Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αμεσοδημοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αμεσοδημοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

Συντελεστής κομματικής οικο-δόμησης

Ο ένγκελς σημείωνε κάπου ότι πέρα από τον κόσμο των αφαιρέσεων, ο πραγματικός κόσμος δεν είναι τόσο απλός κι η αλλαγή της κοινωνίας δεν αντιστοιχεί σε μια αλεγβρική εξίσωση πρώτου βαθμού, αλλά σε ανώτερα μαθηματικά. Αλλιώς –λέω εγώ- η σκέψη μας κινδυνεύει να καταλήξει ταξικό ναυάγιο και να πέσει στην ξέρα των ουτοπικών φαντασιοπληξιών και των φανταστικών αριθμών. Αν λοιπόν το στοιχείο στον τίτλο της ανάρτησης είναι ο άγνωστος χι μιας εξίσωσης ανώτερου βαθμού, τότε συναντιόμαστε με τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής.

Ποια είναι η σωστή αναλογία στο δίπολο δημοκρατίας-συγκεντρωτισμού, που συνθέτουν από κοινού την βασική καταστατική αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού; Ποιος είναι ο ενδεδειγμένος συντελεστής κομματικής (οικο)δόμησης; Χρειαζόμαστε ένα μαζικό κι ευρύ κόμμα ή ένα κόμμα με αυστηρά κριτήρια στρατολόγησης αλλά πλατιές συσπειρώσεις κι ευρύτερες συμμαχίες; Μπορεί η δομή να επηρεάσει θετικά ή αρνητικά τη λειτουργία ενός κόμματος ή συνολικά μιας κοινωνίας; Μπορούμε εμείς με τη σειρά μας να της αποδώσουμε πρωταρχική σημασία και να ψάξουμε εκεί την αιτία ενός κοινωνικού φαινομένου; Ή είναι ένα κομμάτι του εποικοδομήματος με δευτερεύοντα ρόλο που αντανακλά τις διεργασίες της οικονομικής βάσης; Υπάρχει δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο πόλων; Μπορούμε να την παραλληλίσουμε με την σχέση μορφής-περιεχομένου; Πόσο δευτερεύουσα είναι όμως η πρώτη σε σχέση με το δεύτερο; Και τι συνιστά πρωτοπόρα μορφή που αναδεικνύει ως φόρμα το περιεχόμενο και προωθεί την ανάπτυξή του;
Αυτά τα ερωτήματα οριοθετούν ένα γενικό περίγραμμα της συζήτησης, που δεν είναι καν εξαντλητικό.

Ας ξεκινήσουμε με ορισμένες βασικές παραδοχές. Η δομή προκύπτει ως το λογικό αποτέλεσμα κάποιων διεργασιών κι αναγκαιότητα που υπαγορεύεται από βαθύτερα αίτια. Σε άλλα κοινωνικά συμφραζόμενα η ίδια μορφή δομής (πχ το κράτος) έχει διαφορετική λειτουργία. Συνεπώς η δομή δεν αποτελεί το βασικό κριτήριο για την αξιολόγηση της ουσίας. Ούτε αρκεί από μόνη της για να αλλάξει ριζικά το περιεχόμενο –το κλειδί της υπέρβασης του καπιταλισμού δε βρίσκεται στα δημοψηφίσματα της άμεσης δημοκρατίας, αλλά στην παραγωγή και εκεί είναι το πραγματικό μέτρο της δημοκρατίας, το οποίο με τη σειρά του δεν έχει καμία σχέση με τον συλλογικό εγωισμό της αυτοδιαχείρισης σε κάθε ξεχωριστή επιχείρηση αλλά με τον κεντρικό σχεδιασμό και την ουσιαστική συμμετοχή των εργατικών ενώσεων στον καταρτισμό και την εφαρμογή του. Επόμενα το ζητούμενο δεν είναι μια απογειωμένη δομή, ούτε μια παθητική αντανάκλαση των κοινωνικών τάσεων, αλλά εκείνη η μορφή που θα εξυπηρετεί τον άμεσο στόχο και θα προωθήσει την ωρίμανση του στρατηγικού στόχου.

