Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δραγασάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δραγασάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Απριλίου 2018

Το μόνο λάθος που κάνουμε

Ο Δραγασάκης θεωρεί πως το μόνο λάθος του Σύριζα ήταν πως δεν έπεισε τον κόσμο για να γίνει κυβέρνηση νωρίτερα, κι έχει δίκιο. Κατά τα άλλα, η εξαπάτηση του λαού πέτυχε στην εντέλεια και δεν υπήρξε κανένα λάθος σε αυτό…


Αν κάναμε κάτι “λάθος”, είναι ότι δεν πείσαμε νωρίτερα τον ελληνικό λαό να μας αναδείξει στην κυβέρνηση. Γιατί μια κυβέρνηση της Αριστεράς/με κορμό την Αριστερά ήταν και είναι εκείνη που θα έκανε τις βαθιές τομές και τους μεγάλους μετασχηματισμούς που είχε και έχει ανάγκη η χώρα.

Τάδε έφη Γιάννης Δραγασάκης. Ο άνθρωπος που έχασε για τέσσερις ψήφους την ευκαιρία να γίνει ΓΓ του ΚΚΕ -που είναι πολύ αμφίβολο αν θα υπήρχε σήμερα, βέβαια, σε αυτήν την περίπτωση. Ο μετέπειτα υπεύθυνος προγράμματος του Σύριζα -που είναι κι η βασική ιδιότητα που θα μας απασχολήσει. Κι ο αντιπρόεδρος της σημερινής κυβέρνησης. Θα μπορούσε να συμπληρώσει στο βιογραφικό του ως μεγαλύτερο ελάττωμά του την υπέρμετρη αυτοκριτική και το αυτομαστίγωμα στο οποίο υποβάλλει τον εαυτό του και το έργο της κυβέρνησης.

Ας το δούμε όμως και γραπτό, για να βεβαιωθούμε πως δεν είναι κάποια τρολιά.



Ο Δραγασάκης δεν είναι κάποιο τυχαίο στέλεχος του κυβερνώντος κόμματος. Ως υπεύθυνος προγράμματος του Σύριζα είχε συγγράψει βιβλία κι έχει συμμετάσχει σε συλλογικούς τόμους για την κυβέρνηση της Αριστεράς και τους “μεγάλους σχηματισμούς” που θα έφερνε σε πέρας. Αργότερα ήρθε η περαιτέρω “ρεαλιστική προσαρμογή” με το περιβόητο “Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης”, του οποίου ήταν βασικός εμπνευστής, και το οποίο χαρακτηρίστηκε ως “μετριοπαθής νεο-κεϊνσιανισμός” ακόμα κι από υποψήφιους βουλευτές του ίδιου του Σύριζα (Λαπαβίτσας). Κι είναι αυτός που κατηγορούν σχεδόν όλα τα βασικά στελέχη του Σύριζα που διαφοροποιήθηκαν ή απομακρύνθηκαν στην πορεία (από το Μηλιό ως το Βαρουφάκη) για τη “διολίσθηση του ριζοσπαστικού Σύριζα” στο μνημονιακό ρεαλισμό και τη διαχείρισή του.

Στην πράξη βέβαια, δεν εφαρμόστηκε κανένα “Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης”. Υπογράφτηκε τρίτο μνημόνιο (αντί να σκιστούν τα προηγούμενα), άρχισαν οι πλειστριασμοί πρώτης κατοικίας, αθετήθηκαν πολλές βασικές προεκλογικές υποσχέσεις, σε τελική ανάλυση δεν ικανοποιήθηκε ούτε καν ο μίνιμουμ στόχος που έλεγαν πολλοί ψηφοφόροι του, λέγοντας προεκλογικά “έστω κι ένα να κάνει…”.

Ο Γιάννης Δραγασάκης δε νιώθει την ανάγκη για καμία αυτοκριτική τοποθέτηση. Το μόνο λάθος που έκανε ο Σύριζα, είναι ότι δεν έπεισε το εκλογικό σώμα να τον εμπιστευτεί νωρίτερα, για να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες και να κάνει περίπου ό,τι και τώρα (“μεγάλους κοινωνικούς σχηματισμούς που έχει ανάγκη η χώρα…”).

