Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κηλαηδόνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κηλαηδόνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2023

Ο υπαρκτός Λουκιανισμός - Για ποιον Λουκιανό;

Ελεύθεροι συνειρμοί, μια βδομάδα μετά

Το εθνοσωτήριο για το έθνος των εκμεταλλευτών 1991, ο Λουκιάνοβ ως μέλος του πολίτ μπιρό του ΚΚΣΕ και μια αυτόκλητη επιτροπή σωτηρίας σφράγιζαν τον πολιτικό θάνατο της Σοβιετίας, με μια πρόχειρη (;), αποτυχημένη (;) ενέργεια (που ίσως να ήταν καλοστημένη και καθ’ όλα επιτυχημένη από μια άλλη άποψη), γεμάτη αδράνειες στα κρίσιμα μέτωπα, που μας άφησε με την απορία αν ήταν σχεδιασμένο, συνειδητό έγκλημα ή κάτι χειρότερο: απλό λάθος.

Μερικούς μήνες πριν -και ενώ μετρούσε μέρες η ιστορία- ο Λουκιανός έγραφε ένα τρυφερό τραγούδι για τη γυναίκα του και τους συνοδοιπόρους τους, που έβλεπαν αμήχανοι τον τροχό της ιστορίας να πισωγυρίζει, όπως στο moonwalking του Μάικλ Τζάκσον, που κόντευε να ασπρίσει από το κακό του. Και αναρωτιούνταν στο τέλος της μέρας -και της ιστορίας- αν ήταν ή δεν ήταν υπαρκτός.

Εκείνο τον καριό, ο Χρήστος Παπαδόπουλος ήταν μικρό παιδί -που εφόσον γλίτωνε, υπήρχε ελπίδα- και έπαιρνε στην Τούμπα τις πρώτες βάσεις μιας κλασικής μουσικής παιδείας, που περιείχε μεταξύ άλλων μπόλικο Νιόνιο (κι ας ξέμεινε από νιονιό στα γεράματα) και φυσικά Κηλαηδόνη, την καλύτερη δυνατή ανάμνηση για ένα παιδί -σε τι μουσικές αναμνήσεις θα φέρουμε τα παιδιά μας, Χρήστο; Ίσως να μην ήξερε τότε τι θέλει να πει ο στίχος για τον υπαρκτό, ότι θα γινόταν -κυριολεκτικά- δυο μέτρα μπόι, ότι θα τον κέρδιζε η μουσική (από το μπάσκετ) και θα έπαιζε -κυριολεκτικά και μεταφορικά- στα δάχτυλα τον κόσμο των πνευστών, αφήνοντας για τον μεγάλο του αδερφό το πιάνο, το όργανο που ανέδειξε τον Λουκιανό - οποίος έγραψε όμως ωδή σε ένα κλαρίνο! Σίγουρα δε φανταζόταν πως κάποτε θα έγραε ένα τραγούδι για τον υπαρκτό Λουκιανισμό -το μουσικό σύμπαν του Κηλαηδόνη- που θα έκλεινε με αυτόν ακριβώς τον στίχο (για τον υπαρκτό) και ο τίτλος του θα ήταν και ο τίτλος μιας συναυλίας - αφιέρωμα για τον Λούκι.
Σε ευχαριστώ, Λουκιανέ!

Μπορεί να μπει κανείς στη θέση του και να σκεφτεί τη συγκίνησή του; Πολύ δύσκολα. Μπορεί εύκολα, όμως, να φανταστεί τη συγκίνηση του κόσμου, που ανέβηκε στον Λυκαβηττό -την περασμένη Δευτέρα- να πει το δικό του «ευχαριστώ», ο καθένας για τους δικούς του λόγους: Αξέχαστα πάρτι (στη Βουλιαγμένη και όχι μόνο), ιστορικές συναυλίες (στον Λυκαβηττό και αλλού), για το Ελεύθερο Θέατρο, και για τα παιδικά μας χρόνια -χαρούμενα και ανέμελα για όσους μεγάλωσαν με Λούκι και Αστερίξ-, το μόνο που μένει τελικά και του μένουμε πιστοί, όπως λέει ο Φοίβος, αναθεωρώντας τον στίχο-επιμύθιο από τα «θερινά (τα) σινεμά».
-Δηλαδή, Φοίβο, είστε αναθεωρητής;
-Όχι, τώρα είναι μαζί μας.
-Τότε μπορούμε να προχωρήσουμε στην οργάνωση, που λέγαμε προηγουμένως.

Κι εσύ, Απολίθωμα, για ποιον Λουκιανό -για ποιαν Αριστερά- ήσουν εκεί;
Για όλους τους παραπάνω, μια πιο πολύ για τον πολιτικό.
Και τι πολιτικό είχε να μας πει ο Λουκιανός;
Κράτα μια στιγμή το κοκτέιλ του, να τα βάλουμε κάτω.

Βάζουμε αυτό το κείμενο, ως εισαγωγή, για να μην υπάρχουν επαναλήψεις, και ανοίγουμε μια (αριστερή παρένθεση, για να κορυφώσουμε πολιτικά.

Στον Λουκιανό μπορείς να εκτιμήσεις πολλά, που δύσκολα μπαίνουν σε μια σειρά. Πχ το πιάνο του. Και βασικά την ειρωνεία του. Όχι απαραίτητα σε αυτή τη σειρά, αλλά διαλεκτικά δεμένα.

Ο Λουκιανός ήταν μεγάλος πιανίστας, που είναι πιθανότατα ο τρίτος δρόμος (του Ιωάννου) και η διαλεκτική απάντηση στο ερώτημα «κιθαρίστας ή ντράμερ» που έθεσε ρητορικά ένας άλλος πολύ ταλαντούχος πιανίστας -ο Γιάννης Γιοκαρίνης.

Σε ένα κάπως σαρκαστικό, κάπως προφητικό κομμάτι του ζητούσε στη μνήμη του ένα πάρτι στο γκαζόν, με ποτά και θερινά σινεμά.
Αν ποτέ πεθάνω (σώπα), αν λέμε αν
Κάψτε ένα πιάνο και ένα μπουφάν
Καίτε ένα αμάξι κάθε δειλινό
Θέλω και τάξη, θέλω και χαμό
.

Όλα αυτά έγιναν σχεδόν πράξη στον Λυκαβηττό, μια Δευτέρα -αντί για Τετάρτη που ζητούσε. Αλλά στο πιάνο άξιζε δικαιωματικά μια πιο κεντρική θέση, κάπου μες στον κόσμο, για να σπάσει το «από σκηνής» -που είναι το αντίστοιχο «από καθέδρας». Ίσως, όμως, να ήταν βαρύ και ασήκωτο το ζύγι της σύγκρισης, για όποιον καθόταν στη θέση του. Ο μόνος που είχε «άγνοια κινδύνου» ήταν ο Μουζουράκης, που δυστυχώς νομίζει διαρκώς πως είναι ό,τι καλύτερο μας έχει συμβεί, μεγαλύτερος από το κοινό του, το τραγούδι που λέει και το τιμώμενο πρόσωπο.

Ο Λουκιανός έγραφε μουσική για τις μάζες και έψαχνε διαρκώς ευκαιρίες να συναντιέται μαζικά με το κοινό του. Το πάρτι στη Βουλιαγμένη προέκυψε ως ιδέα έναν χρόνο πριν, σε μια συναυλία, όπου ο Λυκαβηττός αποδείχτηκε μιρκός για να τους χωρέσει όλους -και ήταν πολύ θλιβερό να κάνεις τη σύγκριση με τα -λιγοστά μεν, αλλά- άδεια καθίσματα της Δευτέρας, στα πάνω διαζώματα. Κι ίσως είναι μια καλή ιδέα για το Φεστιβάλ να μετακομίσει εκεί, σε μια παραλία, όταν αρχίσει να ασφυκτιά στο Τρίτση και να ψάχνει εναλλακτικές.
-
Πού κολλάει τώρα το Φεστιβάλ της ΚΝΕ με όλα αυτά;
Περίμενε, θα δεις. Παντού κολλάει ένα Φεστιβάλ.

Ο Λουκιανός δεν έδινε απλώς συναυλίες, αλλά παραστάσεις για το κοινό, με σαφείς επιρροές από τη συνεργασία του με το «Ελεύθερο Θέατρο». Κάθε συναυλία είχε τίτλο, θεματική και ήταν μια ολοκληρωμένη καλλιτεχνική και αισθητική πρόταση προς τους θεατές. Τη Δευτέρα ακούσαμε σύντομες περιγραφές και στοιχεία για τις συναυλίες του στον λόφο -με τον οποίο είχε ερωτική σχέση, όπως και με την Αθήνα συνολικά άλλωστε- και είδαμε ορισμένα στιγμιότυπα από το προσωπικό του αρχείο. Έκτοτε με στοιχειώνει η ιδέα πως το ’93, όταν παρουσίασε δηλαδή το «Αχ Ελλάδα μου Γλυκιά», είχε μαζί τη Δημητριάδη στα βράχια του θεάτρου -γα τη σημειολογία του πράγματος- να τραγουδά αντάρτικα. Και πώς θα γίνει να βρούμε εμείς κάπου αυτές τις σκηνές, χωρίς να πέσουμε πάνω στον Νταλάρα, που είναι παντού και έχει πει τα πάντα;

Ο Λουκιανός ήταν λίγο χαβαλές, με αλλεργία στους ψόφιους και τους σοβαροφανείς, λίγο είρωνας με πολύ λεπτή ειρωνεία -εκτός και αν ήταν για την ντίσκο, που το έκανε πιο χοντροκομμένα-, λίγο ρεμάλι, που έγραφε ύμνους για τα μαύρα σκυλιά και αποδεχόταν τα πρεζάκια, αλλά όχι την πρέζα. Και αν το υπαρκτό δίλημμα της εποχής ήταν ανάμεσα στον αναδυόμενο απολιτίκ χαβαλέ και την άκρατη πολιτικοποίηση, αυτός απάντησε διαλεκτικά κι όχι μεσοβέζικα. Και υμνούσε, μεταξύ άλλων, την ουγκαγκαμπουν προσέγγιση του Χάρρυ Κλυνν, σε αντίθεση με εμάς (τους στρατευμένους;), που δεν ευκαιρούμε, γιατί... «γράφουμε έργα σοβαρά».

Ο Λουκιανός είχε τρομερούς στίχους, που πρωτίστως αποδομούσαν και δευτερευόντως έχτιζαν ή σου άφηναν τα υλικά να το κάνεις μόνος σου, μετά. Έδενε το προσωπικό με το πολιτικό, πχ με τη «Μαίρη Παναγιωταρά», που θα έκανε να κοκκινίζει από αμηχανία -αν όχι από πολιτικό νόημα- κάποιες εκδοχές του σημερινού «metoo» και λοιπές μορφές δικαιωματισμού. Έδινε συμβουλές σε επίδοξους συνθέτες, που αν τις ακολουθούσαμε, θα είχαμε γλιτώσει από διάφορα σαχλοτράγουδα και τη σαπίλα της τραπ, γιατί...

Πρώτα βρίσκουμε τα λόγια, με μεγάλη προσοχή
Μια που κι άλλοι γράφουν χρόνια κι ίσως τα έχουνε πει
(...) Ένα τραγούδι, για να 'ναι τραγούδι, θέλει λόγια απλά.

Αλλά δεν είχε αλλεργία στο καινούριο και το χιπ-χοπ, όπως φάνηκε από τη συνεργασία του με τα Ημισκούμπρια, που απέτιαν φόρο τιμής στα δικά τους παιδικά χρόνια, με τον Λουκιανό. Εξάλλου τα δικά του τραγούδια, πολλές φορές ασφυκτιούσαν στα ρεφρέν και έλεγαν πολλά -χωρίς να προσπαθούν με το στανιό να τα πουν όλα- ή θύμιζαν μπαλάντες -όχι έντεχνες, αλλά με την έννοια ότι διηγούνταν μια ιστορία. Καλή ώρα, όπως στο κομμάτι «Πού βαδίζουμε, κύριοι», που θυμίζει λίγο τις σχέσεις στον μικρόκοσμο μιας (οποιασδήποτε) αριστερής οργάνωσης.

