Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μίσσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μίσσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2017

Περί σεξουαλικής επανάστασης

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Δε θυμάμαι σε ποιο βιβλίο του Μίσσιου ήταν. Τα βιβλία του έχουν το γενικό χαρακτηριστικό πως μοιάζουν αρκετά μεταξύ τους, σαν κεφάλαια ενός ευρύτερου βιβλίου, αλλά έχουν φθίνουσα πορεία. Όχι απαραίτητα από το κακό στο χειρότερο, αλλά σα να είπε ό,τι ενδιαφέρον είχε να μας πει εξ αρχής και μετά να τα ανακυκλώνει. Γι’ αυτό και πολλοί ξέρουν πχ μόνο το πρώτο βιβλίο (“καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς”) ή τα τρία πρώτα κι αγνοούν τα τελευταία. Ενώ το “ντομάτα με γεύση μπανάνας” πχ, που πρέπει να είναι το τελευταίο του, είναι μάλλον ανέμπνευστο, με αφορμή κάτι που θα μπορούσε ίσως να γίνει άρθρο, αλλά όχι βιβλίο.

Πρέπει να ήταν λοιπόν στα “κεραμίδια στάζουν”, αλλά μπορεί και όχι, που λέει ο Μίσσιος πως το ΕΑΜ -που είχε γενέθλια προχτές- κέρδισε τον κόσμο γιατί πρόβαλε ως όραμα όχι την κοινωνική ή την εθνική αλλά τη σεξουαλική απελευθέρωση. Κι έχασε ξανά τις λαϊκές μάζες, όταν πρόδωσε αυτό το όραμα και τις απογοήτευσε.

Εδώ θα χωρούσε εμβόλιμα μια παράγραφος για το… “νέο ΕΑΜ” που ενσάρκωνε διακηρυκτικά ο ΣΥΡΙΖΑ και μπορεί να μην έχει κάνει τίποτα απολύτως για την κοινωνική χειραφέτηση -ή ακόμα και για την εθνική απελευθέρωση, για όσους πιστεύουν πως είμαστε υποδουλωμένοι ως έθνος στους δανειστές- αλλά κρατάει τη σημαία της σεξουαλικής απελευθέρωσης και της κατάργησης των χρόνιων διακρίσεων που αφορούν τις έμφυλες σχέσεις και το σεξουαλικό αυτοπροσδιορισμό του καθενός.

Δεν ξέρω τι θα ψήφιζε σήμερα ο Μίσσιος, που στο τέλος της ζωής του, με βάση όσα έγραφε, έμοιαζε με αναρχικό οικολόγο, κι αν θα πίστευε πως ο λαός έβγαλε το ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, γιατί τον συσπείρωσε το όραμα της σεξουαλικής απελευθέρωσης -αν και έχω την εντύπωση πως τα τελευταία του έργα άρχισαν να χάνουν σε έμπνευση, ακριβώς εξαιτίας της διάψευσης των προσδοκιών που είχε βασίσει σε αυτό το κομμάτι.

Αφενός όμως η μοναδική ελευθερία που ζει και βασιλεύει στις μέρες μας είναι αυτή του επιχειρηματία να εκμεταλλεύεται τους υπαλλήλους του, που θα μπορούσαμε να το θέσουμε και με σεξουαλικούς όρους: η αστική τάξη πηδάει -ενίοτε και κυριολεκτικά- την εργατική, χωρίς σάλιο και προφυλάξεις. Και το ζητούμενο προφανώς δεν είναι να γίνει το πήδημα πιο γλυκό ή να χαλαρώσουμε και να το απολαύσουμε, όπως προτείνει η σοσιαλδημοκρατία, αλλά να το καταργήσουμε.

Αφετέρου, η πολυδιαφημιζόμενη σεξουαλική επανάσταση έχει οδηγήσει θεωρητικά στη χαλάρωση των περιορισμών κι ένα είδος απελευθέρωσης, που μυρίζει όμως σκλαβιά από μακριά και φέρει έντονα τα σημάδια της προηγούμενης κατάστασης, όπως ο λαιμός του σκύλου που φορούσε για χρόνια κολάρο. Οι προλετάριοι δεν έχουν παρά να χάσουνε τις αλυσίδες τους και να τις κάνουν χειροπέδες και σεξουαλικά φετίχ.

Αυτά δε λέγονται δασκαλίστικα με υψωμένο δάχτυλο και εν είδει επιβεβαίωσης, αλλά για να κρατήσουμε ένα βασικό και πολύτιμο δίδαγμα: η σεξουαλική επανάσταση επήρθε με αστικούς όρους και δεν ήταν καθόλου επαναστατική, εφόσον δε συνδέθηκε με μια πραγματική επανάσταση. Με άλλα λόγια, το σύστημα είναι τόσο δυνατό και ευέλικτο, που μπορεί να να απορροφά και να ενσωματώνει τάσεις και κινήματα, που φαίνεται να αμφισβητούν βασικές πτυχές και χαρακτηριστικά του, αλλά αφήνουν άθικτα τα θεμέλια της κυριαρχίας του.

Ο καπιταλισμός μπορεί να γίνει τα πάντα και τα αντίθετά τους, να χρησιμοποιεί στο δικό του πλαίσιο και με τους δικούς του όρους το δίπολο “πουριτανισμός-απελευθέρωση” και να το παρουσιάζει ως πολυφωνία και ελευθερία επιλογής. Αλλά την ίδια στιγμή δεν αλλάζει στο παραμικρό τις σχέσεις των ανθρώπων, την αλλοτρίωση και την καταπίεση, την ιδιοκτησιακή λογική απέναντι στην -“απελευθερωμένη πλέον”- γυναίκα, που αντιμετωπίζεται ως σάρκα, αντικείμενο και σκεύος ηδονής. Αλλά αυτό δεν αφήνει ανεπηρέαστο -ή σε θέση ισχύος- το ανδρικό φύλο, που κρύει τις δικές του ανασφάλειες πίσω από το ρόλο του επιβήτορα.

Η σημερινή αστική κοινωνία είναι τόσο “απελευθερωμένη” από ταμπού, που το βασικό μέσο σεξουαλικής αγωγής-διαπαιδαγώγησης για τα παιδιά και τους εφήβους είναι το πορνογραφικό υλικό στο διαδίκτυο, μαζί με τα σεξιστικά πρότυπα που προωθούν. Οι διακρίσεις κι η ανισότητα έχουν “καταργηθεί” σε τέτοιο βαθμό, που οι γυναίκες πέφτουν σε καθημερινή βάση θύματα βιασμού, αλλά θεωρείται ότι συναινούν, ότι προκάλεσαν, το ήθελαν, ότι δεν πρέπει να ασκούν υπερβολικά το δικαίωμα της αυτοάμυνας, κοκ…

Το κείμενο αυτό γράφτηκε με αφορμή το θάνατο του Χιου Χέφνερ κι όσα ειπώθηκαν σχετικά, το νομοσχέδιο για την αλλαγή φύλου, την επικοινωνιακή μπάλα που προσπαθεί να παίξει με το θέμα ο Σύριζα και τα έμμισθα τρολ του στο διαδίκτυο, με το απαραίτητο τσουβάλιασμα κομμουνιστών και φασιστών (γιατί αλλιώς τι ΠΑΣΟΚ είσαι;) και πολλές περιπτώσεις βιασμών με δικαστικές αποφάσεις που βγάζουν λάδι τους δράστες.

Κι αν χρειάζεται κάποιο επιμύθιο στο τέλος, δεν είναι να αναθεωρήσουμε τι εννοούμε προοδευτικό και συντηρητικό ή να αντιπαραθέσω τη σεξουαλική απελευθέρωση στην κοινωνική, αλλά να δούμε πώς μπαίνει συγκεκριμένα στην πράξη, πότε μπαίνει ως προκάλυμμα για να αποκρύψει κάτι άλλο και πώς μπορούμε να αποφύγουμε από τη δική μας πλευρά τον κίνδυνο της ενσωμάτωσης στο σύστημα, που τα αλέθει όλα, σαν τον καλό μύλο της αντίδρασης…

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014

Και πανανθρώπινη τη λευτεριά

Θέλουμε λεύτερη εμείς πατρίδα και πανανθρώπινη τη λευτεριά
Η λευτεριά δεν περιορίζεται στα εθνικά σύνορα, γι’ αυτό είναι πανανθρώπινη.
Στα άρματα, στα άρματα, εμπρός στον αγώνα, για την χιλιάκριβη τη λευτεριά
Θα κατακτηθεί όμως με όπλα και σκληρό αγώνα, ενάντια σε όσους την κρατάνε φυλακισμένη στις τέσσερις ελευθερίες της ευρωπαϊκής ένωσης και βασικά την απόλυτη ελευθερία των καπιταλιστών να εκμεταλλεύονται την υπεραξία της εργατικής δύναμης και να αυγατίζουν τα κέρδη τους στις πλάτες μας.

Για εκείνη την τάξη δηλ για την οποία δουλεύουν τα όργανα της τάξης και οι ανθρωποφύλακες, που αναφέρει κάπου ο μίσσιος –καλά αυτός ιδιώτευσε νωρίς. Σε μια ιστορία με ένα πολιτικό κρατούμενο , που τον σάπιζαν στο ξύλο οι ασφαλίτες κι ένας από αυτούς, έβγαζε το άχτι του μεταξύ άλλων και για το συγκεκριμένο στίχο: πάρε κι αυτήν, πάρε και την άλλη, που την ήθελες και πανανθρώπινη μπάσταρδε. Τρέχα-γύρευε γιατί δεν του είχε κάτσει καλά.
Αν μπορούσε βέβαια να αντιμιλήσει ο σφος στο βασανιστή του, θα του έλεγε ίσως για τον πραγματικό ανθρωπισμό-ουμανισμό, που προϋποθέτει την πάλη ενάντια στους εχθρούς της ανθρωπότητας και της παγκόσμιας, πανανθρώπινης κομμουνιστικής προοπτικής. Εκτός κι αν ήταν κανείς πρώιμος συσπειρωσάς, και του εξηγούσε την αλτουσεριανή οπτική για τον αφηρημένο ουμανισμό που είναι μια ιδεαλιστική απάτη –φορτώνει τα βάρη στων φοιτητών την πλάτη.

Τι γίνεται λοιπόν όταν η πανανθρώπινη λευτεριά δεν προσκρούει μόνο στα εθνικά σύνορα, αλλά και στα στενά ταξικά όρια του σημερινού κόσμου; Πόσο αυθεντική και πανανθρώπινη μπορεί να είναι η ελευθερία σε μια ταξική, ανταγωνιστική κοινωνία;
Οι κομμουνιστές εξάλλου την είχαμε πατήσει για τα καλά στο πρόσφατο παρελθόν με τις «πανανθρώπινες», «οικουμενικές» αξίες της περεστρόικα, που διαπλέκονται, υποτίθεται, με τις ταξικές, μόνο και μόνο για να τις σκεπάσουν και να τις εξαλείψουν. Κι έτσι θριάμβευσε η νέα σκέψη που «αποϊδεολογικοποιούσε» τις διεθνείς σχέσεις κι έβλεπε όλες τις χώρες δεμένες κι αλληλοεξαρτώμενες σε ένα «κοινό, ευρωπαϊκό σπίτι», που το απειλούν τα πυρηνικά όπλα –γενικά και αόριστα- κι όχι ο ιμπεριαλισμός, που γεννά τους πολέμους και τη δυστυχία. Κι απέδειξε πολύ νωρίς (η νέα σκέψη) πόσο παλιά και σάπια ήταν η σοσιαλδημορκατική ουσία της.

Η ανθρωπότητα δεν είναι ασφαλώς ένα ενιαίο σύνολο σε μια ταξική κοινωνία. Τα πανανθρώπινα κηρύγματα εξελίσσονται με μαθηματική ακρίβεια σε απολογητική που διαιωνίζει την υπάρχουσα απάνθρωπη κατάσταση. Οι θρησκευτικές διαβεβαιώσεις πχ για τους πλούσιους, που είναι ευκολότερο να περάσει παλαμάρι (κάμηλος) από την τρύπα μιας βελόνας, παρά να μπουν αυτοί στον παράδεισο, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα είδος παρηγοριάς στο φτωχό και άρρωστο, μέχρι να βγει η ψυχή του και να ανταμειφθεί πλουσιοπάροχα στη μετά θάνατο ζωή.

Το πανανθρώπινο στοιχείο που επιβιώνει όμως στο ιδεώδες των διάφορων θρησκειών, βασίζεται σε μια απολύτως υπαρκτή ανάμνηση ενός μακρινού παρελθόντος -που δεν μπορεί παρά να εκφραστεί με στρεβλό, ουτοπικό τρόπο στο παρόν και ως μελλοντική προοπτική. Ο χαμένος παράδεισος (της εδέμ και γενικώς) ως ιδέα είναι η ανάμνηση του «πρωτόγονου κομμουνισμού» και της κοινοτικής ισότητας που επιβιώνει σε κάποιους τομείς ως προταξικό κατάλοιπο-κεκτημένο ως και τις μέρες μας. Είναι η περίοδος του κρόνυο, όπως αναφέρεται στην κοσμογονία του ησίοδου κι έτσι πέρασε και στα σατουρνάλια, τη γιορτή του θεού κρόνου, όπου συμμετείχαν και οι δούλοι και οι ταξικές διακρίσεις «ατονούσαν» και «ξεχνιόντουσαν» για λίγες μέρες.

Το θέμα λοιπόν είναι με ποιον τρόπο εκφράζεται κάθε φορά αυτό το καθολικό, πανανθρώπινο στοιχείο από πολιτική και φιλοσοφική άποψη. Γιατί ο κομμουνισμός δεν έρχεται να εκφράσει στενά το ειδικό συμφέρον της εργατικής τάξης, αλλά την απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών και το τέλος των ταξικών κοινωνιών, τη μοναδική εναλλακτική που ανοίγεται για την ανθρωπότητα απέναντι στη σημερινή καπιταλιστική βαρβαρότητα και τα αδιέξοδά της.

Η ουσία του ανθρώπου είναι η ουσία των κοινωνικών του σχέσεων και στο επίκεντρο αυτών των σχέσεων βρίσκεται η εργασία. Η μόνη πανανθρώπινη προοπτική που υπάρχει και θα απαλλάξει τόσο τους εργαζόμενους, όσο και τους κατόχους μέσων παραγωγής από κάθε μορφή αλλοτρίωσης από τους όρους παραγωγής (μέσο, σκοπός, κι όσοι συμμετέχουν σε αυτή τη διαδικασία) είναι αυτή της εξάλειψης του καταναγκαστικού χαρακτήρα της εργασίας κι η σταδιακή μετατροπή της σε ευχάριστη δημιουργική διαδικασία, που θα αναδεικνύει ολόπλευρα την προσωπικότητα του καθενός. Και για την ανάπτυξη του ενός, θα είναι προϋπόθεση (και όχι όριο) η αντίστοιχη ανάπτυξη των άλλων.

Τίποτα ανθρώπινο δε μας είναι ξένο, αλλά πραγματικά ανθρώπινη στάση είναι μόνο αυτή που εντάσσεται στον αγώνα για την προώθηση και την επικράτηση αυτή της προοπτικής. Γιατί όπως έγραφε κι ο λειβαδίτης, αν θες να λέγεσαι άνθρωπος…

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
 δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
 για το δίκαιο.
Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
 ματώσουν απ΄τις φωνές
 το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.
 Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
 Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
 Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
 Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
 αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις
 πολιτείες
 μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
 αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
 έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
 εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
 Δεν έχεις καιρό
 δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
 αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
 μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
 ή το παιδί σου.
 Δε θα διστάσεις.
 Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
 Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
 για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
 Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
 Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
 να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
 είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
 Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
 Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
 γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
 για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
 για όλα τα όνειρα
 αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
 μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
 και περισσότερα χρόνια
 μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
 τη μάνα σου και τον κόσμο.
 Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
 θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
 Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
 θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
 απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
 Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
 τα μαλλιά σου
 δε θα γερνάς.
 Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
 Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
 αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
 θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
 Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
 γράμμα στη μάνα σου
 Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη :
 Ειρήνη
 σα ναγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
 Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
 να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
 σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.
 Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
 εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
 τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.

 Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Σχετικά με την πολιτική αντιπαράθεση

Οπορτουνισμός είναι η επίδραση της αστικής τάξης στο εργατικό κίνημα λέει κάπου ο λένιν δίνοντας έναν πολύ εύστοχο συνοπτικό ορισμό, τόσο για τις «καθαρές εκδηλώσεις» του οπορτουνισμού, όσο και για τις ταλαντεύσεις εντός της επαναστατικής πτέρυγας του εργατικού κινήματος και των πολιτικών του οργανώσεων. Σήμερα η σύνδεση των ποικιλώνυμων οπορτουνιστικών ομάδων με το εργατικό κίνημα είναι αδύναμη κι υποτυπώδης, με σποραδικές εξαιρέσεις ανά κλάδους. Αλλά ο ορισμός του βλαδίμηρου αποκτά άλλη διάσταση και μια ιδιότυπη πρακτική εφαρμογή.

Ας πάρουμε το παράδειγμα ενός απεργιακού αγώνα στο δημόσιο, όπου ο οπορτουνισμός κάποιων δυνάμεων δεν εκδηλώνεται μόνο με τον κλασικό καιροσκοπισμό, πότε υπέρ ενός αγώνα διαρκείας μέχρι τελικής πτώσης, πότε καταλήγοντας στην απεργοσπασία. Η επίδραση της αστικής τάξης εδώ εκδηλώνεται πρωτίστως στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τους κομμουνιστές και τις δυνάμεις τους, φτάνει στο επίπεδο της πιο χυδαίας αστικής προπαγάνδας και καταλήγει να την αναπαράγει. Η βάση αυτού του χώρου διαπαιδαγωγείται με τρόπο που την καθιστά πρόθυμη να πιστέψει τα πάντα για το κκε που είναι προδοτικό, ξεπουλημένο και προπαντός στην αντίπερα όχθη –είτε είναι σε απόσταση από μια διαδικασία, οπότε κρατά καταστροφική σεχταριστική στάση, είτε συμμετέχει σε αυτήν, οπότε το κάνει για να την καπελώσει και να την προδώσει.

Το παιχνίδι αυτό είναι κουραστικό και προβλέψιμο. Η υπερεπαναστατική λογοκοπία που αγνοεί την πραγματικότητα ή τη βλέπει με παραμορφωτικούς φακούς, περιμένει υπολογισμένα αυτόν που θα πει τα αυτονόητα, για να πέσει πάνω του, επειδή λύγισε, να του φορτώσει την ήττα και να δικαιωθεί άνευ αγώνα για τη δική της ηρωική κι ασυμβίβαστη στάση. Δεν πρόκειται όμως μόνο γι’ αυτό, αλλά για κάτι ποιοτικά ανώτερο, για μια εμπάθεια, ένα σχεδόν ταξικό μίσος, εφάμιλλο των κορυφαίων αστών δημοσιολόγων, που είναι τουλάχιστον υποχρεωμένοι λόγω θέσης να κρατάν κάποια προσχήματα και να λεν κάθε τόσο για ξεκάρφωμα δυο καλά λόγια, υπολογισμένα για τους δικούς τους σκοπούς.
Έτσι φυσικά μπορεί να βρίσκεται ένας εύκολος παίχτης για κάθε ήττα αλλά δεν πρόκειται ποτέ να βγούνε χρήσιμα κι ουσιαστικά συμπεράσματα για τις αδυναμίες και τα πραγματικά αίτια, για να διορθωθούν.

Αντίστοιχα παραδείγματα μπορεί να αντλήσει κανείς από την κριτική στις θέσεις, τα συνέδρια και την ιστορική διαδρομή του κουκουέ, που ως επί το πλείστον εξαντλείται σε εύκολους αφορισμούς κι απλοϊκά σχήματα, αντικρουόμενα πολλές φορές, για να θυμίζουν αυτό που έγραψε κάποτε ο μίσσιος για το βασικό κίνδυνο που είναι σαν το μουνί της χήρας, που ‘παιζε με τον ψαρά και του έτρωγε τα ψάρια. Μπροστά το έχω ή πίσω; το ρώταγε. Μπροστά έλεγε ο ψαράς, τούρλωνε η χήρα τον κώλο και του ‘παιρνε τα ψάρια. Πίσω έλεγε την άλλη μέρα ο ψαράς. Σήκωνε τα φουστάνια η χήρα, του ‘παιρνε τα ψάρια. Κι ο ψαράς που τη γουστάριζε μονολογούσε: αν δε σταθεροποιηθεί το απαυτό της χήρας δε βλέπω μεροκάματο.
Έτσι και με το βασικό κίνδυνο, μια ερχόταν από τα δεξιά, μια από αριστερά, κι εκεί που στραβώναμε τα μάτια μας με τσιτάτα και ντοκουμέντα, να πούμε ότι είναι ολοφάνερο ότι ο κίνδυνος για το κίνημα είναι από τη μια, να σου και μας έβγαινε απ’ την άλλη και δώσ’ του πάλι απ’ την αρχή, από την ανάποδη τώρα, να λέμε τα αντίθετα.

Έτσι κι η κριτική στο κουκουέ το βρίσκει πότε τροτσκιστικό, πότε κολλημένο στο μουστάκι του στάλιν, πότε υπερεπαναστατικό και σεχταριστικό, πότε ρεφορμιστικό και ξεπουλημένο, πότε να προδίδει την ιστορία του, πότε προσκολλημένο στο παρελθόν και τη δεκαετία του τριάντα. Όταν είσαι κόμμα παντός καιρού κι η πολεμική εναντίον σου έχει πάντα το ίδιο σαφές στίγμα: ή θα βρέξει, ή θα χιονίσει ή καλό καιρό θα κάνει. Τον κακό τους τον καιρό δηλαδή…

Ύστερα από ένα σημείο κάποιες περιπτώσεις αρχίζουν ν’ αποκτούν καλτ αποχρώσεις. Επιστρέφοντας στη βάση της η κε του μπλοκ αποκατέστησε την επαφή της με το πριν, την εφημερίδα της ανεξάρτητης αριστεράς και της εξαρτημένης ελλάδας, που άλλαξε πρόσφατα τη γραμματοσειρά που χρησιμοποιούσε, όχι όμως και τα πολιτικά της χούγια. Το ρεπορτάζ για το τρίτο συνέδριο του ναρ, που το υπογράφουν ελαφρός και παπαμακάριος, μας ενημερώνει πως σε αντίθεση με το συνέδριο του κκε, το οποίο τελείωσε μια μέρα νωρίτερα, λόγω έλλειψης τοποθετήσεων, το συνέδριο του ναρ θα μπορούσε να κρατήσει μία ημέρα ακόμη λόγω πληθώρας ομιλητών! Κι ότι υπήρξε μια πραγματική βροχή από αιτήσεις ομιλιών, που θα τίναζε το όλο πρόγραμμα στον αέρα εάν δεν υπήρχε ο σχεδόν απόλυτος σεβασμός στη διαδικασία και δε γίνονταν οικειοθελείς αποσύρσεις ή αν δεν παρατείνονταν η δεύτερη ημέρα του συνεδρίου μέχρι τα μεσάνυχτα.

Για όποιον ξέρει να διαβάζει πίσω από τις γραμμές και να διερμηνεύει το ιδιόλεκτο του ρεύματος, ο σχεδόν απόλυτος (αλλά όχι απολύτως απόλυτος) σεβασμός στη διαδικασία και η παράταση μέχρι τα μεσάνυχτα της δεύτερης μέρας είναι ο εύσχημος τρόπος για να δικαιολογηθεί ο κακός προγραμματισμός ή η μη εφαρμογή του χρονοδιαγράμματος και οι εργασίες μέχρι τελικής πτώσης, που είναι γνωστές κι ως διαδικασίες για βάλιουμ. Κατά τα άλλα, δεν αμφιβάλλει κανείς πως αν μπορούσαν να μιλήσουν όσοι ήθελαν, για όσο χρόνο κι όσες φορές ήθελαν, πιθανότατα οι ναρίτες θα συνεδρίαζαν μέχρι σήμερα.

Παρεμπιπτόντως, το πιο ωραίο για το συνέδριο του ναρ, μου τόπε το λαϊκό στρώμα, που το αλίευσε από κάποιο ναρίτη στο φέισμπουκ, που έγραψε: πάλι με κοροϊδέψατε σύντροφοι, πάλι δεν γίναμε κόμμα. Ναι, αλλά πρόσθεσαν στον τίτλο τους το εμπρόθετο σύνολο «για την κομμουνιστική απελευθέρωση» για να κάνουν πιο φανερές τις προθέσεις τους. Κι έτσι έγιναν Ν.Α.Ρ. γ.τ.Κ.Α, που μόνο ένας εμπαθής θα το 'εκλαΐκευε' ως ‘γατάκια’ –κι εμείς δεν είμαστε τέτοιοι.

Όσο για το συνέδριο του κουκουέ, ένας στοιχειωδώς έντιμος παρατηρητής θα γνώριζε πως αυτό που επισπεύσθηκε ήταν το δεύτερο μέρος για την εκλογή της κε και του νέου γγ, κι όχι το πρώτο με τις τοποθετήσεις, που ήταν πλούσιες και δωδεκάλεπτες, επειδή τόσο προέβλεπε το χρονοδιάγραμμα και όχι με  νταβατζιλίκι, εις βάρος του προεδρείου και των επόμενων ομιλητών. Για να μην πιάσουμε το εύρος και τον πλούτο του προσυνεδριακού διαλόγου –που κι αυτός είναι κομμάτι του συνεδρίου- γιατί μιλάμε για τελείως διαφορετικά μεγέθη, που δεν αντέχουν σε σύγκριση.

Κλείνουμε αυτή την ενδεικτική λίστα με τα «εξ οικείων» βέλη, που είναι και τα πιο φαρμακερά. Ο λόγος για ένα κείμενο στον εργατικό αγώνα, που ασκεί πολεμική ενάντια στο πρόσφατο κείμενο του πγ της κετουκε στην κομεπ και την πολιτική της ηγεσίας του κουκουέ -που μπορεί να έχει ψηφιστεί με συντριπτική πλειοψηφία στο συνέδριο, αλλά αυτό δε συνιστά τεκμήριο ορθότητας, όπως μας λέει ο βλ (γιατί πχ κι ο δικομματισμός συγκέντρωνε συντριπτικά ποσοστά τόσα χρόνια) χωρίς ωστόσο να αντιπροτείνει κάποιον άλλο τρόπο για να παίρνονται στα συνέδρια του κόμματος σωστές αποφάσεις –όπως πχ η δική του μειοψηφούσα άποψη.

Το καλύτερο όμως μας το φυλάει για τον επίλογο, όπου κάνει εντυπωσιακό φινάλε συγκρίνοντας αποσπάσματα από το κείμενο του πγ με κείμενα κάποιων τροτσκιστικών και μαοϊκών οργανώσεων, για να αποδείξει την ταύτιση των απόψεων της ηγεσίας με αυτές τις ομάδες. Το σκεπτικό αυτό είναι τόσο έξυπνο, που το εφάρμοσαν και οι ασφαλίτες που συνέταξαν την επαναστατική προκήρυξη των μαχόμενων επαναστατικών ομάδων για τη δολοφονία των χρυσαυγιτών, ένα περιβόλι με τσιτάτα για όλα τα γούστα, όπου κάθε αριστερός μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του και κάποια τσιτάτα που εκφράζουν τον χώρο του. Θα μπορούσαμε λοιπόν να ανταποδώσουμε αυτή την έξυπνη τακτική με αντίστοιχα αποσπάσματα που θα ταύτιζαν τον εργατικό αγώνα με το σαμίρ αμίν και τον καζάκη ή το μαοϊκό ρεύμα στο ζήτημα της εξάρτησης ή με τους τροτσκιστές για το μεταβατικό πρόγραμμα και για το ενιαίο μέτωπο με τη γσεε. Κι έτσι θα δίναμε συναρπαστική τροπή με ακλόνητα επιχειρήματα σε έναν τόσο γόνιμο διάλογο.

Δε θα μπορούσα ωστόσο να εκτιμήσω ολόπλευρα το βάθος και την ποιότητα αυτής της επιχειρηματολογίας, αν δεν είχα βρει την αρχική της πηγή κι αυτό που μου θύμιζε εξ αρχής. Ένα παλιό φυλλάδιο του ρήγα φεραίου αν θυμάμαι καλά, που είχε απομονώσει φράσεις από κομματικά ντοκουμέντα και εκκλησιαστικά κείμενα του κατηχητικού και καλούσε τον αναγνώστη να βρει από πού προέρχονταν η κάθε φράση –καθώς έμοιαζαν αρκετά μεταξύ τους. Τότε μόνο συνειδητοποίησα το βάθος αυτού του συλλογισμού και υποκλίθηκα στο μεγαλείο του. Κλαπ-κλαπ-κλαπ…

Θα μπορούσαμε να επεκταθούμε σε κάποιο άλλο κείμενο και στην ταμπακέρα της κριτικής, πχ στο ζήτημα της κυβέρνησης και τη στάση των κομμουνιστών. Αλλά προσωπικά με έχει κουράσει πολύ η εκπληκτική μονομέρεια των αναλύσεων που παίρνουν επιλεκτικά πχ την απόφαση του 4ου συνεδρίου της κομιντέρν, αλλά αγνοούν επιδεικτικά το τρίτο συνέδριο που είχε πάρει διαφορετική θέση –και αντιστρόφως- διαλέγοντας κάθε φορά από τον μπουφέ της ιστορίας εκείνα τα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν ένα ήδη αποφασισμένο συμπέρασμα, που τις απαλλάσσει από τη δύσκολη ευθύνη της συγκεκριμένης ανάλυσης της πραγματικότητας της εποχής τους.


Στο τέλος της ημέρας ξεχειλίζεις από αισιοδοξία για την τόσο υψηλή στάθμη (που ξεχείλισε κι αυτή) της «πολιτικής αντιπαράθεσης» και του τρόπου με τον οποίο διεξάγεται. Δεν είναι μόνο η (συνειδητή ή μη, μικρή σημασία έχει) αναπαραγωγή της αστικής προπαγάνδας για το κουκουέ κι η εκπληκτική μονομέρεια σε κάποια ζητήματα με προκάτ συμπεράσματα. Το πιο βασικό είναι ότι αυτή η αστική στην ουσία της θορυβώδης πολεμική σκεπάζει οποιονδήποτε σοβαρό κριτικό λόγο, αποπροσανατολίζει την αντιπαράθεση κι ακυρώνει εν πολλοίς τις ανησυχίες και το διάλογο που αναπτύσσεται, καταφέρνοντας έτσι τη μεγαλύτερη ζημιά. Γιατί το κουκουέ δεν είναι τέλειο κι έχει ανάγκη από γόνιμη κριτική, που είναι απαραίτητη σαν το οξυγόνο. Κι όχι από βρώμικο, πνιγηρό, χαμηλής στάθμης πόλεμο, που καταλήγει σε ντροπαλό αντικομμουνισμό.

