Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μάρκαρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μάρκαρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2024

Η σωστή πλευρά της αθλητικής ιστορίας

Αν ρωτήσουμε κάποιους ανθρώπους ποιο είναι το αντίστοιχο των B movies σε βιβλία, θα μας πουν αυτά με αθλητικό θέμα. Κι όχι με την έννοια ότι τα θεωρούν καλτ, αλλά ότι είναι δεύτερα, για πέταμα ή για προσάναμμα στο τζάκι, όπως κάνει στα βιβλία του Μονταλμπάν ο Πέπε Καρβάλιο.

Η δική μου άποψη είναι ένα σαφές «ναι αλλά όχι» ή έστω ένα εξαρτάται ως προς τα αθλητικά βιβλία.
Ότι το λατινικό «Β» θα κολλούσε καλύτερα στην Μπαρτσελόνα, τον Μπάρκλεϊ ή στον κόουτς Μπαρτζώκα -και για άλλους Mr Bean- που είναι ο εφιάλτης του Sportime και άλλων δημοσιογράφων και κάποιοι ζουν για τη στιγμή που θα τον ρωτήσει ο άτυχος Μενεγάκης για τη φιλοσοφία του απέναντι σε έναν αντίπαλο και ο κόουτς θα πει: «ο διαλεκτικός υλισμός».
Και ότι το τέχνασμα του Μονταλμπάν να ασκεί καυστική κριτική δια της μυθιστορηματικής έστω καύσης βιβλίων, είναι πολύ χοντροκομμένο και απαράδεκτο για το δικό μου αναγνωστικό κριτήριο. Έχει γράψει όμως ένα αξιόλογο αθλητικό βιβλίο με κοινωνικές-πολιτικές προεκτάσεις από τις οποίες μου έχει μείνει η φράση ότι η Μπάρτσα είναι ο άοπλος συμβολικός στρατός της Καταλονίας -αρκεί να ξέρεις ποιον θες να νικήσεις. Ενώ σε ένα άλλο βιβλίο θρηνεί τη χαμένη ταυτότητα της πόλης και τον εκσυγχρονισμό που την αλλοιώνει -και ας θεωρείται η Βαρκελώνη υπόδειγμα μεταμόρφωσης, που αξιοποίησε τα ολυμπιακά έργα. Φαντάσου δηλαδή τον Μάρκαρη, που κάποτε μετέφραζε Μπρεχτ, να μην γκρινιάζει για τους διαδηλωτές του Δεκέμβρη, αλλά για την καταστροφή που φέρνει η ανάπτυξη. Ούτε σε έργο του Ιονέσκο...

Εν τω μεταξύ, το φετινό καλεντάρι περιλαμβάνει τους Ολυμπιακούς στο Παρίσι -αν δεν έχει άλλη άποψη ο κορωνοϊός ή κάποιος άλλος αστάθμητος παράγοντας, πχ το «ξανθό γένος», που έχασε όμως πέρσι τον «ξανθό» και τα μπινελίκια του (μπλιατ) και παραμένει αποκλεισμένο ως έθνος από τη ΔΟΕ, ίσως γιατί οι «αθάνατοι» το μπερδεύουν με τη Σοβιετία -και άντε να μην το μπερδεύουν μετά και άλλοι που δηλώνουν δικοί μας.

Μια αναδρομή στο παρελθόν των σύγχρονων -και όχι μόνο- Ολυμπιακών Αγώνων είναι σαν μικρός ιστορικός περίπατος σε άγνωστες σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας, μελανές και χρυσές. Και η πλέον χρυσή είναι βασικά κατάμαυρη, σαν τους Μαύρους Πάνθηρες και την υψωμένη γροθιά των Σμιθ και Κάρλος ενάντια στον ρατσισμό που βίωναν στη χώρα τους -την χώρα της ελευθερίας, για να μην ξεχνιόμαστε με τα δεσμά μας.
Περίπατος σε σημαντικές σελίδες και κεφάλαια της ιστορίας, όπως η άνοδος του φασισμού, οι ναζιστικές αποχρώσεις στην αναβίωση του εθίμου της ολυμπιακής φλόγας (και η προσπάθεια των ημι-παράνομων κομμουνιστών να την σαμποτάρουν), ο ρατσισμός, οι διαχρονικές διακρίσεις κατά των γυναικών, η άνοδος του σοσιαλιστικού μπλοκ, ο αγώνας της Παλαιστίνης για ελεθυερία, και ένα σύντομο μάθημα για το πώς το χρήμα κυβερνά τον κόσμο, σκοτώνοντας κάθε ρομαντική ιδέα, αλλά χρησιμοποιώντας τα κουφάρια τους ως καμουφλάζ, όπως το Ηρακλής τη λεοντή.
Είναι όμως και μια θαυμάσια αφορμή -θαυμάσια, που θα έλεγε και ο Μανόλο Μαυρομάτης στην ΕΡΤ του βαθέος ΠΑΣΟΚ κι ας ήταν ευρωβουλευτής με τη ΝΔ- να εντρυφήσει κανείς σε σημαντικά επεισόδια του «ψυχρού πολέμου», αλλά και σε πιο σοβαρούς προβληματισμούς.

