Χαϊδάρι, που ένας Πατρινός σφος έτρεχε πάνω κάτω, κατά μήκος των μπλοκ, για να παραμείνουμε στις δικές μας λωρίδες κυκλοφορίας και να μην έχουμε κανένα ατύχημα: τη γραμμή σύντροφοι, μην πατάτε τη γραμμή.
Είτε από τη μία είτε από την άλλη λωρίδα όμως, η αντίσταση και ο αγώνας είναι μονόδρομος.

Η κε του μπλοκ έπιασε την πορεία από το Χαϊδάρι, στην υποδοχή της και τα τελευταία της χιλιόμετρα, που ήταν μάλλον και τα πιο εύκολα, καθώς ο ενθουσιασμός έσβηνε την κούραση και τα χιλιόμετρα από το κοντέρ, οι θερμές αντιδράσεις του κόσμου έδιναν φτερά στα πόδια κι οι πεζοπόροι ένιωθαν πως έχουν τη δύναμη να πάρουν ποδαράτα και την επιστροφή για την Πάτρα, συναντώντας ξανά όλους τους φίλους που έκαναν στη διαδρομή. Ή εναλλακτικά να συνεχίσουμε για Βρυξέλλες, όπως (αντι)πρότεινε για να τρολάρει η δημοτική παράταξη του Σύριζα στην Πάτρα, πιστεύοντας πως λέει κάτι πραγματικά έξυπνο κι αποστομωτικό.

Καλώς εχόντων των πραγμάτων, αύριο θα ανέβει στο μπλοκ ένα μικρό κείμενο που συγκεντρώνει κάποια χαρακτηριστικά στιγμιότυπα και επεισόδια από την τελική ευθεία της πορείας -αν και όσοι την έπιασαν από την αρχή, θα είχαν σαφώς περισσότερα και πιο ενδιαφέροντα πράγματα να πουν (μπορείτε εδώ να διαβάσετε ένα άλλο κείμενο αποτίμησης). Σήμερα θα σταθούμε λίγο ακόμα στη σημασία και τον απόηχο της μαραθώνιας πορείας. Ένα πρωτοποριακό εγχείρημα, που δεν πρέπει να έχει ιστορικό προηγούμενο στη χώρα μας -και όχι μόνο- ή στον αιώνα μας συνολικά.

Ο Πελετίδης είπε στο Σύνταγμα πως ο δήμος δε διοργάνωσε τη μαραθώνια πορεία, επειδή δεν είχε τι άλλο να κάνει ή γιατί δεν ήξερε πώς αλλιώς να παραδώσει την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου και τις προτάσεις του για την αντιμετώπιση της ανεργίας στις αρχές και το κοινοβούλιο. Έκαναν την πορεία για να αναδείξουν ένα από τα πιο καυτά μέτωπα, που αγγίζει κάθε λαϊκό σπίτι, να αφυπνίσουν τον κόσμο με έναν πρωτότυπο τρόπο, που ξεφεύγει από τα καθιερωμένα, τη μίζερη ρουτίνα του, και κεντρίζει το ενδιαφέρον του. Και μεταξύ άλλων, για να θέσει προ των ευθυνών τους κάτι αριστερούς ευαίσθητους που περιορίζονται σε γενικές διακηρύξεις συμπάθειας προς τους άνεργους και γενικές διαπιστώσεις για την ταξική σύνθεση της κοινωνίας μας, χωρίς να ξεκαθαρίζουν με ποιο στρατόπεδο συντάσσονται. Τώρα που το κόμμα καταθέτει πρόταση νόμου με τις προτάσεις του Δήμου Πάτρας, θα αποδείξει ο καθένας πόσο ειλικρινής και έμπρακτη είναι η συμπάθειά του, ή αν μένει τελικά στο τσάι και συμπάθεια.

Κάποιοι λένε πως το πρόβλημα της ανεργίας δε λύνεται με πορείες και συμβολικές κινήσεις. Όπως δε λύνεται και με διαδικτυακές κορόνες κι αναλύσεις -πχ σαν κι αυτή που διαβάζετε. Λύνεται μόνο όταν ενώσουν μυριάδες τη φωνή τους και κατέβουν στο δρόμο για να διεκδικήσουν το δίκιο τους. Κι όταν καταφέρουν να τραβήξουν μαζί τους όσους έστεκαν μέχρι χτες απαθείς κι αδιάφοροι. Καλή ώρα σαν τους κατοίκους μερικών περιοχών από τις οποίες πέρασε η πορεία, ρίχνοντας το σπόρο της σε πόλεις και χωριά με συντριπτικά αρνητικό πολιτικό συσχετισμό, για να σπάσει το τείχος της προκατάληψης, αλλά και της δικής τους απομόνωσης. Γιατί είναι ξεχασμένοι κι από το θεό, κι ας βρίσκονται μόλις σε απόσταση μερικών λεπτών από την πρωτεύουσα. Κάτι που φαίνεται ακόμα κι απ' την τραγική εικόνα της εθνικής οδού, που συνδέει την Αττική με το τρίτο αστικό κέντρο της Ελλάδας, πέρα από όλα τα άλλα προβλήματα.

Η μαραθώνια πορεία που κορυφώθηκε κι ολοκληρώθηκε χτες ήταν μια γενική εξέταση (τσεκ απ) για τη φυσική κατάσταση του κινήματος. Προφανώς δεν είμαστε ακόμα έτοιμοι και σκληραγωγημένοι, για να βγάλουμε τρέχοντας τον ανήφορο που έχουμε μπροστά μας. Αλλά δεν είμαστε και στον πάτο, όπως οι διάφοροι Σίσσυφοι που τρέφονται με φρούδες ελπίδες και ξεκινάνε πάντα από το μηδέν -για να μείνουν εκεί. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο αναζωογονητικό, κανένα μεγαλύτερο αποκούμπι από το σύντροφο δίπλα σου, το σταθερό του βήμα, την παρουσία του που σου δίνει κουράγιο να συνεχίσεις και να μην τα/τον παρατήσεις ποτέ.

Μπροστά μας είναι η μάχη της επικείμενης 48ωρης απεργίας. Και η ψυχολογία των συντρόφων είναι σαφώς ανεβασμένη μετά απ' όσα προηγήθηκαν την τελευταία βδομάδα. Σαν το ηθικό των πεζοπόρων χτες, στην τελική ευθεία προς το Σύνταγμα. Κι ο δρόμος που τραβάμε δεν έχει τελειωμό.

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Γράμμα σε μια συντρόφισσα


Αγαπημένη μου σφισσα,

εδώ όλα (μας) βαίνουν (το ‘β’ με «μπ») λίαν καλώς, το αυτό επιθυμώ και δια εσέ.
Το «καλά» δηλ είναι σχετικό, αναλόγως με τι συγκρίνεις. Με τα χειρότερα που έρχονται και δεν τα έχουμε ζήσει ακόμα ή με τις ακόμα καλύτερες μέρες της αλλαγής, που τις περιμένει να έρθουν ο λαός, σα μαρμαρωμένος βασιλιάς, χωρίς να κουνάει το δαχτυλάκι του, παρά μόνο για να αλλάξει κανάλι και να κάνει αριστερό κλικ στο ποντίκι; Αλλά δε θα βγει ο αλέξης να τα αλλάξει (και αυτός) όλα; Εγώ περιμένω μεγάλες ανατροπές, να μη μείνει τίποτα ίδιο, ακόμα και στα λάιφ-στάιλ έντυπα, που λέει ο λόγος. Ο σφος κωστόπουλος πχ θα αναβαπτιστεί στον αντιμνημονιακό χυλό (ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος πασόκος θα είναι) και θα βγάλει περιοδικό, το «αριστερό κλικ». Αριστερό ποντίκι έχουμε ήδη, αυτό του δελατόλλα. Μην το πάρεις όμως, μόνο τα σκίτσα και τα φωτομοντάζ του ζάχαρη αξίζουν. Συνεπώς ας τα λέμε καλά κι ας περιμένουμε (ας τις λέμε) ακόμα καλύτερες μέρες. Κι αν είναι να ‘ρθουν, θε να ρθουν.

Τις προάλλες συάντησα αυτό το σύντροφο από την καστοριά και όπως χωρίζαμε μου λέει: ραντεβού στα γουναράδικα, λες και ήμουν, ξέρω γω, ο τζαβέλλας, αλλά αυτός κυριολεκτούσε. Θα ψάξει να βρει καμιά δουλειά εκεί, γιατί αν περιμένει από το αντικείμενό του να βγάλει κάτι, πρόκοψε. Κι άντε το πτυχίο να το κάνει μασούρι και να το βάλει εκεί που ξέρουμε. Πρέπει να βρει χώρο και για άλλα δύο μασουράκια, τα μεταπτυχιακά του. Κι αν δεις, λέει, τα ψηφοδέλτιά μας σε αυτές τις περιοχές της δυτικής μακεδονίας, οι μισοί σχεδόν είναι σφοι γουνεργάτες· κι οι άλλοι μισοί στην κίνα βρίσκονται ή μάλλον ζουν κι αμείβονται με μισθούς κίνας, κάτω από τα όρια της φτώχιας. Και λέγαμε για πλάκα με το σφο, για το χονγκ-κονγκ, αν είναι μια «λαϊκή εξέγερση» με αντιλαϊκό πρόσημο, όπου η (αστική) βάση επιζητάει και το αντίστοιχο εποικοδόμημα, δηλ ένα αστικό κοινοβούλιο.

Μου έλεγε λοιπόν ιστορίες για άλλους συντρόφους, γνωστούς μας, που παλεύουν να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά δεν την παλεύουν γενικώς σε όλα τα άλλα επίπεδα. Κι αν βγαίναμε ποτέ στο βουνό, θα ‘χαμε μάχη, ποιος θα κατοχύρωνε ως ψευδώνυμο το καπετάν μιζέριας. Και δε μου μιλούσε για τίποτα περιφερειακούς κι αμύητους, αλλά για συντρόφους μας, στενές επιρροές ή μέλη. Ο ένας έχει κλειστό το τηλέφωνο, για να μην τον βρούνε οι τράπεζες για το δάνειο, αλλά έτσι δεν τον βρίσκει και κανείς άλλος. Ο άλλος δεν έχει όρεξη να σηκωθεί και να το σηκώσει, επειδή είναι όλη μέρα ξαπλωμένος στο κρεβάτι και καρφώνει με το βλέμμα το ταβάνι, για να δει το.. λευκό πάνω στο λευκό. Του τρίτου δεν του σηκώνεται και το έχει ρίξει στο φαΐ, γιατί είναι και αυτή μια κάποια ευχαρίστηση ή και επένδυση για την κρίση, αν το καλοσκεφτείς. Του παράλλου του σηκώνεται, αλλά δεν έχει πού να πάει με τη δικιά του και του πέφτει, όταν ακούει τη μάνα του ή την πεθερά του να τους φωνάζει από το δίπλα δωμάτιο. Και εντάξει, έχουν πέσει αισθητά τα νοίκια αλλά και πάλι, ποιος μπορεί να το σηκώσει ως πάγιο έξοδο; Αφού ένας σφος με τη δικιά του έχουν ξεμείνει φέτος από δουλειά και σκέφτονται μεταξύ σοβαρού και αστείου να πάνε να μείνουν στην αδερφή του, που δεν έχει κανένα και δε γνωρίζει και πολλούς δηλ, αφότου τέλειωσε τη σχολή –πού να τους βρει;- και να ενώσουν την ανεργία τους με τη μοναξιά της, για να τα βγάλουν πέρα. Κι έχει η μία τα υπαρξιακά των πρώτων –άντα, «εγώ πότε θα γίνω μάνα;» κι οι άλλοι έχουν τα δικά τους, «πότε θα γίνουν οικονομικά ανεξάρτητοι». Φαντάσου δηλ να είχαν και κάνα κουτσούβελο, που θέλει ένα μισθό μόνο του για μαμ και κακά, και ένα επιπλέον δωμάτιο για νάνι. Παλιά δηλ που δεν είχαν πάμπερς και κούτες με πεντοχίλιαρα της κρήτης, τι έκαναν;

Αλλά η κατάθλιψη δεν είναι προνόμιο των ανέργων. Μπορείς να δεις εργαζόμενους σφους που πήζουν και σαπίζουν, ενώ τους καταπίνει σιγά-σιγά η ρουτίνα και μια δουλειά αδιάφορη, σαν την ζωή μας, που τους τρώει λίγο-λίγο τα ψυχικά αποθέματα και τους αφήνει στεγνούς και ανόρεχτους για οτιδήποτε. Οι πιο μεγάλοι έχουν μάθει αλλιώς και φοβούνται να βγουν στη σύνταξη, γιατί θα διαλυθούν ψυχοσωματικά, αν δεν έχουν κάτι να (απ)ασχολούνται, ενώ οι νέοτεροι δε φοβούνται και δεν ελπίζουν τίποτα (είναι μισθωτοί σκλάβοι), γιατί πιθανότατα δε θα υπάρχει καμία σύνταξη μέχρι να φτάσουν στα εβδομήντα.
Βγαίνεις λοιπόν με σφους εργαζόμενους, σε συγκεκριμένες μέρες κι ωράρια, να μοιραστεί με κάποιον τις έγνοιες σου για να ξεσκάσεις, αλλά σε προλαβαίνουν αυτοί με τις δικές τους και φεύγεις στο τέλος πιο βαρύς, κουβαλώντας επιπλέον ψυχικό φορτίο. Μετράνε και συγκρίνουν ποιος δουλεύει στο χειρότερο κάτεργο, ποιος έχει τον πιο μαλάκα αφεντικό, κάνουν άμιλλα ποιος έχει χαμηλότερο καθαρό μισθό ή σε ποιον χρωστάνε περισσότερα μηνιάτικα.
-Εμένα δέκα! –Εμένα είκοσι!
-Έχω είκοσι. Ακούω άλλη προσφορά; 20 μία, είκοσι δύο...

