Ο Ροσμέρ λέει κάπου στο βιβλίο του (για τη Μόσχα του Λένιν και βασικά για την παρουσία του στα πρώτα βήματα της Κομιντέρν και της Προφιντέρν) ότι δεν μπορείς να κάνεις ουσιαστική κριτική σε μια επανάσταση αν δεν την συμπαθείς και δεν είσαι θετικά διακείμενος προς αυτήν. Κι έχει δίκιο σε μεγάλο βαθμό. Με την ίδια έννοια -θα έλεγα- που η Αλέκα είχε πει πως ο διάλογος έχει νόημα μεταξύ ατόμων που συμφωνούν μεταξύ τους, τουλάχιστον στα βασικά.
Αντίστοιχα, πιστεύω πως η κριτική στον αθλητισμό και τα κακώς κείμενα του χώρου έχει πραγματική αξία μόνο όταν προέρχεται από άτομα που τον αγαπούν πραγματικά και πληγώνονται όταν βλέπουν την παιδική τους αγάπη να φθείρεται και να ξοδεύεται σε παράγοντες, "προεδράρες", στοιχήματα, στησίματα, διαιτησίες, αναβολικά, τη σκοπιμότητα του αποτελέσματος με κάθε πιθανό -θεμιτό ή αθέμιτο- μέσο, που γίνεται αυτοσκοπός και νοθεύει το παιχνίδι και την παιδική αθωότητα που το περιβάλλει ή μάλλον βρίσκεται στον πυρήνα. Γιατί το παιχνίδι έχει την ίδια ετυμολογική ρίζα με το παιδί, κι η αγάπη για αυτό είναι πάντα μια μορφή ανεμελιάς κι ώριμου παλιμπαιδισμού.
Αν όμως η κριτική προέρχεται από ορκισμένους επικριτές, θα βγάζει απλώς την ξινίλα κάποιων διανοούμενων, που δεν αγάπησαν ποτέ το παιχνίδι -ούτε καν ως παιδιά πιθανότατα- και την άθληση και το εκδικούνται αναδρομικά. Κι αυτό δεν είναι προβληματικό μόνο για την προσωπικότητά τους, που δεν είναι σφαιρικά συγκροτημένη κι ολοκληρωμένη (νους υγιής εν σώματι υγιεί) αλλά και για τη μονομέρεια της σκέψης τους, που φλερτάρει ανοιχτά με την εμπάθεια.
Στον αντίποδα, υπάρχουν κάποιοι που πιστεύουν πως είναι -κατά Γκράμσι- οργανικοί διανοούμενοι της εργατικής τάξης και του λαού, επειδή παθιάζονται με το κατεξοχήν λαϊκό άθλημα, το ποδόσφαιρο. Το θεοποιούν και το βλέπουν ως θρησκεία χωρίς απίστους, στους οποίους κηρύσσουν πόλεμο. Θεωρούν πως το ποδόσφαιρο τους έμαθε ό,τι γνωρίζουν περί ηθικής, αγνοώντας (;) πως είναι καθρέφτης, που αντανακλά κοινωνικές τάσεις, και μπορεί κατά περίπτωση, ανάλογα και με τις συνθήκες, να καλλιεργήσει και να διδάξει τον ατομισμό, την πλεονεξία και την πάση θυσία νίκη, ως απόλυτη αξία. Αλλά την πατάνε γιατί η συμπεριφορά τους στο γήπεδο είναι πιστός καθρέφτης του χαρακτήρα μας, βγάζοντας στην επιφάνεια τα καλύτερα και τα χειρότερα στοιχεία μας. Αλλά όταν κάποιος δε δίνει πάσα ούτε από το δεξί στο αριστερό, εκθέτει ανεπανόρθωτα τον εαυτό του και το υπερτροφικό του εγώ -σαν ένας Κριστιάνο Ρονάλντο της αριστεράς.
(Παρεμπιπτόντως, ο Μέσι στο Μπερναμπέου έδειξε απλά τη φανέλα -τη δική του και της ομάδας του. Ενώ ο Κριστιάνο έψαχνε απλώς αφορμή να επιδείξει τους κοιλιακούς του και να αποδείξει πως η -απο-μίμηση είναι στοιχείο του ειλικρινούς θαυμασμού του προς κάτι ανώτερο).