Δε νιώθει καμία ανάγκη να χτίσει ένα αφήγημα σχετικά κοντά στα πραγματικά γεγονότα και τη δεδομένη επιθυμία κάποιων στελεχών του -αν όχι σύσσωμης της ηγετικής του ομάδας- να μην κερδίσουν τις δεύτερες εκλογές του 12′, για να μη βρεθούν να διαχειρίζονται μια καυτή πατάτα και να συνεχίσουν την εύκολη, αντιμνημονιακή “αντιπολίτευση” και τη λογική του “ώριμου φρούτου” για την πτώση της κυβέρνησης Σαμαρά, χωρίς κινηματικές αιχμές και “εξαλλοσύνες”.

Την ίδια στιγμή βέβαια υπήρχαν στελέχη του Σύριζα που τον Ιούνη του 12′, σε προεκλογικές συζητήσεις, άφηναν να εννοηθεί πως τότε ήταν η μεγάλη ευκαιρία να αναδειχτεί μια αριστερή κυβέρνηση και να αιφνιδιάσει το σύστημα, προτού αυτό προλάβει να οργανώσει τις άμυνές του απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο. Μια κάλπη πριν νωρίς, μια κάλπη μετά αργά, τώρα είναι η στιγμή και η “επαναστατική κατάσταση” διά της κάλπης…

Υπήρχαν επίσης στελέχη του (όπως ο Μπελαντής, που αποχώρησε στη συνέχεια) που διατείνονταν πως δεν ήταν η προσαρμογή του Σύριζα και ταυτόχρονα η εκλογική προσμονή για την άνοδό του στην κυβέρνηση -που θα έφερνε τη λύση χωρίς κόπο- που καθόρισαν την πτώση του κινήματος και των αγωνιστικών διεργασιών, μετά το 2012, αλλά το αντίστροφο: δηλαδή η πτώση του κινήματος ήταν υπεύθυνη για την τάση προσαρμογής και συμβιβασμού του Σύριζα. Από αυτήν την άποψη, ο μόνος υπεύθυνος για το τρίτο μνημόνιο ήταν το λαϊκό κίνημα, όχι για τις αυταπάτες που έδειξε ένα τμήμα του για το Σύριζα, αλλά γιατί δεν τον ώθησε σε μια επαναστατική έφοδο…

Σε κάθε περίπτωση, ο Δραγασάκης έχει δίκιο. Η “κυβερνώσα Αριστερά” δεν έκανε κανένα απολύτως λάθος. Ήταν πολιτικοί απατεώνες και η εξαπάτησή τους πέτυχε πλήρως. Μόνο μια “αριστερή κυβέρνηση” με κορμό το Σύριζα, είχε τη δεδομένη στιγμή την ευχέρεια να περάσει το τρίτο μνημόνιο και τις αναδιαρθρώσεις που έχει ανάγκη το σύστημα και η αστική τάξη της χώρας. Σε αυτό έχει δίκιο κι οφείλουμε να του το αναγνωρίσουμε.

Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι να περιμένουμε την αυτοκριτική του Σύριζα. Αλλά να δούμε τι λάθος (εντός ή εκτός εισαγωγικών) κάναμε εμείς από την πλευρά μας -ακόμα κι όσοι δε φάγαμα ποτέ τη φόλα της “πρώτης φοράς Αριστερά” και προειδοποιούσαμε τον εργαζόμενο λαό για τα αποτελέσματα της διακυβέρνησής της. Αλλά αυτό είναι θέμα μιας άλλης ανάλυσης και δεν μπορούμε να το στριμώξουμε στον επίλογο αυτού του κειμένου.