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

Τα κεραμίδια στάζουν

Τα κεραμίδια στάζουν όμορφες ανθρώπινες ιστορίες στις σελίδες του χρόνη, που εξατμίζονται με τη θέρμη του αναγνώστη και ενσταλάζουν μέσα του, για να ξαναπάρουν υγρή μορφή και να γίνουν οι χυμοί της ζωής, που σε μεθάνε όσο τους γεύεσαι και κολυμπάς μέσα τους. Αρκεί να τις διαβάσεις στη σωστή ηλικία, όπως είπε σοφά ο νεαρός κομμάντο. Γιατί αν τις ξαναπιάσεις μεγάλος –και πιο ώριμος θεωρητικά- ίσως σου φανούν ξερές και κρύες, χωρίς ροή για να διεισδύσουν στους πόρους της ψυχής σου και να την (στρ)αγγίξουν. Δε βρίσκεις καν κάποια υποψία κλονισμού, που σου είχαν προκαλέσει την πρώτη φορά, και την αναμέτρηση για την οποία είχες προετοιμαστεί ψυχολογικά.

Πολλοί σύντροφοι λοιπόν διάβασαν χρόνη μίσσιο στη σωστή ηλικία, όταν ήταν μικρότεροι, και τους σημάδεψε. Αυτό για τη δική μου γενιά σημαίνει χοντρικά πριν από καμιά δεκαριά χρόνια, πολύ μετά δηλ από την κυκλοφορία του πρώτου βιβλίου του και τον αντίκτυπο που προκάλεσε στην εποχή του. Αν είχα ζήσει εκείνη την περίοδο, πιθανότατα θα είχα κι εγώ την ίδια αντίδραση με τους συντρόφους που θεωρούν το μίσσιο ανάξιο λόγου και το έργο του προσβολή στο παρελθόν του και τη γενιά της αντίστασης συνολικά. Επειδή ωστόσο δεν ανήκω σε αυτήν τη γενιά, ένιωθα ότι υπάρχουν ανοιχτοί λογαριασμοί και μια αναμέτρηση που εκκρεμμούσε με τον χρόνη και τα βιβλία του.

Τι θα μπορούσε όμως να βρει ένας κνίτης πχ στα βιβλία του μίσσιου και να τον κερδίσει; Άβυσσος η ψυχή του συντρόφου. Γνωρίζω πχ μια φίλη και συντρόφισσα, που διαβάζοντας σε μικρή ηλικία το «καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς», αγάπησε το κόμμα και οργανώθηκε αργότερα στην κνε. Εγώ πάλι διαβάζοντας φαντάρος «τα κεραμίδια στάζουν» (που δεν το βρήκα στη βιβλιοθήκη του στρατού, όπως κάποιος άλλος σφος αναγνώστης), προσωρινά κλονίστηκα: λες να έχει δίκιο ότι (ξε)χάσαμε το συναίσθημα και προβάλλαμε μόνο υλικούς-οικονομικούς στόχους και αιτήματα; Και χρειάστηκε να διαβάσω σε ένα βιβλίο του ρούση(!) για την κοινωνική ατομικότητα και την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας στον κομμουνισμό, όπου κάθε μέρα θα ‘ναι σαν κυριακή, για να ξανάρθω στα ίσια μου και να ανακτήσω ηθικό.

Ο σύντροφος θα μπορούσε επίσης να γοητεύσει την αναρχική πλευρά του που κρύβει μέσα του. Να ζηλέψει την (ατομική και ψευδεπίγραφη) ελευθερία να μην χρειάζεται να πείσεις κανέναν για τίποτα. Να νιώσει τον ορισμό της μοναξιάς, όταν κάποιος έχει πολλά να δώσει, αλλά δεν υπάρχει κανείς να τα πάρει. Να προβληματιστεί για τη σχέση μας με τη φύση και τον τρόπο ζωής μας γενικότερα. Ή να κλονιστεί από εκείνο το απόσπασμα για τις ώρες που χωρίζουν σαν πτώμα τη μέρα και φεύγουν κούφιες κι αδιάφορες.

Μπορεί να γελάσει πικρά με την ιστορία του τραμπούκου που χτυπούσε τους κρατούμενους και τους φώναζε: πανανθρώπινη δεν την ήθελες ρε (σσ: τη λευτεριά); Να «κολλήσει» με την κριτική στο κόμμα και την απαξίωση για την ηγεσία, χάρη στο μοναδικό μαζοχισμό του κομμουνιστή να ρουφάει σα σφουγγάρι οτιδήποτε μας ασκεί πολεμική και «μας τη λέει», για να ‘χει προσωπική άποψη και να μπορεί να το αντικρούσει. Ή να ταυτιστεί με το σύντροφο που ‘χε αϋπνίες κι είχε κρύψει το εγχειρίδιο της κομματικής σχολής, για να το διαβάζει τα βράδια και να τον παίρνει ο ύπνος στην πρώτη σελίδα.

Η απομυθοποίηση του χρόνη επέρχεται σταδιακά, από βιβλίο σε βιβλίο. Κάθε καινούρια προσπάθεια σου αφήνει την αίσθηση πως είναι ελαφρώς χειρότερη από την αμέσως προηγούμενη και εν μέρει επαναλαμβάνεται. Στο τέλος της διαδρομής μπορεί να δει κανείς πώς ξετυλίγεται το νήμα της σκέψης του συγγραφέα για να φτάσει ως τις τελικές του συνέπειες.

Στο πρώτο βιβλίο (καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς) ακούμε το πικρό τραγούδι της ήττας με τις εξίσου στυφές αναμνήσεις από φυλακές κι εξορείς και τα πικρόχολα σχόλια για τα λάθη και τις ανεπάρκειες του κινήματος. Και από εκεί στο χαμογέλα ρε τι σου ζητάνε, όπου το μοτίβο είναι παρεμφερές, αλλά ο μίσσιος χαμογελά αναδρομικά και συμφιλιώνεται με τους βασανιστές του, ενώ συμπεραίνει πως η επανάσταση είναι προσωπική υπόθεση.

Ήδη στο δεύτερο βιβλίο αχνοφαίνεται η τομή σε ύφος και περιεχόμενο που θα ακολουθήσει στο επόμενο (τα κεραμίδια στάζουν). Εκεί η σκέψη του χάνεται στα παιδικά του χρόνια και το κοινοτικό κεκτημένο που εξαφανίζεται, αναπολώντας μέχρι και το μπουρδέλο της γειτονιάς του που τον μύησε στην τέχνη του έρωτα. Διακηρύσσει με το δικό του τρόπο –εν έτει 1991- το τέλος των ιδεολογιών, της πολιτικής και των κομμάτων και τα αντικαθιστά με τα χάδια και τον έρωτα, γιατί η επανάσταση δεν είναι εξέγερση, αλλά διέγερση. Λέει ότι ο σοσιαλισμός κατέρρευσε σα δεινόσαυρος αφήνοντας πίσω του μια μαύρη τρύπα, για να καταλήξει στο εμβριθές συμπέρασμα ότι το εαμικό κίνημα έχασε επειδή πρόδωσε τον πόθο και την ελπίδα του λαού για σεξουαλική απελευθέρωση.

Γράφει ότι η βία είναι η μαμή της εξουσίας. Ότι ο μαρξ πηδούσε κρυφά την υπηρέτριά του και δεν κατάφερε να απελευθερώσει ούτε τον εαυτό του. Και λυπάται για τον όουεν, τον προυντόν και τον μπακούνιν, που δεν τους αφήσαμε να φέρουν στην επανάσταση το άρωμα της ευαισθησίας και της φαντασίας. Θεωρεί ότι ο πολιτισμός γεννιέται από τις ανάγκες ανεξάρτητων παραγωγών (με άλλα λόγια σε καπιταλιστικά πλαίσια) κι όχι ενταγμένων σε πλάνα παραγωγής. Αλλού υποστηρίζει ότι η μόνη πηγή πολιτισμού είναι ο έρωτας, αλλά τις περισσότερες φορές τον θεωρεί πηγή καταστροφής και δυστυχίας, διακηρύσσοντας σε όλους τους τόνους το αναρχικό σύνθημα «επιστροφή στη φύση».

Κι έτσι περνάει στο τέταρτο βιβλίο του (το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι) και μας παρουσιάζει την αναρχική του ευτοπία, όπου βρίσκουν δικαίωση τα ιδανικά που περιγράφει. Οι ήρωες του βιβλίου –μεταξύ άλλων κι ο μαοϊκός με ισχυρά παλαιοκομμουνιστικά κατάλοιπα, που τον εμποδίζουν να χαρεί όπως οι άλλοι τη ζωή και τον έρωτα- ζουν ευτυχισμένοι σε κάποια παραδεισένια νησίδα, και πίνουν διάφορα μαντζούνια με μαγικές ιδιότητες, για να καταπολεμήσουν το γήρας, την απληστία της πολυεθνικής άρπα-κόλα και τις κρατικές δυνάμεις καταστολής.

Η μυθοπλασία του μίσσιου αρχίζει να κινείται στα όρια της μεταφυσικής, γιατί δε μπορεί να πιάσει πουθενά το νήμα της πραγματικότητας. Όπως είχε δηλώσει και ο ίδιος εξάλλου στην κρατική τηλεόραση, σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις, σταμάτησε να γράφει βιβλία, γιατί δεν έβλεπε πουθενά ένα μέρος για να τοποθετήσει τους ήρωές του. Κι αυτό γίνεται εμφανές στο τελευταίο του βιβλίο, που χλευάζει το τελευταίο επίτευγμα των επιστημόνων να παρασκευάσουν ντομάτα με γεύση μπανάνας, υποκαθιστώντας τη φύση, αλλά δεν έχει την έμπνευση των προηγούμενων.

Παράλληλα γίνονται φανερά τα όρια και οι αντιφάσεις του μίσσιου. Η αγάπη του για τον άνθρωπο και τους χυμούς της ζωής, τον οδήγησε να εγκαταλείψει τα κοινά και να γίνει τρόπον τινά ερημίτης στο καπανδρίτι, σε μια τυπική –και όχι διαλεκτική- άρνηση του πολιτισμού ως πηγής δυστυχίας, που θα έλεγε κι ο φρόιντ –αν και όχι με απόλυτη συνέπεια, καθώς η κυρά-ρηνιώ του είχε πάρει ένα κινητό για να μπορεί να τον βρίσκει...
Κι η σεξουαλική επανάσταση ήρθε χωρίς να απελευθερώσει τον άνθρωπο ούτε απ’ τον πουριτανισμό ούτε από τη συναισθηματική αποξένωση και τις δομές του συστήματος, στις οποίες ενσωματώθηκε με χαρακτηριστική ευκολία.

Ο μίσσιος ομολογεί οικειοθελώς την χρεοκοπία των ιδανικών που οι βασανιστές του τον πίεζαν να αποκηρύξει. Καταλήγει να πει με το δικό του τρόπο «ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι» κι ότι αυτός ο αγώνας έγινε για ένα πουκάμισο αδειανό. Οι απολίτικες αλήθειες του δεν απειλούν το σύστημα. Είναι εύκολες, ρηχές, στρογγυλεμένες, τόσο ώστε να χωράνε ακόμα και στην τελευταία ταινία του παπακαλιάτη.

Αυτό ωστόσο ουδόλως φαίνεται να απασχολεί τους διάφορους υμνητές του, που αντί να σκεφτούν ότι κάτι πάει στραβά όταν σε επαινεί ο αντίπαλός σου, αναγνωρίζουν ως τέτοιο το ριζοσπάστη και το κκε. Κι επαινούν με τη σειρά τους το μίσσιο, απλά και μόνο εξαιτίας της αναφοράς του ρίζου στο θάνατό του. Η οποία παρά την χοντροκομμένη της διατύπωση, δε λέει παρά μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Ότι ο μίσσιος δεν πίστευε στην ταξική πάλη.

Τα ίδια τα βιβλία του αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα για του λόγου το αληθές. Κι είναι κάτι που θα το παραδεχόταν κι ο ίδιος. Και πρέπει να το αναγνωρίσουν όλοι όσοι ομνύουν στην ταξική πάλη και την αναγκαιότητά της, ανεξαρτήτως αν γοητεύτηκαν κάποτε από την αναρχική αύρα του χρόνη. Αν δεν το κάνουν, κρύβονται απλώς πίσω από το δάχτυλό τους και το υψώνουν προκλητικά στην κοινή λογική και τη νοημοσύνη μας.

Όχι ο νεκρός δε δεδικαίωται πάντα. Ιδίως όταν με το έργο του ακυρώνει –όχι τόσο τις «κομματικές γραφειοκρατίες», όπως θα πίστευε- αλλά τη στάση ζωής όσων αντιστάθηκαν και αγωνίστηκαν. Κι ανάμεσα σε αυτές και τη δική του, σε πρώτη φάση.

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

Πώς γεννιέται ο καμικάζι

Ή αλλιώς πώς μια συντρόφισσα έγινε σφισσα

Έγινε από ένα βιβλίο που νόμιζε ότι ήταν για τα ναρκωτικά, εξαιτίας του τίτλου του. Ξεκίνησε με αυτό και μετά κύλησε στο βούρκο της μπρεζνιεφικής στασιμότητας.


Το βιβλίο αυτό ήταν του μίσσιου. Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς. Τώρα, πώς είναι δυνατόν να διαβάσεις μίσσιο και να συμπαθήσεις το κουκουέ, δεν το φτάνει ανθρώπου νους. Άβυσσος η ψυχή του συντρόφου. Κι αν το μάθαινε ο μίσσιος, ίσως να κυλούσε αυτός στα ναρκωτικά, τώρα στα γεράματα.

Διαβάζοντας χρόνη λοιπόν, απέκτησε απορίες. Τι πάει να πει τροτσκιστής; Και γιατί τον απέφευγαν οι άλλοι;
Άνοιξε την εγκυκλοπαίδεια, να δει στο λήμμα τρότσκι. Δεν είχε όμως τη μεγάλη σοβιετική, για να βρει τον ορισμό: ανθρωπόμορφος σοσιαλφασίστας, πράκτορας του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού και της γκεστάπο. Αν και το πιο πιθανό είναι να μην τον ανέφερε καν.

Ούτε είχε δει τη σκηνή του τραμπάκουλα με τον ινστρούκτορα, για να τον εντάξει στον ευρύτερο ορισμό του αναθεωρητή: όχι παιδάκι μου, εγώ δεν έχω τέτοιες ικανότητες. Είμαι βοσκός. Είχαμε έναν, τελείωσε, προχτές τον πήρανε.
-Άρα μπορούμε να προχωρήσουμε στην οργάνωση
.

Τροτσκιστές η συντρόφισσα είδε από κοντά όταν ήρθε να σπουδάσει στη θεσσαλονίκη. Ευτυχώς γνώρισε πρώτους τους σεκίτες.
Θα πάρετε την εφημερίδα μας; Θα υπογράψετε για να σταματήσει ο πόλεμος; Θα έρθετε στην αθήνα στο διήμερο μαρξισμός; Θα μας ενισχύσετε οικονομικά; Θα γίνετε μέλος του σεκ; Θα με παντρευτείς;

Όταν έχεις μπροστά σου ένα απλωμένο χέρι και μια εργατική αλληλεγγύη να ‘ρχεται κατά πάνω σου, σαν κινούμενη εφημερίδα τοίχου, το βλέπεις σαν ένταλμα σύλληψης κι ετοιμάζεσαι για κράτηση, κάνα δεκάλεπτο στην καλύτερη. Κι αν δεις στο καπάκι δικούς μας συντρόφους, κάνεις τη σύγκριση με το σεκ, και λες, μια χαρά είναι, όχι πιεστικοί σαν τους άλλους...