Ήταν λάθος - παρέκκλιση η εγκατάλειψη των Σπαρτακιάδων, εργατικών Ολυμπιάδων κτλ, που έσβησαν ως θεσμός στη Βαρκελώνη του Μονταλμπάν (που έχασε το χρίσμα της διεξαγωγής από το Βερολίνο του Χίτλερ) λίγες μέρες πριν από το πραξικόπημα του Φράνκο;
Ήταν η συμμετοχή των Σοβιετικών στους Ολυμπιακούς Αγώνες κατά τα μεταπολεμικά χρόνια στροφή ενσωμάτωσης και μια αποτύπωση της ειρηνικής συνύπαρξης στο «αθλητικό εποικοδόμημα»; Ή μήπως ήταν μια μορφή ταξικής πάλης με άλλα μέσα, για να φανεί η σοσιαλιστική υπεροχή σε αξίες-ιδανικά και στον πίνακα των μεταλλίων;
Το 1988 στη Σεούλ, όπου απείχε η τίμια Κούβα και η ΛΔ Κορέας, γιατί δεν την άφησαν να γίνει συνδιοργανώτρια σε κάποια αθλήματα, τεκμήριο αυτής της ανωτερότητας δεν ήταν μόνο η άνετη πρωτιά των Σοβιετικών, η υπεροχή της ΕΣΣΔ έναντι των ΗΠΑ και της σωστής πλευράς της Γερμανίας (και της ιστορίας, που οσονούπω τελείωνε) έναντι της ΟΔΓ. Ήταν και η δεύτερη θέση της ΓΛΔ που είχε περισσότερα μετάλλια από τους Αμερικάνους!

Αλλά ό,τι λάμπει (Νικολάου) δεν είναι χρυσός και ο χρυσός δε φέρνει πάντα την ευτυχία, όπως θα μας βεβαίωνε ο Μίδας, ή την κοινωνία του μέλλοντος.

Και από πότε πάνε μαζί ιδανικά και μετάλλια-νίκες; θα ρωτήσει κανείς.
Από τότε που οι γοργόνες βγαίνουν στη στεριά και ρωτάνε με αγωνία ναυτικούς και ταξικά ναυάγια αν ζει το κόκκινο φάντασμα που πλανάται πάνω από τη γηραιά ήπειρο και τον γέρικο σάπιο κόσμο της εκμετάλλευσης. Και τουλάχιστον από όταν οι ηττημένοι εισπράττουν απ’ την εξέδρα τους βροχή δεκάρικα, μετά το Ανεμολόγιο της Αλλαγής, βλέποντας τους νικητές να μη γράφουν απλά την ιστορία, αλλά να διακηρύσσουν πανηγυρικά το τέλος της.

Το είχε πει προφητικά και ο Άρης άλλωστε (Β όπως Βελουχιώτης) και το μεταφέρω από μνήμης: αν νικήσουμε κανείς δε θα θυμάται τίποτα από τις δικές μας σκληρότητες, αλλά αν χάσουμε κανείς δε θα μας το συγχωρήσει.

Σε ένα αγνό, παρθένο αναρχίζον φαντασιακό, που μικρή σχέση έχει με τον πραγματικό κόσμο, ήρωες είναι μόνο οι χαμένοι, που έπεσαν ηρωικά σε άνιση μάχη, απέναντι σε θεούς και δαίμονες. Όσοι νικάνε, γίνονται εξουσία και διαφθείρονται, οπότε χάνουν την αθανασία και μια θέση στο εικονοστάσι των πραγματικών ηρώων.

(Ανοίγει -αριστερή- παρένθεση. Μια άλλη αναρχίζουσα οπτική λέει πως η ρίζα του κακού δεν είναι μόνο ο επαγγελματικός αθλητισμός και ο πρωταθλητισμός που νοθεύουν τη χαρά της άθλησης με το δηλητήριο της σκοπιμότητας και της νίκης με κάθε τρόπο, αλλά ο ίδιος ο αθλητισμός, που βάζει καλούπια στην ελεύθερη κίνηση και τον αυθορμητισμό του παιδιού, στην άναρχη χαρά (που ή θα είναι άναρχη ή δε θα είναι χαρά) του παιχνιδιού και γίνεται ένα φτηνό υποκατάστατο με κανόνες και περιορισμούς, νόμους και άρχοντες -διαιτητές.