Κάποτε η ΚΝΕ τον κάλεσε στο Φεστιβάλ, στο πλαίσιο αφιερώματος σε δυο εμβληματικούς και στρατευμένους δίσκους του: τα «Μικροαστικά» και τα «Απλά μαθήματα Πολιτικής Οικονομίας», που ακούγονται μέχρι σήμερα σε συγκεντρώσεις από τα μεγάφωνα. Το αφιέρωμα, όμως, δε σημαίνει πως του έβαλε χρονικό ταβάνι και απέρριπτε τα υπόλοιπα, λες και μιλάμε για την τομή στο έργο του και για τον νεαρό Μαρξ -που οι αλτουσεριανοί τον λένε χεγκελιανό ιδεαλιστή.

Ο Λουκιανός ήταν ώριμο τέκνο της Μεταπολίτευσης, έκανε ψαγμένο «χαβαλέ», με κοινωνικό - πολιτικό προβληματισμό, που διαφαινόταν στο βάθος, όπως στο περίφημο «Ματς», όπου δονείται από τη φωνή του Διακογιάννη, χορεύει στο ταψί με τους ζουλού της φυλής του ποδοσφαίρου, αλλά κάνει την ανατροπή στις καθυστερήσεις: όποιος γνωρίζει τι φταίει για όλα αυτά, ας μου εξηγήσει μετά.

Ο Λουκιανός ήταν αυτό που φαίνεται στο μπλουζάκι, που πωλούνταν στην είσοδο του θεάτρου. Ούτε μια άσπρη τρίχα στην ψυχή του -και ας ασπρίσαν από νωρίς τα ωραία του μαλλιά, που δεν έκοψε ποτέ, ως γνήσιος καμικάζι. Και ένα σφυροδρέπανο -γαλάζιο έστω για το Εσωτερικού, πατρίδα μας γλυκιά- να αχνοφαίνεται στην άκρη, χωρίς να βαραίνει το σύνολο.


Ή έστω αυτό που καταλάβαινε ο θεατής από τη συλλεκτική συζήτηση με τον Ραφαηλίδη, στα πρώτα χρόνια της ιδιωτικής τηλεόρασης, που κυλούσε με εντυπωσιακά διαφορετικούς ρυθμούς, χωρίς πολλές διακοπές στη ροή του λόγου -και δεν εννοώ μόνο από διαφημίσεις. Ο Ράφα στην αρχή μιλάει κάνα τρίλεπτο, χωρίς να έχει δώσει καν τον λόγο στον καλεσμένο του, κάνει ερωτήσεις - τοποθέτηση που είναι μεγαλύτερης διάρκειας απ’ την απάντηση, ενώ ο Λούκι μοιάζει με αγχωμένο πρωτοετή φοιτητή, που έχει άποψη, αλλά την ντύνει με κάμποσα «ας πούμε» αμηχανίας και βιάζεται να κλείσει, γιατί δεν έχει συνηθίσει να μιλάει πολύ.

Φτάνοντας στο φινάλε, ας επιστρέψουμε στα παιδικά μας χρόνια και τα αρχικά ερωτήματα του κειμένου. 

Ήταν ή δεν ήταν υπαρκτός; Ασφαλώς και ήταν, αλλιώς όσοι τον έχασαν δε θα θρηνούσαν για κάτι ανύπαρκτο. Κι αυτό το ξέρουν καλά πχ όσοι έχουν δει το θεατρικό "Γάλα" με την Άννα Βαγενά, για μια οικογένεια από την πρώην ΕΣΣΔ και την προσαρμογή της στον "καπιταλιστικό παράδεισο".

Η Βαγενά βέβαια έδωσε μετά το '90 τη δική της απάντηση στο ερώτημα "για ποιαν Αριστερά". Πήγε με τον ΓΑΠ για να τα αλλάξει όλα, βγήκε βουλευτής με τον ΣΥΡΙΖΑ προ και μετά μνημονίων και τώρα στήριξε Κασσελάκη, καταλήγοντας βασικά στο "για καμία Αριστερά". (Ο οποίος Στέφανος ήταν εκεί, σαν γνήσιος μαϊντανός, πρόθυμος να σκεπάσει τα πάντα επικοινωνιακά. Κι όπως είπε ένας φίλος Αναμετρητής, "απόψε θάβουμε το ΚΚΕ εσωτερικού...". Κι αν γίνει η Αναμέτρηση το νέο Εσ. - λέω εγώ τώρα...;). 

Ίσως όμως και ο Λουκιανός να μην ήταν πολύ μακριά πολιτικά -πχ από τη ΔΗΜΑΡ του Κουβέλη.

Παρόλα αυτά, η τελική απάντηση στο ερώτημα "για ποιον Λουκιανό" παραμένει η ίδια. Με τον όλο Λουκιανό, όψιμο και ώριμο, πολιτικό και χαβαλετζή, με τον αρχηγό των μαύρων σκυλιών που ήταν λίγο κόκκινος, με τον μοναχικό καουμπόι που έπαιζε για τις μάζες.

Και αν τώρα στον επίλογο δε βρίσκω...

Τι να σου πω (3), που να μην το έχει πει κανένας σε κανέναν...

Αρκούν και τα απλά. Σε ευχαριστώ Λουκιανέ. Έχει μεγαλύτερη αξία όταν το λένε χιλιάδες στόματα μαζί...

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2022

Τι να κανς; Να κάτσεις να σαμποτάρεις;

«Εγώ ο λάτρης του ποδοσφαίρου, απρόθυμα γνωστοποιώ την απόφασή μου, θα ακολουθήσω κι άλλες προσωπικότητες όπως ο Φίλιπ Λαμ, ο Βίνσεντ Λίντον και και ούτω καθεξής. Δεν θα δω ούτε ένα παιχνίδι αυτού του Μουντιάλ».

«Χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν κι όμως εμείς θα γιορτάσουμε αυτό το Παγκόσμιο Κύπελλο. Προσωπικά, δεν θα το δω»

Τάδε έφη Καντονά. 

Μπράβο στον Ερίκ, πρώτος μάγκας, πήρε το like μας και μια κοινοποίηση στον τοίχο μας, μπας και ευαισθητοποιηθεί η κοινή γνώμη και ξεκινήσουμε καμιά ΜΚΔική καμπάνια, ζεσουί αντι-Μουντιάλ.

Ναι αλλά εμείς τι κάνουμε;

Τι εννοείς τι κάνουμε; Αλληλεπιδρούμε σαν ενεργοί και ανήσυχοι χρήστες, κοινοποιούμε τσιτάτα του Καντονά και πανό οπαδών σε Γερμανία και Ελλάδα, γράφουμε εξυπνάδες σε χρωματιστά πλαίσια που προδίδουν την ηλικία μας ή την αισθητική μας, γεμίζουμε τοίχους, γιατί θεωρούμε την ταπετσαρία του ΦΒ καθρέφτη της ζωής μας και του ασυμβίβαστου, εναλλακτικού προφίλ μας στο διαδίκτυο.

Κι ύστερα καθόμαστε αναπαυτικά στην οθόνη, για να έχουμε άποψη και να μπορούμε να σχολιάζουμε τα χάλια τους. Τους ξεφτίλες.
Τι να καν'ς, στην τελική; Να κάτσ' να σαμποτάρεις;

Κάνουμε, με άλλα λόγια, ό,τι και κάθε μέρα. Κι αν τύχει καμιά μεγάλη επέτειος, επανάστασης, της τριάδας των κλασικών ή άλλων αγίων του κινήματος -σαν τον Άρη και τον Τσε- μια βόλτα στα ΜΚΔ σου δίνει την εντύπωση πως όλοι αυτοί-ές-ά, υπήρξαν βασικά για αυτό: να κοιτάν το κενό θυμωμένοι ή χαμογελαστοί ή και τα δύο, πάντως μοιραίοι, σαν σταρ του σινεμά, με τη συνοδεία ενός τσιτάτου ή μιας ντεμέκ ψαγμένης Κοελιάς, που θα μπορούσε να είναι και σλόγκαν διαφήμισης, και επιβεβαιώνει τις βασικές μας αρχές: δηλαδή πόσο γαμάτοι κι εναλλακτικοί είμαστε.

Ναι αλλά τι θες να πεις; Εντάξει, όλοι ξέρουμε γιατί να κάνουμε μποϊκοτάζ στο Μουντιάλ του Κατάρ, είναι αυτονόητο. Απλά δεν το έχουμε σκεφτεί πολύ -γιατί παραήταν αυτονόητο- και δεν έχουμε πείσει ούτε τον εαυτό μας. Τι να καν'ς, να κάτσεις να σκέφτεσαι και να βγάζεις συμπεράσματα; Πιο βαρετό και από Κατάρ-Εκουαδόρ στην πρεμιέρα, σου έρχεται να φύγεις από το ημίχρονο...

Δεν είναι όμως λίγο υποκριτικό να είσαι κομμάτι του δυτικού κόσμου -γιατί ως γνωστόν "ανήκομεν εις τη Δύση" (άλλο αν "δεν περάσαμε ποτέ Διαφωτισμό", δεν έχουμε... "πραγματικό καπιταλισμό" κοκ)-, αλλά εσύ να ρίχνεις κατάρες στο Κατάρ (στην πραγματικότητα, όλο το κείμενο γράφτηκε ως άλλοθι για αυτό το καταραμένο λογοπαίγνιο), και να επιλέγεις μια μουσουλμανική χώρα ως εύκολο στόχο για τα δικαιώματα γυναικών, ΛΟΑΤΚΙ, εργατών κοκ;

Ναι, βέβαια. Στο σημείο αυτό να πούμε ότι ο Χαβελάνζ(ε) είχε βγει πρόεδρος της ΦΙΦΑ (διαδεχόμενος έναν Βρετανό αποικιοκράτη), κερδίζοντας τις ψήφους της Αφρικής με αιχμές εναντίον του Απαρτχάιντ, υποσχέσεις για επενδύσεις και έργα υποδομών, ενώ ο Μπλάτερ έκλεισε χορηγία με την Κόκα-Κόλα για τα παιδάκια στην Αφρική που δεν έχουν να φάνε και να παίξουν μπάλα, αλλά γιόρτασαν τη δική τους εκδίκηση της βουβουζέλας με τον Μαντέλα στην κερκίδα, στο Μουντιάλ του '10. Κάπου στο τέλος του κατήφορου αυτής της παράνοιας, η καμπάνια-εκστρατεία κατά του Κατάρ αποδεικνύεται μια ακόμα καλοστημένη ιμπεριαλιστiκή προπαγάνδα για να πλήξει την αντιφασιστική συμμαχία των BRICs -τώρα που ξαναβγήκε και ο Λούλα- και την υστεροφημία της ΦΙΦΑ, που έδωσε το Μουντιάλ στη Ρωσία του Πούτιν, εμβληματικού αντι-ιμπεριαλιστή ηγέτη.

Σε άλλα νέα, το Κατάρ πήρε τη φετινή διοργάνωση μέσα από τα χέρια της υποψηφιότητας των ΗΠΑ που την προωθούσε ο Κλίντον, αμέσως μετά τη Ρωσία -που είχε πάρει τη σκυτάλη από τη Βραζιλία και τη Ν. Αφρική. Ψιλά γράμματα, τώρα, αν στήθηκαν μπίζνες με τη Γαλλία του Σαρκοζί, για να μπουν τα πετροδόλαρα των εμίρηδων στην Παρί και να κάνει φέτος πολιτική παρέμβαση ο Μακρόν για μείνει ο Μπαπέ στην ομάδα!

Συμπέρασμα: τα βέλη της κριτικής ενάντια στο Μουντιάλ δε στρέφονται μόνο προς το Κατάρ, αλλά και στις χώρες που πέρασαν διαφωτισμό και καπιταλισμό. Το ανάθεμα αφορά πρωτίστως όλους αυτούς και το σύστημα που υπηρετούν. Ή τουλάχιστον το ποδόσφαιρο που φτιάχνουν παγκοσμίως.