Αλλά δεν πειράζει. Θα πάρουμε ένα φτωχικό διώροφο στην πλάκα (ή την άνω πόλη σε εμάς), όπως στην ταινία του παπακαλιάτη. Κι ένα σκύλο που θα τρώει όσο εγώ κι εσύ μαζί και θα το βγάλουμε κατάθλιψη ή ανεργία, αντί για μοναξιά. Θα περπατάμε περισσότερο, θα πηγαίνουμε σε πάρκα και πλατείες με τα ταξικά μας αδέρφια από το εξωτερικό, θα μαγειρεύουμε μέσα, θα το ρίξουμε στα παζλ και τα επιτραπέζια και θα καλούμε φίλους, θα κουβεντιάζουμε πιο πολύ να μην αποξενωνόμαστε, το χειμώνα θα σκεπαζόμαστε καλά και θα τη βγάζουμε αγκαλιά στο κρεβάτι, θα έχουμε χρόνο να διαβάζουμε και να γράφουμε, για να μάθουμε μια ξένη γλώσσα άνευ διδασκάλου (όχι επαγγελματία τουλάχιστον), θα πάρουμε σβάρνα όλες τις πολιτικές εκδηλώσεις και τις δωρεάν καλλιτεχνικές δραστηριότητες, και θα κατεβάζουμε να βλέπουμε παλιές και νέες σειρές/ταινίες, αν και μου φαίνεται καμιά φορά σαν ητοοπαθή παραδοχή πως δεν έχουμε τι να πούμε ή κάτι καλύτερο να κάνουμε, όπως όταν αρχίζουν σε μια παρέα να λεν ανέκδοτα, βρίσκοντας καταφύγιο σε έτοιμα, σαχλά αστεία. Εδώ έχουμε καταντήσει εμείς οι ίδιοι ανέκδοτα, ιστορικά αισόδοξοι μες στην απαισιοδοξία μας, σε πρωτότυπες και ιστορικά ανέκδοτες συγκυρίες, που οφείλουμε να βρούμε τρόπο να τις αντιμετωπίσουμε.

Λες πως δε σε καλύπτουν όλα αυτά, ότι είναι πολύ μίζερα, ότι θες να ζήσεις σαν άνθρωπος, να μπορείς να κάνεις ένα ταξίδι, να ανοίξεις δικό σου σπίτι. Σου λέω κι εγώ πως δε μας καλύπτει ο καπιταλισμός, γενικά σα σύστημα, αλλά τι να γίνει.. Κι όχι δε ζητάς κάτι παράλογο, αλλά πώς να το βρεις, κι εσύ και όλοι μας, έτσι όπως έχουν τα πράγματα, αν δεν τα αλλάξουμε;

Μόνο μη μου λες για ξενιτειά, γιατί το εξωτερικό δεν είναι λύση αλλά κατάρα που σε καταπίνει για πάντα κι όχι προσωρινά, μέχρι να στρώσουν τα πράγματα. Και μου ‘ρχεται συνειρμικά η αρχή απ’ το μάθε παιδί μου γράμματα, που τραγουδάν οι μαθητές: μισεύω και τα μάτια μου δακρύζουν λυπημένα.. Και τι να εξηγήσεις μετά σε ξένους ανθρώπους; Ότι σου λείπει το κίνημα κι οι σύντροφοι, που είναι όλοι στο κατώφλι και την αυλόπορτα της κατάληψης, πολύ μετά τα πρόθυρα, αλλά μπροστά στους άλλους είναι σα φεστιβάλ χαράς και βοηθούν εσένα τουλάχιστον να μη βουλιάξεις στη μαυρίλα;

Και φαντάσου δηλ, αν οι δικοί μας είναι στα πρόθυρα (που είπαμε, ποια πρόθυρα, που κολυμπάμε εντός) της κατάθλιψης, τι συμβαίνει με τους άλλους που δεν έχουν ένα πολιτικό αποκούμπι να πιαστούν και γυρεύουν διέξοδο σε φτηνά κι αλλοπρόσαλλα υποκατάστατα; Ή μήπως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο..; Με τους δικούς μας που έχουν μια ευαισθησία παραπάνω για όσα συμβαίνουν και δε δέχονται να βρουν καταφύγιο στην απάθεια και την χαζοχαρά;
Δεν ξέρω, θα το συζητήσουμε το βράδυ, μετά την ελληνοφρένεια..

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2014

Κανένα βιβλίο δεν είναι ντροπή

Υπάρχει μια κατηγορία βιβλίων, περιοδικών, άρθρων, γραπτών κειμένων γενικότερα, που ανήκουν αναμφίβολα στην κατηγορία των ελαφριών αναγνωσμάτων. Και αυτό δεν το λέω ως μομφή, γιατί έχουν μια συγκεκριμένη αξία χρήσης, που καλύπτει μια βασική ανάγκη: να σου κρατήσουν συντροφιά, για να περάσει η ώρα στην παραλία, σε κάποιο ταξίδι (τρένο ή πλοίο κατά προτίμηση), στην τουαλέτα, ακόμα και στη σκοπιά (αν έχεις αυτή τη δυνατότητα κι έχεις εξαντλήσει τα θέματα συζήτησης με το συφάνταρο), ή σε κάποια ουρά, για τον οαεδ πχ, όπου αρχικά νομίζεις πως θα γίνει ηλεκτρονικά η ανανέωση της κάρτας, βρίσκεις στο διαδίκτυο ένα σωρό πανηγυρικά άρθρα που (προ)αναγγέλλουν την χαρμόσυνη είδηση, κι αφού χαρείς κι εσύ με την χαρά τους, καταλαβαίνεις πως πρέπει τελικά να περάσεις αυτοπροσώπως από κάποιο υποκατάστημα του οργανισμού για την ανανέωση, για μια αποχαιρετιστήρια (;) ίσως φορά, και να περιμένεις παραπάνω απ’ ό,τι συνήθως, γιατί χρειάζεται να γίνει μια επιπλέον διαδικασία με τα εκκαθαριστικά σημειώματα της τελευταίας διετίας. Άνεργος είσαι, χρόνο έχεις λογικά, γιατί να γκρινιάζεις λοιπόν;

Ίσως βέβαια τα δικά μας ελαφρά αναγνώσματα να διαφέρουν κάπως από τα συνηθισμένα (άρλεκιν, μπεστ σέλερ, λένα μαντά, κτλ). Ας δούμε λοιπόν ένα μικρό δείγμα, για να γίνει καλύτερα αντιληπτό.

Ξεκίνημα από το τελευταίο (πριν τη θερινή ραστώνη και τη διακοπή του αυγούστου) φύλλο του πριν, της εφημερίδας της ανεξάρτητης της αριστεράς, κι ένα κείμενο του δ. γρηγορόπουλου για «μια νέα κομμουνιστική κίνηση», του εργατικού αγώνα, που «είναι καλοδεχούμενη στη ριζοσπαστική αριστερά» και «μπορεί να συμβάλει στο εγχείρημα της νέας κομμουνιστικής αριστεράς» (πολλές αριστερές ρε παιδί μου) αν υπερβεί το «σεχταριστικό, γραφειοκρατικό μοντέλο», που «εκπροσωπεί το κκε» και το οποίο «δεν είναι συνέχεια αλλά εκφυλισμός του λενινιστικού κκ. Η όποια διαφωνία όμως δε γονιμοποιείται θετικά όταν: 1. δεν εκφράζεται ανοιχτά λόγω κομματικού πατριωτισμού 2. οι διαφωνούντες φεύγουν από το κόμμα, αλλά ιδιωτεύουν και πάνε σπίτι τους 3. παρασύρονται από τις ρεφορμιστικές σειρήνες 4. παραμένουν στο κκε περιμένοντας να αλλάξει (το κκε δεν αλλάζει, άλλαξε εσύ) 5. επιδιώκουν την αποκατάσταση της φυσιογνωμίας του κκε, που αλλοιώθηκε θεωρητικά από την ηγεσία του, ενώ το κόμμα έχει διαβρωθεί συνολικά ως όλο από το σεχταρισμό και το γραφειοκρατισμό· με δυο λόγια, αν δεν κόψουν κάθε γέφυρα με το κομματικό παρελθόν τους και δε φτιάξουν μαζί με το ναρ το νέο-νέο αριστερό ρεύμα λενινιστικού τύπου, με στόχο τον αντικαπιταλισμό-αντιιμπεριαλισμό τον αντισεχταρισμό και αντιγραφειοκρατισμό –σε έπιασα! Ξέχασες να πεις αντιδογματισμό.

Κι εδώ αρχίζεις να αναρωτιέσαι διάφορα: αν αυτός ο αντισεχταριστής κύριος είναι στο ίδιο ρεύμα με τον άλλο συναγωνιστή, που γράφει για τη μόδα του αντισεχταρισμού–αλλά αυτά είναι ηλεκτρονικά αναγνώσματα και δε θα ασχοληθούμε αναλυτικά, αν και έχουν το δικό τους ενδιαφέρον*. Αν έχει πιο πολλή πλάκα η κριτική στο κκε για σεχταρισμό από μια ομάδα μερικών δεκάδων ή από ένα ρεύμα μερικών εκατοντάδων, που έχουν τουλάχιστον αυτογνωσία και καταλαβαίνουν πως δεν τους βγαίνουν τα κουκιά, για να γίνουν-ονομαστούν κόμμα. Αν είναι πιο τίμιο να απαξιώνεις μηδενιστικά το κόμμα, όπως ο γρηγορόπουλος, ή να συνεχίζεις αυτό τον ανιαρό διαχωρισμό της κακής ηγεσίας από την παραπλανημένη βάση –όπως κάνει η κίνηση ικεα: ιστοσελίδα κομμουνιστών εργατικού αγώνα. Και σε συνέχεια του προηγούμενου, αν είναι πιο τίμιο να έχεις βρεθεί εκτός κόμματος και να μην τρέφεις καμία ελπίδα για την εξέλιξή του, γιατί είναι χαμένη υπόθεση, κτλ, ή να το «υποστηρίζεις κριτικά», αλλά να παλεύεις ενάντια στην ηγεσία του και τη γραμμή του.

(*η αριστερά θέλει να συμβάλει σε κάτι τέτοιο –ιδεολογική ηγεμονία και κυβέρνηση- ή θέλει να πάει μόνο για την «ανόθευτη» επανάσταση αλά 1917; Πόσο πιο καθαρά να το πει κι αυτός πια..)

Δεύτερη στάση, το τεύχος ιουλίου του εναλλακτικού (ο θεός να το κάνει) unfollow, όπου ο άρης χατζηστεφάνου υπογράφει ένα αρκετά καλό κείμενο για την περίπτωση του μετανάστη μαμαντού μπα από τη γουινέα (που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ελλάδα για να πάρει πολιτικό άσυλο στο βέλγιο), με κάποιες ενδιαφέρουσες κι ιντριγκαδόρικες συγκρίσεις της δημοκρατικής κι ανεπτυγμένης ελλάδας, που ανήκει στην ευρώπη και το δυτικό κόσμο, με την τριτοκοσμική κι υπανάπτυκτη γουινέα της αφρικής, ως προς τα δικαιώματα, την ελευθερία που απολαμβάνουν οι δημοσιογράφοι, κτλ. Και ως εκεί δηλ καλά τα λέει (αλλά δε γίνονται), για να φτάσουμε στην τρομερή διατύπωση: «αλλά και πάλι να ζητάς άσυλο; Άσυλο ζητάνε αυτοί που ζούνε σε δικτατορίες. Μπορεί φυσικά να μην κινδυνεύεις από το κράτος, αλλά από το παρακράτος κι από τα τάγματα εφόδου της ελληνικής αστικής (ο θεός να την κάνει) τάξης. Να έρχονται οπαδοί του Μελισσανίδη και να σε σπάνε στο ξύλο…»
Μία από αυτές τις στιγμές που, όπως περιέγραφε σε μια παλιά του ανάρτηση ο σφος φάντασμα- κατεβάζεις στωικά μια γουλιά κακάο (για τους αθηναίους μίλκο) με κίνδυνο να στραβοκαταπιείς και σκέφτεσαι πως αν αυτή είναι η φωνή της αριστερής (ο θεός να την κάνει) συνείδησης-αντιπολίτευσης στο σύριζα, δεν υπάρχει καμία σωτηρία..

Αλλάζουμε κατηγορία και περνάμε στην αστυνομική λογοτεχνία και το τελευταίο μυθιστόρημα του πέτρου μάρκαρη, από τη γνωστή κίνηση των 58 με τη σώτη και τα άλλα παιδιά, που κλείνει την τριλογία του για την κρίση. Πριν συνεχίσετε να διαβάζετε το κείμενο, αν τυχόν είστε αναγνώστης των περιπετειών του αστυνόμου χαρίτου (κανένα βιβλίο δεν είναι ντροπή, ιδίως αν πρόκειται για βιβλίο τρένου, σκοπιάς, τουαλέτας –για κάθε πιθανή χρήση- κτλ) και δε θέλετε να σας μαρτυρήσουν την πλοκή και να σας χαλάσουν το τέλος, καλύτερα να παρακάμψετε την επόμενη παράγραφο.

Μετά το υποθετικό σενάριο της εξόδου της χώρας από το ευρώ στο προηγούμενο μυθιστόρημα («ψωμί-παιδεία-ελευθερία»), ο μάρκαρης παρουσιάζει μια σειρά φόνων με δράστες μια συνειδητή ομάδα εργαζόμενων, που αναλαμβάνουν την ευθύνη υπογράφοντας ως «έλληνες του 50’» και εκδικούνται διάφορα λαμόγια μικρομεσαίου μάλλον βεληνεκούς, για τα γραφειοκρατικά εμπόδια και την αποτυχία μιας επένδυσης φωτοβολταϊκών του ελληνογερμανού εργοδότη τους, που οδηγήθηκε έτσι στην αυτοκτονία. Το ωραίο της υπόθεσης είναι η αλβανική εθνικότητα των δραστών, που μόνο λούμπεν δεν είναι, καθώς ξέρουν και δέχονται αγόγγυστα να κάνουν κάθε πιθανή δουλειά, όπως ακριβώς οι έλληνες του 50’ –και σε αντίθεση προφανώς με τους σύγχρονους νεοέλληνες. Όλα σχεδόν τα αστικά ιδεολογήματα για τις αιτίες της κρίσης σε συσκευασία ενός βιβλίου.
Αλλά η τούρτα δεν έχει μόνο ένα κερασάκι. Ο μάρκαρης είναι αριστερός (από τους «καλούς», γιατί από τους άλλους έχει βρωμίσει ο τόπος…) και μας δείχνει μια χρυσαυγίτικη επίθεση στην κόρη του αστυνόμου (που ήταν συνήγορος μεταναστών από την αφρική), τους φασιστικούς θύλακες μες στην ελας, και έναν παλαίμαχο κομμουνιστή σε ρόλο-καρικατούρα, που συμφωνεί κι επαυξάνει με τον τρόπο του στα κλισέ αποφθέγματα των υπολοίπων –και βασικά του μάρκαρη.