Σαν το κόλπο του χότζα, που λέει σε μια οικογένεια με μικρό σπίτι, να βάλουν μέσα όλα τα ζωντανά που έχουν στο στάβλο. Κι όταν τα βγάζουν μετά από κάνα μήνα, τους φαίνεται μεγάλο και ευρύχωρο. Πάλι καλά όμως που δεν γνώρισε τους οπαδούς του. Όχι του νασρεντίν, του άλλου.

Έπαιξε ρόλο για να μπει κι ότι δεν είχαν σχήμα εαακ στη σχολή της. Υπήρχαν κάτι άλλοι, χαρούμενοι αυτόνομοι, που όταν μεγαλώσουν θέλουν να γίνουν ανεξάρτητοι κι είχαν απορροφήσει όλο το υποψήφιο κοινό, το τάργκετ γκρουπ που λένε.
Όταν απ’ τα τέσσερα αρχικά σου στο αρκτικόλεξο, προβάλεις κυρίως το άλφα της ανεξαρτησίας, είναι λογικό να το προτιμά ο κόσμος στην αυθεντική του εκδοχή, με αριστερούς αυτόνομους που δεν καταγράφονται πουθενά. Αν υπήρχαν εαακ πάντως, μπορεί να την είχαν κερδίσει στιλιστικά.

Αντί γι’ αυτό όμως βρήκε μια σχολή γεμάτη συνασπισμένους καθηγητές, όπως όλες σχεδόν άλλωστε. Κι ανάμεσά τους έναν πρώην δικό τους, που μπούχτισε κι αποσκίρτησε για να ‘ρθει μαζί μας. Πραγματικό μαργαριτάρι -στο βυθό που ήταν κρυμμένο- για τις γνώσεις, το λόγο του, τη δίτομη ιστορία του εμφύλιου που έγραψε. Από τους πιο μειλίχιους (φιλο)σταλινικούς που μπορεί να γνωρίσει κανείς.

Συνδετικός κρίκος με την οργάνωση ήταν μια άλλη σφισσα που την είχε επιρροή και της έδειξε τα μέρη και τα κατατόπια. Μαζί και κάτι μαγαζιά στα λαδάδικα, όπου ανέβηκε να χορέψει στα τραπέζια για να διακηρύξει στον ανδρικό πληθυσμό το φλογερό μήνυμα που έκρυβε κάτω απ' τη φούστα της. Ευτυχώς η δικιά μας, δεν παρασύρθηκε από το στιλ δουλειάς της –που θύμιζε δαπάρα- ούτε τη διαολόστειλε.

Ίσως να έπαιξε ρόλο κι εκείνο το βιβλίο που της είχε δανείσει, το χρυσό εγχειρίδιο της μπρεζνιεφικής εποχής, με τις εκατό ερωτήσεις για την εσσδ. Τότε που είχαμε το συνέδριο με το δεύτερο θέμα για το σοσιαλισμό και συζητούσαμε στις όβες, είχα γράψει άλλες εκατό ερωτήσεις για τη σοβιετία για να τις πιάσει ο σφος στην παρουσίαση των θέσεων. Αλλά δε μας κάλυψε ιδιαίτερα –ήταν πρακτικά αδύνατο- κι έκτοτε μου έμεινε απωθημένο να γράψω εγώ τη συνέχεια. Εκατό ερωτήσεις-απαντήσεις για την εσσδ, νούμερο δύο.

Η σημερινή γενιά όμως δεν ξέρει να εκτιμά τα πολιτικά άρλεκιν. Θα ήταν λοιπόν βάσιμο να υποθέσουμε ότι για την ένταξή της βάρυνε μάλλον ο τόπος καταγωγής της. Ο ηρωικός μανταμάδος κι η κομμουνιστογέννα λδ λέσβου.
Στο μανταμάδο ευδοκιμούν sui generis κομμουνιστές, που στο μυαλό μου έχουν κάτι από τον χαρακτήρα των ντόπιων απ' το αστερίξ στην κορσική. Ξεροκέφαλοι, λίγο συντηρητικοί, αλλά αξιαγάπητοι. Ηρωικά κατάλοιπα μιας εξίσου ηρωικής εποχής που ανήκει στο παρελθόν και το μέλλον της ανθρωπότητας.

Από φιλοσοφικής άποψης είναι μάλλον οπαδοί του σπινόζα. Πανθεϊστές που κατέβασαν τον θεό απ’ τον ουρανό στη γη, τον έντυσαν υποσυνείδητα με κόκκινο (ζουρλο)μανδύα κι έπλασαν τον κόσμο κατ’ εικόνα κι ομοίωση των επιθυμιών τους. Αλλά είναι ένα βήμα από το διαλεκτικό υλισμό, όπως άλλωστε και ο σπινόζα.

Η πλάκα είναι ότι ο γνωστός και μη εξαιρετέος μαρατζίδης, έχει γράψει βιβλίο για τις μικρές μόσχες, τα εκλογικά κάστρα του κουκουέ. Και πρώτο απ’ όλα ανάμεσά τους, είναι (σσ: ήταν) ο μανταμάδος. Εμείς με τη σφίσσα όμως τον γνωρίσαμε πρώτα από αυτή τη μελέτη κι ύστερα μάθαμε τι φρούτο είναι.

Με τέτοια παιδικά χρόνια, η μοίρα της σφισσας ήταν προγραμμένη. Μπήκε στην οργάνωση πρωτοετής κι όπως όλοι οι κορσικανοί, πρώτα έγινε κομμουνίστρια κι ύστερα άθεη. Κάτι που δεν την εμπόδισε να δίνει κάθε χρόνο το παρών στη γιορτή του ταξιάρχη. Δεν έχουν το θεό τους σε αυτά τα μέρη...

Σήμερα –αρκετά χρόνια μετά- παραμένει εντός, εκτός κι επί τ’ αυτά. Η σύνδεσή της είναι χαμένη κάπου στο αιγαίο, σε ένα μπουκάλι, χίλια μύρια κύματα από εκεί που βρίσκεται. Και η ίδια σκέφτεται να γράψει τη συνέχεια αυτού του κειμένου –αφού διαβάσει πρώτα τις εκατό ερωτήσεις για την εσσδ- και να βάλει τίτλο εν είδει αυτοκριτικής: καλά εσύ απογοητεύτηκες νωρίς.

Κι αν γράφω αυτό το κείμενο, είναι γιατί αύριο έχουμε πορεία κι αυτή ήταν η βασική μου παρέα σε κάθε κινητοποίηση ή εκδήλωση. Πάντα υπάρχουν ρεζέρβες κι αουτσάιντερ, αλλά δεν είναι το ίδιο. Κι έτσι βάζω κάθε φορά στον εαυτό μου το ίδιο υπαρξιακό ερώτημα: ξέρω με ποιους να πάω (και ποιους να αφήσω).
Αλλά με ποιον να πάω; Ιδού η απορία..

Μπόνους τρακ για τον τίτλο του κειμένου

http://www.youtube.com/watch?v=851YMdI2WyU

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

Αντάρτικα τραγούδια

Σήμερα που είναι η ηρωική και πένθιμη επέτειος της βάρκιζας, η κε του μπλοκ είπε να το ρίξει στα αντάρτικα με τη βοήθεια του κ. γαζή που συγκέντρωσε τους στίχους από τα τραγούδια της αντίστασης σε ένα βιβλίο που το κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις δαμ.

Ξεκινάμε με τραγούδια για δοσίλογους

Τίνος είναι βρε γυναίκα τα παιδιά
Τόνα μου φωνάζει γιες
Τ’ άλλο μου φωνάζει για
Τίνος είναι βρε γυναίκα τα παιδιά

Τα κορίτσια πούχαν πρώτα ιταλούς
Τα κορίτσια πούχαν πρώτα γερμανούς
Τώρα έχουν εγγλεζάκια
Με κοντά παντελονάκια
Κι από πίσω ένα σύνταγμα ινδούς


Ας εξειδικεύσουμε καλύτερα στους γερμανοτσολιάδες του ράλλη.

Των γερμανοτσολιάδων

Εν-δυο, εν-δυο
φουστανέλα, τσαρούχ’, φούντα, φέσ’
εφτούνα τα ρούχα μι καίνι
κι αδίκως μου τάχουν φουρέσ’

-Άιν-τζβάι, άιν τζβάι
τσουλιά να μι λεν’ δε μ’ αρέσ’
ιγώ γερμανός είμι τώρα
καμάρ’ των ταγμάτων ες-ες

-Ιγώ είμ’ ιγώ κι δεν αργώ
ρουμιούς να σφάξου μάνι-μάνι
μι λεν λιφούς κι στου γιουρούς
τους τραυματίες έχου ξικάνει

-Άιν-τζβάι, άιν-τζβάι
λιφτά στου κιμέριμ΄ πουλλά
γι’ αυτά που μου λεν’ δε με νοιάζει
ο αδόλφος μου νάνι καλά


Ο στρατός του ράλλη

Τους βάλαν φουστανέλες και φεσάκια
Τσαρούχια με φονυτίτσα στην κορφή
Και νόμισαν πώς γίναν ευζωνάκια
Και περπατούν στητοί και λυγιστοί

Μα ξάφνου τον ελας σα δουν μπροστά τους
Τα παληκάρια τούτα της φακής
Αμέσως αμολάνε τα άρματά τους
Και τα ζωνάρια πέφτουν καταγής

Κι ο ράλλης τους κοιτά με απελπισία
Και το ξερό κεφάλι του χτυπά
Αχ, τι σοφά το λέει η παροιμία
Το ράσο δεν κάνει τον παπά


Στο γιάννη ράλλη

Γιαννάκη το ποτάμι πλημμυρίζει
Άκου, βρυχιέται, σπάζει τις φραγές.
-Φίλοι, μικρό κακό, μη σας φοβίζει
οι γερμανοί θα στείλουν τα ες-ες.

-Γιαννάκη ξύπνα, το νερό φουσκώνει,
τα πλήθη, ακούς, το δίκιο τους ζητάν
-Κούφιες φωνές, το αυτί μου δεν ιδρώνει
θα φτιάξω τους τσολιάδες να τους φαν.

-Γιάννη σε μύριους ξέσπασε χειμάρρους
νεροποντή, μας έπνιξε ο λαός
-Ε, τότε θα αμολήσω τους βουλγάρους
κι ας γίνουν όλα στάχτη, κουρνιαχτός.

Του κάκου, το ποτάμι όλο φουσκώνει
Όσο του χύνουμε αίμα πλημμυρά
Απ΄ το χαμό κανείς δε μας γλιτώνει
Θα μας ρουφήξουν τα άγρια του νερά


Κι ένα ακόμα τετράστιχο, απ’ το «είμαι του ελας αντάρτης»

Δε φοβάμαι την κρεμάλα, δε φοβάμαι το σκοινί
Και στο διάβα μου όλοι τρέμουν ράλληδες και γερμανοί
Ράλληδες, ταγματαλήτες, μπουραντάδες, γερμανοί
Τα κεφάλια σας θα πέσουν, απ’ τ’ αντάρτικο σπαθί


Στην ίδια κατηγορία είναι και τα τραγούδια για τον εδες του ζέρβα.

Η ίδρυση του εδες

Ο ταβουλάρης, σωστός μακελάρης
Εσκέφτηκε στα σοβαρά (τι λες)
Πως θα μπορέσει να βγάλει απ’ τη μέση
Ποιον λέτε το φουκαρά (για ιδές)

Έτρεξε πάλι με φούρια μεγάλη
Σε κάποιο γνωστό στρατηγό (λαγό)
Και φουσκωμένος του λέει ο καημένος
Αυτά τώρα που θα σας πω (πω-πω)

Βρε σα μπορείς το εαμ να διαλύσεις
Βάλε μάσκα να κλείσεις
Κάθε στόμα που θα δυσπιστεί
Βρε σα μπορείς τι σου έφερα ακόμα
Έλα φτιάξε το κόμμα
Να σου δώσω αυτά που ποθείς (λεφτά)

Κι ο ναπολέων φουσκώνει σα λέων
Και βάζει το ζήτημα μπρος (για ιδές)
Βρίσκει καμπόσους, σελέμηδες τόσους
Και φτιάχνει το κόμμα αυτό (εδες)

Κι έτσι αρχίζουν χωριά να γυρίζουν
Να τάζουν λεφτά με ουρά (παρά)
Εμάς να βρίζει και όλο να αφρίζει
Παντού να σκορπά συμφορά

Και στα στερνά η γκεστάπο διατάζει
Πως ο εδές θα την πάθει
Να χτυπήσει κρυφά τον ελας (κάπως αργά)
Κάπως αργά γιατί τόχουνε μάθει
Πως ο εδες θα την πάθει
Να σωθεί μια για πάντα η ελλάς (αμήν)


Υπήρχε επίσης για τον ζέρβα, μια ειρωνική παραλλαγή του γνωστού τραγουδιού, βάζει ο ντούτσε τη στολή του.

Αχ πωγώνι

Στέλνει ο ζέρβας στο πωγώνι
Το στρατό και ξεσπαθώνει
Δεύτερη φορά (2)

Για να κλέψει και να αρπάξει
Και τον κόσμο να ρημάξει
Βρε το μασκαρά (2)

Κι ο ελάς που ξαγρυπνάει πλάι στον καλαμά
Τούδωσε κλωτσά και πάει στα βαθιά νερά
Αχ, πωγώνι, μωρέ κακό πωγώνι
Για δεύτερη φορά ο ζέρβας τα πληρώνει


Στο ίδιο μήκος κύματος και κάποιες σατιρικές μαντινάδες απ’ τα δεκεμβριανά.

-Γυναίκες και μωρά παιδιά με μπόμπες τα χτυπάνε
Πάντα οι άγγλοι τόλεγαν ότι μας αγαπάνε
-Την έπαθαν στην ήπειρο και όλο τρέχει ο ζέρβας
Για να προφτάσει γρήγορα διανομή κονσέρβας
-Με πείνα οι άγγλοι φίλοι μας μάχονται την πατρίδα
Μα εδώ που η δάφνη φύτρωσε βγαίνει κι η λαχανίδα
-Μπρος στον ελας μας φεύγουνε οι άγγλοι κι οι χαφιέδες
Κι οι δρόμοι της πρωτεύουσας γεμίζουνε μπερέδες
- Ο άρης είν’ τριαντάφυλλο κι όπου να πάει μυρίζει
Κι ο ράλλης είναι γάιδαρος κι όπου να πάει γκαρίζει.


Μαζί με αυτά όμως συνυπήρχαν κι οι αυταπάτες.

Εμπρός εργάτη, αγρότη, αντάρτη στη γραμμή
Για μια καινούρια, ωραία ελεύθερη ζωή
Ο τσώρτσιλ, ρούσβελτ, στάλιν, συμμάχοι στο λαό
Κι αλύπητα χτυπάνε το δήμιο φασισμό
Ε γεια, άντε γεια, όλοι με καρδιά
Πολεμήστε για τη λευτεριά


Στην περίπτωση της σοβιετίας οι αναφορές αγγίζουν τα όρια της λατρείας.

