Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μακάρενκο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μακάρενκο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017

Για το παιδαγωγικό ποίημα του Μακάρενκο

Αν κάποιος δεν έχει διαβάσει το Παιδαγωγικό Ποίημα του Μακάρενκο, τον περιμένει μια πραγματική αποκάλυψη, για την οποία κανείς δεν μπορεί να τον προϊδεάσει επαρκώς, όσα κι αν του πει σαν προλεγόμενα.

Δεν είναι ακριβώς ποίημα, αλλά αγώνας, που είναι η τέχνη της ζωής. Είναι ποίηση, με την κυριολεξία του όρου, διάπλαση χαρακτήρων κι ενός νέου κόσμου. Ενός κόσμου που ξεκινούν να τον φτιάξουν στα ερείπια του παλιού και των παλιών "ξοφλημένων" εαυτών τους. Δεν είναι ένα κλασικό ορφανοτροφείο-αναμορφωτήριο φυλακισμένων παιδικών ψυχών, αλλά εργαστήριο αναδιαμόρφωσης των συνθηκών, που φτιάχνουν με τη σειρά τους τους ανθρώπους.

Δεν είναι ακριβώς παιδαγωγικό, με στενά σχολικούς όρους, αλλά μια σφαιρική και ολοκληρωμένη εκπαιδευτική διαδικασία σε μια κοινότητα, που θα έκανε ίσως πολλούς "ελευθεριακούς" να φρίξουν με την αυστηρή πειθαρχία, την "επιβολή" του συνόλου στο άτομο, τη στρατιωτική παιδεία του επικεφαλής, του Αντόν Μακάρενκο, που είναι κι ο συγγραφέας του δίτομου έργου.

Σίγουρα δεν πρόκειται για την παιδεία της αριστείας, που προχωρά με μια "εκλεκτή μειοψηφία", επενδύει πάνω της και στήνει ένα τείχος ή μάλλον μικρό Καιάδα για τους υπόλοιπους, που... "δεν παίρνουν τα γράμματα". Βάζει έτσι στους εκπαιδευτικούς -πέρα από τα στενά χρονικά όρια και την ελεγχόμενη στοχοθεσία του μαθήματος- το κλασικό, περιοριστικό τρίλημμα: να προχωρήσουν (σ)το μάθημα με το ρυθμό των καλών, των τελευταίων ή με το μέσο όρο της τάξης;

Η τάξη του Μακάρενκο έχει άλλες ταξικές προτεραιότητες κι εξυπηρετεί άλλους σκοπούς. Μπορεί να μην έπιανε καλούς βαθμούς σύνδεσης με την αγορά εργασίας σε μια καπιταλιστική χώρα, αλλά δε θεωρεί κανέναν άχρηστο και χαμένη υπόθεση. Μπορεί να μη βγάζει παιδιά-θαύματα, με υποτροφίες, άριστες επιδόσεις κι ασυνήθιστες ικανότητες, αλλά είναι ένα μικρό θαύμα από μόνη της, που βγάζει επιστήμονες, τεχνίτες, μα πάνω από όλα χτίστες της νέας κοινωνίας, σύμφωνα με το πνεύμα και τις ανάγκες της εποχής. (Δεν ξέρω αν είναι τυχαίο ή ίσως κατάλοιπο του σοβιετικού παρελθόντος πως το πανεπιστήμιο του Λομονόσοφ -ή μήπως Λαμανόσαφ;- εξακολουθεί ως και σήμερα να έχει σχετικά καλές αξιολογήσεις, αλλά δε συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων εξαιτίας της πολύ χαμηλής του βαθμολογίας στο κομμάτι της σύνδεσής του με την αγορά).

Ο Μακάρενκο και τα παιδιά του εφαρμόζουν πιθανότατα στην πράξη το θεωρητικό κεκτημένο της σοβιετικής ψυχολογίας (Βιγκότσκι, κ.ά.) για την άγουσα (κύρια) δραστηριότητα, που διαμορφώνει πρωτίστως τον ψυχισμό του ανθρώπου. Διδάσκουν τη συντροφική συμβίωση και τη συλλογική ζωή (κολεκτίβα), το συνδυασμό θεωρίας και πράξης, μάθησης και εργασίας. Κι όταν τελικά καταφέρνουν να πατήσουν γερά στα πόδια τους σαν κολεκτίβα, "εξάγουν" την επανάστασή τους και τα καλύτερα παιδιά τους σε άλλες αντίστοιχες μονάδες, για να μεταδώσουν την πείρα και τα διδάγματά τους.

Για μια σοσιαλιστική κοινωνία ανώτερου τύπου, κάποιες κοινωνικές κατηγορίες είναι ευαίσθητος δείκτης της ποιοτικής στάθμης και διαφοράς της: τα παιδιά (ορφανά και μη), οι ανήλικοι έφηβοι, οι ηλικιωμένοι-συνταξιούχοι, τα άτομα με ειδικές ανάγκες, η κρατική μέριμνα, τα δικαιώματα και τα προνόμια που απολαμβάνουν. Η σύγκριση με την τσαρική Ρωσία, και τη σημερινή πραγματικότητα στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Η ευθεία σύγκριση με τις χώρες του δυτικού κόσμου, καθώς κι οι συγκρίσεις στο εσωτερικό των καπιταλιστικών χωρών και το κοινωνικό τους κράτος, πριν και μετά την επικράτηση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας στην ΕΣΣΔ, που αποτελούσε πηγή έμπνευσης για τους λαούς και τους αγώνες τους, κι αντίπαλο δέος για την αστική εξουσία.

Για τους συντρόφους, η παιδαγωγική επιστήμη είναι κλειδί τόσο για τις μεταξύ τους σχέσεις (όπου η οργάνωση, το κόμμα, η ταξική πάλη γενικότερα είναι ένα μεγάλο σχολείο, με ανεξάντλητο πλούτο), όσο και στο άνοιγμά τους στον κόσμο και τη δουλειά στο μαζικό΄κίνημα. Αρκεί να μην ξεχνάνε πως:
α) το βασικό πεδίο-κριτήριο είναι η πράξη, που όμως καθοδηγείται από τη θεωρία, για να μη βαδίζει στα τυφλά και κάνει τα ίδια λάθη, επαναλαμβανόμενου κύκλους γύρω από τον εαυτό της, όπως στη μέρα της Μαρμότας.
β) ο παιδαγωγός γηράσκει αεί διδασκόμενς από τις μάζες και δεν μπορεί να διακατέχεται από την υπεροψία του παντογνώστη-ξερόλα. Άλλο πράγμα ο αγνωστικισμός κι άλλο η αμφιβολία, η γόνιμη αμφισβήτηση, οι αναζητήσεις κι η διαρκής αναμέτρησης με τις αδυναμίες, τις ελλείψεις και τα κενά που έχουμε να καλύψουμε.

Τα παραπάνω είναι δικές μου σημειώσεις που γράφτηκαν αντί ανταπόκρισης από μια ενδιαφέρουσα εκδήλωση για την Παιδαγωγική στη Σοβιετική Ένωση (η περίπτωση του Μακάρενκο, Σοσιαλισμός και Προσωπικότητα) με εισηγητή το σοβιετικό κυριούλη.
Αντ' αυτής λοιπόν, μπορείτε να διαβάσετε τα εξής:
-εντυπώσεις από μια παρουσίαση του παιδαγωγικού ποιήματος από τον Ελισαίο
-ένα απόσπασμα-κεφάλαιο από το παιδαγωγικό ποίημα, σε δύο μέρη (1 και 2)
-ένα κείμενο του Παυλίδη (που είναι σχετικό, αλλά αν δεν κάνω λάθος, δεν ταυτίζεται με το κείμενο της εισήγησής του).

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Το παιδαγωγικό ποίημα

Τις προάλλες η κε του μπλοκ παρακολούθησε στο παιδαγωγικό μια πολύ ωραία κι ενδιαφέρουσα βιβλιοπαρουσίαση του κλασικού έργου του μακάρενκο «παιδαγωγικό ποίημα». Λέω ωραία κι ενδιαφέρουσα, όχι μόνο για το περιεχόμενο ενός πραγματικά ξεχωριστού βιβλίου, αλλά και για τη μεστή παρουσίασή του από τον ελισαίο βαγενά, μέλος της κετουκε και υπεύθυνο του τμήματος διεθνών σχέσεων.
Ο ελισαίος είναι (κι αυτός) γνήσιος σοβιετικός κυριούλης, με σαφείς επιρροές από τα φοιτητικά του χρόνια στο λομονόσοφ της μόσχας, όπου τον είχε στείλει το κόμμα με υποτροφία να σπουδάσει. Έχει καλό λέγειν, χαμογελαστή έκφραση, μια απαράτσικη κοιλίτσα και το κλασικό σοβιετικό μουστάκι παλιάς κοπής, που φέρνει λίγο στου μακάρενκο. Και αυτή η σοβιετική ανατροφή τον καθιστούσε ιδανικό εισηγητή για το θέμα της εκδήλωσης.

Ο βαγενάς είπε ότι το παιδαγωγικό ποίημα δεν είναι απλώς ένα ωραίο λογοτεχνικό βιβλίο, αλλά ένα σπάνιο έργο· όχι μόνο γιατί τη συγγραφή του διήρκεσε δέκα χρόνια, από το 25’ μέχρι το 35’, αλλά γιατί αποτύπωνε την τιτάνια μάχη του σοβιετικού λαού να κάνει ένα ιστορικό άλμα και να διαβεί τη νοητή γραμμή της ανθρώπινης προϊστορίας και των εκμεταλλευτικών συστημάτων. Ένα άλμα που παρουσιάζεται με βιωματικό, γλαφυρό κι ενίοτε χιουμοριστικό τρόπο, μέσα από τη ζωή «συνηθισμένων ανθρώπων»· των παιδιών μιας αποικίας (όπως είναι η πιστή μετάφραση του τίτλου από τα ρώσικα) ή ενός παιδικού σταθμού (όπως επέλεξε να το αποδώσει στην πρώτη μετάφραση του έργο, ο ζήνων ζορζοβίλης –αν συγκράτησα καλά το επίθετο), όπου ο βασικός σκοπός είναι η διάπλαση κι η δημιουργία του νέου ανθρώπου. Οι γενικές κατευθύνσεις υπάρχουν, αλλά οι δρόμοι και τα μέσα για την υλοποίησή τους δεν είναι δεδομένα και πρέπει να εφευρεθούν.