Δεν ξέρω όμως τι φίλαθλος μπορεί να θεωρείται κανείς, αν δεν τον συγκινεί ο κλασικός αθλητισμός. Είναι -τηρουμένων των αναλογιών- σα να δηλώνει κομμουνιστής, αλλά να μην του λένε τίποτα οι κλασικοί του μαρξισμού και το έργο τους. Κάτι που δεν απαλλάσσει φυσικά τον κλασικό αθλητισμό από τις αντιφάσεις του.
Από μια άποψη, ο στίβος είναι η οργανωμένη μετεξέλιξη της αυθόρμητης συνήθειας-ανάγκης των παιδιών να παραβγούν μεταξύ τους, που από μόνη της δεν σημαίνει απαραίτητα ανταγωνισμό, αλλά μια μορφή άμιλλας. Ποιος τρέχει πιο γρήγορα, πηδάει πιο μακριά ή πιο ψηλά. Και είναι δύσκολο -για μένα τουλάχιστον- να μείνει κανείς ασυγκίνητος, βλέποντας τους αθλητές να φτάνουν τα όριά τους και να προσπαθούν να τα υπερβούν, σε μια μάχη ενάντια στον εαυτό τους πρωτίστως.
Από την άλλη, αυτά τα χωρίζει μια πολύ λεπτή διαχωριστική γραμμή από το τρίπτυχο "citius, altius, fortius", που είναι η βάση του σύγχρονου επαγγελματικού αθλητισμού κι η αθλητική εκδοχή του κυνηγιού της ολοένα μεγαλύτερης παραγωγικότητας. Αν η καπιταλιστική αγορά είναι μια ζούγκλα, όπου επικρατεί ο νόμος του ισχυρού και όλα επιτρέπονται, στο στίβο τα ρεκόρ, οι επιδόσεις και τα μετάλλια δε συνδέονται μόνο με αγκωνιές και υπόγεια σπρωξίματα, αλλά και με την υπόγεια ώθηση που μπορούν να δώσουν στους αθλητές τα αναβολικά κι άλλες μικρές απάτες, πάντα στα πλαίσια του ευ αγωνίζεσθαι, που είναι κάτι σαν τα ευχολόγια για τους κανόνες της "εύρωστης, αυτορυθμιζόμενης αγοράς". Ενώ η κούρσα του ντόπινγκ με το αντιντόπινγκ κοντρόλ, όπου το πρώτο βρίσκεται πάντοτε ένα βήμα μπροστά, θυμίζει κάπως το παράδοξο του Αχιλλέα, που όλο τρέχει και δε φτάνει ποτέ τη χελώνα (με τη διαφορά πως εδώ δεν υπάρχει τίποτα παράδοξο, αλλά μια σειρά λογικές αιτίες) ή τους φορολογικούς ελέγχους, που πιάνουν μόνο τα μικρότερα ψάρια.
Μπορεί κανείς να βλέπει ανέμελος αγώνες στίβου (και όχι μόνο), να ενθουσιάζεται ειλικρινά με τις προσπάθειες των αθλητών, όταν ξέρει ότι όλα αυτά βασίζονται σε ένα ψέμα που έχει κοντά ποδάρια; Ή μήπως έχει βάση το ξέσπασμα του Γιουσέιν Μπολτ, όταν μια δημοσιογράφος υπαινίχθηκε πως οι χαμηλότεροι χρόνοι στη φετινή κούρσα της μιας ανάσας οφείλονται στους αυστηρότερους ελέγχους; Σημαντική λεπτομέρεια: από τους τριάντα ταχύτερους χρόνους στην ιστορία του αγωνίσματος, οι 21 ανήκουν σε αθλητές που κάπως-κάπου-κάποτε έχουν εμπλακεί σε υπόθεση ντοπαρίσματος. Οι άλλοι εννιά ανήκουν σε έναν και μόνο καθαρό (;) αθλητή, που ονομάζεται Γιουσέιν Μπολτ.