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015

Πέτρο ζούμε για να σ’ ακούμε

Φέτος κλείνουν πενήντα χρόνια από την έκδοση του περιοδικού Αναγέννηση, που ήταν η πρώτη δημόσια εμφάνιση του μ-λ ρεύματος, και δέκα χρόνια από το «διήμερο προβληματισμού και συζήτησης της αριστεράς» που είχε διοργανώσει η Κοε με αφορμή την τεσσαρακοστή επέτειο. Τα πρακτικά ή μάλλον οι εισηγήσεις κι οι παρεμβάσεις του διημέρου (χωρίς δηλ το γύρο των ερωτοαπαντήσεων και των δευτερολογιών) κυκλοφόρησαν σε ειδική μπροσούρα από τις εκδόσεις Α/συνέχεια κι αποτελούν περιβόλι, με διάφορα θεωρητικά φρούτα (πλην Λακεδαιμονίων βεβαίως-βεβαίως) από τον οποίο δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις για να παρουσιάσεις.
Θα εστιάσουμε λοιπόν στον αγαπημένο Πι-Πι (κατά κόσμον Πέτρο Παπακωνσταντίνου), μέλος τότε της ΠΕ του ΝΑΡ (συνεπώς όχι μόνο με… δημοσιογραφική ιδιότητα, όπως στην πρόσφατη εκδήλωση της Ίσκρα) κι ένα μικρό υστερόγραφο από Δραγασάκη, για να έρθουμε στα ίσια μας –η κε του μπλοκ επιφυλάσσεται για περαιτέρω αξιοποίηση του υλικού σε μελλοντικές αναρτήσεις.

Η παρέμβαση του Πι-πι είχε, ως συνήθως, ρέοντα λόγο και ενδιαφέρον. Η συζήτηση στο τραπέζι αφορά την περίοδο 70-90’ και ο Πι-πι ξεκινά με ένα κοπλιμέντο προς τους οικοδεσπότες, λέγοντας πως οι συνδικαλιστές του μ-λ ρεύματος ασκούσαν την πιο μεγάλη πολιτική πίεση στην ΚΝΕ, από τις γραμμές της οποίας έζησε αυτός εκείνα τα χρόνια, γιατί δε γινόταν «απ’ τη σκοπιά της φιλελεύθερης, αστικής δημοκρατίας, αλλά από τη σκοπιά των σοβιέτ» (sic)! Γιατί όμως αυτή η πίεση δε μεταφραζόταν σε άμεσα πολιτικά, οργανωτικά οφέλη και ο μ-λ χώρος δεν κέρδιζε σχεδόν τίποτα από την ΚΝΕ; Πού οφείλεται αυτό το παράδοξο; Γιατί, κατά τον Πι-πι, τα πολιτικά πλεονεκτήματα του μ-λ χώρου ήταν ταυτόχρονα και το στρατηγικό του μειονέκτημα. «Για να το πω σχηματικά: παραήταν κοντά μας, για να μας διεμβολίσει». Κι αυτό είναι εν πολλοίς το πρόβλημα που έχει και σήμερα, σε μια διαφορετική συγκυρία, η εξωκοινοβουλευτική αριστερά (που δεν είναι τέτοια από άποψη, αλλά από ανάγκη, τουλάχιστον σε ό,τι μας αφορά, όπως σπεύδει να σημειώσει).

Μπορούμε να μεταφέρουμε την εκτίμηση αυτή του Πι-πι στη σημερινή (επίσης διαφορετική) συγκυρία και να την εκλάβουμε ως ενδιαφέρουσα (και πρωθύστερη) ομολογία για τη σχέση της Ανταρσυα με το Σύριζα. Ένας από τους βασικούς λόγους που δεν μπορεί να αποκομίσει σταθερά και μετρήσιμα πολιτικά οφέλη από την κριτική και την πίεση που του ασκεί, είναι πιθανότατα ότι βρίσκεται πολύ κοντά του πολιτικά για να τον διεμβολίσει. Θα κερδίσει όμως σε βάθος χρόνου, όπως είχε πάρει κάποτε κι ο Σύριζα από το Πασόκ, με τη διαφορά πως τώρα ο πολιτικός χρόνος μοιάζει να είναι πιο συμπυκνωμένος.

