Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Οι νομοτέλειες του Φεστιβάλ

Η νομοτέλεια είναι ένα φάσμα δυνατοτήτων γύρω από μια βασική αντίθεση. Στο Φεστιβάλ μπορεί να περάσεις ωραία ή πολύ ωραία, ίσως αξέχαστα, ακόμα και συμβατικά κάποιες φορές -γιατί ήταν ψηλά ο πήχης από τις προηγούμενες. Το μόνο βέβαιο είναι ότι θα σε σημαδέψει και θα σου μείνει αξέχαστο.


Ξέρεις πως αν παραβιάσεις κάποιες νομοτέλειες, θα υποστείς τις συνέπειες. Αν ξεκινήσεις νωρίς, θα φτάσεις Τρίτση νωρίς, θα βρεις και πάρκινγκ κοντά και δε θα έχει ουρές.
Μα αν ξεκινήσεις αργά, θα κολλήσεις στην κίνηση -που κανείς δεν ξέρει γιατί την λένε έτσι, αφού τίποτα δεν κινείται- θα παρκάρεις σε κάτι στενά προς το Καματερό και ίσως προλάβεις να πιεις μια μπύρα, τραγουδώντας κάποιο μινόρε της αυγής.

Απόψε λέω να μην κοιμηθούμε, να πάμε κατευθείαν για δουλειά. Απόψε θα ζηλέψει η Αννούλα το πάρτι που θα κάνουμε εμείς. Κι όποιος τολμά να βάλει συναυλία απέναντι στο Φεστιβάλ, είναι καταδικασμένος να σ-Βίσση. Μα τα χειρότερα λογοπαίγνιά μας δεν τα έχουμε γράψει ακόμα.

Τα δροσερά αστεία στο stand up δε βοηθούν με το κρύο. Και οι Κακοφωνίξ σε διάφορες σκηνές φέρνουν με μαθηματική ακρίβεια (και βαθιά πίστη στον υλισμό) σύννεφα και βροχή, όπως ο ιμπεριαλισμός τον πόλεμο. Αν βρέξει μες στη μέρα, δε μας ενοχλεί, άσε που θα διώξει και τους περίεργους -είναι σαν το πότισμα του χόρτου στη Βαρκελώνη για να τσουλάει η μπάλα. Αρκεί να μη γίνουν όλα λάσπη.

Των συντρόφων τα παιδιά πριν πεινάσουν, αγοράζουν κουπόνια από τις ταβέρνες. Αλλιώς βρίσκουν κάτι ουρές, σαν τα εγκαίνια των Μακ Ντόναλντς στη Μόσχα, αλλά αντί για μπέργκερ της κακιάς ώρας, βρίσκεις το παραδοσιακό, κνίτικο σουβλάκι (σταθερή αξία από το 1975) και γνήσιο γεωργιανό χατσαπούρι.

Στην κοινωνία του μέλλοντος, οι ποινές θα έχουν σωφρονιστικό χαρακτήρα. Οι αντεπαναστάτες θα συμμετέχουν στην οικοδόμησή της ή στη διοργάνωση του Φεστιβάλ, με εποικοδομητικές τιμωρίες. Να ψάχνουν με γυμνά χέρια μια γκαζόζα σε ένα βαρέλι πάγο, να ψήνουν χατσαπούρι για 100 άτομα που περιμένουν ή να υπολογίζουν τις τιμές με άβακα, κοκ. Μικρές συντροφικές χρεώσεις που φέρνουν την ευτυχία...

Δε χρειάζεσαι τη μαμά (πατρίδα) να σου πει «ζακέτα να πάρεις» (και την εξουσία εσύ πρέπει). Ή κλειστό υπόδημα -όχι πολύ σκούρο για να μη σκονίζεται, όχι πολύ άσπρο για να μη λασπώνεται. Αλλιώς θα πάρεις καλτσάκια Μαρξ (10 ευρώ) από τους Πορτογάλους και θα κάνεις τον γερμανό τουρίστα. Μα πόσος διεθνισμός...

Ό,τι βρεις στη Διεθνούπολη, το παίρνεις αμέσως χωρίς να το σκεφτείς -την άλλη μέρα είναι ζήτημα θα το ξαναβρείς. Άσε στην άκρη ένα μικρό κομπόδεμα για διεθνιστικά μπιχλιμπίδια, κοκτέιλ στον κουβανικό, μπλουζάκια που δε χρειάζεσαι και δε θα βάλεις στη δουλειά, αναμνηστικά ΚΝΕ, Παύλου Φύσσα, τις προσφορές της Σύγχρονης Εποχής, σουβλάκια, εισιτήρια. Πάει ο μισθός, δε βγαίνει ο μήνας σ/φε -αλλά ευτυχώς τελειώνει, γιατί κοστίζει πολύ το παιδί μέσα σου.

Τα παιδιά είναι ευτυχία, αρκεί να βρει κάποιον να τα αφήσεις, για να τα κυνηγάει -στον Παιδότοπο, το Αερόστατο, καμιά φορά και επί σκηνής. Τα έφηβα γεράκια μαζεύονται στη νεανική σκηνή, για λόγους ευφημισμού και νοσταλγίας. Ο έφηβος Βασίλης θα λείπει φέτος, αν και θα μπορούσε να έρθει, εσταυρωμένος Ελ Σιντ, να ανοιγοκλείνει το στόμα. Κανείς δε θα καταλάβαινε τη διαφορά -και σίγουρα όχι οι φανατικοί οπαδοί του, που δε θέλουν στη ζωή να κυβερνήσουν (αλλά σε ρωτάνε γιατί δε θέλει το ΚΚΕ) και ζούνε για να τον βλέπουν -και ας μην ακούγεται πια.

Τους άλλους θα τους βρεις κάπου στον δρόμο-χώρο. Παλιούς σφους, πρώην σφους, πολιτικούς αντιπάλους, μελλοντικούς συνεργάτες. Γείτονες, συμμαθητές, συναδέλφους, ραντεβού από το Τίντερ, τον κάθε απίθανο που δεν περίμενες να δεις, σχεδόν όλους εκτός από αυτούς που ψάχνεις. Κι αν δεν έχεις σαφές ραντεβού ασφαλείας -πχ στον Μπελογιάννη ή το ταμπλό του Λένιν- ίσως δυσκολευτείς να βρεις σήμα στο κινητό και τους δικούς σου.

Η mariori πάλι θα ήθελε να βρει τη σφισσα που είπε στο βιντεάκι της ΚΝΕ ότι ανυπομονεί για τη συναυλία του Κότσιρα, να της πάρει αυτόγραφο και να δει τι πήγε στραβά στη ζωή της. Και τον άλλο συντροφάκο που αγαπά τη μουσική και ανυπομονεί για την ομιλία του Κουτσούμπα, για να του δώσει αυτοκολλητάκι. Εκτός και αν την βρουν αυτοί πρώτοι για (παρ)εξηγήσεις.

Και τι ψηφίζουν όλοι αυτοί; ΚΚΕ γενικά αλλά όχι απαραίτητα. Πολλοί έρχονται να δουν με έξι ευρώ κάτι που έξω θα ήταν απλησίαστο -Τσουβέλα ή τις συναυλίες. Κάποιοι θα το εκτιμήσουν, άλλοι θα το ξεχάσουν, το θέμα είναι να τους ξαναβρούμε μετά και όχι μόνο κάθε Σεπτέμβρη, σαν δυο ξένοι.

Τουλάχιστον στου Τρίτση δε θα χρειαστείς διερμηνέα. Οι σφοι από το εξωτερικό μιλάνε αγγλικά (ακόμα και οι Ιταλοί) ή κάτι που τους μοιάζει -την κομμουνιστική εσπεράντο. Τα σουβλάκια είναι σουβλάκια -αυτή είναι η γραμμή και είναι ντροπή και ντρέπομαι για όσους δεν την κρατάνε- και τα σύκα-σκάφη, όχι πουρουφάν. Αλλά συνήθως τα κεμπάπ και τα λουκάνικα είναι καλύτερα και με λιγότερη ζήτηση-αναμονή.

Γίνε ο καρεκλοκένταυρος που ποτέ (;) δεν ήσουν. Άρον την καρέκλα σου και περπάτα μαζί της σε κάθε σκηνή. Αν τη χάσεις, θα το μετανιώσεις, μα θα είναι αργά να την ξαναβρείς. Όπως έλεγε ο σφος Λένιν, μια σκηνή πριν νωρίς, μια καρέκλα μετά κτλ. Κι αν δεν είχαμε οπλιστεί με το «υλισμός και εμπειριοκριτικισμός» του Βλαδίμηρου, ίσως σκεφτόσουν ότι ζούμε στο όνειρο κάποιου, που παίζει μουσικές καρέκλες και μας βάζει να τρωγόμαστε μεταξύ μας.

Μπλουζάκια ΚΝΕ, CCCP και ΚΘ. Λειρί του Κόκκορα με Κουτσουμπίνια, του Λένιν-Στάλιν (σαν ένα πρόσωπο, ενιαίο και αδιαίρετο) Γκαγκάριν και Φιντέλ από τη Διεθνούπολη, Κόκκινο Αερόστατο, Κουνούμαλα, κάποτε έβλεπες και της Κατιούσα. Μα τα καλύτερα τα φτιάχνει το Cotton στο Ναύπλιο που το ξέρουν λίγοι.

Αν δεν έχεις ψήσει σουβλάκια, είναι σα να μην έχεις στήσει Φεστιβάλ. Αν δεν έχεις στήσει, δεν το απολαμβάνεις πραγματικά -και ας έχεις χάσει τις μισές συναυλίες που ήθελες. Αν δεν γκρινιάξεις για κάτι, είναι σα να μην πήγες ποτέ. Κι αν δεν πας όλες τις μέρες, ακριβώς το ίδιο.

Η βασική φεστιβαλική νομοτέλεια, ακολουθώντας τη φόρμουλα του Βλαδίμηρου που ορίζει τον κομμουνισμό ως το άθροισμα-συνδυασμό του εξηλεκτρισμού και της σοβιετικής εξουσίας, διαμορφώνεται ως εξής: σύντροφοι (Κ)ΟΒ + καλός καιρός = δεκάδες χιλιάδες κόσμου, κάθε μέρα. Κι αν αυτό δεν απασχολεί τους εφοπλιστές και τα κανάλια τους, τον κακό τους τον καιρό.

Αλλά πάντα υπάρχουν δευτερεύουσες αντιθέσεις και νομοτέλειες.

Πάντα υπάρχει κάτι καινούριο που θες να το μυρίσεις -από τον Κωνσταντίνο Β’ ως τον Μπουρνάζο στην καλλιτεχνική συζήτηση. Πάντα θα είναι κάποιος που θα σε ξενίζει και θα σου ξινίζει, μέχρι να γίνει viral γκρίνιας από όσους δεν ήρθαν και να εξηγείς πόσο γαμάτος ήταν. Πάντα θα λείπει κάποιος (από τον Ζάρα ως τους Υπεραστικούς) που θα αναρωτιέσαι -μήπως δεν τους άρεσαν τα σουβλάκια; Πάντα θα λείπει κάποιος που θα ήθελες αλλά θα σου μείνει απωθημένο (Θανάσης για πολλούς της γενιάς μου). Πάντα κάποιος θα πει μια μουσμουλιά και δε θα τον ξαναδούμε (από τη Βιτάλη ως την Τζόρτζια -που πήγε με την ελληνίδα Μελόνι- ή τη Γλυκερία). Πάντα θα υπάρχει κάποιο όνομα που κάποτε θα γίνει ακόμα πιο μεγάλο και λίγοι θα θυμούνται πως ξεκίνησε από το Φεστιβάλ (Μαρίνα Σάττι). 

Πάντα θα σκέφτεσαι ότι εσύ θα έκανες (ακόμα) καλύτερο πρόγραμμα και ποιος σφος κάνει την επιλογή, για να του πεις δυο λογάκια-συμβουλές. Πάντα θα αναρωτιέσαι αν το Τρίτση έχει κλείσει τον κύκλο του και αν υπάρχουν άλλοι χώροι να μας χωράνε. Μα δεν υπάρχουν στάδια...

Κάποιο Φεστιβάλ ήταν το τελευταίο, αλλά δεν το γνωρίζαμε. Το τελευταίο για μια παρέα που διαλύθηκε, για έναν καλλιτέχνη που δεν είναι πια μαζί μας ή πέρασε απέναντι, το τελευταίο που ήσουν μέλος ή είχες καλή φεστιβαλική διάθεση (τραβάτε με και ας κλαίω). Το τελευταίο που πήγαν να σου δώσουν κάρτα γνωριμίας και ένιωσες πάλι νέος ή το τελευταίο που έγραψες ανταπόκριση. Ήταν το τελευταίο αλλά εσύ δεν το γνώριζες, και τώρα ρουφάς κάθε φεστιβαλική στιγμή, γιατί ποτέ δεν ξέρεις.

Νιώθεις συχνά πως για το Φεστιβάλ έχουν γραφτεί τα πάντα -μα τίποτα δε φτάνει να το περιγράψει. Ακόμα και τα παραπάνω η κε του μπλοκ τα έχει λίγο-πολύ ξαναγράψει σε άλλα κείμενα, με άλλες διατυπώσεις, σαν κάτι μισά επεισόδια σε σειρές που κάνουν αναδρομή σε παλιές σκηνές. Θυμάσαι τότε που...;
Και αν μπεις εδώ, σφε αναγνώστη, θα βρεις πολλά εξ αυτών κωδικοποιημένα. Και θα συμπληρώσεις όσα είναι καινούρια, για να φτάσουμε τις 52 νομοτέλειες. Γιατί η κε του μπλοκ δεν είχε αρκετό χρόνο να το κάνει -και είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα τον βρει φέτος για άμεσες ανταποκρίσεις.