Εμένα πάλι όλα αυτά μου μυρίζουν Μπερνστάιν και το σύνθημα «ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτα, η κίνηση είναι το παν». Θεωρώ εξαιρετικά πληκτική και ανούσια μια άσκοπη κίνηση χωρίς στόχους και κανόνες. Και πιστεύω -στην υπερβολή του- πως όλα τα παραπάνω είναι μια πρωτότυπη-εναλλακτική διαδρομή για να βρει κανείς τις διαφορές μεταξύ κομμουνισμού κι αναρχίας. Αναρωτιέμαι, ωστόσο, τι μορφή θα λάβουν στην κοινωνία του μέλλοντος ο αθλητικός ανταγωνισμός και διάφορες διοργανώσεις. Και προβληματίζομαι αν οι αθλητικοί αγώνες στον σοσιαλισμό θα έχουν τον ίδιο πρωτεύοντα ρόλο για τους διαιτητές ή αν αυτός θα τείνει να απονεκρώνεται, σαν το κράτος, και οι παίκτες θα αναλάβουν σταδιακά να διευθύνουν και να λύνουν τις διαφωνίες που προκύπτουν στον αγώνα.

Κλείνει η σοσιαλιστική παρένθεση).

Κάποτε ο Καμί έγραψε πως όλα όσα ξέρει από ηθική, του τα έμαθε το ποδόσφαιρο. Μια πιο σφαιρική τοποθέτηση μπορεί να έλεγε πως το ποδόσφαιρο -και ο αθλητισμός εν γένει- είναι καθρέφτης της κοινωνίας και μπορεί να μας δείξει όσα ξέρουμε για την ηθική -και συνεπώς για την ανηθικότητα- αυτής της κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση, ο αθλητισμός είναι όντως μια πολύ καλή εισαγωγή για αρχάριους στη διαλεκτική σκοπού και μέσου.

Ο σκοπός δεν αγιάζει μακιαβελικά τα μέσα, δε νομιμοποιεί την αδικία και τα ύπουλα μέσα. Κανείς δεν πρέπει να χαίρεται μια νίκη που έρχεται με σικέ αγώνες, πουλημένους διαιτητές και κακό θέαμα. Αυτοσκοπός δεν είναι η νίκη αλλά η χαρά του παιχνιδιού -που σαφώς περιλαμβάνει και τη χαρά της νίκης, την ανταμοιβή των κόπων μας, αλλά όχι με οποιοδήποτε μέσο.
Hasta la victoria siempre...

Ο στόχος της νίκης δεν καθορίζει ευθέως τα μέσα -και αντιστρόφως. Αλλιώς μέσο και σκοπός θα ταυτίζονταν, δε θα υπήρχε διάκριση μεταξύ τους. Ο δρόμος προς τη νίκη δεν είναι πάντα στρωμένος με ροδοπέταλα και ευ αγωνίζεσθαι. Και κάποιος-οι πρέπει να βγάζουν τη βρώμικη δουλειά, όσο υπάρχει -αντικειμενικά- τέτοιος καταμερισμός εργασίας, στο γήπεδο και στη ζωή. Δε σημαίνει πχ πως δε θα υπάρχουν τερματοφύλακες και χειρώνακτες, επειδή όλοι θέλουν να παίζουν μπροστά, φουλ επίθεση.

Αν θες να παίξεις με αξιώσεις, χρειάζεται καλή προπόνηση, πειθαρχία, οργάνωση, ενίοτε και τακτική (υποχώρηση, αιφνίδιες αντεπιθέσεις, ακόμα και κατενάτσιο). Αν ψάχνει κανείς ένα πολιτικό αντίστοιχο του «κατενάτσιο», δύσκολα θα δει καλύτερο παράδειγμα από το Τείχος του Βερολίνου, που παρά τη σχετική αστική υστερία, είχε αμυντικούς σκοπούς, στη βάση ενός αρνητικού συσχετισμού δύναμης και μιας πίεσης που δεν ήταν εφικτό να αποκρουστεί διαφορετικά.

Το βασικό ερώτημα, όμως, είναι άλλο.
Μπορούμε να νικήσουμε σε οποιονδήποτε στίβο (πολιτικό ή αθλητικό) τον ταξικό εχθρό με το σφυροδρέπανο στο χέρι; Μπορούμε να πετύχουμε άμεσα μεγαλύτερη παραγωγικότητα -απελευθερώνοντας παραγωγικές δυνάμεις από τα δεσμά της ιδιωτικής ιδιοκτησίας- από τους εντατικούς, εξοντωτικούς ρυθμούς ανάπτυξης των μονοπωλίων που ξεζουμίζουν εκατομμύρια εργαζόμενους σε όλη τη γη; Μπορείς να νικήσεις με απλή προπόνηση επαγγελματίες υπεραθλητές, που χρησιμοποιούν κάθε μέσο για να πετύχουν τη διάκριση; Ή μήπως πρέπει να σταματήσουμε να προσπαθούμε να ξεπεράσουμε τον εθχρό, να τον νικήσουμε στο δικό του γήπεδο με τα δικά του όπλα, και να πορευτούμε σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση;