Προσπερνάμε ένα άρθρο του δελαστίκ για το 89’ στα επίκαιρα –που πάλιωσε αρκετά και δεν είναι επίκαιρο πλέον- για να περάσουμε φευγαλέα από το τελευταίο τεύχος της μαρξιστικής σκέψης (με εμφανείς συριζαϊκές και τροτσκιστικές αναφορές) που συνεχίζει το αφιέρωμά της στην ιστορία του κκε, από την ίδρυσή του ως την 7η ολομέλεια του 57’, που διέγραψε το ζαχαριάδη.

Στο κείμενο του διευθυντή σύνταξης του περιοδικού (στελέχους του σύριζα και σφόδρα αντισταλινικού), χ. κεφαλή, που παρουσιάζει συνοπτικά τα ιστορικά ντοκουμέντα του δεύτερου μέρους του αφιερώματος, συναντάμε και την εξής εκπληκτική εκτίμηση: «οι γραφειοκρατικές πρακτικές (θυσία της επανάστασης στο εξωτερικό, χειραγωγητική-βολονταριστική παραμόρφωση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ) καθορίζουν μακροχρόνια την αποτυχία του πρώτου σοσιαλιστικού πειράματος. Αν και η πορεία δεν είναι ευθύγραμμη, παρουσιάζοντας σημαντικές θετικές στιγμές όπως η αντιφασιστική νίκη, το 20ό Συνέδριο και η Περεστρόικα, οι καταστροφές που επιφέρει ο σταλινισμός, σε συνδυασμό με την οικονομική υπεροχή του αμερικάνικου και ευρωπαϊκού καπιταλισμού, δίνουν τη νίκη στην αντίδραση. Το 1991 η ΕΣΣΔ και το «σοσιαλιστικό στρατόπεδο» καταρρέουν και διαλύονται».
Ποιος δίνει άλλοθι πολυφωνίας στο τεύχος (που φιλοξενεί κι ένα άρθρο του γνωστού και μη εξαιρετέου αγτζίδη); Μα φυσικά ο πετρόπουλος της γνωστής ιστοσελίδας (ικεα) και ο καλτσώνης του συλλόγου ‘κορδάτος’. Σε επόμενη ανάρτηση θα δούμε πιο αναλυτικά κάποια πράγματα για την περίπτωση κεφαλή, για να γίνουν καλύτερα αντιληπτά το είδος και ο προκλητικός χαρακτήρας αυτής της παράξενης συνεργασίας.

Κλείνουμε την περιπλάνησή μας με δυο προτάσεις που ξεφεύγουν από την κατηγορία του αναγνώσματος, αλλά αξίζουν την προσοχή μας. Το πρώτο είναι ένα ολιγόλεπτο αλλά μεστό βιντεάκι του γκάρντιαν και του (τζινγκλ) χολογουέι για το σπάσιμο των καπιταλιστικών δομών και το νόημα του κομμουνισμού ως πρακτική στο σήμερα, στο πάρκο της ναυαρίνου, στο κέντρο της αθήνας και στην ακτιβιστική ομάδα εύρεσης ενός σκύλου που είχε χαθεί, κάπου στην αργεντινή! Το πραγματικά εντυπωσιακό στην όλη ιστορία είναι η θερμή υποδοχή κι αντιμετώπιση του χολογουέι –στην αγγλία αλλά και στην χώρα μας ως ένα βαθμό- και της ιδέας του κομμουνισμού σε ένα (μόνο) πάρκο, από φορείς κι άτομα που βγάζουν σπυριά με το στάλιν και τη θεωρία του σοσιαλισμού σε μία χώρα.


Η δεύτερη περίπτωση είναι το θεατρικό έργο «θεσμοφοριάζουσες» του αριστοφάνη, διασκευασμένο από τον πιτσιρίκο και σε σκηνοθεσία του γ. κιμούλη. Το νέο πασόκ είναι εδώ ενωμένο δυνατό, μαζί με τον πιατά από το παλιό πασόκ (που τον ήθελε κι ο τραμπάκουλας στο αλαλούμ να μιλήσουν μετά για την οργάνωση στο λέτσοβο). Η εκτίμηση για το χιούμορ του πιτσιρίκου και τα απαραίτητα δυστυχώς τηλεοπτικά αστειάκια είναι κάτι υποκειμενικό. Αυτό που είναι αντικειμενικό είναι η καλτ μεταφορά ενός «πρώιμα φεμινιστικού» έργου στις σημερινές συνθήκες: με τη σφισσα ραχήλα –sic- να ανεβαίνει στα κάγκελα και τη ζωή να εξηγεί σχολαστικά τι προβλέπει ο κάθε κανονισμός, το σκύθη φύλακα να μετατρέπεται σε χρυσαυγίτη μπάτσο-εγέρθουτου, και πάμπολλες (όχι ιδιαίτερα) έμμεσες αναφορές στην κυβέρνηση και το σαμαροβενιζελισμό. Τα οποία επιβεβαιώνουν πως η απόσταση μεταξύ της στρατευμένης τέχνης και της γκροτέσκας καρικατούρας της είναι μια λεπτή γραμμή, που εύκολα υπερβαίνει κανείς –παρά τις καλές, πιθανόν, προθέσεις του. Και ότι ο αντιμνημονιακός λόγος του σύριζα είναι η πιο απολιτίκ μορφή πολιτικοποίησης, που μόνο σε κωμωδίες μπορεί να σταθεί με κάποιες αξιώσεις. Ο σύριζα είναι το πολιτικό απολιτίκ της εποχής μας.


Σε κάθε περίπτωση, η παράσταση μπορεί να βγάλει γέλιο –δεν είναι απαραίτητο να γελάμε όλοι για τους ίδιους λόγους. Αλλά την ευθύνη για να τη δείτε την αναλαμβάνετε ακέραια εσείς προσωπικά. Η κε του μπλοκ θα πρότεινε εναλλακτικά τους βατράχους, που ανεβαίνουν επίσης αυτό το διάστημα και περιοδεύουν στην επαρχία. Κι αν μιλάμε για αστυνομική λογοτεχνία, τα μυθιστορήματα του σικελιανού καμιλιέρι (με τις περιπέτειες του αστυνόμου μονταλμπάνο), που κι αυτός σύριζα θα ήταν πιθανότατα με ελληνικά κριτήρια, αλλά είναι πολύ πιο αξιόλογη περίπτωση από την αβάσταχτη ελαφρότητα του μάρκαρη..

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Πίσω από το Ντόνετσκ δεν υπάρχει γη

Μια μέρα θα ξανάρθουμε και η γη θα τρέμει. Όχι ο άδωνις και οι σιχαμεροί ομοϊδεάτες του –αυτοί άλλωστε δεν έφυγαν και ποτέ από το προσκήνιο· μονάχα δέρμα άλλαζαν. Θα ξαναγυρίσουμε, όπως ξανανέβηκε στο ντόνετσκ της ουκρανίας η σοβιετική σημαία, φλογίζοντας ξανά μετά από χρόνια τις ψυχές εκατομμυρίων ανθρώπων.

Θυμάμαι στο ποδόσφαιρο πριν από καμιά δεκαριά χρόνια που πρωτοεμφανίστηκε η ομάδα της πόλης στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, σπάζοντας το «μονοπώλιο» της ντιναμό κιέβου, ενώ εμείς προβληματιζόμασταν πώς προφέρεται το όνομά της. Και ο πανούτσος τρόλαρε στο μέγκα έναν αθλητικό συντάκτη της σούπερ μπάλας, που την είχε προφέρει «σαχτιόρ» και του ‘λεγε: «περάσαμε όμορφα κι ευτυχισμένα χρόνια λέγοντας αυτή την ομάδα σαχτάρ ντόνετσκ και τώρα έρχεσαι εσύ να μας τα ανατρέψεις όλα;» Εντάξει, δεν ξέρω σε πόσους φαίνεται αστείο έτσι, ίσως να χάνει αν δεν το βλέπεις ζωντανά, αλλά διατηρεί ακέραια τη σημειολογία του.

Οι σοβιετικοί πολίτες του ντόνετσκ πέρασαν πραγματικά όμορφα κι ευτυχισμένα χρόνια, μέχρι που ‘ρθε ένας ουκρανός γόνος κουλάκων, επικεφαλής της αντεπανάστασης και της διαφημιστικής καμπάνιας της πίτσας χατ, να τα ανατρέψει όλα –ή ό,τι είχε μείνει όρθιο τέλος πάντων. Και τώρα που τον ξέβρασε η ιστορία –ή μάλλον το τέλος της- σα στυμμένη λεμονόκουπα, έχει μείνει στα αζήτητα κι ούτε για συντάκτης σε μεταμεσονύκτιες εκπομπές του κρατικού μέγκα δε θα περνούσε η μπογιά του. Όπως ξεφτίζει γενικώς δηλ σε διεθνή κλίμακα η μπογιά της σοσιαλδημοκρατίας πλέον.

Περνούσαμε ωραία στη μικρή μας δημοκρατία, όπως λέει στις ζωές των άλλων, προς το τέλος της ταινίας, ο διεφθαρμένος υπουργός της λδγ. Όπου η φράση «μικρή δημοκρατία», πονηρά βαλμένη, δεν υπονοεί μόνο τη μικρή σε έκταση ddr, αλλά και την ποιότητα της λαϊκής δημοκρατίας της. Μόνο που, όπως σημείωνε έναν αιώνα πριν ο βλαδίμηρος, η χειρότερη σοσιαλιστική δημοκρατία είναι εκατομμύρια φορές πιο δημοκρατική από την καλύτερη αστική δημοκρατία. Και δεν είναι μόνο ποσοτικό το ζήτημα, αλλά πρωτίστως ποιοτικό, καθώς το προλεταριάτο και οι σύμμαχοί του επιβάλλουν τη δικτατορία τους σε μια χούφτα εκμεταλλευτών που χάνουν τα προνόμιά τους.

Κι ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Η σοβιετική δημοκρατία ήταν 1,5 με 2 εκατομμύρια φορές ανώτερη από τη δική μας αστική δημοκρατία, που απολαμβάνουμε σήμερα. Μία φορά για κάθε άνεργο στα μητρώα του οαεδ, τη στιγμή που στη σοβιετία το γραφείο εύρεσης εργασίας είχε μείνει χωρίς δουλειά και αντικείμενο, ήδη από το 1930. Κι έλα μετά να συζητήσουμε τι σημαίνει πρόοδος και τι οπισθοδρόμηση ή ποιος έχει μείνει κολλημένος στη δεκαετία του 30’.

Σκέφτεσαι τη σημερινή απεργία και το μυαλό σου αρχίζει να παίζει διασκευασμένα τα τραγούδια της συγκέντρωσης στο πικάπ του.
«Δεν είναι αργία, είναι ανεργία», εφιαλτική και μακροχρόνια για την (αν)εργατική τάξη και τη νεολαία της.
«Λιώνουν τα νιάτα μας στην ανεργία» και «με τα κομμάτια μας» χτίζεται το σαξές στόρι της πλουτοκρατίας και των αμύθητων κερδών της.

Γιατί να είμαστε όμως μίζεροι και αρνητικά προκατειλημμένοι; Οσονούπω θα βάλουμε τα καλά μας, τα μεταξωτά και να φυσάει, και θα βγούμε στις αγορές να παζαρέψουμε τα φιλέτα μας αντί πινακίου φακής. Και ο λαός θα μείνει στην απέξω, να κοιτάζει τις βιτρίνες σαν το κοριτσάκι με τα σπίρτα και ούτε καν να αγγίζει. Αν όμως δε βρούμε τελικά δάνεια στις αγορές, θα φταίει μάλλον η σαββατοκυριακάτικη αργία, που ήταν κλειστή η εκτ (ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα) και δε βρήκαμε λεφτά να ψωνίσουμε. Να την καταργήσουμε λοιπόν κι αυτή να τελειώνουμε (την αργία, όχι την τράπεζα).

Και δεν είναι μόνο τα δύο εκατομμύρια (επισήμως) ανέργων αλλά και η εργαζόμενη μειοψηφία που σκύβει το κεφάλι, γιατί φοβάται κι αυτή τον μπαμπούλα της ανεργίας, ή έχει στο σπίτι της άλλους ανέργους να θρέψει –ένας τουλάχιστον εργαζόμενος σε κάθε σπίτι, όπως υποσχόταν κι ο γαπ. Και το ζυγίζουν δύο και τρεις φορές, προτού κάνουν το βήμα να απεργήσουν: εκείθε με τα χρήματα, εδώθε με τον χάρο της απόλυσης και την αξιοπρέπεια, που ωστόσο δεν τρώγεται, και με τον εφιάλτη της ανεργίας. Για να ξεκινήσεις από την αρχή να κυλάς το βράχο του σίσσυφου, ώσπου να προσαρμοστείς, να γίνεις ελαστικός, φτηνός, ανταγωνιστικός, σύγχρονος με τις εξελίξεις των καιρών.

Μας κάνουν να ντρεπόμαστε, να εσωτερικεύουμε την ενοχή, το φταίξιμο για αυτή την κατάσταση, να γινόμαστε ανθρωπάκια με περισσευούμενα προσόντα, αλλά λιγοστή πείρα –επαγγελματική και κινηματική-αγωνιστική. Όμως καμία ανεργία δεν είναι ντροπή –για να παραφράσουμε μια γνωστή φράση. Ντροπή είναι να  μην πνίγουμε στο αίμα αλλά στα δάκρυα το θυμό μας για αυτό που γίνεται, που είναι ντροπή και στίγμα για όλη την κοινωνική πρόοδο, την ανθρωπότητα στο κατώφλι του 21ου (καπιταλιστικού μεσ)αιωνα.
Ντροπή στον εργάτη στο σκλάβο ντροπή στο αίμα αν δεν πνίξει μια τέτοια ζωή.

Ούτε ένας χαφιές δουλειά να μη βρίσκει
Χριστούλη μου όμορφη που ‘ναι η προφητεία αυτή
Ναι αλλά ο χριστούλης, ακόμα κι αν ήταν ο πρώτος κομμουνιστής, όπως λένε μερικοί –που δεν ήταν, αλλά δε θα μαλώσουμε γι’ αυτό τώρα- δεν πρόκειται να κάνει κάτι γι’ αυτό αν εμείς γινόμαστε προδότες της τάξης μας και του αγώνα της. Ή αν δεν κουνήσουμε το χεράκι μας (συν αθηνά) και εναποθέσουμε τις ελπίδες μας στη δευτέρα παρουσία και τη σωτηρία που θα έρθει σα μάννα εξ ουρανού –κι όχι με έφοδο στον ουρανό, για να βρούμε το κρυμμένο μάννα.

