Ο ένγκελς σημείωνε κάπου ότι πέρα από τον κόσμο των
αφαιρέσεων, ο πραγματικός κόσμος δεν είναι τόσο απλός κι η αλλαγή της κοινωνίας
δεν αντιστοιχεί σε μια αλεγβρική εξίσωση πρώτου βαθμού, αλλά σε ανώτερα
μαθηματικά. Αλλιώς –λέω εγώ- η σκέψη μας κινδυνεύει να καταλήξει ταξικό ναυάγιο
και να πέσει στην ξέρα των ουτοπικών φαντασιοπληξιών και των φανταστικών
αριθμών. Αν λοιπόν το στοιχείο στον τίτλο της ανάρτησης είναι ο άγνωστος χι
μιας εξίσωσης ανώτερου βαθμού, τότε συναντιόμαστε με τα μεγάλα ερωτήματα της
ζωής.
Ποια είναι η σωστή αναλογία στο δίπολο
δημοκρατίας-συγκεντρωτισμού, που συνθέτουν από κοινού την βασική καταστατική
αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού; Ποιος είναι ο ενδεδειγμένος συντελεστής
κομματικής (οικο)δόμησης; Χρειαζόμαστε ένα μαζικό κι ευρύ κόμμα ή ένα κόμμα με
αυστηρά κριτήρια στρατολόγησης αλλά πλατιές συσπειρώσεις κι ευρύτερες
συμμαχίες; Μπορεί η δομή να επηρεάσει θετικά ή αρνητικά τη λειτουργία ενός
κόμματος ή συνολικά μιας κοινωνίας; Μπορούμε εμείς με τη σειρά μας να της
αποδώσουμε πρωταρχική σημασία και να ψάξουμε εκεί την αιτία ενός κοινωνικού
φαινομένου; Ή είναι ένα κομμάτι του εποικοδομήματος με δευτερεύοντα ρόλο που
αντανακλά τις διεργασίες της οικονομικής βάσης; Υπάρχει δυναμική αλληλεπίδραση
μεταξύ των δύο πόλων; Μπορούμε να την παραλληλίσουμε με την σχέση
μορφής-περιεχομένου; Πόσο δευτερεύουσα είναι όμως η πρώτη σε σχέση με το
δεύτερο; Και τι συνιστά πρωτοπόρα μορφή που αναδεικνύει ως φόρμα το περιεχόμενο
και προωθεί την ανάπτυξή του;
Αυτά τα ερωτήματα οριοθετούν ένα γενικό περίγραμμα της
συζήτησης, που δεν είναι καν εξαντλητικό.
Ας ξεκινήσουμε με ορισμένες βασικές παραδοχές. Η δομή
προκύπτει ως το λογικό αποτέλεσμα κάποιων διεργασιών κι αναγκαιότητα που
υπαγορεύεται από βαθύτερα αίτια. Σε άλλα κοινωνικά συμφραζόμενα η ίδια μορφή
δομής (πχ το κράτος) έχει διαφορετική λειτουργία. Συνεπώς η δομή δεν αποτελεί
το βασικό κριτήριο για την αξιολόγηση της ουσίας. Ούτε αρκεί από μόνη της για
να αλλάξει ριζικά το περιεχόμενο –το κλειδί της υπέρβασης του καπιταλισμού δε
βρίσκεται στα δημοψηφίσματα της άμεσης δημοκρατίας, αλλά στην παραγωγή και εκεί
είναι το πραγματικό μέτρο της δημοκρατίας, το οποίο με τη σειρά του δεν έχει
καμία σχέση με τον συλλογικό εγωισμό της αυτοδιαχείρισης σε κάθε ξεχωριστή
επιχείρηση αλλά με τον κεντρικό σχεδιασμό και την ουσιαστική συμμετοχή των
εργατικών ενώσεων στον καταρτισμό και την εφαρμογή του. Επόμενα το ζητούμενο
δεν είναι μια απογειωμένη δομή, ούτε μια παθητική αντανάκλαση των κοινωνικών
τάσεων, αλλά εκείνη η μορφή που θα εξυπηρετεί τον άμεσο στόχο και θα προωθήσει
την ωρίμανση του στρατηγικού στόχου.