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Αυτοί που φεύγουν

Ο Λένιν; Καλά αυτός έφυγε νωρίς -αν και τον έλεγαν ήδη «γέρο», πριν τον Οχτώβρη. Αλλά αν είχε ζήσει λίγα χρόνια ακόμα, θα βλέπατε εσείς.

Ο Χρόνης; Έζησε αρκετά για να αλλάξει μυαλά και ιδέες. Μόνος του, χωρίς ξύλο. Αλλαξοπίστησε, ρε, τι σου ζητάνε;

Ο Άρης είχε δίκιο βουνό και πήρε τα βουνά για να το βρει, μα δεν τον άκουσαν εγκαίρως και τον αποκατέστησαν αναδρομικά, μετά από χρόνια. Φαντάζεσαι όμως να είχε ζήσει στα χρόνια του ΔΣΕ;

Ο σφος με το μουστάκι είχε λέει έγνοια πως τα άλλα μέλη του ΠΓ ήταν «τυφλά γατάκια» και ποιος ξέρει τι θα έκαναν αν τους άφηνε μόνους τους. Και τελικά έκαναν αποσταλινοποίηση, γιατί έγιναν λέει εγκλήματα κατά την οικοδόμηση, που ήταν σκληρή, ενώ «εμείς» πιστεύαμε πως θα ’ταν ειρηνική, σα να σε γλείφουν μικρά γατάκια με τη γλώσσα τους. Μα αν ζούσε λίγα χρόνια ακόμα...


Ο σοσιαλισμός που γνωρίσαμε έζησε χοντρικά όσο ένας άνθρωπος, αν και του έδιναν προσδόκιμο μερικές μέρες ζωής -άντε βδομάδες. Αυτός κι αν έφυγε πρόωρα, πάνω στο άνθος της οικοδόμησης, γιατί του έδιναν για χρόνια λάθος φάρμακα-γιατρικό -όπως η «κβαντική αγορά», με κριτήρια κέρδους. Κι άφησε πίσω ένα τεράστιο κύμα νοσταλγίας, που δεν είναι πάντα αυθόρμητο αντανακλαστικό και μπορεί να εκτραπεί σε άλλου είδους σαράντα κύματα.


Και γιατί όχι; Εδώ νοσταλγούν κάποιοι τον «καπιταλισμό που γνωρίσαμε» στη Μεταπολίτευση και συνυπήρχε πολεμικά με τον υπαρκτό, σε μια παγκόσμια δυαδική ισορροπία, με παροχές και «κοινωνικό κράτος», πριν αποφασίσουν πως δεν υπάρχει εναλλακτική -ΤΙΝΑ (παρά μόνο AfD), δεν υπάρχει κοινωνία και τάξεις -παρά μόνο άτομα. Και όμως, το μόνο άτμητο σε τούτον τον ντουνιά δεν είναι η μονάδα (το άτομο) αλλά το (κοινωνικό) σύνολο, που επηρεάζει παντοιοτρόπως κάθε οργανικό μέρος του.

Τώρα θέλουν πίσω έναν καλύτερο καπιταλισμό, αλλά χωρίς Σοβιετία, σοβιέτ χωρίς μπολσεβίκους, κεϊνσιανισμό και «παλιό ΠΑΣΟΚ» χωρίς κομμουνιστές. Μόνο που καμία ουτοπία δεν είναι εφικτή - ρεαλιστική, χωρίς τον κομμουνισμό -και δεν εννοώ τη δική μας κόκκινη «ουτοπία», που πλανάται πάνω από τη γηραιά ήπειρο και τον γέρικο κόσμο που σαπίζει.

Ο Ερνέστο έφυγε νωρίς, με το όπλο στο χέρι, και τον έκαναν «ποπ είδωλο», σε αντίθεση με τον Φιντέλ, που τον μίσησαν γιατί πέθανε μόνος του σε βαθιά γεράματα, αφού ξέφυγε από 634 απόπειρες δολοφονίας. Και πάει (κ)λέγοντας...

Στον αντίποδα, η Μάργκαρετ πέθανε υπέργηρη στα 103, γιατί ήταν καλοζωισμένη, σε καλό περιβάλλον γεμάτο πρωθυπουργούς, και πρόθυμη να συμμαχήσει με του διαβόλου το κέρατο για να διασφαλίσει το παντεσπάνι της. Οι δικοί μας σύντροφοι εκείνης της (δρακο)γενιάς έλιωσαν τα νιάτα τους στη βιοπάλη, τη φυματίωση, σε ξερονήσια, φυλακές και εκτελεστικά αποσπάσματα. Μα όσοι (Μακρονησιώτες) επέζησαν ήταν χαλκέντεροι, ατσαλωμένοι από τη δοκιμασία. Τι να σου πει ο θάνατος αν έχει περάσει από θανατονήσια;

Ο Σπύρος πάλεψε με τον καρκίνο και τον έριχνε κάτω, στα μαρμαρένια αλώνια, για 16 χρόνια αλλά έφυγε πρόωρα, όπως φεύγουν όλοι όσοι δεν πρόλαβαν να ζήσουν (σ)την κοινωνία για την οποία πάλεψαν. Κι όσοι δεν ένιωσαν ποτέ τον αναστεναγμό του, τον αγώνα του, το μεγαλείο του, συγκινούνται τώρα που έφυγε για να... την πουν στους συντρόφους του. Κι αν πάρεις τοις μετρητοίς τα αφηγήματά τους, ο σύντροφος ήταν ενάντια στα «δεξιά λάθη» αλλά και την «υπερ-αριστερή στροφή» του κόμματος, γι’ αυτό αποκλείστηκε από την ηγεσία, που τον έβαλε όμως βουλευτή -για να μάθει. Όταν λες ό,τι θες και ό,τι να ’ναι, δε σε νοιάζει να βγαίνει νόημα. Κι αν όλα αυτά παίζουν μπουνιές μεταξύ τους, είναι διαλεκτική -ενότητα και πάλη των ίδιων και των αντιθέτων τους.

Κι άντε να βρούμε σήμερα άλλον τέτοιον σύντροφο. 

Η νεότερη γενιά δεν πέρασε κακουχίες και πολέμους. Μόνο κρίσεις, μνημόνια, πανδημίες, καιρούς δύσκολους πλην αντι-ηρωικούς. Μετράει χαμένα χρόνια ή δεκαετίες και όχι απλώς μια άνοιξη, πάσχει από α-πολιτική κατάθλιψη και την επάρατη νόσο της αδιαφορίας, που δε (συγ)κινείται με τίποτα, περιμένει την Αθηνά να ξελασπώσει μόνη της, και την αλλαγή του κόσμου να ξεπηδήσει αυθόρμητα, από το κεφάλι του Δία.

Οι καλύτεροι δεν πιστεύουν πια σε τίποτα και οι χειρότεροι είναι διψασμένοι για νίκες -έλεγαν οι «Απόντες» του Γραμματικού. Οι καλύτεροι φεύγουν πρώτοι -λέει. Μα τότε μένουν πίσω οι χειρότεροι, ιδίως αν είναι σύντροφοι. Μέχρι να πεθάνουν και αυτοί, οπότε βελτιώνονται αυτομάτως και ίσως τους αγαπήσουν όσοι τους αγνοούσαν ή τους έβριζαν ως τότε.

Οι πιο ευαίσθητοι σαλτάρουν, ψυχολογικά ή βιολογικά, την κάνουν με τρόπο. Αφήνουν πίσω τους ψοφίμια, που επιβιώνουν χωρίς να ζουν, προσαρμόζονται στη σαπίλα που θα ήθελαν να αλλάξουν -πριν να τους φέρει αυτή στα μέτρα της. Οι καλύτεροι «θυσιάζονται», καίγονται πρώτοι για να γίνουν τα σκοτάδια λάμψη, γιατί δεν ήθελαν μια σκυφτή ζωούλα, είχαν ιδανικά, που κάνουν μια ζωή ανθρώπινη.

Το μέλλον έχει πολλή ξηρασία. Για να αντέξεις πρέπει να γίνεις σκληρόπετσος, ενίοτε μοναχικός, που βγάζει αγκάθια σε όποιον πλησιάζει. Όσοι καταφέρουν να διασχίσουν αυτήν την έρημο, θα φτάσουν απέναντι αλλά ίσως νιώσουν στεγνοί από τους χυμούς της ζωής. Κανείς όμως δεν μπορεί μακροπρόθεσμα να (την) παλέψει μόνος του, σαν κάκτος, σε μια άθλια καπιταλιστική Δύση, που κυνηγά και εξοντώνει τους ερυθρόδερμους.

Παρά τα αβάσταχτα στερεότυπα (για τους σκληρούς και άψυχους γραφειοκράτες-στελέχη), ο κομμουνιστής είναι πάνω απ’ όλα άνθρωπος. Τίποτα ανθρώπινο δεν του είναι ξένο, μα τίποτα δεν είναι πιο ανθρώπινο από τη δράση-σκέψη ενός κομμουνιστή που έχει τη ζωή (και τον άνθρωπο) πάρα πολύ αγαπήσει και θυσιάζεται για να αρχίσει η πραγματική ιστορία του είδους μας, πέρα από το βασίλειο της εκμεταλλευτικής προϊστορίας μας, όπου κυβερνάν τους ζωντανούς άψυχες δυνάμεις (κέρδος, κεφάλαιο = νεκρή εργασία, κτλ). Άλλο διαλεκτικός υλισμός και άλλο χυδαίος...

Δεν υπάρχει τίποτα πιο τρυφερό από την καρδιά ενός κομμουνιστή. Τίποτα πιο σκληρό από την ατσάλινη θέληση και την πέτρινη συνέπειά του -που δε διαβρώνεται. Τίποτα πιο αβέβαιο από την αναποφασιστικότητα ενός μικροαστού που αμφιταλαντεύεται. Ρίο μάρε και (προ)ιστορίες, αλλά τις πιο τρυφερές μας θάλασσες, δεν τις έχουμε κολυμπήσει ακόμα.

Αυτοί που φεύγουν αφήνουν δυσαναπλήρωτο κενό, μα στη θεωρία ουδείς αναντικατάστατος. Κάποτε έβγαιναν δυο και τρεις νέοι σύντροφοι, στη θέση όσων έφευγαν και μας ενέπνεαν με το παράδειγμά τους. Ένα στο χώμα, χιλιάδες μες στο κόμμα.

Σήμερα απορούμε αν θα βρούμε άλλους τέτοιους σπάνιους συντρόφους, που μας πλούτισαν με τη ζωή τους και μας αφήνουν φτωχότερους φεύγοντας. Μα αυτό που λείπει πραγματικά και σπανίζει είναι η πίστη και η αισιοδοξία τους, η ελπίδα (που δυσφημίστηκε ανεπανόρθωτα και κακοφόρμισε, σαν την «αλλαγή»). 

Αυτό που λείπει είναι το μαζικό κίνημα που γεννά την ελπίδα, τους ήρωες της νέας εποχής, τις μικρές και μεγάλες νίκες, την ίδια την ιστορία. Σπάει τα δεσμά, την άτιμη την αλυσίδα, τον αδύναμο κρίκο, τη μοιρολατρική μοίρα όσων δεν έχουν στον ήλιο τέτοια, τον φαύλο κύκλο της ανίας, μια επιβίωσης χωρίς νόημα.

Τότε θα τραγουδάμε μαζί πως άλλος ήλιος (θα) έχει βγει. Όχι πράσινος, λαοπλάνος, μα κατακόκκινος.

Κόκκινος ήλιος, γαλάζιο το κασκέτο μου...

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Τα παιδιά του Σπύρου

Ο ουρανός ήταν γκρίζος, τα κασκέτα γαλάζια, ο ήλιος είχε δύσει απ’ το Σάββατο το πρωί. Πολλά κεφάλια σκυφτά, γκρίζα σαν τον ουρανό ή κάτασπρα, κάποια πιο άδεια -μα όχι από πολιτική συνείδηση. Βαμμένα (κόκκινα) μαλλιά, σαν του Παύλου και του Παναγιώτη -ήταν και ο Γιώργος εκεί. Κόκκινα μάτια, υγρά βλέμματα, κρατιόντουσαν να μη σπάσουν, πολύχρωμο πλήθος, αδιάσπαστη θλίψη, στο τέλος έπεσαν λίγες ψιχάλες και κάποια δάκρυα.