Να σου δώσω λοιπόν εγώ μια άλλη προφητεία. Θα ξαναγυρίσουμε κι η γη θα γίνει κόκκινη. Ή κόκκινη από ζωή ή κόκκινη από θάνατο. Σαν την κόκκινη σοβιετική σημαία που υψώθηκε προχτές στο ντόνετσκ της ουκρανίας.

Θα φροντίσουμε εμείς γι’ αυτό...

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Η αστική πχιότητα

Δεν είμαστε εμείς ρατσιστές, οι μετανάστες είναι κακής ποιότητας

Είναι γνωστό τοις πάσι πως οι μετανάστες μας παίρνουνε τις δουλειές. Αυτός είναι ο βασικός λόγος άλλωστε που εγώ κι εκατοντάδες άλλοι απόφοιτοι δημοσιογραφίας βρίσκονται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, ανεργίας κι ευελφάλειας, ημιαπασχόλησης, πλήρους απασχόλησης χωρίς αμοιβή ή με μπλοκάκι –που είναι πρακτικά το ίδιο- κι ένα σωρό άλλους συνδυασμούς εκμετάλλευσης, που υπερβαίνουν την καθημερινή ρουτίνα της μόνιμης και σταθερής δουλειάς, που σε σκοτώνει μέρα με τη μέρα. Αυτή είναι η μαγεία της ελεύθερης αγοράς, μακριά από ταμπού και προκαταλήψεις, όπου ο εργοδότης σου μπορεί να σε πάρει (στη δούλεψή του) με διάφορους τρόπους, στάσεις κι εργασιακά καθεστώτα, όπως και για όσο θέλει, είτε δέκα και δώδεκα μέρες την ημέρα (χωρίς υπερωρία, γιατί το σεξ είναι ευχαρίστηση) είτε για δυο-τρεις ώρες τη βδομάδα, ίσα-ίσα δηλ να μην καταγράφεσαι στα μητρώα του οαεδ και πιάνεις τζάμπα χώρο, μόνο και μόνο για να συκοφαντείς ως ενοχλητικό στατιστικό στοιχείο το ελληνικό success story. Εκτός κι αν θες να δουλέψεις μαύρα, οπότε αλλάζει το πράγμα. Και ποιος άλλος φταίει άραγε για τη μαύρη εργασία, αν όχι οι μελαμψοί που έχουνε κατακλύσει την χώρα; Έχουν γίνει μάστιγα αυτοί οι αφγανοί και πακιστανοί δημοσιογράφοι. Και να ‘ταν μόνο αυτοί. Τα ίδια και χειρότερα βιώνουν εξαιτίας τους οι γιατροί, οι μηχανικοί, οι δικηγόροι, οι εκπαιδευτικοί, οι ερευνητές. Όλοι κάνουν μασούρι τα πτυχιόχαρτά τους (έτσι, για να παραπέμπει σε κηδειόχαρτα) επειδή έρχονται αλλοδαποί και μας παίρνουν τις δουλειές. Και σα να μην έφταναν όλα τα άλλα, δεν είναι και καλής ποιότητας.

Φαντάσου βέβαια τι θα ακούγαμε και πόσο πιο πειστικό θα ήταν αυτό το παραμύθι για ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, που ‘ναι και τώρα πρόθυμο (με προδιάθεση και βάλε) να το χάψει και να το ρουφήξει, όπως το χώμα το νερό, αν είχαμε και στην ελλάδα αλλοδαπούς φοιτητές και επιστήμονες, όπως πχ στη βρετανία με την πολυάριθμη ινδική κοινότητα. Και σε τι επίπεδα θα είχε φτάσει τότε το ρατσιστικό παραλήρημα.

Η βασική ανάγκη ενός ρατσιστή είναι να βρει ένα εύκολο θύμα για αποδιοπομπαίο τράγο, κάποιον να του φταίει για να ξεσπάσει πάνω του. Χρειάζεται μια στοιχειώδης νοημοσύνη (και θα ζητούσαμε πολλά μάλλον) να προβληματιστεί και να καταλάβει τι σημαίνει ανταγωνιστικότητα και ποιος είναι στο τιμόνι του οδοστρωτήρα που μας εξισώνει όλους στο υπόγειο –αλλά το δικό μας πρόβλημα δεν είναι αυτό, είναι που δεν γκρεμίσανε τα μισθολογικά ρετιρέ. Αφού λοιπόν είναι κακής ποιότητας οι μετανάστες που έρχονται στην ελλάδα, γιατί «μας παίρνουν τις δουλειές» κι είναι πιο ανταγωνιστικοί στην αγορά εργασίας; Και τι μας ζητάνε στην πραγματικότητα οι κυβερνήσεις, όταν λένε ότι πρέπει να γίνουμε πιο ανταγωνιστικοί –ως μονάδες και ως οικονομία συνολικά; Εννοούν μήπως πως πρέπει να βελτιώσουμε την ποιότητά μας και να αυξήσουμε τις απαιτήσεις μας, ή το ακριβώς αντίθετο;

Και τι σημαίνει ποιότητα; Ας μιλήσουμε λοιπόν για την ποιότητα του σημερινού αστικού κόσμου, που ζέχνει και σαπίζει, καθώς αποσυντίθεται και πετάει τις βρωμιές του κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, για να μη φαίνονται. Να μιλήσουμε για την ποιότητα των αξιών και των ιδανικών του, που συμβαδίζουν διαλεκτικά με την ποσότητα του χρήματος του καθενός και τα κέρδη που αποφέρει μια ενέργεια. Για τη σπάνια πάστα των πολιτικών στελεχών και δημοσιολόγων του –καλή ώρα ο δένδιας και ο πορτοσάλτε-, για την τιμιότητα και την ηθική τους (ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό, όπως έχει πει ένα δικό τους γαλάζιο παιδί), για το εξαιρετικό τους ποιόν και την πχιότητα, όπως την έλεγε μια χρυσή μετριότητα του πρόσφατου παρελθόντος, που έφτασε να γίνει και πρωθυπουργός.

Να πούμε για την ποιότητα της καθημερινής μας ζωής, από τη μόρφωση που λαμβάνουμε και τις τρώγλες που βαφτίζουμε σπίτια, μέχρι τα προγράμματα της τηλεόρασης και τις διάφορες μορφές ψυχαγωγίας και διασκέδασης. Κι από τα «αγνά, ποιοτικά υλικά» της καθημερινής διατροφής μας, μέχρι τις «αγνές ανθρώπινες σχέσεις» που διαμεσολαβούνται από το ατομικό συμφέρον κι οδηγούν στις πιο εγωιστικές συμπεριφορές. Για έναν κόσμο που αναζητά την χαμένη ποιότητα σε αγαθά και εμπορεύματα (και αυτό για μια μικρή μειοψηφία) αλλά αποτυγχάνει να την περάσει στον άνθρωπο, όσο κι αν τον αντιμετωπίζει κι αυτόν σαν εμπόρευμα, ένα απλό μέσο για τη διευρυμένη, κερδοφόρο αναπαραγωγή του κεφαλαίου, ως αυτοσκοπό της καπιταλιστικής παραγωγής.

Μπορούμε να συζητήσουμε και για τις διάφορες ποιότητες των ανθρώπων, που τους κατατάσσουν σε διαφορετικές κατηγορίες κοινωνικής στάθμης. Τι ποιότητας θεωρούνται άραγε οι σεισμόπληκτοι της κεφαλλονιάς, που αντιμετωπίζονται σαν πολίτες β κατηγορίας κι αφήνονται στο έλεος του εγκέλαδου; Τι ποιότητας είναι αυτό το κράτος, αν όχι ταξικό και βάρβαρο (κι όχι ανύπαρκτο, όπως λεν κάποιοι); Εκτός και αν κάποιος πιστεύει πως οι ποιοτικές διαβαθμίσεις σταματάν στο χρώμα του δέρματος και δεν έχουνε ταξικό περιεχόμενο. Τι άλλο σημαίνει όμως (αν όχι διάκριση με καθαρά ταξικά κριτήρια) αυτός ο φοβερός διαχωρισμός σε μετανάστες καλής και κακής ποιότητας;

Τι είχαν άραγε κατά νου οι ιθύνοντες; Τον αμερικάνικο στόλο και τα ναυτάκια τα ζουμπουρλούδικα, που αφήνουν συνάλλαγμα; Πόσο καλής ποιότητας ήταν για τους γερμανούς, τις ηπα και άλλες χώρες οι έλληνες γκασταρμπάιτερ, που έφευγαν γιατί δεν είχαν στον ήλιο μοίρα; Και πόσο καλύτερα είχε υποδεχτεί η «ισχυρή πχιοτική ελλάδα» της δεκαετίας του 90’ τους μετανάστες καλής ποιότητας από την ανατολική ευρώπη; Πόσοι πτυχιούχοι μετανάστες από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες βρήκανε δουλειά στο αντικείμενό τους και πόσοι έπιασαν χειρωνακτικές δουλειές του ποδαριού, για να βγάλουν τα προς το ζην; Πόσες ρωσίδες του πόντου έχουν πτυχία, μόρφωση και καλλιέργεια, που φυσικά δεν τους χρησίμευσαν πουθενά στην ελλάδα; Και σε τι διαφέρει η σημερινή στρατιά άνεργων πτυχιούχων από τη σημερινή κατάσταση; Ίσως μόνο στο ότι σήμερα ούτε καν φτηνές χειρωνακτικές δουλειές δεν μπορεί να βρει κανείς εύκολα.

Η ποιότητα της μεταχείρισης των μεταναστών είναι ο καθρέφτης της ποιότητας του αστικού κόσμου και της εξουσίας του. Εικόνα από το μέλλον μας και από το μίζερο παρόν των ανέργων που σπεύδει θεωρητικά το κράτος να τους βοηθήσει με προγράμματα και στην πράξη τους αφήνει να πνιγούν στα χρέη και τη φτώχια.

Αν για την αφρόκρεμα αυτού του κόσμου είναι θέμα αισθητικής η φτώχια και η κακή ποιότητα των μεταναστών, για εμάς είναι ζήτημα επιβίωσης να τους ξεφορτωθούμε μια ώρα αρχύτερα και ταξικό μας καθήκον να συμπαρασταθούμε στους μετανάστες. Που αν ήταν στην τελική κακής ποιότητας, δε θα είχαν βουλιάξει στον πάτο της θάλασσας στο φαρμακονήσι. Θα είχαν επιπλεύσει σα φελλοί, όπως το κάνουν με θαυμαστή επιτυχία ο δένδιας, ο πορτοσάλτε και το σινάφι τους που ξεχειλίζει από τόση ποιότητα.


Παρακαλώ σας κύματα, στον πάτο να τους πάτε…

Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

Ιστορίες από την κρύπτη των πενταμήνων

Όσοι σφοι αναγνώστες είχαν διαβάσει παλιότερα αυτό το ασφαλίτικο σχόλιο, θα έχουν καταλάβει με τι ακριβώς ασχολείται τον τελευταίο καιρό η κε του μπλοκ στο μη ελεύθερο χρόνο της. Ο εν λόγω ασφαλίτης υπονοούσε πως βρήκα αυτή τη δουλειά μέσω του κόμματος, το οποίο φροντίζει για τα «κόκκινα παιδιά» κι όσους λιβανίζουν τη γραμμή της ηγεσίας. Με το ίδιο σκεπτικό βέβαια, βάση των προσλήψεων που έγιναν, πρέπει να υποθέσουμε ότι είχαν τη δύναμη να τακτοποιήσουν τους δικούς τους και το ναρ, το σεκ, το πίσω μ-λ κι η οκδε σκέτο. Εκτός κι αν τους βόλεψε κι αυτούς το κόμμα στα πλαίσια της αριστερίστικης στροφής της ηγεσίας, μπούρου-μπούρου..

Η δεύτερη αυθόρμητη σκέψη είναι πως αν κάποιος είχε πραγματικά βύσμα, θα είχε φροντίσει να χωθεί κάπου αλλού κι όχι στα πεντάμηνα. Εκτός κι αν δεν είχε πολύ γερό βύσμα, θα μου πεις· όπως ακριβώς στο στρατό –κι αυτός δεν είναι ο τελευταίος χακί συνειρμός του κειμένου. Το πιο τραγικό ωστόσο δεν είναι η ύπαρξη βυσμάτων –που ούτως ή άλλως κατοχυρώνονται κι ημιεπίσημα στην επόμενη φουρνιά προγραμμάτων, με την προσθήκη ενός σταδίου προσωπικής συνέντευξης για την επιλογή των επιτυχόντων. Το πιο τραγικό είναι η σημερινή κατάσταση, που θα οδηγούσε κάποιους να φιλήσουν κατουρημένες ποδιές, ακόμα και για τέτοιες κωλοδουλειές των 600 ευρώ. Και να φανταστείς ότι εμείς είμαστε και προνομιούχοι, γιατί από την επόμενη προκήρυξη οι όροι των προγραμμάτων χειροτερεύουν. Αλλά δεν πειράζει, εξάλλου μιλάμε για ανέργους, όπως είχε πει κι ο στουρνάρας. Όχι για κανονικούς ανθρώπους..

Στα πεντάμηνα προγράμματα κοινωφελούς χαρακτήρα, όπως είναι το πλήρες όνομά τους, νιώθεις οτιδήποτε άλλο εκτός από κοινωφελής (για το κοινό καλό δηλ) και γενικώς ωφέλιμος. Και θυμάσαι συνειρμικά τις ιστορίες από το στρατό, με την εξής διαφορά: εκεί που τελειώνει η έννοια της οργάνωσης, αρχίζει το ελληνικό δημόσιο.
Κι άντε μετά να παλέψεις με τη στρατηγική σου, όπως λένε οι θέσεις, και να εξηγήσεις στο συνάδελφο, που πιστεύει ακράδαντα ότι το κράτος είναι μπουρδέλο –και το επιβεβαιώνει πανηγυρικά από την εμπειρία του- πως αυτό το μπουρδέλο είναι όργανο ταξικής κυριαρχίας, με πολύ συγκεκριμένο ρόλο και περιεχόμενο. Πώς να του το πεις εκλαϊκευτικά να το καταλάβει; Ότι πρέπει να οργανωθούμε, για να μην τον παίρνουμε συνέχεια εμείς και να γυρίσει ο τροχός, για να πηδήξει ο φτωχός; Ότι πρέπει να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας και να γίνουμε οι τσατσάδες που ελέγχουν το κράτος, μέχρι να ωριμάσουν πλήρως οι συνθήκες για τον ελεύθερο έρωτα, όπου δε θα υπάρχει πια ανάγκη για κανένα μπουρδέλο;

Το ποιοτικά καινούριο στοιχείο που ανακαλύπτεις είναι ότι αυτές οι προσλήψεις δεν έχουν ως λογική να δώσουν τη δουλειά ενός μόνιμου υπαλλήλου σε ένα συμβασιούχο με λιγότερα δικαιώματα, αλλά μία και μοναδική σκοπιμότητα: να μοιράσουν τους ανέργους σε διάφορα πόστα, για να φανεί ότι καταπολεμούν την ανεργία και πετυχαίνουν να τη μειώσουν. Την ίδια στιγμή βέβαια έχουν υπολογίσει με ακρίβεια πως ο χρόνος της σύμβασης –που κάνεις αρκετό καιρό να τη δεις, αφού την υπογράψεις- δεν πρέπει να υπερβαίνει το πεντάμηνο, για να μην κατοχυρώνει ο συμβασιούχος δικαίωμα για επίδομα ανεργίας. Κι αν υπολογίζει να συμπληρώσει τον ελάχιστο απαιτούμενο χρόνο με μια εποχιακή καλοκαιρινή απασχόληση, μπορεί να ανακαλύψει στην πορεία πως τα ένσημά του είναι περιορισμένης ευθύνης (πχ ότι δεν είναι συντάξιμα κι ενδέχεται να μη μετράνε και για το επίδομα –δε μας το έχουν διευκρινίσει ακόμα). Τέτοιος είναι ο πόνος τους για τους άνεργους.

