Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αλλαγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αλλαγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2018

Ανδρέας Παπανδρέου: Ο “αποστάτης του τροτσκισμού” που άλωσε το εργατικό κίνημα

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Αν η Μεταπολίτευση ήταν ΠΑΣΟΚ και έκλεισε τον κύκλο της μαζί του, η προσωπικότητα που την σημάδεψε όσο κανείς ήταν αναμφίβολα ο Ανδρέας Παπανδρέου. Η ιστορία μπορεί να ακολουθούσε παρόμοια βήματα και χωρίς αυτόν, αλλά σταμάτησε στο πιο χαρισματικό άτομο που θα μπορούσε να εκφράσει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο κάποιες τάσεις: την εμφάνιση της σοσιαλδημοκρατίας και την ενσωμάτωση του ριζοσπαστισμού (που όσο εντυπωσιακός ήταν, εξίσου θεαματικά “εξαϋλώθηκε” σταδιακά…)

Η διαδρομή του Παπανδρέου έχει πολλά ενδιαφέροντα κεφάλαια που και μόνο η ονομαστική τους αναφορά θα έπιανε μεγάλη έκταση:
-Η πρώτη του εμφάνιση στα κοινά με τη σύλληψή του από τη δικτατορία του Μεταξά και τον Ανδρέα να προδίδει τους συντρόφους του στην τροτσκιστική ομάδα που συμμετείχε (μαζί με τον Καστοριάδη μεταξύ άλλων) για να κερδίσει ως αντάλλαγμα την ελευθερία του.

-Η φυγή του στο εξωτερικό, η θητεία στο αμερικάνικο ναυτικό, η αμερικάνικη υπηκοότητα, η απουσία του απ’ όλα τα σημαντικά γεγονότα της δεκαετίας του 40′ -που δεν τον εμπόδισε να καπηλευτεί το ιστορικό τους φορτίο.

-Η σύνδεσή του με το κόμμα των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ, τους κύκλους του Κένεντι και κεϊνσιανούς οικονομολόγους, όπως ο Γκαλμπρέιθ ο πρεσβύτερος, που συνδιαμόρφωσαν τη σκέψη του και τη θεωρία του “πατερναλιστικού καπιταλισμού”.


-Η επιστροφή του στην Ελλάδα μετά από πρόσκληση του Καραμανλή! Η αντιφατική σχέση με τον πατέρα του (το “γέρο της αστικής δημοκρατίας”) κι η προσπάθειά του να ξεφύγει από τη σκιά του, μετακινούμενος σε πιο “αριστερές, ριζοσπαστικές” θέσεις.

-Τα Ιουλιανά, η υπόθεση “Ασπίδα” κι η χούντα των συνταγματαρχών, που στο παπανδρεϊκό αφήγημα ήταν απλώς η ετεροχρονισμένη απάντηση του συστήματος στις μαζικές κινητοποιήσεις των Ιουλιανών και το φόβο που προκάλεσε στα κυρίαρχα στρώματα.

-Η αντιδικτατορική δράση από το εξωτερικό, το ΠΑΚ ως πρόδρομος του ΠΑΣΟΚ, ο ηγεμονισμός κι οι ελιγμοί που τορπίλιζαν κάθε πιθανότητα αντιδικτατορικής ενότητας, υπηρετώντας ωστόσο πιστά το προσωπικό πολιτικό σχέδιό του.

-Η διορατική εκτίμηση ότι χρειάζεται ένα νέο πολιτικό μόρφωμα -κι όχι μια απλή ανακαίνιση της Ένωσης Κέντρου- κι ότι υπήρχε το έδαφος για ένα σύγχρονο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, που εναρμονιζόταν με τα δυτικά πρότυπα, αν και αρχικά είχε καταγγελτική στάση ενάντια στις συμβιβαστικές τάσεις της “Σοσιαλιστικής Διεθνούς” και πασπάλιζε με μαρξιστικές κορόνες και ριζοσπαστικά συνθήματα τον πολιτικό λόγο του ΠΑΣΟΚ.

-Τα αντι-ιμπεριαλιστικά συνθήματα (ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο), η εναντίωση στις βάσεις του θανάτου και την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ, η υπόσχεση για σχετικό δημοψήφισμα, που ξεχάστηκε από την “κυβέρνηση της Αλλαγής” μαζί με πολά άλλα, αφού είχε εξαργυρωθεί εκλογικά κι είχε παίξει το ρόλο της.

-Η εκλογική λεηλασία της βάσης του ΕΑΜικού κόσμου κι η ελλιπής, κουτσουρεμένη αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης -που έφερε όμως πολλά ψηφαλάκια στο ΠΑΣΟΚ, με τις αντιστασιακές συντάξεις.

-Οι μικρές αλλαγές που δεν έφεραν την Αλλαγή, λειτούργησαν όμως αποπροσανατολιστικά για το “άθροισμα των δυνάμεων της Αλλαγής”, το στόχο της “πραγματικής Αλλαγής” (με κατεύθυνση το σοσιαλισμό) κοκ.

-Οι κλαδικές, τα ρουσφέτια, η άλωση του εργατικού κινήματος και το πραξικόπημα στη ΓΣΕΕ, ο μαζικός εκμαυλισμός συνειδήσεων που πισωγύρισε θεαματικά το μαζικό κίνημα και το έστειλε σπίτι του.


-Η προσπάθεια άλωσης του τύπου, που δεν είχε αντίστοιχο αίσιο τέλος για το ΠΑΣΟΚ. Το σκάνδαλο Κοσκωτά ως απόρροια, που γκρέμισε προσωρινά τον Παπανδρέου από την εξουσία -ή μάλλον από την κυβέρνηση, όπως είπε κι ένας όψιμος μαθητής του.



-Η παραπομπή στο ειδικό δικαστήριο και το αφήγημα για το “βρώμικο 89′” που μεταξύ πολλών άλλων ξεχνάει βολικά ότι συμμετείχε και το ΠΑΣΟΚ στη δεύτερη οικουμενική, το Νοέμβρη του ίδιου έτους, αφήνοντας στην άκρη τις “αρχές” του περί μη συνεργασίας με τη Δεξιά.

-Η “άγρια, κινηματική” αντιπολίτευση και η γρήγορη επάνοδος στην κυβέρνηση, όπου δεν υπήρχαν περιθώρια για “φιλοσοβιετικό χαρτί”, “κίνημα Αδεσμεύτων” και λοιπούς ελιγμούς, παρά μόνο για φραστικές διαφοροποιήσεις και τοποθετήσεις, σαν κι αυτήν για το Ευρωπαϊκό Διευθυντήριο, με αφορμή τη FYROM (παρά την εξασθένισή του, η ρητορική δεινότητα παραμένει).



Καταγγέλλουμε, ανησυχούμε, θα δώσουμε μάχες, αλλά δεν υπάρχει άλλος δρόμος…

Κάτι τέτοια τον έκαναν αγαπητό στην ηγεσία του Σύριζα, που δεν τον φτάνει βέβαια ούτε στο δαχτυλάκι του. Και τον έβαλαν στο στόχαστρο φιλελέδων κι αστών αναλυτών που χρειάζονται πλέον ένα διαφορετικό αφήγημα και παρουσιάζουν την οκταετία της Αλλαγής, ως τη μητέρα όλων των κακών: από το χρέος ως το λαϊκισμό…


Εϊναι όμως το λιγότερο “αχαριστία” να μην αναγνωρίζουν τις πολύτιμες υπηρεσίες που προσέφερε στο σύστημα σε μια κρίσιμη για αυτό καμπή. Κι αν μη τι άλλο, η παρουσία του -με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- στο προσκήνιο σήμερα δείχνει την εμβέλεια της προσωπικότητάς του -κι αυτός δεν υπάρχει λόγος να μην το αναγνωρίζουμε.