Δεν είναι αυταπάτη όμως να πιστεύει κανείς πως μπορεί να υπάρχει κάτι αγνό και καθαρό σε κορυφαίο επίπεδο, που μένει αμόλυντο από τη γενική σήψη και τον καπιταλιστικό περίγυρο; Ούτε καν ο σοσιαλισμός δεν είχε μείνει ανεπηρέαστος από τον ανταγωνισμό με το καπιταλιστικό μπλοκ, υιοθετώντας στην περίπτωση της ΓΛΔ την... επιστημονική υποστήριξη των επιδόσεων των αθλητών της με φάρμακα και αναβολικές ουσίες. Αλλά αν αυτό είναι το αθλητικό αντίστοιχο της υιοθέτησης καπιταλιστικών συνταγών στη σοσιαλιστική οικονομία (αφού η βάση καθορίζει το εποικοδόμημα), δεν μπορεί ωστόσο να κρύψει τη βάση του πραγματικά μαζικού και λαϊκού αθλητισμού, στην οποία πάτησαν αυτές οι επιτυχίες και η ανάδειξη κορυφαίων, μοναδικών ταλέντων.
Ξαναγυρνάμε στο σημείο από όπου ξεκινήσαμε. Δικαίωμα κριτικής (ή πολεμικής) έχουν όλοι, αλλά η κριτική αυτών που αγαπάνε το χώρο έχει ειδικό βάρος. Η δική μας προσέγγιση δεν μπορεί να είναι μια αφ' υψηλού κριτική κι απόρριψη, αλλά να αγκαλιάζει τους φιλάθλους, ό,τι υγιές υπάρχει σε αυτό το χώρο, και να το συσπειρώσει. Να πιάσει την οργή του για αυτά που γίνονται, το όραμά του για το πώς θα μπορούσαν να γίνουν, τις ευαισθησίες του, την όρεξή του να δράσει, και να το κάνει κομμάτι (ρυάκι που λέγαμε παλιά) της συμμαχίας που θέλουμε να φτιάξουμε. Προφανώς αυτό δεν είναι τόσο εύκολο να το κάνεις, πόσο μάλλον όταν υπάρχει μια ντεμέκ προοδευτική τάση που εξυμνεί κι εξαίρει την οπαδική κουλτούρα (συνδέσμους ultras, κτλ), χωρίς διάθεση να πιάσει το θετικό τους πυρήνα για να επιδράσει και να ανεβάσει το επίπεδο της παρέμβασής τους. Αλλά η δική μας απουσία από αυτόν το χώρο (όπου συχνά εκκολάπτεται και το αυγό του φιδιού, πατώντας στο κενό που αφήνουμε εμείς) είναι δείγμα αδυναμίας, ότι δεν είμαστε (ακόμα) όσο δυνατοί θέλουμε, και δε χρειάζεται να την βαφτίζουμε συνειδητή επιλογή.
Αντίστοιχα, πιστεύω πως η κριτική στον αθλητισμό και τα κακώς κείμενα του χώρου έχει πραγματική αξία μόνο όταν προέρχεται από άτομα που τον αγαπούν πραγματικά και πληγώνονται όταν βλέπουν την παιδική τους αγάπη να φθείρεται και να ξοδεύεται σε παράγοντες, "προεδράρες", στοιχήματα, στησίματα, διαιτησίες, αναβολικά, τη σκοπιμότητα του αποτελέσματος με κάθε πιθανό -θεμιτό ή αθέμιτο- μέσο, που γίνεται αυτοσκοπός και νοθεύει το παιχνίδι και την παιδική αθωότητα που το περιβάλλει ή μάλλον βρίσκεται στον πυρήνα. Γιατί το παιχνίδι έχει την ίδια ετυμολογική ρίζα με το παιδί, κι η αγάπη για αυτό είναι πάντα μια μορφή ανεμελιάς κι ώριμου παλιμπαιδισμού.
Αν όμως η κριτική προέρχεται από ορκισμένους επικριτές, θα βγάζει απλώς την ξινίλα κάποιων διανοούμενων, που δεν αγάπησαν ποτέ το παιχνίδι -ούτε καν ως παιδιά πιθανότατα- και την άθληση και το εκδικούνται αναδρομικά. Κι αυτό δεν είναι προβληματικό μόνο για την προσωπικότητά τους, που δεν είναι σφαιρικά συγκροτημένη κι ολοκληρωμένη (νους υγιής εν σώματι υγιεί) αλλά και για τη μονομέρεια της σκέψης τους, που φλερτάρει ανοιχτά με την εμπάθεια.