Ακόμα και αν μένεις παγερά αδιάφορος για τα δικαιώματα, τις ανθρωποθυσίες για να στεριώσουν τα νέα γήπεδα και την πολιτική που δεν έχει θέση στο ποδόσφαιρο (ουρανομήκη χάχανα μέχρι δακρύων), έχεις πολλούς αμιγώς αθλητικούς λόγους για να σνομπάρεις το πανηγύρι.
-Τα γήπεδα-θερμοκήπια, με τον κλιματιζόμενο καύσωνα, που έχουν στείλει τόσους παίκτες με ίωση.
-Τις ομάδες που έπεσαν κατευθείαν στα βαθιά, χωρίς σωσίβιο, και χρόνο για φιλικά προετοιμασίας.
-Τον ανώμαλο συνδυασμό Μουντιάλ με μελομακάρονα -που βασικά μοιάζει με πρόβλημα του βορείου ημισφαιρίου (κατά το 1st world problems). Το χαβιάρι μαύρο, το κρασί παλιό...
-Τους παίκτες που γίνονται λάστιχο μέχρι τελικής πτώσης, σαν τα αρκουδάκια της Duracell, να δούμε ποιος έχει καλύτερες μπαταρίες και φάρμακα (κύριε Μάκη).

Ακόμα και με αστικούς όρους να το δεις, αν νιώθεις πελάτης, έχεις ευθύνη για αυτό που τρως στη μάπα αδιαμαρτύρητα. Και αν δεν αντιδράς βλέποντας τους αρκουδιάρηδες της ΦΙΦΑ να κουνάνε το ντέφι, δε θα αργήσει να περάσει και στη δική σου μύτη ο χαλκάς. Κατά κανόνα, χωρίς πολιτικό κριτήριο, χάνεται και το φίλαθλο. Και μπορείς να ετοιμάζεσαι για περισσότερα εκτρώματα, όπως Μουντιάλ με 48 ομάδες ή Μουντιάλ Συλλόγων με 32 ομάδες κάθε τέσσερα χρόνια...

Στις παραπάνω παύλες χωρά μια αναφορά και στο αίσχος του ΑΝΤ-1 με τη συνδρομητική πλατφόρμα του, που πήγε άπατη αλλά μένει ως προηγούμενο. Όχι πως το Μουντιάλ είναι δημόσιο αγαθό ή κάτι άλλο από το πιο εμπορικό προϊόν της ΦΙΦΑ, αλλά αυτή η κίνηση ενόχλησε ακόμα και ένα ευρύτερο α-πολιτικο κοινό. Αν και είναι ίσως ουτοπία να περιμένεις αντίδραση από τηλεθεατές που δεν κούνησαν βλέφαρο για το νερό, την ιδιωτικοποίηση του νερού και για άλλα βασικά αγαθά.

Το φιάσκο του ANT-1 Plus δεν άλλαξε τίποτα, δείχνει όμως τη συγκλονιστική ικανότητα ενός ιδιώτη που κυνηγά την αρπαχτή, να διαψεύδει τα πιο αήττητα στερεότυπα για τον αναποτελεσματικό δημόσιο τομέα. Ευχαριστούμε ΑΝΤ-1, ευχαριστούμε υιέ Κυριακού. Τουλάχιστον φέτος γλιτώσαμε από το σίχαμα του Λαμπρόπουλου με τις μοντέλες που βαρούσαν πέναλτι και από τη γλίτσα του Καρπετόπουλου, που έκανε ρελάνς γράφοντας αυτό που ακολουθεί. Χρήμα ανίκατο μάχαν...

Είχε όμως σκληρό ανταγωνισμό από τον Σαμπράκο, που... προσπαθεί κάθε φορά να διαχωρίζει από τα υπόλοιπα το ποδόσφαιρο, για να απολαμβάνει το παιχνίδι. Και όταν κατάλαβε τι μουσμουλιά έγραψε, πήγε να το μαζέψει με ένα κείμενο για το "Μουντιάλ της μεγάλης υποκρισίας", ξεχνώντας βολικά τη δική του. 

Εδώ βλέπουμε πάντως μια βασική γραμμή άμυνας -τρύπια σαν Μαζινό. Γιατί δεν είπατε τίποτα το '78 για την Αργεντινή (του "κεντρώου" Βιντέλα); Γιατί δεν αντιδράσατε το '18, στο Μουντιάλ της Ρωσίας (του "αντι-ιμπεριαλιστή" Πούτιν); Και επίσης, "ναι, αλλά για τη Μαρφίν δε λέτε τίποτα".

Τι απαντάμε, σφοι;
Πρώτον, δεν έχουμε ιστορική αμνησία, ούτε αφωνία -και όποιος τυχόν έσφαλλε, ας κάνει αυτοκριτική στην πράξη, σήμερα, παίρνοντας θέση.
Δεύτερον, η φετινή διοργάνωση πέρασε διάφορα εσκαμμένα, που δεν αφήνουν περιθώρια για αφέλεια και παιδικές αυταπάτες. Και τι άλλο είναι άραγε η τρέλα για το Μουντιάλ από την ανάγκη ενός άντρα να γίνει πάλι παιδί και να χαρεί το παιχνίδι; Αλλά είναι ασυγχώρητη αφέλεια -ακόμα και για παιδιά- να αφήνουν σε ψυχρούς κερδοσκόπους τα παιδικά τους όνειρα.
Τρίτον, όσα ενήλικα παιδιά καταλαβαίνουν τι έργο παίζεται, ας το πούνε και στα άλλα παιδάκια, χωρίς διδακτισμό και χωρίς να κουνάνε το δάχτυλο -όπως δε θα το έκαναν σε άλλους εξαρτημένους χρήστες ουσιών, θρησκευτικών ή μη, που ικανοποιούν κάποια ανάγκη τους, υπαρκτή ή πλαστή.

Ο τελικός στόχος δεν είναι να ξεκολλήσουμε από το Μουντιάλ αλλά απ' τον επαγγελματικό αθλητισμό συνολικά. Αν το καταφέρουμε, είμαστε σε πολύ καλό σημείο. Αν διατηρούμε κατάλοιπα, παλεύουμε να τα ξεπεράσουμε -επιτυχώς ή μη. Δεν έχει νόημα όμως να ζητάμε τα ρέστα από όσους μποϊκοτάρουν ένα Μουντιάλ βουτηγμένο στο αίμα, αλλά όχι πχ και το -εξίσου βρώμικο- Τσάμπιονς Λιγκ. Πόσο μάλλον αν είναι για να πεις πως κάθε αντίσταση είναι μάταια και να τα βλέπεις όλα, καταναλώνοντας άρτο και θεάματα χωρίς τύψεις, αφήνοντας έξω από την αρένα κάθε συνείδηση και ελπίδα.

Τελευταία γραμμή άμυνας για τον αντίλογο της άλλης πλευράς, είναι το χαμηλό ταβάνι που έχει το μποϊκοτάζ, ως κίνηση με καθαρά συμβολική αξία, που δεν επηρεάζει πολλά και ως εκ τούτου δεν την προτιμά-προκρίνει συχνά ως μέσο η οργανωμένη πρωτοπορία του κινήματος.

Αλλά αυτό είναι η μισή αλήθεια. Αφενός γιατί το μποϊκοτάζ ίσως πετύχαινε πιο ουσιαστικά πράγματα, αν ήταν μαζική συνειδητή επιλογή και είχαμε έναν, δύο, εκατομμύρια Καντονά. Κι αφετέρου γιατί λίγα πράγματα μπορούν να συγκριθούν με τη συμβολική αξία του μποϊκοτάζ που διάλεξαν οι σοβιετικοί σε μια σειρά διοργανώσεις, κατά τον εικοστό αιώνα. Όχι τόσο στους Αγώνες του Λος Άντζελες το '84, που θεωρήθηκε μια μορφή "αντίποινων" στο μποϊκοτάζ της καπιταλιστικής Δύσης, το '80 στη Μόσχα. Όσο σε άλλες, πιο ειδικές περιστάσεις.

-Πχ την άρνηση της σοβιετικής ομάδας ποδοσφαίρου να παίξει αγώνα-ρεβάνς στη Χιλή, λίγες μέρες μετά το πραξικόπημα του Πινοτσέτ, που στοίχισε τη συμμετοχή της στην τελική φάση του Μουντιάλ του '74 στη Δ. Γερμανία
-Και την ιστορική άρνηση της σοβιετικής ομάδας μπάσκετ να αγωνιστεί εναντίον της Ταϊβάν το '59 στη Χιλή, που της στοίχισε ένα βέβαιο χρυσό μετάλλιο στο Μουντομπάσκετ, καθώς ήταν αήττητη (μάλιστα κυκλοφόρησε και μια σειρά γραμματοσήμων στην ΕΣΣΔ, με τη λεζάντα "ηθικοί νικητές του 3ου Παγκ. Κυπέλλου).

Αυτές οι σημειώσεις είχαν γραφτεί πριν την έναρξη του Μουντιάλ, αλλά δεν πρόλαβα(ν) την πρεμιέρα και έμειναν ημιτελείς στο πρόχειρο, μοιάζοντας πλέον μπαγιάτικες. Δύο στοιχεία από την επικαιρότητα όμως με έπεισαν να ολοκληρώσω το κείμενο, έστω και αναδρομικά.

-Το πρώτο ήταν το σκάνδαλο με τη σύλληψη και φυλάκιση της Καϊλή, που ίσως ήταν πιο ειλικρινής από όσο έπρεπε για τις "πρωτοποριακές" ιδέες της τάξης της περί εργατικού δικαίου. Και μπορεί η όλη υπόθεση να έγινε γνωστή ως Qatar Gate, αλλά -όπως ακριβώς και το Μουντιάλ- αφορά πρωτίστως τον πυρήνα του δυτικού κόσμου, τις δημοκρατικές ευαισθησίες της ΕΕ και ενός βασικού στελέχους του ευρωκοινοβουλίου, με σταθερά ευλύγιστες αξίες.

-Το δεύτερο είναι ο πρόσφατος θάνατος του Γιάννη Διακογιάννη, ενός εστέτ δημοσιογράφου αστικής καταγωγής που είχε όμως λαϊκό έρεισμα χάρη στις αθλητικές του μεταδόσεις που σημάδεψαν πολλές γενιές, και το τραγούδι του Κηλαηδόνη που συμπύκνωσε πολύ εύστοχα την τρέλα του φιλάθλου στον στίχο: πώς μας ενώνει και πώς μας δονεί του Διακογιάννη η φωνή...

Σε ένα σχετικό αφιέρωμα μπορεί να είχαν θέση διάφορες σκέψεις για τις ηχητικές αναμνήσεις στις οποίες φέρνουμε σήμερα τα παιδιά μας (Νίκο Τσιαμτσίκα Γιάννη Διακογιάννη) ή για το πραγματικό ποιόν κάποιων νάρκισσων με κακοποιητικές συμπεριφορές και τα πολύ σχετικά όρια της αυτονόμησης του έργου τους από τη ζωή τους. Αλλά για τους σκοπούς του κειμένου, μας ενδιαφέρει μόνο το φινάλε του γνωστού τραγουδιού, που ελάχιστοι κατάλαβαν ή επισήμαναν στις συγκινημένες αναρτήσεις τους για τον εκλιπόντα.

Και όποιος γνωρίζει
τι φταίει για όλα αυτά
Ας μου εξηγήσει μετά

Ναι, γνωρίζουμε τι φταίει για όλα αυτά. Και αν θα έπρεπε να απαντήσουμε μονολεκτικά, θα λέγαμε "ο καπιταλισμός". Με άλλα λόγια, "η εμπορευματοποίηση του ποδοσφαίρου".