Δεν πρέπει να μας διαφύγει και μια αναφορά του Πι-πι στις δυνάμεις της επίσημης Αριστεράς, που έχουν κομμουνιστική αναφορά: κυρίως το ΚΚΕ και το αριστερό κομμάτι του αριστερού ρεύματος του ΣΥΝ (οι παρυφές του Λαφαζάνη, όπως τις έλεγε κάποτε ο Ρούσης). Η οποία δένει με την εξής σημείωση, που γίνεται παρακάτω, για τον άρτι ιδρυθέντα τότε Σύριζα: «το παράδειγμα του Σύριζα έχει κοντά πόδια κι η επιλογή κομματιών της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς να συρθούν πίσω από την ηγεσία του ΣΥΝ δε νομίζω ότι είχε τα καλύτερα αποτελέσματα».

Από τη μια σκέφτεσαι: πού να μπορούσε να δει και τη σημερινή κατάληξη του εγχειρήματος, τι θα μπορούσε να πει. Από την άλλη, η σύγκριση με τη νεότερη στάση του ίδιου του Πι-πι απέναντι στο Σύριζα συνολικά, το Αριστερό Ρεύμα ειδικότερα, και με το άγχος του για μια λαϊκομετωπική, κυβερνητική ενότητα της Αριστεράς (όπως το εξέφραζε στο προτελευταίο βιβλίο του) είναι εύγλωττη και καταλυτική.

Προσπερνάμε κάποιες αξιόλογες εκτιμήσεις του Παπακωνσταντίνου για τα όρια και τη σταδιακή εξάντληση των εφεδρειών του καπιταλιστικού συστήματος, ως προς τις δυνατότητες της διευρυμένης αναπαραγωγής του. Σημειώνουμε το εύστοχο σχόλιό του ενάντια στον ιδεολογικό αχταρμά και την ανακάλυψη της Αμερικής στο τελευταίο βιβλίο που έτυχε να διαβάσουμε –που εκφράζει ίσως κι ένα βιωματικό παράπονο από τον αγνωστικισμό του ρεύματός του. Και αφήνουμε για φινάλε τη στρατηγική του πρόταση για μια «ριζική, δημοκρατική, αντικαπιταλιστική στροφή», με μεταβατικό χαρακτήρα, που «προσφέρει ένα πλαίσιο επαναστατικού αγώνα στο σήμερα για ώριμες, δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και για τη συγκέντρωση πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής επανάστασης». «Μια ριζική, δημοκρατική στροφή, που δεν είναι επανάσταση ακόμα, δεν είναι εργατική εξουσία ακόμα» και που δε θα δημιουργηθεί με «πλουραλιστικές αριστερές τύπου Γαλλίας», αλλά «σε συνθήκες απότομης πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης και μαζικού πολιτικού εκβιασμού του κεφαλαίου».

Είναι συγκινητικό, από μια άποψη, να βλέπεις τον πρόδρομο σημερινών απόψεων. Δεν ξέρω βέβαια κατά πόσο ο όρος «δημοκρατική», μπορεί να συμβαδίσει και να ταυτιστεί με το «αντικαπιταλιστική», στο ίδιο ονομαστικό σύνολο. Πάντως ήδη από τότε, στην πιο «ντούρα κι αριστερίστικη» περίοδο του Πι-πι, διαφαινόταν εν μέρει η βάση της σημερινής δεξιάς στροφής του (μια στιγμή συνέπειας μες στο προτσές της κωλοτούμπας).

Υστερόγραφο με λίγο Δραγασάκη, για να ευθυμήσουμε.

Μέχρι να φτάσουμε σε αυτό το στόχο, που αναγνωρίζω ότι θέλει αρκετή δουλειά και διαμόρφωση και άλλων προϋποθέσεων και κουλτούρας, μέχρι τότε νομίζω ότι ο δρόμος που υπάρχει, από την ιστορία της Αριστεράς μας είναι γνωστός, είναι ο δρόμος της κοινής δράσης παρά τις διαφορές. Υπάρχουν διαφορές, σοβαρές μεν, που όμως μπορούμε να τις παρακάμψουμε, χωρίς να τις ξεχάσουμε, και να οργανώσουμε μια κοινή δράση εκεί που συμφωνούμε. Γιατί ζώντας και τη δράση της Αριστεράς μέσα στη Βουλή, μελαγχολώ όταν βλέπω να περνούν νομοσχέδια που να ιδιωτικοποιούν τα πάντα και να μην έχουμε μπορέσει σαν Αριστερά, έστω σε ένα στοιχείο, σε μία επιχείρηση, σε μία κοινωνική λειτουργία, να μπορέσουμε όλες οι αριστερές δυνάμεις να αντιτάξουμε έστω ένα ενιαίο αμυντικό μέτωπο, για να μη μιλήσω για θετικά αιτήματα που επίσης θα μπορούσαμε να προωθήσουμε.