Η δομή ενός κομμουνιστικού κόμματος (και της σοσιαλιστικής κοινωνίας σε ένα άλλο επίπεδο) διέπεται από μια βασική αντίθεση. Αφενός αντανακλά κάποια κατάλοιπα κι αντικειμενικούς περιορισμούς από το περιβάλλον στο οποίο συγκροτείται κι αναπτύσσεται, όπως την ιεραρχία, τη διάκριση μεταξύ χειρώνακτα και διανοούμενου ή αλλιώς μεταξύ διευθυντικής και εκτελεστικής εργασίας, καθώς και τον υποδουλωτικό καταμερισμό εργασίας –που αναφέρεται περίπου στο ίδιο πράγμα. Ενώ αφετέρου δημιουργεί τους όρους για την υπέρβαση αυτών των χαρακτηριστικών κι (οφείλει να) λειτουργεί ως εικόνα από τα προσεχώς του σινεμά, ως μια προαπεικόνιση της κοινωνίας του μέλλοντος ενσωματώνοντας βασικά της γνωρίσματα στη λειτουργία του –όπως τη συντροφικότητα, την αλληλεγγύη, την αυτοθυσία, τους δημοκρατικούς κανόνες, την ισότητα στα δικαιώματα, τον έλεγχο της ηγεσίας, κι άλλα στοιχεία που συμβάλλουν στη διαμόρφωση πραγματικά κομμουνιστικών συνειδήσεων.

Κάποια αρνητικά στοιχεία αποτελούν αναγκαίο κακό ως ένα βαθμό. Ο συγκεντρωτισμός πχ υπαγορεύεται εν μέρει από την ανάγκη να αντιπαρατάξουμε στο αστικό κράτος και τους συγκεντρωτικούς μηχανισμούς του αντιπάλου, ένα εξίσου συμπαγές σύνολο με συγκεντρωμένες δυνάμεις, που δε θα είναι τυπικά ενιαίες με διαλυτικές τάσεις, αλλά μια ενωμένη γροθιά που θα τσακίσει τη σιδερένια φτέρνα του συστήματος. Κι απέναντι στη λογική της ατομικής λύσης και του «ένας αλλά λέων και όλοι εσείς τυριά», θα αντιπαρατάξει ένα ενιαίο σύνολο που θα παλεύει σα λιοντάρι και θα σκέφτεται σαν αλεπού, όπως έλεγε κι ο γκράμσι στη μελέτη του για τον ηγεμόνα του μακιαβέλι.

Αντιθέτως, κάποια άλλα χαρακτηριστικά είναι απλώς αναγκαία, όπως η χαμαλοδουλειά, η αποκαλούμενη και δουλειά μυρμηγκιού, που είναι απαραίτητη για να βγάλουν φτερά τα μυρμήγκια και να πετάξουν στην έφοδό τους προς τον ουρανό. Οι ανάγκες για πρακτική δουλειά είναι αντιστρόφως ανάλογες του αριθμού των συντρόφων, αυξάνονται εκθετικά, εγείρουν συνεχώς καινούριες απαιτήσεις, καταπίνουν σα μολώχ τον προσωπικό χρόνο του συντρόφου, που τρέχει καθημερινά σαν τον ωκύποδα αχιλλέα, άλλο αν η υπόθεση προχωρά με ρυθμούς χελώνας και είναι πάντα ένα βήμα πίσω από τις ανάγκες, μέχρι να τα φτύσει ο σφος από την κούραση, να φωνάξει περιχαρής νενικήκαμεν και να πέσει ξέπνοος.

Για να γίνει πιο κατανοητό αυτό το τελευταίο, θα πάρουμε το παράδειγμα με τη γνωστή φράση του μαρξ για τον άνθρωπο της κοινωνίας του μέλλοντος που το πρωί μπορεί να κυνηγάει, το απόγευμα να ψαρεύει και μετά το δείπνο να φιλοσοφεί, χωρίς να γίνεται τίποτα απ’ όλα αυτά στο τέλος της ημέρας (φιλόσοφος, κυνηγός ή ψαράς). Στο σήμερα πάλι ένας μέσος σφος πηγαίνει το πρωί για εξόρμηση με προκηρύξεις, το μεσημέρι γίνεται ρήτορας στο διάλειμμα της δουλειάς ή σε κάποιο αμφιθέατρο, το απόγευμα φιλοσοφεί στη συνέλευση της (κ)όβας του, χωρίς να είναι αγκιτάτορας, ρήτορας, φιλόσοφος ή οικονομολόγος. Και στο τέλος της ημέρας είναι απλώς ένα κινούμενο πτώμα, που πρέπει να φροντίσει συν τοις άλλοις για την οικογένεια, τους φίλους, τη γειτονιά, την προσωπική του αυτομόρφωση, και τη συνολική καλλιέργεια της προσωπικότητάς του. Και εφόσον οι προλετάριοι δεν έχουνε πατρίδα, θεωρεί σπίτι του όλον τον κόσμο, και τρέχει να τον αλλάξει –και με αυτήν την έννοια και μόνο μπορεί να γίνει λόγος για νοικοκύρηδες.