Η πραγματική ζωή είναι κριτήριο για κάθε θεωρία, αλλά δε δίνει πάντα καθαρές απαντήσεις. Στο πεδίο της πράξης του εικοστού αιώνα, ο σοσιαλισμός που γνωρίσαμε κινήθηκε παράλληλα σε διάφορα επίπεδα. Επέλεξε για μια σειρά λόγους, ουσίας και συμβολισμού, να πάρει μέρος στην κούρσα του πρωταθλητισμού. Είναι δεδομένο ότι έδειξε μέρος της δύναμής του αλλά δεν απέφυγε τις αρνητικές πτυχές του πρωταθλητισμού, όπως η πίεση σε κάποιους αθλητές και τα αναβολικά. Αλλά όποιος πιστεύει ότι αυτό ήταν ένα παιχνίδι που έπαιξε μόνο η ΓΛΔ πχ -νιώθοντας την ανάγκη να αποκρούσει και σε αυτό το επίπεδο την πίεση που δεχόταν και να δείξει την υπεροχή της- μάλλον καταπίνει πρόθυμα και αμάσητη την αστική προπαγάνδα. Ενώ παράλληλα αγνοεί ότι η βάση για τις επιτυχίες και τα μετάλλια των σοσιαλιστικών χωρών δεν ήταν πως έπιασαν το «τρένο της ΕΤΕ» στα αναβολικά (επιλέγοντας να εστιάσουν σε συγκεκριμένους τομείς), αλλά οι αξεπέραστες αθλητικές υποδομές τους, για να ανακαλύπτουν και να αξιοποιούν κάθε ανθρώπινο ταλέντο και κλίση, αναπτύσσοντας ουσιαστικά τον μαζικό λαϊκό αθλητισμό. Κι αυτό είναι ένα σπουδαίο, ανεξίτηλο επίτευγμα, που δεν μπορεί να το μειώσουν πχ οι εξυπνάδες του Πανούτσου, ότι εκεί όλοι αθλούνταν γιατί δεν είχαν δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης, συνεπώς βαριόντουσαν και δεν ήξεραν πώς/πού να διοχετεύσουν την ενέργειά τους.

Τα ίδια ισχύουν σε γενικές γραμμές για την περίπτωση της Κούβας που εξακολουθεί να παράγει τους δικούς της πρωταθλητές και επιπλέον εξάγει κάποιους, που ονειρεύονται το χρήμα και το αναζητούν στο εξωτερικό, αυτομολώντας στο αντίπαλο στρατόπεδο. Αλλά το βασικό είναι έβγαζε και βγάζει αθλητές που ήξεραν την αξία των ηθικών κινήτρων, όπως ο μυθικός Στίβενσον, που τον πολιορκούσε ο πειρασμός της επαγγελματικής πυγμαχίας και των χρημάτων, αλλά δε θα αντάλλασσε με τίποτα την αγάπη του λαού του, ούτε για τα κέρδη όλου του κόσμου.

Κι αυτό πια, για να παραφράσουμε τον Κάστρο, δεν είναι να έχεις απλώς το κεφάλι σου στο στόμα του λύκου και να του λες να πάει να γαμηθεί. Αλλά να περιφρονείς και τα χρυσά του δόντια, που αυτός νομίζει ότι είναι ικανά να αλέσουν όλες τις συνειδήσεις. Όμως δεν είναι/είμαστε όλοι για τα δόντια τους...

Όσο για τη Σοβιετική Ένωση, παρά τη στροφή που την έβγαλε στο περιθώριο της ιστορίας, έδωσε διάφορα δείγματα όχι μόνο της δικής της υπεροχής, αλλά για την υπεροχή των αρχών της έναντι της όποιας νίκης - διάκρισης. Όσο και αν ψάξει κανείς, δε νομίζω να μπορεί να βρει αντίστοιχα παραδείγματα στον «δυτικό κόσμο» με την απόφαση των Σοβιετικών να μην παίξουν το ’73 στη Χιλή του Πινοτσέτ (χάνοντας το εισιτήριο για την τελική φάση του Μουντιάλ της ΟΔΓ). Ή την απόφαση της σοβιετικής ομάδας μπάσκετ να μηδενιστεί στην ίδια χώρα, στο Μουντομπάσκετ του ’59 και να χάσει ένα σίγουρο χρυσό μετάλλιο, όταν διάλεξε να μην παίξει εναντίον της Ταϊβάν-Φορμόζα (και μάλιστα σε μια εποχή που μάλλον διαφαινόταν το σινο-σοβιετικό σχίσμα). Τελικά τερμάτισε στην έκτη θέση, αλλά στην ΕΣΣΔ κυκλοφόρησε μια σειρά γραμματόσημα με το σύνθημα «ηθικοί νικητές του 3ου Μουντομπάσκετ».