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

Επιστροφή στο μέλλον

Όχι, δεν πρόκειται για το παλιότερο βιβλίο του Πι-Πι, αλλά για τα χρόνια της (δικής του) αθωότητας, όταν ήταν ακόμα στέλεχος της Κνε, στο ίδιο κόμμα με το Λαφάζα, αλλά απέναντί του. Και για την ομώνυμη ταινία του Σπίλμπεργκ, εν έτει 1985 –τότε που πηγαίναμε για ακόμα καλύτερες μέρες και την ανασυγκρότηση (περεστρόικα) του κομμουνιστικού κινήματος, για να πιάσουμε τελικά μηδέν στα δύο- με το Μάικλ Τζέι Φοξ, που γυρίζει τρεις δεκαετίες μπροστά το ρολόι, στις 21 Οκτωβρίου 2015, και τις διάφορες προβλέψεις, εκ των οποίων άλλες επαληθεύτηκαν κι άλλες περιμένουν στο συρτάρι της ιστορίας να επαληθευτούν στο μέλλον.

Τι θα έβλεπε όμως ο έλληνας ομόλογος του Μάικλ Τζέι Φοξ –πέραν του ότι ο βασικός πρωταγωνιστής της ταινίας πάσχει από Πάρκινσον, εδώ και μερικά χρόνια; Θα μπορούσε να δει πχ έναν νέο (και με την ηλικιακή έννοια) παπατζή, που πασχίζει να μιμηθεί τη ρητορική και τα τεχνάσματα του Ανδρέα. Αλλά αν τότε ο Χαρίλαος απαντούσε θυμόσοφα σε ένα παπαγαλάκι: «αλλαγές βλέπω, αλλαγή δε βλέπω», ο σύγχρονος παρατηρητής θα έψαχνε μάταια να βρει έστω και τις πρώτες. Ντάξει, ξέχασέ την την αλλαγή, αλλά ούτε καν μικρές αλλαγές δε βλέπω.

Το βασικό πρόβλημα ωστόσο είναι πως ο λαός σήμερα, σε ρόλο Μάικλ Τζέι Φοξ, γυρίζει τις πλάτες του στο μέλλον, όχι για να μη γίνει συνένοχος στο φόνο (καθώς η συμμετοχή του προκύπτει από την απάθεια μπροστά στο δολοφόνο), αλλά γιατί μένει κολλημένος στο χρυσό μεταπολιτευτικό παρελθόν και τη δεκαετία με τις βάτες. Και αν είχεστα χέρια του μια αντίστοιχη χρονομηχανή, θα πήγαινε πίσω στον Οκτώβρη του 85’, όχι για να διορθώσει κάτι που πήγε στραβά στη συνέχεια, πχ τη «στροφή» με το πρόγραμμα σταθεροποίησης και το πρώτο αντιλαϊκό πακέτο μέτρων του Σημίτη, από το οποίο κλείνουν τριάντα χρόνια αυτό το Φθινόπωρο (και για το οποίο αξίζει να διαβάσει κανείς, αν τη βρει, την μπροσούρα της ΕΣΑΚ για το πραξικόπημα στη ΓΣΕΕ λαο τα δημοκρατικά ήθη της Αλλαγής στο συνδικαλιστικό κίνμα). Αλλά για να μείνει για πάντα εκεί, χωρίς να βλέπει την προοπτική κι αυτό που θα ακολουθήσει. Εξάλλου, το χειρότερο σε αυτές τις συνήθεις, αντιδιαλεκτικές ερωτήσεις της αποκαλούμενης εναλλακτικής ιστορίας, «τι θα γινόταν αν...» και «τι θα αλλάζαμε, αν μπορούσαμε να γυρίσουμε πίσω το χρόνο», δεν είναι απλώς αυτή καθαυτή η αναζήτηση κι ο αντιδιαλεκτικός της χαρακτήρας, αλλά οι απλοϊκές απαντήσεις στις οποίες καταλήγει.

Σημειώνω παρενθετικά πως οι μόνοι που θα μπορούσαν ίσως να προλάβουν και να αλλάξουν κάτι, είναι οι κομμουνιστές στην περίπτωση της Σοβιετικής Ένωσης. Και πάλι όμως, δε θα ήταν τόσο απλό. Ακόμα κι αν μπορούσαμε να σκοτώσουμε πχ τον Γκόρμπι, όπως έγραψε μεταξύ σοβαρού κι αστείου (και βασικά το πρώτο) ένας σφος τουιτεράς, στη θέση του θα ήταν κάποιος Γκρίσιν (από εκεί να καταλάβεις) ή στην καλύτερη των περιπτώσεων, ο γίγαντας Λιγκατσόφ, που τα ‘χει ακόμα τετρακόσια και εν έτει 91’ θεωρούσε «αίνιγμα» τον Γκορμπατσόφ (εκτός κι αν αδυνατούσε να μιλήσει πιο καθαρά) και σήμερα παρυφεί στα αριστερά (ου μην κι εκτός) του ΚΚΡΟ, ασκώντας του κριτική από τέτοιες τίμιες θέσεις. Κλείνει η ιστορική παρένθεση.

Και το βασικό πρόβλημα είναι πως όσο ο λαός (ακόμα κι εμείς ως ένα βαθμό) σκέφτεται με τέτοιους όρους του παρελθόντος το μέλλον του, όχι για να διδαχτεί από την πείρα του και να το ετοιμάσει διαφορετικά, χωρίς τα ίδια λάθη, αλλά με όρους καθαρής νοσταλγίας, τόσο θα το βλέπει να γλιστρά μέσα από τις ανοιχτές παλάμες του, που θα στρέφονται στο κεφάλι του, για να το μουντζώσουν, σαν τους αγανακτισμένους.

Και μια μηχανή που θα μας πήγαινε στο 2045, δεδομένου ότι τα πράγματα θα είχαν μείνει όπως και τώρα, θα μας επέτρεπε να δούμε μια Ελλάδα με λαό εξαθλιωμένο, εθνική σύνταξη στα διακόσια ευρώ (αν φυσικά καταφέρουμε τον εθνικό στόχο να παραμείνουμε στο ευρώ), και τον εργασιακό μεσαίωνα να γελά ειρωνικά στην ιδέα μιας επιστροφής στο μέλλον (και την κοινωνία του μέλλοντος που προσπάθησαν να οικοδομήσουν κάποιες χώρες).


Γιατί αν θέλουμε να δούμε αλλαγές στη ζωή μας, χρειάζεται πρώτα μια ριζική, πραγματική αλλαγή –με κατεύθυνση το σοσιαλισμό, όπως λέγαμε στη δεκαετία με τις βάτες, σε έναν τελείως διαφορετικό διεθνή συσχετισμό, που μόνο ο Λιγκατσόφ έχει μείνει να μας θμίζει. Ή μάλλον άμεσα συνδεμένη με την προοπτική του, ως προϋπόθεση, όπως λέμε τρεις δεκαετίες μετά.

Ακους ρε συ; Είναι αυταπάτη λέει ότι μπορούμε να γυρίσουμε πίσω το χρόνο...