Αλλά δεν ήταν μόνο ο ουρανός που αποχαιρετούσε τον Σπύρο δακρυσμένος, στα λυπημένα γενέθλια της ΚΝΕ. Από μια άποψη, το πιο συγκινητικό ήταν ο κόσμος που μαζεύτηκε, απ’ όλα τα μήκη και πλάτη της πολιτικής γεωγραφίας. Από δεξιούς, σαν τον Κακλαμάνη και τον Κικίλια, και τις 50 αποχρώσεις της σοσιαλδημοκρατίας -Λαλιώτης, Τζουμάκας, η Άννα Νταλάρα και ο σύζυγός της, που δε θα ’ρθει φέτος στο Φεστιβάλ, αλλά δε θα μπορούσε να λείπει χτες. Μέχρι αριστεροχώρι, πρώην συντρόφους με ρευματικά (ΝΑΡ, ΛαΕ), εξωκοινοβουλευτές που έπεσαν στη Βαρουφάκα, τον «κινηματικό influencer» που έγραψε το «τελευταίο αντίο» (και αυτό ο Γιώργος το είπε) στον Αλέκο (!;) Χαλβατζή. Από κοντά και ο διακριτικός Π. Τσίμας -γιατί η «αγάπη για την ΚΝΕ, δε σε κάνει φιλελέ», σαν το πάθος για το χρήμα και την εξουσία- και η αδιάκριτη Ζωή που πάει με όλα, Μαζωνάκη και Χαλβατζή, υπερβαίνοντας το δίπολο «δεξιά-αριστερά» και «Περισσός - Gucci φόρεμα».

Μα πάνω απ’ όλα οι σύντροφοί του, που αποχαιρετούσαν τον γραμματέα τους. Από τη Βαλαβάνη ως τον Πατέλη και τον Μπίστη, που εξηγεί στο βιβλίο του πώς έκλαιγε στην υποστολή της σημαίας από το Κρεμλίνο, γιατί το αίμα νερό δε γίνεται. Και προπαντός αυτοί που συμπορεύτηκαν μαζί του ως το τέλος. Οι γραμματείς της ΚΝΕ δίπλα του, ως τιμητική φρουρά, από τον Γόντικα ως τον Αμπατιέλο και τον Κωτσαντή. Ο Πελετίδης, που είναι από τα μέρη του Σπύρου -και όχι Πατρινός- και στο τέλος κουνιόταν-χόρευε ασυναίσθητα, ακούγοντας ένα τραγούδι του τόπου του(ς). Τα παιδιά του Φλεβάρη. Τα παιδιά του Νοέμβρη. Τα παιδιά της δεκαετίας με τις βάτες και τους σωλήνες -που κάποιοι τα χλεύασαν ως «παιδιά του σωλήνα». Τα παιδιά της ΚΝΕ, που έρχονται από πολύ μακριά. Τα παιδιά του Σπύρου, που μπορεί να πήγαν πολύ μακριά, σε χώρους «όμορους» πλην αλαργινούς, και συγκεντρώθηκαν μια τελευταία φορά όλα μαζί, να τον τιμήσουν, κάνοντας τα γαρίφαλα είδος προς εξαφάνιση, στα γειτονικά ανθοπωλεία. 

Ένα άτυπο προσκλητήριο ζωντανών στην ΚΝΕ του ’80, την «πιο επιδραστική» και με τον «πιο επιδραστικό γραμματέα» (πλην όμως καμία σχέση με ανόητους «ινφλουένσερ»), όπως ειπώθηκε στους επικήδειους, με τα 100 χιλιάδες μέλη -που θες να τα συνοδεύσεις με 100 χιλιάδες θαυμαστικά). Δυνατή, ενωμένη και ωραία!

Και κάπου στο πλάνο και η Σεμίνα, σαν οικοδέσποινα σε ένα τεράστιο πάνελ με αναμνήσεις: -Κοίτα τι έκανες, Σπύρο! Και όταν ακούστηκε από τα μεγάφωνα ο ύμνος της ΚΝΕ, κάποιοι συγκρατούσαν τα δάκρυά τους και άλλοι την παρόρμηση να υψώσουν σφιγμένη τη γροθιά τους, σαν άλλοτε. Κι αν περίσσευε διάθεση για χιούμορ, μες στην οδύνη, θα έπαιζε κάτι κι από «Λαθρεπιβάτες» (στην εξουσία αυτού του κράτους). Απόψε λέω να μη διασπαστούμε (ή διαγραφτούμε), να πάμε όλοι μαζί στο ΚΚΕ!

Ο Σπύρος έφυγε αλλά μένει πίσω η σπορά του. Κι ας διασπάρθηκε στους πέντε ανέμους της Αλλαγής και της αντεπανάστασης, και ας μην κάρπισαν τελικά όλοι τους. Δεν άνθισαν ματαίως, αρκεί να έμαθαν δίπλα του πέντε πράγματα. Να μη γαμάνε τη συζήτηση, την πολιτική τους τιμή -που μόνο οι ίδιοι με τις πράξεις τους μπορούν να την αφαιρέσουν-, την (ταξική και όχι μόνο) συνείδησή τους. Και προπαντός το Κόμμα, που ήταν δικό τους και δικό μας και δεν μπόρεσαν να μας το πάρουν -φρόντισε και ο Σπύρος, με τη στάση του, γι’ αυτό.

Χτες κάποιοι κήδεψαν τον γραμματέα τους, άλλοι ένα κομμάτι της νιότης τους (του κόσμου) και κάποιοι ίσως την ελπίδα - αυταπάτη πως όλοι αυτοί θα μπορούσαν να συνυπάρξουν ξανά πολιτικά στον ίδιο (πολιτικό) χώρο, με ένα κοινό σχέδιο.

Οι επικήδειοι λόγοι ήταν ένας προς έναν, πολιτικοί ή ανθρώπινοι ή διαλεκτικός συνδυασμός και των δύο -όπως ο Σπύρος, που ήταν κομμουνιστής, αγάπη και επανάσταση, από την κορφή ως τα νύχια.

Ο ΓΓ στάθηκε στην πολιτική του διαδρομή και ήταν σα να τόνιζε με νόημα -για κάποιους παριστάμενους- τη στάση του Σπύρου σε κρίσιμες καμπές και κρίσεις του κόμματος. Ο Κωτσαντής έκλεισε με «περπατά και βροντά και τα σκότη σκορπά», κερδίζοντας ζεστό και αυθόρμητο χειροκρότημα. Ο Τριανταφύλλου απ’ τον ΣΦΕΑ μοιράστηκε τη συγκίνησή του και ιδιαίτερες στιγμές του Χαλβατζή, όπως έναν κωμικό διάλογό του στα κρατητήρια της χούντας με τον τροτσκιστή Φελέκη, που τον ρωτούσε τι θα φωνάζουν οι νέοι αν θα τους εκτελέσουν.

-Κάθε νέος και Σπύρος Χαλβατζής; Μα είναι όνομα αυτό που έχεις για σύνθημα;
Και ο σφος να του απαντά περιπαιχτικά:
-Και τι θες να φωνάζουν, ρε Γιάννη; Γαμώ το φελέκι μου;

Η Αιμιλία η κουμπάρα του μοιράστηκε ακόμα πιο προσωπικές στιγμές. Την έννοια του Σπύρου για τον ελεύθερο χρόνο των σφων και την οδηγία του να μην μπαίνει καμία χρέωση τα απογεύματα της Κυριακής, μετά τις εξορμήσεις με τον Ρίζο. Κι έναν διάλογό τους για την κοσμοσυρροή σε ένα θεατρικό κακής ποιότητας, που η ίδια το σχολίασε σκωπτικά και ο Σπύρος της απάντησε ότι αυτός ο λαός θα κάνει την επανάσταση. (Εύστοχο και επίκαιρο, θα το κρατήσω ως εισαγωγή για κάποιο προσεχές κείμενο).

Ο Χάγιος που ήταν σχεδόν συγκινητικός δεδομένων των περιορισμών, τονίζοντας τη στράτευση του Χαλβατζή στο κόμμα του (παρά τις ανοησίες που γράφτηκαν) και την επαναστατική στρατηγική, και το «μέτωπο ενάντια στον κυβερνητισμό». Τζανετακικό, οικουμενικό ή Τσιπρικό. Που μπορείς να το διαβάσεις ως μια γενική (αυτο)κριτική, του κόμματος για το ’89 και δική του για το ’12 και την περιβόητη φωτογραφία στη διερευνητική εντολή που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ.

Η Βαλαβάνη, που τα πιο πολλά τα είχε γράψει στον συγκινητικό της αποχαιρετισμό στον τοίχο της. Ο Κιάος, που έβαλε τις δικές του πινελιές. Και στο φινάλε ο γιος του Αλέκος, μακριά από την ξύλινη πεπατημένη, με αρκετό ζουμί και ζουμιά (συγκίνησης) σε διάφορα σημεία -όχι πάντα το ίδιο εύστοχα, αλλά σίγουρα ενδιαφέροντα. 

Έσπαγε η φωνή του, διάβαζε (πιο) γρήγορα για να το κρύψει, μίλησε για τις ανθρώπινες αδυναμίες του πατέρα του, όχι για να τον μειώσει, αλλά για να θέσει τις ανθρώπινες διαστάσεις του μεγαλείου του. Τον πατέρα του που έμαθε πως δεν πρέπει ποτέ να δείχνει αδύναμος, για να μην το αξιοποιήσει ο εχθρός, κρατώντας την ίδια στάση και στην αρρώστιά του -γιατί δεν υπάρχει τίποτα ακατόρθωτο για τους κομμουνιστές. Τον πατέρα του που είχε μια σειρά ιστορίες από το κίνημα, ζουμερές και διδακτικές, κι αν δεν τις έβαλε τελικά στο βιβλίο του, δεν ήταν λόγω εκφραστικής αδυναμίας, αλλά συνειδητή επιλογή, για λόγους σεμνότητας και επειδή πρότασσε πάντα το «εμείς». Για την οικογένειά του, που δε γνώρισε ποτέ πολυτέλειες: πήραν αμάξι και έγχρωμη τιβί απ’ τους τελευταίους (γιατί δεν ικανοποιούσαν κάποια ζωτική ανάγκη), πήραν όμως πριν απ’ όλους υπολογιστή, γιατί ήταν χρήσιμο εργαλείο (σαν μια σοσιαλιστική μικρογραφία, όπως -θα έπρεπε να- ήταν η Σοβιετία).

Και πολλά ακόμα, μεστά και απολύτως συγκινητικά. Δεν είμαι σίγουρος, όμως, αν άκουσα-κατάλαβα καλά ένα άλλο σημείο. Ότι ο πατέρας του είχε ένα είδος κατάθλιψης, πριν καν διαγνωστεί με καρκίνο, όταν κατάλαβε πως κάποια πράγματα δεν είναι άσπρο-μαύρο. Που είναι μάλλον άδικη εκτίμηση, και πολιτικά μιλώντας, και για τον πολύχρονο αγώνα του πατέρα του ενάντια στον καρκίνο.

Τέλος πάντων, τίποτα - ποτέ δεν είναι άσπρο-μαύρο, αρκεί να μη γίνεται το άσπρο-μαύρο και ανάποδα. Και να ξεφύγουμε από τη λογική πως πραγματικά κόκκινοι ήταν μόνο κάποιοι βετεράνοι σύντροφοι, του παλιού καλού καιρού, με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Και είναι όντως ζήτημα ότι οι καιροί ου μενετοί, αλλάζουν απότομα, και κανείς δεν ξέρει αν μπορούμε να βρούμε άλλον σύντροφο, με το ήθος και την ακτινοβολία του πατέρα του -που ήταν ένα είδος πατέρα για όλα τα παιδιά της ΚΝΕ της εποχής του. 

Κι ας μην πιάσουμε το ζήτημα σε ποιον ανήκει ο Χαλβατζής, που ήταν συνυφασμένος με το κόμμα του. Τούτο το Κόμμα είναι δικό τους και δικό μας, (μα) δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει -όπως δεν μπόρεσαν το ’91. Και δεν μπορεί κανείς να πάρει μακριά τον Σπύρο, όσο υπάρχουν άτομα που τον θυμούνται και δεν τον παραδίδουν στη λησμονιά.

Ήταν εν κατακλείδι μια... ανοιχτή κηδεία, με ανοιχτή συγκέντρωση, και πολύ ανοιχτή σύνθεση, ένα βήμα από το να ανοίξουν οι ουρανοί. Και η μόνη δική μου ένσταση αφορά το ανοιχτό φέρετρο, στην αρχή της τελετής, γιατί ο σύντροφος ταλαιπωρήθηκε πολύ απ’ την επάρατη αρρώστια και ήταν σχεδόν αγνώριστος. Και δεν είναι αυτή η τελευταία εικόνα που θέλουν να έχουν από τον Σπύρο οι σύντροφοί του. Θέλουν να τον θυμούνται δυνατό και ακμαίο, όπως όταν γυρνούσε από την εξορία στη Γυάρο -με το γαρίφαλο και το ψάθινο καπέλο που του φόρεσαν.

Κι αν θέλουν να κρατήσουν κάτι ως τελευταία εντύπωση, ας είναι αυτή η εικόνα από το πλήθος που τον τίμησε, από τον στιγμιαίο έστω συντονισμό χιλίων ελπίδων και την «επανένωση» των παλιών Κνιτών, που δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω τον ιστορικό χρόνο και να ξανασμίξουν πολιτικά-οργανωτικά, αλλά αν το έκαναν, θα ήταν μονάχα για τον Σπύρο, με τον ίδιο επικεφαλής, όπως τότε, στην ΚΝΕ του ’80. Δυνατή, ενωμένη και ωραία.

Κόκκινος ήλιος, γαλάζιο το κασκέτο μου...

