Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Αν θες να λέγεσαι φίλαθλος...

Αν θες να καταλάβεις τον πανικό ενός γραφιά μπροστά σε μια άσπρη σελίδα/οθόνη, μπορείς να σκεφτείς τον φόβο του τερματοφύλακα πριν το πέναλτι, που λέγεται εσχάτη των ποινών, μοιάζει με εκτελεστικό απόσπασμα και έχει σπεσιαλίστες εκτελεστές, με υψηλά ποσοστά ευστοχίας. Με τη διαφορά πως αυτός (ο τερματοφύλακας) θέλει να πετύχει τη σφαίρα που έρχεται κατά πάνω του και να την εξοστρακίσει από το τέρμα του. Εκτός κι αν πάει μόνη της στα περιστέρια της ειρήνης, σε τροχιά γύρω από τη γη, για να μας πει -όπως ο Γιούρι κάποτε- ότι δε βλέπει κανέναν θεό εκεί πάνω. Μονάχα επίγειους, που φοράνε το 10 στην πλάτη, και έχουν αδυναμίες, κατ’ εικόνα και ομοίωση των ανθρώπων που τους λάτρεψαν.


Αν θες να εξηγήσεις σε έναν τυπικό άνδρα φίλαθλο τι είναι η επιλόχειος κατάθλιψη, μπορείς να μιλήσεις στη γλώσσα του και να του πεις για το άδειο καλεντάρι μετά το Μουντιάλ και το κρύο καλοκαίρι που έρχεται, μέχρι να αρχίσουν τα εθνικά πρωταθλήματα και να τον ζεστάνουν τα παλτά της μεταγραφικής περιόδου. Ή έστω για την κάλπη που είναι γκαστρωμένη, όπως έλεγε ο Χαρίλαος, και πάντα μελαγχολείς με το αποτέλεσμα, γιατί εμείς  μόνο σε πιο ενδιαφέρουσες διαδικασίες μπορούμε να νικήσουμε -και δεν εννοώ των πέναλτι.

Αν θες να του κάνεις μια μικρή εισαγωγή στον κόσμο και την έννοια της κατάθλιψης, μπορείς να του δείξεις έναν οπαδό χωρίς (γεμάτη) ζωή, που καίγεται με τα φιλικά της ομάδας του, μες στο κατακαλόκαιρο, κόντρα σε κάποια μπιραρία -αντί να πάει σε μια τέτοια με τους φίλους του. Δε θα το πιάσει, ως δυνητικά πάσχων, αλλά θα έχεις κάνει μια καλή προσπάθεια.

Κι αν θες να τον εισαγάγεις σε πιο σύνθετες έννοιες, όπως ο φετιχισμός και η αλλοτρίωση, πες του για τη χαρά του παιχνιδιού, που έχει την ίδια ετυμολογική ρίζα με το παιδί. Δείξε του μια παρέα παιδιά που παίζουν και μια παρέα ενήλικων παιδιών, που στέκουν αποχαυνωμένα στην κερκίδα και δεν ξέρουν από πότε έχουν να αγγίξουν τόπι. Μην τον αποπάρεις, γιατί θα τον χάσεις. Πες του μόνο ότι η χαρά είναι να παίζεις, να πρωταγωνιστείς, όχι να μένεις θεατής. Ακόμα και αν είναι λίγο πριν το τέλος του μεγαλύτερου παίκτη στα χρονικά, μοιάζει η σιωπή με αγάπη μεγάλη και τα δάκρυα στα μάγουλα με τελευταίο αντίο, σε ένα πλοίο που βούλιαξε σαν όνειρο θερινής νυκτός -ου μην και αριστερής.

Κάνε εντυπωσιακό φινάλε και έξοδο με τη φράση που αποδίδεται στον σύντροφο με το μουστάκι, για το ιδανικό άθλημα: 22 να βλέπουν και χιλιάδες να παίζουν, σε μια διαλεκτική αντιστροφή του χεγκελιανού σχήματος και της μίζερης πραγματικότητας, που ελάχιστοι μπολσεβίκοι μπορούσαν να κάνουν.
Θυελλώδικα χειροκροτήματα, ουρανομήκεις επιδοκιμασίες! Ουρααααα

Αν θες να πάρει σοβαρά την ιστορία του πρωτόγονου ανθρώπου, μίλησέ του για το άθλημα που αγαπά, σαν την καλύτερη προσομοίωση του αρχέγονου κυνηγιού της φυλής (του ποδοσφαίρου), με τους θηρευτές τερμάτων που έχει μείνει να τους λέμε ακόμα «κυνηγούς», αλλά κανείς δεν είναι χαρούμενος όταν σημαδεύουν μπεκάτσες.