Ο βαγενάς αναφέρθηκε παρενθετικά και στην αντικομμουνιστική εκστρατεία της εε: είκοσι χρόνια μετά τις ανατροπές, γιατί γίνεται τέτοια επίθεση ενάντια σε μια «ιδέα που πέθανε», όπως λένε. Και προχώρησε στις απαραίτητες συγκρίσεις: αν στον καπιταλισμό εκατό εκατομμύρια παιδιά υποφέρουν από πείνα και φτώχια στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις και τον τρίτο κόσμο, η επαναστατική ρωσία, ρημαγμένη από συνεχείς πολέμους, είχε να αντιμετωπίσει το εκρηκτικό πρόβλημα 7,5 εκατομμυρίων ορφανών που είχαν μείνει στο δρόμο και κατέληγαν στην επαιτεία, τα ναρκωτικά και τις συμμορίες. Κατόρθωσε όμως με πενιχρά μέσα να εντάξει τα περισσότερα σε ειδικές εργασιακές κολεκτίβες, ακόμα και να σπουδάσει κάποια από αυτά.

Το παιδαγωγικό ποίημα είναι η ιστορία μιας τέτοια κολεκτίβας παιδιών, υπό τη διεύθυνση του αντόν μακάρενκο, και χωρίζεται σε τρία χρονικά μέρη, με βάση την εξέλιξη των παιδιών: από την αλητεία στην αγωνιστική διάπλαση του χαρακτήρα και τη θεωρητική τους διαπαιδαγώγηση με το στοιχείο της αλληλεγγύης και τα χαρακτηριστικά της νέας ζωής: συμμετοχή, λογοδοσία, υπευθυνότητα. Κι απ’ την επιτυχία της κολεκτίβας γκόρκι –η οποία πήρε το όνομά της από το γνωστό ρώσο συγγραφέα*- στην «εξαγωγή» του παραδείγματος και των τροφίμων της, σε μια μεγαλύτερη κολεκτίβα (το σταθμό του κουριάζ), όπου υπήρχε ως ενδεχόμενο κι ο κίνδυνος της οπισθοδρόμησης για τα παιδιά του γκόρκι, αλλά τελικά τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά.
(*Υπ’ όψιν ότι ο γκόρκι είχε αναγκαστεί να απομακρυνθεί σε μικρή ηλικία απ’ το σπίτι του και γνώριζε από πρώτο χέρι τα προβλήματα και τις δυσκολίες που είχαν να αντιμετωπίσουν. Και η εξέλιξή του αποτελούσε πρότυπο για τα παιδιά της κολεκτίβας, που διατηρούσαν αλληλογραφία με το συγγραφέα και είχαν την τύχη να τους επισκεφτεί προσωπικά στο σταθμό τους).

Παρόλα αυτά οι τότε σοβιετικοί ιθύνοντες, που ανήκαν στη σχολή της λεγόμενης ελεύθερης αντι-αυταρχικής παιδαγωγικής, αντιμετώπιζαν με καχυποψία τις παιδαγωγικές μεθόδους του μακάρενκο. Τον κατηγορούν για στενό πρακτικισμό και ροπή προς τη στρατιωτικοποίηση (ξεχνώντας σε ποια περίοδο και σε τι περιβάλλον λειτουργεί), ενώ θεωρούν την εργασιακή άμιλλα μεταξύ των ομάδων της κολεκτίβας κατάλοιπο του καπιταλιστικού ανταγωνισμού! Ο μακάρενκο θεωρεί τους επικριτές του «παιδαγωγούς του ολύμπου», που ζουν στον ουρανό κι ενδιαφέρονται μόνο για τις ιδέες, μακριά από την ζωντανή πραγματικότητα. Απορρίπτει τη λογική του ανθρώπου που «αυτοαναπτύσσεται» σαν αέριο και κατακτά αυθόρμητα την κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση, τονίζοντας τη σημασία της καλλιέργειας –για να μην ξεπηδήσουν αυθόρμητα αγριόχορτα.

Ο μακάρενκο αρνείται να βάλει νερό στο κρασί του και εξωθείται στην παραίτηση από τη θέση του, όχι όμως και από την υπόθεση που υπερασπίζεται. Μερικά χρόνια αργότερα αναλαμβάνει την ευθύνη της παιδικής κομμούνας τζερζίνσκι, που σε αντίθεση με τις προηγούμενες δε βασίζεται στην αγροτική οικονομία, αλλά είναι βιομηχανική επιχείρηση· κι εξιστορεί την εξέλιξη αυτού του σταθμού στο βιβλίο «σημαίες στους πύργους», που δυστυχώς δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Στο παιδαγωγικό ποίημα πάντως –το οποίο έχει μεταφερθεί και στη μεγάλη οθόνη- έχει δώσει ήδη τα βασικά σημεία που καθόρισαν την παιδαγωγική του μέθοδο και πρακτική.

Παράλληλα στο άρθρο του «ο σκοπός της διαπαιδαγώγησης» τονίζει τη διαλεκτική αλληλεπίδραση της ομάδας (κολεκτίβας) και της προσωπικότητας του ατόμου. Ωστόσο δε διατύπωσε ποτέ κάποιο ολοκληρωμένο θεωρητικό σύστημα ή κάποιο συνολικό εκπαιδευτικό σχέδιο, γιατί είχε επίγνωση του μέτρου της δουλειάς του (που εξειδίκευε σε κολεκτίβες με ορφανά παιδιά) καθώς και της πολυπλοκότητας της εκπαιδευτικής διαδικασίας, που θα καθιστούσε μια λεπτομερή περιγραφή - πέρα από τις βασικές αρχές- άχρηστη και πιθανόν επιζήμια. Εξάλλου ο μακάρενκο πέθανε σχετικά νέος, την πρωταπριλιά του 39’, λίγο καιρό αφού είχε κάνει αίτηση για να γίνει μέλος του κόμματος.

Πολλοί επιχειρούν να ερμηνεύσουν αυτή τη μεγαλειώδη προσπάθεια και τους παράγοντες που την καθόρισαν αποστειρωμένα, μακριά από το κίνητρο της σοσιαλιστικής αλλαγής μιας χώρας που από «αγράμματη» έγινε πρωτοπόρα στις επιστήμες. Όπως είχε πει κι ένας μεγάλος έλληνας παιδαγωγός, ο δ. γληνός, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση είναι μια βαθιά πολιτική πράξη κι απαιτεί συνολικές κοινωνικο-πολιτικές αλλαγές. Οι ιδέες του μακάρενκο λοιπόν δε θα μπορούσαν να εμφανιστούν, πόσο μάλλον να λειτουργήσουν εκτός της σοβιετικής ένωσης. Δεν ήταν δηλ απλώς κάποιες ιδέες που έπεσαν σε εύφορο έδαφος, αλλά καρπός αυτών ακριβώς των αλλαγών που συντελούνταν στη σοβιετική κοινωνία.

Οι σοβιετικοί έφτιαξαν πολυτεχνικά σχολεία βασισμένοι και στις σημειώσεις των κλασικών για τη σημασία της εργασίας στην εξέλιξη της ανθρώπινης προσωπικότητας –η οποία αποτέλεσε τον πυρήνα της θεωρίας της δραστηριότητας και της πρωτοπόρας σοβιετικής ψυχολογίας, σε αντίθεση με το φροϋδικό ρεύμα και την αστική παιδαγωγική. Η τελευταία αντιλαμβάνεται την ανάπτυξη του παιδιού ως ανάπτυξη των ενστίκτων του είτε ως απόρριψή τους και προσαρμογή του ενήλικα στο καταπιεστικό κοινωνικό περιβάλλον.
Οι σοβιετικοί αντιθέτως αντιλαμβάνονταν την διαπαιδαγώγηση ως μια εξελικτική διαδικασία στην οποία παρεμβάλλεται το σύνολο της κοινωνίας, όπου όλοι ανεξαιρέτως μπορούν να διαπαιδαγωγηθούν, να αφομοιώσουν, να δράσουν και να αλλάξουν. Κατέρριψαν δηλ τους ταξικούς φραγμούς, αλλά και τις αντιλήψεις του βιολογικού αναγωγισμού –κάποιοι παίρνουν τα γράμματα, άλλοι όχι- καθιερώνοντας ως βάση την υποχρεωτική μόρφωση για όλους. Και αυτή η διαδικασία δεν ερχόταν σε αντίθεση με την ανθρώπινη φύση και τα ένστικτα, αλλά βασιζόταν ακριβώς στην κοινωνική φύση του ανθρώπου.

Όλα τα παραπάνω είχαν κι αντίστοιχη πρακτική σημασία, καθώς απαντούσαν στο ερώτημα αν «προηγείται η μάθηση ή η διαπαιδαγώγηση» και στις προτεραιότητες που έθετε κάθε κοινωνικό σύστημα. Ο καπιταλισμός στερεί τη μόρφωση από το λαό, γιατί χρειάζεται φτηνό εργατικό δυναμικό, καταρτισμένο με κουτσουρεμένη μάθηση και συγκεκριμένες δεξιότητες· που να είναι ευέλικτο κι υπάκουο, σκύβοντας το κεφάλι σε ό,τι του επιβάλουν. Ενώ το σοσιαλιστικό σύστημα καλλιεργεί τη δίψα για μάθηση, προχωρά όμως πέρα από αυτό, στην ολόπλευρη διαπαιδαγώγηση του ατόμου. Γιατί όπως είπε ένας ρώσος παιδαγωγός: αν ο άνθρωπος μείνει μόνο μαθητής, τότε παύει να είναι άνθρωπος.

Αυτό δε σημαίνει ότι το σοβιετικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν είχε αδυναμίες και προβλήματα –ειδικά μετά την απομάκρυνση από τις σοσιαλιστικές νομοτέλειες στη σφαίρα της οικονομίας και το αρνητικό αντίκτυπό τους στο εποικοδόμημα. Αλλά αυτά τα προβλήματα δεν είχαν καμία σχέση με όσα βιώνουμε σήμερα, καθώς ο σοσιαλισμός είχε λυμένα βασικά ζητήματα που ο καπιταλισμός ούτε μπορεί ούτε θέλει να λύσει.

Ο βαγενάς έκλεισε την εισηγητική του τοποθέτηση σημειώνοντας πως το παιδαγωγικό ποίημα αποτελεί φάρο για το σημερινό κομμουνιστή παιδαγωγό και το ρόλο του στο σχολείο, που πρέπει να δίνει το προσωπικό παράδειγμα της θυσίας, της ανιδιοτέλειας και της μάχης ενάντια στο βόλεμα και τη μοιρολατρία. Και κάλεσε τους μελλοντικούς δασκάλους και παιδαγωγούς να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και να αποτιμήσουν-υπερασπίσουν με μετρημένο και κριτικό τρόπο την πλούσια σοβιετική πείρα.

Επειδή πάντως αυτή η παρουσίαση βασίζεται στο δικό μου τρόπο πρόσληψης και κάποιες βιαστικές σημειώσεις, που αναμφίβολα φτωχαίνουν την εισήγηση του ε.β, θα ήταν ευχής έργο να δημοσιευτεί στον κυριακάτικο ρίζο –ή και τον 902- για να είναι προσβάσιμη από τον καθένα.