Γιατί να αφήνουμε το Γιάννη να ενσαρκώνει τη μελαγχολική Αριστερά; Υπάρχουν όντως σοβαρές διαφορές, πχ άλλοι ψηφίζουν τρίτο μνημόνιο, άλλοι όχι, είναι όμως αυτός λόγος για να μην έχουμε μια κοινή δράση και συνεννόηση πάνω σε μερικά επιμέρους ζητήματα; Ας πούμε τώρα η κυβέρνηση πάει να ιδιωτικοποιήσει ό,τι έχει απομείνει όρθιο. Γιατί να μην ενωθούμε με το Γιάννη ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις αυτές, έστω σε μια επιχείρηση, για ένα ενιαίο αμυντικό μέτωπο, αυτά που κάποτε ο Πι-πι ονόμαζε «μικρά Στάλινγκραντ, αν και το «ενιαίο μέτωπο» το οικειοποιήθηκαν οι τροτσκιστές, ως τακτική πρόταση. Δεν ξέρω όμως αν είναι εφικτό το ενιαίο μέτωπο σε μία μόνο επιχείρηση.

Αλλά, εν πάση περιπτώσει, γιατί να μην συμπήξουμε ένα τέτοιο μέτωπο στην επόμενη ψηφοφορία; Ο Γιάννης είμαι σίγουρος πως δε θα αφήσει καμία ιδιωτικοποίηση να περάσει. Και όταν γίνει ο Σύριζα κυβέρνηση, θα τα πάρει όλα πίσω. Με ένα μόνο νόμο, σε ένα μόνο άρθρο. Ναι σε όλα!

Υγ: όσοι είστε προς Σούγια μεριά, αναζητήστε το Πι-πι για κουβέντα κι ό,τι ήθελε προκύψει

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015

Κυβέρνηση της Αριστεράς – Οι μονομερείς ενέργειες

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα αναγνώσματα των καιρών μας, βάσει και της σύνθεσης του νέου υπουργικού συμβουλίου, είναι ένα συλλογικό βιβλίο που είχε κυκλοφορήσει προ διετίας από τις εκδόσεις Τόπος, με τίτλο «Κυβέρνηση της Αριστεράς, δρόμος για το μέλλον ή παρένθεση;». Σε εκείνη την έκδοση συναντάμε κι ένα άρθρο του γιάννη δραγασάκη με τίτλο «από τα μνημόνια στην ανασυγκρότηση και το ριζικό μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας», από το οποίο προέρχονται και τα αποσπάσματα που θα διαβάσετε στη συνέχεια. Δεν πρόκειται για προσπάθεια απομόνωσης των λεγόμενων (ή των γραπτών εν προκειμένω) ενός στελέχους της κυβερνώσας αριστεράς, προκειμένου να βγει γέλιο ή λαβράκι (κάτι που θα ήταν το μόνο εύκολο). Αλλά για τις θέσεις του αντιπροέδρου της κυβέρνησης και αν δεν κάνω λάθος και ιθύνοντα νου των συνεδριακών προγραμματικών επεξεργασιών του σύριζα, γύρω από ένα κρίσιμο ζήτημα: τη διαπραγμάτευση και τις μονομερείς ενέργειες στη στρατηγική του σύριζα.