Κι αν θες να λέγεσαι φίλαθλος -πες του μετά-, ένα άξιο μέλος της φυλής του ποδοσφαίρου, δε γίνεται να κάνεις σαν πρωτόγονος και να μην αντιδράς όταν τα κάνει πλακάκια ο φύλαρχος με τους κονκισταδόρες, παραδίδοντας γη και ύδωρ, πνεύμα και αρχαία ιδανικά σε αλλότριους θεούς, χωρίς κάποια αξία πέρα από αυτή που μετριέται με χρήματα, τραπεζικούς λογαριασμούς και λεπτά (με φι) στο ημίχρονο, που κρατά κάνα μισάωρο.

-.-

Αν θες να δεις τη χαρά να ζωγραφίζεται στο πρόσωπο ενός παιδιού, δώσε του μια μπάλα να παίξει, και τα άλλα θα τα βρει μόνο του, θαρρείς από ένστικτο. Το λέει στο βιβλίο του και ο Μπογιό, που δεν έδινε πάσα από το δεξί στο αριστερό, όπως λένε όσοι τον είδαν στο πρωτάθλημα της ΕΣΗΕΑ. Θα είχε βάλει δηλαδή το γκολ του σύντομου εικοστού αιώνα ο Ντιέγκο, αν πάσαρε σε κάποιον ξυλοκόπο συμπαίκτη του; Και ποιος είναι, στην τελική, ο Μαραντόνα μπροστά στον Νίκο;
Είναι ο (εκθαμβωτικός) ατομισμός, ηλίθιε. 

Αν παίξεις μαζί με το παιδί και το κερδίσεις με πλάγια μέσα, είσαι ζαβολιάρης. Ή απλώς ο Αλέκος Αλεξανδρής. Ή ένας ψηφοφόρος του Βουλγαράκη, που ξέρει πως ό,τι είναι (τυπικά) νόμιμο, είναι και ηθικό. Και νόμος είναι το μέτρο της άδικης ηθικής τους. Μέχρι να αλλάξουμε τους όρους του παιχνιδιού.

Αν το παιδί αρχίσει να κλαίει από συγκίνηση, μάλλον θα είναι Αργεντίνος. Θα κάνει τατού, θα γίνει κάγκουρας δυτικών προαστίων, θα τραγουδά συνθήματα κουνώντας χέρια πάνω - κάτω (για να δείξει τις ιταλικές ρίζες μιας χώρας που μιλά ισπανικά) και θα παίζει σαν καμικάζι του Τσόλο Σιμεόνε -που είναι νομοτέλεια να καθοδηγήσει την Αργεντινή τεχνικά, αν δεν το κάνει ήδη. Η μέρα εκείνη δε θα αργήσει, κυνηγημένη Αργεντινή...

Αν ασχολείσαι αμυδρά με την αθλητική επικαιρότητα, αλλά σε μαγνήτισε ξαφνικά το τένις και η «αυθόρμητη» ερωτική εξομολόγηση της Σάκκαρη στον γιο του Μητσοτάκη, είσαι γεννημένο τρολ. Κι αν δε σε πληρώνουν για αυτό, χαραμίζεσαι. Αν πάλι πας στο γραφείο και πιάνουν τέτοια «αθλητική» κουβέντα μπροστά σου, τότε Mariori καταλαβαίνεις πως ζούμε απλώς ανάμεσά τους και μας κάνουν χάρη που μας ανέχονται.

Αν βρεις στρωμένη μπροστά σου μια μπάλα, είναι ό,τι πιο κοντινό θα βρεις σε χρονομηχανή, για να γυρίσεις στην παιδική σου ηλικία. Αν δε σου κάνει κλικ, κούκου ή κάποιον άλλο ήχο, αν δε σου μιλά το τόπι -και δεν του μιλάς και εσύ για αντίποινα-, τότε έχει πεθάνει οριστικά το παιδί μέσα σου και μαζί του πιθανόν και εσύ. Αλλά αν γλιτώσει «Το Παιδί» υπάρχει ελπίδα. Κι ίσως στη νέα σεζόν πάει καλύτερα και ο Κεραυνός Νεοχωρίου. Σκίζεις τα δίχτυα, μαζεύεις βαθμούς.