Ακολούθησε ο δεύτερος ομιλητής κι η εισήγησή του για τα φαινόμενα σχολικού εκφοβισμού (bulling), αλλά για να είμαι ειλικρινής δεν την παρακολούθησα με το ίδιο ενδιαφέρον, αν και έθετε ένα καίριο θέμα που παρουσιάζεται συχνά με στρεβλό ή υπερβολικό τρόπο (ανεξέλεγκτη παιδική-εφηβική παραβατικότητα) τσουβαλιάζοντας διάφορες μορφές κοινωνικής συμπεριφοράς στο γενικό όρο βία, προκειμένου να δικαιολογήσει την επιβολή αυταρχικών σχολικών κανονισμών, που θα διαμορφώνουν πειθήνια στρατιωτάκια, κυρίως κριτικό πνεύμα και δυνατότητα αμφισβήτησης.

Στο κλείσιμο ο βαγενάς έκανε μια μικρή αναφορά και στο κορυφαίο πολιτικό γεγονός του 19ου συνεδρίου, από την οποία ξεχώρισα την κατακλείδα: όχι άλλους αγανακτισμένους, χρειαζόμαστε αποφασισμένους.

Ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο ήταν κι η παρουσία του άλλου σοβιετικού κυριούλη, του περικλή παυλίδη, που γνωρίζει καλά τόσο τον ελισαίο, από τα χρόνια του λομονόσοφ, όσο και το αντικείμενο της εκδήλωσης: το παιδαγωγικό ποίημα και τις μεθόδους του μακάρενκο. Μπορεί να μη μίλησε τελικά σχετικά με το δεύτερο –και είναι κρίμα, γιατί θα άνοιγε μια ωραία συζήτηση- αλλά μίλησε με τον πρώτο στο τέλος της εκδήλωσης, μετά από πολλά χρόνια, και πέτυχαν μια ιστορική συμφιλίωση, αντί του καθιερωμένου αίσιου τέλους –χάπι εντ.

Όπως στις παλιές καλές σοβιετικές ταινίες..

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

Ο ρόλος του παιδαγωγού στη διαμόρφωση της συνείδησης

Τις προάλλες η κε του μπλοκ βρέθηκε στη λδ του βορρά, όπου παρακολούθησε την εκδήλωση της κομματικής αχτίδας εκπαιδευτικών και της τ.ο φιλοσοφικής της κνε, στον πύργο του παιδαγωγικού, για το ρόλο του παιδαγωγού (εφεξής ρτπ) στη διαμόρφωση της συνείδησης, με ομιλητή τον κυριάκο ιωαννίδη (κ.ι) από το τμήμα παιδείας της κετουκε. Παρακάτω θα προσπαθήσω να αναπαραγάγω αποσπασματικά κάποια σημεία της εισήγησης και της συζήτησης που ακολούθησαν με βάση το δικό μου βαθμό πρόσληψης, τις σημειώσεις που κράτησα και όσες τυχόν στρεβλώσεις αυτές περιέχουν, οι οποίες βαραίνουν αποκλειστικά εμένα.

Αρχικά ο κ.ι έθεσε τις διαστάσεις του θέματος της εκδήλωσης βάζοντας μερικά ερωτήματα τα οποία συνδέονται με αυτό. Τι είναι προσωπικότητα; Τι είναι διαπαιδαγώγηση; Υπάρχουν κοινές αντιλήψεις σε αυτά τα ζητήματα ή διαφορετικές κατευθύνσεις που συγκρούονται; Και παρακάτω. Με ποια πλευρά συντάσσεται ο παιδαγωγός; Με τη στατική θεώρηση της διαπαιδαγώγησης και τους σκοπούς του σημερινού σχολείου, ή με την πάλη για την αλλαγή του; Αρκεί αυτή η πάλη αν δε συνοδεύεται με την πάλη για την πολιτική εξουσία; Και ποια είναι η θέση ενός εκπαιδευτικού που θεωρεί ότι η λύση σε αυτά τα ζητήματα θα έρθει μόνο μέσω της αλλαγής τάξης στην εξουσία; Μήπως αυτό βάζει όρια στη δράση του; Τα καθημερινά φαινόμενα υποσιτισμού και τα προβλήματα επιβίωσης που αντιμετωπίζουν πολλοί μαθητές καθιστούν ακόμα πιο επιτακτικά αυτά τα ζητήματα.

Την ίδια στιγμή, δεν υπάρχει επίσημο κρατικό κείμενο που να μην αναφέρεται στον ειδικό ρόλο του παιδαγωγού –πχ οι επίσημες εκθέσεις της εε και του οοσα, ακόμα και τα θέματα των πανελλαδικών εξετάσεων (πέρσι στην ιστορία για την εσσδ και το 2ο ππ, ή πρόπερσι στην έκθεση για τη δια βίου μάθηση) αποδεικνύουν την πολιτική διάσταση του θέματος. Στον πυρήνα της αστικής προσέγγισης βρίσκεται η δικαιολόγηση και διαιώνιση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, της αστικής δημοκρατίας και της τυπικής ισότητας, όπου ο άλλος νοείται ως όριο και εμπόδιο. Η καλλιέργεια ορισμένων δεξιοτήτων, η προσαρμογή των μαθητών ώστε να αντιμετωπίζουν το διαρκές άγχος και την απογοήτευση, να αποδεχτούν το ρίσκο και την ατομική ευθύνη, η εμπέδωση του εθελοντισμού, της φιλανθρωπίας και της κοινωνικής συναίνεσης. Και φυσικά ο αντικομμουνισμός, που εξελίσσεται σε κεντρική κρατική πολιτική, περνώντας μέσα από τη διαστρέβλωση της ιστορίας και την εξίσωση του κομμουνισμού με το φασισμό και την τρομοκρατία.

Ποια είναι λοιπόν η απάντηση από τη σκοπιά της πρωτοπορίας, με ιδεολογικούς όρους –οι οποίοι μπορεί να γίνουν είτε υλικά εμπόδια είτε μαζικοί επιταχυντές της ιστορίας;
Ας επιστρέψουμε στο αρχικά ερωτήματα. Η προσωπικότητα εμφανίζεται στις ολοκληρωμένες κοινωνίες, στη βάση της εργασίας και της επικοινωνίας. Κάθε τι ανθρώπινο είναι 100 (κι όχι 90)% προϊόν κοινωνικών σχέσεων, της ανθρώπινης κοινωνίας κι όχι απλά ένα βιολογικό χαρακτηριστικό.
Οι αστοί δε συμφωνούν φυσικά με αυτήν την προσέγγιση. Ένα κοινό σημείο όλων των αστικών θεωριών στις διάφορες παραλλαγές τους είναι ότι αντιπαραθέτουν το άτομο με την κοινωνία και τις επιταγές του πολιτισμού με τα ζωώδη ένστικτα. Ενώ στο πεδίο της διαπαιδαγώγησης ψάχνουν τρόπους προσαρμογής του μαθητή στην κοινωνία –κι όχι τρόπους ανατροπής της- ή θεωρούν γενικά αντιδραστική την έννοια της αγωγής καθαυτή.

Οι σοβιετικοί αντιθέτως πίστευαν ότι η διαπαιδαγώγηση ανοίγει δρόμους για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας. Ή όπως έλεγε ο μακάρενκο: μαθαίνει στον άνθρωπο πώς να ζει. Γιατί όμως –θα ρωτήσει κάποιος- έχει θέση η πολιτική σε αυτό το κομμάτι; Τι μας χρειάζεται η ταξική πάλη;
Αν κάποιος πιστεύει ότι ο σημερινός κόσμος είναι άδικος μεν, αλλά ο καλύτερος δυνατός, τότε θα δώσει αρνητική απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα. Αν όμως θεωρεί ότι η καπιταλιστική κοινωνία δεν είναι ο τελευταίος σταθμός στην εξέλιξη της ανθρωπότητας, η απάντησή του θα ‘ναι διαφορετική

Γι’ αυτό η επιστήμη δε μπορεί να νοείται χωρίς γενικότερη επιστημονική κοσμοθεωρία, ως ένα απλό ουδέτερο σχήμα που εμπλουτίζεται κατά το δοκούν. Σε αυτό το σημείο ο κ.ι μας διάβασε ένα απόσπασμα από μια διάλεξη του λένιν για τους κομμουνιστές που πρέπει να κατέχουν όλο τον πλούτο της ανθρωπότητας, όχι για να τον παπαγαλίζουν σαν κούφια ταμπέλα, αλλά για να τον αφομοιώσουν ώστε να μπορούν να τον εξετάσουν κριτικά. Γιατί ο κομμουνιστής που περηφανεύεται για τον κομμουνισμό του με έτοιμες ιδέες είναι αξιοθρήνητος.

Την τελευταία δεκαετία έχει ανοίξει μια συζήτηση ως προς το αν η εκπαίδευση παραμένει κρίσιμος μηχανισμός ή αν η τηλεόραση και το διαδίκτυο –που καθορίζουν πρότυπα και στάσεις ζωής- έχουν αποκαθηλώσει την προτεραιότητά της. Το ζήτημα ωστόσο δεν είναι αμιγώς ποσοτικό, αλλά ποιοτικό και αφορά τις πλέον κρίσιμες λειτουργίες. Ο αντιδραστικός ρόλος του σύγχρονου σχολείου εξάλλου έχει να κάνει συνολικά με τις λειτουργίες του, κι όχι μόνο με το περιεχόμενο της διδασκαλίας του –η προσευχή πχ είναι μια μορφή αθόρυβης ιδεολογικής παρέμβασης. Το σχολείο λοιπόν είναι η άγουσα, κυρίαρχη δραστηριότητα για το μαθητή (όρος που καθιέρωσε ο βιγκότσκι κι η σοβιετική ψυχολογία), όπως είναι για το νήπιο το παιχνίδι και για τον ενήλικο η εργασία. Είναι ο προσωπικός άξονας, το περιβάλλον όπου κοινωνικοποιείται για 6-7 ώρες σε καθημερινή βάση. Το συγκεριμένο κοινωνικό είναι που καθορίζει τη συνείδηση (σύμφωνα με τη γνωστή φράση του μαρξ). Κι επίσης ένα κομμάτι του εποικοδομήματος που αλληλεπιδρά διαλεκτικά με τη βάση.