Όσοι πάλι βάζουν το τραγούδι και πορώνονται, εν όψει του μεγάλου ματς που αρχίζει, αποτυγχάνουν θεαματικά να συλλάβουν το νόημά του -όπως κάτι Σεκίτες που έκαναν εξόρμηση με ένα άλλο τραγούδι του Λούκι και στη στροφή: "δε μας τρομάζουν τα νέα μέτρα (...) θα μας τρομάξει τώρα ο καπιταλισμός". Ενώ αυτός αμέσως μετά εξηγούσε με πικρή ειρωνεία:

"Τα συνηθίζουμε κι αυτά
(...) εδώ δεχτήκαμε τόσα και τόσα
(...) Δε μας τρομάξαν αρκετά..."


Τελικά, μπορεί οι σημειώσεις αυτές, ως "ανεπίκαιρες" να έχουν μεγαλύτερη αξία. Τώρα που μας τρώει αν η ιστορία θα φερθεί καλά στον Μέσι, δίνοντάς του τον τίτλο που λείπει. Που αναρωτιόμαστε ποιον τρόπο θα βρει η Αργεντινή μπροστά στη βρύση, για να μην πιει μάτε. Τώρα που ίσως και ο Καντονά να μπει στον πειρασμό να δει τι θα κάνει η εθνική ομάδα της χώρας του, και πρέπει να δείξει χαρακτήρα.

Τώρα έχει ίσως μεγαλύτερη αξία να τονίσουμε πως έχει μια αξία να κάτσεις να μποϊκοτάρεις αυτό το πανηγύρι της ΦΙΦΑ -και όσα ακολουθήσουν. Σήμερα συνειδητά, έχοντας νικήσει τον πειρασμό, αύριο σχεδόν αυτόματα, χωρίς να έχεις καν μπει ποτέ σε τέτοιον...

Υγ: Με -ας την πούμε- αφιέρωση στον -ας τον πούμε- Book Νομικάριο. Και ας μην έχει καμία σχέση με στοίχημα ή με τη στάση που στηλιτεύει το κείμενο. Αλλά είναι ωραίο να ανακαλύπτεις πως τελικά είστε στην ίδια μπάντα και ας έχετε μουγκαθεί σε όλο το ταξίδι...

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2017

Ύμνος σε ένα μαύρο σκυλί με άσπρα μαλλιά

Αυτά καλό είναι να γράφονται νωρίς, όσο κάποιος βρίσκεται εν ζωή -κι αυτή ήταν η αρχική πρόθεση που δεν πρόλαβε να γίνει πράξη. Αλλιώς μοιάζουν με αγιογραφίες για το νεκρό που δεδικαίωται (που ως φράση, λέει, δε σημαίνει αυτό ακριβώς, αλλά όλοι έτσι το καταλαβαίνουμε και το μεταφράζουμε στην πράξη).


Ο Κηλαηδόνης (φοβερό όνομα για μουσικό κι ας μην ήταν τόσο καλλίφωνος) είχε γράψει τραγούδια για το μικρό ήρωα και τα fucking fifties -που για πολύ κόσμο ήταν όντως... "γαμιστερά", από άλλη άποψη όμως-, που ήταν βασικά μια ωδή στα παιδικά του χρόνια.
Αλλά εγώ τον έχω συνδέσει με τα δικά μου παιδικά χρόνια, που ο θηλυκός γονιός μου τραγουδούσε "τζιν-τζιν-τζιν, πώς του παν καλέ τα τζιν" κι ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που δεν τα πολυφόρεσα ποτέ στη συνέχεια -όπως και τα μπουφάν άλλωστε. Ανήκε πάντως στις πρώτες μουσικές μου αναμνήσεις μαζί με το "καταρρέω", που δεν ήξερα τι σημαίνει και το έλεγα "καταρρέου" -πώς αλλιώς θα έκανε ρίμα με τον Παπανδρέου;- ανησυχώντας -λέει- τους γονείς μου: τι έχει το παιδί και καταρρέει;

Είχε γράψει και μια ωδή στο κλαρίνο, αλλά εγώ τον εκτίμησα πολύ περισσότερο για το πιάνο και τον ήχο του που ήταν λαϊκός, χωρίς να είναι τόσο παραδοσιακός. Και βασικά για τον ύμνο των μαύρων σκυλιών -αν και το πραγματικό όνομα του τραγουδιού το έμαθα πολύ αργότερα- που ήταν ιδιοφυής στιχουργική σύλληψη (μες στην απλότητά της) και προσφέρεται για διάφορες στιχουργικές διασκευές (όπως αυτήν -ευτυχισμένα χρόνια).
Κι έχουμε άλλες δυο (πρώτη και δεύτερη) για το γιούπι για-για.

Συνδέθηκε από τις συγκυρίες (και την κακή μεταφορά στη μετάφραση) με το μοναχικό καουμπόι Λουκι(ανό) -που ήταν Λάκι- αλλά έκανε ένα από τα πιο μαζικά δρώμενα της ιστορίας, με το πάρτι στη Βουλιαγμένη, από αυτά που σε κάνουν να λες πως "δε γίνονται τέτοια πράγματα στις μέρες μας". Μουσικός απόηχος μιας εποχής που όλα ήταν (ή έμοιαζαν) πιο μαζικά και συλλογικά -ακόμα και τα πάρτι-συναυλίες. Αλλά το πιο "σοκαριστικό" από τα πλάνα που φτάνουν στις μέρες μας είναι πόσο λεπτή -πετσί και κόκαλο- ήταν τότε η νέα γενιά, πριν "φάει ψωμί" με την Αλλαγή και ικανοποιήσει το κατοχικό σύνδρομο του λαού μας, που παρέμενε αδικαίωτο σαν την πάλη των τάξεων.

Ο Κηλαηδόνης απέδωσε πολύ έξυπνα κάποιες απλές αλλά ιδιαίτερες στιγμές, όπως τη φρενίτιδα πριν από (αρχίζει) το ματς, που την αποδομεί έξοχα στον τελευταίο του στίχο, στις καθυστερήσεις: όποιος γνωρίζει τι φταίει για όλα αυτά, ας μου εξηγήσει μετά.
Τον μπερδεμένο καρπό της σεξουαλικής απελευθέρωσης, που θυμίζει (αν δεν περιγράφει) μικρούς χώρους κι οργανώσεις του αριστεροχωρίου: τα έφτιαξε ο Μηνάς με την Ανέτα... Πού βαδίζουμε σφοι; Στο αεροδρόμιο...
Το αντίκρισμα που έχουν στη σύγχρονη εποχή τα πτυχία. Ρολό λοιπόν το κάνανε κι όπως ήταν φυσικό, κι αφού το καμαρώσαν, το βάλανε στον...
Τη μετάθεση ευθυνών που τείνει να γίνει χαρακτηριστικό της "νεοελληνικής φυλής": φταίει και ο Χατζηπετρής (που χάνει σαφώς όμως στο πολιτικό κομμάτι).
Το άγχος από την καθημερινή δουλειά (κι όμως κατά βάθος, κάπου υπάρχει λάθος, κάπου την έχουμε πατήσει κι οι δυο).
Τη γέννηση του καμικάζι -που δε σηκώνει κάτι τέτοια.
Πώς σκοτώνει μια παρέα την ώρα της (είπαμε για τον Τραβόλτα τι λεφτά να κονομά, κάναμε μετά μια βόλτα κι είπαμε να πάμε σινεμά).

Ναι δεν είναι πολιτικά και προβληματισμένα, αλλά είναι πολύ καλύτερα από άλλα που υποτίθεται ότι είναι κι έχουν πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους και το δημιουργό τους.

Το κεφάλαιο "πολιτικός Κηλαηδόνης" είναι λίγο περίεργο. Πιθανότατα ανοίγει και κλείνει με τα Μικροαστικά και τα Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας (που έχουν αξία πολιτικής μπροσούρας και τον βάζουν πάνω από διάφορους ντεμέκ πολιτικοποιημένους συνθέτες). Και δεν είναι τυχαίο μάλλον που η οργάνωση τον είχε καλέσει πριν από μερικά χρόνια στο φεστιβάλ για να πει συγκεκριμένα αυτά τα τραγούδια, κι όχι άλλα.

Δε χρειάζεται όμως να το τραβάμε από τα μαλλιά, για να το προεκτείνουμε με το ζόρι, όπως κάτι Σεκίτες σε μια εξόρμησή τους που είχαν κόψει ένα κομμάτι από ένα κομμάτι του: δε μας τρομάζουν τα νέα μέτρα, δε μας τρομάζει εμάς πληθωρισμός (...) θα μας τρομάξει τώρα ο καπιταλισμός. Αλλά το έκοβαν γιατί μετά έλεγε: "τα δεχτήκαμε κανονικά, σιγά-σιγά τα συνηθίσαμε κι αυτά..." περιγράφοντας με ακρίβεια πχ τα ξεσπάσματα της νέας δεκαετίας. Κι όμως εμάς δε μας τρομάξαν αρκετά...

Επίσης είναι άρρηκτα συνδεμένος με το Γιούπι Για-Για (Κουκουέ), Γιούπι-Γιούπι-Για (Εβίβα ΚΝΕ), που ήταν η κλασική κορύφωση στα ρεμπέτικα του Κασούρα στη ΛΔ του Βορρά, αλλά αφενός δεν είναι δικό του, αφετέρου δε νομίζω να έλεγε τη δική μας διασκευή (για την Αυγή, τώρα που έγινε φυλλάδα αστική).

Ο Κηλαηδόνης ήταν καλλιτέχνης της εποχής του, υπηρετώντας ως ένα βαθμό το μεταπολιτευτικό ριζοσπαστισμό, αλλά και τον εκφυλισμό της. Κατά βάθος ήταν νομίζω φίλος του Κουβέλη (έστειλε αν δεν κάνω λάθος χαιρετιστήριο μήνυμα στην ίδρυση της ΔΗΜΑΡ) και σε κάθε περίπτωση όχι πολύ μακριά από την πορεία της γυναίκας του, της Άννας Βαγενά, που έκανε πολύ αξιόλογες δουλειές στο θέατρο, αλλά έγινε βουλευτής του ΓΑΠ και μετά του μνημονιακού Σύριζα.

Ίσως σε κάποιους δικούς μας (όχι σε όλους, γιατί αλλιώς δε θα τον καλούσαμε ποτέ σε Φεστιβάλ) να υπήρχε μια προκατάληψη, όχι για την "πολιτική του μετάλλαξη" (δεν ξέρω αν υπήρξε ποτέ τέτοια) αλλά για την καλλιτεχνική του, και τη στροφή προς πιο ελαφριά πράγματα, για τη συνέχεια που δεν έδωσε ποτέ στα πρώτα ελπιδοφόρα δείγματά του. Τα επόμενα δείγματά του μπορεί να είχαν αρκετά να πουν (περισσότερα από διάφορα φλύαρα, δήθεν προβληματισμένα άσματα του καιρού μας) αλλά σίγουρα δεν αποτελούσαν κάποια πολιτι(στι)κή πρόταση. Ακόμα κι αν ο χαβαλές όμως δεν είναι παρά η έκφραση μιας παρακμής, αυτή είναι γλυκιά (σχεδόν ευχάριστη) όταν έχει ένα υπόβαθρο πίσω της. Χαβαλές από χαβαλέ διαφέρει δραματικά -αν όχι ποιοτικά.

Στο υστερόγραφο να πω ότι εντυπωσιάζομαι από διάφορες εκδηλώσεις συγκίνησης σε προφίλ και λογαριασμούς στα ΜΚΔ κι αναρωτιέμαι πού βρίσκονταν τόσο καιρό όλοι οι φανατικοί ακροατές του Λουκιανού, αν είναι όντως τέτοιοι ή ντύνονται για μια μέρα, ως πρόβα για τις απόκριες. Κι αν απλώς καταλαβαίνουν πως μεγάλωσαν κι αποχαιρετούν τα καλύτερά τους χρόνια, που αργοσβήνουν μαζί με τα συνοικιακά θερινά σινεμά και τις νύχτες με τα γιασεμιά.