Κι αν φτάνεις στο σημείο να αδιαφορείς παγερά -στους 40 βαθμούς- για όλα αυτά, ακόμα και αν φτάνουν οι δυο αγαπημένες σου ομάδες στον τελικό, με κοινό μπλαουγκράνα παρονομαστή, είναι σίγουρα ένα κάποιο σημάδι. Ότι ωρίμασες ή ότι γέρασες, εξαρτάται από ποια σκοπιά το βλέπεις.

Κι όποιος γνωρίζει τι φταίει για όλα αυτά, ας μου εξηγήσει μετά. Όχι μόνο με ψυχαναλυτικές ερμηνείες και το φροϊδικό στάδιο, για παλιμπαιδισμούς, χρονομηχανές και τη χαρά του παιχνιδιού. Αλλά μαρξιστικά, μιλώντας για κέρδη, εμπορεύματα και συμφέροντα, που βγάζουν τη χαρά του κόσμου στο σφυρί. Μέχρι να βρει δίπλα του το δρεπάνι και να τους πάρει παραμάζωμα.

-.-

Το Μουντιάλ είναι μια μηχανή παραγωγής στιγμών, συγκινήσεων, αναμνήσεων, συμβολισμών, σε μια πεζή εποχή που είναι στείρα και παράγει πολλές πολύχρωμες φούσκες, αλλά σχεδόν τίποτα που να διαρκεί και να αξίζει. Με σύγχρονους, επιδραστικούς (δηλ ινφλουενσερικούς) όρους, θα λέγαμε ότι είναι ο μεγαλύτερος και πιο αυθεντικός δημιουργός περιεχομένου (content creator), με αξεπέραστα στιγμιότυπα και πόζες (που γίνονται memes, reels, κοκ).

Μπορείς να κολλήσεις στο μέλι, από χίλια μονοπάτια, αθλητικά και μη. Πχ με τον αδελφό του Γιαμάλ, που είναι ένα κινούμενο meme. Ή με το meme του Μέσι, που κάνει τον Βασίλη στο «Αχ Ελένη» σε λούπα, που τα παίρνει με τον Hey Jude Μπέλιγχαμ. Ή με τη φωτό του Μέσι, με τον μπέμπη Γιαμάλ, σα να δίνει το χρίσμα του Μεσσία στον διάδοχο και να τον βαφτίζει στον Ιορδάνη (from the river to the sea, Palestine will be free. Και συμφωνεί και ο Λαμίν, γιατί δεν είναι No Politica, σαν τον Leo -σε αυτό το θέμα τουλάχιστον). Ή με τον 41χρονο μπέμπη Κριστιάνο και το υπερτροφικό εγώ του, που θέλει να παίζει πάντα βασικός, γιατί η ομάδα ποτέ δεν ήταν πάνω από αυτόν. Και σε 4 χρόνια το Μουντιάλ θα είναι στην πατρίδα του, οπότε ποτέ μη λες «γλιτώσαμε».

Με το σύνθημα της αργεντίνικης κερκίδας για τις Μαλβίνες, τον Ντιέγκο και το τελευταίο του Μέσι -που έμοιαζε κύκνειο άσμα, αλλά πήρε πολύ φάλτσο στο τέλος. Με τους διεθνείς τους, που τραγουδάνε σαν τους οπαδούς στην κερκίδα, και παίζουν ως τέτοιοι ενίοτε, πχ ξύλο, γαλουχημένοι με το πνεύμα της Ατλέτικο. Με τον Μπαρδέμ, που μίλησε για την Παλαιστίνη. Με τον Χοσάμ Χασάν, που έκανε τη διαφορά με τις δηλώσεις του για το θέμα -όπως κανείς Αιγύπτιος ηγέτης δε θα μπορούσε, τα τελευταία 50 χρόνια. Με τον εναλλακτικούλη Μπόρχα Ιγκλέσιας, που σκεφτόταν πώς θα χαιρετήσει τον Τραμπ και τον δούλευαν οι φίλοι του. Με τον Γκούτι Ρομέρο, που τον παρέκαμψε εύσχημα (;) και του έριξε άκυρο. Με τον γελοίο «πλανητάρχη», που ήθελε να βγει στη φωτό με τους πρωταθλητές. Και με την ειρωνική λεζάντα του Γκάρντιαν, που τον έσφαζε με βρετανικό βαμβάκι -εισαγόμενο από Κάιρο...