Όπως γράφουν οι κλασικοί στη γερμανική ιδεολογία, κυρίαρχη ιδεολογία σε μια κοινωνία είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης. Με άλλα λόγια οι κυρίαρχες υλικές σχέσεις συλλαμβάνονται ως ιδέες. Αυτό μπορεί να φαίνεται αυτονόητο για να το αρνηθεί κανείς, αλλά η απάντηση που θα δώσει επηρεάζει τη στάση του και τα χαρακτηριστικά του αγώνα του.
Ένα τμήμα του οπορτουνισμού πχ, αποδέχεται γενικά αυτήν την κυριαρχία και το ρόλο των ιδεολογικών μηχανισμών, αλλά αρνείται να εντάξει το σχολείο ως κρίκο στον ενιαίο κρατικό μηχανισμό, θεωρώντας το ως κάτι αυτόνομο, όπου μπορεί να υπάρξει ελεύθερη διαπάλη. Δε βλέπει το κράτος ως όργανο ταξικής κυριαρχίας, αλλά ως σχέση, που καθορίζεται από αυτή τη διαπάλη, η οποία μπορεί να εκφραστεί πολιτικά και μέσω της κυβερνώσας αριστεράς.
Καταλήγει επομένως να αποσπά την πολιτική από την οικονομία και να αποθεώνει αφηρημένα την παιδαγωγική ελευθερία που γίνεται άλλοθι και φύλο συκής της υποταγής στην αστική νομιμότητα.

Η πραγματική ελευθερία όμως δε βρίσκεται στην αποσύνδεση της παιδείας από την πολιτική και την οικονομία, ή σε αφηρημένες γενικές διακηρύξεις, αλλά στην ταξική πάλη, τη σύγκρουση με την υπάρχουσα κατάσταση και τη σοσιαλιστική ανασυγκρότηση της κοινωνίας, όπως έγραφε το 27’ ο γληνός σε ένα κείμενο του εκπαιδευτικού ομίλου. Καθώς και σε παραδείγματα που αντλούμε από τη σοβιετική ένωση, αλλά και από την ελεύθερη ελλάδα, με το σύνθημα «ένας λαός, μία παιδεία» ως παιδαγωγικό ιδανικό –μια πείρα που μπορεί να ήταν μικρή σε διάρκεια, όχι όμως και σε σημασία.

Πώς μπορεί να εκφραστεί λοιπόν στο σημερινό πλαίσιο ο ρτπ; Τα καθήκοντά του, τόσο στην τάξη όσο και μες στο κίνημα, είναι σύνθετα.
Καταρχάς είναι κρίσιμο να μην έχει αυταπάτες ότι μπορεί πχ να γίνει η τάξη του μια σοσιαλιστική νησίδα. Να έχει συνείδηση δηλ των ορίων και του αντικειμενικού ρόλου της σημερινής εκπαίδευσης στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας, αξιοποιώντας παράλληλα κάθε δυνατότητα δράσης που του δίνεται στο υπάρχον ασφυκτικό πλαίσιο. Πρέπει επίσης να κατέχει στέρεα κοσμοθεωρητική βάση, γιατί ο μαρξισμός δεν είναι άλλη μία άποψη στο έδαφος του αστικού πλουραρισμού, αλλά η μοναδική επιστημονική προσέγγιση. Πρέπει να αποκαλύπτει την αλήθεια, να κεντρίζει το ενδιαφέρον των μαθητών για αυτήν, να μην την παρουσιάζει στεγνά και τυπολατρικά. Και να καταδείξει ότι υπάρχει μια αντικειμενική πραγματικότητα που μπορούμε να τη γνωρίσουμε (κάτι που δεν είναι αυτονόητο ούτε καν για τις γνωσιοκεντρικές αστικές θεωρίες). Να κατανοήσει ότι η προσωπικότητα δεν περιλαμβάνει μόνο τη γνώση, αλλά και τη βούληση και το συναίσθημα. Δομείται δηλ στη λογική, την αισθητική (για το ωραίο) και την ηθική. Κι ότι η παρέμβαση του παιδαγωγού χρειάζεται και στα τρία πεδία. Να διαμορφώνει στάσεις ζωής, να εμπνέει τους μαθητές με την ηθική των επαναστατών, να γίνει δηλ αρχιτέκτονας των ανθρώπινων ψυχών και προσωπικοτήτων. Να είναι ο ίδιος ανώτερα διαπαιδαγωγημένος για να μπορεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, αλλά και έτοιμος για να διαπαιδαγωγηθεί εκ νέου μες στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Στη συνέχεια περάσαμε στον κύκλο των ερωτοαπαντήσεων.
Ο κ.ι ομαδοποίησε τα πρώτα ερωτήματα για το σχολείο του σάμερχιλ και τη διαθεματικότητα κι είπε ότι η αστική σκέψη εξελίχθηκε με βάση τις αντιφάσεις και τις αδυναμίες της, κι αυτό εκφράστηκε σε διάφορες φιλοσοφικές αναζητήσεις στις δεκαετίες του 60’ και του 70’. Μία εξ αυτών ήταν του ντιούι, που είχε στο επίκεντρό της την άρνηση του σχολικού καταναγκασμού και τον πραγματισμό. Ένας πραγματισμός που υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει μία αντικειμενική αλήθεια, αλλά πολλές αλήθειες, εκ των οποίων παίρνουμε κάθε φορά αυτή που μας βολεύει στην πράξη –σύμφωνα με τη βασική αρχή του νεοθετικισμού. Η προσέγγιση του ντιούι θεωρεί τη μία αλήθεια καταπίεση και αρνείται να πάρει θέση στο βασικό ερώτημα της φιλοσοφίας για την ύλη και τη συνείδηση και για το αν η αλήθεια είναι αντικειμενική και συνεπώς γνώσιμη. Μπορεί επομένως το πείραμα του σάμερχιλ να είχε μια υπαρκτή βάση, αλλά δεν αποτελούσε την απάντηση στο πρόβλημα που θέλησε να επιλύσει.

Στον καπιταλισμό υπάρχει μόνο η ελευθερία του μοναχικού περιπατητή, μια σχετική ελευθερία, όπου δεν πρέπει να ξεχνάμε να συμπληρώνουμε κάθε φορά την ερώτηση: «ελευθερία από ποιον και για ποιον»; Παρεμπιπτόντως ο κ.ι άσκησε κριτική και στις δυνάμεις των παρεμβάσεων, που πριν απ’ την κρίση πίστευαν ότι θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν τις διακηρύξεις του υπουργείου για την ευελιξία (ως μια πρώτη απόπειρα διαφοροποίησης του ενιαίου σχολικού προγράμματος) προς όφελος της παιδαγωγικής ελευθερίας –πχ με μαθήματα επιλογής. Κι έτσι πρόβαλλαν ως αίτημα του κινήματος εναλλακτικούς τρόπους υλοποίησης της κυβερνητικής πολιτικής.

Σχετικά με τη διαθεματικότητα απάντησε ότι εμείς δεν αρνούμαστε ένα μάθημα με πλούσια θεματική, αλλά την αποσπασματικότητα. Που αντί να πηγαίνει το μαθητή από το μέρος στο όλο κι αντίστροφα τον πηγαίνει από το μέρος στο μέρος, του δείχνει ασύνδετα φαινόμενα κι όχι την ουσία. Κάτι που γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στους αριστούχους μαθητές, που την επομένη των εξετάσεων αποβάλλουν τις άχρηστες αποσπασματικές γνώσεις που είχαν αποθηκεύσει, γιατί η κτήση τους έγινε μηχανικά, κι απέτυχε να κινητοποιήσει το συναίσθημα και το σύνολο της προσωπικότητάς τους.

Αναφέρθηκε επίσης στο καίριο ζήτημα της τεχνολογίας στα σχολεία. Είπε ότι η θέση μας δε μπορεί να είναι η ίδια με αυτήν που είχαμε είκοσι χρόνια πριν (για την εισαγωγή των η/υ στο λύκειο) κι ότι οι υπολογιστές είναι ένα εργαλείο που δεν είναι πανάκεια, ούτε μπορεί να αντικαταστήσει την τριβή και την επαφή με το βιβλίο, αλλά πρέπει να  χρησιμοποιείται (όχι με τη μορφή ξεχωριστού μαθήματος, αλλά) ως μέσο μάθησης κι όχι ως μέσο κερδοφορίας των μονοπωλίων στον χώρο της πληροφορικής, όπως σήμερα.

Θίχτηκαν επίσης τα ζητήματα: του «καθηγητικού κατεστημένου» και της απολυτοποίησης της διάκρισης «φοιτητές-καθηγητές» από τους αριστεριστές –και παλιότερα από την πασπ. Η διδασκαλία στις μικρότερες τάξεις του δημοτικού κι η έννοια της πλύσης εγκεφάλου. Και το ζήτημα των διαπολιτισμικών σχολείων (παλιότερα το κόμμα τασσόταν ενάντια στην ύπαρξή τους, και υπέρ της ένταξης των παιδιών της αλλοδαπής στο ενιαίο σχολείο, με ειδικά μαθήματα για να μαθαίνουν τη μητρική τους γλώσσα, την ιστορία, τη λογοτεχνία τους, κτλ –όπως δηλ έγινε με τους πολιτικούς πρόισφυγες που βρήκαν καταφύγιο στη σοβιετική ένωση κι άλλες λδ. Τώρα όμως που το κράτος κλείνει τα διαπολιτισμικά με αφορμή την κρίση, το βασικό μας σύνθημα είναι: κανένα παιδί εκτός εκπαίδευσης).
Δεν τα καταγράφω ωστόσο λεπτομερώς για να μην ξεφύγει περισσότερο σε έκταση η ανάρτηση.

Ίσως κάποιοι σύντροφοι να θεωρούν το θέμα αδιάφορο κι ότι δεν άξιζε μιας τόσο εκτενούς ανάπτυξης. Στην πραγματικότητα όμως οι κομμουνιστές που καλούνται να διαπαιδαγωγήσουν τις μάζες (και να διαπαιδαγωγηθούν από αυτές) οφείλουν να έχουν πάντα ευαίσθητες κεραίες σε ζητήματα παιδαγωγικής. Κι αυτή είναι –σύντομα και περιληπτικά- η δική μου (ελάχιστη) συμβολή στο θέμα της εκδήλωσης.

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Δεν είναι αργία, είναι ανεργία

Γιατί οι σύντροφοι προτιμούν ως εργοδότη το αστικό κράτος; Διότι δεν έρχονται σε άμεση επαφή με τον εργοδότη, τα καπρίτσια και τον αυταρχισμό του. Γίνονται μέρος μιας απρόσωπης –μισθωτής- σχέσης, όπου μένουν στα τυπικά δίνοντας όσο λιγότερα γίνεται. Πάλι όμως δίνουν τα περισσότερα. Γιατί έχουν πιο πολλές κοινωνικές ευαισθησίες, απέναντι στον κόσμο, τον συνάδελφο. Κι υπάρχει και το κοινωφελές της υπόθεσης. Είσαι σε δημόσια υπηρεσία, βοηθάς τον κοσμάκη στη δουλειά του, κάνεις κάτι χρήσιμο. Γραφειοκρατικό κι άχρηστο από μία άποψη, αλλά…
Γι’ αυτό και για να αποφύγεις την αλλοτρίωση, προτιμάς κάτι όπου να έχεις επαφή με ανθρώπους, μια κοινωνική συναναστροφή. Όπως τη διδασκαλία. Αλλά αυτό θα το δούμε αργότερα.