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

Ωριμάζοντας

Ξέχασα να γράψω στο χτεσινό σημείωμα για τα "αυγά μαύρα" (που είναι σχεδόν αδύνατο να μην μπερδευτείς τουλάχιστον μια φορά και να μην το πεις "αυγά μάτια" πχ, αν δεν έχεις δει την παράσταση) ότι πηγαίνοντας στην αίθουσα εκδηλώσεων, πετύχαμε στον τοίχο του δημαρχείου ένα σύνθημα με το εξής εύστοχο μήνυμα
ΩΡΙΜΑΣΑΜΕ - (υπογραφή) ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ


Είναι ζήτημα βέβαια πόσο ώριμος είναι αντίστοιχα ο υποκειμενικός παράγοντας όταν γράφει σε τοίχους τέτοια ανώριμα συνθήματα, που έχουν όμως πλάκα και μια δόση αλήθειας-αυτοσαρκασμού.

Αυτή που κατακτά με τον καιρό όμως άλλα επίπεδα ωριμότητας, είναι η (συγ)κυβέρνηση της ΔΦΑ, που διαπρέπει πχ στη δημιουργική λογιστική και την επεκτείνει και σε άλλους τομείς, όπως στη δέσμευση ότι δε θα περικοπούν (κύριες) συντάξεις ή στον υπολογισμό των μπλόκων που εκπροσωπεί η συμμαχία των προθύμων (δες σχετικά και το χτεσινό σχόλιο του Ριζοσπάστη).
10-5-5, 6/2+8, 20 φορές το 15,
Έντεκα κι επτά 18, Σύνολο δεκάξι

Πέρα από τη δημιουργική αριθμητική όμως και τα μπλόκα-σφραγίδες (βγαλμένα απευθείας από τις χειρότερες παραδόσεις του εργατοπατερικού συνδικαλισμού), υπάρχει η αμείλικτη πραγματικότητα των αριθμών, που λέει πχ πως στο μπλόκο της Νίκαιας είναι συγκεντρωμένα όσα τρακτέρ έχει όλη η Πελοπόννησος.

Το μόνο βέβαιο είναι πως τα μπλόκα αυξήθηκαν αμέσως μετά το (τόσο ενθαρρυντικό κι ελπιδοφόρο) αποτέλεσμα της συνάντησης με τους γνωστούς Τεμπωρύχους. Κι αν ο Τσίπρας δεν κατάφερε να τα βρει ούτε καν με αυτούς, καταλαβαίνει κανείς τι περιθώρια συμφωνίας υπάρχουν στη σημερινή συνάντηση με το συντονιστικό της Νίκαιας (το κείμενο γράφτηκε πριν από την ολοκλήρωσή της), όπου καλό είναι να θυμόμαστε ότι δεν παίζουμε μπάλα μόνοι μας κι ότι η συσπείρωση σε αγωνιστική κατεύθυνση δεν εξαλείφει αυτομάτως τις όποιες αυταπάτες και τις αντίστροφες τάσεις συμβιβασμού.

Αυτό δείχνει παράλληλα και τα όρια της κυβερνητικής τακτικής του ώριμου φρούτου, την οποία σπούδασε ο Σύριζα ως αξιωματική αντιπολίτευση από το 12' κι εφαρμόζει τώρα κατά γράμμα, ποντάροντας στην κούραση των αγροτών και την έναρξη των γεωργικών εργασιών στα χωράφια, όσο μπαίνει η άνοιξη.
Αν τους τσακίσω νωρίς,
τότε θα πέσω νωρίς
κι όταν θα μπω στο ράφι (χρονοντούλαπο)
θα 'ναι πάλι νωρίς

Κι η εισαγγελική κίνηση να ζητήσει την επέμβαση της αστυνομίας, όταν κλείνουν τους δρόμους οι αγρότες; Εντάξει, άλλο τι κάνουν οι ανεξάρτητες αρχές, για να επιβάλουν το νόμο. Εξάλλου, όπως είπε και ο Παπαδημούλης, θα μας ταράξουν στη νομιμότητα...

Αλλά το χαρακτηριστικό που ωριμάζει πιο γρήγορα από τα άλλα, είναι ο "αριστερός" αυριανισμός, με το Κόκκινο και την ιστοσελίδα του να παραδίδουν σε καθημερινή βάση απλά μαθήματα αντικομμουνισμού. Τελευταίο χτύπημα η προσπάθεια απαξίωσης των αιτημάτων για τους άνεργους και του Κ. Πελετίδη, μετά την εντυπωσιακή μαραθώνια κινητοποίηση που προανήγγειλε ο δήμος Πατρέων. Ένα χυδαίο δημοσίευμα, όπου ακόμα κι ο τίτλος απευθύνεται στα πιο ταπεινά ένστικτα του μέσου νοικοκυραίου. Το ΚΚΕ προκαλεί τους Έλληνες... Θιασάρχης ο Πελετίδης...

Η ροζ μονταζιέρα ζει και βασιλεύει, και τα social media κυριεύει. Τόσο στην περίπτωση της Λιάνας Κανέλλη, που εφόσον διέβη το Ρουβίκωνα και συστρατεύτηκε με το κόμμα, έχει γίνει κόκκινο πανί, ακόμα κι όταν δεν κάνει τίποτα επιλήψιμο, ενεργοποιώντας απλώς εξαρτημένα αντανακλαστικά σε διάφορα παβλο(φ)-σκυλάκια, που λυσσάνε κι αφρίζουν γαβγίζοντας, μόλις ακούσουν το όνομά της.
Όσο και στη χτεσινή ομιλία του Παφίλη στη Βουλή, όπου απομόνωσαν μισή φράση για να βγάλουν το αήττητο συμπέρασμα πως το ΚΚΕ δε θέλει να τους πρόσφυγες στην Ελλάδα και τους κουνάει το δάχτυλο αφ' υψηλού, γιατί δεν έμειναν στην πατρίδα τους να οργανώσουν την Αντίσταση.

Αν μπεις εν τω μεταξύ να ξύσεις λιγάκι την επιφάνεια και να δεις την ουσία πίσω από τον κουρνιαχτό, τρομάζεις σχεδόν από τη μυθοπλασία και την απόστασή της με την πραγματικότητα, αφού πολλές φορές το σενάριο δε βασίζεται καν σε πραγματικά γεγονότα, αλλά σε έτοιμα φανταστικά σχήματα και σπερμολογίες. Αλλά δε βαριέσαι, πόσοι θα κάνουν τη διαδικασία της εξακρίβωσης, για να βρουν την αλήθεια; Ο επικοινωνιακός ντόρος είναι το παν, η πραγματικότητα δεν είναι τίποτα.

Τη μονταζιέρα μη χτυπάς, αυτή σου δίνει για να φας.
Επειδή ψωμί (άρτος) δεν υπάρχει, χρειάζονται θεάματα. Και δεν τη βγάζεις καθαρή ως κυβέρνηση, αν δεν έχεις να επιδείξεις χάντρες, καθρεφτάκια και λίγο έργο κατά της διαφθοράς, για να δέσει το έργο που θα σερβίρουν στους ιθαγενείς. Υπόθεση: ο αιμοσταγής επαναστάτης Σύριζα στρέφεται κατά των μπουρζουάδων, κόβει τα κεφάλαιά τους για να τα μοιράσει στους φτωχούς και τα εναποθέτει σε δημόσια θέα, πάνω σε φανοστάτες κεντρικών πλατειών, αποθαρρύνοντας τα λαμόγια.

Μετά από τη λίστα Λαγκάρντ, ο Σύριζα προσπαθεί να αντλήσει πολιτική υπεραξία από τη λίστα Μπόριανς -λες και εξαντλήσαμε την προηγούμενη, πιάσαμε όλους τους κακούς, γεμίσαμε τα ταμεία του δημοσίου, οπότε τώρα οδεύουμε σε νέες επιτυχίες.

Στο αριστερό σαξές στόρι, περιλαμβάνεται ασφαλώς κι η αστυνομική επιτυχία με τη σύλληψη των εκβιαστών, ενός εκδότη και δύο δημοσιογράφων. Όπως λέει κι ένας σφος για το Μαυρίκο, κανονικά όταν προσλαμβάνεις για συνήγορό σου τον Κούγια, πρέπει αυτομάτως να σου επιβάλουν ισόβια, χωρίς άλλες διατυπώσεις. Αλλά επειδή κανείς δεν είναι τόσο αφελής, για να πιστέψει πως όλοι αυτοί δρούσαν μόνοι τους, χωρίς πλάτες και διασυνδέσεις (πχ του Μούσια), με επικεφαλής τον εκδότη της Ακρόπολης, έχει ενδιαφέρον να δούμε πόσο ψηλά (δε) θα φτάσει η υπόθεση και πώς θα ξανατυλιχτεί το κουβάρι της, αφήνοντας στο απυρόβλητο τα μεγάλα ψάρια.

Κι αν οι συνθήκες ωριμάζουν μαζί με την πασοκιά της ΔΦΑ, το ζητούμενο είναι να μην περιμένουμε να πέσει σαν ώριμο φρούτο, και να μην σαπίσουμε κι εμείς μαζί τους (ενώ παίζουμε με τις τάπες των βαρελιών μας), ενώ μας παίρνει αμπάριζα η σαπίλα του σάπιου κόσμου της εκμετάλλευσης.

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015

Γιούπι για-για

Σήμερα κινούμαστε λόγω της ημέρας σε πιο ελαφρούς ρυθμούς και πιο συγκεκριμένα το ρυθμό του γνωστού γιούπι-για-για, που λέει ο κηλαηδόνης (που είδε τη βαγενά να εκλέγεται βουλευτής το 09’ με τον γαπ και τώρα με το νέο πασόκ) κι εδώ γίνεται για τις ανάγκες της διασκευής, κάτι σαν ύμνος της αλλαγήυς.

Γιούπι για-για, γιούπι-γιούπι-για

Τίνος είναι ρε Αλέξη τα παιδιά
Τίνος είναι ρε Αλέξη τα παιδιά
Το ‘να μου φωνάζει Yeah!

Το άλλο μου φωνάζει да!

Τίνος είναι ρε συ Αλέξη τελικά;

Το ‘να είναι πούρος νεοφιλελές

Το άλλο μου το παίζει τάχα κουκουές

Και το τρίτο είναι το ΠΑΣΟΚ μας

Γαμώ το κέρατό μας, γαμώ το σαμαρά
Το ‘να φόλα Δεξιά, το άλλο μες στην πασοκιά
Κι εσύ λες «πρώτη φορά Αριστερά» (πούν’ την-για;)

Γιούπι-για-για, γιούπι-γιούπι-για
Γιούπι-για-για, γιούπι-γιούπι-για

Τι θα γίνει Αλέξη με τη διαγραφή;
Για το χρέος τι λέει η κυβέρνηση;
Ο ένας λέει μερική

Ο άλλος διαπραγμάτευση

Και στο τέλος θα ‘ρθει η επιμήκυνση
(πω-πω πουλί)

Βαρυσήμαντη παρεμβολή Βαρουφάκη
Οι ωραίοι έχουν χρέη και πληρώνουν με φιλιά


Βαρουφάκη έλα λίγο να σου πω
Πρέπει τώρα να στο εξομολογηθώ
Δεν αντέχω άλλο (ευρω)πέος
Για το γαμημένο χρέος
Κι από μένα δως τους δυο φιλιά (γα-λλι-κά)
Πες το και στο Λαπαβίτσα
Δε σηκώνω άλλα βίτσια
Χάρισμά σας το μπουρντέλο της ΕΕ



Γιούπι-για-για, γιούπι-γιούπι-για

Μα δε θέλω άλλο ρεύμα αριστερό
Δεν μπορώ σου λέω ρεύμα αριστερό
Γιατί είναι Συριζαίοι,
Εφιάλτες κι αρουραίοι
Που πηδήξανε απ’ το πλοίο μας νωρίς
(Πού-να-τους-βρεις;)

Εμείς το θέλουμε παιδιά το Σύριζα
(Α-ΣΦΑ-ΛΩΣ)
Μεις τον θέλουμε παιδιά το Σύριζα
(ΡΕ-ΦΟΡ-ΜΙ-ΣΜΟΣ)
Για να κάνει τον Κερένσκι
Πασοκιές πολλές και αίσχη
Και να γίνει η Επανάσταση
(Α-ΝΑ-ΣΤΑ-ΣΗ)
Να γουστάρει ΝΑΤΟ, ΕΕ
Αλλά εμείς «Μολών λαβέ»
Κι ύστερα όλοι «Αντεπίθεση λαέ»
(ΜΕ ΚΟΥ-ΚΟΥ-Ε!)