Τετάρτη 27 Μαΐου 2015

Αντιμνημόνιο

Κάτι νεκρό μέσα στα στήθη μας
ήταν η ελπίδα, που είχε μέσα μας πεθάνει

(από στίχο του λάκη με τα ψηλά ρεβέρ)

Μα η ελπίδα έρχεται.

Χωρίς πολλά λόγια κι αναλύσεις, γιατί είναι συγκεκριμένα τα πράγματα.

Η μεγαλύτερη ζημιά που έκανε η κυβέρνηση της αλλαγής είναι πως ήρθε στην εξουσία με λεηλατημένα συνθήματα της αριστεράς (δηλ του κκε γιατί οι άλλοι πάντα ευρωλάγνοι ήταν) ενάντια στην εοκ και το νατο. Και όχι μόνο δεν τήρησε έστω την υπόσχεση για δημοψήφισμα (κοίτα να δεις πώς τα  φέρνει η ζωή) αλλά εκμαύλισε πολλές ριζοσπαστικές συνειδήσεις της βάσης, μετατρέποντας τους ψηφοφόρους της σε οπαδούς του ευρωμονόδρομου.

Η μεγαλύτερη ζημιά που κάνει η κυβέρνησης της πρώτη φορά αριστεράς, είναι πως αναδείχτηκε ως η (δήθεν) κατεξοχήν πολιτική έκφραση του αντιμνημονιακού μετώπου και τώρα ετοιμάζεται να υπογράψει συμφωνία για αριστερό μνημόνιο. Ενώ η δημοσκοπική κοινή γνώμη φέρεται να πιέζει για το κλείσιμο της συμφωνίας και να είναι έτοιμη να πανηγυρίσει ανακουφισμένη. Ζήτω το μνημόνιο της αντιμνημονιακής κυβέρνησης.

Παρεμπιπτόντως, η χώρα θεωρητικά έχει ξαναζήσει μια εθνικά περήφανη διαπραγμάτευση με τους εταίρους στα χρόνια της αλλαγής και μάλιστα με «σπουδαία αποτελέσματα»: τους αστερίσκους στις κοινοτικές ανακοινώσεις, τα μεσογειακά προγράμματα, κτλ. Αλλά έστω πως ζούμε στην χώρα των λωτοφάγων, και δεν υπάρχει καμία αντίστοιχη ιστορική πείρα για να ξέρουμε προς τα πού θα πάει το πράγμα. Έστω ότι δεν προβαίνουμε σε αξιολογικές κρίσεις, ότι είμαστε καλοπροαίρετοι και σίγουροι για τις καλές προθέσεις της συγκυβέρνησης (γιατί ο σύριζα είναι τα πάντα όλα, αλλαγή μαζί με λίγο 89’) που διαπραγματεύεται όντως σκληρά (για τους δικούς της λόγους).

Ο κυρίαρχος ελληνικός λαός ψηφίζει εδώ και μια πενταετία αντιμνημονιακά, ή μάλλον για την επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου και των όρων του. Και θεωρητικά έχει βρει μια κυβέρνηση να κάνει αυτό ακριβώς και να προσπαθεί για το καλύτερο δυνατό σε αυτήν την κατεύθυνση. Δεν οφείλει λοιπόν να βγάλει επιτέλους και κάποια συμπεράσματα; Πού οδηγεί η διαπραγμάτευση και ο έντιμος συμβιβασμός σε αυτά τα πλαίσια; Μήπως το βασικό είναι η αλλαγή αυτού του ασφυκτικού πλαισίου; Μήπως το κύριο ζητούμενο είναι η ουσιαστική ρήξη και μια ριζική επαναστατική αλλαγή;


Ε, εντάξει λέμε και κάνα σχήμα λόγου, για να περνάει η ώρα..

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015

Η επόμενη ημέρα - Στιγμιότυπα


Η 26η γενάρη μπορεί να μην είχε πτώση αστεροειδή και όλα τα συναφή, αλλά είχε πτωτικές τάσεις στο χρηματιστήριο, προσωρινή πτώση μέσων κοινωνικής δικτύωσης ανά τον κόσμο, επιδείνωση του καιρού, την είδηση για το θάνατο του ντέμη ρούσου κι ένα πολύνεκρο δυστύχημα με ελληνικό F16. Τι άλλες αποδείξεις χρειαζόμαστε για τον ερχομό της συντέλειας του κόσμου –και ουχί της ελπίδος- σφε αναγνώστη, που αμελούσες ανέμελα τόσο καιρό τα σημάδια και τις προειδοποιήσεις;

Άλλο τόσο γραφικά βέβαια είναι και τα σενάρια της επόμενης μέρας από την άλλη πλευρά. Τα οποία περιελάμβαναν συμφωνία-εξπρές για σχηματισμό κυβέρνησης σωτηρίας σ-ανελ. Αλλά αν νομίζει κανείς αφελώς πως η συνεργασία δεν ήταν κλεισμένη από πριν, είναι σα να πιστεύει ότι οι προτηγανισμένες πατάτες που τρώει στο γυράδικο είναι φρεσκοκομμένες, από το διπλανό χωράφι. Κι αυτό δείχνει πόσο μαεστρικά ύπουλη, (σα σβωλάκι μπούκοβο κρυμμένο κάτω από μια πατάτα), ήταν η προεκλογική επίθεση φιλίας στο κκε, για να πλαγιοκοπήσουν τη βάση του και να την ενσωματώσουν σε ένα κόμμα, που μοιάζει να έχει απ' όλα, τζατζίκι, κρεμμύδι και σως παλαιωμένου τσένταρ. Κι άμα λάχει και στη λαοκρατία πιστεύουμε..

Η επόμενη μέρα θα έχει «μικρές αλλαγές χωρίς αλλαγή», όπως είχε πει επί αλλαγής ο φλωράκης και μπόλικες υποσχέσεις για «ακόμα καλύτερες ημέρες». Αλλά επειδή δεν υπάρχει πλέον η εσσδ, για να παίξουν το φιλοσοβιετικό χαρτί ως εφε, χρειαζόταν κάτι άλλο ως κίνηση εντυπωσιασμού (η επίσκεψη στο σκοπευτήριο), για να χρυσώσει το χάπι (της επόμενης ημέρας) των ανελ και της επίσκεψης στον τζερόνιμο, για να δώσει την ευχή του. Τις χειρότερες πασοκιές δεν τις έχουμε δει ακόμα.

Η πρώτη κίνηση της νέας κυβέρνησης βέβαια ήταν άλλη: η επικοινωνία του δρίτσα με τους αρχηγούς γεεθα κι ελας, για να τους δηλώσει την εμπιστοσύνη του σύριζα στα σώματα ασφαλείας. Ενώ έξω από την κουμουνδούρου ο φακός κατέγραφε την ασύγκριτη χαρά μιας ιταλίδας.. επανιδρύτριας, (που δε θα ‘ταν καλύτερα να την πουν ευρωκομμουνιστική επανίδρυση, να μην ακούει «κομμουνιστές» ο κόσμος και μπερδεύεται άδικα;).
-Είναι σα να πέφτει το τείχος του βερολίνου! Και δε νομίζω να εννοούσε το βερολίνο της μέρκελ. Πρώτη φορά αριστερά, σου λέει!