Αυτό το απρόσωπο είναι το μόνο στοιχείο αλλοτρίωσης που δέχεσαι κάπως ευχάριστα. Γιατί αν είναι γουρούνι καπιταλιστής ο εργοδότης σου, δεν είναι πολύ εύκολο να απεργήσεις κι υπάρχει πάντοτε η απειλή της απόλυσης. Αν πάλι είναι μικρομεσαίος εβε, δεν σου πάει καρδιά, γιατί τον βλέπεις που σκοτώνεται κι αυτός στη δουλειά και τα φέρνει δύσκολα βόλτα. Κι όπως αναπτύσσεις ανθρώπινη επαφή μαζί του νιώθεις πως τον κρεμάς με την απεργία. Ενώ στο δημόσιο γλιτώνεις τις τύψεις. Κι άντε να εξηγήσεις στον κακοπροαίρετο, ότι βασικά σε ενδιαφέρει μια δουλειά όπου να μπορείς να απεργήσεις κι όχι το ραχάτι. Πολύ σημαντικό κριτήριο.

Το δημόσιο το προτιμούν όμως κι οι υπόλοιποι, γιατί έχει κάποια προνόμια και βάζουνε μέσο γνωστούς τους να τους «βολέψουν». Ο κόσμος έχει γονατίσει με την κρίση και βάζει μέσο για να μπει στα stage και στους εποπ. Σα να λέμε ότι σε τρώει η αγαμία και λαδώνεις κάποιον να σε βιάσει.

Μπαίνεις λοιπόν σε μια δουλειά που απαιτεί τυπική παρουσία και συμμετοχή. Αλλά τι σόι παρέμβαση κάνεις έτσι; Πας με μισή καρδιά στη δουλειά που τρώει τη μισή σου ζωή και καταντάς μισός άνθρωπος ενίοτε και μισάνθρωπος, που ψάχνει το άλλο του μισό απεγνωσμένα, ενώ έχει χάσει την ταυτότητά του.

Πώς θα παρέμβεις στον χώρο δουλειάς, όταν σε εκνευρίζει κάθε τι σχετικό με αυτόν; Πώς να ρισκάρεις να εκτεθείς, όταν φοβάσαι μην χάσεις μια δουλειά, που βρήκες με χίλια ζόρια; Πώς να κάνεις κομμουνιστική δουλειά, όταν σε πιάνουνε τα αναρχικά σου και θέλεις να σπάσεις την μηχανή, και τη μούρη του αφεντικού; Να γίνεις αρνητής εργασίας και να κλειστείς στον εαυτό σου για να αντέξεις; Πώς να γίνεις μαζικό στοιχείο και ψυχή της παρέας, όταν πας εκεί από αγγαρεία για τη διεκπεραίωση;

Αν λοιπόν συναναστρέφεστε κάποιον σύντροφο που είναι πραγματικά πρωτοπόρος στον χώρο του και τον πετυχαίνετε μετά τη δουλειά άδειο, χωρίς όρεξη να σας μιλήσει, συνυπολογίστε τα όλα αυτά, πριν τον παρεξηγήσετε και του θυμώσετε. Το έζησα πέρσι με τη μπρέζνιεβα από πρώτο χέρι.

Η τ. μπρέζνιεβα είναι δασκάλα. Κάθε μέρα στη δουλειά ο παιδαγωγός γράφει ένα μικρό παιδαγωγικό ποίημα σαν κι αυτό του μακάρενκο. Αναπτύσσει μια μοναδική σχέση με τους μαθητές κι αποφεύγει ως ένα βαθμό την αλλοτρίωση. Κι όλα αυτά σε μια κοινωνία υπογεννητικότητας που δε μπορεί καλά-καλά να αναπαραχθεί. Ο προλετάριος έχει λατινική ρίζα ως λέξη και στην αρχική σημασία του υποδηλώνει αυτόν που δεν έχει τίποτα άλλο πέρα από τη δυνατότητα να αποκτήσει απογόνους. Μετά από τόσους αιώνες προόδου όμως, το σύγχρονο προλεταριάτο χάνει σταδιακά ακόμα κι αυτό το προνόμιο. Γιατί σε λίγο θα ‘ναι προνόμιο να μπορείς να θρέψεις κάποιον άλλον πέρα από τον εαυτό σου. Οι γονείς μας το καταφέρνουν ακόμα, για τη δική μας γενιά είναι εξαιρετικά αμφίβολο. Ούτε προλετάριοι δε θα μπορούμε να είμαστε.
Εκτός κι αν γίνουμε όπως στην ινδία, όπου γεννάνε πολλά παιδιά για να τους φροντίζουν στα γηρατειά. Κάτι σαν ασφαλιστικό σύστημα, τώρα που δεν θα έχουμε και συντάξεις. Κι όταν το κόμμα τους έλεγε ότι πρέπει να βάλουν αίτημα ενάντια στην παιδική εργασία, οι ινδοί σφοι απαντούσαν ότι αυτό θα ισοδυναμούσε με γενοκτονία. Διεθνείς σχέσεις και τα μυαλά στα κάγκελα.

Ο κόσμος λοιπόν παίρνει αυτή την αδυναμία και την θεωρητικοποιεί. Δε θέλει να κάνει παιδιά, κάποιοι μάλιστα τα μισούν, όπως και την ίδια τη ζωή σε τελική ανάλυση. Αλλά είναι ανεπίτρεπτο για εμάς τους κομμουνιστές να τα βλέπουμε αυτά αφ’ υψηλού. Οι οργανώσεις είναι μικρά σχολεία που ανατρέφουνε πολιτικές συνειδήσεις. Δεν σου τα μαθαίνουν όλα σωστά. Και δε σου μαθαίνουν μόνο καλά πράγματα. Αλλά είναι σχολείο αναντικατάστατο, χωρίς αυθεντίες, με ρόλους που αντιστρέφονται διαλεκτικά και ινστρούκτορες που γηράσκουν αεί διδασκόμενοι και μαθαίνουν πάντα κάτι καινούριο από τη βάση και την επινοητικότητά της.
Ένας κομμουνιστής δεν είναι απαραίτητο να είναι καλός παιδαγωγός. Αλλά ένας κακός παιδαγωγός δε μπορεί να είναι καλός κομμουνιστής. Κι όποιος δεν αγαπάει τα παιδιά πώς θα μπορέσει να φτάσει στο σημείο να καταλάβει τον ποιητή που λέει: έχουμε τη ζωή πολύ, πάρα πολύ αγαπήσει;

Συν τοις άλλοις είναι κι η αίσθηση του δημόσιου αγαθού. Άλλο αν αυτό το δημόσιο δεν έχει καμία σχέση με αυτό που θέλουμε. Ως φοιτητής δεν το καταλάβαινα σε όλη του τη διάσταση. Πηγαίναμε στη λέσχη και κάναμε πειράματα με το φαγητό που μας σέρβιραν: τη σόδα που είχε σε ποσότητες για να το χωνέψεις, τη στάχτη από τα τσιγάρα, κάποιοι κατέστρεφαν και την ψίχα στο ψωμί που δεν έφαγαν για να μη μας το ξανασερβίρουν την επόμενη. Αλλά πέρσι στην αθήνα –που βλέπεις πόσο ακριβή πόλη είναι και σου φεύγει όλη η μαγκιά- έτρωγα το φαγητό της εστίας σχεδόν με ευλάβεια. Κι αν ήμουν θρήσκος μπορεί να έκανα και προσευχή πριν ξεκινήσω. Άρχισα να τρώω πράγματα που δεν έτρωγα πριν και πάνω απ’ όλα να εκτιμώ το δωρεάν –κι ας μην ήταν πρώτης ποιότητας.

Τα αστικά παπαγαλάκια έχουν βάλει στο στόχαστρο τους υπαλλήλους του δημοσίου και τη νοοτροπία τους κι ενεργοποιούν αντανακλαστικά κοινωνικού αυτοματισμού στους υπόλοιπους. Βαφτίζουν ευθυνοφοβία την άρνηση να βγεις στη ζούγκλα της αγοράς και να γίνεις σαρκοφάγο. Θεωρούν ότι σου λείπει το πρωτόβουλο πνεύμα της επιχειρηματικότητας, αν δε θες να εκμεταλλεύεσαι τους γύρω σου για να πλουτίσεις.

Στην πράξη αυτό που αρνείσαι είναι να νιώσεις εμπόρευμα. Έχεις κλίσεις κι ικανότητες που δε θες να τις εκπορνεύσεις στην αγορά εργασίας. Δεν είναι τυχαίο ότι τον πρόστυχο τον λέμε αλλιώς κι αγοραίο.
Λέμε ακόμα πως η παιδεία δεν πρέπει να είναι εμπόρευμα, αλλά δημόσιο αγαθό για όλους. Ποιο είναι αλήθεια εκείνο το αγαθό που πρέπει να είναι εμπόρευμα, αντί να ανήκει σε όλο τον κόσμο; Το νερό; Το φαγητό; Τα ρούχα; Η ενέργεια; Ο ίδιος ο άνθρωπος που πουλά την εργατική του δύναμη για να ζήσει;

Περιμένεις λοιπόν να έρθει μια καλή δουλειά πάνω σε άσπρο άλογο. Ή τουλάχιστον να γίνεις πόρνη πολυτελείας. Αν δεν σου κάτσει ούτε αυτό, τρέχεις να βρεις μια δουλειά για κάτι παραπάνω από 500 ευρώ, χωρίς καμιά προοπτική ή κάποια σχέση με το αντικείμενο των σπουδών σου –για να σου αρέσει ούτε λόγος. Η άλλη εναλλακτική είναι η ανεργία. Με το νι να μπαίνει ενίοτε για λόγους ευφωνίας.

Τα έλεγε σαρκαστικά κι ένας σφος στα χανιά σε μια συγκέντρωση. Άνεργε, άεργε, μη απασχολούμενε! Θέλουν να σε βάλουν στη δουλειά και να ξεζουμίζουν την υπεραξία σου. Μην τους αφήσεις να σου πάρουν την ξενοιασιά και τον καφέ από το χέρι. Μη γίνεις παιδί της φάπας, από παιδί της φράπας.

Ήταν ο ίδιος χαβαλετζής που μας πέτυχε ανάκατους σε μια ομήγυρη, όλους πρώην κνίτες, διαφόρων αποχρώσεων και πετούσε ατάκες για να ανάψει τον καβγά και να διασκεδάσει. Μες στο μυαλό μου βαράνε τα γκονγκ, μοιάζαμε μπάλες του πινγκ-πονγκ, στα χέρια του. Κι αυτός με εκείνες τις πλαστικές κοπέλες στα ρινγκ που κρατάνε πινακίδες με τους γύρους (ο τρίτος θα είναι ο τελικός). Αλλά αντί για αριθμούς έδειχνε εμπρηστικές ατάκες: πλακέτα. Εφεε. Παμε. Δεκέμβρης.