Γιατί είναι πάντα καλύτερο να βρίσκεσαι στη σωστή πλευρά της ιστορίας, παρά στην υψηλότερη θέση του βάθρου.
Hasta la revolucion siempre...

Τι να μας πει και ο Μπάνε (που δυστυχώς την είδε λάιφ-κόουτς) με τη δική του «Δύναμη της ήττας». Αλλά αυτά στο δεύτερο μέρος, αν και εφόσον...


Και αν όλα αυτά χρειάζονται οπωσδήποτε κάποιο άλλοθι σύνδεσης με την επικαιρότητα, θα πάρω τη σημερινή παγκόσμια ημέρα του ραδιοφώνου, τη βοήθεια του κοινού και την αυθόρμητη εξομολόγηση του παλιού συμπαρουσιαστή του «Σπορ και Σκορ στον 904».
Ράδιο-ράδιο αγάπη μου...

Μετά από αυτήν την εκτενή εισαγωγή, πάμε στην ανάπαυλα, με την ελπίδα να υπάρξει χρόνος για δεύτερο ημίχρονο, με συγκεκριμένες προτάσεις - κριτικές και συνειρμούς από κάποια αθλητικά βιβλία που έπεσαν στα χέρια της κε του μπλοκ τις τελευταίες βδομάδες.

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2014

Κανένα βιβλίο δεν είναι ντροπή

Υπάρχει μια κατηγορία βιβλίων, περιοδικών, άρθρων, γραπτών κειμένων γενικότερα, που ανήκουν αναμφίβολα στην κατηγορία των ελαφριών αναγνωσμάτων. Και αυτό δεν το λέω ως μομφή, γιατί έχουν μια συγκεκριμένη αξία χρήσης, που καλύπτει μια βασική ανάγκη: να σου κρατήσουν συντροφιά, για να περάσει η ώρα στην παραλία, σε κάποιο ταξίδι (τρένο ή πλοίο κατά προτίμηση), στην τουαλέτα, ακόμα και στη σκοπιά (αν έχεις αυτή τη δυνατότητα κι έχεις εξαντλήσει τα θέματα συζήτησης με το συφάνταρο), ή σε κάποια ουρά, για τον οαεδ πχ, όπου αρχικά νομίζεις πως θα γίνει ηλεκτρονικά η ανανέωση της κάρτας, βρίσκεις στο διαδίκτυο ένα σωρό πανηγυρικά άρθρα που (προ)αναγγέλλουν την χαρμόσυνη είδηση, κι αφού χαρείς κι εσύ με την χαρά τους, καταλαβαίνεις πως πρέπει τελικά να περάσεις αυτοπροσώπως από κάποιο υποκατάστημα του οργανισμού για την ανανέωση, για μια αποχαιρετιστήρια (;) ίσως φορά, και να περιμένεις παραπάνω απ’ ό,τι συνήθως, γιατί χρειάζεται να γίνει μια επιπλέον διαδικασία με τα εκκαθαριστικά σημειώματα της τελευταίας διετίας. Άνεργος είσαι, χρόνο έχεις λογικά, γιατί να γκρινιάζεις λοιπόν;

Ίσως βέβαια τα δικά μας ελαφρά αναγνώσματα να διαφέρουν κάπως από τα συνηθισμένα (άρλεκιν, μπεστ σέλερ, λένα μαντά, κτλ). Ας δούμε λοιπόν ένα μικρό δείγμα, για να γίνει καλύτερα αντιληπτό.