Στην νάουσα εν τω μεταξύ, ο λαπαβίτσας ρώτησε στα επινίκια τους συναγωνιστές του: το ξέρετε εκείνο που λέει: τρία γράμματα μόνο φωτίζουν; Δεν ακούγεται βέβαια πολύ καθαρά στο βίντεο, αλλά δεν πρέπει να του απαντούν και πολλοί γύρω του καταφατικά. Τρία άτομα μόνο γνωρίζουν την ελληνική μας τη γενιά…

Η επόμενη μέρα βρίσκει το σύριζα να αρνείται σθεναρά να δώσει απαντήσεις σε χυδαία, ανακριτικά ερωτήματα, του στιλ: τι ακριβώς σκοπεύετε να κάνετε; Πώς θα προχωρήσετε τη διαπραγμάτευση; Κοκ.
Αλλά φαίνεται πως θα έχουμε παράταση του μνημονίου ή μια παραλλαγή του, όπως το πρόγραμμα ντράγκι, γιατί η ελλάδα πρέπει να είναι σε πρόγραμμα, για να μπορεί να δανείζεται. Που το ακούς σα φράση και πάει το μυαλό σου σε ουσίες και προγράμματα απεξάρτησης. Ενώ πρόκειται περισσότερο για πρόγραμμα εξάρτησης κι οικονομικής επιτήρησης, ου μην και αλληλεξάρτησης, γιατί μια πιθανή χρεοκοπία της μικρής ελλάδας θα παρέσυρε όλο το οικοδόμημα της ευρωζώνης.

Είναι επίσης πολύ πιθανό να βρει στο υπουργείο εξωτερικών δίδυμο κοτζιά και βαλαβάνη, που είχαν φύγει το 89’ από το κόμμα, επί περεστρόικα, με κριτική από τα αριστερά, για να βρεθούν ξανά μαζί σήμερα (που ο κοτζιάς γράφει για «τον πατριωτισμό και την αριστερά»), με την μπίλια να κάθεται τελικά δεξιά. Που μπορεί να το περάσεις και για αριστερά, αναλόγως που στέκεσαι και με τι το συγκρίνεις, πχ με τις πασοκογενείς μεταγραφές ή τους ανελ, που είναι ακροδεξιοί, αλλά έχουν πιο ριζοσπαστικές θέσεις πχ για το χρέος. Και αυτό ακριβώς είναι το βασικό πρόβλημα με τις γεωγραφικές έννοιες, που συσκοτίζουν την ουσία.

Η επόμενη μέρα περιλαμβάνει πλούσιες διεργασίες στην αστική πολιτική σκηνή. Αλλά και τη συγκρότηση ενός νέου σύριζα στη θέση του νέου πασοκ, που βρίσκεται ακόμα σε εμβρυακό στάδιο. Και παρουσιάζει ειδικές δυσκολίες, γιατί πώς θα στηθεί με καλές προοπτικές ένα ανάχωμα υποδοχής των δυσαρεστημένων του σύριζα και πώς θα γίνει ελκυστική εναλλακτική για πολιτικούς καριερίστες, εφόσον είναι αμελητέα δύναμη εκτός βουλής;

Η επόμενη μέρα θα ‘χει τον αλέξη να φοράει επιτέλους γραβάτα, μόλις κουρευτεί το ελληνικό χρέος. Ο συναγωνιστής αλαβάνος, θα ξαναβάλει γραβάτα, όταν βγούμε από την ευρωζώνη. Και ο δικός μας γγ, μόνο όταν καταργηθεί η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
Τώρα που έχουμε μάλιστα και 15 βουλευτές, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε εναντίον τους τα δικά τους όπλα και να… τους ταράξουμε στη νομιμότητα, όπως θα έλεγε κι ο ηλιού. Πρόταση νόμου για την κατάργηση όλων των εφαρμοστικών νόμων του μνημονίου σε ένα άρθρο, κι αν θέλουν, ας μην το ψηφίσουν, να πέφτουν οι μάσκες μια ώρα αρχύτερα.

Τις επόμενες μέρες θα χρειαστεί κι ένα ημερολόγιο, με συστηματικές σημειώσεις για το χρονικό της κωλοτούμπας με τις αποδείξεις του κατήφορου. Και το βασικό ζητούμενο, ως πρόκληση των καιρών, είναι να μην αφήσουμε την απογοήτευση που θα σκορπίσει η φούσκα του σύριζα να γίνει απελπισία, να μη βρει «διέξοδο» στην ιδιώτευση-παθητικότητα ή σε ανοιχτά αντιδραστικά μονοπάτια (φασισμός).

Η επόμενη μέρα είτε θα μας βρει στους δρόμους, για να βρούμε το δίκιο μας, είτε να περιμένουμε παθητικά την ελπίδα να έρθει, σαν τον γκοντώ.


Η επόμενη μέρα χρειάζεται δυνατή λαϊκή αντιπολίτευση.
Και δυνατό κουκουέ, που είναι στήριγμα για το λαό. A pillar of support for the people, όπως λέει και η επίσημη μετάφραση της ομιλίας του κούτσι στο σεφ. Γιατί όπως λέει και ο άθλιος…

τις πιο ωραίες μεταφράσεις μας, δεν τις έχουμε κάνει ακόμα.

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015

Στο δρόμο της αλλαγής

Απ’ την κατηγορία των νεκρολογιών του χρόνου που έφυγε, η κε του μπλοκ προτιμά να προσπεράσει το θάνατο του φυντανίδη, για να σταθεί σε αυτόν του βόιτσεχ γιαρουζέλσκι, του πολωνού στρατηγού, που ηγήθηκε της χώρας του κατά τη δεκαετία με τις βάτες και έμεινε περισσότερο στην ιστορία για την επιβολή του στρατιωτικού νόμου, κατά την κρίση του 81’, με την έξαρση των απεργιακών κινητοποιήσεων των συνδικάτων της αλληλεγγύης του λεχ βαλέσα. Μετά τις ανατροπές και την επικράτηση της αντεπανάστασης, ο γιαρουζέλσκι αντιμετώπισε τις διώξεις των πολωνικών αρχών και το ενδεχόμενο να φυλακιστεί εκδικητικά για το παρελθόν και τη δράση του, παρά το βαθύ γήρας του (πέθανε σε ηλικία 90 –προς 91- ετών).

Ενδεχομένως αυτό να τον καθιστά δραματική κι ηρωική μορφή, όπως άλλωστε κι άλλους ηγέτες λδ και πρώην σοσιαλιστικών χωρών, από τον χόνεκερ ως και τον τσαουσέσκου ακόμα. Εδώ ωστόσο θα εστιάσουμε σε κάποιες πιο ελαφριές πτυχές, όχι απαραίτητα με ειρωνική διάθεση, αλλά όπως αυτές προκύπτουν αβασάνιστα από μια απλή ανάγνωση λόγων, εισηγήσεων κι ομιλιών του πολωνού ηγέτη, που συγκεντρώθηκαν και καταγράφηκαν στα ελληνικά από τις εκδόσεις «ειρήνη». Κι από τις οποίες φαίνεται πως παρά τη δράση που ανέλαβε για το φρενάρισμα της αντεπανάστασης, η οπτική του γιαρουζέλσκι και του πεεκ, αλλά και του σοσιαλιστικού στρατοπέδουσυνολικά εκείνη την περίοδο, απείχε αρκετά από μια κομμουνιστική στρατηγική στο ύψος των απαιτήσεων που θα έδινε τότε μια προοπτική ουσιαστικής διεξόδου από την κρίση και προώθησης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Κάτι που δεν εμπόδισε βέβαια το ρεβανσισμό των αστικών κυβερνήσεων μετά απ’ την καπιταλιστική παλινόρθωση, να εκδηλωθεί απέναντι σε οτιδήποτε θύμιζε το σοσιαλιστικό παρελθόν και όσους δεν πέρασαν με τη δική τους πλευρά, ολοκληρώνοντας τη μετάλλαξή τους.