Γιούπι-για-για, γιούπι-γιούπι-για

Αφιερωμένο στα οκτώ χρόνια της αλλαγής και τα επτά χρόνια φαγούρα.

Προτάσεις, αποδοκιμασίες, παρατηρήσεις, ευπρόσδεκτες στα σχόλια.

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Γιούπι για-για

Λοιπόν, το ρυθμό τον έχουμε. Είναι η γνωστή μελωδία από το τραγούδι του κηλαηδόνη, τίνος είναι βρε γυναίκα τα παιδιά. Κρατάμε το σκοπό (χωρίς να γίνεται αυτοσκοπός), ρουφάμε και τα λέμε.

Τίνος είναι βρε γυναίκα τα παιδιά
Τίνος είναι βρε γυναίκα τα παιδιά
Το ‘να μου φωνάζει «Ουστ»!
Το άλλο μου φωνάζει «Να»!
Τίνος είναι βρε γυναίκα τα παιδιά



Και το τρίτο είναι το δικό μας
Το κομμουνιστικό μας, το σταλινικό



Το ‘να είναι ενός ευρωκομμουνιστή
Το άλλο είναι κάποιου αριστεριστή
Και το τρίτο είναι το δικό μας
Το κομμουνιστικό μας, το ορθόδοξο

Γιούπι για-για, γιούπι-γιούπι για…

Τι τους θέλουμε συντρόφια τους ναζί
Τι τη θέλουμε και την χρυσή αυγή
Αφού έχουμε Αντώνη
Που στους ξένους ξεσπαθώνει
Και τα ματ να δέρνουν γέρους και παιδιά


Οι πασόκοι που ήταν πρώτα υπουργοί

Γιούπι για-για, γιούπι-γιούπι για…

Εμείς τον θέλουμε τον τσίπρα σύντροφο
Εμείς τον θέλουμε τον τσίπρα σύντροφο
Να πηγαίνει στον εργάτη
Να πουλάει ριζοσπάστη
Κι ό,τι άλλο τον διατάξει ο λαός
Να πηγαίνει στη βουλή
Να πουλάει την αυγή
Τώρα που θα γίνει κυβερνητική

Εμείς τον θέλουμε τον τσίπρα αρχηγό
Να τον δούμε και πρωθυπουργό
Να πηγαίνει στη βρυξέλλα
Και να μας πουλάει τρέλα
Και να λέει ζήτω το ευρώ (ΜΑΑΣΤΡΙΧΤ)
Για να πάει στο δου νου του
Να πει σύριζα παντού
Και με τον κουβέλη να τους κάνει μπου!


Εμείς το θέλουμε παιδιά το νέο εαμ
Εμείς το θέλουμε παιδιά το νέο εαμ
Με καζάκη, βαρουφάκη
Και το μίκη θεοδωράκη
Και το στέλιο παπαθεμελή

Εμείς τη θέλουμε την παναριστερά
Μεις τη θέλουμε την παναριστερά
Με κοτζιά, μανώλη γλέζο
Και δημάρ με γιάννη μπέζο
Για να γίνουμε κυβέρνηση


Ναρ, αραν, λαφαζαράν
Οκδε, μπίστης και γκαργκάν
Για να πούμε το no pasaran

Εμείς θέλουμε ανταρσύα στη βουλή
Εμείς θέλουμε αντάρτες στη βουλή
Για να ακούνε τον αλέξη
Και να μην του λένε λέξη
Και να δώσουν ψήφο ανοχής



Γιούπι για-για, γιούπι-γιούπι για

Αλλά θα γυρίσει ο τροχός...



Τρίτη 17 Απριλίου 2012

Πού βαδίζουμε κύριοι

Ολοταχώς προς εκλογές. Με ποιους όρους είναι το θέμα. Έχουμε και λέμε.

Η άρια αγάτσα –που ήταν κάτι σαν την άννα καραμανλή της αλλαγής, στη δεκαετία με τις βάτες κι έλεγε τα αθλητικά στην ερτ- κατάλαβε ότι δε μπορεί να εκλεγεί στη βοιωτία με το πασόκ και τα έφτιαξε με τη νδ. Ενώ ο μαμουζέλος έκανε μια πιο τίμια ‘αριστερή’ μετατόπιση, για να περιγράφει τις μετατοπίσεις των σταθερών θέσεων του συνασπισμού, που θυμίζει μπαλάκι του ρολάν γκαρός, με γαλλική αύρα (όχι παρτσαλίδου) και τον αέρα του μελανσόν. Ο λιάρος και ο μποτώνης που μας παρείχαν ποιοτική ενημέρωση -κι ήταν αντικειμενικοί σαν ρεπόρτερ ομάδας πριν από ντέρμπι- επισημοποίησαν τον έρωτά τους με το πασοκ. Ενώ ο μαλέλης, αφού απόλαυσε τη σταρ πλευρά της ζωής πήγε στη δημαρ, όπου θα βρει τον παν-παν, παλιό του σύντροφο από το πασόκ. Το λαος έχει τη σταθερή αξία της θάλειας χούντα και έκανε μεταγραφή τον κύρτσο, που ήταν κάποτε στην κνε λονδίνου. Κι η λίστα όσο πάει κι εμπλουτίζεται.

Η βάνα μπάρμπα «στολίζει» –κατά δήλωση του «αρχηγού»- τα ψηφοδέλτια του καρατζαφέρη στις φτωχογειτονιές του πειραιά, όπου είχε πλούσιο κοινωνικό έργο ως δημοτική σύμβουλος του πασόκ. Ο παϊτέρης δεν έχει τόπο, δεν έχει ελπίδα και ψάχνει να βρει σε ποιο κόμμα του έπεσαν –σειρά έχει ο σύριζα για οντισιόν. Εκεί όπου κατέληξε κι ο τατσόπουλος μετά το ντοκιμαντέρ στο σκάι. Ο ζερβός κατεβαίνει με τη νδ, μετά το δράκουλα των εξαρχείων –που μπορεί να ‘ναι κι ο μητσοτάκης- ενώ ο ρένος χαραλαμπίδης συμπληρώνει το άνοιγμα σαμαρά στο εναλλακτικό κοινό. Του ξέφυγε όμως ο χαϊκάλης, που τον είχε στην πολιτική άνοιξη, αλλά τώρα επέλεξε τον καμμένο –παρά τις ελπίδες που άφησε η ραπ εμφάνισή του στο πρόσφατο εορταστικό του 902.

Ο καμμένος έχει πάντα μια μεγάλη αγκαλιά για τα ορφανά της νδ, όπως ο κουβέλης για αυτά του πασόκ. Κάποιοι άλλοι είδαν το φως τους και τράβηξαν προς σύριζα, στα χνάρια του μητρόπουλου, αλλά αυτό έφερε εντάσεις και φυγόκεντρες τάσεις στη ριζοσπαστική του ρίζα, που τώρα φλερτάρει ανοιχτά με την ανταρσύα κι η ένωση οπαδών σύριζα (εος) ετοιμάζεται να γίνει εοα. Αλλά δεν τους θέλουν ναρ και σεκ (κυρίως) που πέρασαν σε ποσοστά τον αλαβάνο στις πρόσφατες περιφερειακές εκλογές, με υποψήφιο τον χάγιο. Άλλοι λένε ότι δεν τα βρίσκουν στο πρόγραμμα και κάποιοι άλλοι στις υποψηφιότητες. Τους θέλουν όμως αραν και αρας, που ήταν μαζί με το σεκ στην ενάντια, πριν να ενωθεί στην ανταρσύα με το μερα, και φύγουν από αυτό η όκδε σκέτο και το εεκ, που παλιότερα το στήριζε το πολιτικό καφενείο, που τώρα στηρίζει το μέτωπο του αλαβάνου, που δεν τον θέλουνε ναρ και σεκ, ούτε η οκδε σπάρτακος, που αντικατέστησε την όκδε σκέτο. Βγήκαν εκατέρωθεν και οι αντίστοιχες ανακοινώσεις για τη μεγάλη χαμένη ευκαιρία να βαδίσουμε μαζί και να ταράξουμε τα –θολωμένα ήδη- νερά.

Και δεν με ενδιαφέρει να δώσω μια εικόνα το κλουβί με τις τρελές, όπως μου έγραφε τις προάλλες ένας φίλος. Αλλά κάποια πράγματα έχουν μεγάλη δόση σουρεαλισμού, για να αντιμετωπιστούν διαφορετικά, χωρίς τους αντίστοιχους συνειρμούς.

Να μπει ο αλέκος ή να μη μπει; Ιδού η απορία. Κι αν σ’ εκτοπίσει με την αναγνωρισιμότητά του και τις υψηλές γνωριμίες του στα κανάλια; Αν σου γυρίσει μπούμερανγκ ο τυχοδιωκτισμός του και σου γυρίσουν την πλάτη κάποιοι που σ’ είχαν για σοβαρό; Γιατί να διακινδυνεύσεις την προοπτική ενός ενωτικού εγχειρήματος, για τα ογδόντα άτομα που μάζεψε η τελευταία συνδιάσκεψη του μέταλλα (μέτωπο αλληλεγγύης και ανατροπής) και κράτησε μία μέρα λιγότερο απ’ το προβλεπόμενο, γιατί δεν πήγε κόσμος; Και πώς να ντύσεις ιδεολογικά την διαφοροποίησή σου, όταν όλοι κινούνται σαν γαϊτανάκι γύρω από τον ίδιο μεταβατικό άξονα, με ελάχιστες παρ-αλλαγές κι αστερίσκους;

Η πολιτική κρίση ακολουθεί κατά πόδας την οικονομική, οι διεργασίες εντείνονται, οι καιροσκόποι μυρίζονται ευκαιρίες για ανέλιξη και πέφτουν με τα μούτρα στο ψητό. Το βασικό διακύβευμα είναι ποιος θα γίνει το νέο πασοκ στη θέση του πασοκ. Άλλος μιλάει για αλλαγή, άλλος για δημοκρατία, άλλος για ανεξαρτησία και λαϊκή κυριαρχία, άλλος για εθνικοποιήσεις κι αριστερή κυβέρνηση. Το πασοκ είναι παντού! Ένα ιδεολογικό τουρλουμπούκι, με σπίθες, καμμένους και άλλους φλογερούς πατριώτες, που παίζουν με τη φωτιά της ενσωμάτωσης, και καίγονται για οφίτσια και θεσούλες.

Όχι σε όλα τα πασοκ, σκληρά και μαλακά (έχει κι άλλα)
Το βιοτικό επίπεδο επιστρέφει στα fucking fifties, κι ο κομματικός κατακερματισμός θυμίζει έντονα τις πρώτες μετεμφυλιακές εκλογές του 50’, όπου κανείς δεν πήρε πάνω από 20%. Το σύστημα βάζει αναχώματα το ένα πίσω από το άλλο, για να χωρέσει τη λαϊκή οργή και να μας στριμώξει στο 9,3% της αποχής του 46’.

Οι διεργασίες απλώνουν σε όλους σχεδόν τους πολιτικούς χώρους και τις κοινοβουλευτικές ομάδες της προηγούμενης βουλής, που άλλαξαν, διασπάστηκαν, διευρύνθηκαν έγιναν αγνώριστες. Όλες; Όχι. Γιατί μια μικρή κοινοβουλευτική ομάδα εξακολουθεί να αντιστέκεται στον κατακτητή και τον αριβισμό των καιρών, πατώντας γερά σχετικά στα πόδια της.