Ψηλά απ’ τη μεγάλη την χώρα φύσηξε πάλι ο βοριάς
Στον κόσμο ξεχύνεται τώρα καινούρια πνοή λευτεριάς


Κάτι που φαίνεται πιο καθαρά στο παρακάτω ποίημα

Οι ρούσοι

Ω μα λες και να τ’ ακούσω
Νικητή να πουν το ρούσο;
Ω μα λες και να το σώσω
Νικητή να δω το ρώσο;
Άμα έρθουνε οι ρώσοι
Η κοιλιά μας θα γεμώσει
Οι ανθρώποι που νοούσι
Θένε νάρθουνε οι ρούσοι.
Παναγιά μου φέρε κείνοι
Π’ αγαπούν την ισοσύνη
Θάρθουνε οι ρώσοι πρώτοι
Και θα φέρουν την ισότη
Όταν έρθουνε εκείνοι
Ότι είναι σωστό θα γίνει
Άμα έρθουνε οι ρούσοι
Ίσα κι οι φτωχοί κι οι πλούσοι.
Αναμένω τσοι με λύσσα
Να γενούμεν όλοι ίσα.
Του χρόνου τέτοιαν εποχή
Δε θα υπάρχουνε φτωχοί


Η ομοιότητα με το τραγούδι στην περίοδο της τουρκοκρατίας –επί ορλοφικών νομίζω- που έλεγε «ακόμα ετούτη η άνοιξη ραγιάδες, ραγιάδες, ώσπου να ‘ρθει ο μόσκοβος» είναι εμφανής.

Να και μια ενδεικτική διασκευή στίχων στο «ατσάλινο τείχος».

Σαν ατσάλινος γίγας που αλύγιστος ορμάει
Στα πεδία των τίμιων μαχών
Με αρχηγούς το βοροσίλοφ, τιμοσένκο και μπουντιένι
Που είναι μάνες του κόκκινου στρατού

Με τα τανκς, τα αεροπλάνα και τους όλμους
Και ψυχή σαν του κόκκινου στρατού
Με καθοδήγηση λαμπρή του στρατηλάτη μας στάλιν
Ξεψυχάει ο αγκυλωτός του φασισμού


Μια τρίτη κατηγορία τραγουδιών είναι όσα περιγράφουν την κοινωνία για την οποία παλεύουν οι αγωνιστές του εαμ/ελας. Όπως για παράδειγμα σε αυτό το τετράστιχο.

Αυτά που έγραψε ο ρήγας, έναν καιρό, παλιό καιρό
Οι παρτιζάνοι στα μπαλκάνια, το κάνουν έργο ζωντανό
Θα φτιάσουμε μια κοινωνία, όλοι οι λαοί να ενωθούν
Μίση παλιά κι άλλες έχθρες παντοτινά να ξεχαστούν


Ή ακόμα στο τραγούδι: απ’ τους κάμπους τα λαγκάδια

Είν’ απέραντος ο κάμπος και τα χέρια λιγοστά
Ας δουλέψουν οι αφεντάδες με τα χέρια τα απαλά
Ας δουλέψουν οι κυράδες που φορούν μεταξωτά
Τι τις θέλουμε τις λίρες πούναι τόσο λαμπερές
Να τις κάνουμε μασέλες για να τρώνε οι γρηές.


Εξίσου γλαφυροί είναι κι οι παρακάτω στίχοι

Αν είσαι κι αν δεν είσαι

Αν είσαι κι αν δεν είσαι του βασιλιά παιδί
Να μάθεις να δουλεύεις αν θες να τρως ψωμί
Σφυροδρέπανο κι αξίνα
Κάτω ο φασισμός κι η πείνα

Αν είσαι κι αν δεν είσαι και του δημάρχου γιος
Να μάθεις να δουλεύεις αν θέλεις για να τρως
Σφυροδρέπανο κι αστέρι
Και γροθιά με τόνα χέρι.

Άντε να πάμε πέρα και τι να κάνουμε
Να ιδούμε τη ρωσία κι ας αποθάνουμε
Το σφυρί και το δρεπάνι
Τους φασίστες θα ξεκάνει

Ήρθε ο καιρός μας, ήρθε, βαράτε τα βιολιά
Να ιδεί μιαν άσπρη μέρα κι η φτωχολογιά
Σφυροδρέπανο κι αξίνα
Κι ο ελάς μες στην αθήνα


Για τους εαμίτες είναι καθαρό ότι το δίκιο θα κριθεί απ’ τον αγώνα τους

Στους δρόμους

Στους δρόμους θα κριθεί το δίκιο
Στους δρόμους θα πνιγεί ο σατράπης
Κι απ’ τη σκληράδα θα φυτρώσει
Το νιο βλαστάρι της αγάπης

Στους δρόμους, στους δρόμους που βάφτηκαν με αίμα
Της νέας ζωής ανατέλλει η αλήθεια
Του κόσμου θεμέλιο, αγάπη και γέλιο
Φουσκώνουν πλατιά πανανθρώπινα στήθια


Κι ότι στο πλευρό τους θα αγωνιστούν οι γυναίκες...
(Ήρθε η ώρα κι η γυναίκα στον αγώνα να ριχτεί
Να παλαίψει αντρειωμένα, τίποτα να μη σκεφτεί
).

…καθώς επίσης και τα παιδιά
Έχουμε τα φτερά του αετού, του λιονταριού την χάρη
Τη γρηγοράδα τ’ αλαφιού και την ορμή του Άρη
(από τον ύμνο των αετόπουλων)


Αντί επιλόγου, παραθέτω τρία αποσπάσματα.
Το πρώτο είναι από έναν από τους ύμνους του εαμ, σε στίχους και μουσική του ποιητή βασίλη ρώτα. Για τον οποίο ομολογώ πως μέχρι και το λύκειο τον γνώριζα μόνο από το ποίημα για τους οκτώ σπουργίτες και μια ρόγα από σταφύλι (τσίρι-τίρι, τσιριτρό). Αφού αυτά μας έμαθαν στο σχολείο...

Λευτεριά πανώρια κόρη
Κατεβαίνει από τα όρη
Κι ο λαός την αγκαλιάζει
Και χορεύει και γιορτάζει

Εαμ-εαμ, φωνή λαού
Που φτάνει ως τ’ άστρα του ουρανού
Εαμ-εαμ, αντιλαλεί
Όλη η ελλάδα μια φωνή


Το δεύτερο απόσπασμα είναι από το καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς του χρόνη μίσσιου κι αναφέρεται με κωμικοτραγικό τρόπο σε έναν πολύ γνωστό στίχο από ένα αντάρτικο.

Ήθελα λοιπόν να σου πω πως όταν ήμουν δεμένος καθιστός σε αυτή την καρέκλα με τα τετράγωνα πόδια, με βάραγε μια κουφάλα και μου ‘λεγε, ώστε πανανθρώπινη τη θέλατε, ε πούστη; Και δώσ’ του βάραγε. Εννοούσε τη λευτεριά. Δε λέει το τραγούδι: θέλουμε λεύτερη εμείς πατρίδα και πανανθρώπινη τη λευτεριά; Ποτέ δε μπόρεσα να καταλάβω γιατί του ‘κατσε στο στομάχι το πανανθρώπινη.

Τέλος ένα απόσπασμα από κάποιο τραγούδι που αναφέρεται ονομαστικά σε κάποιους αρχηγούς των γερμανοτσολιάδων και προσφέρει άθελά του κάποιους συνειρμούς με το σήμερα.

Λύσσαξαν να πιούνε αίμα, τίμιο αίμα του λαού
Και με γερμανούς στο πλάι, θάνατο σκορπάν παντού
Χαριτάκηδες, τσιλίφες, μηλιαρέσηδες αισχροί
Και πατσαίοι, τσουραπαίοι, του λαού τρανοί εχθροί


Άντε κι άλλη βάρκιζα μη μας ξανάβρει

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Εισαγωγή στο ρεφορμισμό

Βάζω εδώ ένα κείμενο που έγραψα για το γκράνμα. Με την έννοια ότι θα το διαβάσει περισσότερος κόσμος και μπορεί να ανοίξει κι εδώ κουβέντα, διαφορετική από αυτή που γίνεται στο αδελφό και σύμμαχο μπλοκ. Είναι μια σύντομη εισαγωγή σε μια σειρά συγκυριακών προβληματισμών πάνω στα προβλήματα της συγκυρίας. Το κακό δηλ είναι ότι μπορεί να έχει και συνέχεια.

Απέχει αρκετά από το να είναι το μπρεζνιεφικό μανιφέστο που θα περίμενε ο propagitor, αλλά μπορεί να θεωρηθεί ως ένα προοίμιο, με έννοιες όπως αυτές ορίζονται από κάποια κείμενα και τσιτάτα των κλασικών (κι όχι μόνο).

Παρεμπιπτόντως, το τσιτάτο δεν έχει απαραίτητα κακή έννοια. Βγαίνει από το ρωσικό ρήμα διαβάζω κι αν μη τι άλλο προϋποθέτει ότι ο σύντροφος κάθισε και διάβασε. Κι αυτό δεν είναι ο κανόνας στις μέρες μας. Το πρόβλημα είναι αυτοί που μένουν στα τσιτάτα χωρίς να διαβάζουν τα συμφραζόμενα. Κι όσοι τα δανείζονται ενώ δε διαβάζουν καθόλου και τα χρησιμοποιούν μεταφυσικά σαν ξόρκια συμπυκνωμένης σοφίας. Κι άντε μετά να τους εξηγήσεις ότι: σύντροφοι, δεν πρέπει να επικαλούμαστε τις αυθεντίες με τσιτάτα. Γιατί όπως έλεγε κι ο μαρξ…

Γιατί για το ρεφορμισμό; Γιατί είναι η κλασική κατάληξη στις συζητήσεις που γίνονται εδώ στο γκράνμα, αλλά και κάθε κουβέντας που σέβεται τον εαυτό της μεταξύ κομμουνιστών ή ατόμων που αυτοαποκαλούνται τέτοιοι. Και να αδερφέ μου που μάθαμε να πληκτρολογούμε ήσυχα κι απλά. Αλλά αν δε δεχτείς ήσυχα κι απλά ότι είσαι ρεφόρμα του κερατά, θα φας μια ενωτική με το καδρόνι που θα είναι όλη δικιά σου.

Άλλοι ρεφορμίζουν γιατί όπως λέει ο ένγκελς (όχι που δε θα ‘χε τσιτάτο) τρέχουν πίσω από τη συγκυρία και ξεχνάν τον τελικό στόχο. Άλλοι κακοφορμίζουν γιατί μένουν κολλημένοι στους τύπους κι αποστεώνονται. Άλλοι το χάνουν στη στρατηγική κι άλλοι στην τακτική. Μα οι πιο πολλοί το χάνουν στη σύνδεση κι αν δεν έχεις το ένα, χάνεις και το άλλο, μαζί με τα αυγά και τα πασχάλια. Αν δεν έχεις στρατηγική πχ, κάνεις τέτοια τους τακτικούς συμβιβασμούς και το κίνημα πάει στο βάλτο με μαθηματική ακρίβεια.

Κι αν μπλέξεις στα μυστικά του βάλτου κάνεις αμάν να τα ξεχωρίσεις. Έχει ρεφορμιστές που πιστεύουν ότι ο σοσιαλισμός θα έρθει με μεταρρυθμίσεις. Ρεβιζιονιστές που αναθεωρούν τον μαρξισμό και τις βασικές του αρχές. Οπορτουνιστές που είναι ευκαιριακοί καιροσκόποι και κοιτάνε την πάρτη τους. Τίμιους οπορτουνιστές που είναι οι πιο επικίνδυνοι. Αριστεριστές που τους διακρίνει αφέλεια μικρού παιδιού κι αναρχίζουν. Χαμός στο ίσωμα. Κουβάρι ολάκερο που μόνο σαν γόρδιος δεσμός ξεμπλέκει. Με μέθοδες σταλινικές και του σπαθιού την κόψη.

Ψάξε βρες τώρα από πού να φυλαχτείς κι από πού θα σου ‘ρθει το χτύπημα. Θέλει προσοχή κι επαγρύπνηση. Όπως γράφει κι ο μίσσιος, ύπουλο πράγμα ο βασικός κίνδυνος και πώς να τον ορίσεις. Αυτός ο πούστης ήταν σαν το μουνί της χήρας, που τα ‘παιζε με τον ψαρά και του ‘τρωγε τα ψάρια, γιατί τον ρώταγε: μπροστά το έχω ή πίσω; Μπροστά, έλεγε ο ψαράς. Η χήρα τούρλωνε τον κώλο της, του ‘παιρνε τα ψάρια. Την άλλη μέρα, πίσω, έλεγε ο ψαράς. Σήκωνε τα φουστάνια της η χήρα, του ‘παιρνε τα ψάρια. Κι ο ψαράς ο καημένος που τη γουστάριζε, μονολογούσε: αν δε σταθεροποιηθεί το απαυτό της χήρας δε βλέπω μεροκάματο.

Έτσι και με το βασικό κίνδυνο, που λες. Μια μας ερχόταν από τα δεξιά, μια από τα αριστερά. εκεί που στραβώναμε τα μάτια μας μελετώντας τα τσιτάτα και τα ντοκουμέντα, για να πούμε πως είναι φανερό πια ότι ο κίνδυνος για το κίνημα είναι από τα αριστερά, να σου και μας έβγαινε από τα δεξιά. Δώσ’ του πάλι απ’ την αρχή να μελετάμε τα ντοκουμέντα, από την ανάποδη τώρα και να λέμε τα αντίθετα.

Όμως κι οι άλλοι που τα βάζουν με το κόμμα και θέλουν σώνει και καλά να το βγάλουνε ρεφορμιστικό και προδομένο, τα ίδια περίπου κάνουν. Τη μία ρεφορμίζει γιατί θέλει λέει, λαϊκή εξουσία χωρίς επανάσταση και μέτωπο με τους μικροαστούς. Και την άλλη ρεφορμίζει απ’ την ανάποδη, γιατί δεν έχει μεταβατικό πρόγραμμα και φαντασιώνεται ημέρες δυαδικής εξουσίας και αδύναμους κρίκους, χωρίς να βάζει συνδετικούς κρίκους και πολιτικά αιτήματα. Σαν το από τέτοιο της χήρας κι εμείς ένα πράγμα.

Η πρώτη φορά που τέθηκε ως θεωρητικό ζήτημα ήταν στις αρχές του αιώνα που ο μπερνστάιν κατέληξε σε εκείνο το εαακίτικο: το κίνημα είναι το παν, ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτα. Η ρόζα λούξεμπουργκ έγραψε ως απάντηση τη μπροσούρα μεταρρύθμιση ή επανάσταση. Λίγο-πολύ έτσι τίθεται το δίλημμα και στη σημερινή συγκυρία. Ας δούμε ένα απόσπασμα.

Η νομοθετική μεταρρύθμιση και η επανάσταση δεν είναι δυο διαφορετικές μέθοδοι της ιστορικής προόδου, που μπορεί κανείς να διαλέξει μέσα στο μπουφέ της ιστορίας, όπως θα διάλεγε τα κρύα και τα ζεστά λουκάνικα. Αλλά διαφορετικές στιγμές στην εξέλιξη της ταξικής κοινωνίας που αλληλοκαθορίζονται και αλληλοσυμπληρώνονται, αλλά και που αποκλείουν συγχρόνως η μία την άλλη, όπως πχ ο βόρειος κι ο νότιος πόλος, η μπουρζουαζία και το προλεταριάτο.

Σε κάθε εποχή η εκάστοτε νομοθεσία είναι ένα προϊόν της επανάστασης. Ενώ η επανάσταση είναι μια πολιτική δημιουργική πράξη της ταξικής ιστορίας, η νομοθεσία είναι η πολιτική συνέχεια της ζωής της κοινωνίας. Η νομοθετική μεταρρυθμιστική εργασία δεν περικλείει μέσα της μια δική της ανεξάρτητη από την επανάσταση κινητήρια δύναμη. Κινείται μέσα σε κάθε ιστορική περίοδο αποκλειστικά πάνω στη γραμμή της προηγηθείσας ανατροπής και μόνο εφόσον υφίσταται ακόμα η ώθηση που της έδωσε αυτή η ανατροπή. Ή για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι, κινείται μόνο μέσα στα πλαίσια της κοινωνικής μορφής που έφερε στο φως της μέρας η επανάσταση. Αυτή ακριβώς είναι η ουσία του ζητήματος.