Ο τίτλος αυτής της συλλογής άρθρων και λόγων του γιαρουζέλσκι είναι «στο δρόμο της αλλαγής». Κι οι ομοιότητες-σύνδεση με τη δική μας.. αλλαγή (την παλιά κι όχι το κίνημα αλλαγής, το οποίο ιδρύει τώρα ο γαπ), δεν εξαντλούνται εδώ, αλλά επεκτείνονται σε προγραμματικές αντιλήψεις και προγραμματικά ζητήματα, όπως τη θεώρηση της αυτοδιαχείρισης ως σημείου-κλειδί για το… σοσιαλιστικό μετασχηματισμό και την ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων. Οι παλιότεροι θα θυμούνται τους αμφίσημους χειρισμούς του παπανδρεϊκού πασόκ και τον επιδέξιο τρόπο με τον οποίο έπαιζε το φιλοσοβιετικό χαρτί, εξοργίζοντας θεωρητικά τους ευρωνατοϊκούς εταίρους –πχ όταν είχε αρνηθεί να συνυπογράψει μια διακοίνωση, αν θυμάμαι καλά, των χωρών-μελών της εοκ, που καταδίκαζε την επιβολή στρατιωτικού νόμου στην πολωνία.

Στα πλαίσια αυτής της προσέγγισης ο παπανδρέου έγινε, αν δε με απατά η μνήμη μου, ο πρώτος ηγέτης δυτικής χώρας που επισκέπτεται την πολωνία του γιαρουζέλσκι, για να ανταποδώσει ο πολωνός πρόεδρος με επίσκεψη στην ελλάδα λίγα χρόνια αργότερα –εκεί πρέπει να έγινε η επαφή και η συμφωνία για την κυκλοφορία του εν λόγω βιβλίου, στην εισαγωγή του οποίου ο γιαρουζέλσκι επιφυλάσσει ειδική εύφημο μνεία στην ελληνική κυβέρνηση για την τίμια στάση της –κι είναι αδύνατο να μην κάνει κανείς τον αυτονόητο συνειρμό με τη φράση του ένγκελς, νομίζω, για τους τίμιους οπορτουνιστές, που είναι κι οι πιο επικίνδυνοι. Θυμάμαι επίσης μια δημοσιογραφική αποστολή του πρεσβύτερου καψή, του γνωστού δημοσιογραφικού συγκροτήματος, στην πολωνία και τη σχεδόν ειδυλλιακή εικόνα που παρουσίαζε στο βιβλίο του (βλέπει και στο τέλος της ανάρτησης). Το οποίο πιθανότατα δε μας δείχνει πως οι νεότεροι καψήδες δε βάδισαν στα χνάρια του πατέρα τους, αλλά ότι κάθε καψής εκφράζει το πνεύμα και το πασόκ της εποχής του κι ότι η δεκαετία με τις βάτες είχε (ακόμα) πολύ διαφορετικούς συσχετισμούς.

Ας πάρουμε όμως και μια μικρή γεύση από το βιβλίο.
Στην εισαγωγή με τα βιογραφικά στοιχεία του γιαρουζέλσκι αναφέρεται με τη γνωστή μπρεζνιεφική σεμνότητα της εποχής (που δεν είχε εξαλειφθεί ακόμα) πως οι δημόσιες ομιλίες του χαρακτηρίζονται από πρακτικότητα και ζήλο προς το συγκεκριμένο, και ταυτόχρονα από ένα ιδιαίτερα όμορφο γλωσσικό στιλ. Με επιμονή μιλά για τις πολωνικές ιστορικές εμπειρίες, χαράζοντας ταυτόχρονα στους λόγους του ένα ρεαλιστικό όραμα για το μέλλον. Η πολωνική κοινή γνώμη εκτιμά ιδιαίτερα αυτή τη διαφάνεια και ειλικρίνεια. Πολλοί παρατηρητές το συγκαταλέγουν ανάμεσα στους καλύτερους ομιλητές στην πολωνική ζωή της μεταπολεμικής περιόδου.

Ας πάρουμε λοιπόν μια γεύση από αυτό το… ιδιαίτερα όμορφο γλωσσικό στιλ.
Απ’ όλα τα μέρη καταφθάνουν λόγια υποστήριξης. Βλέπω μήπως τη δυνατότητα πραγματοποίησης αυτών των καθηκόντων, της εκτέλεσης των αποφάσεων του συνεδρίου; Μάλιστα. Τη βλέπω. (Και παρακάτω:) Μπροστά στον τεράστιο χαβαλέ του πληθωρισμού και στην ερήμωση της αγοράς, πολλαπλασιάζονται πάλι οι απαιτήσεις, αιτήματα για αύξηση μισθών, κλπ. Δυστυχώς απ’ αυτή την άποψη οι εργασίες του ΙΧ Συνεδρίου συνοδεύονται από ένα άσχημο ακομαπανιαμέντο.
Προφανώς έχει βάλει το χεράκι του κι ο μεταφραστής με κάποιες καλτ αποδόσεις, αλλά αυτό δεν επισκιάζει ούτως ή άλλως τη ρητορική δεινότητα του γιαρουζέλσκι (που κατατάσσεται όπως είδαμε στους καλύτερους ομιλητές της μεταπολεμικής περιόδου).

Σε μια ομιλία του στη σύνοδο της πολωνικής βουλής το 82’, ξεκινάει με τη φράση «η πολωνία δεν χάθηκε. Η πολωνία δεν μπορεί να χαθεί. Αυτή είναι η πρωταρχική αλήθεια»! Ενώ στη συνάντησή του με τον πάπα, τον επόμενο χρόνο, διαβεβαιώνει πως «η πολωνία δημιουργήθηκε για να ζήσει (…) Δεν είναι καπρίτσιο της ιστορίας, που μας καθόρισε αυτό το μέρος. Εδώ και σαράντα χρόνια, η πολωνική αριστερά είναι πούδειξε στο λαό το δρόμο του σοσιαλισμού».

Στην ίδια ομιλία του επιδίδεται σε ένα αφηρημένο λατρευτικό κήρυγμα προς το κράτος γενικά και αόριστα.
Κατά τη διάρκεια του προηγούμενου, του πρώτο προσκυνήματος από τα χείλη της Παναγιώτητάς Σας ακούστηκαν λόγια βαρυσήμαντα και χαρακτηριστικά: «Το κράτος σαν έκφραση της κυριαρχίας, της αυτοδιάθεσης των διαφόρων λαών και εθνών είναι η νομοτελειακή πραγματοποίηση της κοινωνικής τάξης –και σε αυτό έγκειται επίσης το ηθικό κύρος του». Αυτή τη διαπίστωση που είναι σύμφωνη με την παραδοσιακή και σύγχρονη κατανόηση της ουσίας του κράτους, τη δεχόμαστε με ειλικρινή αναγνώριση.
Όταν το κράτος αδυνατίζει ή βυθίζεται στην ακαταστασία, τότε τα σπασμένα τα πληρώνει ο λαός. Εμείς στην Πολωνία αυτή την ιστορική αλήθεια την ξέρουμε με το παραπάνω. Η αλήθεια αυτή φώτιζε και φωτίζει τις ενέργειές μας. Δε ζητάμε, ωστόσο, να βρούμε εύκολες δικαιολογίες. Τα λάθη μας τα κρίνουμε με απαράμιλλη ειλικρίνεια, αν και δεν έφταιξε μόνο η εξουσία. Δεν είναι αυτή που έσπρωξε την χώρα στο χείλος της καταστροφής.