Εδώ λοιπόν υπάρχει η κατάργηση του καταμερισμού, γιατί ο σύντροφος είναι όλα σε ένα και συμφέρει, χωρίς να αίρεται ακριβώς ο υποδουλωτικός του χαρακτήρας. Υπάρχει όμως και το διαλεκτικά αντίθετο μοντέλο οργάνωσης, που καταργεί την υποδούλωση εδώ και τώρα, με άκρως θεαματικά αποτελέσματα. Κάθε μέλος ασχολείται πρακτικά με τα πάντα: με την κρίση, με υψηλή πολιτική, μαρξιστική φιλοσοφία, θεωρία, ανάλυση, αποκτώντας έτσι μια φοβερή πολυπραγμοσύνη, χωρίς να εντρυφεί όμως σε κανένα από αυτά τα αντικείμενα. Κι όλα αυτά στην προαιρετική βάση της ελεύθερης επιλογής.

Έτσι όμως κανείς δεν επιλέγει να γίνει κυνηγός, ψαράς, χαμάλης και όλα τα απαραίτητα προς το πολιτικό ζην της οργάνωσης, που είναι στο όριο της επιβίωσης. Κι η οργάνωση δεν είναι απλώς μια πρωθύστερη μικρογραφία του κομμουνισμού, αλλά τον ενσαρκώνει άμεσα, σε τέτοιο απόλυτο βαθμό, που όλα γίνονται αυθόρμητα και δεν χρειάζονται γραφειοκρατικές ηγεσίες, πρόγραμμα, καταμερισμός, συνεννόηση, ελεγκτικά όργανα, κι άλλες τέτοιες καταπιεστικές δομές, αφού ως γνωστόν στον κομμουνισμό καταργείται η πολιτική και κάθε έννοια οργάνωσης και κόμματος. Επιλέγουν λοιπόν όλοι σχεδόν να αμπελοφιλοσοφήσουν ανάλογα με τις ανάγκες των αναζητήσεών τους, οι οποίες αναπτύσσονται με γεωμετρική πρόοδο. Και μένουν να τρέχουν κάτι λίγοι με ζήλο σταχανοβίτη και γνήσια κομμουνιστική συνείδηση, που δεν την περιορίζουν σε κάποιο αφηρημένο επίπεδο, αλλά φροντίζουν να την γειώνουν στην πραγματικότητα.

Υπάρχει εναλλακτικά κι η πρακτική συμβουλή του βλαδίμηρου για το λεγόμενο ροτέισον: να γίνουν όλοι με τη σειρά γραφειοκράτες, ο καθένας από λίγο, για να μην υπάρχει στο τέλος κανείς γραφειοκράτης. Κι υπάρχουν και διάφοροι τρόποι να επιχειρήσεις να το εφαρμόσεις. Μπορείς να το κάνεις με τέτοιο τρόπο, που να μείνεις στο πρώτο σκέλος και ένα μεγάλο μέρος του χώρου σου να σκέφτεται γραφειοκρατικά, με βασική αρχή το φορμαλισμό και την τυπολατρία.
Αλλά μπορείς να το κάνεις και με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην χάνεται το πολύτιμο στοιχείο της εμπειρίας που έχουν κάποια στελέχη, οι ιδιαίτερες κλίσεις κι οι ικανότητες κάποιων συντρόφων. Και παράλληλα με τρόπο που να καταπολεμάει τη μονομέρεια, να τραβήξει τη βάση στο τιμόνι της καθοδήγησης, να φέρει τα ιδεολογικά στελέχη σε επαφή με την πράξη και τα επαγγελματικά σε επαφή με την παραγωγή.

Τελειώσαμε λοιπόν με αυτό; Όχι. Γιατί πέρα από τις γενικές αρχές, το ζήτημα μπαίνει ιστορικά και στη συγκεκριμένη εφαρμογή τους σε κάθε χρονική συγκυρία. Κι έτσι επιστρέφουμε σε κάποια απ’ τα αρχικά ερωτήματα. Κι εφόσον όλα αυτά αφορούν τις οργανωτικές αρχές και κατά μία έννοια εφάπτονται με τον προσυνεδριακό διάλογο που έχει ανοίξει στο ρίζο, η κε του μπλοκ κρίνει σκόπιμο να παραπέμψει σε μια παλιότερη συνέντευξη του σήφη κωτσαντή στο όργανο, σχετικά με το καταστατικό που ψηφίστηκε στο 15ο συνέδριο και τις αλλαγές που προτείνονταν. Περιττό να σημειώσω –πέρα από κάποια ζητήματα που μπήκαν κι εδώ- ότι αν γινόντουσαν σήμερα πχ αυτές οι αλλαγές, οι υστερικές κραυγές για τη στροφή του κκε και τον αντιδημοκρατικό του κατήφορο (βλέπε πχ κατάργηση δημοψηφισμάτων και ορίων εκλογής στελεχών) θα έδιναν και θα 'παιρναν από πολλούς όψιμους εραστές εκείνου του συνεδρίου. Αλλά αυτό είναι άλλου παπά βαγγέλιο..