Η δομή ενός κομμουνιστικού κόμματος (και της
σοσιαλιστικής κοινωνίας σε ένα άλλο επίπεδο) διέπεται από μια βασική αντίθεση.
Αφενός αντανακλά κάποια κατάλοιπα κι αντικειμενικούς περιορισμούς από το
περιβάλλον στο οποίο συγκροτείται κι αναπτύσσεται, όπως την ιεραρχία, τη
διάκριση μεταξύ χειρώνακτα και διανοούμενου ή αλλιώς μεταξύ διευθυντικής και
εκτελεστικής εργασίας, καθώς και τον υποδουλωτικό καταμερισμό εργασίας –που
αναφέρεται περίπου στο ίδιο πράγμα. Ενώ αφετέρου δημιουργεί τους όρους για την
υπέρβαση αυτών των χαρακτηριστικών κι (οφείλει να) λειτουργεί ως εικόνα από τα
προσεχώς του σινεμά, ως μια προαπεικόνιση της κοινωνίας του μέλλοντος
ενσωματώνοντας βασικά της γνωρίσματα στη λειτουργία του –όπως τη
συντροφικότητα, την αλληλεγγύη, την αυτοθυσία, τους δημοκρατικούς κανόνες, την
ισότητα στα δικαιώματα, τον έλεγχο της ηγεσίας, κι άλλα στοιχεία που συμβάλλουν
στη διαμόρφωση πραγματικά κομμουνιστικών συνειδήσεων.
Κάποια αρνητικά στοιχεία αποτελούν αναγκαίο κακό ως ένα βαθμό. Ο συγκεντρωτισμός πχ υπαγορεύεται εν
μέρει από την ανάγκη να αντιπαρατάξουμε στο αστικό κράτος και τους
συγκεντρωτικούς μηχανισμούς του αντιπάλου, ένα εξίσου συμπαγές σύνολο με
συγκεντρωμένες δυνάμεις, που δε θα είναι τυπικά ενιαίες με διαλυτικές τάσεις,
αλλά μια ενωμένη γροθιά που θα τσακίσει τη σιδερένια φτέρνα του συστήματος. Κι
απέναντι στη λογική της ατομικής λύσης και του «ένας αλλά λέων και όλοι εσείς
τυριά», θα αντιπαρατάξει ένα ενιαίο σύνολο που θα παλεύει σα λιοντάρι και θα
σκέφτεται σαν αλεπού, όπως έλεγε κι ο γκράμσι στη μελέτη του για τον ηγεμόνα
του μακιαβέλι.
Αντιθέτως, κάποια άλλα χαρακτηριστικά είναι απλώς
αναγκαία, όπως η χαμαλοδουλειά, η αποκαλούμενη και δουλειά μυρμηγκιού, που
είναι απαραίτητη για να βγάλουν φτερά τα μυρμήγκια και να πετάξουν στην έφοδό
τους προς τον ουρανό. Οι ανάγκες για πρακτική δουλειά είναι αντιστρόφως
ανάλογες του αριθμού των συντρόφων, αυξάνονται εκθετικά, εγείρουν συνεχώς
καινούριες απαιτήσεις, καταπίνουν σα μολώχ τον προσωπικό χρόνο του συντρόφου,
που τρέχει καθημερινά σαν τον ωκύποδα αχιλλέα, άλλο αν η υπόθεση προχωρά με
ρυθμούς χελώνας και είναι πάντα ένα βήμα πίσω από τις ανάγκες, μέχρι να τα
φτύσει ο σφος από την κούραση, να φωνάξει περιχαρής νενικήκαμεν και να πέσει
ξέπνοος.