Και στην ομιλία του στο 9ο έκτακτο συνέδριο του πεεκ, το 81’, συμπεραίνει ότι «ζούμε σε μια θυελλώδη περίοδο ανάπτυξης του θεσμού της σοσιαλιστικής δημοκρατίας» -sic.
Το πιο προβληματικό στοιχείο ωστόσο, όπως σημειώσαμε και παραπάνω είναι πως το φάρμακο που προβάλλεται ως γιατρικό στην κρίση και την αντιπολίτευση του βαλέσα είναι η αυτοδιαχείριση. Η ίδια δηλ συνταγή που οδήγησε στο όνομα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας τη γιουγκοσλαβία του τίτο και την εσσδ σταδιακά, από τη δεκαετία του 60’, στο αδυνάτισμα του κεντρικού σχεδιασμού και την παλινόρθωση.

Ζωτική ανάγκη του σοσιαλισμού, δρόμος υπερνίκησης της κρίσης και εγγύηση για την αποφυγή στο μέλλον κάθε κοινωνικού κλονισμού είναι το δυνάμωμα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας. Τη μεγάλη υποστήριξη για την εκπλήρωση των καθηκόντων της η κυβέρνηση τη βλέπει και στη στενή σύνδεση της δράσης της με τις ποικίλες μορφές της.

Για φινάλε μια καλτ φωτογραφία από το σχετικό υλικό του βιβλίου, όπου διακρίνονται ο γιαρουζέλσκι και ένα άλογο, με την εξής λεζάντα: το αίσθημα της αγάπης προς τα άλογα είναι πολύ βαθειά ριζωμένο στην Πολωνία.



Πιθανόν στο άμεσο μέλλον να ανεβάσω και κάποιο άλλο κείμενο, με ενισχυμένη δόση αποσπασμάτων –αν και αυτά είναι αρκούντως χαρακτηριστικά. Όποιος ενδιαφέρεται να διαβάσει κάτι περισσότερο για την πολωνία, από τη δική μας σκοπιά, μπορεί να βρει ακόμα –νομίζω- στη σύγχρονη εποχή την μπροσούρα «εμείς κι η πολωνία» του νίκου κοτζιά, μέλους τότε της ιδεολογικής επιτροπής της κετουκε. Αντίστοιχο περιεχόμενο με το βιβλίο του γιάννη καψή έχει και ένα άλλο του δημοσιογράφου γιώργου γάτου «πολωνία από την αρχή».


Ένα μικρό σχετικό κεφάλαιο από την αντίθετη σκοπιά περιέχεται στο βιβλίο του μπίστη (προχωρώντας κι αναθεωρώντας), που έφυγε από το κκε εκείνη ακριβώς την περίοδο, με τα γεγονότα της πολωνίας. Τότε περίπου, και για τον ίδιο λόγο αν δεν απατώμαι, είχε φύγει από το κόμμα και ο φώντας λάδης, που αποστρατεύτηκε κι ιδιώτευσε, ως προς τα πολιτικά τουλάχιστον για τρεις περίπου δεκαετίες, πριν επανεμφανιστεί πρόσφατα στο προσκήνιο, ως υποστηρικτής του σύριζα πια μάλλον. Παρεμπιπτόντως μπορείτε να δείτε εδώ την εισήγηση του για τον καθημερινό φασισμό, σε μια πρόσφατη εκδήλωση στο σινεμά αλκυονίς, μαζί με τον χατζηστεφάνου και το γνωστό μας βουρνούκιο από τους υπεραστικούς.

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

Τον πασόκο κι αν τον πλένεις

Οι πασόκοι ποτέ δεν πεθαίνουν, δεν τους σκιάζει φοβέρα καμιά
Μοναχά τη μορφή τους αλλάζουν και ξανά προς τη δόξα τραβάν (3)

Τι είναι αλλαγή; Το ‘χε απαντήσει πολύ εύστοχα ο χάρρυ κλυνν στο δίσκο του ραντεβού με την εισαγγελία, όπου ένα μικρό κορίτσι διηγούνταν: Αλλαγή; Αλλαγή είναι ένα πλάμα, όπου ένας παππούλης έρχεται με το αεροπλάνο και κάνει το χελάκι του έτσι, και μια κοπέλα με μεγάλα βυζιά, πηγαίνει δίπλα του και τον πιάνει για να μην πέσει. Η μαμά μου λέει πως αυτός ο παππούλης θέλει να παντλευτεί αυτή την κοπέλα με τα μεγάλα βυζιά, αλλά ο μπαμπάς μου λέει πως αυτή θα τον καταστλέψει, γιατί αυτός ο παππούλης που θέλει να παντλευτεί την κοπέλα με τα μεγάλα τα βυζιά, δεν κοιτάει τη δουλειά του. Κι αυτό το πλάνα είναι όλοι που κλέβουν και που λέει ο μπαμπάς μου πως όπου να ‘ναι θα φύγουνε νύχτα. Κι αυτό το πλάμα το βλίζει όλη μέρα ο μπαμπάς μου και μόλις το βλέπει στην τηλεόλαση, φωνάζει και λέει στη μαμά μου: κλείσ’ τη γαμώ το γονιό τους, γιατί θα τη σπάσω. Και τότε η μαμά μου την κλείνει, κι ο μπαμπάς μου βάζει ένα βίντεο, και βλέπει μια κοπέλα, με μεγάάάλα βυζιά, που δεν είναι όμως η κοπέλα με τα μεγάλα τα βυζιά που θέλει να παντλευτεί ο παππούλης.

Βασικά αυτό που πρέπει να κρατήσουμε είναι πως η αλλαγή ήταν μια μορφή πολιτικής σιλικόνης, με μεγάλα, παραφουσκωμένα λόγια και υποσχέσεις. Κακέκτυπο υποκατάστατο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού και των χυμών της εαμικής λαοκρατίας.

Τι είναι σήμερα όμως η αλλαγή και το πασόκ; Η επανάληψη της ιστορίας ως φάρσα κι ως τραγωδία. Ένα κακέκτυπο της αλλαγής του 80’ που έτσι κι αλλιώς ήταν μια καρικατούρα των εαμικών ιδανικών. Κι αν εκείνη η εκδοχή ήταν η φάρσα, σήμερα είναι τραγωδία να μη διδασκόμαστε από την ιστορική πείρα και τα λάθη μας και να είμαστε πρόθυμοι να τα επαναλάβουμε σχεδόν αυτούσια.