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Σοσιαλισμός και δημοκρατία

Ας δούμε το θέμα μας σε δύο επίπεδα, ένα θεωρητικό κι ένα πιο επίκαιρο, σχετικά με τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων, καθώς και στη μεταξύ τους σύνδεση.

Ο σοσιαλισμός είτε θα είναι δημοκρατικός, είτε δε θα υπάρξει, ήταν η περίφημη φράση που έγινε το σύνθημα του ευρωκομμουνισμού και συμπύκνωσε τις διαφωνίες και την αποστασιοποίηση αυτού του ρεύματος από το «σοβιετικό μοντέλο». Το οποίο ρεύμα κατάφερε να συγκεράσει διαλεκτικά τις δύο έννοιες, σοσιαλισμό και δημοκρατία, και να καταλήξει, δια της μετάλλαξης, στη μεγάλη αγκαλιά της σοσιαλδημοκρατίας, που αποζητά το ανθρώπινο πρόσωπο του σοσιαλισμού αλλά κλείνει συστηματικά τα μάτια στο απάνθρωπο είδωλο του καπιταλισμού.

Τη ίδια πορεία ωστόσο ακολούθησε κι η σοβιετική ηγεσία. Η αντεπανάσταση στη ρωσία πρόβαλε το χαρτί της δημοκρατίας, ως ιδεολογική προμετωπίδα. «Περισσότερος σοσιαλισμός» ήταν το σύνθημα της περεστρόικα, που αρχικά ήταν αναγκασμένη να κρατάει κάποια προσχήματα, αλλά και «περισσότερη δημοκρατία και διαφάνεια» (γκλάσνοστ) ως απαραίτητο συμπλήρωμα –σαν σλόγκαν της πίτσας χατ.

Τι έγινε λοιπόν στο όνομα του περισσότερου σοσιαλισμού; Καταπολεμήθηκε η ολοκληρωτική λογική της υπαγωγής του ατόμου στο σύνολο, το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, ή στο πλάνο της παραγωγής, που κατέπνιγε την ιδιωτική πρωτοβουλία και οδηγούσε στην παθητικότητα. Στη θέση της προβλήθηκε ως αξία η «κοινωνία ως άθροισμα ατόμων» όπως την όρισε η θάτσερ, που συνοψίζεται και στην περίφημη φράση του χομπς «άνθρωπος προς άνθρωπο, λύκος». Με άλλα λόγια η ελευθερία της ζούγκλας.

Επιπλέον. Υπήρξε επιστροφή στον πολυκομματισμό, στα πρότυπα του αστικού κοινοβουλευτισμού. Προωθήθηκε η «αυτοδιαχείριση των επιχειρήσεων» ενάντια στον κεντρικό σχεδιασμό κι η ενίσχυση των εμπορευματικών σχέσεων και της αγοράς, στο όνομα της άρσης της αποξένωσης των εργατών από το προϊόν της δουλειάς τους.

Ας δούμε για του λόγου το αληθές ένα απόσπασμα από τη συλλεκτική καλτ έκδοση της ΣΕ με τα υλικά του 28ου (και τελευταίου) συνεδρίου του κκσε, το 1990, με τον άκρως ενδεικτικό τίτλο: για έναν ανθρώπινο, δημοκρατικό σοσιαλισμό.

Τη θέση του σταλινικού μοντέλου σοσιαλισμού παίρνει η κοινωνία των ελεύθερων πολιτών. Μετασχηματίζεται ριζικά το πολιτικό σύστημα, εγκαθιδρύεται η αυθεντική δημοκρατία με ελεύθερες εκλογές, πολυκομματισμό και ανθρώπινα δικαιώματα, αναγεννάται η γνήσια λαϊκή εξουσία. Διαλύονται οι σχέσεις παραγωγής που υπήρξαν πηγή αποξένωσης των εργαζομένων από την ιδιοκτησία και τα αποτελέσματα της δουλειάς τους. Δημιουργούνται οι συνθήκες για τον ελεύθερο συναγωνισμό των παραγωγών από τη σοσιαλιστική κοινωνία. Άρχισε η μετατροπή του υπερσυγκεντρωτικού κράτους σε πραγματικά ενωσιακό, βασιζόμενο στην αυτοδιάθεση και την εθελοντική ένωση των λαών. Τη θέση της ατμόσφαιρας της ιδεολογικής απαγόρευσης πήρε η ελευθερία της και η διαφάνεια, το άνοιγμα της κοινωνίας στην πληροφόρηση.