Θα ξεπεράσουμε λοιπόν με μια απλή αναφορά κάποια σημεία, όπως το παρακάτω, όπου αναλύει το σοσιαλισμό και τον αντικαπιταλισμό του 21ου αιώνα, με την ειρηνική συνύπαρξη ιδιωτικού και δημόσιου…

Ιδιαίτερα μετά τον εκφυλισμό της σοσιαλδημοκρατίας και την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού, έγινε ακόμα πιο ορατή η ανάγκη για ένα νέο αντικαπιταλισμό, ο οποίος δε θα περιορίζεται στο δίλημμα των κριτηρίων της ανάπτυξης, στα πεδία του κοινωνικού ελέγχου, της αποεμπορευματοποίησης, της υπεράσπισης των δημόσιων αγαθών, του επαναπροσδιορισμού της έννοιας και του περιεχομένου του «δημόσιου χώρου» σε αυτονομία από το κράτος και τις αγορές, στους κοινωνικούς και τους οικολογικούς όρους συνύπαρξης του «ιδιωτικού» με το «δημόσιο», της ανάπτυξης νέων συνεργατικών και αλληλέγγυων μορφών κοινωνικής οικονομίας, και γενικότερα μιας νέας πολιτικής οικονομίας των κοινωνικών αναγκών, στη θέση μιας οικονομίας που κινείται με σκοπό και κίνητρο τη μεγιστοποίηση του κέρδους. Η Αριστερά καλείται να επαν-οριοθετηθεί, σ’ έναν άξονα κοινωνικό-κεντρικό, και όχι κρατικο-κεντρικό ή ιδιωτικό-κεντρικό.

Ενώ λίγο πιο κάτω μας εξηγεί τη σχέση κράτους-αγορών (έτσι γενικά κι αόριστα) και κοινωνίας
Πρωταγωνιστής στο νέο μοντέλο ανάπτυξης δεν είναι ούτε το κράτος από μόνο του, ούτε οι αγορές, αλλά η ίδια η κοινωνία. Στη νέα σύμπραξη κράτους-αγορών-κοινωνίας, η τελευταία θέτει τους κανόνες με βάση τις ανάγκες, τις δυνατότητες και τις δημοκρατικές επιλογές της, και στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέας, τις τράπεζες, τις αγορές.

Και αναλύει ποιον θα έχει σύμμαχο σε αυτή την προσπάθεια.
Στην κατάσταση που βρίσκεται η κοινωνία δεν αρκούν κάποια μέτρα πολιτικής ούτε αρκούν οι αποδιαρθρωμένες δημόσιες υπηρεσίες. Θα πρέπει να οργανωθεί μια κοινωνική πανστρατιά, με την ενεργοποίηση της ίδιας της κοινωνίας, συνδικάτων, κινημάτων, δομών αλληλεγγύης, Εκκλησίας, μη κυβερνητικών οργανώσεων, με κρίσιμο το ρόλο της Τοπικής και Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης, με στόχο την υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την καταπολέμηση της φτώχειας αλλά και του ρατσισμού, της ξενοφοβίας, του φασισμού σε όλες τις μορφές και εκδηλώσεις του.
Δε μας εξηγεί βέβαια, αφενός τι γίνεται με την προστυχιά του σοσιαλφασισμού και αφετέρου αν θεωρεί σκόπιμο να καταπολεμήσει πχ και τη θρησκοληψία με τη βοήθεια της εκκλησίας –γιατί όχι;

Θα ξεπεράσουμε επίσης θέσεις σαν και αυτήν παρακάτω, όπου δίνει μια διαυγή ανάλυση για την κρίση του νεοφιλελευθερισμού την οποία ζούμε.
Χωρίς να παραγνωρίζονται οι ενδογενείς αιτίες της, η κρίση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού κατανοήθηκε ως έκφραση της ευρύτερης δομικής κρίσης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και του ευρωσυστήματος.
Αυτή η αφετηριακή θέση επέτρεψε στο ΣΥΡΙΖΑ να απορρίψει αποφασιστικά, και από την πρώτη στιγμή, την κυρίαρχη αφήγηση, που παρουσίαζε στο εσωτερικό και το εξωτερικό την κρίση με όρους μιας «εθνικής ιδιαιτερότητας».
Τούτων δοθέντων, το ότι πιο κάτω κάνει λόγο και για κρίση υπερσυσσώρευσης, είναι μάλλον τυχαίο και μου θυμίζει ένα σημείο σε κάποια πολεμική του λένιν, που λέει για τον πολιτικό του αντίπαλο πως πότε-πότε κάνει κατά τύχη και κάποια σωστή εκτίμηση, όπως καμιά φορά τα τυφλοκούταβα βρίσκουν τυχαία, σκοντάφτοντας, το σωστό δρόμο.
Μια αίσθηση που ενισχύεται πχ όταν διαβάζεις μια σωστή επισήμανση (ότι δηλ το μνημόνιο δεν αποτελεί εργαλείο ξενικής κατοχής) τυλιγμένη με διάφορα αστικά ιδεολογήματα (πχ περί ελίτ γενικά κι όχι της αστικής τάξης, νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, κτλ.