Για να γίνει πιο κατανοητό αυτό το τελευταίο, θα πάρουμε
το παράδειγμα με τη γνωστή φράση του μαρξ για τον άνθρωπο της κοινωνίας του
μέλλοντος που το πρωί μπορεί να κυνηγάει, το απόγευμα να ψαρεύει και μετά το
δείπνο να φιλοσοφεί, χωρίς να γίνεται τίποτα απ’ όλα αυτά στο τέλος της ημέρας
(φιλόσοφος, κυνηγός ή ψαράς). Στο σήμερα πάλι ένας μέσος σφος πηγαίνει το πρωί
για εξόρμηση με προκηρύξεις, το μεσημέρι γίνεται ρήτορας στο διάλειμμα της
δουλειάς ή σε κάποιο αμφιθέατρο, το απόγευμα φιλοσοφεί στη συνέλευση της
(κ)όβας του, χωρίς να είναι αγκιτάτορας, ρήτορας, φιλόσοφος ή οικονομολόγος.
Και στο τέλος της ημέρας είναι απλώς ένα κινούμενο πτώμα, που πρέπει να
φροντίσει συν τοις άλλοις για την οικογένεια, τους φίλους, τη γειτονιά, την
προσωπική του αυτομόρφωση, και τη συνολική καλλιέργεια της προσωπικότητάς του.
Και εφόσον οι προλετάριοι δεν έχουνε πατρίδα, θεωρεί σπίτι του όλον τον κόσμο,
και τρέχει να τον αλλάξει –και με αυτήν την έννοια και μόνο μπορεί να γίνει
λόγος για νοικοκύρηδες.
Εδώ λοιπόν υπάρχει η κατάργηση του καταμερισμού, γιατί ο
σύντροφος είναι όλα σε ένα και συμφέρει, χωρίς να αίρεται ακριβώς ο
υποδουλωτικός του χαρακτήρας. Υπάρχει όμως και το διαλεκτικά αντίθετο μοντέλο
οργάνωσης, που καταργεί την υποδούλωση εδώ και τώρα, με άκρως θεαματικά
αποτελέσματα. Κάθε μέλος ασχολείται πρακτικά με τα πάντα: με την κρίση, με
υψηλή πολιτική, μαρξιστική φιλοσοφία, θεωρία, ανάλυση, αποκτώντας έτσι μια
φοβερή πολυπραγμοσύνη, χωρίς να εντρυφεί όμως σε κανένα από αυτά τα
αντικείμενα. Κι όλα αυτά στην προαιρετική βάση της ελεύθερης επιλογής.
Έτσι όμως κανείς δεν επιλέγει να γίνει κυνηγός, ψαράς, χαμάλης και όλα τα απαραίτητα προς το πολιτικό ζην της οργάνωσης, που είναι στο όριο της επιβίωσης. Κι η οργάνωση δεν είναι απλώς μια πρωθύστερη μικρογραφία του κομμουνισμού, αλλά τον ενσαρκώνει άμεσα, σε τέτοιο απόλυτο βαθμό, που όλα γίνονται αυθόρμητα και δεν χρειάζονται γραφειοκρατικές ηγεσίες, πρόγραμμα, καταμερισμός, συνεννόηση, ελεγκτικά όργανα, κι άλλες τέτοιες καταπιεστικές δομές, αφού ως γνωστόν στον κομμουνισμό καταργείται η πολιτική και κάθε έννοια οργάνωσης και κόμματος. Επιλέγουν λοιπόν όλοι σχεδόν να αμπελοφιλοσοφήσουν ανάλογα με τις ανάγκες των αναζητήσεών τους, οι οποίες αναπτύσσονται με γεωμετρική πρόοδο. Και μένουν να τρέχουν κάτι λίγοι με ζήλο σταχανοβίτη και γνήσια κομμουνιστική συνείδηση, που δεν την περιορίζουν σε κάποιο αφηρημένο επίπεδο, αλλά φροντίζουν να την γειώνουν στην πραγματικότητα.