Με κάτι στατιστικά που είναι φρουροί στις πύλες του ανεξήγητου. Πχ ότι η Αγγλία έκανε δύο ολόκληρες σωστές πάσες στον ημιτελικό, από τη στιγμή που σκόραρε μέχρι την ανατροπή της Αργεντινής. Ή ότι η Αργεντινή στον τελικό δεν έκανε σουτ στην εστία και ούτε μια τελική μέχρι το 115! Περίπου ό,τι έπαθαν δηλαδή και οι Γάλλοι στον ημιτελικό, ενώ έμοιαζαν υπερηχητικοί ως την ώρα της κρίσης (που ορίζεται ως η συνθήκη που οι μπλε δεν μπορούν και οι κόκκινοι δεν τους αφήνουν).

Με το μαλλί του προδότη Κουκουρέγια, που δε θα γίνει ποτέ Πουγιόλ. Με τον μικρό Κουμπαρσί, σε ρόλο τρομπέτας. Με σκυλάκια και χταπόδια που προβλέπουν τον νικητή, αλλά όχι την ανθρώπινη βλακεία που είναι απρόβλεπτη και απέραντη. Με αιθέριες υπάρξεις-ολογράμματα που τις έφτιαξε η τεχνητή νοημοσύνη, αλλά έχουν βρει ήδη υποψήφια λιγούρια-καμάκια να τις κατακτήσουν. Και με την ΤΝ στην υπηρεσία του «μίσους», που δεν είναι ταξικό, γιατί βρήκε διέξοδο στον Μέσι, τον Κριστιάνο ή κάποια εθνική ομάδα, ενίοτε και με πολιτικό άλλοθι ενάντια στο κατεστημένο, γιατί -αχ...- κανείς δεν είναι σαν τον Ντιέγκο.
Αρρώστια, που θα έλεγε και ένας Βλαδίμηρος!

Και τέλος, με την «υπέροχη» αντιδιαλεκτική συζήτηση για τον καλύτερο παίκτη της γενιάς μας ή -ακόμα καλύτερα- όλων των εποχών. Και με τα ώριμα, νηφάλια επιχειρήματα κάθε πλευράς -Κριστιάνο 1 EURO, Μέσι κανένα. Κι αν θες να εξηγήσεις σε έναν καμένο οπαδό τι είναι η ιδεολογία για τους Αλτουσεριανούς -σε διάκριση με την επιστήμη- ή τέλος πάντων γιατί μπορεί να αποκτήσει στρεβλό περιεχόμενο, θολώνοντας την αντικειμενική κρίση και επηρεάζοντας τη ματιά μας, μπορείς να του δείξεις αμφισβητούμενες φάσεις με οπτικό εφέ -για να μη φαίνονται τα χρώματα της φανέλας και τα διακριτικά των ομάδων και να μην ξέρει τι να υποστηρίξει. Ή απλά τα σχόλια μίσους για τον Μέσι -που μπορεί να μας απασχολήσουν και στο επόμενο μέρος.

Αν θες να κολλήσεις, τέλος πάντων, θα βρεις πολλές αφορμές. Αλλά ούτε μία δικαιολογία για να είσαι κολλημένος με την μπάλα και να μη βλέπεις τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, πίσω από τα λαμπερά φώτα του Μουντιάλ.

-Το τερατώδες μοντέλο με τις 48 ομάδες. Και δεν το λέω γιατί πειράζει τις δυνάμεις του δύο, τη συμμετρία και τον αυτισμό μου -αν ήταν έτσι θα χαιρόμουν με το ενδεχόμενο να γίνουν 64 στο επόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο, όπως σκέφεται να κάνει η ΦΙΦΑ...

-Την κόκκινη κάρτα στον Μπαλογκάν των ΗΠΑ, που έσβησε η ΦΙΦΑ, κατόπιν υψηλής παρέμβασης του Τραμπ, που δε σκέφτηκε να κρατήσει καν τα προσχήματα -διατί να το κρύψωμεν άλλωστε; που έλεγε και ο Δρακουμέλ.

-Τον Ινφαντίνο σε ρόλο καραφλού Χατζηαβάτη.

-Τα διαλείμματα στη μέση του ημιχρόνου, για να τονωθούν οι χορηγοί -τα έλεγε ο προφήτης Ντιέγκο, αλλά ποιος τον άκουγε.