Σήμερα λοιπόν πασόκ είναι η μόλις συγκαλυμμένη αλαζονεία στο άκουσμα των πρώτων έξιτ πολ, που ξεπήδησε απύθμενη και ορμητική, πριν καν συνδεθεί με το νέκταρ της εξουσίας, και σε κάνει να αναρωτιέσαι πού βρισκόταν κρυμμένη τόσο καιρό. Είναι η δημιουργία μας βαλβίδας ασφαλείας, μιας αριστερής αντιπολίτευσης τύπου παναγιωτακόπουλου, σαν τη φωνή της συνείδησης της ηγεσίας και το ριζοσπαστικό της άλλοθι· κι η δημιουργία μιας δεξαμενής εναπόθεσης των δυσαρεστημένων ψηφοφόρων* που θα επιστρέφουν όμως, όπως το ρυάκι στην κοίτη του, σε κρίσιμες αναμετρήσεις, με ισχυρά εκβιαστικά διλήμματα. Είναι η αφόρητη πίεση, οι συναισθηματικοί (εκ)βιασμοί σε κάθε ταλαντευόμενο να μην χαθεί η μοναδική ευκαιρία, το ραντεβού με την ιστορία, που μας περιμένει στη γωνία (κι είναι κρίμα να τη στήσουμε), σαν αγνή κορασίδα, που αδημονεί κι αυτή για την πρώτη της φορά αριστερά, σαν την κύπρια κοπέλα από το κλεμμένο προεκλογικό σποτάκι του θεοδωράκη.

Κι έτσι που πήξαμε στις πρώτες φορές, το νέο και την ανεξαρτησία σε αυτές τις εκλογές, θα βγουν μου φαίνεται το πρωί της δευτέρας στα μπαλκόνια οι σπιτονοικοκυρές των νοικοκυραίων και θα απλώσουν τα σεντόνια με το σημάδι του έρωτα και της πρώτης φοράς, να το δει όλη η γειτονιά. Ποια πρώτη φορά δηλ, που όπως λέει και το ανεμολόγιο, παρθενορραφή είναι η δουλειά: την παρθενιά της (ιστορίας) επανορθώσαμε σφιχτά με ράμματα.  Ούτως ή άλλως όλες οι πρώτες φορές είναι συνήθως άγουρες, αγχωμένες και (εκ)βιαστικές. Και πώς να μην είναι δηλ, όταν ο ψηφοφόρος σου κάθεται από φόβο μη μείνει στο ράφι και όχι από έρωτα, επειδή ενθουσιάστηκε με την πάρτη σου και την (ανήθικη) πρότασή σου, ή επειδή εσύ θα του σαλιώσεις το φάκελο με το αυτοκόλλητο, για να πονέσει λιγότερο.

Πασοκ είναι η προίκα με τα αντιδεξιά σύνδρομα και τα εύκολα σχηματικά δίπολα, που εγκλωβίζουν και πολώνουν τον κόσμο: μνημόνιο-αντιμνημόνιο, δοσίλογοι-αντιμερκελιστές, οτιδήποτε ενισχύει το κόμμα δια του ετεροπροσδιορισμού, χωρίς να δίνει σαφές στίγμα κι ελπίδα, χωρίς να δεσμεύεται σε τίποτα συγκεκριμένο (ούτε καν στην πλήρη επαναφορά του κατώτατου μισθού). Πασοκ είναι η στήριξη από τον υποψήφιο του σεκ ενάντια στον καμίνη (που τον είχε πριμοδοτήσει ανεπίσημα στο β’ γύρο του 10’) χωρίς αυταπάτες, όπως έκανε με το παλιό πασοκ ως το 96’. Πασοκ θα πει να έχει υποφέρει για χρόνια η βάση σου από τη λογική της χαμένης ψήφου, όταν βρισκόσουν στο όριο του 3% και της εκλογικής επιβίωσης και τώρα να την χρησιμοποιείς (από κάθε άποψη) ανερυθρίαστα, για να λεηλατήσεις ό,τι κινείται στα αριστερά σου –γιατί η ζωή το έφερε έτσι, που να είναι το νέο πασόκ επικεφαλής του αγώνα να φύγει η κυβέρνηση στις 26 και πρέπει όλοι να το ψηφίσουμε. Πασόκ είναι οι εύκολες λύσεις, το κουμπί της ανάθεσης, το βόλεμα και η ενσωμάτωση. Πασοκ είναι ο αντικομμουνισμός με αριστερό πρόσημο, οι υποψήφιοι που δηλώνουν εκ του πονηρού πως έχουν σχέσεις με το κουκουέ, υπονοώντας πως έχουν και τη στήριξή του, στα χνάρια των κόκκινων σημαιών στις πράσινες συγκεντρώσεις της αλλαγής.

Πασοκ είναι να σε ρωτάν για τον παραλληλισμό με τον ανδρέα παπανδρέου κι εσύ να ακροβατείς σε τεντωμένο σχοινί, προσπαθώντας να κρατήσεις λεπτές ισορροπίες. Δεν τον αποδέχεσαι ανοιχτά, γιατί θα σε μουντζώνουν μέχρι κι οι δικοί σου (αν κι έχουν πάθει ανοσία και δεν ιδρώνει με τίποτα το αυτί τους, καθώς έρπουν προς το μαξίμου), δεν τον απορρίπτεις καθαρά, για να μην απομακρύνεις τους πασόκους που σε στηρίζουν και σπεύδεις να επισημάνεις ότι εκείνη την εποχή υπήρχαν διαφορετικές δυνατότητες για την κυβέρνηση, για να καθησυχάσεις την αστική τάξη πως δεν έχει τίποτα να φοβηθεί μαζί σου και να μην έχουν πολλές προσδοκίες κι οι ψηφοφόροι.
Μην κάνεις όνειρα τρελά, μαζί μου θα ‘χεις λίγα και καλά. Ο.. σύντροφος δάκης τι να ψηφίζει άραγε;

Πασοκ είναι οι εκδηλώσεις για την 3η σεπτέμβρη, γιατί νιώθεις ιστορικός κληρονόμος της κι εκπρόσωπος της πολιτικής της συνέχειας –χωρίς να είσαι ούτε καν αυτό. Είναι κάτι παλιότερες ομολογίες, στη δεθ αν θυμάμαι καλά, πως εσύ είσαι πασοκ, αλλά το πασοκ έχει πάψει να είναι πλέον πασόκ. Είναι να μιλάς για αριστερά, όσο πιο δεξιά κινείσαι, ξεδιάντροπα και απενοχοποιημένα. Το πασόκ είναι ένα χωνευτήρι, που πάει με όλα σαν την κόκα κόλα κι αλέθει τα πάντα, σαν καλός μύλος της αντίδρασης –και στη λαοκρατία πιστεύουμε άλλωστε, γιατί όχι;- μα πάνω απ’ όλα συνειδήσεις.

Πασόκ βασικά είναι αυτό: η άλωση των συνειδήσεων. Μόνο που το πασοκ του 80’ τις άλωσε έχοντας μπόλικους πολιορκητικούς κριούς: κουτσουρεμένη ατα, αναγνώριση της (εαμικής μόνο) αντίστασης, συνθήματα για σοσιαλισμό και «εοκ και νατο το ίδιο συνδικάτο». Σήμερα αυτό δεν υπάρχει καν. Το νέο πασοκ δεν προσφέρει ελπίδα, αλλά κομπογιαννίτικα αντίδοτα στην απελπισία και παυσίπονα, προβάλλει ως το μικρότερο κακό, καταφύγιο (προσωρινό κι αμφίβολο) από το φόβο και την απόγνωση. Το αντικειμενικό έδαφος για βόλεμα κι ενσωμάτωση έχει εκλείψει, παραμένει αλώβητη όμως η δύναμη της συνήθειας κι η κληρονομημένη πασοκιά, σε όλα τα επίπεδα.