Το πιάνω από εκεί που το άφησε. Πρέπει να γίνει επιτροπή αγώνα σε κάθε χώρο ανεργίας. Πού να βρεις και να οργανώσεις όμως ένα εκατομμύριο άνεργους που μόνο σημείο κοινής αναφοράς έχουν την κάρτα του οαεδ που ανανεώνουν κάθε τρίμηνο; Μια πρώτη κίνηση με ημέρες δράσης κατά των ανέργων έχει κάνει τώρα τελευταία το κόμμα. Αλλά οι επόμενες είναι οι πιο δύσκολες.

Κανείς μας δεν είναι ανάπηρος, ούτε υπεύθυνος για την ανεργία του. Αλίμονο αν το εσωτερικεύσει και πιστέψει ότι αυτός έχει το πρόβλημα. Στα ατομικά προβλήματα υπάρχουν μόνο συλλογικές λύσεις. Στα προσωπικά αδιέξοδα, συλλογική διέξοδος.
Όχι ένα κράτος που να βολεύει τους τεμπέληδες, αλλά μια τέτοια οργάνωση της κοινωνίας που να παίρνει από τον καθένα το καλύτερο που έχει να δώσει για το σύνολο, αντί να μας αφήνει να τρωγόμαστε μεταξύ μας σαν τα θηρία και στο τέλος να νικάνε τα όρνεα.

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

Παιδαγωγικό ποίημα μέρος Β’

(Συνέχεια από το προηγούμενο)

Ο τόσκα σολοβιόφ που συχνά τον φώναζαν αντόν σεμιόνοβιτς –ήμασταν και συνονόματοι- ήταν μόλις δέκα χρονών. Τον είχε βρει ο μπελούχιν στο δάσος μισοπεθαμένο απ’ την πείνα και με χαμένες τις αισθήσεις του. Ήρθε στην ουκρανία απ’ το κυβερνείο του σαράτοφ μαζί με τα γονικά του και στο δρόμο έχασε τη μάνα του. Το τι έγινε ύστερα δε θυμότανε να πει. Ο τόσκα είχε όμορφο και φωτεινό παιδικό πρόσωπο που πάντα ήτανε στραμμένο στον μπελούχιν. Καθώς φαίνεται ο τόσκα πέρασε τη σύντομη ζωή του χωρίς δυνατές εντυπώσεις και τον είχε αιχμαλωτίσει για πάντα αυτός ο σατιριστής των πάντων, που από το ίδιο το φυσικό του, δε φοβότανε τη ζωή κι ήξερε να εκτιμάει το καθετί στον κόσμο.

Ο τόσκα στέκεται πάνω απ’ το κεφάλι του μπελούχιν και τα μικρά ματάκια του αστράφτουν από αγάπη και θαυμασμό. Γελάει με ένα τσιριχτό εκρηκτικό γέλιο μικρού παιδιού:
-Μαύρη μαϊμού!
-Ο τόσκα μου θα γίνει λεβεντιά, λέει ο μπελούχιν, τραβώντας τον πίσω απ’ το κρεβάτι.
Ο τόσκα σκύβει σαστισμένος πάνω απ’ την κοιλιά του μπελούχιν που είναι σκεπασμένη με το πάπλωμα.
-Άκου τόσκα, να μη διαβάζεις βιβλία, όπως ο κόλκα, γιατί βλέπεις, αυτός έχασε ολότελα τα μυαλά του με δαύτα.
-Δε διαβάζει αυτός τα βιβλία, μα τα βιβλία τον διαβάζουν, είπε ο ζαντόροφ απ’ το διπλανό κρεβάτι.
Κάθομαι εκεί δίπλα παίζοντας σκάκι με τον καραμπάνοφ και σκέφτομαι: φαίνεται πως τούτοι εδώ ξέχασαν ότι έχουν τύφο.

-Ένας από σάς εκεί να φωνάξει την αικατερίνα γκρηγκόριεβνα. Η αικατερίνα γκρηγκόριεβνα έρχεται σαν οργισμένος άγγελος.
-Τι ευγένειες είναι αυτές; Τι θέλει και κλωθογυρίζει εδώ ο τόσκα; Είσαστε με τα καλά σας; Αυτό πια ξεπερνάει τα όρια!
Ο τόσκα ξεγλιστράει φοβισμένος απ’ το κρεβάτι και κάνει να φύγει. Ο καραμπάνοφ τον πιάνει απ’ το χέρι, πέφτει στα γόνατα και σέρνεται πανικόβλητος στη γωνιά παίρνοντας ένα βλακώδες ύφος.
-Και γω φοβάμαι…
Ο ζαντόροφ λέει βραχνά:
-Τόσκα πιάσε και τον αντόν σεμιόνοβιτς απ’ το χέρι. Τι τον παράτησες;
Η αικατερίνα γκρηγκόριεβνα κοιτάει ανήμπορη γύρω της αυτό το χαρούμενο τσούρμο.
-Το ίδιο ακριβώς όπως οι ζουλού.

-Ζουλού είναι αυτοί που περπατάνε χωρίς βρακιά και για φαΐ τρώνε τους γνωστούς τους, λέει σοβαρά ο μπελούχιν. Ζυγώνει ένας τέτοιος μια δεσποινίδα: επιτρέψτε μου να σας συνοδέψω. Αυτή βέβαια χαίρεται: «Μπα, γιατί να μπείτε σε κόπο, εγώ μόνη μου θα συνοδευτώ». «Καλέ, τι λέτε πώς είναι δυνατό, δε γίνεται μόνη σας». Την πάει λοιπόν ως το στενοσόκακο και την καταβροχθίζει. Και μάλιστα χωρίς μουστάρδα.

Από την πέρα γωνιά ακούγεται το τσιριχτό γέλιο του τόσκα.
Η αικατερίνα γκρηγκόριεβνα χαμογελάει κι αυτή:
-Εκεί τρώνε τις κοπέλες, ενώ εδώ επιτρέπουν στα μικρά παιδιά να πλησιάζουν τους αρρώστους από τύφο. Το ίδιο κάνει.
Ο βέρσνιεφ βρίσκει την ευκαιρία να εκδικηθεί τον μπελούχιν:
-Οι ζ-ζου-ζουλού δε-δεν τρώνε κ-κο-κοπέλες. Κι είναι πιο πο-πολιτισμένοι από σε-σένα. Θα τον κ-κο-κολλήσεις τον τα-το-τόσκα.
-Και σεις βέρσνιεφ, γιατί κάθεστε σε αυτό εκεί το κρεβάτι; Τον παρατηρεί η αικατερίνα γκρηγκόριεβνα. Φύγετε γρήγορα από εκεί!

Ο βέρσνιεφ αρχίζει αμήχανα να μαζεύει τα βιβλία του που είναι σκορπισμένα στο κρεβάτ του μπελούχιν. Μπαίνει στη μέση ο ζαντόροφ:
-Αυτός δεν είναι κοπέλα. Ο μπελούχιν δεν πρόκειται να τον μασουλήσει.
Ο τόσκα βρίσκεται κιόλας δίπλα στην αικατερίνα γκρηγκόριεβνα και λέει σα να το σκέφτεται σοβαρά:
-Ο ματβέι δε θα φάει τη μαύρη μαϊμού.

Ο βέρσνιεφ κουβαλάει κάτω απ’ τη μια μασχάλη του τα βιβλία και κάτω απ’ την άλλη τον τόσκα που κοιτάζει τα πόδια του και χαχανίζει. Κι όλο αυτό το κουβάρι σωριάζεται στο κρεβάτι του βέρσνιεφ στην πιο ακρινή γωνιά του θαλάμου.

Την άλλη μέρα το πρωί ένα βαθύ κάρο που έγινε σύμφωνα με το σχέδιο του καλίνα ιβάνοβιτς και μοιάζει κάπως με νεκρόκασα είναι γεμάτο. Τυλιγμένοι με τα παπλώματα κάθονται στο βάθος του κάρου οι άρρωστοι. Στην άκρη της νεκρόκασας έχει μπει μια σανίδα και κει στεκόμαστε εγώ κι ο μπράτσενκο. Έχω μια απαίσια διάθεση, γιατί προαισθάνομαι ότι θα επαναληφθεί η ίδια ανιαρή ιστορία, όπως και με τον βετκόφσκι. Και δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι τα παιδιά πάνε ακριβώς για να γιατρευτούν.

Ο οσάντσι κάθεται στο βάθος του κάρου και τραβάει σπασμωδικά το πάπλωμα στις πλάτες του. Απ’ το πάπλωμα ξεμυτίζει ένα κομμάτι γκριζόμαυρο βαμβάκι και στα πόδια μου βλέπω τη μια μπότα του οσάντσι, στραβή και καταξεσκισμένη. Ο μπελούχιν έριξε την κουβέρτα στο κεφάλι του, την έκανε τουρμπάνι και λέει:
-Ο κόσμος θα νομίζει πως περνάνε παπάδες. Πού τους πάνε τόσο πολλούς παπάδες;
Σ’ απάντηση ο ζαντόροφ χαμογελάει κι απ’ αυτό το χαμόγελο φαίνεται πως δεν είναι καλά.

Στο νοσοκομείο η ίδια κατάσταση. Βρίσκω τη νοσοκόμα που δουλεύει στο θάλαμο του κόστια. Με μεγάλη δυσκολία σταματάει το ορμητικό της τρέξιμο στο διάδρομο.
-Ο βετκόφσκι; Μου φαίνεται πως είναι σ’ αυτό το θάλαμο…
-Σε τι κατάσταση βρίσκεται;
-Ακόμα τίποτα δεν είναι γνωστό.
Ο αντόν πίσω απ’ τις πλάτες της χτυπάει το καμτσίκι στον αέρα:
-Κοίτα πράγματα! Δεν είναι γνωστό. Και πώς μπορεί να μην είναι γνωστό;
-Αυτός ο μικρός είναι μαζί σας; η νοσοκόμα βλέπει με σιχαμάρα τον αντόν, που είναι μουσκεμένος και βρωμάει κοπριά και που στα παντελόνια του είναι κολλημένα άχυρα.
Είμαστε απ’ το σταθμό γκόρκι, αρχίζω εγώ προσεκτικά. Εδώ είναι ένας τρόφιμός δικός μας, ο βετκόφσκι. Κι έφερα τώρα δα κι άλλους τρεις, που φαίνεται πως έχουν κι αυτοί τύφο.
-Να πάτε τότε στον προθάλαμο.
-Μα εκεί είναι ένα σωρό κόσμος. Κι έξω απ’ αυτό, θα ‘θελα, τα παιδιά να είναι μαζί.
-Μα εμείς δε μπορούμε να γίνουμε ουρά στα καπρίτσια του καθενός!
Και τράβηξε να φύγει. Μα ο αντόν βρίσκεται κιόλας μπροστά της.