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

Ραντεβού στα γουναράδικα

Όταν η Σύγχρονη Εποχή ανήγγειλε την κυκλοφορία των «Απείθαρχων», η πρώτη σκέψη -μακάβρια πλην αναπόφευκτη- ήταν μήπως ο σύντροφος μας αποχαιρετά και μας αφήνει ένα δώρο-βιβλίο ως παρακαταθήκη του. Δε φανταζόμασταν πόσο κοντινός θα ήταν αυτός ο αποχαιρετισμός. Ούτε μπορώ να ξέρω σε τι κατάσταση ήταν ο Χαλβατζής τις τελευταίες μέρες του. Πιστεύω όμως να πρόλαβε να δει το βιβλίο να κυκλοφορεί και να έφυγε με τη χαρά πως κέρδισε τη μάχη με τον χρόνο, σκαρώνοντας μια τελευταία απειθαρχία στον θάνατο.


Διαβάζοντας τους «Απείθαρχους», ίσως πιάσεις τον εαυτό σου να σκέφτεται εναλλακτικούς τίτλους για το βιβλίο. Στις πρώτες σελίδες είναι τόσο έντονο το στίγμα της Δυτικής Μακεδονίας και της πόλης της Καστοριάς, με τις βιοτεχνίες για την κατεργασία της γούνας, που είναι δύσκολο να μη σκεφτείς τον αποχαιρετισμό του Άρη, «ραντεβού στα γουναράδικα», στην κυριολεξία του. Κι όσο προχωράς στις περιγραφές της δύσκολης μεταπολεμικής περιόδου, καχεκτικής και γκρίζας, γεμάτης καταστολή, εξορίες, συλλήψεις και φυλακίσεις, σκέφτεσαι συνειρμικά τα «Πέτρινα χρόνια», που σμίλεψαν τον χαρακτήρα των πρωταγωνιστών τους. Μπόλικη πέτρα, μπόλικη καρδιά...

Ο Χαλβατζής διάλεξε ως τίτλο τους «απείθαρχους», για να τιμήσει στο οδοιπορικό του όσους δε συνεμορφώθησαν προς τας υποδείξεις. Κι είναι κάπως ειρωνικό ότι ο τίτλος έρχεται σε «αντίθεση» με την αταλάντευτη πειθαρχία, που ήταν από τις σπουδαιότερες αρετές του συγγραφέα. Πειθαρχία όχι στην εκάστοτε κυβερνητική αρχή και εξουσία, αλλά στις αρχές και τα ιδανικά των κομμουνιστών, που διέπουν τη ζωή τους και της δίνουν νόημα. Και είναι ακόμα πιο ειρωνικό που κάποιοι διάλεξαν να τον ψέξουν για αυτό ακριβώς -δηλαδή την πειθαρχία στις αρχές και το κόμμα του. Αλλά περισσότερα γι’ αυτό, λίγο παρακάτω.

Πριν καν πάρω το βιβλίο, είδα τα σχόλια πολλών συντρόφων που έσπευσαν να το διαβάσουν, το ρούφηξαν και το συνιστούσαν συγκινημένοι στους υπόλοιπους. Τώρα που το έχω διαβάσει, συμφωνώ και το συνιστώ αλλά με έναν αστερίσκο. Το οδοιπορικό του Σπύρου δεν είναι στρωμένο με ροδοπέταλα, ένα εύκολο ανάγνωσμα για τον αμύητο αναγνώστη, μια συλλογή απομνημονεύματα και ανέκδοτα του αγώνα, για να γελάσει ή να συγκινηθεί το ευρύ κοινό. Δεν είναι πχ σαν τα σπαρταριστά ευτράπελα της Μακρονήσου κι άλλων τόπων μαρτυρίου, ένας θησαυρός που μας άφησε ο Φαρσακίδης, δείχνοντας πως το γέλιο μπορούσε να γίνει όπλο ενάντια στην καταπίεση. Έχει πολλές δυνατές στιγμές, όπως τη συγκλονιστική ιστορία στο προοίμιο, με την οικογενειακή φωτογραφία για τον κρατούμενο πατέρα τους, που την πέταξε στα σκουπίδια η λογοκρισία της ασφάλειας, για να φτάσει ξανά στα χέρια τους μετά από πολλά χρόνια. Αλλά δεν είναι μια συλλογή από τέτοιες ψηφίδες, γιατί τον ενδιαφέρει η ανάλυση περισσότερο από τις δικές του εμπειρίες.

Προσωπικά, κάποια κεφάλαια του βιβλίου μού θύμιζαν πολιτική εισήγηση ή το πρώτο βιβλίο του Σπύρου για την πορεία της νεολαίας -τον καιρό που ήταν γραμματέας της ΚΝΕ. Κι ενώ σκεφτόμουν μήπως είμαι λίγο σκληρόπετσος και αντιδραστικός -που πάει κόντρα στο ρεύμα της συγκίνησης-, θυμήθηκα κάτι που μου είχαν πει για κάποιους παλιούς σφους, που δυσκολεύονται πολύ να μιλήσουν για τα προσωπικά τους βιώματα και σιχαίνονται την περιαυτολογία, για λόγους σεμνότητας, μα κυρίως πολιτικούς. Κι αυτό βασικά είναι ένας λόγος να θαυμάζεις, ακόμα περισσότερο, τον Χαλβατζή. Γιατί δεν ήθελε να μιλάει ή να γράφει για να εντυπωσιάσει το κοινό του, ούτε σε α’ ενικό πρόσωπο, βάζοντας το «εγώ» ξέχωρά ή μπροστά από το «εμείς». Μόνο στο κεφάλαιο για τη στρατιωτική του θητεία ξεφεύγει λίγο από τον κανόνα και διηγείται αρκετά βιωματικά περιστατικά. Και αυτό δεν είναι αρνητική κριτική, αλλά το μεγαλύτερο παράσημο για τον χαρακτήρα του.

Ο θάνατος του Χαλβατζή προκάλεσε ένα μεγάλο κύμα συγκίνησης, σε σφους, φίλους και αντιπάλους. Πάντα βέβαια κάποιοι παινεύουν τους κομμουνιστές που φεύγουν, για να θάψουν τους ζωντανούς που μένουν πίσω, εδώ όμως δεν αμφιβάλλει κανείς για την ειλικρίνεια της συγκίνησης και των αντιδράσεων -ακόμα και από ανθρώπους που δε θα το περιμέναμε ίσως. Πώς εξηγείται αυτό;

Ο σύντροφος ήταν ίσως ό,τι πιο κοντινό υπήρξε στον ορισμό του Χικμέτ για τον κομμουνιστή: αγάπη από την κορφή ως τα νύχια. Το έδειχνε στην πράξη, συγκεντρώνοντας τις καλύτερες αρετές της ιδεολογίας μας και -κατά έναν τρόπο- της απήχησης του κόμματος. Τον Χαλβατζή -όπως και το ΚΚΕ- τον εκτιμούν πολλοί, τον θαυμάζουν για τη συνέπειά του, αλλά δεν είναι σε θέση να τον ακολουθήσουν στον δύσκολο δρόμο που επέλεξε.

Δε θα μπορούσαν βέβαια να λείπουν κάποιες παραφωνίες στον μαγικό βόθρο των ΜΚΔ. Κάποιος νάρκισσος έβαλε μια δική του φωτογραφία που είχε και λίγο Χαλβατζή σε μια ακρούλα, κάποιος χαλβάς έριξε μια σπόντα για την τύχη της Τυποεκδοτικής και την απόδοση ευθυνών, ένας άλλος βρήκε λέει αφορμή να θυμηθεί μια παλιά επιστολή του Αλέκου Χαλβατζή (για τους λαθρεπιβάτες στο τιμόνι της ηγεσίας). Κάποιος τον αποχαιρέτησε ως «ξύλινο» πλην «ανοιχτόμυαλο κομματόσκυλο», άλλος διάβαζε τις διαφωνίες του ΣΧ στο βλέμμα του, ενώ ένας έγκυρος ασφαλίτης έγραψε ότι η ηγεσία του ΚΚΕ φοβόταν τον Σπύρο, αλλά αυτός ήταν κομματικός και πειθαρχημένος με την κακή έννοια. Πολύ θα ήθελαν να βρουν ένα στοιχείο, ένα παράπονό του, μια υποψία πικρίας του Χαλβατζή για να πατήσουν, αλλά δε βρήκαν το παραμικρό και αναγκάστηκαν να τα βγάλουν από την κοιλιά τους.

Από μια άποψη, πάντως, όλοι αυτοί είναι (πιο) ειλικρινείς. Δε θα αφήσουν τον «τυχαίο θάνατο ενός κομμουνιστή» να αλλάξει το κόμπλεξ και τα πολιτικά τους σύνδρομα για το κόμμα του. Ίσως είναι πιο ειλικρινείς από αυτούς που έχουν αλλεργία στο ΚΚΕ αλλά σου λένε ότι ο Χαλβατζής ήταν διαφορετικός, από αυτούς που βγάζουν χολή για το Χημείο και τα «ΚΝΑΤ», αλλά αγαπάν τον Σπύρο, που ήταν γραμματέας της ΚΝΕ εκείνα τα χρόνια.

Ίσως όλοι αυτοί να αγαπούσαν ειλικρινά τον Σπύρο, αλλά θα προτιμούσαν να μην είναι κομμουνιστής -δηλαδή το βασικό του γνώρισμα που τον έκανε ανθρώπινο, ξεχωριστό και ιδιαίτερο. Όπως θα ήθελαν και ένα ΚΚΕ του χεριού τους, όχι τόσο «ξύλινο», πειθαρχημένο και -εν τέλει- κομμουνιστικό.

Ίσως τώρα να συγκινήθηκε και ο Πιτσιρίκος -που μπορεί να έχει αγάπη μόνο στους νεκρούς κομμουνιστές, όπως τόσοι άλλοι με νηπιακή πολιτική σκέψη. Ίσως πάλι να φταίει ότι δεν κατάλαβε ποτέ το «μου γαμάς τη συζήτηση» του Σπύρου και τη διακριτική γοητεία των κομμουνιστών αυτής της γενιάς, του κόμματός τους και του Φεστιβάλ -όπου λογικά ο ΣΧ θα έχει την τιμητική του. Και αν θέλαμε να παραφράσουμε το «χιουμοράκι» του Πιτσιρίκου, θα λέγαμε:

Σπύρο Χαλβατζή, θα γελούσες αν μπορούσες να το διαβάσεις αυτό το κείμενο. Εν τω μεταξύ, ήσουν η χαρά της ζωής και τώρα διάφοροι πεθαμένοι με μικρόφωνα σε ΜΜΕ μαφιόζων σε μοιρολογάνε και θέλουν να «προστατεύσουν τη μνήμη σου» -ενώ σε ξέσκιζαν όσο ζούσες...

Αλλά μια αναφορά σε τέτοια άτομα μάλλον «γαμά την ανάρτηση» -κι αν δεν ήταν ο απών φέτος Ζάρα δε θα μας απασχολούσε καθόλου. Αλλά το βασικό ζητούμενο είναι άλλο -και πολύ πιο ουσιαστικό. Να γίνουν κανονικά οι βιβλιοπαρουσιάσεις των «Απείθαρχων», για να δούμε αν μπορούν όντως να δακρύσουν οι πέτρες και τα τσιμέντα. 

Αντί επιλόγου ένα μικρό απόσπασμα από τους «Απείθαρχους», από τη στρατιωτική θητεία του Σπύρου Χαλβατζή, που δείχνει ότι μόνο ξύλινος δεν ήταν -μάλλον πέτρινος και αλύγιστος.

(...) Την επόμενη μέρα ο Καράγιωργας, ταγματάρχης, διευθυντής του Α2, κάλεσε τους πρώην εξόριστους. Ύστερα από τη σχετική «περιποίηση», δηλαδή έναν άγριο ξυλοδαρμό, για το επεισόδιο της προηγούμενης μέρας κατά την επιθεώρηση, φώναξε με αγριάδα νέες απειλές: «Τώρα, αυτήν τη στιγμή, κάθισε και γράψε ένα γράμμα στη Φωνή της Αλήθειας και να πεις στους κομμουνιστές συντρόφους σου εκεί στο σιδηρούν παραπέτασμα ότι όσο είναι ο Καράγιωργας ταγματάρχης του ελληνικού στρατού, ο κομμουνισμός δε θα επικρατήσει στην Ελλάδα». Και η απάντησή μου: «Κύριε ταγματάρχα, μπορεί ως τότε εσείς να έχετε γίνει υποστράτηγος». «Έξω, κάθαρμα, έξω εγκληματία, κομμουνιστή... πάρτε τον...», ήταν το παραλήρημα του ταγματάρχη του Α2 της Τρίπολης για εκείνη την απάντηση.

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Γράμματα από τη Σαξονία

Ο τίτλος παραπέμπει συνειρμικά στον δίσκο «Γράμματα από τη Γερμανία» -και τη συνεργασία του Μίκη με τον Φώντα Λάδη. Θα μπορούσε εναλλακτικά (alternative, που λένε) να είναι και Ρ-ούνοι από τη Γερμανία -και ας μην ήταν γερμανικό φύλο οι Ούννοι του Αττίλα. Ή ακόμα «το AfD βαθιά κατάλαβέ το», από μια άλλη στιχουργική δουλειά του Λάδη, κι ας τον απέδιδαν λανθασμένα κάποιοι στον Μπρεχτ. 