Είναι βασικά εσφαλμένο κι αντι-ιστορικό να θεωρούμε τη νομοθετική μεταρρυθμιστική εργασία σαν διαπλάτυνση της επανάστασης και την επανάσταση σαν επιτάχυνση της μεταρρύθμισης. Μια κοινωνική ανατροπή και μια νομοθετική μεταρρύθμιση είναι δυο διαφορετικές στιγμές, όχι από την άποψη της χρονικής τους διάρκειας, αλλά από την άποψη του ουσιαστικού τους περιεχομένου. Όλο το μυστικό των ιστορικών ανατροπών μέσω της πολιτικής εξουσίας, έγκειται ακριβώς στη μεταβολή των απλών ποσοτικών μεταβολών σε μια καινούρια ποιότητα, συγκεκριμένα: στη μετάβαση από μια ιστορική περίοδο, από μια κοινωνική μορφή, σε μια άλλη.

Γι’ αυτό όποιος κηρύσσεται υπέρ της κοινωνικής μεταρρύθμισης σε αντικατάσταση και σε αντίθεση με την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και της κοινωνικής επανάστασης, δεν επιλέγει στην πραγματικότητα έναν πιο ήρεμο, πιο ασφαλή και βραδύ δρόμο προς τον ίδιο σκοπό, αλλά ένα διαφορετικό σκοπό.

Η δημοκρατία είναι απαραίτητη όχι γιατί καθιστά περιττή την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο, αλλά γιατί αντίθετα την καθιστά αναγκαία και μοναδικά πραγματοποιήσιμη. Κι έτσι στον μπερνστάιν έπεσε η αποστολή να ανακηρύξει τον ορνιθώνα του αστικού κοινοβουλίου σαν το ενδεδειγμένο όργανο για την πραγματοποίηση της φοβερότερης κοσμοϊστορικής ανατροπής: το πέρασμα της κοινωνίας από την καπιταλιστική στη σοσιαλιστική μορφή.


Είναι μεγάλος ο πειρασμός να πω ενδιάμεσα τα δικά μου: σχόλια κι ερμηνείες. Σκόπιμα όμως τα παραθέτω έτσι, για να βγάλει ο καθένας το δικό του συμπέρασμα και να διαλέξει τη φράση που το στηρίζει, σαν κρύο ή ζεστό λουκάνικο, από το μπουφέ της ρόζας. Όπως λένε, περί ορέξεως λουκανικόπιτα. Ή όπως αλλιώς λέγεται στας αθήνας τέλος πάντων.

Πάμε τώρα και σε μια εκλαϊκευτική εκδοχή του αλτουσεριανού αντάρτη γιώργου αλεξάτου, από το τελευταίο του μυθιστόρημα εναλλακτικής ιστορίας, πλατεία μπελογιάννη (εκδόσεις κψμ). Φανταστικός διάλογος-αχτιφάρισμα από οργανωμένο κομμουνιστή σε νεολαίο.

Δεν πρόκειται να το δεχτούν. Δε θα το κάνουν. Εμείς όμως θα το ζητάμε. Κι έτσι θα πιέζουμε. Κάποια μικρά μπορεί να γίνουν κάτω από λαϊκή πίεση. Τα άλλα δε γίνονται.

Να σου πω και κάτι που αποτελεί τη βάση της πολιτικής σκέψης ενός επαναστάτη. Εμείς επιδιώκουμε αλλαγές που σε πολλούς φαντάζουν απραγματοποίητες. Ο πολύς κόσμος δε μπορεί εύκολα να φανταστεί πως θα υπάρξει κομμουνισμός. Παλιότερα, μέχρι το 1917, δε μπορούσε να φανταστεί πως θα γινόταν σοσιαλιστική επανάσταση και θα νικούσε. Ακόμα παλιότερα, δε μπορούσε να φανταστεί πως θα μπορούσαν οι αμόρφωτοι εργάτες να φτιάξουν συνδικάτα, εργατικά κόμματα και να αγωνιστούν για τα δικά τους συμφέροντα. Ο ρεφορμισμός είναι αυτή ακριβώς η έλλειψη πίστης στη δυνατότητα να πραγματοποιηθούν τα μεγάλα όνειρα. Κι ο ρεφορμισμός είναι πιο εύκολο να πείσει, όσο τα πράγματα μένουνε στάσιμα.

Αύριο μεγαλώνοντας θα μπεις και στο σωματείο σου. Ποια είναι η ρεφορμιστική πολιτική στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα; Το να διεκδικείς μόνο μέχρι εκεί που είσαι σίγουρος πως θα υποχωρήσει η εργοδοσία. Ποια είναι η επαναστατική γραμμή; Το να διεκδικείς, μέχρι εκεί που μπορούν να δώσουν τον αγώνα οι εργάτες. Κι αυτό θα το κρίνεις βλέποντας τις διαθέσεις τους, έχοντας στενή σχέση μαζί τους, όντας σάρκα από τη σάρκα τους. Αν αδιαφορήσεις για τις διαθέσεις τους και προτείνεις αυτά που εσύ φαντάζεσαι σαν επαναστατικά, απλώς γίνεσαι αριστεριστής και ξεκόβεσαι απ’ την τάξη.

Ποια θα ήταν μια συνεπής ρεφορμιστική πολιτική για την επανάσταση; Να μη μιλάμε γι’ αυτήν, γιατί δεν πρόκειται να γίνει. Να κοιτάμε μπας και πετύχουμε τίποτα μικροβελτιώσεις κι αργότερα βλέπουμε. Τι λέμε εμείς; Οι όποιες μικροβελτιώσεις είναι καλές και τις διεκδικούμε. Ακόμα και τις πιο ασήμαντες. Δεν έχουμε όμως καμιά αυταπάτη, πως μέσα απ’ αυτές θα προκύψει κάτι σημαντικό. Προτείνουμε λοιπόν μια πολιτική που ο κόσμος τη βλέπει σα ρεαλιστική. Συσπειρώνοντας τον κόσμο σε αυτή τη βάση, συγκροτούμε ένα μαζικό, λαϊκό κίνημα, που η δυναμική της ανάπτυξής του θα του επιτρέψει να ξεπεράσει και τις όποιες αυταπάτες του. Τότε, στην κρίσιμη στιγμή, ο στόχος εμφανίζεται στο προσκήνιο με τους πραγματικούς όρους επίτευξής του.

Οι κομμουνιστές υποστηρίζουμε τις μεταρρυθμίσεις γιατί ενδιαφερόμαστε να καλυτερεύει η ζωή του λαού, αλλά και γιατί ο κόσμος πείθεται μέσα από μικρές νίκες πως μπορεί να πετύχει και μεγαλύτερες. Σε αυτές τις μεγαλύτερες στοχεύουμε κι αυτές προετοιμάζουμε. Οι ρεφορμιστές αντίθετα μιλάνε για μεταρρυθμίσεις κι όταν τις πετυχαίνουν μέσα από χίλιες-μύριες επιφυλάξεις, αρκούνται σε αυτές. Ο κόσμος τότε μαθαίνει να μη διεκδικεί τα μεγάλα, μαθαίνει να αρκείται στα λίγα, δε μαθαίνει να εμπιστεύεται τις ίδιες του τις δυνάμεις.

Υπάρχουν βέβαια κι οι υπερεπαναστάτες, οι αριστεριστές. Αυτοί υποτιμούν τους αγώνες για τα μικρά, γιατί θεωρούν πως αποπροσανατολίζουν τον κόσμο. Αυτοί νομίζουν πως μπορεί ο κόσμος να ζητήσει τα μεγάλα, χωρίς να έχει περάσει απ’ το σχολείο των αγώνων για τα μικρά τα καθημερινά.


Το απόσπασμα είναι ελάχιστα παραλλαγμένο για να βγαίνει νόημα χωρίς τα συμφραζόμενα του μυθιστορήματος από το υπόλοιπο βιβλίο.

Καλά τα λέει, αλλά δεν τα κάνουν. Ή μήπως τα κάνουν; Είναι ένα ζήτημα πού ακριβώς θα κατέτασσε ο ίδιος με βάση τα παραπάνω τον χώρο του (συνιστώσα της ανταρσύα).

Αλλά αυτό μπορεί να το σκεφτεί ο καθένας μας ξεχωριστά –δουλειά για το σπίτι- και να το συζητήσουμε στα σχόλια, γιατί το εισηγητικό κείμενο έχει ήδη ξεφύγει σε μέγεθος.

Κυριακή 22 Αυγούστου 2010

Την τρίτη μέρα κατά τας γραφάς

Ημερολόγια κατασκήνωσης – ημέρα τρίτη

Λόγω της ημέρας (η ζέστη, τα λόγια του παπά) θα κολλούσε να μπει σήμερα το κείμενο για την εκδρομή στη σμύρνη. Αλλά αυτό θα είναι το επόμενο. Σήμερα θα εκπέμψουμε σε άλλα μήκη, πιο φιλοσοφικά, περί αμπέλων κι υδάτων.

Εμείς οι κομμουνιστές δεν κρυώνουμε. Ούτε υποφέρουμε από τη ζέστη. Επίσης δεν πεινάμε και δεν γκρινιάζουμε. Δεν έχουμε αντιλήψεις, παρά μόνο πειθαρχία εργοστασίου. Δε βαριόμαστε σε ανούσιες εκδηλώσεις. Δεν έχουμε κενά κι απορίες όταν δε μας καλύπτουν οι απαντήσεις. Τα καλύπτουμε εκ των έσω.

Δεν είμαστε μίζεροι. Έχουμε κομμουνιστική αισιοδοξία πως έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη. Από θάνατο. Κι εμείς να νικήσουμε θα βρούμε έναν δικτάτορα του προλεταριάτου να τους ξύσει όλους απ' το κάδρο.

Διαβάζουμε με μεγάλο ενδιαφέρον κατεβατά και πολυσέλιδες πλατφόρμες. Συνήθως μας φαίνονται ελλιπή κι έχουμε να προσθέσουμε επιπλέον πράγματα. Υπερασπιζόμαστε με πάθος πρόσωπα και καταστάσεις για τα οποία αλλάζουμε γνώμη σε κάποια φάση της ζωής μας.

Μαθαίνουμε τους μισούς στίχους από τα αντάρτικα και μετά τους μπερδεύουμε. Αλλά εξακολουθούμε να ακούμε τραγούδια που γράφτηκαν –στην καλύτερη- τριάντα χρόνια πριν. Κι αν είμαι ρετρό μη με φοβάσαι. Κοντεύω κιόλας τριάντα χρονών.

Μαθαίνουμε με δίψα περιττές πληροφορίες ξεκομμένες από το προτσές της ζωής που εξελίσσεται μπροστά μας. Μαθαίνουμε να λέμε και να κάνουμε συνδικαλιές για να τη λέμε στον άλλο.
Κατά κανόνα έχουμε κοινωνικό έλλειμμα. Είμαστε ερωτευμένοι με την ίδια τη ζωή και σπανίως περισσεύουν συναισθήματα και για τους ανθρώπους γύρω μας.
Έχουμε τη ζωή πολύ, πάρα πολύ αγαπήσει...

Θέλουμε άλλους τρεις συντρόφους για να αλλάξουμε μια λάμπα πριν αποφασίσουμε τελικά ότι φταίει το σύστημα. Υιοθετούμε το δόγμα μπους στις συμμαχίες μας –ή μαζί μας ή εναντίον μας- ως υγιές αντίσωμα απέναντι στη λογική που θέλει μαζί μας όποιον δεν είναι εναντίον μας.

Ξέρουμε να αναλύουμε άριστα τις αντικειμενικές συνθήκες αλλά το χάνουμε κάπου με τα υποκείμενα. Διαδίδουμε ανοησίες περί έρωτα για να πηδήξουμε ή να πηδηχτούμε τζάμπα.

Διαθέτουμε απεριόριστη ώρα για την οργάνωση. Κατανοούμε την αναγκαιότητα να της διαθέσουμε ακόμα περισσότερη ακόμα κι όταν δε γίνεται. Και πετυχαίνουμε με τη μέρα ό,τι κι ο άγιαξ με το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο που μεγάλωνε τον χώρο και τις διαστάσεις του γηπέδου.
Διαθέτουμε ελάχιστη ώρα για τον εαυτό μας, αλλά αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα γιατί συνήθως δε διαθέτουμε καν εαυτό.

Θέλουμε να κοινωνικοποιήσουμε τα μέσα παραγωγής και να παράγουμε έργο για την οργάνωση που είναι το καλύτερο μέσο κοινωνικοποίησης. Ο κοινός εχθρός μας είναι η κόλαση. Δηλ οι άλλοι όπως λέει κι ο σαρτρ.

Δεν πηγαίνουμε εκκλησία τις κυριακές γιατί έχουμε δουλειά στα γραφεία. Κατεβάσαμε το θεό από τον ουρανό στη γη. Τον βάλαμε σε μαυσωλείο και προσπαθούμε να γίνουμε κατ’ εικόνα κι ομοίωσή του. Αφήνουμε μούσια ως ιεραπόστολοι της αλήθειας που κηρύσσουν τζιχάντ στους αιρετικούς και τους άπιστους. Προσδοκούμε ανάσταση κινήματος και την έφοδό του στον ουρανό δια της αναλήψεως.
Αμήν.

Είναι λίγο τρομακτικό. Γιατί γίναμε κομμουνιστές ρε σύντροφε;
Είναι τρελοί αυτοί οι κομμουνιστές. Αλλά είναι τα καλύτερα παιδιά.
Έρχονται από πολύ μακριά και μοιάζουν συχνά με εξωγήινοι.
Αλλά ήρθαν για να μείνουν ώσπου η γη να γίνει κόκκινη. Από ζωή.

. . . . . . . -.- -.- -.- -.-

Β. Η ερωτική σχέση είναι μια σχέση διαλεκτική, με δύο πόλους που αλληλεπιδρούν κι αναπτύσσονται και την οικοδομούν από κοινού σαν σοσιαλισμό. Κι η απιστία είναι κάτι σαν την παραοικονομία που έρχεται να καλύψει τα κενά της μονογαμικής σχέσης και του κεντρικού σχεδιασμού.

Για κάποιους η μονογαμία είναι αφύσικη κι απεχθής σαν μονοκομματικό σύστημα και σοσιαλισμός σε μία μόνο χώρα. Οι πιο πολλοί θέλουν την ασφάλεια της σχέσης και του σοβιετικού κράτους, αλλά και να ξεσκάν πού και πού με ταξίδια σε άλλες χώρες κι άλλες αγκαλιές. Διαλεκτική υπέρβαση; Ή μήπως διπλή ηθική και (μικρο)αστική υποκρισία;

Η απαγόρευση της εξόδου από τα εθνικά σύνορα είναι η θέληση της δικτατορίας του προλεταριάτου ενάντια στα μικροαστικά μας κατάλοιπα. Αλλά οι οπαδοί του μίσσιου βλέπουν τον έρωτα ως εικόνα από τα προσεχώς και την κομμουνιστική κοινωνία του μέλλοντος όπου δεν έχουν θέση οι κανόνες και οι απαγορεύσεις.

Οι γενιές που θα ζήσουν τότε, απαλλαγμένες από την κτητικότητα και τον καταναλωτισμό των ψυχών και του έρωτα –τις δυο όψεις στο νόμισμα της σημερινής αλλοτρίωσης- θα μπορούν να μας πουν περσότερα για το θέμα.
Ως τότε ο έρωτας θα είναι ένα πεδίο πρώιμου κι ανώριμου κομμουνισμού όπου κουβαλάμε μαζί μας τα ταξικά μας κατάλοιπα και κυρίως την ανωριμότητά μας.