-Μα τίν’ αυτά; Κουβεντιάστε πρώτα με τον άνθρωπο!
-Να πάτε στον προθάλαμο σύντροφοι. Δε μπορούμε να κουβεντιάζουμε εδώ.
Η νοσοκόμα θύμωσε με τον αντόν, μα θύμωσα κι εγώ μαζί του:
-Ξεκουμπίσου από εδώ, μη μας εμποδίζεις.
Στο μεταξύ ο αντόν δεν ξεκουμπίζεται. Κοιτάζει με απορία πότε εμένα και πότε τη νοσοκόμα, ενώ εγώ λέω στη νοσοκόμα με την ίδια πάντα θυμωμένη φωνή:
-Κάντε τον κόπο να ακούσετε δυο λέξεις. Πρέπει να γίνουν οπωσδήποτε καλά τα παιδιά. Για τον καθένα που θα γίνει καλά, θα πληρώσω δυο πούτια σιτάλευρο. Όμως θα ‘θελα να το κανονίσω αυτό με έναν άνθρωπο. Ο βετκόφσκι είναι σε σας. Κανονίστε το ζήτημα έτσι που να πάρετε εσείς και τους άλλους.

Η νοσοκόμα μένει σύξυλη από την προσβολή, όπως φαίνεται, που της έγινε.
-Τι είναι αυτά που λέτε «σιτάλευρο»; Τι πάει να πει; Δωροδοκία; Δε σας καταλαβαίνω!
-Αυτό δεν είναι δωροδοκία, είναι δωρεά, καταλαβαίνετε; Αν δεν είστε σύμφωνη, εγώ θα βρω άλλη νοσοκόμα. Αυτό δεν είναι δωροδοκία. Εμείς σας παρακαλούμε να δοθεί κάποια παραπανίσια προσοχή στους αρρώστους μας, ίσως κάποια συμπληρωματική για σας δουλειά. Το ζήτημα βλέπετε είναι ότι τα παιδιά δεν τρώγανε καλά και καταλαβαίνετε… Δεν έχουνε συγγενείς.
-Και χωρίς σιτάλευρο εγώ θα τους πάρω αν θέλετε. Πόσοι είναι;
-Σήμερα έφερα τρεις, όπως φαίνεται όμως, θα σας φέρω κι άλλους.
-Καλά, πάμε.

Πάμε πίσω απ’ τη νοσοκόμα εγώ κι ο αντόν. Ο αντόν μισοκλείνει πονηρά το μάτι και γνέφει δείχνοντας τη νοσοκόμα, μα όπως φαίνεται κι ο ίδιος απορεί με την τροπή που πήρε το ζήτημα και δέχεται με κάποια ταπεινοσύνη την απροθυμία μου να απαντήσω στις γκριμάτσες του.

Η νοσοκόμα μας πάει σε κάποιο δωμάτιο στην πιο μακρινή γωνιά του νοσοκομείου. Ο αντόν φέρνει τους αρρώστους. Φυσικά είναι όλοι με τύφο. Ο αρχινοσοκόμος υπηρεσίας βλέπει κάπως απορημένος τα παπλώματά μας, μα η νοσκοκόμα του λέει με πειστικότητα:
-Είναι απ’ το σταθμό γκόρκι. Στείλτε τους στο θάλαμό μου.
-Μα έχεις εσύ εκεί θέσεις;
-Κάπως θα τους βολέψουμε. Δυο παίρνουν σήμερα εξιτήριο, κάπου θα βρούμε να βάλουμε κι ένα τρίτο κρεβάτι.

Ο μπελούχιν μας χαιρετάει εύθυμα.
-Φέρτε κι άλλους να ‘χουμε παρέα.
Την επιθυμία του την εκπληρώσαμε την άλλη κιόλας μέρα: φέραμε τον γκόλος και τον σνάιντερ και ύστερα από μια εβδομάδα άλλους τρεις. Ευτυχώς ήταν οι τελευταίοι.
Κάμποσες φορές ο αντόν πήγε στο νοσοκομείο και ρώτησε τη νοσοκόμα πώς πάνε οι άρρωστοί μας. Ο τύφος δε μπόρεσε να κάνει καμία ζημιά στα παιδιά μας.

Ετοιμαζόμαστε πια να αφήνουμε δυο-δυο να κατεβαίνουν στην πόλη, όταν ξάφνου ένα ωραίο ανοιξιάτικο μεσημέρι, ξεπρόβαλε από το δάσος μια σκιά τυλιγμένη στο πάπλωμα. Η σκιά τράβηξε ίσια για το σιδεράδικο κι έβαλε τις φωνές:
-Το λοιπόν, καρβελοτορναδόροι, πώς τα περνάτε; Κι εσύ, όλο διάβασμα έτσι; Κοίτα, απ’ τα αυτιά σου άρχισε να σου φεύγει το μυαλό!

Τα παιδιά ενθουσιάστηκαν: ο μπελούχιν, αν κι αδυνατισμένος και μαυρισμένος, ήταν όπως και πρώτα χαρούμενος και τίποτε δε φοβόταν στη ζωή. Η αικατερίνα γκρηγκόριεβνα του ρίχτηκε: γιατί να ‘ρθει με τα πόδια και γιατί δεν περίμενε ώσπου να πάνε να τον πάρουν;

-Βλέπετε αικατερίνα γκρηγκόριεβνα, μπορούσα και να περιμένω, μα είχα επιθυμήσει πολύ το σπιτικό φαΐ. Όταν μου ‘ρχοταν στο μυαλό ότι οι δικοί μας εδώ τρώνε σταρένιο ψωμί και σούπες και πλιγούρια γεμάτα τα πιάτα, καταλαβαίνετε τι λογιώ θλίψη πλημμύρισε ολόκληρη την ψυχή μου…
Δε μπορώ να βλέπω αυτή τη γκαμπερόσουπα… χε, χε!

-Τι είναι πάλι αυτή η γκαμπερόσουπα;
-Ξέρετε μια τέτοια σούπα έχει περιγράψει ο γκόγκολ και σε μένα τον ίδιο άρεσε φοβερά. Και στο νοσοκομείο πολύ την αγαπούσανε. Μόλις λοιπόν την έβλεπα, με έπιαναν τέτοια γέλια που ανακατευόταν ολάκερος ο οργανισμός μου. Καθόλου, με κανένα τρόπο δε μπόρεσα να προσαρμοστώ. Με πιάναν τα γέλια μέχρι δάκρυ!
Στην αρχή άρχισε να θυμώνει η νοσοκόμα, μα εγώ όλο και πιο πολύ άρχιζα να γελάω κι αυτή να με κατσαδιάζει και γω να γελάω, δώστου και να γελάω! Σα θυμάμαι: γκαμπερόσουπα… Να φάω είναι ολότελα αδύνατο! Μόλις πάρω το κουτάλι αρχίζουν τα γέλια. Κι έτσι λοιπόν έφυγα από κει. Εσείς τι γίνεται; Φάγατε για μεσημέρι; Σίγουρα πλιγούρι θα ‘χει σήμερα.

Η αικατερίνα γκρηγκόριεβνα βρήκε κάπου λίγο γάλα. Δεν πρέπει βέβαια στον άρρωστο να δώσουμε αμέσως πλιγούρι! Ο μπελούχιν την ευχαρίστησε με ευγένεια:
-Σας ευχαριστώ. Σεβαστήκατε ένα μισοπεθαμένο…
Παρόλα αυτά άδειασε το γάλα μέσα στο πιάτο με το πλιγούρι. Η αικατερίνα γκρηγκόριεβνα κούνησε ανήμπορη το χέρι.

Γρήγορα γύρισαν κι οι άλλοι. Ο αντόν πήγε στο σπίτι της νοσοκόμας ένα σακί αλεύρι.


.

Στο κείμενο τροποποίησα ελάχιστα σημεία (πχ την ορθογραφία σε λέξεις όπως δουλιά, εχτίμηση κτλ). Το βιβλίο μπορείτε να το βρείτε και να το κατεβάσετε σε ηλεκτρονική μορφή στη διεύθυνση:
http://vivlio2ebook.blogspot.com/2009/08/blog-post.html
Αλλά είναι καλύτερο να το πάρετε από τη σύγχρονη εποχή. Πρόσφατα κυκλοφόρησε και σε καινούρια έκδοση.

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

Παιδαγωγικό ποίημα Μέρος Α’

Υπολόγιζα να έχω έτοιμο κάτι για τη δολοφονία του τεμπονέρα, με αφορμή την επέτειο, αλλά δεν πρόλαβα να το τελειώσω εγκαίρως. Έτσι αλλάζω κατηγορία και καταφεύγω στην εύκολη λύση της αντιγραφής ενός κεφαλαίου από το παιδαγωγικό ποίημα του μακάρενκο. Ο τίτλος του; Γκαμπερόσουπα.


Την άνοιξη μας βρήκε καινούρια συμφορά, ο εξανθηματικός τύφος. Πρώτος αρρώστησε ο κόστια βετκόφσκι.

Γιατρό στο σταθμό δεν είχαμε. Η αικατερίνα γκρηγκόριεβνα που κάποτε σπούδαζε γιατρός, γιατρολογούσε σ’ όλες εκείνες τις περιπτώσεις, που ήτανε βέβαια απαραίτητος ο γιατρός, αλλά δε μπορούσαμε να τον φωνάξουμε. Στο σταθμό ειδικεύτηκε να γιατρεύει την ψώρα και να δίνει τις πρώτες βοήθειες αν κανένας κοβόταν, καιγόταν ή μωλωπιζόταν, ενώ το χειμώνα, χάρη στα παλιοπάπουτσα που φοράγαμε, πολλά παιδιά μας είχαν πάθει κρυοπαγήματα. Αυτές ήταν όλες κι όλες οι αρρώστιες που καταδέχονταν να τους βρουν οι τρόφιμοι και δε συμπαθούσαν καθόλου τους γιατρούς και τα φάρμακα.

Έτρεφα πάντα μεγάλη εκτίμηση στους τρόφιμους του σταθμού ακριβώς γι’ αυτή τους τη γιατρική ολιγάρκεια και σ’ αυτό τον τομέα έμαθα πολλά απ’ αυτούς. Είχε καταντήσει ολότελα συνηθισμένο το φαινόμενο να μη θεωρεί κανείς τον εαυτό του άρρωστο με τριανταοκτώ πυρετό και καμαρώναμε μεταξύ μας όταν βγάζαμε την αρρώστια στο πόδι. Εδώ που τα λέμε, αυτό ήτανε σχεδόν κι αναγκαίο, για τον απλούστατο λόγο, ότι οι γιατροί δεν παραείχανε όρεξη να μας επισκεφτούν.