-Την ημίωρη ανάπαυλα στο ημίχρονο του χτεσινού Σούπερ-Μπόουλ. Γιατί ο χρόνος είναι κάτι σχετικό και είχες μισή ώρα να το σκεφτείς, βλέποντας πώς κρατιέται η Σακίρα ή ότι κανείς δεν κράτησε Ρονάλντο και Ροναλντίνιο, όπως τρέχαν στον κατήφορο, με σπασμένα φρένα. (Και παρόλα αυτά ήταν μια ανάσα δροσιάς, εν μέσω πλαστικού, ξαναζεσταμένου θεάματος).

-Τις γελοιότητες εναντίον της εθνικής του Ιράν, που σε άλλη χώρα προπονούνταν και αλλού καλούνταν να παίξει.

Και αυτά απλώς με ένα πρόχειρο μάζεμα, χωρίς συστηματική καταγραφή των κακών κειμένων -σαν αυτό που διαβάζετε.

Αν θες να λέγεσαι φίλαθλος, δεν μπορείς να κλείνεις τα μάτια, ούτε τη μύτη σε αυτήν την μπόχα. Κι αν τέσσερα χρόνια πριν, έμπαινε στο τραπέζι για συζήτηση το ενδεχόμενο ενός μποϊκοτάζ στην Καταρ-αμένη διοργάνωση, το εύλογο ερώτημα είναι τι είχε αλλάξει φέτος στην ουσία, στην κοιτίδα της αστικής δημοκρατίας. Αν εξαιρέσουμε τους εκατοντάδες νεκρούς εργάτες (για στάδια στην έρημο, χωρίς καμία αξία χρήσης και προοπτική), το πακέτο του αθλητικού ξεπλύματος, του αυταρχισμού και των αφορολόγητων κερδών (της ΦΙΦΑ, των χορηγών κτλ) ήταν ίδιο και χειρότερο.

Μπορεί να διαβάσει κανείς λεπτομέρειες στην «Κόκκινη Κάρτα» (εκδόσεις Δίχτυ), πχ για το πώς η FIFA έκλεισε ξεχωριστές ληστρικές συμφωνίες -για την ίδια και τους χορηγούς της- με κάθε διοργανώτρια πόλη, τιμωρώντας (στην καλύτερη) με κακή φήμη και συστάσεις, όσες αρνούνταν να υποταχθούν στους εκβιαστικούς όρους της. Κι αν ο πρώην διεθνής των ΗΠΑ, Τζουλς Μπύκοφ, έχει μια σχετικά έντιμη αντινεοφιλελεύθερη οπτική, εντούτοις μόνο στο Αμέρικα θα τον θεωρούσαν «Κόκκινο» -σαν το χρώμα της κάρτας του και τα ματοβαμμένα κέρδη.

Πλησιάζοντας επικίνδυνα το διχίλιαρο σε λέξεις, η κε του μπλοκ αναγκάζεται να αυτολογοκριθεί δραστικά (θα είμαι σύντομος, που λένε σε τέτοιες περιπτώσεις -και εννιά στις δέκα, δεν είναι).

Πχ για τα βιβλία με αντίστοιχη (ποδοσφαιρική, όχι αντι-νεοφιλελεύθερη) θεματική που αξίζει να διαβάσει κανείς. Αλλά αν διαλέξει να προσπεράσει-σνομπάρει την «Καταραμένη Ομάδα», θα κάνει μια κάκιστη επιλογή -όπως οι τουρίστες στην Πλάκα που φορούσαν χτες, στους 40 βαθμούς, αθλητικές μπλούζες με πολυεστέρα.

Ή για την κοινωνική σήψη και τον κόσμο που αναζητά σε αθλητικά βιώματα τη χαμένη συλλογικότητα -σαν τον «ψαγμένο» πρωταγωνιστή του χίπστερ Polaroid, που (νόμιζε πως) βρήκε το νόημα της ζωής στα δισεκατομμύρια θεατών του τελικού του Μουντιάλ...

Το τέλος του κειμένου, δεν μπορεί παρά να είναι κόκκινο. Θα φροντίσει για αυτό ο Γιάνης -με ένα νι και πολλά πςςς για τις απόψεις του. Γιατί αν δε μας πει αυτός, ένας αήττητος νικημένος νάρκισσος, για την αξία της υπέροχης ομαδικότητας ενάντια στον εκθαμβωτικό ατομισμό, τότε ποιος;

Αν θες να λέγεσαι νάρκισσος...