Διαβάζοντας κανείς τον παραλληλισμό με το στρατό, μπορεί να σκεφτεί πως στα προγράμματα υπάρχει και στρατιωτική πειθαρχία. Αλλά αυτά πάνε ευθέως ανάλογα με τις συνθήκες και τη σοβαρότητα της δουλειάς. Κι η δική μας δεν ανήκει σε αυτή την περίπτωση –πλην των εξαιρέσεων που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Η σύνδεση γίνεται γιατί τις πρώτες μέρες κυκλοφορείς άσκοπα και περιμένεις να πάρεις οδηγίες, ένα γραφείο ή έστω αρβύλες και στολή παραλλαγής. Μετά το άσκοπο ξεροστάλιασμα της πρώτης μέρας, σε διώχνουν κι αρχίζει η εβδομάδα προσαρμογής, που μπορεί να κρατήσει πολύ περισσότερο, να γίνει δεκαπενθήμερο ή και μήνας, μέχρι να βρουν πώς να σε αξιοποιήσουν –ενώ είναι ολοφάνερο πως περισσεύεις και δε σε χρειάζονται. Για να υπάρξει όμως αξιοποίηση, πρέπει να υπάρχει πρώτα κάποια αξία. Κι εσύ, χρόνια άνεργος, αισθάνεσαι εκ νέου άχρηστος, σκουπίδι χωρίς καμία χρηστική αξία. Η μόνη αξία που υπάρχει δυνάμει πάνω σου είναι η ανταλλακτική αξία της εργατικής σου δύναμης, που γίνεται εμπόρευμα. Οπότε προτιμάς να σου δώσουν κάποια δουλειά να κάνεις, οποιαδήποτε, για να είσαι τουλάχιστον εμπόρευμα με κάποια αξία και όχι αναλώσιμο σκουπίδι. Αν και το ένα δεν αποκλείει το άλλο απαραίτητα.

Ναι, αλλά ούτε αυτό είναι ακριβώς εύκολο. Αφενός γιατί δεν υπάρχει κάποια δουλειά για σένα, εφόσον δεν καλύπτεις κάποια οργανική θέση, παρά μόνο μειώνεις την ανεργία, χάνοντας απλώς τα μόρια της κάρτας σου για κάποιο διάστημα. {Κι αυτό το λέω χοντροκομμένα, ως πολύ γενικό κανόνα, χωρίς να αποκλείω τις εξαιρέσεις. Γιατί μπορεί πχ να έχεις προσληφθεί ως εργάτης παραλίας στο δήμο πυλαίας (!) –ανειδίκευτος πάντα, άλλο αν έχεις κουβαλήσει όλα σου τα πτυχία, για να πάρεις τη θέση- μπορεί όμως να δουλεύεις και στο κάτεργο της «άρσις», σε συνθήκες μεταλλωρυχείου, ή να σου χώσουν όλη τη λάντζα και τη βρώμικη δουλειά, μιας και σε βρήκαν εύκαιρο.

Αφετέρου γιατί σύντομα ανακαλύπτεις πως βάση της σύμβασης που υπέγραψες δεν υπάγεσαι καν στην εργατική νομοθεσία. Κι αρχίζεις να αναρωτιέσαι πού ακριβώς υπάγεσαι κι αν τέλος πάντων είσαι κάποιο ζώο ή ομιλούν εργαλείο, όπως όριζε ο αριστοτέλης τους δούλους, για να δεις σε ποιο δίκαιο εμπίπτει η δική σου υπόθεση.

Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Ότι η κατάσταση στο δημόσιο τομέα μπορεί να είναι συγκριτικά πιο άνετη και να υπάρχουν κατακτήσεις που οι ιδιωτικοί υπάλληλοι ούτε θα μπορούσαν να φανταστούν (πχ ρεπό υπολογιστή ανά τακτά χρονικά διαστήματα, άδειες αιμοδοσίας ή για το βάψιμο των αυγών στις γυναίκες –που τελικά δε δόθηκε φέτος) αλλά εμείς δε δικαιούμαστε τίποτα από όλα αυτά (κι αυτό προφανώς δεν το λέω με τη γνωστή μίζερη λογική «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα», αλλά με το σκεπτικό ότι θα ‘πρεπε να τα δικαιούνται όλοι). Δε δικαιούμαστε δηλ άδειες (πλην κάποιων αναρρωτικών κι αυτό υπό προϋποθέσεις) και –το καλύτερο- ούτε καν απεργία.

Μπορεί δηλ να είναι εργοδότης σου το ινστιτούτο της γσεε (ινε-γσεε), που συν τοις άλλοις παίρνει μια προμήθεια για να μας νοικιάσει στο δήμο (που δε θα μπορούσε να κάνει προσλήψεις με τέτοιους όρους) και τσεπώνει αρκετές χιλιάδες ευρώ στις πλάτες μας. Αλλά δε θεωρούμαστε εργαζόμενοι, για να μπορούμε να απεργήσουμε κιόλας –στην απεργία που προκηρύσσει ο εργοδότης μας.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί ο κοινωφελής χαρακτήρας σημαίνει ότι η εργασία αυτή είναι αμοιβαία επωφελής για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Επομένως γιατί να απεργήσεις ως ωφελούμενος από κάτι που είναι προς όφελός σου; Το κακό σου θέλεις;

Συνεπώς για να επιστρέψουμε σε χακί κλίμα όλο το σύστημα σου υπαγορεύει συστηματικά τη λούφα –με παραλλαγή ή χωρίς. Εφόσον όλα αυτά γίνονται για ένα ξεροκόμματο και επιπλέον στερούνται του παραμικρού νοήματος, πολύ λογικά οδηγούν σε μια συγκεκριμένη στάση αδιαφορίας –ή έστω παθητικής ανάμειξης- για όσα συμβαίνουν στον χώρο εργασίας. Εφόσον νιώθεις πως δε σε αφορούν και δε σε εκφράζουν, δεν ενεργοποιούν την πιο δημιουργική σου πλευρά, όπως θα το έκανε ακόμα και η πιο κοπιαστική χειρωνακτική δουλειά. Κι αυτή η αλλοτρίωση πολύ δύσκολα σπάει με κάποια μισθολογικά αιτήματα (που είναι η απαραίτητη βάση) ή κάτι άλλο εξίσου αποσπασματικό. Έχει να κάνει συνολικά με το πώς βλέπει ο υπάλληλος το κράτος, αν το θεωρεί δική του υπόθεση, που απορρέει και περνάει μέσα από αυτόν, ή μια απρόσωπη καταπιεστική δύναμη «πάνω από την κοινωνία». Κι η αντιμετώπισή του απαιτεί βαθιές ριζικές αλλαγές, που να είναι επαναστατικές –και πάλι δε σημαίνει ότι θα εξαλειφθεί δια μιας κι αυτομάτως.

Είναι πολύ δύσκολη υπόθεση να σπάσει το τείχος της απάθειας και να γίνει ενεργός δραστηριότητα –πόσο μάλλον αγωνιστική στάση. Ακόμα κι όταν προκύπτουν άμεσα και πιεστικά ζητήματα αιχμής, η μέση ταξική συνείδηση λουφάζει και βγαίνει συνήθως α/α στο γενικό προσκλητήριο. Υπάρχει συσσωρευμένη σκουριά στις λαϊκές συνειδήσεις, που δύσκολα φεύγει. Κι όταν προκαλούνται ρήγματα, υπάρχει ως ταβάνι και δίχτυ ασφαλείας, η μυωπική λογική του συντεχνιακού πνεύματος που χάνει τα ταξικά γυαλιά της.

Τι γίνεται λοιπόν σε αυτές τις περιπτώσεις και πώς ξεδιπλώνεται ο αγώνας; Αυτό θα το δούμε σε επόμενο επεισόδιο, μαζί με κάποια άλλα ζητήματα.

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

Έλα και πάρ’ την μόνος σου τη λευτεριά

Εντυπώσεις και συνειρμοί από μια τυχαία συζήτηση

Πρώτο σημείο. Πολλοί παλιότεροι αγωνιστές κατέληγαν με οδυνηρό βιωματικό τρόπο στο συμπέρασμα ότι είναι λάθος για έναν επαναστάτη να φτιάχνει οικογένεια, αφενός για να μην καθίσταται ευάλωτος στην πίεση του εχθρού του, που μπορεί να τον εκβιάσει, να μεταχειριστεί άσχημα τους δικούς του και να ξεσπάσει πάνω τους για αντίποινα, κι αφετέρου γιατί η γυναίκα του και τα παιδιά του δε φταίνε σε τίποτα να πληρώνουν το τίμημα για τις δικές του επιλογές και να τραβάνε τα πάνδεινα. Αλλά αυτός δεν ήταν ο κανόνας.

Από την άλλη βέβαια ο επαναστάτης δεν πρέπει να είναι κάτι ξεχωριστό από τις μάζες, χωρίς δικαίωμα στην προσωπική ζωή και τις ιδιαίτερες στιγμές, αλλά ακριβώς κάποιος που ξεχωρίζει μέσα από τις μάζες για την αυτοθυσία και την καλλιέργειά του, να γίνεται ένα με αυτές και να πιάνει το σφυγμό τους.

Εν πάση περιπτώσει, ό,τι από τα δύο και αν ισχύει, σήμερα αυτή η συζήτηση γίνεται σε άλλο επίπεδο και με τελείως διαφορετικούς όρους. Έτσι δε μιλάμε πλέον για επαναστάτες αλλά για απλούς απεργούς. Πού πας κύριε να απεργήσεις; Έχεις σκεφτεί τις συνέπειες, την οικογένειά σου; Τι θα γίνουν αυτοί αν χάσεις τη δουλειά σου με τους τυχοδιωκτισμούς σου; (προφανώς τη δουλειά τη χάνεις κατ’ ευθύνη σου, δε σε απολύει κάποιος). Πού θα ξαναβρείς δουλειά να τους θρέψεις εν μέσω κρίσης;

Πολύς κόσμος βέβαια χάνει ούτως ή άλλως τη δουλειά και το μισθό του, είτε απεργεί είτε όχι, ή μάλλον ακριβώς γιατί δεν απεργεί και δεν οργανώνει την αντίδρασή του. Και αυτό είναι πολλοί που το καταλαβαίνουν, απεργοί και μη, αλλά δεν αρκεί για να ανατρέψει το φόβο που νιώθουν οι περισσότεροι.

Και δε μιλάμε μόνο για τον «απλό κόσμο». Βλέπεις γύρω σου παραδείγματα από συντρόφους. Άλλος πήγε πίσω το γάμο του, άλλος αναβάλλει τον αρχικό σχεδιασμό και δε βάζει μπρος για ένα παιδί, άλλοι απολύονται κι αναγκάζονται να ξενοικιάσουν και να επιστρέψουν άμεσα στο πατρικό τους. Και δε βλέπεις να υπάρχει διέξοδος.

Κάποτε οι σύντροφοι στιγματίζονταν γιατί δεν είχαν πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, ήταν αποκλεισμένοι από όλες τις θέσεις στο δημόσιο, κι έψαχναν δουλειές του ποδαριού για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Σήμερα η ανεργία δεν κάνει πολιτικές διακρίσεις και η μόνη διέξοδος φαίνεται να είναι η φυγή στο εξωτερικό –κι αυτή ως πότε; Δηλ αυτό ακριβώς που δεν αποτελεί την επιλογή ενός επαναστάτη –η φυγή. Κι αν δε μπορείς να προγραμματίσεις στοιχειωδώς την προσωπική σου ζωή, αυτό επηρεάζει αναπόφευκτα τη συνολική σου δράση.

Δεύτερο σημείο: για τους κομμουνιστές και την πάλαι ποτέ σοβαρή συνιστώσα.
Δεν αμφιβάλλω ότι στο ρεύμα υπάρχουν κάποιοι κομμουνιστές. Για τη σοβαρή συνιστώσα ισχύει αυτό που είχε πει κάποτε για το κόμμα αστειευόμενος ο ραφαηλίδης. Ότι εκεί μπορείς να βρεις τα πάντα, ακόμα και κομμουνιστές. Αλλά είναι αμφίβολο αν και κατά πόσο δίνουν αυτοί τον τόνο. Όπως είναι αμφίβολο αν μπορούμε να κάνουμε λόγο για κομμουνιστικό κόμμα, έστω μεταμοντέρνου τύπου. Και η αμφιβολία αυτή αφορά και τους δύο όρους, όπως είχε σημειώσει πολύ εύστοχα ο σπαρίλας, κατά το παρελθόν.

Τέλος πάντων αν μιλήσει καποιος για κομμουνιστές γενικά, είναι προφανές ότι δεν αναφέρεται στο ρεύμα, αλλά στους κουκουέδες. Κι αν κάποιος άσχετος πετύχει μια οποιαδήποτε πορεία θα πει: α, κατέβηκαν οι κουκουέδες στους δρόμους. Ακόμα κι αν πρόκειται για κάποιον άλλο χώρο με κόκκινες σημαίες και διακριτικά. Άντε στην καλύτερη να μιλάει για όλους μαζί, συνολικά, και να συμπεριλαμβάνει το σύριζα –γιατί κατά βάθος όλοι κουκουέ είναι, αλλά δεν το ξέρουν.