Να γιατί όταν αρρώστησε ο κόστια κι ανέβηκε ο πυρετός του γύρω στα σαράντα, το θεωρήσαμε σαν κάτι καινούριο στη ζωή του σταθμού. Τον βάλαμε στο κρεβάτι κι ήμασταν όλοι πάνω από το κεφάλι του. Τα βράδια μαζεύονταν οι φίλοι του κι επειδή είχε πολλές συμπάθειες τον συντρόφευε ολόκληρο τσούρμο από παιδιά. Για να μην αφήνουμε τον κόστια χωρίς συντροφιά και να μην κακοκαρδίζουμε και τα παιδιά, περνούσαμε κι εμείς τα βράδια μας στο κρεβάτι του αρρώστου.

Ύστερα από τρεις μέρες, ταραγμένη η αικατερίνα γκρηγκόριεβνα, μου ‘πε τι την ανησυχεί: η αρρώστια έμοιαζε πολύ με εξανθηματικό τύφο. Απαγόρεψα στα παιδιά να πλησιάζουν στο κρεβάτι του, μα να τον απομονώσουμε ολότελα ήτανε σχεδόν αδύνατο γιατί στο ίδιο δωμάτιο και τα μαθήματα κάναμε και μαζευόμασταν τα βράδια.

Την άλλη μέρα, όταν χειροτέρεψε η κατάσταση του βετκόφσκι, τον τυλίξαμε στο πάπλωμά του, τον βάλαμε στο αμάξι και τον πήγα ο ίδιος στην πόλη.

Στον προθάλαμο του νοσοκομείου είναι καμιά σαρανταριά άνθρωποι. Άλλοι πηγαινοέρχονται κι άλλοι είναι ξαπλωμένοι και βογκάνε. Γιατρός δε φαίνεται. Όλα δείχνουνε πως απόκαμαν πια να περιμένουνε και πως η είσοδος του αρρώστου στην κλινική δεν πρόκειται να βελτιώσει την κατάσταση σοβαρά. Επιτέλους έρχεται ο γιατρός. Σηκώνει τεμπέλικα την πουκαμίσα του δικού μας του βετκόφσκι, γκρινιάζει γεροντίστικα και λέει βαριεστημένα στο νοσοκόμο που κάτι γράφει:
-Εξανθηματικός. Στο νοσοκομείο.

Έξω απ’ την πόλη, σε ένα χωράφι, απέμειναν απ’ τον πόλεμο καμιά εικοσαριά ξύλινες παράγκες. Αρκετή ώρα στριφογυρίζω ανάμεσα στις νοσοκόμες, τους αρρώστους, τους νοσοκόμους που μεταφέρουν φορεία σκεπασμένα με σεντόνια. Μου λένε πώς τον άρρωστο πρέπει να τον παραλάβει ο αρχινοσοκόμος υπηρεσίας, όμως κανένας δεν ξέρει που βρίσκεται και κανένας δε θέλει να πάει να τον βρει. Στο τέλος χάνω την υπομονή μου και ρίχνομαι στην κοντινότερη νοσοκόμα φωνάζοντας: αίσχος, απάνθρωπο, εξοργιστικό! Η οργή μου φέρνει αποτέλεσμα: τον κόστια τον ξεντύνουνε και τον παίρνουν χωρίς να λένε για πού.

Γυρνώντας στο σταθμό, μαθαίνω πως ο ζαντόροφ, ο οσάντσι κι ο μπελούχιν είχαν σχεδόν τον ίδιο μεγάλο πυρετό. Τον ζαντόροφ τον βρήκα ακόμα στο πόδι την ώρα ακριβώς που απαντούσε στις παρακλήσεις της αικατερίνα γκρηγκόριεβνα να ξαπλώσει στο κρεβάτι:

-Μα τι περίεργη γυναίκα που ‘σαστε! Γιατί να ξαπλώσω; Τώρα αμέσως πάω στο σιδεράδικο κι ο σοφρόν θα με κάνει καλά στο λεπτό!
-Πώς θα σας γιατρέψει ο σοφρόν; Τι ανοησίες είν’ αυτές;
-Να μ’ αυτό το ίδιο φάρμακο που γιατρεύει και τον εαυτό του: ρακί, πιπέρι, αλάτι, νέφτι και λίγο γράσο! Λέει ο ζαντόροφ με τη συνηθισμένη του εκφραστικότητα και τόλμη.
-Δείτε, αντόν σεμιόνοβιτς, πόσο αέρα τους έχετε δώσει, μου λέει η αικατερίνα γκριγκόριεβνα. Θα γιατρευτεί λέει στου σοφρόν! Πηγαίνετε να ξαπλώσετε αμέσως!

Ο ζαντόροφ έκαιγε ολόκληρος κι ήταν φανερό πως μόλις κρατιότανε στα πόδια του. Τον έπιασα από το μπράτσο και χωρίς κουβέντες τον πήγα στο θάλαμο, όπου ήταν κιόλας ξαπλωμένοι στα κρεβάτια τους ο οσάντσι κι ο μπελούχιν. Ο οσάντσι υπέφερε και του κακοφαινόταν που είχε αρρωστήσει. Από καιρό το είχα προσέξει πως κάτι τέτοια «μαχητικά» παιδιά, πού δύσκολα βγάζουν την αρρώστια. Ενώ ο μπελούχιν ήταν όπως πάντα κεφάτος.

Σε ολόκληρο το σταθμό δεν υπήρχε πιο εύθυμος και χαρούμενος άνθρωπος από τον μπελούχιν. Από εργατικό σόι του νίζνι ταγκίλ. Τον καιρό της πείνας κίνησε ψάχνοντας για ψωμί, πιάστηκε σε κάποιο μπλόκο στη μόσχα και κλείστηκε σ’ αναμορφωτήριο, απ’ όπου το ‘σκασε κι εγκαταστάθηκε στο δρόμο, ξαναπιάστηκε και πάλι το ‘σκασε. Σαν άνθρωπος με επιχειρηματικό μυαλό προσπαθούσε να μην κλέβει μα περισσότερο να σπεκουλάρει κι ο ίδιος ύστερα αφηγούνταν τις επιχειρήσεις του μ’ ένα καλόκαρδο χαχανητό, γιατί ήτανε πάντα τολμηρές, ιδιόρρυθμες κι αποτυχημένες. Στο τέλος ο μπελούχιν πείστηκε πως δεν κάνει για σπεκουλάντης κι αποφάσισε να φύγει στην ουκρανία.

Κάποτε ο μπελούχιν είχε περάσει από σχολειό, ήξερε απ’ όλα κι από λίγο, ήτανε παιδί τετραπέρατο και κοσμογυρισμένο, όμως ήτανε φοβερά αγράμματος, στουρνάρι. Υπάρχουνε τέτοια παιδιά: και την αλφαβήτα την περάσανε και από κλάσματα κάτι ξέρουν κι από ποσοστά καταλαβαίνουν, αλλά αυτά τα ξέρουνε τόσο στραβά που φτάνει το αστείο. Ακόμα κι η ομιλία του μπελούχιν ήτανε το ίδιο αδέξια, μα ωστόσο έξυπνη και ζωντανή.

Ξαπλωμένος με τύφο παρλάριζε ασταμάτητα απ’ το πρωί ως το βράδυ κι όπως πάντα η εξυπνάδα του διπλασιαζόταν από τον κωμικό συνδυασμό λέξεων που μεταχειριζόταν:

-Ο τύφος είναι η διανοουμενίστικη αρρώστια, αλλά γιατί τηνε φόρτωσε η φύση στους εργάτες; Όταν λοιπόν, ο σοσιαλισμός θα μεστώσει, ούτε και στο κατώφλι μας δε θα αφήσουμε να ζυγώσει αυτό το μικρόβιο. Κι αν πάλι μας έρθει για κάποια δουλειά, να πάρει ας πούμε συσσίτιο ή τίποτ’ άλλο –γιατί βέβαια, για να πούμε και του στραβού το δίκιο κι ο τύφος θέλει να ζήσει- τότε θα τον παραπέμψω στον γραμματικό μου. Για γραμματικό θα βάλουμε τον κόλκα βέρσνιεφ, γιατί αυτός δεν ξεκολλάει απ’ τα βιβλία του όπως κι η χελώνα απ’ τοπ καβούκι της.

-Καλά, καλά εγώ θα ‘μαι ο γραμματικός σου, εσύ όμως τι δουλειά θα κάνεις στο σοσιαλισμό; ρωτούσε ο κόλκα βέρσνιεφ τραυλίζοντας.
Ο κόλκα κάθεται στα πόδια του μπελούχιν με το βιβλίο πάντα στο χέρι, αναμαλλιασμένος και με κουρελιασμένο πουκάμισο.

-Εγώ λοιπόν θα γράφω τους νόμους, πώς να σε ντύνουνε για να ‘σαι της προκοπής μέσα στην ανθρωπότητα κι όχι ξιπολυταριό, γιατί απ’ αυτό αγαναχτεί ακόμα κι ο τόσκα σολοβιόφ! Μα τι σόι διαβαστής είσαι του λόγου σου, όταν μοιάζεις με μαϊμού! Έτσι τόσκα;

Τα παιδιά σκάγανε στα γέλια με τον βέρσνιεφ. Αυτός δε θύμωνε, μόνο έβλεπε μ’ αγάπη τον μπελούχιν, με τα γκρίζα αγαθά του μάτια. Ήτανε στενοί φίλοι, ήρθανε μαζί στο σταθμό και δούλευαν πλάι-πλάι στο σιδεράδικο, μόνο που ο μπελούχιν ήτανε στο αμόνι, ενώ ο κόλκα προτιμούσε να φουσκώνει το φυσερό για να ‘χει το ένα χέρι ελεύθερο και να κρατάει το βιβλίο.


(Συνεχίζεται...)

Πριν διαβάσω το βιβλίο είχα πέσει θύμα δύο συνηθισμένων παρανοήσεων. Καταρχήν ότι επρόκειτο για πραγματικό ποίημα. Κατά δεύτερον ότι μιλούσε για έναν πρότυπο παιδαγωγικό σταθμό που συγκέντρωνε κι αξιοποιούσε με πρωτοποριακές μεθόδους τα καλύτερα μυαλά της σοβιετικής ρωσίας. Ενώ στην πραγματικότητα ήταν μια εργατική κομμούνα στη σοβιετική ουκρανία που συγκέντρωνε ανήλικους παραβάτες του νόμου με στόχο την ηθική και κοινωνική διαπαιδαγώγηση τους. Αυτό δηλ που εμείς συνηθίζουμε να λέμε αναμορφωτήριο. Χωρίς να έχει όμως καμία σχέση με αυτά που έχουμε συνηθίσει.

Ο μακάρενκο, ως διευθυντής, έρχεται αντιμέτωπος με πρωτόγνωρες για αυτόν καταστάσεις και καταγράφει τις περιπέτειες του σταθμού σε δυο τόμους που ισοδυναμούν με εμπειρία ζωής. Ή αλλιώς με ένα βιβλίο νέου τύπου, όπως το αποκαλεί ο λουί αραγκόν.

Μετά το βράδυ, θα βάλω και το δεύτερο μέρος, που κλείνει το κεφάλαιο.