Στον αντίποδα, υπάρχουν κάποιοι που πιστεύουν πως είναι -κατά Γκράμσι- οργανικοί διανοούμενοι της εργατικής τάξης και του λαού, επειδή παθιάζονται με το κατεξοχήν λαϊκό άθλημα, το ποδόσφαιρο. Το θεοποιούν και το βλέπουν ως θρησκεία χωρίς απίστους, στους οποίους κηρύσσουν πόλεμο. Θεωρούν πως το ποδόσφαιρο τους έμαθε ό,τι γνωρίζουν περί ηθικής, αγνοώντας (;) πως είναι καθρέφτης, που αντανακλά κοινωνικές τάσεις, και μπορεί κατά περίπτωση, ανάλογα και με τις συνθήκες, να καλλιεργήσει και να διδάξει τον ατομισμό, την πλεονεξία και την πάση θυσία νίκη, ως απόλυτη αξία. Αλλά την πατάνε γιατί η συμπεριφορά τους στο γήπεδο είναι πιστός καθρέφτης του χαρακτήρα μας, βγάζοντας στην επιφάνεια τα καλύτερα και τα χειρότερα στοιχεία μας. Αλλά όταν κάποιος δε δίνει πάσα ούτε από το δεξί στο αριστερό, εκθέτει ανεπανόρθωτα τον εαυτό του και το υπερτροφικό του εγώ -σαν ένας Κριστιάνο Ρονάλντο της αριστεράς.
(Παρεμπιπτόντως, ο Μέσι στο Μπερναμπέου έδειξε απλά τη φανέλα -τη δική του και της ομάδας του. Ενώ ο Κριστιάνο έψαχνε απλώς αφορμή να επιδείξει τους κοιλιακούς του και να αποδείξει πως η -απο-μίμηση είναι στοιχείο του ειλικρινούς θαυμασμού του προς κάτι ανώτερο).
Δεν ξέρω όμως τι φίλαθλος μπορεί να θεωρείται κανείς, αν δεν τον συγκινεί ο κλασικός αθλητισμός. Είναι -τηρουμένων των αναλογιών- σα να δηλώνει κομμουνιστής, αλλά να μην του λένε τίποτα οι κλασικοί του μαρξισμού και το έργο τους. Κάτι που δεν απαλλάσσει φυσικά τον κλασικό αθλητισμό από τις αντιφάσεις του.
Από μια άποψη, ο στίβος είναι η οργανωμένη μετεξέλιξη της αυθόρμητης συνήθειας-ανάγκης των παιδιών να παραβγούν μεταξύ τους, που από μόνη της δεν σημαίνει απαραίτητα ανταγωνισμό, αλλά μια μορφή άμιλλας. Ποιος τρέχει πιο γρήγορα, πηδάει πιο μακριά ή πιο ψηλά. Και είναι δύσκολο -για μένα τουλάχιστον- να μείνει κανείς ασυγκίνητος, βλέποντας τους αθλητές να φτάνουν τα όριά τους και να προσπαθούν να τα υπερβούν, σε μια μάχη ενάντια στον εαυτό τους πρωτίστως.
Από την άλλη, αυτά τα χωρίζει μια πολύ λεπτή διαχωριστική γραμμή από το τρίπτυχο "citius, altius, fortius", που είναι η βάση του σύγχρονου επαγγελματικού αθλητισμού κι η αθλητική εκδοχή του κυνηγιού της ολοένα μεγαλύτερης παραγωγικότητας. Αν η καπιταλιστική αγορά είναι μια ζούγκλα, όπου επικρατεί ο νόμος του ισχυρού και όλα επιτρέπονται, στο στίβο τα ρεκόρ, οι επιδόσεις και τα μετάλλια δε συνδέονται μόνο με αγκωνιές και υπόγεια σπρωξίματα, αλλά και με την υπόγεια ώθηση που μπορούν να δώσουν στους αθλητές τα αναβολικά κι άλλες μικρές απάτες, πάντα στα πλαίσια του ευ αγωνίζεσθαι, που είναι κάτι σαν τα ευχολόγια για τους κανόνες της "εύρωστης, αυτορυθμιζόμενης αγοράς". Ενώ η κούρσα του ντόπινγκ με το αντιντόπινγκ κοντρόλ, όπου το πρώτο βρίσκεται πάντοτε ένα βήμα μπροστά, θυμίζει κάπως το παράδοξο του Αχιλλέα, που όλο τρέχει και δε φτάνει ποτέ τη χελώνα (με τη διαφορά πως εδώ δεν υπάρχει τίποτα παράδοξο, αλλά μια σειρά λογικές αιτίες) ή τους φορολογικούς ελέγχους, που πιάνουν μόνο τα μικρότερα ψάρια.