Αλλιώς... Είναι, τηρουμένων των αναλογιών, σα να κλείναμε ραντεβού να πάμε για μπάλα και να ‘ρχοταν κάποιος με στολή του τένις ή μια ρακέτα για πινκ-πονκ. Κι αυτά με μπαλάκια έχουν να κάνουν, αλλά δεν είναι το ίδιο, και δεν εννοώ λόγω μεγέθους. Είναι και η μορφή, το ειδικό βάρος, και γενικά ένα σύνολο παραμέτρων. Ούτε μπορείς να πεις, όχι μπάλα-μπαλάκι, κατά τη λογική της παροιμίας με το γιάννη και το γιαννάκη. Και ας θέλουν όλα τα μπαλάκια να γίνουν κάποτε αυτά μπάλα στη θέση του κκε.

Γιατί, μπάλα είναι και γυρίζει. Αλλά αν γυρίσεις τα πάνω-κάτω και χάσεις τις βασικές σου αρχές την πατάς, όπως στη διαφήμιση με το στοίχημα, και κινδυνεύεις να πέσεις χαμηλά στο βούρκο..

Τρίτο σημείο: πολύ συχνά ακούω ακόμα κι από δικούς μας ανθρώπους, που είναι κάπως κοντά μας πολιτικά, το γνωστό αφορισμό για το κκε που δε θέλει να κυβερνήσει και ακόμα και αν του χάριζαν ποτέ την εξουσία, αυτό θα την κοιτούσε στα δόντια, δε θα ήξερε τι να την κάνει και σε τελική ανάλυση θα την αρνούνταν.

Η εξουσία δεν είναι όμως δωράκι που στο χαρίζουν, ή κάποιος τίτλος πτυχίου που απονέμεται αριστίνδην, ως επιβράβευση των κόπων και των προσπαθειών σου. Όπως λέει κι ένα σύνθημα διασκευασμένο για την περίσταση: η εξουσία δεν χαρίζεται, κατακτιέται. Είναι ταξικός πόλεμος, που αφορά τους συσχετισμούς σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Αν κάποιοι εννοούν ότι θα χάριζαν στο κκε την κυβέρνηση, συγχέουν τους δυο όρους και ξεχνάνε κάτι πολύ βασικό: πως μια «χαρισμένη» κυβέρνηση, που θα είχε τους συσχετισμούς μόνο σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, θα ήταν δώρο άδωρο, δεμένη χειροπόδαρα, χωρίς πραγματική ελευθερία κινήσεων και χωρίς πραγματική δύναμη να επιβάλλει όσα λέει το πρόγραμμά της. Γιατί κράτος κι εξουσία σημαίνει πρωτίστως αυτό ακριβώς: η δύναμη να επιβάλλεις τη θέλησή σου.

Κι εδώ ισχύει ο τίτλος της ανάρτησης, από το στίχο στο αντάρτικο τραγούδι: έλα και πάρ’ την μόνος σου τη λευτεριά, με τραγούδια όπλα και σπαθιά. Επειδή προλάβαμε οριακά το τρένο της ετε και κλείσαμε μια θέση πίσω-πίσω στο τελευταίο βαγόνι, πιθανότατα δε θα χρειαστούμε τα γιαταγάνια. Πόσο μάλλον που η έφοδος στον ουρανό δε θα είναι ένα άτακτο γιουρούσει μια κι έξω. Θα την κερδίσουμε όμως με το σπαθί μας, κι όχι γιατί θα μας την χαρίσουν.

Η επανάσταση επίσης θα είναι σύγκρουση, και δε θα έχει μόνο τραγούδια, όπως φαντάζονται ίσως κάποια σύγχρονα παιδιά των λουλουδιών, μεταξύ παραισθήσεων και των πασιφιστικών αυταπατών τους. Ούτε όμως μόνο όπλα όπως πιστεύουν οι ντούροι ανυπόμονοι που θεωρούν τη μικροαστική τους βιασύνη αρετή. Η βία είναι μονάχα η μαμή και όχι η μητέρα της ιστορίας, που τη βοηθά να γεννήσει όσες κοινωνικές διεργασίες είναι ώριμες και μπαίνουν αντικειμενικά στο ιστορικό προσκήνιο.

Το ένοπλο κίνημα χωρίς τον πολιτικό αγώνα σα βάση, δε μπορεί να δώσει αποτέλεσμα. Φοβίζει τις μάζες αντί να τις πείθει και καταλήγει να μοιάζει –και να είναι- τυχοδιωκτισμός. Η έφοδος των μπολσεβίκων στα χειμερινά ανάκτορα ήταν αναίμακτη κι επικράτησε εύκολα –χωρίς ίσως να σπάσει ούτε ένα τζάμι. Άλλο αν μετά η μαύρη αντίδραση των λευκοφρουρών ανέλαβε, χάρη στην ιμπεριαλιστική επέμβαση. Κι εκεί πολύ δύσκολα θα τα έβγαζαν πέρα οι μπολσεβίκοι χωρίς την έμπρακτη μαζική πολιτική υποστήριξη της πλειοψηφίας του ρώσικου λαού.

Μολών λαβέ λοιπόν, χωρίς εφιάλτες, και (κοινοβουλευτικές) αυταπάτες ότι θα μπορούσαμε να αλώσουμε από μέσα την εξουσία και «τους τριακόσιους της βουλής». Για να γίνουμε μυριάδες, σαν τους αθανάτους, αλλά με πνεύμα αυτοθυσίας, όπως έχουν πάντα όσοι έχουν ορίσει στην ζωή τους να φυλάνε θερμοπύλες κι ετοιμάζονται για την έφοδο των μυρίων..

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Ανεργία& The City

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Το φάντασμα της αγαμίας και της ανεργίας.

Ο φροϋδισμός έχει στο επίκεντρο της ερμηνείας του για την ανθρώπινη κοινωνία την σεξουαλικότητα, σε αντίθεση με τον μαρξισμό που βάζει στο επίκεντρο την εργασία. Έρωτας κι εργασία, δύο στοιχεία τα οποία αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και συμπλέκονται διαλεκτικά.

Οι φροϋδικοί λένε ότι η έλλειψη φυσιολογικής ζωής συσσωρεύει αδιοχέτευτη ενέργεια που ψάχνει διέξοδο και τη βρίσκει στον χώρο δουλειάς. Έτσι έχουμε παστρικές γεροντοκόρες και ανέραστους μικροαστούς (ακόμα και παντρεμένους) πειθήνιους κι υπερ-εργατικούς. Οι άγγλοι περιγράφουν τον εθισμό του εργασιομανή εισάγοντας την έννοια του αλκοολικού στη δουλειά (workaholic). Οι υπόλοιποι φέρονται φυσιολογικά και γίνονται αλκοολικοί εκτός οκταώρου, για να ξεχάσουν τα βάσανα της δουλειάς.

Σήμερα ο καπιταλισμός έχει ενσωματώσει (και φαινομενικά ικανοποιήσει) το αίτημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης, αλλά είναι ζήτημα αν έχουμε πιο ομαλή σεξουαλική και κοινωνική λειτουργία. Το σύστημα διαστρέφει τη σεξουαλική επιθυμία και δημιουργεί βίτσια, φετίχ και διαστροφές, κατά αναλογία με τον φετιχισμό του εμπορεύματος στην παραγωγή που παραμένει δέσμια του κέρδους και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, διαστρέφοντας την κοινωνική αναγκαιότητα.

Υπάρχει επίσης η άποψη ότι ο κόσμος σήμερα έχει αποβάλει πολλά ταμπού και μιλάει ελεύθερα για το σεξ, αλλά αυτό δε σημαίνει απαραίτητα ότι έχει καλή σεξουαλική ζωή. Μιλά πολύ γι’ αυτό, ακριβώς επειδή δεν κάνει και κάπως πρέπει να το καλύψει. Γενικώς πολύ κόσμο τον τρώει η ανεργία κι η αγαμία. Κι αν καταφέρει να λύσει ένα από τα δύο είναι λογικό να πέσει με τα μούτρα, είτε στο σεξ είτε στη δουλειά, για να ισορροπήσει το κενό μέσα του.

Δεδομένου ότι πολύς κόσμος δεν την παλεύει κάστανο με τη δουλειά του, εξηγείται σε μεγάλο βαθμό και το γιατί οι πιο πολλοί γινόμαστε υστερικοί με τα ερωτικά μας, ψάχνοντας απεγνωσμένα έναν ερωτικό σύντροφο και δε μας περισσεύει πολύς χρόνος για πολιτικοποίηση κι όλα τα υπόλοιπα. Αλλά η αποξένωση της μισθωτής εργασίας δε μπορεί να εξαλειφθεί με τις υπόλοιπες κοινωνικές σχέσεις. Συνήθως μάλιστα μεταφέρεται εκεί κι έτσι καταλήγεις να νιώθεις μοναξιά μέσα στο πλήθος, με τον ίδιο τρόπο που νιώθεις ξένους τους συναδέλφους στη δουλειά.

Η σύνδεση αυτή βαθαίνει κα τεκμηριώνεται από μια σειρά στοιχεία. Οι μόνιμες, σταθερές εργασιακές σχέσεις του περασμένου αιώνα που συνοδεύονταν στο εποικοδόμημα από μια σχετικά αυστηρή ηθική περί μονογαμίας, έχουν δώσει τη θέση τους στις ελαστικές σχέσεις, την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα, που έχει αντίκτυπο και στο ερωτικό πεδίο, όπου επικρατούν οι άστατες κι εφήμερες σχέσεις, που θυμίζουν εμπορικές συναλλαγές. Τόσα δίνω, πόσα θες. Κοινώς κανείς δε μπορεί να κάνει μακροπρόθεσμα όνειρα για τη ζωή του σε κάποιον τομέα.

Ο έρωτας κι η δουλειά μοιάζουν σα δυο σταγόνες. Στη δουλειά υπάρχει το στοιχείο του καταναγκασμού, που θυμίζει το γάμο με συνοικέσιο. Πολλές φορές μάλιστα χρειάζεται και μια προξενήτρα να μεσολαβήσει και να πει καλά λόγια για να σε προσλάβουν.

Η εμπορευματοποίηση της εργατικής δύναμης, των ιδιαίτερων κλίσεων και του ταλέντου του καθενός, θυμίζει κατ’ αναλογία την εκπόρνευση. Αντί για το ιερό δικαίωμα της δουλειάς καταλήγουμε ιερόδουλες της εργοδοσίας. Που πρέπει επιπλέον να φαίνονται ενθουσιασμένες με αυτό που θα τους συμβεί και τον λεγάμενο που τους έλαχε. Πρέπει να δείξουν ότι τους αρέσει και το διασκεδάζουν, να τρέξουν να βρουν το κελεπούρι, να βγουν στο πεζοδρόμιο για να επιλεχθεί η καλύτερη (ή η πιο φτηνή), να γράψουν motivation letters. Να δείξουν ότι είναι φιλοδοξία τους, ένα όνειρο ζωής να τις πηδήξουν κι ότι ανυπομονούν να συμβεί αυτό.

Υπάρχουν βέβαια κι αυτοί που βρίσκουν δουλειά πάνω σε αυτό που τους αρέσει. Σα να λέμε εκ-βιασμός από έρωτα, γιατί στον καπιταλισμό η δουλειά πάντα είναι μια μορφή εκβιασμού κι αν δεν πουλήσεις την εργατική σου δύναμη, είσαι ελεύθερος να πεθάνεις της πείνας. Είναι σαν εκείνα τα ζευγάρια που κάνουν υπέροχο σεξ, αλλά δεν ξέρουν στην πραγματικότητα τι θα πει να κάνεις έρωτα.

Εξάλλου, και σε αυτές τις περιπτώσεις ακόμα, ο καταναγκασμός παραμένει και φέρνει τη ρουτίνα και την υποχρέωση, που σε βάθος χρόνου σκοτώνουν τον έρωτα και την ευχαρίστηση.
Στον κομμουνισμό αντίθετα η δουλειά θα είναι προαιρετική κι ευχάριστη σαν –προκαταρκτικό- παιχνίδι. Για την ακρίβεια κάτι δημιουργικό κι όμορφο, σα να κάνεις έρωτα.

Ενώ τώρα απλώς μας πηδάνε καθημερινά οι καπιταλιστές, χωρίς σάλιο και προφυλάξεις (ασφάλιση κτλ). Κι οι προλετάριοι δεν έχουν να χάσουν παρά τις αλυσίδες τους και την παρθενιά τους. Και μετά να επανορθώσουν σφιχτά με ράμματα αυτήν της τσούλας της ιστορίας, που ξέβρασε ότι ξοφλήσαμε.

Υγ: Όλα αυτά, μαζί με το διαλεκτικό δίπολο έρωτα-εργασίας, βρίσκουν την ιδανική τους έκφραση στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό της δεκαετίας με τις βάτες και το καλτ διαμάντι του γιάννη δαλιανίδη, όταν οι ρόδες χορεύουν:

Δούλεψε, δούλεψε, μόνο απ’ τον κόπο σου παίρνει η ζωή
Τίποτα, τίποτα δεν έγινε μόνο του πάνω στη γη

Πάλεψε, πάλεψε, τότε τα νιάτα σου θα τα χαρείς
Δούλεψε, δούλεψε, έτσι τον έρωτα μόνο θα βρεις

Έρωτα, έρωτα, πάρε το δρόμο σου για τη δουλειά
Δούλεψε, δούλεψε, να ‘χεις τον έρωτα στην αγκαλιά


http://www.youtube.com/watch?v=XZKEmDogz38

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Δεν είναι αργία, είναι ανεργία

Γιατί οι σύντροφοι προτιμούν ως εργοδότη το αστικό κράτος; Διότι δεν έρχονται σε άμεση επαφή με τον εργοδότη, τα καπρίτσια και τον αυταρχισμό του. Γίνονται μέρος μιας απρόσωπης –μισθωτής- σχέσης, όπου μένουν στα τυπικά δίνοντας όσο λιγότερα γίνεται. Πάλι όμως δίνουν τα περισσότερα. Γιατί έχουν πιο πολλές κοινωνικές ευαισθησίες, απέναντι στον κόσμο, τον συνάδελφο. Κι υπάρχει και το κοινωφελές της υπόθεσης. Είσαι σε δημόσια υπηρεσία, βοηθάς τον κοσμάκη στη δουλειά του, κάνεις κάτι χρήσιμο. Γραφειοκρατικό κι άχρηστο από μία άποψη, αλλά…
Γι’ αυτό και για να αποφύγεις την αλλοτρίωση, προτιμάς κάτι όπου να έχεις επαφή με ανθρώπους, μια κοινωνική συναναστροφή. Όπως τη διδασκαλία. Αλλά αυτό θα το δούμε αργότερα.