Τι μας λένε λοιπόν αυτά τα γράμματα; 

Πως οι (νεο)Ναζί ξανάρχονται. Με φόρα και χωρίς πολλά προσχήματα, από τους ίδιους ή τους αστούς που τους αγκαλιάζουν πρόθυμα, ως οργανικό τους κομμάτι και μια βολική εναλλακτική για το σύστημα και τις βαθιές αντιθέσεις του. Στην αστική δημοκρατία άλλωστε δεν υπάρχουν αδιέξοδα, γιατί ο φασισμός ανοίγει δρόμους, όπως κάποτε η χούντα. Όσοι είχαν πάθει αφωνία για τα εγκλήματα -και το ξέπλυμα- του φασισμού, είναι απολύτως λογικό να τον αντιμετωπίζουν σήμερα σαν «μια φωνή όπως όλες οι άλλες». Κι η κανονικοποίηση των Ναζί δεν είναι απλώς παλιές, συχωρεμένες αμαρτίες για ένα σύστημα που πεθαίνει, αναβιώνοντας βρικόλακες και φαντάσματα του παρελθόντος.

Κάποιοι γυρνάνε τα ρολόγια τους στο 1933 και άλλοι ετοιμάζονται να ξαναζήσουν την ιστορία, γιατί δε διδάχτηκαν πολλά απ’ αυτήν ή γιατί κάποιοι τρίτοι την ξανάγραψαν στα μέτρα τους, για να δικαιώσουν τη σπορά των ηττημένων και τους ζευγάδες τους που εν τέλει επικράτησαν και σφύριξαν το τέλος της. Κάποιοι εθελοτυφλούν για τις αιτίες και άλλοι χώνουν το κεφάλι τους στο χώμα, για να διασκεδάσουν τους φόβους τους και να αποφύγουν την πραγματικότητα και τις προοπτικές της. Οι οποίες είναι κατάμαυρες και γενικώς φαιές προς το «τσιρλί», όπως το χρώμα της στολής των Ταγμάτων Εφόδου του Χίτλερ (το γκρίζο κύμα, που έγραφε και ο Πι-Πι). Απ’ το ’90 και μετά μας έχουν πνίξει τα σκατά και οι 50 αποχρώσεις του φασισμού. Να δεις τι σου έχω για μετά... Και ποιος να το έλεγε ότι η κοπριά του αντικομμουνισμού και η βρωμερή προπαγάνδα του ήταν φασισμού λίπασμα, για να ευδοκιμήσουν τέτοια μπουμπούκια -σαν τον εγχώριο Μπουμπούκο.

Στη Γερμανία ο κόσμος του κινήματος φέρει ακόμα ανοιχτό το συλλογικό τραύμα για το ναζιστικό παρελθόν της χώρας, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τον αντισημιτισμό. Και έχει (δικαιολογημένα) τόση ευαισθησία ενάντια στους αρνητές του Ολοκαυτώματος, που διολισθαίνει συχνά (και αδικαιολόγητα) στην άρνηση της Γενοκτονίας στην Παλαιστίνη και μια ιδιότυπη ασυλία στο κράτος - δολοφόνο και τα εγκλήματά του, μη τυχόν και κατηγορηθεί για αντισημιτισμό.

Ο αστικός κόσμος αντιθέτως δεν είχε κανένα ενοχικό σύνδρομο για τους Ναζί προπάτορές του και κανένα πρόβλημα να τους αξιοποιήσει στον κρατικό μηχανισμό. Άσε που ήταν πρωτοπόροι οραματιστές της ενωμένης καπιταλιστικής Ευρώπης. Μπορεί πολλές αναλύσεις να συνδέουν την άνοδο της γερμανικής ακροδεξιάς με τον ευρωσκεπτικισμό και την άρνηση των ευρωπαϊκών αξιών, στην πραγματικότητα όμως συμβαίνει ως το αντίθετο, καθώς οι Ναζί ήταν οι θεμελιωτές και ενσαρκωτές ως ένα βαθμό της ιδέας μιας ενιαίας καπιταλιστικής Ευρώπης, με υπόδουλους λαούς, που μετατρέπεται σε ένα απέραντο στρατόπεδο συγκέντρωσης για να γίνει ανταγωνιστική απέναντι στις άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Μια στιγμή όμως. Μήπως βιαζόμαστε να χαρίσουμε το AfD στον φασισμό; Δηλαδή είναι φασίστας όποιος έχει ως επίσημη ιδεολογία του τον αντικομμουνισμό -όπως η ΕΕ; Είναι φασίστας όποιος αντιδρά στην «εισβολή των μεταναστών» και χτίζει μια Ευρώπη-φρούριο για να προστατέψει τις (ανταλλακτικές κυρίως) αξίες της -όπως η ΕΕ και πάλι; Ή μήπως θα πούμε φασίστα όποιον ζητά να χτιστεί ένα τείχος ως την Τουρκία, όπως ένας από τους υπουργούς της γερμανικής κυβέρνησης -που είναι «κανονικός δεξιός», όχι του AfD; Και πώς συμπεραίνετε ότι κλείνουν το μάτι στον Ναζισμό (και τα μάτια στα εγκλήματά του) τα κράτη που αξιοποίησαν στον κρατικό μηχανισμό στελέχη του NSDAP, γιατί οι καλοί Ναζί δεν πάνε χαμένοι -όπως στην πρώην ΟΔΓ; Σε ποιο λογικό σύμπαν είναι φασίστας όποιος λέει ότι οι φασίστες δεν είναι φασίστες -όπως ο Ίλον Μασκ που έχει προβάρει και έναν αρχαίο χαιρετισμό; Σε λίγο δηλαδή θα πείτε φασίστες και τους νοσταλγούς του Χίτλερ. Κάπου έλεος, μην τα κάνουμε όλα ίσωμα.

Το σχετικό βίντεο στον σύνδεσμο είναι λίγο παλιότερο πλην άκρως επίκαιρο δυστυχώς. Και το γέλιο πνίγεται και γίνεται κόμπος από την ασφυξία της χολέρας που απλώθηκε πατώντας στην ανεμελιά μας.

Βασικά θυμίζει κάπως από την ανάποδη εκείνο το «ανέκδοτο»-παραβολή που αποδίδουν στον Μπρεχτ, αλλά είναι ενός Γερμανού πάστορα (Νίμελερ). Το παρουσιάζω προσαρμοσμένο στα της χώρας μας. Πρώτα ήρθε ο Σαμαράς και τα εθνικιστικά συλλαλητήρια -δε μίλησαν, γιατί σε δέκα χρόνια κανείς δε θα θυμόταν τη Μακονία. Μετά ήρθε ο Καρατζαφύρερ, με τα υψηλά ποσοστά στη Βόρεια Ελλάδα -δε μίλησαν, γιατί έβαλε πλάτες στο Μνημόνιο και έβγαλε στελέχη για το υπουργικό συμβούλιο της ΝΔ. Ύστερα ήρθε ο Καμμένος, που γιόρτασε με κλαρίνα στο Σύνταγμα την 25η Μαρτίου -δε μίλησαν γιατί ήταν το «αναγκαίο καλό» της ΠΦΑ. Και όταν θέριεψε τελικά η Χρυσή Αυγή, δεν είχε μείνει κανείς φασίστας που να μην τον είχε ξεπλύνει το σύστημα, με έναν τρόπο ίσως λίγο εριστικό...

Είναι δηλαδή κλασικοί φασίστες οι ψηφοφόροι του AfD; Αυτό είναι ένα ερώτημα που θυμίζει τα καθ' ημάς και τη συζήτηση για την τυπολογία της μεταξικής δικτατορίας και της χούντας των συνταγματαρχών. Ενίοτε ο σύγχρονος φασισμός δε βασίζεται σε ένα μαζικό εθνικιστικό κίνημα με τάγματα εφόδου (που παραμένουν ως εφεδρεία), ίσως γιατί δεν υπάρχει ως αντίπαλο δέος ένα μαζικό και απειλητικό επαναστατικό κίνημα για να το χτυπήσουν. Ο φασισμός πατάει συχνά (στην ανεμελιά όσων χάνουν τα ταξικά γυαλιά τους και) στην αφωνία (αντί για τις ναζιστικές κραυγές ή το εγχώριο εγέρθητι), τη νωθρότητα, την αποχαύνωση των μαζών που μένουν απαθείς σε ρόλο τηλεθεατή-ψηφοφόρου.
Η εμμονή στους τύπους όμως δεν μπορεί να αποβαίνει εις βάρος της ουσίας. Και η ταξική ουσία του φασισμού είναι ότι υπηρετεί το καπιταλιστικό κέρδος. Είναι εξίσου χρήσιμος στην αστική τάξη και εξίσου επικίνδυνος για τους λαούς. ΤΟ AfD είναι αυτό ακριβώς που λέει το όνομά του. Μια πραγματική εναλλακτική για το σύστημα και τις αντιθέσεις του -πχ γύρω από το ζήτημα του πολέμου όπου σημαντική μερίδα της γερμανικής αστικής τάξης πλήττεται δραστικά και αναζητά αλλαγή πλεύσης και διαφορετική στρατηγική, πχ απέναντι στη Ρωσία.

Δηλαδή -θα ρωτήσει κάποιος- εσείς είστε με τη λογική του σοσιαλφασισμού, που ταύτιζε τους Ναζί με το SPD της εποχής και άλλα δημοκρατικά κόμματα κόμματα; Το θέμα όμως δεν είναι τι λέμε εμείς, αλλά τι έκανε το ίδιο το SPD -που αξιοποίησε τα freikorps, για να δολοφονήσει τη Ρόζα, τον Λίμπκνεχτ και την επανάσταση. Καθώς κι η αντίδραση του χριστιανοδημοκρατικού πυλώνα του γερμανικού δικομματισμού, που το '92 πχ, όταν (ξανα)βγήκαν παγανιά οι Νεοναζί στην πρώην ΓΛΔ, με επιθέσεις σε Βιετναμέζους μετανάστες και τηλεοπτικά συνεργεία, θεωρούσαν την «κατάχρηση του ασύλου» ως πηγή του προβλήματος. Το βασικό σκεπτικό πάει ως εξής: ο «καλύτερος τρόπος» να αφαιρέσεις από τους Ναζί τον ζωτικό τους χώρο, είναι προφανώς να αντιγράφεις όσα λένε, για να μην έχουν λόγο ύπαρξης. Ή και όχι, αν κρίνουμε από το αποτέλεσμα -όχι μόνο της Σαξονίας...

Αν η υπαρξιακή κρίση της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας είναι ότι καλείται να εφαρμόσει νεοφιλελεύθερες πολιτικές, απογοητεύει τη βάση της, και το εκλογικό σώμα προτιμά τους αυθεντικούς εκφραστές αυτής της στρατηγικής, η φιλελεύθερη κεντροδεξιά βιώνει κάτι αντίστοιχο, εφαρμόζοντας φασιστικής έμπνευσης μέτρα -πχ στο μεταναστευτικό- και στρέφοντας το κοινό της προς τους γνήσιους φασίστες. Το αυθεντικό είναι πάντα καλύτερο από τις απομιμήσεις.

Παράλληλα οι φασίστες λουστράρουν τη βιτρίνα τους για να υποδεχτούν την εκλογική πελατεία. Κι αν παλιά η κανονικοποίηση του φασισμού περνούσε μέσα από τους νοικοκυραίους και την αξία της οικογένειας, σήμερα έχει και πινελιές... ανεκτικότητας στο διαφορετικό και τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, όπως δείχνει ο σεξουαλικός προσανατολισμός της προέδρου του AfD -μου αρέσει στα κρυφά και ο Μητροπάνος, που θα έλεγε και ένας νεοναζί νεοέλληνας.

Παραφράζοντας στην εποχή μας τη θεωρία του σοσιαλφασισμού, θα λέγαμε ότι η αστική δημοκρατία έχει γίνει το δίδυμο αδελφάκι του φασισμού, υιοθετεί τις μεθόδους του, την ιδεολογία του και είναι αρκετά δύσκολο να διακρίνεις τα μεταξύ τους όρια, καθώς συγκλίνουν συνεχώς. Κι αυτή η εκτίμηση δε βρίσκει ισχύ μόνο σε μπανανίες, αλλά πρωτίστως στη «μητρόπολη» του καπιταλισμού: τις ΗΠΑ του εκλεγμένου Τραμπ, αλλά και τη Γηραιά ήπειρο, που σαπίζει και αναβιώνει το φάντασμα του Ναζισμού, για να ξορκίσει ένα άλλο κόκκινο, που πλανάται πάνω της και στοιχειώνει την ιστορική της μνήμη.

Σαν το μικρό φαντασματάκι τριγυρνάς
Μέσα από τείχη και παράθυρα περνάς
Και με κατασκοπεύεις
Τι να κάνουμε τώρα, τι να κάνουμε τώρα, πες μου

(Τη σούπα με τα μανιτάρια -Οβελίξ- και μια επανάσταση -Βλαδίμηρος)

Αυτή βασικά είναι η τελευταία γραμμή άμυνας και βασικό αφήγημα των αστών δημοσιολόγων: τα δυο άκρα μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα. Τα ποσοστά του AfD παίρνουν την ανιούσα στην παλιά επικράτεια της ΓΛΔ, δίνοντας το πάτημα για επικίνδυνους συμψηφισμούς και την κρυφή γοητεία του... ολοκληρωτισμού, σε έναν λαό που δεν έχει συνηθίσει και εκπαιδευτεί στα καλά της δημοκρατίας. Μόνο που αυτό το αφήγημα είναι ένα ψέμα με τη μορφή της μισής αλήθειας που ξεχνάει βολικά κρίσιμες παραμέτρους.