Το θέμα είναι πώς τα διαχειριζόμαστε αυτά τα κατάλοιπα. Γιατί ο καθένας απλώς θεωρητικοποιεί τις πράξεις του και τους χαρίζει εκ των υστέρων ιδεολογικό άλλοθι για να τα ‘χει καλά με τον εαυτό του.

Κι η κατακερματισμένη πραγματικότητα μας διασπά μεταμοντέρνα σε χίλια κομμάτια κι άντε να τα μαζέψεις μετά σε κάτι ενιαίο και να αφιερωθείς σε ένα σύντροφο. Τους αλλάζεις σαν κανάλια στην τηλεόραση και χάνεις την ουσία στο ζάπινγκ.

Β2. Άφησέ με να φύγω λίγο μακριά σου κι όταν γυρίσω θα μοιραστούμε τη γύρη που μάζεψα όσο έλειπα και θα γευτούμε μαζί τη γλύκα της.
Ναι, αλλά όταν είσαι πραγματικά ερωτευμένος, δεν έχεις μάτια για τίποτα άλλο.

Ο κομμουνισμός δεν είναι ένα τέλος, αλλά αρχή της πραγματικής ιστορίας.
Δεν είναι ένας ακίνητος παράδεισος. Τέτοιος ήταν μόνο ο κόσμος της μπρεζνιεφικής στασιμότητας. Μέχρι που ήρθε ο επάρατος γκόρμπι με τη διχαλωτή γλώσσα και το μήλο της περεστρόικα να δείξει ότι δεν υπάρχει επί γης παράδεισος.
Μη σε παγιδέψουν σε καμιά βιτρίνα και σε παραδείσους τους χαθείς...

Κι η σχέση είναι μια διαρκής επανάσταση όπου εξελίσσεσαι μαζί με το σύντροφό σου και γίνεστε ένα σύνολο, μια διαλεκτική ενότητα, όπου ο ένας προϋποθέτει τον άλλο χωρίς να τον απορροφά πλήρως.

Είναι ζωώδης η φύση του ανθρώπου και τα ένστικτά του; Τι είναι αυτό που τον κάνει να ξεχωρίζει απ’ τα ζώα; Η όρθια στάση που του επιτρέπει να βλέπει στα μάτια το σύντροφό του; Το ότι δεν κάνει σεξ για αναπαραγωγή αλλά για τη δική του ευχαρίστηση με το σύντροφο της επιλογής του; Η μήπως ότι διαμεσολαβεί κοινωνικά το ένστικτό του και το συνδέει με το συναίσθημα;

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι η εκδήλωση για την κρίση ήταν πολύ βαρετή, με έξι ομιλητές, κλασικά κακή μετάφραση και πολύ ήλιο γιατί στη σκιά του εστιατορίου μιλούσαν οι βουλευτές της ντι λίνκε.

Ες αύριον τα σπουδαία...

Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010

Χειροκρότα ρε τι σου ζητάνε;

Συνεχίζουμε το ρετρό αφιέρωμα στις εκδηλώσεις του ιουνίου με αναρχία, κρίση και τζινγκλ χολογουέι. Φτάσαμε στην υφανέτ έτοιμοι να ακούσουμε συνταγές απ’ τον τσελεμεντέ του αναρχικού για να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία.

Περιμέναμε τα συνήθη τέσσερα ακαδημαϊκά τέταρτα, αλλά η έναρξη πήγε ακόμα πιο πίσω. Πουθενά δε συναντάς πια χρονοδιάγραμμα σαν τα δικά μας: άνοιγμα, μισή ώρα εισήγηση, δέκα λεπτά χειροκρότημα, μετά επτάλεπτες ομιλίες κοκ.

Γενικά, ο χρόνος κι η καταπίεση που συνεπάγεται είναι απ’ τα μεγάλα κολλήματα του χώρου. Αν πχ ο νόμος της αξίας βάζει ως κριτήριο τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας, η λύση δεν είναι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων για να γίνει η εργασία αυτοσκοπός και να ξεφύγει από τον καταναγκασμό, τις νόρμες και τα χρονικά όρια. Αλλά να σπάμε σαν λουδίτες τα ρολόγια, όπως έκαναν οι κομμουνάροι στο παρίσι. Κι αυτό, λέει, ήταν το βασικό δίδαγμα της κομμούνας. Αλλά ο μαρξ το έθαψε κανονικά.

Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι ότι μας κλέβουν την υπεραξία, αλλά ότι δε μας αφήνουν να πάμε με το ρυθμό μας και να χαρούμε την εργασία ως αυτοσκοπό. Κι όταν λέμε εργασία μην το παίρνετε και τόσο τοις μετρητοίς. Η αφηρημένη εργασία αλλοτριώνει τον άνθρωπο. Στη συγκεκριμένη της μορφή δεν είναι –λέει- εργασία, αλλά συγκεκριμένη πράξη. Δραστηριότητα.
Η αντίθεση ανάμεσα σε αυτά τα δύο, τη θέληση του ανθρώπου για συγκεκριμένη δράση και την εργασία που είναι πάντα αφηρημένη, είναι ο βασικός νόμος κίνησης του καπιταλισμού.

Ας το δούμε και με ένα παράδειγμα. Είναι κάποιος που φτιάχνει νόστιμα κέικ για να ευχαριστήσει τους φίλους του. Αυτοί τον πείθουν να ανοίξει ένα μαγαζί για να τα πουλάει και στην αρχή πηγαίνει καλά. Μέχρι που έρχεται μια εταιρία με μηχανές και σύγχρονο εξοπλισμό και για να επιβιώσει στον ανταγωνισμό αναγκάζεται να φτιάχνει περισσότερα κέικ όλο και πιο γρήγορα. Οπότε αποφασίζει κάποια στιγμή πως δεν του αρέσει να φτιάχνει κέικ και το γυρίζει στα ποντικοφάρμακα.

Κι εδώ τελειώνει η ιστορία και νικά ο φουκουγιάμα.
Δε μας είπε βέβαια γιατί δεν έγινε το ίδιο μονοπώλιο και στα ποντικοφάρμακα, αλλά το ζουμί δεν ήταν εκεί. Το ηθικό δίδαγμα είναι ότι στον καπιταλισμό καταλήγεις να κάνει κάτι που δε σου είναι ευχάριστο.

Ναι, αλλά σε ένα επεισόδιο στα φιλαράκια, η μόνικα άρχισε να φτιάχνει κουλουράκια για τους γείτονες για να γνωριστούν καλύτερα και να γίνουνε φίλοι και τελικά της γύρισε μπούμερανγκ, γιατί έρχονταν διάφοροι τύποι να της ζητήσουν κουλουράκια σε διάφορες ώρες κι αυτή ήταν αναγκασμένη να φτιάχνει συνέχεια για να τους ικανοποιήσει όλους.
Δεν είναι σοβαρό επιχείρημα, το ξέρω. Αλλά αν συγκρίνουμε τις ιστορίες, το δικό μου παράδειγμα είναι καλύτερο.

Είχε και μια καλύτερη ιστορία για τον εξανθρωπισμένο καπιταλισμό.
Είναι σα να ‘χεις έναν άντρα που χτυπάει τη γυναίκα του κι εσύ να του λες να την χτυπάει λιγότερο και να είναι πιο ευγενικός. Χτύπα μας μαλάμη, είμαστε μαζοχιστές…

Ξέρετε λοιπόν ποιος είναι ο νόμος της αξίας; Όχι ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας κι άλλα τέτοια παρωχημένα. Η ουσία του συνοψίζεται στο σύνθημα: φάστερ, φάστερ, φάστερ.
Που το έλεγε συνέχεια, σα διαφήμιση του φαστ σοφτ και μας έφερε ένα βήμα πριν το νευρικό γέλιο.

Οι καπιταλιστές φτιάχνουν τρένα, δρόμους κι αυτοκίνητα, αεροπλάνα και βαπόρια για να μεταφέρουν τα προϊόντα τους φάστερ, φάστερ, φάστερ. Αλλά το παπαγαλάκι του κρεμλίνου είναι εναλλακτικό και κινείται με το ποδήλατο. Η θεσσαλονίκη με τους χαλλαρούς ρυθμούς της και τους ποδηλατόδρομους που έφτιαξε ο εναλλακτικός μας δήμαρχος είναι ο αδύναμος κρίκος του συστήματος. Και ο αγγελόπουλος που μέχρι να αλλάξει πλάνο βλέπεις τη σκόνη του χρόνου να πέφτει πάνω στα έπιπλα που καθάρισες πριν, είναι η επιτομή του αντισυστημικού κινηματογράφου.
Αυτά τα τελευταία ήταν ιδέες του πρίσματος που ήρθε μαζί μας να προβοκάρει. Καλά τα λέει αλλά δεν τα γράφει.

Εν κατακλείδι λοιπόν δεν υπάρχει κρίση υπερπαραγωγής κι υπερσυσσώρευσης. Την κρίση την προκαλούν οι δικές μας αόρατες, μικρές αρνήσεις που παραμένουν χωρίς συγκρότηση. Οι καπιταλιστές υποκρίνονται ότι η παραγωγή συνεχίζεται κανονικά, μας δίνουν δάνεια για να συνεχίσουμε να καταναλώνουμε και μας ξεγελάνε. Οι αντιστάσεις μας παραμένουν αθέατες, αντικείμενο διερεύνησης του αθέατου κόσμου του χαρδαβέλα, μαζί με τα αίτια της κρίσης και την πραγματικότητα που μας κρύβουν.

Κατά συνέπεια έχουμε κρίση εκμεταλλευσιμότητας, γιατί δε μπορούν να μας εκμεταλλεύονται όπως πριν. Αλλά και κρίση ανυποταξίας, από τη στιγμή που αντιδρούμε με μικρά σαμποτάζ και παθητική αντίσταση.

Το άλλο μεγάλο κόλλημα –πέραν της χρονικότητας και της καταπίεσης που συνεπάγεται- του χώρου είναι οι ταυτότητες. Κατά πάσα πιθανότητα κι ο διαχωρισμός σε φύλα γιατί κατά βάθος όλα –πρέπει να- είναι επιλογή μας σε αυτή ζωή. Αυτό θα πει ελευθερία!
Κι άσε τον σεξιστή το μπίρμαν να λέει ότι η ελευθερία για εμάς είναι μια ωραία γυναίκα (έχει υπογάστριο και υπεργάστριο). Δεν είναι κάνα χοντρογούρουνο αστικό, αφηρημένο κι αναρχικό.
Καλός άνθρωπος ο μπίρμαν. Πριν από 40 χρόνια.

Έτσι λοιπόν μένει ακαθόριστο και χωρίς ταυτότητα το υποκείμενο της κρίσης και κατ’ επέκταση το επαναστατικό υποκείμενο και το πώς το ορίζουμε. Το υποκείμενο είμαστε όλοι εμείς που ασφυκτιούμε από την αφηρημένη εργασία.
Εμείς είμαστε η κρίση! όπως έλεγε κι η αφίσα της εκδήλωσης. Κι αυτή ήταν κι η βασική ιδέα της εισήγησης (εξουσιαστικό κατάλοιπο).

Αυτός ήταν κι ο λόγος που η πετρελαϊκή κρίση του 75 χτύπησε –λέει- πρώτα την ιταλία με την εργατική αυτονομία(!).
Η κρίση δεν είναι αντικειμενική. Ο καπιταλισμός βασικά είναι ένα σύστημα κυριαρχίας που το αναπαράγουμε καθημερινά κι είναι στο χέρι μας να σταματήσουμε να το κάνουμε.
Παύση πληρωμών και παύση αναπαραγωγής του συστήματος εδώ και τώρα. Δηλ εντός του συστήματος.

Όπως έχουν σταματήσει να το κάνουν οι ζαπατίστας. Που έχουν βάλει μια πινακίδα στα μέρη τους που λέει: BAD GOVERNMENT STAY OUT! Μεταφρασμένο στα ελληνικά ακούγεται ακόμη φαιδρότερο. Κακή κυβέρνηση μείνετε έξω.
Στην υφανέτ, λέει ο χολογουέι, δεν έχετε τέτοια ταμπέλα αλλά το μήνυμα προφανώς εννοείται.

Κι έτσι οι ταμπέλες, μπορεί να μην είναι καλές για τους ανθρώπους, αν θέλουμε να τους κλείσουμε σε κουτάκια και προκαθορισμένες ταυτότητες, αλλά αποδεικνύονται καθοριστικές για να κρατήσουμε μακριά τους κακούς και τον καπιταλισμό.
Κι ας έλεγε μόνος του ένας υφανετάς: μα δεν κάνουμε κάτι σπουδαίο, το θέμα είναι στον έξω κόσμο τι γίνεται.

Σε αυτά τα πλαίσια όλοι ζούμε σαν κένταυροι με δύο ζωές. Μισή κομμουνιστική, όταν είμαστε με φίλους και μοιραζόμαστε πράγματα. Κι άλλη μισή καπιταλιστική, όταν αναπαράγουμε στη δουλειά στο κεφάλαιο.
Με άλλα λόγια έχουμε αντιφάσεις κι είμαστε αυτο-ανταγωνιστικοί.
Στον καπιταλισμό ανταγωνιζόμαστε ακόμα και τον εαυτό μας.

Και τι μπορούμε να κάνουμε; Πάνω σε ποια υλική βάση θα καταφέρουμε να σταματήσουμε να αναπαράγουμε το κεφάλαιο;
Αντί για απάντησης είχαμε συνδικαλιά. Εμείς δεν είμαστε η απάντηση, αλλά η ερώτηση. Στην αγκαλιά της μεγάλης παράταξης του δεν ξέρω κι αυτός.
Αμέσως μετά παραδέχτηκε με αφοπλιστική ειλικρίνεια ότι ο ίδιος ως πανεπιστημιακός παίρνει κανονικά τα λεφτά που του δίνει το αστικό κράτος κι εφαρμόζει την πειθαρχία του στις εξετάσεις.

Σε αυτό το σημείο έχω μια σημείωση για το σολάνο και την κωλοτούμπα του, αλλά έχει περάσει καιρός από τότε και δε μπορώ να κάνω τη σύνδεση. Ο μόνος σολάνο που ξέρω είναι αυτός της λάρισας και της νιουκαστλ. Κι όσο για κωλοτούμπες, δύσκολα μπορώ να σκεφτώ πιο θεαματική από αυτήν του χολογουέι.

Πώς αντέδρασε ο κόσμος σε όλα αυτά; Οι μισοί και παραπάνω έφυγαν χωρίς να περιμένουν το τέλος. Ένας από αυτούς ήταν κι ο κομάντο που ζητούσε αφορμή να φύγει και να πάει στα πάρτι της παρακμής και να συνθέσει έναν ύμνο στη μελαγχολία παρέα με καμιά τσούπρα. Η κυρία πρίσμα νύσταξε, αλλά είχε προδιάθεση από πριν. Κι ο καθαυτό πρίσμας σπεκούλαρε στην αμηχανία μου και διασκεύασε μίσσιο: χειροκρότα ρε, τι σου ζητάνε;

Επίσης, ένας μεταμοντέρνος έστειλε μήνυμα στον κοντόχοντρο να του πει ότι φεύγει κι ότι αν του ξαναπεί κάποιος πως η τάση του είναι με τον χολογουέι, θα του σπάσει τα μούτρα.
Κι αν το πει ο χαριτάκης…;

Αφού σε αυτό το κείμενο σπάσαμε τα καλούπια της χρονικής αφήγησης μπορούμε στο τέλος να πούμε πώς ήταν κι ο ίδιος ο χολογουέι.
Τυπικός εγγλέζος κυριούλης, ξερακιανός, με άσπρο μαλλί τεόντοσιτς για τους μπασκετικούς. Κλασική αγγλόφατσα, με εξεζητημένη θεατρικότητα στις κινήσεις, σχεδόν χορευτικές φιγούρες που κατέληγαν σε φάσκελα όταν μας έδειχνε πώς συγκρούεται η βάση με το εποικοδόμημα. Αμετακίνητη η έκφραση του προσώπου όσο μετέφραζαν αυτά που είπε και μετά το ξεκινούσε από εκεί που είχε μείνει. Δυο-τρεις φορές στο μεσοδιάστημα της μετάφρασης έμεινε με στόμα ανοιχτό και το χέρι μπροστά, σαν τον πίκο απίκο στη φρουτοπία, σε στιλ: πω-πω, τι είπα πάλι.