Το πιο εντυπωσιακό αν μη τι άλλο είναι ότι σήμερα μπορεί να ακούσει κανείς τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα από ‘αριστερή’ θεωρητικά σκοπιά ως πολεμική ενάντια στο σοβιετικό εγχείρημα οικοδόμησης του σοσιαλισμού.

Πού οδηγεί, ή που μπορεί να φτάσει αυτή στάση;
Στην άρνηση της δικτατορίας του προλεταριάτου, που αντί να αναλυθεί και να επεξηγηθεί ως έννοια, αποκρύπτεται και αντικαθίσταται από διάφορα ψευδώνυμα. Κι ας είναι ο ίδιος ο μαρξ που την αναγνωρίζει ως τη βασική του συνεισφορά στο πεδίο του επιστημονικού σοσιαλισμού. (Την πάλη των τάξεων την είχαν ανακαλύψει κι οι αστοί στοχαστές πριν από μένα. Αυτό που έκανα εγώ ήταν να δείξω (...) ότι οδηγεί αναγκαστικά στη δικτατορία του προλεταριάτου).

Από που απορρέει αυτή η στάση; Κατά τη γνώμη μου, πηγάζει ως ένα βαθμό από την αποδοχή της αστικής ιδεολογίας, της ουσίας και των αξιών της, που δημιουργούν ένα βαθύτερο αίσθημα ενοχής σε κάποιους αριστερούς για το «αμαρτωλό παρελθόν του κομμουνιστικού κινήματος» και μια απολογητική διάθεση που (νομίζει ότι) ελαφραίνει τη θέση της αν αποκηρύξει αυτό ακριβώς για το οποίο εγκαλείται. Απεταξάμην του υπαρκτού.

Αυτό δημιουργεί με τη σειρά του ένα ηθικό, ιδεολογικό μειονέκτημα και την αντίστοιχη ανάγκη να αντισταθμιστεί με την απόδειξη του δημοκρατικού ελλείμματος του ταξικού αντιπάλου, που είναι καθ’ όλα υπαρκτό. Εξ ου κατά τη γνώμη μου το περίφημο σύνθημα του κινήματος της γουόλ στριτ, είμαστε το 99%, καθώς η δημοκρατία είναι συνδεμένη με την έννοια της πλειοψηφίας. Αλλά και το κατοπτρικό της αντίθετο σε μια πρόσφατη αφίσα του «χώρου» με τη μόλις συγκαλυμμένη αγωνία του κεντρικού της συνθήματος: μη λες πως είμαστε λίγοι. Μπορεί δηλ οι συσχετισμοί να μην είναι με το μέρος μας, αλλά μη μου το πεις (τα όνειρα που κάναμε πως χάθηκαν...)

Στην ίδια λογική κινούνται εν μέρει κι οι αναλύσεις περί χούντας της τρόικας και του δντ –καθώς και η εκτίμηση ότι η χούντα τελειώνει, ακριβώς τη στιγμή που η αστική τάξη πέτυχε μια πύρρειο, αλλά σημαντική τακτική νίκη με την ψήφιση του δεύτερου μνημονίου. Όπως επίσης και μια ερμηνεία της ανάλυσης για το νέο στάδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, που δε δίνει βάρος στις οικονομικές ολοκληρώσεις (δηλ το βασικό κι ίσως μοναδικό χαρακτηριστικό που θα μπορούσε ενδεχομένως να στοιχειοθετήσει κάποια καινούρια φάση του ιμπεριαλισμού) αλλά στον ολοκληρωτισμό του πολιτικού εποικοδομήματος, αξιοποιώντας την αμφισημία του όρου στα ελληνικά, που δεν υπάρχει σε άλλες γλώσσες (στα αγγλικά πχ αποδίδεται ως totalitarian ή integrated, ανάλογα με το τι υποδηλώνεται).

Αυτή η αντιληψη για τη «δημοκρατία που καταπατάται» μπορεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις να φτάσει μέχρι τα άκρα και να οδηγήσει κατά περίπτωση σε δύο παρακλάδια. Πρώτον, σε μια αφηρημένη αντίληψη περί καθαρής δημοκρατίας, ή μιας πραγματικής δημοκρατίας, όπως πχ στην περίπτωση του κινήματος των πλατειών, που ξέχασαν να σκέφτονται ταξικά και να θέτουν το βασικό ερώτημα: δημοκρατία για ποιον; Κι αυτό δεν αποτελεί μομφή προς τον απλό κόσμο που αντέδρασε και κατέβηκε στις πλατείες, αλλά για τις οργανωμένες δυνάμεις μαρξιστικής αναφοράς που έδρασαν και είχαν παρέμβαση σε αυτό το ‘κίνημα’.