Μπορεί κανείς να βλέπει ανέμελος αγώνες στίβου (και όχι μόνο), να ενθουσιάζεται ειλικρινά με τις προσπάθειες των αθλητών, όταν ξέρει ότι όλα αυτά βασίζονται σε ένα ψέμα που έχει κοντά ποδάρια; Ή μήπως έχει βάση το ξέσπασμα του Γιουσέιν Μπολτ, όταν μια δημοσιογράφος υπαινίχθηκε πως οι χαμηλότεροι χρόνοι στη φετινή κούρσα της μιας ανάσας οφείλονται στους αυστηρότερους ελέγχους; Σημαντική λεπτομέρεια: από τους τριάντα ταχύτερους χρόνους στην ιστορία του αγωνίσματος, οι 21 ανήκουν σε αθλητές που κάπως-κάπου-κάποτε έχουν εμπλακεί σε υπόθεση ντοπαρίσματος. Οι άλλοι εννιά ανήκουν σε έναν και μόνο καθαρό (;) αθλητή, που ονομάζεται Γιουσέιν Μπολτ.
Δεν είναι αυταπάτη όμως να πιστεύει κανείς πως μπορεί να υπάρχει κάτι αγνό και καθαρό σε κορυφαίο επίπεδο, που μένει αμόλυντο από τη γενική σήψη και τον καπιταλιστικό περίγυρο; Ούτε καν ο σοσιαλισμός δεν είχε μείνει ανεπηρέαστος από τον ανταγωνισμό με το καπιταλιστικό μπλοκ, υιοθετώντας στην περίπτωση της ΓΛΔ την... επιστημονική υποστήριξη των επιδόσεων των αθλητών της με φάρμακα και αναβολικές ουσίες. Αλλά αν αυτό είναι το αθλητικό αντίστοιχο της υιοθέτησης καπιταλιστικών συνταγών στη σοσιαλιστική οικονομία (αφού η βάση καθορίζει το εποικοδόμημα), δεν μπορεί ωστόσο να κρύψει τη βάση του πραγματικά μαζικού και λαϊκού αθλητισμού, στην οποία πάτησαν αυτές οι επιτυχίες και η ανάδειξη κορυφαίων, μοναδικών ταλέντων.
Ξαναγυρνάμε στο σημείο από όπου ξεκινήσαμε. Δικαίωμα κριτικής (ή πολεμικής) έχουν όλοι, αλλά η κριτική αυτών που αγαπάνε το χώρο έχει ειδικό βάρος. Η δική μας προσέγγιση δεν μπορεί να είναι μια αφ' υψηλού κριτική κι απόρριψη, αλλά να αγκαλιάζει τους φιλάθλους, ό,τι υγιές υπάρχει σε αυτό το χώρο, και να το συσπειρώσει. Να πιάσει την οργή του για αυτά που γίνονται, το όραμά του για το πώς θα μπορούσαν να γίνουν, τις ευαισθησίες του, την όρεξή του να δράσει, και να το κάνει κομμάτι (ρυάκι που λέγαμε παλιά) της συμμαχίας που θέλουμε να φτιάξουμε. Προφανώς αυτό δεν είναι τόσο εύκολο να το κάνεις, πόσο μάλλον όταν υπάρχει μια ντεμέκ προοδευτική τάση που εξυμνεί κι εξαίρει την οπαδική κουλτούρα (συνδέσμους ultras, κτλ), χωρίς διάθεση να πιάσει το θετικό τους πυρήνα για να επιδράσει και να ανεβάσει το επίπεδο της παρέμβασής τους. Αλλά η δική μας απουσία από αυτόν το χώρο (όπου συχνά εκκολάπτεται και το αυγό του φιδιού, πατώντας στο κενό που αφήνουμε εμείς) είναι δείγμα αδυναμίας, ότι δεν είμαστε (ακόμα) όσο δυνατοί θέλουμε, και δε χρειάζεται να την βαφτίζουμε συνειδητή επιλογή.