Στην (αγροτική και καθυστερημένη) πάλαι ποτέ Πρωσία υπήρχαν ανέκαθεν συντηρητικά αντανακλαστικά και ναζιστικά κατάλοιπα που δεν εξαφανίστηκαν πλήρως επί ΓΛΔ και είχαν εκδηλωθεί μάλιστα, τη δεκαετία του '70, με δολοφονικές επιθέσεις εναντίον δύο Κουβανών μεταναστών στο Μερσεβούργο της Σαξονίας Εύκολα φαντάζεται κανείς πώς ένιωσαν όταν ξαναβγήκαν από τις τρύπες τους μετά την πτώση του τείχους -και αυτό μολονότι τα ποσοστά μεταναστών στο συγκεκριμένο κρατίδιο δεν είναι από τα πιο υψηλά σε σχέση με άλλες περιοχές. Το ζήτημα δεν είναι αν υπήρχαν ναζιστικά σταγονίδια στη Γερμανία αλλά τι έκανε κάθε κράτος για να τα αντιμετωπίσει και εκεί η σύγκριση είναι καταλυτική: η ΓΛΔ τους τιμώρησε, τους αντιμετώπισε δικαστικά και ποινικά, τους καταπολέμησε με κάθε πιθανό τρόπο, ενώ η ΟΔΓ τους αξιοποίησε και έθεσε εκτός νόμου το ΚΚ.

Επιπλέον.
Η Επανένωση του '90 ήταν ουσιαστικά μια μορφή προσάρτησης της ΓΛΔ που έκανε τους... Ανατολικούς να αισθάνονται πολίτες δεύτερης κατηγορίας και να τρέφουν ισχυρά αισθήματα νοσταλγίας για τη DDR -αλλά και εχθρότητας για την ΕΕ. Το AfD αξιοποίησε έξυπνα το αίσθημα της Ostalgie, φέρνοντάς το παράλληλα στα μέτρα του, δηλαδή μια στείρα νοσταλγία με πατριωτισμό, χωρίς επαναστατικές σοσιαλιστικές αιχμές. Σε μια συγκέντρωση μάλιστα οι παριστάμενοι τραγούδησαν και τον ύμνο της ΓΛΔ, Auferstanden aus den Ruinen -αναστημένη από τα ερείπια...

Αλλά όποιος συγχέει τον κομμουνισμό με τον φασισμό είναι σα να μην μπορεί να ξεχωρίσει δύο λογιών άχυρα, πχ τον ύμνο της ΓΛΔ από την ντίσκο των Μπακαρά (που αντιγράφει τις νότες του κουπλέ ξεδιάντροπα). Ο φασισμός (ξανα)φύτρωσε στα ερείπια της ΓΛΔ -ποιος να το έλεγε πως ο καπιταλισμός που θριαμβεύει είναι η βάση για την επιστροφή των Ναζί. Και ο μόνος τρόπος να ηττηθεί είναι όντως να Auferstanden aus den Ruinen δριμύτερη και καλύτερη η ΓΛΔ και ο σοσιαλισμός που γνωρίσαμε.

Τα βρωμερά φίδια που εκκολάπτει η ΕΕ είναι σαν την Λερναία Ύδρα. Όχι απλώς γιατί φυτρώνουν άλλα στη θέση όσων κόβουμε, αλλά γιατί αν θες να ξεμπερδεύεις, πρέπει να χτυπήσεις τη ρίζα του κακού. Δηλαδή το σύστημα που τα γεννά και τα τρέφει -ακόμα και αν επιφανειακά τα στοχοποιεί. Η φράση του Μπρεχτ -που την έγραψε όντως, αλλά κάποιοι την αποσιωπούν- για τον φασισμό που δεν μπορεί να καταπολεμηθεί παρά μόνο ως καπιταλισμός, είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Και οδηγός για όσους ανησυχούν πραγματικά με τα γράμματα καθάρματα από τη Σαξονία και όλον τον σάπιο κόσμο της εκμετάλλευσης.

Υστερόγραφο: ίσως το κείμενο μοιάζει λίγο... ανεπίκαιρο, αλλά η κε του μπλοκ βρίσκεται για λίγες μέρες εκτός έδρας, χωρίς τη δυνατότητα να αποδώσει τις δέουσες τιμές στους απείθαρχους που φεύγουν. Επιφυλάσσεται να επανορθώσει μες στις επόμενες μέρες.

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Τι έκανες στον μεσοπόλεμο, πατέρα;

Η πολιτική δεν έχει θέση στην τέχνη/λογοτεχνία. Ο καλλιτέχνης/λογοτέχνης πρέπει να μένει μακριά από πολιτικές αντιπαραθέσεις, κομματικές εντάξεις, να μην αναλώνεται στα καθημερινά και εφήμερα. Να πετάξει μακριά από τον κόσμο και την πεζή πραγματικότητα, για να τα φωτίσει αφ’ υψηλού -από το συννεφάκι του.

Αθάνατα κλισέ, που θυμίζουν αυτό για την πολιτική που δε χωρά στον αθλητισμό και το ποδόσφαιρο. Φρόντισαν βέβαια να το τσαλαπατήσουν στην πράξη οι ίδιοι οι λογοτέχνες, της γενιάς του ’30 -και γενικώς. Όχι μόνο με τα έργα τους και τα μηνύματα που περνούσαν, αλλά με μαχητική αρθρογραφία, συνδικαλιστική δράση και μια πλούσια, πολύπλευρη δραστηριότητα. Η πένα τους είναι το βασικό όπλο που έχουν, αλλά είναι συνέχεια της πολιτικής τους στάσης με άλλα μέσα (κατά αντιστοιχία της φράσης του Κλαούζεβιτς για τον πόλεμο και την πολιτική).


Το βιβλίο του Βασίλη Μόσχου είναι ένα δελτίο πολέμου, που καταγράφει τις μάχες και τη δραστηριότητα των λογοτεχνών μιας εξόχως συγκρουσιακής περιόδου. Κι αν ήμουν στη θέση του συγγραφέα, θα συνόψιζα το θέμα που τον απασχολεί, σα να απευθυνόμουν στους «πνευματικούς πατέρες» εκείνης της δεκαετίας, με το ερώτημα που βάζω στον τίτλο της ανάρτησης. Τι έκανες στον μεσοπόλεμο, (πνευματικέ) πατέρα;

Λίγοι είναι οι ριψάσπιδες που αναζητούν προσχήματα για να αποφύγουν τη μάχη. Ελάχιστοι μένουν ουδέτεροι στα γεγονότα και τις προκλήσεις της εποχής τους. Κάποιοι αναζητούν το επόμενο εθνικό (διάβαζε αστικό) αφήγημα που θα διαδεχτεί τη χρεοκοπημένη Μεγάλη Ιδέα (της ελληνικής αστικής τάξης για τον εαυτό της). Κάποιοι εμφανίζονται ήδη σαν θιασώτες της ευρωπαϊκής ιδέας -που τότε απασχολούσε έντονα τους ναζιστικούς κύκλους. Ενώ κάποιοι δε λένε κούφια λόγια, γιατί βιώνουν στο πετσί τους κάθε τους λέξη-κείμενο-επιλογή, με εξορίες και συλλήψεις.

Τι λένε λοιπόν οι διανοούμενοι-λογοτέχνες της εποχής; Πολλά και αντικρουόμενα. Όποιος αναζητά μια κοινή, ενιαία γλώσσα, θα καταλήξει σε μια ταξική Βαβέλ, που αδυνατεί να αρθρώσει συνεκτικό λόγο και δε λέει πρακτικά τίποτα -είτε μιλάμε για λογοτέχνες, είτε για οποιαδήποτε άλλη σφαίρα του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Κάποιοι λογοτέχνες είναι αθεράπευτα ερωτευμένοι με την εξουσία, θέτουν το ταλέντο τους στην υπηρεσία των ισχυρών, προσαρμόζουν ευέλικτα τις αρχές τους στην εκάστοτε αρχή και τις πολιτικές μεταβολές, εξυμνούν τους εκάστοτε κρατούντες, τον Βενιζέλο, τον «μεταρρυθμιστή» Γ. Παπανδρέου αλλά και τον Μεταξά. Καταλαβαίνουν πολύ καλύτερα από κάποιους «αριστερόστροφους» πως το αστικό κράτος έχει συνέχεια -αυτή είναι η περίπτωση του Σεφέρη, που υπηρετεί επί μεταξικής δικτατορίας σε κρίσιμα πόστα, σχετικά με τον Τύπο. Προκόβουμε καταπληκτικά, όπως θα έγραφε ειρωνικά και ο ίδιος μερικές δεκαετίες αργότερα, για μια άλλη δικτατορία... 

Ευτυχώς υπάρχει το κόκκινο αντίπαλο δέος, που προκαλεί όντως δέος με τα ονόματα που το στελεχώνουν (αλλά και την μικροπρεπή ειρωνεία κάποιων αστών συναδέλφων τους, που επιχειρούν να μειώσουν το έργο τους και πρωτίστως τις πολιτικές τους επιλογές).

Είναι δύσκολο να μη νοσταλγήσεις μια εποχή που δεν έζησες, βλέποντας τόσα ιερά τέρατα (Βάρναλης, Γληνός και Καρβούνης, μεταξύ πολλών άλλων) να συσπειρώνονται στη σωστή πλευρά της ιστορίας/λογοτεχνίας. Δε γίνεται να μη ζηλεύεις την οργάνωση, τις προσπάθειες και τα φιλόδοξα εγχειρήματα των (Νέων) Πρωτοπόρων, το μορφωτικό ρεύμα, τις αδιάκοπες πρωτοβουλίες του, τον διεθνή συντονισμό, την εκλαϊκευτική δουλειά και μια σειρά κινήσεις που μπορεί να μην έφεραν έναν τύπο... «πολιτιστικής επανάστασης», ήταν όμως σοβαρή επαναστατική δουλειά που άφησε μακροχρόνιους καρπούς. 

Κι είναι αναπόφευκτο, σα νομοτέλεια, να αναρωτηθείς αν έχουμε σήμερα, σε πιο «εύκολους» πλην αντιποιητικούς, πεζούς καιρούς, τη θέληση και τα εφόδια, το αντίστοιχο ταλέντο και τις ίδιες χαρισματικές μορφές, τη δύναμη να εμπνέουμε και να κερδίζουμε τα πιο ανήσυχα καλλιτεχνικά (και όχι μόνο) μυαλά του καιρού μας. Και αν μας λείπουν όλα αυτά, πώς αλλιώς θα τα επανακτήσουμε, αν όχι μέσα από ένα συλλογικό κίνημα που θα φέρει τα πάνω κάτω -και μαζί και τους συσχετισμούς;

Παρόλα αυτά, η μελέτη του ΒΜ δεν είναι μια νοσταλγική αναφορά σε ένδοξους καιρούς και περασμένα μεγαλεία, ούτε μια αγιογραφία των επίμαχων προσώπων. Βλέπει τους πρωτοπόρους καλλιτέχνες ως έχουν μες στο δοσμένο ιστορικό πλαίσιο, την πορεία διαμόρφωσής τους αλλά και τις «αντινομίες» τους, μα πρωτίστως τις στρατηγικές αντιφάσεις της οργανωμένης πρωτοπορίας, δηλ του ΚΚΕ και της Κομιντέρν, στην εποχή των Λαϊκών Μετώπων. 

Είναι μια εποχή στην οποία δεν υπάρχουν τοτέμ και αυθεντίες.
Ο Βάρναλης πχ καλείται να απολογηθεί για μια θετική κρίση του για το συγγραφικό ταλέντο του Τρότσκι. Η σχέση του Πικρού με το ΚΚΕ είχε μάλλον πικρό τέλος -και δεν αποκαταστάθηκε ποτέ πλήρως τα επόμενα χρόνια. Ο Ζαχαριάδης γράφει μέσα από τη φυλακή τον «αληθινό Παλαμά» αλλά δεν ευθυγραμμίζονται όλοι με την ερμηνεία του -ούτε εξάλλου με τις κεντρικές πολιτικές επεξεργασίες του κόμματος, που διαμορφώνουν σαφώς κλίμα και μια γενική γραμμή, αλλά δεν τις ακολουθούν όλοι απαράβατα. Κι ο Ζέβγος αντιπαρατίθεται έντονα για τον ταξικό χαρακτήρα της επανάστασης του ’21 με τον Κορδάτο, που είναι όμως πιο κοντά στη σημερινή αντίληψη του κόμματος.
Σε αντίθεση με το αστικό στερεότυπο, η σκέψη των κομμουνιστών παραμένει πρωτότυπη, ενίοτε αντιφατική, μα πάντα πλούσια και ενδιαφέρουσα. Κάτι που δύσκολα μπορεί να αποδώσει κανείς στην αστική σκέψη, στο σύνολό της.

Διαβάζοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης συνειδητοποιεί πως δεν υπάρχει παρθενογένεση στην «τέχνη» του αντικομμουνισμού και ότι οι θιασώτες του αναμασούν την ίδια ιδεολογική μούχλα εδώ και (εννιά τουλάχιστον) δεκαετίες. Ειδικότερα, δεν υπάρχει αντισοβιετικό κλισέ στον σύγχρονο δημόσιο λόγο, που να μην αντιγράφει παλιότερα αστικά αφηγήματα της δεκαετίας του ’30. Η αστική σκέψη σπανίως (έως ποτέ) κομίζει κάτι φρέσκο και πρωτότυπο, γιατί είναι από τη φύση της συντηρητική, στη θέση του απολογητή ενός σάπιου κόσμου που πεθαίνει και επιβιώνει τρώγοντας τις σάρκες του/μας και βασικά τους ζωντανούς πόρους της κοινωνίας -πχ τη ζωντανή εργασία. 