Ξεκίνημα από το τελευταίο (πριν τη θερινή ραστώνη και τη διακοπή του αυγούστου) φύλλο του πριν, της εφημερίδας της ανεξάρτητης της αριστεράς, κι ένα κείμενο του δ. γρηγορόπουλου για «μια νέα κομμουνιστική κίνηση», του εργατικού αγώνα, που «είναι καλοδεχούμενη στη ριζοσπαστική αριστερά» και «μπορεί να συμβάλει στο εγχείρημα της νέας κομμουνιστικής αριστεράς» (πολλές αριστερές ρε παιδί μου) αν υπερβεί το «σεχταριστικό, γραφειοκρατικό μοντέλο», που «εκπροσωπεί το κκε» και το οποίο «δεν είναι συνέχεια αλλά εκφυλισμός του λενινιστικού κκ. Η όποια διαφωνία όμως δε γονιμοποιείται θετικά όταν: 1. δεν εκφράζεται ανοιχτά λόγω κομματικού πατριωτισμού 2. οι διαφωνούντες φεύγουν από το κόμμα, αλλά ιδιωτεύουν και πάνε σπίτι τους 3. παρασύρονται από τις ρεφορμιστικές σειρήνες 4. παραμένουν στο κκε περιμένοντας να αλλάξει (το κκε δεν αλλάζει, άλλαξε εσύ) 5. επιδιώκουν την αποκατάσταση της φυσιογνωμίας του κκε, που αλλοιώθηκε θεωρητικά από την ηγεσία του, ενώ το κόμμα έχει διαβρωθεί συνολικά ως όλο από το σεχταρισμό και το γραφειοκρατισμό· με δυο λόγια, αν δεν κόψουν κάθε γέφυρα με το κομματικό παρελθόν τους και δε φτιάξουν μαζί με το ναρ το νέο-νέο αριστερό ρεύμα λενινιστικού τύπου, με στόχο τον αντικαπιταλισμό-αντιιμπεριαλισμό τον αντισεχταρισμό και αντιγραφειοκρατισμό –σε έπιασα! Ξέχασες να πεις αντιδογματισμό.

Κι εδώ αρχίζεις να αναρωτιέσαι διάφορα: αν αυτός ο αντισεχταριστής κύριος είναι στο ίδιο ρεύμα με τον άλλο συναγωνιστή, που γράφει για τη μόδα του αντισεχταρισμού–αλλά αυτά είναι ηλεκτρονικά αναγνώσματα και δε θα ασχοληθούμε αναλυτικά, αν και έχουν το δικό τους ενδιαφέρον*. Αν έχει πιο πολλή πλάκα η κριτική στο κκε για σεχταρισμό από μια ομάδα μερικών δεκάδων ή από ένα ρεύμα μερικών εκατοντάδων, που έχουν τουλάχιστον αυτογνωσία και καταλαβαίνουν πως δεν τους βγαίνουν τα κουκιά, για να γίνουν-ονομαστούν κόμμα. Αν είναι πιο τίμιο να απαξιώνεις μηδενιστικά το κόμμα, όπως ο γρηγορόπουλος, ή να συνεχίζεις αυτό τον ανιαρό διαχωρισμό της κακής ηγεσίας από την παραπλανημένη βάση –όπως κάνει η κίνηση ικεα: ιστοσελίδα κομμουνιστών εργατικού αγώνα. Και σε συνέχεια του προηγούμενου, αν είναι πιο τίμιο να έχεις βρεθεί εκτός κόμματος και να μην τρέφεις καμία ελπίδα για την εξέλιξή του, γιατί είναι χαμένη υπόθεση, κτλ, ή να το «υποστηρίζεις κριτικά», αλλά να παλεύεις ενάντια στην ηγεσία του και τη γραμμή του.

(*η αριστερά θέλει να συμβάλει σε κάτι τέτοιο –ιδεολογική ηγεμονία και κυβέρνηση- ή θέλει να πάει μόνο για την «ανόθευτη» επανάσταση αλά 1917; Πόσο πιο καθαρά να το πει κι αυτός πια..)

Δεύτερη στάση, το τεύχος ιουλίου του εναλλακτικού (ο θεός να το κάνει) unfollow, όπου ο άρης χατζηστεφάνου υπογράφει ένα αρκετά καλό κείμενο για την περίπτωση του μετανάστη μαμαντού μπα από τη γουινέα (που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ελλάδα για να πάρει πολιτικό άσυλο στο βέλγιο), με κάποιες ενδιαφέρουσες κι ιντριγκαδόρικες συγκρίσεις της δημοκρατικής κι ανεπτυγμένης ελλάδας, που ανήκει στην ευρώπη και το δυτικό κόσμο, με την τριτοκοσμική κι υπανάπτυκτη γουινέα της αφρικής, ως προς τα δικαιώματα, την ελευθερία που απολαμβάνουν οι δημοσιογράφοι, κτλ. Και ως εκεί δηλ καλά τα λέει (αλλά δε γίνονται), για να φτάσουμε στην τρομερή διατύπωση: «αλλά και πάλι να ζητάς άσυλο; Άσυλο ζητάνε αυτοί που ζούνε σε δικτατορίες. Μπορεί φυσικά να μην κινδυνεύεις από το κράτος, αλλά από το παρακράτος κι από τα τάγματα εφόδου της ελληνικής αστικής (ο θεός να την κάνει) τάξης. Να έρχονται οπαδοί του Μελισσανίδη και να σε σπάνε στο ξύλο…»
Μία από αυτές τις στιγμές που, όπως περιέγραφε σε μια παλιά του ανάρτηση ο σφος φάντασμα- κατεβάζεις στωικά μια γουλιά κακάο (για τους αθηναίους μίλκο) με κίνδυνο να στραβοκαταπιείς και σκέφτεσαι πως αν αυτή είναι η φωνή της αριστερής (ο θεός να την κάνει) συνείδησης-αντιπολίτευσης στο σύριζα, δεν υπάρχει καμία σωτηρία..