Τι κάνουμε λοιπόν; Το άσπρο μαύρο. Οι προεκλογικές κωλοτούμπες βαφτίζονται κινητικότητα, τακτική ευελιξία, εκσυγχρονισμός, προσαρμογή στα σύγχρονα δεδομένα και τις επιταγές των καιρών, υπέρβαση των διαχωριστικών γραμμών του παρελθόντος, συμμαχία κατά του μνημονίου, και πάει λέγοντας. Ενώ η συνέπεια κι η σταθερότητα βαφτίζονται σεχταρισμός κι απολιθωμένος δογματισμός. Το κουκουέ είναι ένα κόμμα-φρούριο, που παρακολουθεί έγκλειστο από τα γραφεία του τις εξελίξεις, χωρίς να καταδέχεται καμία συμμαχία με τον αντιμνημονιακό μύλο -της αντίδρασης- που όλα τα αλέθει.
Το κουκουέ δεν αλλάζει. Άλλαξε εσύ.

Μέσα σε όλη αυτή τη δίνη, όρθιο πες μου τι θα μείνει. Ένα κομμάτι εργατόκοσμου καταλαβαίνει μέσα από την εμπειρία του τι σημαίνει η φράση, ένα είναι το κόμμα, ή το σύνθημα πέντε κόμματα, δύο πολιτικές –τώρα τα κόμματα είναι δεκαπλάσια, η ουσία όμως δεν άλλαξε. Τα αστικά μέσα του γανιάζουν το κεφάλι με τον σοβιετικού τύπου μονοκομματισμό, αλλά στην πραγματικότητα αυτό που δε θέλουν, είναι το εξής ένα: το κομμουνιστικό. Ή τουλάχιστον να μην έχει την χάρη των δύο κάπα, είτε του πρώτου είτε του δεύτερου. Κι ας λέγεται όπως θέλει.

Κι όποιος γνωρίζει τι φταίει για όλα αυτά, ας μου εξηγήσει μετά, λέει ένα άλλο τραγούδι του κηλαηδόνη. Όμως μετά την απομάκρυνση από την κάλπη, ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Στην αστική δημοκρατία οι εκλογές είναι μια δοσοληψία, όπου το πολιτικό προσωπικό των αστών εξαγοράζει την ψήφο του λαού και τη «δεδηλωμένη εμπιστοσύνη» του για να προχωρήσει στα αντιλαϊκά μέτρα.

Οι κομμουνιστές όμως δε βλέπουν τον λαό ως εμπόρευμα κι ως ψηφοφόρο μιας χρήσης, με ανταλλακτική αξία. Η ψήφος είναι βόλι που δεν πρέπει να πάει χαμένο. Αλλά δεν αρκεί από μόνη της να σκοτώσει το σύστημα. Αν δε συνδυαστεί με δράση και σκληρό ταξικό αγώνα, πριν και μετά τις εκλογές, θα ‘ναι απλώς μια τουφεκιά στον αέρα, στον α(ρι)στερισμό της... κυβερνώσας αριστεράς.

Επί του πιεστηρίου: ανακοινώθηκε κι η εκλογική συνεργασία καζάκη-παπαθεμελή, που θα έχει το πρωτοποριακό όνομα: ΌΧΙ! βούτυρο στο ψωμί της ελληνοφρένειας. Άντε και εις κατώτερα…

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

Πώς γεννιέται ο καμικάζι

Ή αλλιώς πώς μια συντρόφισσα έγινε σφισσα

Έγινε από ένα βιβλίο που νόμιζε ότι ήταν για τα ναρκωτικά, εξαιτίας του τίτλου του. Ξεκίνησε με αυτό και μετά κύλησε στο βούρκο της μπρεζνιεφικής στασιμότητας.


Το βιβλίο αυτό ήταν του μίσσιου. Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς. Τώρα, πώς είναι δυνατόν να διαβάσεις μίσσιο και να συμπαθήσεις το κουκουέ, δεν το φτάνει ανθρώπου νους. Άβυσσος η ψυχή του συντρόφου. Κι αν το μάθαινε ο μίσσιος, ίσως να κυλούσε αυτός στα ναρκωτικά, τώρα στα γεράματα.

Διαβάζοντας χρόνη λοιπόν, απέκτησε απορίες. Τι πάει να πει τροτσκιστής; Και γιατί τον απέφευγαν οι άλλοι;
Άνοιξε την εγκυκλοπαίδεια, να δει στο λήμμα τρότσκι. Δεν είχε όμως τη μεγάλη σοβιετική, για να βρει τον ορισμό: ανθρωπόμορφος σοσιαλφασίστας, πράκτορας του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού και της γκεστάπο. Αν και το πιο πιθανό είναι να μην τον ανέφερε καν.

Ούτε είχε δει τη σκηνή του τραμπάκουλα με τον ινστρούκτορα, για να τον εντάξει στον ευρύτερο ορισμό του αναθεωρητή: όχι παιδάκι μου, εγώ δεν έχω τέτοιες ικανότητες. Είμαι βοσκός. Είχαμε έναν, τελείωσε, προχτές τον πήρανε.
-Άρα μπορούμε να προχωρήσουμε στην οργάνωση
.

Τροτσκιστές η συντρόφισσα είδε από κοντά όταν ήρθε να σπουδάσει στη θεσσαλονίκη. Ευτυχώς γνώρισε πρώτους τους σεκίτες.
Θα πάρετε την εφημερίδα μας; Θα υπογράψετε για να σταματήσει ο πόλεμος; Θα έρθετε στην αθήνα στο διήμερο μαρξισμός; Θα μας ενισχύσετε οικονομικά; Θα γίνετε μέλος του σεκ; Θα με παντρευτείς;

Όταν έχεις μπροστά σου ένα απλωμένο χέρι και μια εργατική αλληλεγγύη να ‘ρχεται κατά πάνω σου, σαν κινούμενη εφημερίδα τοίχου, το βλέπεις σαν ένταλμα σύλληψης κι ετοιμάζεσαι για κράτηση, κάνα δεκάλεπτο στην καλύτερη. Κι αν δεις στο καπάκι δικούς μας συντρόφους, κάνεις τη σύγκριση με το σεκ, και λες, μια χαρά είναι, όχι πιεστικοί σαν τους άλλους...

Σαν το κόλπο του χότζα, που λέει σε μια οικογένεια με μικρό σπίτι, να βάλουν μέσα όλα τα ζωντανά που έχουν στο στάβλο. Κι όταν τα βγάζουν μετά από κάνα μήνα, τους φαίνεται μεγάλο και ευρύχωρο. Πάλι καλά όμως που δεν γνώρισε τους οπαδούς του. Όχι του νασρεντίν, του άλλου.

Έπαιξε ρόλο για να μπει κι ότι δεν είχαν σχήμα εαακ στη σχολή της. Υπήρχαν κάτι άλλοι, χαρούμενοι αυτόνομοι, που όταν μεγαλώσουν θέλουν να γίνουν ανεξάρτητοι κι είχαν απορροφήσει όλο το υποψήφιο κοινό, το τάργκετ γκρουπ που λένε.
Όταν απ’ τα τέσσερα αρχικά σου στο αρκτικόλεξο, προβάλεις κυρίως το άλφα της ανεξαρτησίας, είναι λογικό να το προτιμά ο κόσμος στην αυθεντική του εκδοχή, με αριστερούς αυτόνομους που δεν καταγράφονται πουθενά. Αν υπήρχαν εαακ πάντως, μπορεί να την είχαν κερδίσει στιλιστικά.

Αντί γι’ αυτό όμως βρήκε μια σχολή γεμάτη συνασπισμένους καθηγητές, όπως όλες σχεδόν άλλωστε. Κι ανάμεσά τους έναν πρώην δικό τους, που μπούχτισε κι αποσκίρτησε για να ‘ρθει μαζί μας. Πραγματικό μαργαριτάρι -στο βυθό που ήταν κρυμμένο- για τις γνώσεις, το λόγο του, τη δίτομη ιστορία του εμφύλιου που έγραψε. Από τους πιο μειλίχιους (φιλο)σταλινικούς που μπορεί να γνωρίσει κανείς.

Συνδετικός κρίκος με την οργάνωση ήταν μια άλλη σφισσα που την είχε επιρροή και της έδειξε τα μέρη και τα κατατόπια. Μαζί και κάτι μαγαζιά στα λαδάδικα, όπου ανέβηκε να χορέψει στα τραπέζια για να διακηρύξει στον ανδρικό πληθυσμό το φλογερό μήνυμα που έκρυβε κάτω απ' τη φούστα της. Ευτυχώς η δικιά μας, δεν παρασύρθηκε από το στιλ δουλειάς της –που θύμιζε δαπάρα- ούτε τη διαολόστειλε.

Ίσως να έπαιξε ρόλο κι εκείνο το βιβλίο που της είχε δανείσει, το χρυσό εγχειρίδιο της μπρεζνιεφικής εποχής, με τις εκατό ερωτήσεις για την εσσδ. Τότε που είχαμε το συνέδριο με το δεύτερο θέμα για το σοσιαλισμό και συζητούσαμε στις όβες, είχα γράψει άλλες εκατό ερωτήσεις για τη σοβιετία για να τις πιάσει ο σφος στην παρουσίαση των θέσεων. Αλλά δε μας κάλυψε ιδιαίτερα –ήταν πρακτικά αδύνατο- κι έκτοτε μου έμεινε απωθημένο να γράψω εγώ τη συνέχεια. Εκατό ερωτήσεις-απαντήσεις για την εσσδ, νούμερο δύο.

Η σημερινή γενιά όμως δεν ξέρει να εκτιμά τα πολιτικά άρλεκιν. Θα ήταν λοιπόν βάσιμο να υποθέσουμε ότι για την ένταξή της βάρυνε μάλλον ο τόπος καταγωγής της. Ο ηρωικός μανταμάδος κι η κομμουνιστογέννα λδ λέσβου.
Στο μανταμάδο ευδοκιμούν sui generis κομμουνιστές, που στο μυαλό μου έχουν κάτι από τον χαρακτήρα των ντόπιων απ' το αστερίξ στην κορσική. Ξεροκέφαλοι, λίγο συντηρητικοί, αλλά αξιαγάπητοι. Ηρωικά κατάλοιπα μιας εξίσου ηρωικής εποχής που ανήκει στο παρελθόν και το μέλλον της ανθρωπότητας.

Από φιλοσοφικής άποψης είναι μάλλον οπαδοί του σπινόζα. Πανθεϊστές που κατέβασαν τον θεό απ’ τον ουρανό στη γη, τον έντυσαν υποσυνείδητα με κόκκινο (ζουρλο)μανδύα κι έπλασαν τον κόσμο κατ’ εικόνα κι ομοίωση των επιθυμιών τους. Αλλά είναι ένα βήμα από το διαλεκτικό υλισμό, όπως άλλωστε και ο σπινόζα.

Η πλάκα είναι ότι ο γνωστός και μη εξαιρετέος μαρατζίδης, έχει γράψει βιβλίο για τις μικρές μόσχες, τα εκλογικά κάστρα του κουκουέ. Και πρώτο απ’ όλα ανάμεσά τους, είναι (σσ: ήταν) ο μανταμάδος. Εμείς με τη σφίσσα όμως τον γνωρίσαμε πρώτα από αυτή τη μελέτη κι ύστερα μάθαμε τι φρούτο είναι.

Με τέτοια παιδικά χρόνια, η μοίρα της σφισσας ήταν προγραμμένη. Μπήκε στην οργάνωση πρωτοετής κι όπως όλοι οι κορσικανοί, πρώτα έγινε κομμουνίστρια κι ύστερα άθεη. Κάτι που δεν την εμπόδισε να δίνει κάθε χρόνο το παρών στη γιορτή του ταξιάρχη. Δεν έχουν το θεό τους σε αυτά τα μέρη...

Σήμερα –αρκετά χρόνια μετά- παραμένει εντός, εκτός κι επί τ’ αυτά. Η σύνδεσή της είναι χαμένη κάπου στο αιγαίο, σε ένα μπουκάλι, χίλια μύρια κύματα από εκεί που βρίσκεται. Και η ίδια σκέφτεται να γράψει τη συνέχεια αυτού του κειμένου –αφού διαβάσει πρώτα τις εκατό ερωτήσεις για την εσσδ- και να βάλει τίτλο εν είδει αυτοκριτικής: καλά εσύ απογοητεύτηκες νωρίς.