Στον αντίποδα, οι ανταποκρίσεις του Βάρναλη από όσα είδε στη χώρα των Σοβιέτ (που κυκλοφόρησαν και σχετικά πρόσφατα σε βιβλίο) είναι μια ζωντανή, διεισδυτική μαρτυρία για μια σειρά πτυχές της σοβιετικής κοινωνίας, που διαβάζεται ακόμα και σήμερα με ενδιαφέρον. Και είναι ζήτημα γιατί δεν υπάρχει μια αντίστοιχη έκδοση με τα κείμενα του... συνταξιδιώτη του Βάρναλη, του Δ. Γληνού.
Εξίσου ενδιαφέρουσες είναι οι ενθουσιώδεις εντυπώσεις του Καζαντζάκη από το ταξίδι του στη Ρωσία. Δυσκολεύεσαι όμως να πάρεις πολύ σοβαρά έναν στοχαστή που αριστερίζει μεν -και στοχοποιήθηκε από την εκκλησία για τις απόψεις του- αλλά δείχνει αντίστοιχο ενθουσιασμό για τη... ζωτική ορμή του Φράνκο και του φασισμού στον ισπανικό εμφύλιο, ακολουθώντας νιτσεϊκά πρότυπα και λογική.
 

Η συμβολή του ΒΜ δεν είναι ένα απλό λιθαράκι -στο θέμα που τον απασχολεί και ευρύτερα στη βαθύτερη κατανόηση της εποχής- αλλά ένα... «μικρό τούβλο» 700 και πλέον σελίδων, με υπερδιπλάσιες υποσημειώσεις, που είναι η ένοχη απόλαυση του ιστοριοδίφη αναγνώστη. Προσφέρει ένα χορταστικό υλικό, με το οποίο κινδυνεύεις να βουλιάξεις στον χρόνο και να χαθείς σε ένα λαβύρινθο γαργαλιστικών λεπτομερειών, που μπορούν να γίνουν ξεχωριστά κεφάλαια.

Πχ τον Βάρναλη να αρθρογραφεί για το χτύπημα που δέχτηκε ο «ρωμαίικος ιμπεριαλισμός» με τη μικρασιατική καταστροφή, και για την αστική τάξη που «συνειδητοποιήθηκε κι έγινε ιμπεριαλιστική με τους μακεδονικούς αγώνες», με τη Μεγάλη Ιδέα να αφήνει τα σύννεφα και να μπαίνει στην πράξη.
Ή το αντικομμουνιστικό καλτ της εποχής που αντιστοιχούσε τα ονόματα των Λένιν και Στάλιν με αριθμούς από τους οποίους προέκυπτε το 666 -υποθέτω ως άθροισμα. Που ’σαι Ζάρα να μαθαίνεις...

Η εν λόγω μελέτη δεν είναι μια λογοτεχνική προσέγγιση στο θέμα, ούτε μιλάει τη γλώσσα των λογοτεχνών. Είναι μια διατριβή, κάτι σαν τα «προλεγόμενα» του πρώτου βιβλίου του συγγραφέα για τη δεκαετία του ’40 -στη γλώσσα του σινεμά θα το λέγαμε prequel. Κι αν φαίνεται κάπως περίεργο που αυτός ο τόμος είναι σχεδόν διπλάσιος σε έκταση από τον προηγούμενο, για μια τόσο εμβληματική περίοδο, η εξήγηση είναι απλή και απολύτως... υλιστική. Η παρανομία, η Κατοχή και η Αντίσταση, τα Δεκεμβριανά και ο Εμφύλιος, μπορεί να είναι συγκλονιστικά ιστορικά γεγονότα που δε συγκρίνονται με άλλα -ως προς το βάθος, την πυκνότητα του ιστορικού χρόνου και το διακύβευμα. Αλλά η φωτιά της μάχης σπανίως αφήνει πίσω της υλικά τεκμήρια και αρχειακό υλικό -αν δεν καταστρέφει κιόλας το ήδη υπάρχον. Η δεκαετία του ’30 άλλωστε είναι εξίσου ενδιαφέρουσα και μεστή σε γεγονότα -και κατά μία έννοια αποτελεί τον ιστορικό προθάλαμο για όσα ακολουθούν-, ωστόσο το σχετικό υλικό μειώνεται σημαντικά μετά την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά -για αντίστοιχους, αντικειμενικούς λόγους. 

Διατηρώ μια (πιθανόν αβάσιμη) υποψία ότι ο συγγραφέας θα ήθελε να γράψει άλλη μία (τουλάχιστον) εκδοχή του ίδιου βιβλίου. Πχ με περισσότερα και πιο αναλυτικά παραθέματα με κείμενα της εποχής -και τις λογοτεχνικές διαμάχες, με πολιτικές προεκτάσεις, που μαγνητίζουν το ενδιαφέρον μας πολύ περισσότερο από άλλες σύγχρονες κόντρες. Ή ενδεχομένως με ελαφρώς διαφορετικό ύφος, κάπως λιγότερο ακαδημαϊκό, και μια μορφή που θα αναδείκνυε το περιεχόμενο για το ευρύ αναγνωστικό κοινό -όχι πως δεν είναι προσιτό και στην παρούσα εκδοχή του.
Εφόσον μιλάμε όμως για μια έρευνα και ένα «έργο ζωής», όλα αυτά θα απαιτούσαν πιθανότατα μια δεύτερη ζωή για να γραφτούν -κάτι όχι ιδιαίτερα ρεαλιστικό.

Υπάρχει ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο για τις διαμάχες γύρω από το γλωσσικό ζήτημα, τη δημοτική και την καθαρεύουσα -μια παρωχημένη κατασκευασμένη γλώσσα που ταλαιπωρούσε τον λαό μας για πολλά χρόνια-, που προσφέρεται για επίκαιρους συνειρμούς και προεκτάσεις. Υπάρχει άραγε στις μέρες μας γλωσσικό ζήτημα; Πόσο σίγουροι είμαστε ότι το έχουμε λύσει -έστω και στο κομμάτι των επιβιώσεων της καθαρεύουσας- και ότι αυτό που μιλάμε σήμερα δεν είναι παρά ένας ντροπαλός συμβιβασμός με κάποια κατάλοιπά της -ένα ενδεχόμενο για το οποίο μας προειδοποιούσαν προφητικά οι «μαλλιαροί» σφοι της εποχής, ως συνεπείς δημοτικιστές; Τι άλλο, παρά συμβιβασμός και κατάλοιπα, είναι πχ κάποιοι τύποι στον παρατατικό -όπως το «επρόκειτο», το «αντιτίθετο» κτλ-, που μπορεί να τα βρει κανείς στο συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά και στα γραπτά όλων μας -ιδίως σε εργασίες που προορίζονται για δημοσίευση; Ο αναμάρτητος πρωτοπόρος τον λίθο βαλέτω...

Και πέραν αυτού. Πόσο προφητικός ήταν ο Γληνός, όταν πρότεινε τη σπουδαία απλοποίηση της φωνητικής ορθογραφίας και το λατινικό αλφάβητο -πολύ πριν μας απασχολήσουν ως φαινόμενο ή ως ιδέα έστω τα περιβόητα greeklish; Και τι θα μας έλεγε σήμερα, αν έβλεπε πόσες αγγλικές λέξεις χρησιμοποιούνται καθημερινά χωρίς να αφομοιώνονται στα μέτρα της νεο-ελληνικής γλώσσας; Και τι δυνατότητες εξέλιξης και ανάπτυξης έχει μια γλώσσα που εξακολουθεί να πατάει με το ένα πόδι στην καθαρεύουσα -και συνεπώς να κουτσαίνει-, ενώ δυσφημούνταν επί μακρόν από πολλές πλευρές και με κάθε τρόπο οι... «ακρότητες» των δημοτικιστών ή οι λεξιπλασίες του Ζαχαριάδη; 

Δεν έχω απαντήσεις, μόνο τα ερωτήματα -και ελπίζω να τα θέτω με ενδιαφέροντα τρόπο τουλάχιστον, χωρίς να μπαίνουν όλα στο μίξερ. 


Αντί επιλόγου. Προφανώς αξίζει να διαβάσει κανείς το βιβλίο και ας μην είναι αυτό που λένε «βιβλίο παραλίας» -εκεί δηλαδή που το διάβασε η κε του μπλοκ. Εξάλλου τα βιβλία δεν είναι απλώς μια αγάπη για το καλοκαίρι. Κι ένα αγύμναστο μυαλό δεν μπορεί ποτέ να αποδώσει, αν έχει κακομάθει (μόνο) σε οθόνες.

Λίστες βιβλίων για τις διακοπές φτιάχνουν συνήθως όσοι διαβάζουν σπανίως ως ποτέ ή όσοι θέλουν μια ωραία φωτογραφία με μια ντάνα βιβλίων για τα like -χωρίς να μας λένε ποτέ αν τα διάβασαν όντως και τι τους έμεινε από αυτά, πλην των like.

Πολύς κόσμος δεν ψάχνει άλλοθι, αλλά τον χαμένο (ελεύθερο) χρόνο, που δεν τους αφήνει η πεζή καθημερινότητα. Αλλά χρόνος για διάβασμα υπάρχει σχεδόν πάντα -κι ας μην είναι όσος θέλουμε. Αρκεί να το έχουμε προτεραιότητα. Κι ίσως έτσι μπορέσουμε κάποτε να γίνουμε αναγνώστες παντός καιρού και εποχής, που δε θα παθαίνουν αναφυλαξία σε κείμενα που ξεπερνούν τις τρεις γραμμές -πχ όπως αυτό και πολύ περισσότερο τα βιβλία. 

Σ.Σ.: Ο υπότιτλος είναι σαφώς ειρωνικός. Κράτησα νοερά την κωδικοποίηση για να μην πλατειάσω υπερβολικά, αλλά δεν αρίθμησα καν τα σημεία. Ελπίζω ωστόσο ότι είναι κάπου 10(+1), όπως συνηθίζεται στους τίτλους τέτοιων κειμένων με λίστες. Οι οποίες μπορεί να μας απασχολήσουν και σε ένα επόμενο κείμενο, εντός του μήνα -καλώς εχόντων των πραγμάτων. Ποτέ μη λες ποτέ...

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Κόμματα και αρώματα -άσε τα καμώματα

Σας ενδιαφέρει/αρέσει η πολιτική;


Αν ήταν ερώτηση κλειστού τύπου (από αυτές που τόσο αγαπά το εξεταστικό σύστημα στις «ανοιχτές κοινωνίες» της γενικευμένης εμπορευματικής παραγωγής), θα τσέκαρα το σχετικό κουτάκι με σφυροδρέπανο. Εκτός και αν μπορούσα να ζητήσω διευκρινιστικές λεπτομέρειες, στις οποίες κρύβεται ο διάβολος, με τον οποίο ενδέχεται να συμμαχήσουμε, γιατί η διαλεκτική σκοπού-μέσου αγιάζει τον εξαποδώ. Γιατί, αν εννοούμε την καθημερινή πολιτική επικαιρότητα, δυσκολεύομαι πλέον να την παρακολουθήσω. Όχι πως είναι δύσκολη, αλλά είναι αφόρητα βαρετή.

Ου γαρ έρχεται μόνον. Δεν είμαστε πια τα παιδιά που ήταν η νιότη του κόσμου και πίστευαν πως θα τον αλλάξουν στο μπόι των ονείρων τους, πριν να μας φέρει εκείνος στα δικά του μέτρα. Ίσως πάλι μεγαλώνοντας, δεν έχεις πυκνό ιστορικό χρόνο για ανοησίες αλλά μόνο για ό,«τι πραγματικά αξίζει»: υγεία, ζωή, οικογένεια, τα παιδιά, τον πατερούλη, την επανάσταση, την πάλη των τάξεων που παραμένει ιστορικά αδικαίωτη... Δε σε νοιάζει πια το αστικό πατατάκι αλλά πώς θα στείλουμε τους εχθρούς του λαού στο Νευροκόπι να ξεχιονίζουν το όρος Πατάτα, με κουταλάκια του γλυκού.

Όποιος δηλώνει απολιτίκ, σκάβει τον λάκκο του -με κουταλάκι- και υπηρετεί όσους έχουν την κουτάλα της εξουσίας και τρων με χρυσά κουτάλια. Όποιος νιώθει σκληρός (καριόλης) σαν τον Κουταλιανό και ότι θα γαμήσει το σύστημα, θα τους δείξει, θα τους πήξει, επειδή δεν ψηφίζει κανέναν τους, κάνει μια τρύπα στο νερό -με κουταλάκι της σούπας. Αλλά πνίγεται σε μια κουταλιά νερό, όταν πρέπει να απεργήσει ή να κατέβει στον δρόμο, και μένει στο καφενείο να γκρινιάζει για τον πήξα, τον δείξα και το κακό συναπάντημα. Μα χτες μες στην πορεία γυρνούσες γελαστός...