Αυτό το απρόσωπο είναι το μόνο στοιχείο αλλοτρίωσης που δέχεσαι κάπως ευχάριστα. Γιατί αν είναι γουρούνι καπιταλιστής ο εργοδότης σου, δεν είναι πολύ εύκολο να απεργήσεις κι υπάρχει πάντοτε η απειλή της απόλυσης. Αν πάλι είναι μικρομεσαίος εβε, δεν σου πάει καρδιά, γιατί τον βλέπεις που σκοτώνεται κι αυτός στη δουλειά και τα φέρνει δύσκολα βόλτα. Κι όπως αναπτύσσεις ανθρώπινη επαφή μαζί του νιώθεις πως τον κρεμάς με την απεργία. Ενώ στο δημόσιο γλιτώνεις τις τύψεις. Κι άντε να εξηγήσεις στον κακοπροαίρετο, ότι βασικά σε ενδιαφέρει μια δουλειά όπου να μπορείς να απεργήσεις κι όχι το ραχάτι. Πολύ σημαντικό κριτήριο.

Το δημόσιο το προτιμούν όμως κι οι υπόλοιποι, γιατί έχει κάποια προνόμια και βάζουνε μέσο γνωστούς τους να τους «βολέψουν». Ο κόσμος έχει γονατίσει με την κρίση και βάζει μέσο για να μπει στα stage και στους εποπ. Σα να λέμε ότι σε τρώει η αγαμία και λαδώνεις κάποιον να σε βιάσει.

Μπαίνεις λοιπόν σε μια δουλειά που απαιτεί τυπική παρουσία και συμμετοχή. Αλλά τι σόι παρέμβαση κάνεις έτσι; Πας με μισή καρδιά στη δουλειά που τρώει τη μισή σου ζωή και καταντάς μισός άνθρωπος ενίοτε και μισάνθρωπος, που ψάχνει το άλλο του μισό απεγνωσμένα, ενώ έχει χάσει την ταυτότητά του.

Πώς θα παρέμβεις στον χώρο δουλειάς, όταν σε εκνευρίζει κάθε τι σχετικό με αυτόν; Πώς να ρισκάρεις να εκτεθείς, όταν φοβάσαι μην χάσεις μια δουλειά, που βρήκες με χίλια ζόρια; Πώς να κάνεις κομμουνιστική δουλειά, όταν σε πιάνουνε τα αναρχικά σου και θέλεις να σπάσεις την μηχανή, και τη μούρη του αφεντικού; Να γίνεις αρνητής εργασίας και να κλειστείς στον εαυτό σου για να αντέξεις; Πώς να γίνεις μαζικό στοιχείο και ψυχή της παρέας, όταν πας εκεί από αγγαρεία για τη διεκπεραίωση;

Αν λοιπόν συναναστρέφεστε κάποιον σύντροφο που είναι πραγματικά πρωτοπόρος στον χώρο του και τον πετυχαίνετε μετά τη δουλειά άδειο, χωρίς όρεξη να σας μιλήσει, συνυπολογίστε τα όλα αυτά, πριν τον παρεξηγήσετε και του θυμώσετε. Το έζησα πέρσι με τη μπρέζνιεβα από πρώτο χέρι.

Η τ. μπρέζνιεβα είναι δασκάλα. Κάθε μέρα στη δουλειά ο παιδαγωγός γράφει ένα μικρό παιδαγωγικό ποίημα σαν κι αυτό του μακάρενκο. Αναπτύσσει μια μοναδική σχέση με τους μαθητές κι αποφεύγει ως ένα βαθμό την αλλοτρίωση. Κι όλα αυτά σε μια κοινωνία υπογεννητικότητας που δε μπορεί καλά-καλά να αναπαραχθεί. Ο προλετάριος έχει λατινική ρίζα ως λέξη και στην αρχική σημασία του υποδηλώνει αυτόν που δεν έχει τίποτα άλλο πέρα από τη δυνατότητα να αποκτήσει απογόνους. Μετά από τόσους αιώνες προόδου όμως, το σύγχρονο προλεταριάτο χάνει σταδιακά ακόμα κι αυτό το προνόμιο. Γιατί σε λίγο θα ‘ναι προνόμιο να μπορείς να θρέψεις κάποιον άλλον πέρα από τον εαυτό σου. Οι γονείς μας το καταφέρνουν ακόμα, για τη δική μας γενιά είναι εξαιρετικά αμφίβολο. Ούτε προλετάριοι δε θα μπορούμε να είμαστε.
Εκτός κι αν γίνουμε όπως στην ινδία, όπου γεννάνε πολλά παιδιά για να τους φροντίζουν στα γηρατειά. Κάτι σαν ασφαλιστικό σύστημα, τώρα που δεν θα έχουμε και συντάξεις. Κι όταν το κόμμα τους έλεγε ότι πρέπει να βάλουν αίτημα ενάντια στην παιδική εργασία, οι ινδοί σφοι απαντούσαν ότι αυτό θα ισοδυναμούσε με γενοκτονία. Διεθνείς σχέσεις και τα μυαλά στα κάγκελα.

Ο κόσμος λοιπόν παίρνει αυτή την αδυναμία και την θεωρητικοποιεί. Δε θέλει να κάνει παιδιά, κάποιοι μάλιστα τα μισούν, όπως και την ίδια τη ζωή σε τελική ανάλυση. Αλλά είναι ανεπίτρεπτο για εμάς τους κομμουνιστές να τα βλέπουμε αυτά αφ’ υψηλού. Οι οργανώσεις είναι μικρά σχολεία που ανατρέφουνε πολιτικές συνειδήσεις. Δεν σου τα μαθαίνουν όλα σωστά. Και δε σου μαθαίνουν μόνο καλά πράγματα. Αλλά είναι σχολείο αναντικατάστατο, χωρίς αυθεντίες, με ρόλους που αντιστρέφονται διαλεκτικά και ινστρούκτορες που γηράσκουν αεί διδασκόμενοι και μαθαίνουν πάντα κάτι καινούριο από τη βάση και την επινοητικότητά της.
Ένας κομμουνιστής δεν είναι απαραίτητο να είναι καλός παιδαγωγός. Αλλά ένας κακός παιδαγωγός δε μπορεί να είναι καλός κομμουνιστής. Κι όποιος δεν αγαπάει τα παιδιά πώς θα μπορέσει να φτάσει στο σημείο να καταλάβει τον ποιητή που λέει: έχουμε τη ζωή πολύ, πάρα πολύ αγαπήσει;

Συν τοις άλλοις είναι κι η αίσθηση του δημόσιου αγαθού. Άλλο αν αυτό το δημόσιο δεν έχει καμία σχέση με αυτό που θέλουμε. Ως φοιτητής δεν το καταλάβαινα σε όλη του τη διάσταση. Πηγαίναμε στη λέσχη και κάναμε πειράματα με το φαγητό που μας σέρβιραν: τη σόδα που είχε σε ποσότητες για να το χωνέψεις, τη στάχτη από τα τσιγάρα, κάποιοι κατέστρεφαν και την ψίχα στο ψωμί που δεν έφαγαν για να μη μας το ξανασερβίρουν την επόμενη. Αλλά πέρσι στην αθήνα –που βλέπεις πόσο ακριβή πόλη είναι και σου φεύγει όλη η μαγκιά- έτρωγα το φαγητό της εστίας σχεδόν με ευλάβεια. Κι αν ήμουν θρήσκος μπορεί να έκανα και προσευχή πριν ξεκινήσω. Άρχισα να τρώω πράγματα που δεν έτρωγα πριν και πάνω απ’ όλα να εκτιμώ το δωρεάν –κι ας μην ήταν πρώτης ποιότητας.

Τα αστικά παπαγαλάκια έχουν βάλει στο στόχαστρο τους υπαλλήλους του δημοσίου και τη νοοτροπία τους κι ενεργοποιούν αντανακλαστικά κοινωνικού αυτοματισμού στους υπόλοιπους. Βαφτίζουν ευθυνοφοβία την άρνηση να βγεις στη ζούγκλα της αγοράς και να γίνεις σαρκοφάγο. Θεωρούν ότι σου λείπει το πρωτόβουλο πνεύμα της επιχειρηματικότητας, αν δε θες να εκμεταλλεύεσαι τους γύρω σου για να πλουτίσεις.

Στην πράξη αυτό που αρνείσαι είναι να νιώσεις εμπόρευμα. Έχεις κλίσεις κι ικανότητες που δε θες να τις εκπορνεύσεις στην αγορά εργασίας. Δεν είναι τυχαίο ότι τον πρόστυχο τον λέμε αλλιώς κι αγοραίο.
Λέμε ακόμα πως η παιδεία δεν πρέπει να είναι εμπόρευμα, αλλά δημόσιο αγαθό για όλους. Ποιο είναι αλήθεια εκείνο το αγαθό που πρέπει να είναι εμπόρευμα, αντί να ανήκει σε όλο τον κόσμο; Το νερό; Το φαγητό; Τα ρούχα; Η ενέργεια; Ο ίδιος ο άνθρωπος που πουλά την εργατική του δύναμη για να ζήσει;

Περιμένεις λοιπόν να έρθει μια καλή δουλειά πάνω σε άσπρο άλογο. Ή τουλάχιστον να γίνεις πόρνη πολυτελείας. Αν δεν σου κάτσει ούτε αυτό, τρέχεις να βρεις μια δουλειά για κάτι παραπάνω από 500 ευρώ, χωρίς καμιά προοπτική ή κάποια σχέση με το αντικείμενο των σπουδών σου –για να σου αρέσει ούτε λόγος. Η άλλη εναλλακτική είναι η ανεργία. Με το νι να μπαίνει ενίοτε για λόγους ευφωνίας.

Τα έλεγε σαρκαστικά κι ένας σφος στα χανιά σε μια συγκέντρωση. Άνεργε, άεργε, μη απασχολούμενε! Θέλουν να σε βάλουν στη δουλειά και να ξεζουμίζουν την υπεραξία σου. Μην τους αφήσεις να σου πάρουν την ξενοιασιά και τον καφέ από το χέρι. Μη γίνεις παιδί της φάπας, από παιδί της φράπας.

Ήταν ο ίδιος χαβαλετζής που μας πέτυχε ανάκατους σε μια ομήγυρη, όλους πρώην κνίτες, διαφόρων αποχρώσεων και πετούσε ατάκες για να ανάψει τον καβγά και να διασκεδάσει. Μες στο μυαλό μου βαράνε τα γκονγκ, μοιάζαμε μπάλες του πινγκ-πονγκ, στα χέρια του. Κι αυτός με εκείνες τις πλαστικές κοπέλες στα ρινγκ που κρατάνε πινακίδες με τους γύρους (ο τρίτος θα είναι ο τελικός). Αλλά αντί για αριθμούς έδειχνε εμπρηστικές ατάκες: πλακέτα. Εφεε. Παμε. Δεκέμβρης.

Το πιάνω από εκεί που το άφησε. Πρέπει να γίνει επιτροπή αγώνα σε κάθε χώρο ανεργίας. Πού να βρεις και να οργανώσεις όμως ένα εκατομμύριο άνεργους που μόνο σημείο κοινής αναφοράς έχουν την κάρτα του οαεδ που ανανεώνουν κάθε τρίμηνο; Μια πρώτη κίνηση με ημέρες δράσης κατά των ανέργων έχει κάνει τώρα τελευταία το κόμμα. Αλλά οι επόμενες είναι οι πιο δύσκολες.

Κανείς μας δεν είναι ανάπηρος, ούτε υπεύθυνος για την ανεργία του. Αλίμονο αν το εσωτερικεύσει και πιστέψει ότι αυτός έχει το πρόβλημα. Στα ατομικά προβλήματα υπάρχουν μόνο συλλογικές λύσεις. Στα προσωπικά αδιέξοδα, συλλογική διέξοδος.
Όχι ένα κράτος που να βολεύει τους τεμπέληδες, αλλά μια τέτοια οργάνωση της κοινωνίας που να παίρνει από τον καθένα το καλύτερο που έχει να δώσει για το σύνολο, αντί να μας αφήνει να τρωγόμαστε μεταξύ μας σαν τα θηρία και στο τέλος να νικάνε τα όρνεα.

Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

ΚομμουνΤρίβιαλ

Το σύμμαχο (φιλο)λαϊκό στρώμα διασκεύασε με επιτυχία γνωστό επιτραπέζιο κι έσπασε τον πάγο με την κομμουνόπολη. Με αφετηρία τα γραφεία, εντολές κι αποφάσεις της κε του κκε (προφέρεται όλο μαζί μία λέξη) κι όλες τις ιστορικές και καλτ φιγούρες του κομμουνιστικού κινήματος, από πολ ποτ μέχρι νίκο τεμπονέρα.
Ο τελικός νικητής του παιχνιδιού τιτλοφορείται κρατικό μονοπώλιο κι ελέγχει το εξωτερικό εμπόριο και τις εισροές κεφαλαίων κατά τη διάρκεια της νεπ.

Υπήρξαν σκέψεις για κομμουνιστική διασκευή του ρισκ και του στρατέγκο με χάρτη της ελλάδας και της θεσσαλονίκης, οι οποίες ωστόσο κόλλησαν στην υλοποίηση. Οι συνθήκες δεν είχαν ωριμάσει ακόμα.
Μετά τα γεγονότα των τελευταίων μηνών, θα παρουσίαζε ενδιαφέρον μια εκδοχή της κλασικής ναυμαχίας με λουδουκορεάτες κι αμερικανούς.

Αλλά το πιο δημοφιλές επιτραπέζιο είναι με διαφορά το παιχνίδι γνώσεων τρίβιαλ περσού. Οι λόγοι πιστεύω είναι προφανείς.
Μετά τη δεκαετία με τις βάτες οι οργανωμένες πρωτοπορίες του χώρου περνούν υπαρξιακή κρίση και βρίσκονται σε περίοδο αναζήτησης. Τα μέλη και τα στελέχη τους σχεδόν εσωτερικεύουν νομοτελειακά αυτή την υπαρξιακή αγωνία κι αναζητούν τρόπους επιβεβαίωσης της χρησιμότητάς τους στην κοινωνία. Εξ ου και το σύνθημα της κοε για μια χρήσιμη αριστερά.