Κι αν γράφω αυτό το κείμενο, είναι γιατί αύριο έχουμε πορεία κι αυτή ήταν η βασική μου παρέα σε κάθε κινητοποίηση ή εκδήλωση. Πάντα υπάρχουν ρεζέρβες κι αουτσάιντερ, αλλά δεν είναι το ίδιο. Κι έτσι βάζω κάθε φορά στον εαυτό μου το ίδιο υπαρξιακό ερώτημα: ξέρω με ποιους να πάω (και ποιους να αφήσω).
Αλλά με ποιον να πάω; Ιδού η απορία..

Μπόνους τρακ για τον τίτλο του κειμένου

http://www.youtube.com/watch?v=851YMdI2WyU

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

Στην πράξη τι κάνουμε σύντροφε;

Να το δούμε συγκεκριμένα. Εξαρτάται ποια πράξη εννοείς.
Υπάρχει πχ η πρόσθεση κι η συγκόλληση ετερώνυμων δυνάμεων με διαφορετικό πρόγραμμα, με πρόσκαιρα εκλογικά οφέλη, που σπανίως εκφράζει μια ευρύτερη δυναμική και καταλήγει σε ένα αποτέλεσμα που είναι μικρότερο κι απ’ το άθροισμα των προηγούμενων μερών.

Κλασικό παράδειγμα ο χώρος του συν, με τις σαρανταπέντε τάσεις του κι εξήντα συνιστώσες. Και δεν είναι τυχαία η σημειολογική σύμπτωση με το όνομά του (συν) που είναι το σύμβολο της πρόθεσης και μιας μηχανικής ενότητας που την επικαλούνται μόνο οι μαρξιστικά αναλφάβητοι –καλοπροαίρετοι και μη- που αντί για υπογραφή βάζουν σταυρό [+] (δηλ συν).

Εμείς πάλι, δηλώσεις μετανοίας δεν υπογράφουμε, αλλά έχουμε μετανιώσει πικρά για τη δεκαετία της βάτας και του αθροίσματος των δυνάμεων της αλλαγής, όπου τραβήξαμε το συν του μαρτυρίου μέχρι τον ενιαίο συνασπισμό και την κατάληξη που είχε.

Εκτός κι αν εννοείς την αφαίρεση. Εδώ τα καταφέρνουμε περίφημα.
Με την αφαίρεση, ο κομμουνιστής βρίσκεται στο στοιχείο του. Μπορεί να γενικεύει και να αναλύσει τα αίτια, πέρα από τα φαινόμενα και τον εμπειρικό τρόπο σκέψης. Εκεί δηλ που μένουν οι περισσότεροι και σου δίνουν καμιά φορά την αίσθηση ότι έχουν μόνο τις πέντε αισθήσεις και δεν επεξεργάζονται τίποτα θεωρητικά –πέρα από το μαμ, κακά και νάνι ως φιλοσοφία ζωής.

Ωστόσο, η σπουδαία αφαιρετική ικανότητα μπορεί να οδηγήσει το σύντροφο σε απόσπαση από την πραγματικότητα. Με αποσπάσματα μαρξ και το ριζοσπάστη στο χέρι, να σπάμε επίμονα τα νεύρα του κόσμου που είναι κοντά μας και να αντιμετωπίζουμε ατρόμητοι το εκτελεστικό απόσπασμα και κάθε διασπαστικό στοιχείο.

Να σου δώσω μια να σπάσεις αχ βρε κόσμε γυάλινε
Και να φτιάξω μια καινούρια, κοινωνία άλληνε

Ή αλλιώς, ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός, όπως λέει κι η αντικαπιταλιστική αριστερά του σεκ.

Αναρχική πρακτική και σεκίτικη φρασεολογία που λίγο-πολύ καλύπτουν όλο το φάσμα της πλην (-) λακεδαιμονίων αριστεράς. Ανάμεσά τους κι αρκετοί πρώην λακεδαιμόνιοι που αψήφησαν θεούς και δαίμονες κι έγιναν λακέδες του συστήματος πηδώντας απ’ το καράβι την πιο κρίσιμη στιγμή.

Τα πάθη μεταξύ μας είναι οξυμένα και τους εγκαλούμε για μειοδοσία, κομματική κι εθνική. Κομματική απέναντι στο κόμμα, που ένα είναι, αλλά έβγαλε απ’ τα σπλάχνα του καμιά δεκαριά ακόμα που ακόμα διασπώνται σαν αμοιβάδες, αλλά εσχάτως άρχισαν να ενώνονται στα εξ ων συνετέθησαν. Κι εθνική απέναντι στον κομματικό πατριωτισμό, το έθνος των εργαζομένων και τη μαμά πατρίδα. Ειδικά γι’ αυτή την τελευταία, οι διαφωνίες μας για την κοινωνική της φύση είναι κάθετες, όσο και η κάθετη γραμμή που κάνει το μείον συν κι αλλάζει ταξικό πρόσημο στο σοβιετικό εγχείρημα.

Οι άλλοι μας κατηγορούν για σεπαρατισμό και την αυτοδιάθεση του κκ και των πορειών του. Και φτιάχνουν ένα πανηγύρι των φυλών της –πλην λακεδαιμονίων- αριστεράς και του εξωκοινοβουλίου, που καταλήγει συνήθως πανηγύρι σκέτο, με βεγγαλικά και μπαλωθιές στο φινάλε κάθε πορείας.

Μειονοτικές διαφορές θα μου πεις. Γιατί κι όλοι μαζί να ενωθούμε, πάλι μειονότητα θα ήμασταν. Κι ας έμεινε για ιστορικούς λόγους να μας λένε μπολσεβίκους. Κι αυτοί στην αρχή μειοψηφία ήταν. Σαν την κοινοβουλευτική μας ομάδα, μετά τη διάσπαση του 91. Κι είναι πολύ συχνό φαινόμενο να στρέφεται η μία μειονότητα εναντίον της άλλης, για να επιζήσει.

Κι έτσι φτάνουμε στη διαίρεση και την κάθε λογής αίρεση κατά της κομματικής μας ορθοδοξίας, όπου επικρατεί το διαίρει και βασίλευε. Και τελικά μηδέν εις το πηλίκο γιατί ο διαιρέτης της αριστεράς είναι ένα μεγάλο μηδενικό. Κι αυτό σημαίνει ότι παραμένουμε διαιρεμένοι γιατί είμαστε αδύναμοι, κι όχι το αντίστροφο, όπως πολλοί πιστεύουν.

Ζητούμενο παραμένει ο πολλαπλασιασμός δυνάμεων που θα αλλάξει τους συσχετισμούς και θα αυξήσει εκθετικά την επιρροή μας. Που δε βασίζεται σε μίνιμουμ προγράμματα κι ελάχιστα κοινά πολλαπλάσια ούτε στο άθροισμα διαφόρων δυνάμεων, κατά το ένα κι ένα κάνουν δυο (δε θέλει δα πολύ μυαλό).
Αλλά στο μαρτύριο και στην διαλεκτική της σταγόνας που ενώνεται με άλλη μια και γίνονται ένα. Κατά το ένα επί ένα, ίσον με ένα. Που μετά θα γίνει 4, 9,16,64… αλλά θα μένει πάντα ένα, ενιαίο κι αδιαίρετο, σαν την ομοούσιο τριάδα των κλασικών (μαρξ, ένγκελς, λένιν) που τη συμπληρώνει ο καθένας κατά το δοκούν.

Το δια [:] είναι η πρόθεση της διαλεκτικής κι η διαίρεση είναι ένας αντίστροφος πολλαπλασιασμός στην ουσία, αρκεί να βρούμε το σωστό διαιρέτη-μέτωπο που να χωρίζει την ήρα από τους συμμάχους στην ταξική διαίρεση της κοινωνίας.

Όποιος ξέρει να προσθέτει, ξέρει να κάνει κι αφαίρεση. Όποιος ξέρει να αγαπά, ξέρει και να χωρίζει. Χωριστά να βαδίζουμε, μαζί να χτυπάμε. Μαζί δεν κάνουμε και χώρια δε μπορούμε. Το κλειδί σε όλα αυτά είναι η διαλεκτική. Με άλλα λόγια, αναλύουμε, διαλύουμε και συνθέτουμε. Όπου η ανάλυση είναι αφαίρεση, η διάλυση διαίρεση και η σύνθεση μπορεί να έχει την πρόθεση της πρόσθεσης (συν), αλλά ας μην ξεχνάμε ότι ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με κακές προσθέσεις και συγκολλήσεις μετωπικών σχημάτων. Ενώ ζητούμενο της σύνθεσης παραμένει το γινόμενο του πολλαπλασιασμού.

Τώρα πια είμαστε σε θέση να διακρίνουμε σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Από τη μία η θεωρητική αφαίρεση που χάνει την ουσία των γεγονότων και μένει στους –μαθηματικούς- τύπους, το κόμμα νέου τύπου και την τυπική καταδίκη της τυπολατρίας (κεκτημένη ταχύτητα, τα δύο τελευταία είναι από άλλο ανέκδοτο). Κι από την άλλη ο επιστημονικός θετικισμός που τα προσεγγίζει όλα εμπειρικά και χάνει την ουσία από την ανάποδη, αγνοώντας τη διαλεκτική.

Υπάρχει κι η αρνητική διαλεκτική κάποιων αναρχικών που αποσυνδέουν το κίνημα από τα κόμματα κι εκφράζεται με το σύνθημα το κόμμα σκοτώνει το κίνημα και τον μαθηματικό τύπο: κίνημα = -κόμμα, όπου αν πάμε να συνδέσουμε κόμμα και κίνημα, κάνουμε μια τρύπα στο νερό και μας βγαίνει μηδέν.
Αυτοί λοιπόν φαντάζονται ότι ο μηδενισμός τους υπερβαίνει διαλεκτικά το πιο πάνω δίπολο και μιλάν για τους φανταστικούς αριθμούς και τη φαντασία στην εξουσία, που είναι όμως καθαρή ουτοπία.

Σε παλιότερο κείμενο είχαμε αναλύσει τη σημειολογία του αριθμού του 28 και των πολλαπλάσιών του (το 28’ η εξορία του τρότσκι, το 56’ το 20ό συνέδριο, το 84’ η ουσιαστική ανάδειξη του γκορμπατσώφ στα πράγματα) που μας κάνει να περιμένουμε με αγωνία το 2012.
Ένας ακόμα αριθμός με ιστορική σημασία για τον χώρο μας είναι ο αριθμός 17, όχι μόνο λόγω της οκτωβριανής επανάστασης, αλλά και του μαγικού 17% που θα μας περνούσε στη δεύτερη κατανομή, αλλά έμεινε άπιαστο όνειρο, μέχρι που το έφτασε ο συριζα στις δημοσκοπήσεις.

Πολλοί βλέπουν μηχανιστικά τη σημερινή συγκυρία και την κατανοούν ως μια εξίσωση δεύτερου βαθμού, όπου το χρέος θεωρείται ως η ρίζα του προβλήματος. Με άλλα λόγια √προβλήματος=χρέος, οπότε πρόβλημα=χρέος στο τετράγωνο.
Και γενικά χρέος μονάχοι μας να σηκωθούμε, χωρίς να περιμένουμε λύσεις μεσοβέζικες εντός του συστήματος. Η φράση του ένγκελς για την ιστορία που δεν είναι απλή εξίσωση πρώτου βαθμού, αλλά ανώτερα μαθηματικά, μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ.

Κι όπως λέει κι ένας απ’ τους κλασικούς…

Δέκα μείον πέντε μείον πέντε, έξι δια δύο συν οκτώ,
Είκοσι φορές το δεκαπέντε, έντεκα κι επτά δεκαοκτώ
Σύνολο δεκάξι, μάλλον είναι εντάξει
(…)

Κι όμως κατά βάθος, κάπου υπάρχει λάθος
κάπου την έχουμε πατήσει κι οι δυο