Υποκεφάλαιο αυτής της περίπτωσης είναι κι η αμεσοδημοκρατία, που προτείνεται ως φάρμακο δια πάσα νόσο, ανεξαρτήτως κοινωνικού-οικονομικού συστήματος. Κι η οποία –για να παραφράσουμε ένα γνωστο αφορισμό για τη δημοκρατία- είναι το σύστημα όπου ένας λύκος κι ένα κοπάδι πρόβατα αποφασίζουν από κοινού τι θα φάνε.
Σήμερα θα φάμε το πρόβατο που δουλεύει στο δημόσιο και το μισούμε όλοι.

Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή που υπερτιμά τη σημασία του δημοκρατικού μετώπου, τραβάει ως τα άκρα τη σωστή γενικά θέση ότι ο αγώνας για δημοκρατία οδηγεί αναγκαστικά στον αγώνα για το σοσιαλισμό και καταλήγει να τους ταυτίζει. Τυπικό παράδειγμα η άποψη του καζάκη ότι η οκτωβριανή επανάσταση ήταν στην ουσία της δημοκρατική κι όχι σοσιαλιστική, κι ότι η πολιτική, επαναστατική συνείδηση προκύπτει (αποκλειστικά) από αιτήματα δημοκρατικού χαρακτήρα κι όχι από «οικονομίστικα, ρεφορμιστικά» αιτήματα για τη βελτίωση της θέσης της εργατικής τάξης (μισθολογικό, ασφαλιστικό κτλ).

Όμως οι βασικοί αστικοδημοκρατικοί μετασχηματισμοί στην ελλάδα έχουν κατ’ ουσία ολοκληρωθεί. Η επερχόμενη επανάσταση θα είναι σοσιαλιστική, χωρίς κάποιο ενδιάμεσο στάδιο δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων. Και το καθήκον που έχουν μπροστά τους οι κομμουνιστές δεν είναι να φετιχοποιούν το ζήτημα της δημοκρατίας και να το προβάλλουν αυτοτελώς, αλλά να αντιστρέψουν (δια)λεκτικά την ευρωκομμουνιστική λογική και τα απότοκά της και να πουν: η δημοκρατία είτε θα είναι σοσιαλιστική, είτε δε θα υπάρξει.

Μήπως αυτό σημαίνει ότι το δημοκρατικό μέτωπο στερείται σημασίας κι ότι τα αιτήματα που προβάλλει είναι ρεφορμιστικά; Ή ότι πρέπει να καλέσουμε στον περισσό το βενιζέλο για να μας εξηγήσει κάποιες βασικές έννοιες; Όχι, φυσικά. Να πάει στα τσακίδια. Πρέπει να υπερασπιστούμε απαρέγκλιτα τις δημοκρατικές κατακτήσεις, τις ελευθερίες και τα δικαιώματα.

Σε δεύτερο επίπεδο έχει τη δική του αξία να καταδείξουμε στις μάζες ότι ο αντίπαλος δεν τηρεί καν τους κανόνες του παιχνιδιού που ο ίδιος έθεσε. Ότι το πολιτικό προσωπικό της αστικής τάξης κουρελιάζει τους νόμους κι αυτής της κουτσουρεμένης αστικής δημοκρατίας. Να αναδείξουμε τον αντισυνταγματικό χαρακτήρα του νέου μνημονίου και της διαδικασίας του κατεπείγοντος, τη φύση των σκανδάλων που είναι σύμφυτα με το ίδιο το σύστημα.

Δεν πρέπει όμως να τα κάνουμε σημαίες μας. Να «ξεχειλώνουμε» έννοιες όπως η χούντα, δια της άσκοπης επανάληψης, που δεν εξυπηρετεί τίποτα πέραν της δικής μας εκτόνωσης. Ή να μιλάμε για εκτροπή. Εκτροπή από τι, αλήθεια; Από την αστική δημοκρατία;

Ας μην ξεχνάμε ότι κάθε μορφή αστικής δημοκρατίας, κι η πιο προοδευτική ακόμα, είναι στην ουσία της δικτατορία της αστικής τάξης. Ότι η δικτατορία του προλεταριάτου είναι εκατομμύρια φορές πιο δημοκρατική, γιατί στρέφεται εναντίον μιας χούφτας εκμεταλλευτών. Κι εδώ η διαφορά δεν είναι μόνο αριθμητική (το 99% καταπιέζει το 1%) αλλά πρωτίστως ταξική.

Η σοσιαλιστική δημοκρατία δεν είναι μια απλή διεύρυνση –ή βάθεμα όπως το έλεγαν παλιότερα- της αστικής δημοκρατίας, ένα ριζοσπαστικό άθροισμα αστικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, που δεν ολοκληρώνονται στον καπιταλισμό, αλλά μια εντελώς διαφορετική ποιότητα.