Αλλάζουμε κατηγορία και περνάμε στην αστυνομική λογοτεχνία και το τελευταίο μυθιστόρημα του πέτρου μάρκαρη, από τη γνωστή κίνηση των 58 με τη σώτη και τα άλλα παιδιά, που κλείνει την τριλογία του για την κρίση. Πριν συνεχίσετε να διαβάζετε το κείμενο, αν τυχόν είστε αναγνώστης των περιπετειών του αστυνόμου χαρίτου (κανένα βιβλίο δεν είναι ντροπή, ιδίως αν πρόκειται για βιβλίο τρένου, σκοπιάς, τουαλέτας –για κάθε πιθανή χρήση- κτλ) και δε θέλετε να σας μαρτυρήσουν την πλοκή και να σας χαλάσουν το τέλος, καλύτερα να παρακάμψετε την επόμενη παράγραφο.

Μετά το υποθετικό σενάριο της εξόδου της χώρας από το ευρώ στο προηγούμενο μυθιστόρημα («ψωμί-παιδεία-ελευθερία»), ο μάρκαρης παρουσιάζει μια σειρά φόνων με δράστες μια συνειδητή ομάδα εργαζόμενων, που αναλαμβάνουν την ευθύνη υπογράφοντας ως «έλληνες του 50’» και εκδικούνται διάφορα λαμόγια μικρομεσαίου μάλλον βεληνεκούς, για τα γραφειοκρατικά εμπόδια και την αποτυχία μιας επένδυσης φωτοβολταϊκών του ελληνογερμανού εργοδότη τους, που οδηγήθηκε έτσι στην αυτοκτονία. Το ωραίο της υπόθεσης είναι η αλβανική εθνικότητα των δραστών, που μόνο λούμπεν δεν είναι, καθώς ξέρουν και δέχονται αγόγγυστα να κάνουν κάθε πιθανή δουλειά, όπως ακριβώς οι έλληνες του 50’ –και σε αντίθεση προφανώς με τους σύγχρονους νεοέλληνες. Όλα σχεδόν τα αστικά ιδεολογήματα για τις αιτίες της κρίσης σε συσκευασία ενός βιβλίου.
Αλλά η τούρτα δεν έχει μόνο ένα κερασάκι. Ο μάρκαρης είναι αριστερός (από τους «καλούς», γιατί από τους άλλους έχει βρωμίσει ο τόπος…) και μας δείχνει μια χρυσαυγίτικη επίθεση στην κόρη του αστυνόμου (που ήταν συνήγορος μεταναστών από την αφρική), τους φασιστικούς θύλακες μες στην ελας, και έναν παλαίμαχο κομμουνιστή σε ρόλο-καρικατούρα, που συμφωνεί κι επαυξάνει με τον τρόπο του στα κλισέ αποφθέγματα των υπολοίπων –και βασικά του μάρκαρη.

Προσπερνάμε ένα άρθρο του δελαστίκ για το 89’ στα επίκαιρα –που πάλιωσε αρκετά και δεν είναι επίκαιρο πλέον- για να περάσουμε φευγαλέα από το τελευταίο τεύχος της μαρξιστικής σκέψης (με εμφανείς συριζαϊκές και τροτσκιστικές αναφορές) που συνεχίζει το αφιέρωμά της στην ιστορία του κκε, από την ίδρυσή του ως την 7η ολομέλεια του 57’, που διέγραψε το ζαχαριάδη.

Στο κείμενο του διευθυντή σύνταξης του περιοδικού (στελέχους του σύριζα και σφόδρα αντισταλινικού), χ. κεφαλή, που παρουσιάζει συνοπτικά τα ιστορικά ντοκουμέντα του δεύτερου μέρους του αφιερώματος, συναντάμε και την εξής εκπληκτική εκτίμηση: «οι γραφειοκρατικές πρακτικές (θυσία της επανάστασης στο εξωτερικό, χειραγωγητική-βολονταριστική παραμόρφωση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ) καθορίζουν μακροχρόνια την αποτυχία του πρώτου σοσιαλιστικού πειράματος. Αν και η πορεία δεν είναι ευθύγραμμη, παρουσιάζοντας σημαντικές θετικές στιγμές όπως η αντιφασιστική νίκη, το 20ό Συνέδριο και η Περεστρόικα, οι καταστροφές που επιφέρει ο σταλινισμός, σε συνδυασμό με την οικονομική υπεροχή του αμερικάνικου και ευρωπαϊκού καπιταλισμού, δίνουν τη νίκη στην αντίδραση. Το 1991 η ΕΣΣΔ και το «σοσιαλιστικό στρατόπεδο» καταρρέουν και διαλύονται».
Ποιος δίνει άλλοθι πολυφωνίας στο τεύχος (που φιλοξενεί κι ένα άρθρο του γνωστού και μη εξαιρετέου αγτζίδη); Μα φυσικά ο πετρόπουλος της γνωστής ιστοσελίδας (ικεα) και ο καλτσώνης του συλλόγου ‘κορδάτος’. Σε επόμενη ανάρτηση θα δούμε πιο αναλυτικά κάποια πράγματα για την περίπτωση κεφαλή, για να γίνουν καλύτερα αντιληπτά το είδος και ο προκλητικός χαρακτήρας αυτής της παράξενης συνεργασίας.