Τα μνημόνια δεν αποτελούν εργαλεία ξενικής κατοχής, όπως ορισμένοι υποστηρίζουν. Είναι το πρόγραμμα εγχώριων κυρίαρχων δυνάμεων, εγχώριων ελίτ. Περιλαμβάνουν αιτήματα που οι ίδιες έθεταν από καιρό, πριν από την κρίση, με στόχο τη βαθύτερη προσαρμογή της ελληνικής κοινωνίας στο νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα.

Και φτάνουμε στο ψητό, που αναφέραμε και στην αρχή του κειμένου, το οποίο και παραθέτω χωρίς κάποια άλλη εισαγωγική επισήμανση ή σχόλιο.

ΙΧ. Οι μονομερείς ενέργειες και οι διαπραγματεύσεις στη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ

Το δίπολο «διαπραγμάτευση ή μονομερείς ενέργειες» αναδεικνύεται ορισμένες φορές με έναν τρόπο διλημματικό και διχαστικό. Οι καθεστωτικές δυνάμεις κατηγορούν το ΣΥΡΙΖΑ ότι το πρόγραμμα αντικειμενικά οδηγεί σε μονομερείς ενέργειες –που θεωρούνται παντού και πάντα επικίνδυνες- ενώ δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, αλλά εσχάτως και το ΚΚΕ, κατηγορούν τον ΣΥΡΙΖΑ για το αντίθετο. ότι δεν έχει ως πολιτική του τη, σε κάθε περίπτωση, μονομερή ακύρωση του χρέους και των δανειακών συμβάσεων.

Είναι, όμως, αμοιβαία αποκλειόμενες η διαπραγμάτευση και οι μονομερείς αποφάσεις;
Ας δούμε τις βασικές επιλογές.
Η πρώτη είναι η επιλογή της συναίνεσης, στη βάση της θέλησης των δανειστών και της τρόικας, που πάντα έχουν την πρωτοβουλία των κινήσεων και τον τελικό λόγο. (…) Η επιλογή της συναίνεσης, με δεδομένη την ασυμμετρία δύναμης που υπάρχει σήμερα διεθνώς και στην Ευρώπη, οδηγεί στην υποταγή. Και αυτό ακριβώς έχει συμβεί στην χώρα μας με όλες τις ως τώρα κυβερνήσεις.

Η δεύτερη επιλογή απορρίπτει κάθε διαπραγμάτευση, συμβιβασμό ή όρο. Είναι μια λογική «ή όλα ή τίποτε». Ορισμένοι που αρέσκονται στους χαρακτηρισμούς θεωρούν αυτή την επιλογή «αριστερή», ενώ τη διαπραγμάτευση τη θεωρούν «δεξιά» πολιτική. Άλλοι, πάλι, θεωρούν τη διαπραγμάτευση «υπεύθυνη», ενώ αποκλείουν κάθε μονομερή ενέργεια ως «ανεύθυνη».
Αυτοί οι χαρακτηρισμοί δε λένε πολλά πράγματα. Η ίδια ενέργεια, υπό διαφορετικές συνθήκες, μπορεί να οδηγεί σε ένα «αριστερό» ή «δεξιό» αποτέλεσμα, δηλαδή σε προαγωγή ή καταβαράθρωση των λαϊκών συμφερόντων. Διότι τα πάντα εξαρτώνται από τους συσχετισμούς, από το σκοπό και το σχέδιο που υπηρετούν οι επιμέρους τακτικές.