Σε τελική ανάλυση η δημοκρατία είναι κι αυτή μια μορφή κράτους που πρέπει να απονεκρωθεί. Τα δικαιώματα θεσπίζουν και προασπίζουν κάτι που χρειάζεται υπεράσπιση. Όταν αυτό γίνει αυτονόητο το δίκαιο καθίσταται περιττό κι απονεκρώνεται μαζί με το κράτος.

Πέμπτη 21 Μαΐου 2009

Η φάμπρικα δε σταματά...

Το περασμένο σάββατο πραγματοποίησα ένα απωθημένο χρόνων.
Πήγα μαζί με το παπαγαλάκι του κρεμλίνου σε κατάληψη αναρχικών. Συγκεκριμένα στην υφανέτ που είχε τριήμερο εκδηλώσεων για τις βιοτεχνολογίες.
Κάτι που ήθελα να κάνω καιρό κι ήταν στη λίστα με όσα είχε να κάνει το παπαγαλάκι πριν φύγει στο ναυτικό.

Πηγαίνοντας σε ένα τέτοιο μέρος με ψυχολογία κνίτη (την οποία δεν έχω χάσει κι ούτε θέλω μάλλον) νιώθεις περίπου σαν αρειανός στη θύρα τέσσερα. Δέος μπροστά στο άνδρο του εχθρού. Που δεν είναι ακριβώς ο ταξικός [εχθρός], αλλά εσύ μεγάλωσες ακούγοντας τα αγαπημένα σου παραμύθια που σε έπειθαν για το αντίθετο.

Ο μύθος ωστόσο απέχει πολύ από την πραγματικότητα.
Ούτε άγρια, ούτε επικίνδυνα είναι τα πράγματα. Ειδικά όσο δε φανερώνεις την ιδεολογική σου ταυτότητα, ή κάποιο κασκόλ στα χρώματα του κόμματος.
Τώρα που το σκέφτομαι μια μπουτίκ για κομμουνιστές θα έκανε χρυσές δουλειές. Χώρια τα ασφάλιστρα για τα τζάμια που θα της τα έσπαγαν κάθε τρεις και τόσο.

Το έτοιμο σχήμα που έχουμε στο κεφάλι μας για αυτά τα μέρη είναι σαν την εικόνα που έχει ένα μικρό παιδί για το δάσος το βράδυ, ή για μια σκοτεινή αποθήκη που δεν έχει μπει ποτέ. Ή σαν την εικόνα του μέσου φιλισταίου για τη σοβιετία.

Το μόνο αντίδοτο είναι να πας κατευθείαν στο φόβο σου. Έτσι τον απομυθοποιείς κι ησυχάζεις. Κρίμα που δε μπορούν να το κάνουν πια οι φιλισταίοι με τη σοβιετία.

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο ήταν ο πολύς κόσμος κι η απήχηση στη νεολαία. Και δη σε βραδιά γιουροβίζιον. Την οποία είδαν πολλοί σύντροφοι και την επόμενη στην πορεία ειρήνης ήταν βασικό θέμα συζήτησης.
Και τι να λέγαμε δηλ, για τα ποσοστά μας που έπεσαν;

Δεν ξέρω αν η αναρχία παίρνει τα καλύτερα κομμάτια της νεολαίας. Σίγουρα όμως κερδίζει αρκετά.
Κι όπως λέγαμε και σε άλλο ποστ, είναι ζήτημα ποιος της στέλνει τα περισσότερα. Αυτοί που μένουν μακριά και της χαρίζουν πεδία δράσης, ή αυτοί που συμπορεύονται;

Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι ότι της χαρίζουμε θέματα που θα έπρεπε να μας απασχολούν άμεσα. Οι βιοτεχνολογίες είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Κάτι αντίστοιχο κάνουμε και με τις καταλήψεις ανοιχτών χώρων. Τους τις χαρίζουμε ως μέσο καθαυτό και τους αφήνουμε να παίζουν μπάλα μόνοι τους, χωρίς αντίπαλο.

Οι αναρχικοί έχουν βασικά φετιχοποιήσει το μέσο. Φτιάχνουν στο μικρόκοσμό τους μια εναλλακτική γυάλα για να ξεφεύγουν από το σύστημα. Θεωρούν τις γειτονιές προνομιακό χώρο γιατί ανταποκρίνονται στο πρότυπο του προυντόν με τις μικρές αμεσοδημοκρατικές κοινότητες (πέρα από τα όρια των οποίων ξεσκεπάζεται η ουτοπία της αμεσοδημοκρατίας).