Κλείνουμε την περιπλάνησή μας με δυο προτάσεις που ξεφεύγουν από την κατηγορία του αναγνώσματος, αλλά αξίζουν την προσοχή μας. Το πρώτο είναι ένα ολιγόλεπτο αλλά μεστό βιντεάκι του γκάρντιαν και του (τζινγκλ) χολογουέι για το σπάσιμο των καπιταλιστικών δομών και το νόημα του κομμουνισμού ως πρακτική στο σήμερα, στο πάρκο της ναυαρίνου, στο κέντρο της αθήνας και στην ακτιβιστική ομάδα εύρεσης ενός σκύλου που είχε χαθεί, κάπου στην αργεντινή! Το πραγματικά εντυπωσιακό στην όλη ιστορία είναι η θερμή υποδοχή κι αντιμετώπιση του χολογουέι –στην αγγλία αλλά και στην χώρα μας ως ένα βαθμό- και της ιδέας του κομμουνισμού σε ένα (μόνο) πάρκο, από φορείς κι άτομα που βγάζουν σπυριά με το στάλιν και τη θεωρία του σοσιαλισμού σε μία χώρα.


Η δεύτερη περίπτωση είναι το θεατρικό έργο «θεσμοφοριάζουσες» του αριστοφάνη, διασκευασμένο από τον πιτσιρίκο και σε σκηνοθεσία του γ. κιμούλη. Το νέο πασόκ είναι εδώ ενωμένο δυνατό, μαζί με τον πιατά από το παλιό πασόκ (που τον ήθελε κι ο τραμπάκουλας στο αλαλούμ να μιλήσουν μετά για την οργάνωση στο λέτσοβο). Η εκτίμηση για το χιούμορ του πιτσιρίκου και τα απαραίτητα δυστυχώς τηλεοπτικά αστειάκια είναι κάτι υποκειμενικό. Αυτό που είναι αντικειμενικό είναι η καλτ μεταφορά ενός «πρώιμα φεμινιστικού» έργου στις σημερινές συνθήκες: με τη σφισσα ραχήλα –sic- να ανεβαίνει στα κάγκελα και τη ζωή να εξηγεί σχολαστικά τι προβλέπει ο κάθε κανονισμός, το σκύθη φύλακα να μετατρέπεται σε χρυσαυγίτη μπάτσο-εγέρθουτου, και πάμπολλες (όχι ιδιαίτερα) έμμεσες αναφορές στην κυβέρνηση και το σαμαροβενιζελισμό. Τα οποία επιβεβαιώνουν πως η απόσταση μεταξύ της στρατευμένης τέχνης και της γκροτέσκας καρικατούρας της είναι μια λεπτή γραμμή, που εύκολα υπερβαίνει κανείς –παρά τις καλές, πιθανόν, προθέσεις του. Και ότι ο αντιμνημονιακός λόγος του σύριζα είναι η πιο απολιτίκ μορφή πολιτικοποίησης, που μόνο σε κωμωδίες μπορεί να σταθεί με κάποιες αξιώσεις. Ο σύριζα είναι το πολιτικό απολιτίκ της εποχής μας.


Σε κάθε περίπτωση, η παράσταση μπορεί να βγάλει γέλιο –δεν είναι απαραίτητο να γελάμε όλοι για τους ίδιους λόγους. Αλλά την ευθύνη για να τη δείτε την αναλαμβάνετε ακέραια εσείς προσωπικά. Η κε του μπλοκ θα πρότεινε εναλλακτικά τους βατράχους, που ανεβαίνουν επίσης αυτό το διάστημα και περιοδεύουν στην επαρχία. Κι αν μιλάμε για αστυνομική λογοτεχνία, τα μυθιστορήματα του σικελιανού καμιλιέρι (με τις περιπέτειες του αστυνόμου μονταλμπάνο), που κι αυτός σύριζα θα ήταν πιθανότατα με ελληνικά κριτήρια, αλλά είναι πολύ πιο αξιόλογη περίπτωση από την αβάσταχτη ελαφρότητα του μάρκαρη..