Συνήθως αυτό γίνεται στα σταυρόλεξα και τα παιχνίδια γνώσεων. Η απόδειξη και η εσωτερική ικανοποίηση ότι τόσοι κόποι και διάβασμα δεν ήταν χωρίς αντίκρισμα.
Δεν πήγαν χαμένες οι γνώσεις για το λιγκατσόφ, τον τσουδερό και το 13ο συνέδριο.

Σε ένα επεισόδιο στους απαράδεκτους πηγαίνει η τετράδα σε ένα τηλεπαιχνίδι για να πάρει το αυτοκίνητο. Η αλιφέρη που παρουσιάζει τις τηλεφόλες –πριν μας πει: μην ξεχνάτε, σας αγαπώ- τους ρωτάει ποιος ήταν ο στάλιν. Ο σπύρος για να βοηθήσει τη δημητρούλα της λέει ότι κουβέντιαζαν για αυτόν ένα ολόκληρο βράδυ στη μύκονο. Αλλά τη δήμητρα την είχε πάρει ο ύπνος τότε και χάνει την ερώτηση.
Απαντάει ο σπύρος που είναι στην άλλη ομάδα κι ο γιάννης τον συγχαίρει: τόσα χρόνια κομμουνιστής, πρώτη φορά του χρησίμεψε κάπου.

Η κε του μπλοκ συναισθάνεται ότι το βάρος της αποστολής είναι τέτοιο που ξεφεύγει από στενά ατομικά όρια κι απαιτεί συλλογική προσπάθεια. Για αυτό απευθύνει ανοιχτό κάλεσμα σε κάθε σύντροφο αναγνώστη με μεράκι που ενδιαφέρεται να συνεισφέρει σε αυτή την προσπάθεια. Να βρούμε τρόπο επικοινωνίας, να φτιάξουμε μια τράπεζα ερωτήσεων και να την εμπλουτίζουμε τακτικά.

Η μεγαλύτερη πρακτική δυσκολία θα είναι ο διαχωρισμός σε θεματικές κατηγορίες που απαιτούν οι κανόνες του παιχνιδιού κι η συλλογή ερωτήσεων για την τέχνη, όπου η κε του μπλοκ έχει μαύρα μεσάνυχτα. Εκτός κι αν πρόκειται για γεγονότα με πολιτική προέκταση, σαν την αυτοκτονία του μαγιακόφσκι.

Παρακάτω ακολουθούν κάποιες ενδεικτικές ερωτήσεις. Έτσι για ξεκίνημα και ως μια πρόγευση για το κυρίως πιάτο που μπορεί να μην ακολουθήσει ποτέ. Αν δε θέλετε να δείτε τις απαντήσεις, για να δοκιμάστε τις γνώσεις σας, σταματήστε εδώ και πείτε σε κάποιον δικό σας, να σας τις διαβάσει χωρίς να δείτε την απάντηση.

1. Ποιος ήταν ο σοβιετικός πρέσβης στο λονδίνο την εποχή που υπογράφτηκε το σύμφωνο μολότοφ-ρίμπεντροπ; (Απάντηση: ο Ιβάν Μάισκι).
-Μπορεί να υπάρχει και διαβάθμιση στο επίπεδο δυσκολίας.
Πχ. Τι ήταν πολιτικά ο μάισκι πριν το 17’; (Απ: Μενσεβίκος).

2. Πόσες πλατφόρμες δόθηκαν για συζήτηση στο 13ο Συνέδριο του ΚΚΕ; (Απ: Δύο)
Με τι σκορ επικράτησε η αλέκα του δραγασάκη στην τελική ψηφοφορία για εκλογή νέου γγ; (Απ: 57-53).
Ποιος ήταν ο πιο αριστερός στην επιτροπή συγγραφής των θέσεων; (Απ: ο λαφαζάνης)!

Κατηγορία εξωκοινοβούλιο.

3. Κάθε πόσα χρόνια προβλέπει συνέδριο το καταστατικό του ναρ; (Απ: κάθε τρία χρόνια).
Η πρώτη απάντηση μπορεί να λειτουργήσει παραπλανητικά για τις επόμενες ερωτήσεις.
Πόσα χρόνια μετά την ίδρυσή του (τυπικά το 1990) έγινε το ιδρυτικό του συνέδριο; (Απ: Το 1998. δηλ οκτώ).
Πόσα συνέδρια έχει κάνει το ρεύμα μέσα σε 20 χρόνια ζωής; (Απ: Δύο).

4. Πώς ονομάζεται το –ας πούμε- όργανο της νεολαίας του ΕΕΚ του σάββα μιχαήλ; (Απ: Κονσερβοκούτι).
Πού παραπέμπει συνειρμικά; (Απ: στο Μελιγαλά).

(Υποκατηγορία μ-λ).
5. Ποιος ήταν ο πρώτος γραμματέας του κκε μ-λ; (Απ: ο πολύδωρος δανιηλίδης)
Αν δυσκολεύεται ο παίκτης να απαντήσει μπορεί βοηθητικά να βάλουμε και δεύτερη ερώτηση που να έχει την ίδια απάντηση.
Σε ποιον ανήκει η ιστορική φράση: κόμμα χωρίς δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, είναι σαν πατσάς χωρίς τη σκατίλα; (Απ: στον πολύδωρο δανιηλίδη).

Υπάρχουν κι οι λεγόμενες ερωτήσεις παγίδα, που μπορεί να προσκρούουν σε κάποια πολύ ισχυρά στερεότυπα των συντρόφων. Πχ:
6. Ποιος ήταν ο πρώτος γραμματέας του κόμματος των μπολσεβίκων; (Απ: ο ΙΒ Στάλιν). Με το ΙΒ σε αυτή τη γραφή για να παραπέμπει σε θερμιδώρ και λουδοβίκους.

Ο λένιν δεν κατείχε ποτέ αυτό το αξίωμα –μολονότι ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης των μπολσεβίκων. Η θέση του γραμματέα εισήχθη ζώντος του λένιν μετά το πρώτο εγκεφαλικό. Κι έτσι είχαμε τα γνωστά με τις δυο διαθήκες και την υπόδειξη να αντικατασταθεί ο Ιβ από κάποιον σε όλα ίδιο, αλλά λιγότερο οξύθυμο στη σχέση του με τους συντρόφους.
Τελικά δε βρήκαμε άλλον με αυτά τα χαρακτηριστικά και κρατήσαμε την κληρονομιά μαζί με τον Ιβ και το στιλ του.

Κατηγορία σαβιέτσκι σαγιούζ (αγαπημένη)

7. Ποιος ήταν ο πρώτος ύμνος της Σοβιετικής Ένωσης; (Απ: η Διεθνής).
8. Πότε αναθεωρήθηκε το Σύνταγμα του 36’; (Απ: το 77’ επί Μπρέζνιεφ).
9. Ποιος ήταν ο πρόδρομος της NKVD; (Απ: η Γκε πε ου).
Διαβάθμιση δυσκολίας: τι σχέση είχε ο Στάλιν με την Κα γκε μπε; (Απ: καμία. Δημιουργήθηκε το 54’, ένα χρόνο μετά το θάνατό του).
10. Πότε γίνονταν κατά κανόνα, από τα χρόνια του λένιν ακόμα, οι συνεδριάσεις του πολιτμπιρό; (Απ: κάθε Πέμπτη, το πρωί).
Αυτό μας λέει τουλάχιστον στο βιβλίο του ο λιγκατσόφ και δεν υπάρχει ουδείς λόγος να αμφιβάλουμε για το πόσο τίμιος (οπορτουνιστής) ήταν.

Εν παρόδω, η κε του μπλοκ ενημερώνει όσους σφους αναγνώστες ενδιαφέρονται για το βιβλίο του γεγκόρ κουζμίτς, το αίνιγμα γκορμπατσόφ, ότι μπορούν να το βρουν στο υποκατάστημα της θεσσαλονίκης σε αρίστη κατάσταση.
Και δυο ράφια πιο κάτω μια παμπάλαια έκδοση –όχι της σύγχρονης εποχής- με το χρουτσοφικό πρόγραμμα και το καταστατικό από το ηρωικό 22ο συνέδριο του κκσε (1961) που με προτρέχουσα σύλληψη έβλεπε την έλευση του κομμουνισμού εντός της επόμενης εικοσαετίας.
Αν τα χάσετε, εσείς θα χάσετε.

Τελευταία ερώτηση μπόνους για φανατικούς αναγνώστες του μπλοκ.
Ποιος ήταν ο τελευταίος άνεργος στη σοβιετία; (Απ: ο μιχαήλ τσκούνοφ, το 1930)
Η διατύπωση μοιάζει με ανέκδοτο, αλλά δεν είναι (αν και αγνοούμε πχ το πώς πέθανε ο τελευταίος άνεργος στη σοβιετία).
Το μοναδικό ανέκδοτο εκείνα τα χρόνια ήταν να είναι κάποιος άνεργος. Και τώρα σε εμάς όλα αυτά φαίνονται σαν ανέκδοτο, γιατί η ανεργία τσακίζει και θερίζει νεανικά όνειρα.

Διαβάζουμε σε παλαιότερο –προ διετίας- κείμενο για τον μιχαήλ τσκούνοφ.
Γεννημένος στα 1905, από το 25' επιδοτούμενος από το ταμείο ανεργίας της ΕΣΣΔ στο κατατάχτηκε στα 1928 στον κόκκινο στρατό, όταν επέστρεψε έκανε αίτηση εργασίας (ήταν ο τελευταίος που έκανε σχετική αίτηση) και του βρήκαν δουλειά στο εργοστάσιο "ο κόκκινος βυρσοδέψης". Έκτοτε το ταμείο έκλεισε ελλείψει απασχόλησης!!

Εμένα αυτό που δε μου κολλάει είναι τι έγινε μετά με τους εργαζόμενους υπαλλήλους στο ταμείο ανεργίας. Αυτοί δεν έμειναν άνεργοι;

Κυριακή 17 Αυγούστου 2008

Ο τελευταίος άνεργος

Γνωρίζετε ποιος είναι ο Μιχαήλ Τσκούνοβ;
Ο τελευταίος καταγεγραμμένος άνεργος στη Σοβιετική Ένωση!!!
Εν έτει 1930! Με αυτή την ιδιότητα έγινε διάσημος σε όλη την χώρα.
Γεννημένος στα 1905, από το 25' επιδοτούμενος από το ταμείο ανεργίας της ΕΣΣΔ στο κατατάχτηκε στα 1928 στον κόκκινο στρατό, όταν επέστρεψε έκανε αίτηση εργασίας (ήταν ο τελευταίος που έκανε σχετική αίτηση) και του βρήκαν δουλειά στο εργοστάσιο "ο κόκκινος βυρσοδέψης". Έκτοτε το ταμείο έκλεισε ελλείψει απασχόλησης!!

Άνεργοι μετά δεν υπήρχαν. Ή δεν τους κατέγραφαν, ή τους πήγαιναν στα γκούλαγκ (στρατόπεδα εργασίας) όπου έβρισκαν δουλειά. Βεβαίως υπήρχαν πολλοί άεργοι που κατείχαν παρόλα αυτά κανονικό πόστο εργασίας και πληρώνονταν, αλλά αυτοί δεν καταγράφονται σε καμιά στατιστική.
Εκτός από το χαβαλέ όμως, είναι συγκλονιστικό επίτευγμα, που δεν θα το ζήσει ποτέ κανείς στον καπιταλιστικό κόσμο, παρά μόνο ίσως στα γραφεία της απογευματινής (όπου αναγγέλλουν κάθε μέρα χιλιάδες θέσεις εργασίας και παίρνουν στα σοβαρά τις κυβερνητικές αλχημείες και τη μείωση του ποσοστού της ανεργίας στο 6,6% σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία. Και εις κατώτερα...).

Τα στοιχεία της πρώτης παραγράφου είναι από το βιβλίο "η δυναμική γκορμπατσόφ" από τις εκδόσεις γιαλλελή, από την επίσημη αγαπημένη-sic- δεκαετία και κατά πάσα πιθανότητα θα μας ξαναδώσει υλικό για να ξαναασχοληθούμε μαζί του. Συγγραφέας του είναι ο γάλλος Gerard Streiff (δεν ξέρω πώς προφέρεται στα ελληνικά) που ήταν μέλος της ΚΕ του Γαλλικού ΚΚ και ανταποκριτής της Ουμανιτέ στη Μόσχα επί τέσσερα χρόνια. Όχι που δεν θα αποθέωναν οι γάλλοι ευρωκομμουνσιτές τον γκορμπατσόφ...
Παρόλα αυτά ο συγγραφέας δεν κρατάει τη γνωστή ρεβιζιονιστική, μηδενιστική στάση απέναντι στην ΕΣΣΔ, ίσως γιατί ζει κάποια πράγματα εκ του σύνεγγυς και τα εκτιμά από πρώτο χέρι και όχι με βάση τα γνωστά κλισέ σχήματα της δυτικής προπαγάνδας.
Παραθέτω ένα ακόμη πολύ αξιόλογο απόσπασμα από το βιβλίο του:

"Έπλασαν (σ.σ: οι δυτικοί) λέξεις κλειδιά, λέξεις σύμβολα, που οφείλουν να λειτουργούν με απλό συνειρμό ιδεών, και αποτρέπουν την οποιαδήποτε σκέψη: γκουλάγκ, αντιφρονών, κα-γκε-μπε, νομενκλατούρα... Πρόκειται για την αποδιοργάνωση της ίδιας της έννοιας του σοισιαλισμού".

Έχει απόλυτο δίκιο, ειδικά για τις λέξεις και τους απλούς συνειρμούς που προκαλούν. Να προσθέσω κι εγώ μερικές ακόμη: γραφειοκρατία (πάνω-κάτω ίδιο νόημα με την γραφειοκρατία), στάλιν και μία πιο σύγχρονη, όχι λέξη, αλλά ταινία: οι ζωές των άλλων.
Όποιος αντισοβιετικός οποιασδήποτε απόχρωσης (αστός, αναθεωρητής κτλ) στα αναφέρει αυτά, πιστεύει: α. ότι σ' έχει αποστομώσει γιατί δεν έχεις τίποτα να του απαντήσεις, β. ότι δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσει περαιτέρω γιατί οι λέξεις αυτές-καθεαυτές κατέχουν από μόνες τους τη θέση επιχειρήματος και μάλιστα ακλόνητου. Μπορείτε να το διαπιστώσετε και σήμερα ακόμη και μάλιστα από "σοβαρούς" ερζάτς αναλυτές ή πολιτικούς, ειδικά με τις ζωές τον άλλων, που είναι η αγαπημένη ταινία του μισού αστικού ελληνικού κοινοβουλίου...