Έτσι όμως κανείς δεν επιλέγει να γίνει κυνηγός, ψαράς, χαμάλης και όλα τα απαραίτητα προς το πολιτικό ζην της οργάνωσης, που είναι στο όριο της επιβίωσης. Κι η οργάνωση δεν είναι απλώς μια πρωθύστερη μικρογραφία του κομμουνισμού, αλλά τον ενσαρκώνει άμεσα, σε τέτοιο απόλυτο βαθμό, που όλα γίνονται αυθόρμητα και δεν χρειάζονται γραφειοκρατικές ηγεσίες, πρόγραμμα, καταμερισμός, συνεννόηση, ελεγκτικά όργανα, κι άλλες τέτοιες καταπιεστικές δομές, αφού ως γνωστόν στον κομμουνισμό καταργείται η πολιτική και κάθε έννοια οργάνωσης και κόμματος. Επιλέγουν λοιπόν όλοι σχεδόν να αμπελοφιλοσοφήσουν ανάλογα με τις ανάγκες των αναζητήσεών τους, οι οποίες αναπτύσσονται με γεωμετρική πρόοδο. Και μένουν να τρέχουν κάτι λίγοι με ζήλο σταχανοβίτη και γνήσια κομμουνιστική συνείδηση, που δεν την περιορίζουν σε κάποιο αφηρημένο επίπεδο, αλλά φροντίζουν να την γειώνουν στην πραγματικότητα.
Υπάρχει εναλλακτικά κι η πρακτική συμβουλή του βλαδίμηρου
για το λεγόμενο ροτέισον: να γίνουν όλοι με τη σειρά γραφειοκράτες, ο καθένας
από λίγο, για να μην υπάρχει στο τέλος κανείς γραφειοκράτης. Κι υπάρχουν και
διάφοροι τρόποι να επιχειρήσεις να το εφαρμόσεις. Μπορείς να το κάνεις με
τέτοιο τρόπο, που να μείνεις στο πρώτο σκέλος και ένα μεγάλο μέρος του χώρου
σου να σκέφτεται γραφειοκρατικά, με βασική αρχή το φορμαλισμό και την
τυπολατρία.
Αλλά μπορείς να το κάνεις και με τέτοιο τρόπο, ώστε να
μην χάνεται το πολύτιμο στοιχείο της εμπειρίας που έχουν κάποια στελέχη, οι
ιδιαίτερες κλίσεις κι οι ικανότητες κάποιων συντρόφων. Και παράλληλα με τρόπο
που να καταπολεμάει τη μονομέρεια, να τραβήξει τη βάση στο τιμόνι της
καθοδήγησης, να φέρει τα ιδεολογικά στελέχη σε επαφή με την πράξη και τα
επαγγελματικά σε επαφή με την παραγωγή.
Τελειώσαμε λοιπόν με αυτό; Όχι. Γιατί πέρα από τις
γενικές αρχές, το ζήτημα μπαίνει ιστορικά και στη συγκεκριμένη εφαρμογή τους σε
κάθε χρονική συγκυρία. Κι έτσι επιστρέφουμε σε κάποια απ’ τα αρχικά ερωτήματα.
Κι εφόσον όλα αυτά αφορούν τις οργανωτικές αρχές και κατά μία έννοια εφάπτονται
με τον προσυνεδριακό διάλογο που έχει ανοίξει στο ρίζο, η κε του μπλοκ κρίνει
σκόπιμο να παραπέμψει σε μια παλιότερη συνέντευξη του σήφη κωτσαντή στο όργανο,
σχετικά με το καταστατικό που ψηφίστηκε στο 15ο συνέδριο και τις
αλλαγές που προτείνονταν. Περιττό να σημειώσω –πέρα από κάποια ζητήματα που
μπήκαν κι εδώ- ότι αν γινόντουσαν σήμερα πχ αυτές οι αλλαγές, οι υστερικές
κραυγές για τη στροφή του κκε και τον αντιδημοκρατικό του κατήφορο (βλέπε πχ
κατάργηση δημοψηφισμάτων και ορίων εκλογής στελεχών) θα έδιναν και θα 'παιρναν από
πολλούς όψιμους εραστές εκείνου του συνεδρίου. Αλλά αυτό είναι άλλου παπά
βαγγέλιο..