Η δική μας απάντηση δε μπορεί να είναι η δαιμονοποίηση του μέσου.
Ειδικά όταν έχουμε κακή παρέμβαση σε επίπεδο γειτονιάς, μέτρια συνοχή στις συνοικιακές (κ)όβες και μάλλον άσχημα αντανακλαστικά στα τοπικά θέματα.
Είναι κατάντια να σηκώνουν λαϊκές συνελεύσεις οι αναρχικοί με την παραδοσιακή περιφρόνηση προς το λαϊκό κίνμηα και μια στάση που έχει ως όριό της στην καλύτερη το συλλογικό εγωισμό.
Στην πράξη όμως ποιος δείχνει τελικά περιφρόνηση;

Οι καταλήψεις χώρων εκφράζουν μεταξύ άλλων την ανάγκη του κόσμου να απαντήσει άμεσα στη μιζέρια που τον περικυκλώνει.
Όχι για να βάλει μια γυάλα γύρω του, αλλά για να μην ξεχνάει να ζει συλλογικά και αλλοτριωθεί πλήρως.
Όχι για να φτιάξει μικρές νησίδες κομμουνισμού χτίζοντας τείχη με την κοινωνία γύρω του, αλλά για να φτιάξει πυρήνες που θα αναδεικνύουν άλλες αξίες. Θα λειτουργούν ως πόλος συσπείρωσης ενσωματώνοντας στοιχεία της κοινωνίας του μέλλοντος (χωρίς αυταπάτες για το ρόλο και τα όριά τους).

Να πιστεύεις ότι θα αλλάξεις τον κόσμο αλλάζοντας απλώς τη ζωή σου είναι καθαρά ιδεαλιστικό. Αλλά αν παραπέμπουμε μηχανιστικά το δεύτερο σε ένα απώτερο μέλλον, αφού έχει πραγματοποιηθεί το πρώτο το βλέπουμε αντιδιαλεκτικά.

Ο νέος τύπος ανθρώπου δεν θα προκύψει με μαγικό ραβδάκι στο σοσιαλισμό. Κι αυτό ισχύει και για τον άνθρωπο που θα πάρει την τύχη στα χέρια του και θα κάνει την επανάσταση.

Τέτοιες πρωτοβουλίες δεν φέρνουν από μόνες τους την επανάσταση, αλλά μπορούν να διαμορφώσουν ανθρώπους με άλλες παραστάσεις, μακριά απ' τις κυρίαρχες αξίες και τον ατομισμό.
Το να αφήνουμε αυτό το καθήκον στους αναρχικούς είναι μια πρωτοπόρα προσέγγιση της σχιζοφρένειας.

Οι καταλήψεις αυτές εκφράζουν σε τελική ανάλυση την ανάγκη του κόσμου να ζήσει μια ψευδαίσθηση έστω στο σήμερα, από το να ζήσει με την προσμονή μιας ψεύτικης ελπίδας για το μακρινό μέλλον.
Που βέβαια μόνο ψεύτικη δεν είναι. Αλλά αν μοιάζει με τέτοια, μάλλον σε εμάς ανήκει η ευθύνη, παρά στον κόσμο που το βλέπει έτσι.

Ναι, -θα πει κανείς- αλλά αυτές οι μορφές δεν ελκύουν κανέναν γείτονα. Το πολύ-πολύ φοιτητές από διάφορα σημεία της πόλης, που ανάγουν σε αυταξία τα κοινόβια και μένουν μακριά απ' τον παλμό της γειτονιάς του μέσου νοικοκυραίου (sic).

Ναι, -θα πω κι εγώ- αλλά κι εμείς (που του χαϊδεύουμε τα αυτιά υποτίθεται), στις προφεστιβαλικές έχουμε κατά βάση δικό μας κόσμο. Ελάχιστοι ντόπιοι έρχονται από περιέργεια έστω.

Στη γειτονιά μου το μόνο πολιτιστικό σύλλογο με μια κάποια δραστηριότητα τον έχουν κάτι καλυμμένοι πασόκοι, απ' το πάλαι ποτέ ράδιο-φωνή της τούμπας.
Κι εγώ κάθε φορά που περνάω απ' έξω τους φωνάζω είστε πασόκοι, αλλά αυτό δεν αλλάζει τα πράγματα.

Όσο για το εξωκοινοβούλιο, πρακτικά δεν υπάρχει. Μόνο κάτι σεκίτες που κάνουν τη γνωστή δουλειά μυρμηγκιού με πενιχρά αποτελέσματα.

Πιο πολύ από οποιοδήποτε πάθος για τη λευτεριά, την αναρχία την δυναμώνουν τα δικά μας κενά (λάθη και παρεκκλίσεις).
Μας μένει τουλάχιστον η ιδεολογική υπεροχή.
Το επιβεβαιώσαμε μαζί με το παπαγαλάκι παρακολουθώντας τον πολιτικό προβληματισμό που αναπτύχθηκε στην εκδήλωση.
Το πώς ακριβώς θα το δούμε στο επόμενο κείμενο.