Αν και οι συνθήκες δεν είναι συγκρίσιμες, αξίζει να επισημάνω μια συναφή εμπειρία από την επαναστατική Ρωσία. Αρχικά, ο Λένιν αρνήθηκε το εξωτερικό χρέος της Ρωσίας και κάθε συζήτηση με τους δανειστές. Ίσως ανέμενε επέκταση της επανάστασης και σε άλλες χώρες της Ευρώπης ή ήλπιζε να βρει δανεισμό από άλλες χώρες. Όταν τίποτε από αυτά δεν έγινε και η κυβέρνηση άρχισε να χάνει τη νομιμοποίησή της σε τμήματα  των εργατών, ο Λένιν έκανε στροφή. Ανακοίνωσε μια νέα οικονομική πολιτική και κάλεσε τους δανειστές σε διαπραγματεύσεις με μοναδική προϋπόθεση τον έλεγχο και το σωστό υπολογισμό του χρέους. Ποια ήταν ακριβώς η «αριστερή στιγμή» του Λένιν και ποια η «δεξιά»; Η μονομερής άρνηση του χρέους το 1917 ή η έκκληση στους δανειστές για διαπραγματεύσεις το 1921; Το «αριστερό» ή το «δεξιό» κρίνονται όχι στο πεδίο της συγκεκριμένης τακτικής ή του επιμέρους χειρισμού, αλλά του συνολικού σχεδίου και της στρατηγικής που η δοσμένη τακτική υπηρετεί. Εκείνοι, λοιπόν, που και στην χώρα μας ανάγουν τις μονομερείς ενέργειες σε φετίχ ή ενοχοποιούν τις ρήξεις ανεξαρτήτως συνθηκών, ανάγουν την τακτική σε στρατηγική διότι δεν έχουν στρατηγική.

Η τρίτη επιλογή δεν αποκλείει ούτε τη διαπραγμάτευση ούτε τη μονομερή ενέργεια ως στοιχεία μιας στρατηγικής που εκτυλίσσεται ανάλογα με την εξέλιξη των συσχετισμών. Πρόκειται για μια διεκδικητική στρατηγική. Με την έννοια ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς διαμορφώνει ένα διεκδικητικό πλαίσιο το οποίο καταρχήν επιδιώκει να γίνει αποδεκτό με διαπραγματεύσεις. Διατηρεί, όμως, το δικαίωμα να προβεί και σε μονομερείς ενέργειες και σε ρήξεις με τη στήριξη και τη σύμφωνη γνώμη του λαού αν βρεθεί αντιμέτωπη με εκβιασμούς ή παράλογες απαιτήσεις.

Σε μια συνέντευξή μου στην εφημερίδα Βήμα, στο ενδιάμεσο των δύο εκλογικών αναμετρήσεων, είχα διατυπώσει αυτή τη συνθετική στρατηγική με τον εξής τρόπο: «Αναγνωρίζουμε ότι έχουμε μια δομική αλληλεξάρτηση στην ΕΕ και γι’ αυτό δε μιλάμε για μονομερείς ενέργειες αλλά για επαναδιαπραγμάτευση των πάντων, εκτός και αν υποχρεωθούμε σε μονομερείς ενέργειες».

Ο προσεκτικός αναγνώστης του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ δε θα δυσκολευτεί να διακρίνει τη σαφήνεια του προσανατολισμού και την ευελιξία των χειρισμών που το εν λόγω πρόγραμμα, όπως και η παραπάνω δήλωσή μου, θέλει να εξασφαλίζει σε μια κυβέρνηση της Αριστεράς.

Τα παραπάνω είναι όντως αρκετά σαφή, για όποιον θέλει να καταλάβει. Εκτός και αν θέλει να μπερδεύει το δραγασάκη και το σύριζα με τις… αριστερές στιγμές των μπολσεβίκων και τρέφει φρούδες ελπίδες για την έναρξη ριζικών κοινωνικών σχηματισμών.