Ο μεταφραστής ήταν μεγάλο παλικάρι γιατί είχε κοιλιά μεγαλύτερη κι απ’ τη δική μου κι ήθελε να κάνουμε τις ερωτήσεις στα αγγλικά, αλλιώς απειλούσε να μη μεταφράσει τίποτα. Τέτοιο παλικάρι διερμηνέα έχω δει μόνο στον αστερίξ λεγεωνάριο.
Τρίχες στα χέρια…

Ο χολογουέι πάντως ήξερε και λίγα ελληνικά (αυτό κι αν ήταν έκπληξη).
Αρκετά καλύτερα από το φκαριστούμε ελλάντα, αλλά όχι τόσο ώστε να μπορεί να μας κάνει στα ελληνικά την εισήγηση. Ήταν όμως αρκετά για να μας καταλάβει και να πει μισές-μισές κάποιες φράσεις σε στιλ come with me για να τη βρεις.
Nα make κομμουνισμό χωρίς power. Αυτό είναι..

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2008

Για την κολόνα ρε γαμώτο

(Προειδοποίηση: ακολουθεί σειρά αντιδιαλεκτικών σκέψεων).

Μες στον ορυμαγδό των γεγονότων παραλίγο να ξεχάσω τη μεγάλη επέτειο στις 7 νοέμβρη. Την περασμένη παρασκευη συμπληρώθηκε ένας χρόνος. Ναι ένας, όχι ενενήντα ένα.
Ένας χρόνος από το ξύλο στη φιλοσοφική.

Σκηνικό το οποίο ενέπνευσε τη λαϊκή μούσα.
Μαύρα κοράκια με πέτρες καρφιά
πέσανε πάνω στην εργατιά
άγρια κράζουν για αίμα διψούν
τους σύντροφους στην κρεμάλα να δουν...

Και πιο κάτω η καντώνα γίνεται τα γρασίδια της φλσ.
και στα γρασίδια χιλιάδες σφάζουν
άοπλους κνίτες ηρωικούς...


Έχει βγει σχετικά και διασκευή της φάμπρικας.
Η φάμπρικα, η φάμπρικα η υφανέτ
βαράει νύ- βαράει νύχτα μέρα...

αλλά δεν έχω την άδεια του ποιητή για να πω περισσότερα.

Οι σφοι που το έζησαν ή υπερβάλλουν ή θέλουν να ξεχάσουν.
Οι μοναδικοί αξιόπιστοι μάρτυρες είναι κάτι εαακίτες. Που βρέθηκαν στα πέριξ και τράβηξαν το σκηνικό σε βιντεάκι χασκογελώντας.
Ανταπέδωσαν έτσι για το πολυτεχνείο δύο χρόνια πριν.
Που αυτοί πλακώνονταν με τους πασόκους για να μην τους αφήσουν να καταθέσουν στεφάνι. Αλλά εμείς περιφρουρούσαμε το νόημα του πολυτεχνείου και απείχαμε κάνοντας χαβά με το σκηνικό. Που γινόταν μπροστά μας.

Κάτι τέτοια πολυτεχνεία μου φτιάξαν βιώματα και νοοτροπία.
Βόλτα από τα χαράματα στις σχολές για να κατεβάσουμε ό,τι αφίσα δεν ήταν δική μης. Ακόμα κι από κινηματογραφικές ομάδες. Ομαδικό ξεχαρμάνιασμα μισαλλόδοξων. Αστυνομία σκέψης.

Και μετά επιστροφή στο πολυτεχνείο. Όπου όσες συντρόφισσες είχαν μείνει να φυλάν θερμοπύλες την είχαν βρει από μάγκες νταήδες από τα κάτω και αριστερά.
Μέχρι να επιστρέψουμε και να αλλάξουν πάλι τα κόζια.

Όλα αυτά με δίδαξαν κάτι πολύτιμο.
Οι τραμπουκισμοί είναι θέμα συσχετισμών.
Όποιος τους έχει τους κάνει. Και όποιος δεν τους έχει, περιμένει να γυρίσει ο τροχός και να τους αποκτήσει.
Ναι, αλλά έτσι δε γίνεται δουλειά.

Έκτοτε ακούω βερεσέ τις ιστορίες για τα κνατ κι άλλες παρόμοιες βαρυσήμαντες αναλύσεις. Κι οι άλλοι τα ίδια κάνουν όπου μπορούν.
Επίσης περιφρονώ τα περί περιφρούρησης. Μέχρι πρόσφατα περιφρουρούσα την περιφρόνησή μου, αλλά πλέον δεν υπάρχει λόγος.
Δεν είναι καλό να γενικεύεις, το ξέρω. Κρατήστε τις εξαιρέσεις για όπου νομίζει ο καθένας.

Την ίδια άποψη έχω και για το σκηνικό στα γρασίδια.
Δεν υπήρχε κανένα σοβαρό διακύβευμα για ξύλο. Πόσο μάλλον για σπρέι πιπεριού -όπως επιβεβαιώνουν οι αυτόπτες και αυτοσφραίνοντες μάρτυρες. Και γενικότερα για "ραντεβού θανάτου" και ξεκαθάρισμα λογαριασμών.

Αυτό που δε μπορώ να καταλάβω επίσης είναι γιατί κάναμε πίσω και τους αφήσαμε να μας πάρουν στο κυνήγι.
Γιατί, ναι, το απολίθωμα βρέθηκε στον τόπο του εγκλήματος κι έχει άποψη ως αυτόπτης μάρτυρας.
Όχι στο πλευρό των συντρόφων του που τις έτρωγαν. Ούτε με τους απέναντι βέβαια (ντροπή σας, σε όσους πέρασε έστω απ' το μυαλό).
Αλλά ως παρακαθήμενος σε συνέλευση στο γειτονικό πολιτικό. Όπου ακούσαμε το σαματά και τρέξαμε να δούμε τι γίνεται.
Και είδαμε. Το έλα να δεις...

Ένιωσα σαν τον τραμπάκουλα (που ως γνωστόν βοσκούσε τα πρόβατα εδώ παραπέρα).
Τι ήταν όλο αυτό; Για ποιο λόγο έγινε;
Αυτό που βλέπεις παιδί μου είναι η πάλη των τάξεων, η οποία παραμένει ιστορικά αδικαίωτη, καθώς η διεθνής καπιταλιστική μεθοδολογία σαμποτάρει την κολχόζνικη ιδιοκτησία με αποτέλεσμα... εεε... και μετά, ήρθαν οι άλλοι με αλυσίδες και σπρέι πιπεριού και τους πήραν στο κυνήγι και καλά κρασιά, καλοί άνθρωποι ήτανε...

(Όσοι δεν τον έχουν τον συνειρμό να δουν επειγόντως το αλαλούμ με τον χάρρυ κλυνν. Κι όσοι δε μπορούν ας περιμένουν προσεχώς το σχετικό αφιέρωμα, αποκλειστικά στο Σφυροδρέπανο).

Βασική ιδέα είναι να μην παιχτεί τέτοιο σκηνικό.
Γιατί, ποια είναι η σκοπιμότητα στην τελική; Να έχουμε κάτι να διηγουμαστε στα εγγόνια μας; Με φουσκωμένα τα στήθια από ταξική περηφάνεια και σιλικόνη;

Μα όταν οξύνεται η ταξική πάλη σύντροφε, οξύνονται και τα μέσα με τα οποία διεξάγεται. Κι όχι επειδή το είπε ο μακιαβέλι, αλλά ο σκοπός είναι που νοηματοδοτεί τα μέσα και τα κοντόξυλα. Όπως μιλάμε πχ για δίκαιους και άδικους πολέμους.
Μμμ, μάλιστα. Και ποιος είναι ο σκοπός είπαμε;

Για να βγάλετε κι εσείς δικά σας συμπεράσματα το ταξικό διακύβευμα του ξύλου ήταν μια κολόνα και μια αφίσα που ήθελαν να βάλουν οι αναρχικοί.
Οι εκδοχές της κάθε πλευράς για το πώς και τι διαφέρουν, όπως πάντα. Ωστόσο όλοι συμφωνούν ότι στο τέλος ένας από αυτούς είπε με ύφος, αν θέλετε μπορούμε να το λύσουμε κι αλλιώς.
Ε, τελικά το λύσαμε αλλιώς...

Απ' ό,τι φαίνεται η κολόνα αυτή ήταν βασικός πυλώνας της πολιτικής μας, από τον οποίο δε μπορούσαμε να κάνουμε βήμα πίσω.
Κι έτσι ήρθε το κολονάτο.
Στην αυτοκρατορική παραλλαγή με τα πόδια ενωμένα. Και χωρίς ουρές. Που λέει και στον κόκορα ο αρκάς...

Επιστρέφουμε στα συμπεράσματα και της τελικες εκτιμήσεις της κε για το ξύλο.
Καταρχήν είναι γελοία θλιβερό και θλιβερά γελοίο να πέφτει ξύλο για ψύλλου πήδημα. Πολλή συσσωρευμένη ενέργεια μαζεύτηκε και καλό είναι να βρούμε άλλους τρόπους να τη διοχετεύσουμε.

Από εκεί και πέρα όμως αν έχεις αποφασίσει ότι θα πλακωθείς, το κάνεις και με τους σωστούς όρους.
Αυτό ισχύει παντού. Ο τζόγος πχ είναι μ-λ-κία από τις λίγες. Αλλά αν τελικά μπλέξεις, δεν παίζεις για να χάσεις...
Έτσι, πέρα από τη στρατηγική επιλογή του ξύλου για μένα ήταν ακατανόητη και η τακτική κατά τη διάρκειά του.

Ήμασταν περισσότεροι, αλλά οι άλλοι ήταν καλύτερα εξοπλισμένοι. Και πιο κάφροι, χωρίς ηθικές αναστολές. Μπορούσαν να πετάξουν οτιδήποτε. Μέχρι και σπρέι πιπεριού...

Η απάντηση σε όλα αυτά ήταν σχεδόν χριστιανική.
Χτυπούσαν το ένα μάγουλο και γυρνούσαμε το άλλο.
Ενώ το χριστιανικό δεν είναι αυτό. Το χριστιανικό (όπως λέει ο αρκάς και πάλι στον καλό λύκο) είναι ο έχων δύο μάγουλα να δίνει το ένα (όπως με τους χιτώνες).
Υπήρξαν κανα δυο σφοι που γυρνούσαν πίσω αυτά που τους πετούσαν, αλλά τους επανέφεραν στην τάξη οι υπόλοιποι.

Η ισορροπία ήταν ρευστή, αλλά οι συσχετισμοί με το μέρος μας. Και το ντου φαινόταν να είναι ζήτημα χρόνου.
Αλλά τελικά ο χριστιανισμός επικράτησε.
Αφού βαρεθήκαμε να τις τρώμε υποχωρήσαμε. Συντεταγμένα στην αρχή, μπουλουκηδόν αργότερα.
Κι οι αναρχικοί μας πήραν με άγρια χαρά στο κατόπι ξεχειλίζοντας ορμή και αδρεναλίνη. Είναι η εποχή που ζευγαρώνουν... (το μπάχαλο είναι το ερωτικό τους κάλεσμα).

(σ.σ: ο όρος φρικιά ίσως περιγράφει καλύτερα από το αναρχικοί τη σύνθεσή τους. Αλλά δεν ανήκει στις λέξεις που χρησιμοποιώ. Όπως και το αριστεριστές άλλωστε...)

Αυτά μου θύμισαν τα σκηνικά που περιέγραφε ο μίσσιος για τους κομμουνιστές και τα βασανιστήρια.
Μερικοί από τους βασανιστές ήταν κακομοίρικα ανθρωπάκια της μιας καρπαζιάς. Αλλά η γραμμή ήταν στωικότητα κι υπομονή.
Μας χτυπάν αυτοί; Απεργία πείνας εμείς.
Γκολ αυτοί; Σέντρα εμείς.
Τους γαμήσαμε τη μάνα, που λέει κι ο μίσσιος...

Κι οι χριστιανοί τουλάχιστον πίστευαν σε ανταμοιβή μετά θάνατον. Εμείς;

Είδες όμως οργάνωση και αποτελεσματικότητα οι αναρχικοί;
Και μετά τους τη λέμε για την άμυνα της μαδρίτης και την αποδιοργάνωση. Που δεν μπορεί, όλο και κάποιο πιο πολιτικό επιχείρημα θα έχουμε για να τους την πούμε για τον εμφύλιο.
Προς το παρόν το ψάχνω ακόμα...

Τελικό συμπέρασμα από όλα αυτά, ήταν φυσικά ότι πρέπει να αυξήσουμε την επαγρύπνησή μας και τα μέτρα περιφρούρησης για να μην επαναληφθούν τέτοια φαινόμενα.
Ναι εντάξει, αλλά με τόση επαγρύπνηση έχουμε μείνει ξάγρυπνοι πόσο καιρό τώρα.
Και ο ά(γρ)υπνος στο τέλος καταντάει ο πιο κοιμισμένος.
Ενώ οι χρόνια άυπνοι γίνονται κομπλεξικοί.

Δεύτερο τελικό συμπέρασμα που εκλαϊκεύτηκε και στις μάζες: είναι όλοι τους ασφαλίτες τελειωμένοι.
Το ίδιο ακριβώς βέβαια λένε κι οι άλλοι. Κι έχει ισχύ αξιώματος. Οπότε κάθε φορά ακολουθεί γόνιμη συζήτηση. Που αν δεν καταλήγει κάπου, μπορεί να λυθεί κι αλλιώς...

Εσχάτως βέβαια γίνονται προσπάθειες να τα βρούμε κάπου στη μέση.
Δεν είναι όλοι ασφαλίτες. Οι μισοί μόνο είναι και παρασέρνουν τους άλλους μισούς.
Μετά από αυτό το βήμα καλής θέλησης είμαστε στο σωστό δρόμο για να υπάρξει συνεννοήση.
Καταλαβαινόμαστε τώρα...

Επίλογος

Αφού τιμήσαμε με αυτόν τον τρόπο τα 90χρονα της οκτωβριανής, το βράδυ είχαμε συλλαλητήριο του παμε (που δεν ήταν πάντως για τον οκτώβρη).
Η άτυπη γραμμή ήταν να μην κυκλοφορεί κανείς σφος μόνος στα πανεπιστήμια (!!) γιατί ήταν επικίνδυνο.
Με πλήρη... άγνοια κινδύνου πήγα το ίδιο βράδυ σε μια εκδήλωση για την οκτωβριανή στο πολυτεχνείο, όπου θα μιλούσε ο σοβιετικός κυριούλης.
Φεύγοντας άφησα μέιλ και ονοματεπώνυμο.
Ένα νέο κεφάλαιο άνοιγε στη ζωή μου...