Αλλά όσοι αδιαφορούν παγερά, με θερμοκρασίες Νευροκοπίου, για αυτήν την πολιτική σκηνή, έχουν πολλούς λόγους να νιώθουν πως δεν τους αφορά, και δεν είναι απαραίτητα απολίτικοι. Κανείς δεν αποκτά άλλωστε πολιτική συνείδηση με το εκλογικό πατατάκι ή το σανό που μοιράζουν τα ειδησεογραφικά δελτία. Οι πολιτικάντικες εξελίξεις δεν έχουν άμεση σχέση με την πολιτική -ή με τη συνείδηση γενικότερα.

Στην Αρχαία Ελλάδα γνώριζαν καλά ότι όποιος δεν ασχολείται με τα κοινά είναι άχρηστος και όποιος ιδιωτεύει συνώνυμο του βλάκα -κάτι που διατηρήθηκε ως σημασία στα αγγλικά (idiot). Σήμερα το πρότυπο του σύγχρονου μέσου πολίτη είναι ο βλάκας -χωρίς περικεφαλαία- που κοιτάζει τη δουλίτσα του (ιδιωτεύει), απεμπολεί την πολιτική του ιδιότητα (ως πολίτης) εφόσον δεν τον ενδιαφέρει η πολιτική, και αποθεώνει τους ιδιώτες και την... επενδυτική πρωτοβουλία τους, φτάνοντας στο ανώτατο επίπεδο αποβλάκωσης. Άραγε να ισχύει για τους βλάκες η θεωρία των σταδίων (#diplis); Κι υπάρχει μεγαλύτερος βλάκας από τον μέσο ψηφοφόρο της ΝΔ που θέλει κι άλλο μαστίγιο, γιατί θεωρεί λαϊκισμό το καρότο;

Κάποτε το ΠΑΣΟΚ έπρεπε να δώσει κάτι (έναν διορισμό, μια ΑΤΑ -κουτσουρεμένη, μια σύνταξη για όποιον πήρε τα βουνά, αυξήσεις), για να εκμαυλίσει συνειδήσεις, το κίνημα, να εξαγοράσει ψήφους, να κάμψεις αντιστάσεις και αντιστασιακούς, να κλείσει στη δρακογενιά και τους αγώνες της ραντεβού με το χρονοντούλαπο της ιστορίας. Το ΕΑΜ μας έσωσε απ’ την πείνα και το ΠΑΣΟΚ έκλεισε στόματα με καρότα και ψίχουλα.

Η ΝΔ αλλάζει στα μέτρα της τα συνθήματα της Αλλαγής. Ο ΛΑΟΣ (του Καρατζαφίρερ) θέλει, το ΠΑΣΟΚ (του Σημίτη) μπορεί. Οτιδήποτε άλλο είναι αδιέξοδος λαϊκισμός (ΤΙΝΑ) και στηλιτεύεται ακόμα και σε νοσταλγικά ένθετα για τη δεκαετία με τις βάτες. Αν το ΠΑΣΟΚ, δηλαδή η ενσωμάτωση, ήταν το φαινόμενο της (Μετα)-μεταπολίτευσης, η ΝΔ είναι σημείο των καιρών και του αιώνα μας. Είναι καθεστώς, κυβέρνηση εδώ και 16 χρόνια (απ’ τα τελευταία 22). Χτίζει το δικό της βαθύ κράτος, με γαλάζια παιδιά και στρατιές μετακλητών, τις δικές της συμμαχίες με εργολάβους που έχουν φάει και τα πόμολα, αλλά δε νιώθει πίεση να δώσει κάποια ψίχουλα στο κοινό της, πχ τον 13ο μισθό. Η εκλογική της βάση είναι εκπαιδευμένο σκυλάκι του καναπέ, που γλείφει το χέρι που την χτυπά και γαβγίζει στους ξένους. Θέλει νόμο και τάξη, κι άλλο μαστίγιο, καμαρώνει για το μέτωπο κατά των μπισκότων (που είναι λαϊκισμός), δεν έχει καν την αντίδραση της Πόντιας εταίρας -που έμαθε πως οι άλλες πληρώνονται, στο σχετικό ρατσιστικό ανέκδοτο. Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα της ΝΔ...

Αντιθέτως, το μεγαλύτερο επίτευγμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι πως ανέστησε τη ΝΔ και το «κύρος» των καναλιών -πχ του Μέγκα, που τώρα στηρίζει την ΕΛ.ΑΣ. Το πάθος για τον Τσίμα, ανέβηκε στο κύμα...

Κάποτε οι ασώματες κεφαλές στα δελτία ήταν λαομίσητες και έκαιγαν ό,τι αγαπούσαν, στρέφοντας τον κόσμο εναντίον τους (από τον Μπένι ως την Ντόρα και το «μένουμε Ευρώπη»). Κι ύστερα ήρθαν οι μέλισσες, οι λύκοι, το τρίτο μνημόνιο και η ΠΦΑ, η δημοπρασία-ξεπούλημα για τις δημόσιες συχνότητες και τα πανηγύρια του Παππά και των συριζοτρόλ, που έστησε ριάλιτι με τους καναλάρχες κλεισμένους σε ένα σπίτι.

Τώρα ο Αλέξης ψάχνει συμμαχίες με εφοπλιστές-καναλάρχες, την εύνοια του Μεγάλου τηλεοπτικού Αδερφού, του Μελισσανίδη και του Μαρινάκη -που είναι παλιός αντισυστημικός, ήδη από την εποχή του Unfollow και του Χαραλαμπόπουλου, που ήταν και στο Επικρατείας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε στα πρόθυρα της αυτοδιάλυσης και της γελοιότητας -τα άσχημα αριστεροχώρια άσχημα καίγονται-αυτοαναφλέγονται. Και έμεινα με την απορία τι θυμίζει πιο πολύ: τους πειρατές του Αστερίξ που βουλιάζουν μόνοι το καράβι, για να μην το κάνουν οι Γαλάτες. Ή το ανέκδοτο (του Λαϊκού Στρώματος) για την τελευταία ατάκα του Γκόρμπι, στο τελευταίο συνέδριο του ΚΚΣΕ: Σύντροφοι διαλυόμαστε! Η τελευταία μπλόφα του Μιχάλη, που ήθελε να κυβερνήσει χωρίς σοβιετικά βαρίδια, αλλά την πάτησε σα μαθητευόμενος μάγος που δεν μπορούσε να ελέγξει τις αντεπαναστατικές δυνάμεις που απελευθέρωσε.

Το Μαξίμου λανσάρει επετειακά την «τελευταία μπλόφα» του ΣΥΡΙΖΑ -τόσο αμερόληπτη, που μπορεί να συμπαθήσεις τον Τσίπρα (αλλά όχι τον Γιάνη). Αλλά η καλύτερη (και τελευταία;) μπλόφα του Κυριάκου ήταν την περασμένη άνοιξη, το σενάριο για άμεσες εκλογές, πριν σκάσουν και άλλα σκάνδαλα του ΟΠΕΚΕΠΕ, για να αναγκαστούν οι αντίπαλοί του να ανοίξουν πρόωρα τα χαρτιά τους. Ο Αλέξης παρουσίασε μια Αριστερά που θα χωρούσε εύκολα τον Στέφανο Μάνο -αν δεν είχε φύγει πρόωρα. Ενώ η Καρυστιανού έφτιαξε ένα κόμμα-λέσχη φίλων, που είναι ζήτημα αν θα φτάσει στις εκλογές.

Κάποτε τα νέα κόμματα έτρεχαν πίσω από τον χαμένο χρόνο (του Προυστ), να προλάβουν να απλώσουν ρίζες, να στήσουν οργανώσεις, να βρουν μέλη, συνδικαλιστικά στελέχη, να κάνουν άνοιγμα, εξορμήσεις, αφισοκολλήσεις. Τώρα φοβούνται μη τυχόν ξεφουσκώσουν πρόωρα σαν έγχρωμα μπαλόνια (τζέντλεμαν και κλεφτρόνια), χωρίς περιεχόμενο. Δε θέλουν μέλη και οπαδούς, αλλά ινφλουένσερ και χρηματοδότες για προεκλογική εκστρατεία στα ΜΚΔ, που στήνεται σε λίγες βδομάδες.

Κάποτε τα αστικά κόμματα έκλεβαν συνθήματα και τη δομή του ΚΚΕ, για να το αντιμετωπίσουν (πχ το ΠΑΣΟΚ, με το ΕΓ, που εκτελούσε τις εντολές του κυρίαρχου λαού -δηλαδή του Ανδρέα). Τώρα είναι απλώς εκλογικοί μηχανισμοί μιας χρήσης. Ρευστές, χαλαρές ενώσεις, σαν σελίδες στο ΦΒ, με ακόλουθους αντί για μέλη, χτισμένες στο συμφέρον και τη συνδιαλλαγή. Χωρίς ισχυρή πολιτική ένταξη, δίχως ιδέες, δίχως σημαίες, δίχως καβάτζα καμιά. Οι πενήντα αποχρώσεις του αστικού χυλού, που δύσκολα ξεχωρίζουν μεταξύ τους.

Κάποτε τα αστικά κόμματα είχαν ικανούς δημαγωγούς, λαοπλάνους ρήτορες, καλούς ηθοποιούς με οσκαρικές ερμηνείες, που συγκινούσαν το εκλογικό κοινό. Τώρα γεμίσαμε ατάλαντους πρωταγωνιστές, δεύτερης κατηγορίας, που πρέπει να τους δείξει ο γγ πώς γίνεται η δουλειά: τσιπουράτο ύφος, καλός λογογράφος και το LUBEN για τις viral ατάκες. Ο Αλέξης είναι σα να παθαίνει εγκεφαλικό, όσο γερνάει. Ενώ ο Κυριάκος είναι πολύ κωλόπαιδο από κωλόσογο, που τον δουλεύουν στα Social και τα διεθνή media. Αλλά αν είναι τόσο κακός ο αντίπαλος, γιατί χάνουν-με σχεδόν άνευ αγώνα;

Ο Κυριάκος δε χρειάζεται να είναι καλός ηθοποιός ή δεινός ρήτορας, ούτε να έχει ενσυναίσθηση για τον λαό που δεν έχει άρτο, παντεσπάνι και αξιόλογα θεάματα. Του φτάνει να έχει ικανούς συνεργάτες και διεθνή επιτελεία, που ασχολούνται με την εικόνα του και τον πλασάρουν ως «πολιτικό φαινόμενο» που δε χάνει ποτέ. Αν και είναι βέβαιο ότι το σύστημα κοιτά ήδη την επόμενη μέρα και αυτό δεν αφορά μόνο τον δεύτερο πόλο αλλά και την επόμενη μέρα στη ΝΔ χωρίς τον Κυριάκο.

Εν κατακλείδι.

Τα αστικά κόμματα δε χρειάζονται χαρισματικές προσωπικότητες. Κάνουν τη δουλειά τους με μηχανισμούς, μποτάκια και οσονούπω με πολιτικούς τεχνητής νοημοσύνης -ως συνέχεια της καραμέλας για τους «τεχνοκράτες» που θα κυβερνήσουν με αξιοκρατία. 

Το σύστημα δε χρειάζεται μαζικά κόμματα για να ενσωματώσει τις ανησυχίες των μαζών. Ούτε πολύ καρότο και παροχές, όσο δεν πιέζεται από ένα μαζικό κίνημα. Η κυριαρχία του είναι εύθραυστη, αλλά είναι σημείο των καιρών και δείγμα ότι είναι σε θέση να καθορίζει τους όρους του παιχνιδιού.

Στον επίλογο ίσως χωρούσαν κάποιες σκέψεις για την πολιτική που θέλουμε, το επίπεδο της πολιτικής συνείδησης και πώς μπορεί να ανέβει ή για το κόμμα νέου τύπου στις σημερινές συνθήκες ή το «κομματικό φαινόμενο» στην εποχή μας. Αφενός όμως δε χωράνε, γιατί μεγαλώνοντας τείνω να φλυαρώ με λογοτεχνίζουσες διατυπώσεις, να χάνω την ουσία και να την μεταθέτω σε επόμενα μέρη -που δεν έρχονται ποτέ. Αφετέρου για ποια κόμματα να μιλήσουμε σήμερα;

Τι είναι η (πολιτική) ζωή; Τι είναι τα κόμματα; Ένα τίποτα είναι -καλή ώρα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ.

Και με αυτό μπορείς να κυριολεκτείς. Όχι μόνο γιατί σήμερα είναι και αύριο δεν είναι. Όχι μόνο γιατί είναι χυλός, αστ(ρ)ική σκόνη στον άνεμο, που ταξιδεύει αναλλοίωτη στον χρόνο και αλλάζει μορφές, συνθέτοντας νέα βραχύβια κόμματα, πάντα γόνιμη σε διεργασίες σαν την κοπριά, αρκεί να βουλώνεις τη μύτη σου για να αντέξεις τη σαπίλα και τα κομπρεμί. Κόμματα και αρώματα -άσε τα καμώματα...

Αλλά γιατί σήμερα δεν υπάρχουν ουσιαστικά κόμματα -παρά μόνο οι χαλαρές ενώσεις που λέγαμε παραπάνω. Κι όποιος νευριάζει με το κλασικό απόφθεγμα «ένα είναι το κόμμα», ας σκεφτεί καλύτερα και ας αναρωτηθεί.

Γιατί, υπάρχουν και άλλα;