Κι αν για την κούνεβα, τις απολυμένες καθαρίστριες, τους δημόσιους υπαλλήλους, που βλέπουν να μην έχουν μέλλον κι άμεση διέξοδο, είναι κι αυτή μια κάποια στάση (λανθασμένη, αλλά πάντως) που νιώθεται, προκύπτει ζήτημα με αυτούς που δεν έχουν ανάγκη, ούτε και τις αυταπάτες της βάσης, που δεν μπορεί να μη βλέπουν, να μην ακούν, να μη μιλάνε και να μην καταλαβαίνουν τι είναι το νέο πασόκ. Και η δική τους συστράτευσή μπορεί να ερμηνευτεί κυρίως στη βάση των ανταλλαγμάτων, όχι απαραίτητα υλικών, αλλά με την έννοια ότι έχουν λάβει θέση στην αφετηρία της εφόδου προς το μαξίμου και περιμένουν κάποιο οφίτσιο, για να.. αξιοποιηθούν.

Όμως το μικρότερο κακό φέρνει πάντα, με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια, το μεγαλύτερο. Και μια κυβέρνηση με κορμό το νέο πασόκ, μπορεί να το επιβεβαιώσει με τραγικό τρόπο, παγιώνοντας στον κόσμο την αντίληψη πως «τη δοκιμάσαμε την αριστερά και ήταν μία από τα ίδια» και στρώνοντας το δρόμο στην επέλαση των φασιστών.

Είναι λοιπόν και ζήτημα αξιοπρέπειας, κοντά στα άλλα, για τον καθένα να μην υποκύψει στα διλήμματα και τη διάβρωση συνειδήσεων και να καταδικάσει σε όλους τους γύρους, πρώτο, δεύτερο και τρίτο, όταν με το καλό προκύψει, το πασόκ απ’ όπου κι αν προέρχεται, με ό,τι όνομα και αν μας εμφανίζεται σήμερα.

*Ποια είναι αυτή η δεξαμενή;

Μπορείτε καταρχάς να δείτε σε αυτό το σύνδεσμο, τον άγγελο χάγιο να φτάνει μέχρι την άρνηση του χρέους (χωρίς να λέει κουβέντα για τη διαγραφή του) με ταβάνι του την ανακούφιση του κόσμου σε ένα άλλο πλαίσιο (που δε μας λέει ποιο είναι και γενικώς άλλα λόγια να αγαπιόμαστε).

Μπορείτε επίσης να διαβάσετε παρακάτω ένα κομμάτι στο προηγούμενο φύλλο του πριν, από το δημήτρη χατζηπαναγιώτου των οικολόγων εναλλακτικών (οργάνωση της ανταρσύα). Που αναγνωρίζει μεν πως και το κουκουέ έχει ως στόχο τη διπλή έξοδο από ευρώ και εε, αλλά δεν την αναγνωρίζει ως πρώτο βήμα στη μακρά πορεία προς το σοσιαλισμό. Για να προσθέσει παρακάτω.

Εάν υποτεθεί βάσιμα ότι η διπλή έξοδος πραγματοποιηθεί με ένα δημοψήφισμα του ελληνικού λαού, το οποίο θα προκηρυχθεί πχ από μια σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση τύπου ΣΥΙΡΙΖΑ, αυτό δε θα ήταν προς όφελος του λαού; Ελπίζουμε ότι το ΚΚΕ δε θα τηρούσε στάση αποχής, επειδή το δημοψήφισμα θα το είχε προκαλέσει ο ΣΥΡΙΖΑ. Κάτι τέτοιο θα θύμιζε την αποχή από τις εκλογές του Μάρτη του 1946 εξαιτίας λαεθεμένης επιλογής της τότε ηγεσίας, παρόλο που το ΚΚΕ δεν ήταν ακόμη νόμιμο, παντοδύναμο και λαοπρόβλητο. Κι ας είχαν προηγηθεί ο Δεκέμβρης και η Βάρκιζα.

Παρακάτω μας λέει πως και με νικηφόρο δημοψήφισμα δε θα ανατραπούν οι κυρίαρχες σήμερα κεφαλαιοκρατικές παραγωγικές σχέσεις κι ο ελληνμικός καπιταλισμός, αλλά είναι βέβαιο πως θα ανατραπεί το πρώτο μεγάλο εμπόδιο που ονομάζεται εε και έτσι θα ανοίξει ο δρόμος, θα καρπίσει μια νέα ιεράρχηση, θα δημιουργηθεί ένας επαναστατικός ανθρωπισμός, κτλ.


Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς; Την αντίληψη για το.. λάθος του 46’, ή την αθώα ρομαντική άποψη ότι με ένα δημοψήφισμα θα λυθούν τα πάντα; Ε ας κάνουμε αν είναι έτσι άλλο ένα στο καπάκι για το αν θέλει ο λαός σοσιαλισμό και καθαρίσαμε..

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Μα κάτι άλλαξε από χτες

Λέγαμε λοιπόν σε ένα προηγούμενο κείμενο πως το ζήτημα δεν είναι η τυπική αλλαγή μιας χρονιάς, αλλά η αλλαγή του χρόνου, της κατάστασης γύρω μας, του κόσμου γενικότερα. Διαφορετικά ο νέος χρόνος θα γίνει κρητικός μανολιός και θα βάλει τα ρούχα του αλλιώς, ενώ εμάς θα μας πάρουν τα σώβρακα.



Όπως είχε γράψει παλιότερα κι ένας άλλος blogger, το θέμα με αυτές τις (φ)άγιες μέρες, δεν είναι ότι αλλάζουμε μέσα μας και γινόμαστε λίγο καλύτεροι. Αλλά ότι στην πραγματικότητα όλα παραμένουν αφόρητα ίδια κι απαράλλαχτα, στάσιμα κι επαναλαμβανόμενα.



Σαν την αλλαγή του 81’, που τελικά ήταν μια τυπική δικομματική εναλλαγή σε αστικά πλαίσια, με σοσιαλιστική παραλλαγή, που γέννησε γρήγορα την ανάγκη για απαλλαγή, όχι από το πασόκ με τη στενή έννοια, αλλά από τις αυταπάτες που εκφράζει και θρέφαμε μέσα μας, ενώ επιβιώνουν μέχρι και σήμερα με διάφορες μορφές.

Ή σαν την αλλαγή της αλλαγής (και τον επαναπροσδιορισμό του επαναπροσδιορισμού της αλλαγής), που είχε ζητήσει κάποτε ο λεωνίδας.



Αν και η αλλαγή πάνω στην αλλαγή και κόντρα αλλαγή δεν έχει συνήθως πολύ καλά αποτελέσματα κι αυτό το γνωρίζουν από πρώτο χέρι και με πολύ πρακτικό τρόπο, όσοι ασχολούνται με την μπάλα και θυμούνται πχ το πάθημα του αλέφαντου σε ένα τελικό κυπέλλου. Ο οποίος ήταν μεγάλος οπαδός του ανδρέα και της πολιτικής αλλαγής κι άλλαζε συχνά τα ξενικά ονόματα, σε βαθμό που να τα κάνει αγνώριστα, αλλά σχεδόν ποτέ το αγαπημένο του κοντομάνικο.



Τι να σου κάνει όμως κι ο αλέφαντος με τρεις αλλαγές μόνο, όταν χωλαίνει όλη η ενδεκάδα; Είναι όπως με τα τζίνι, που έχεις μονάχα τρεις ευχές κι η πρώτη είναι να είχες άλλες χίλιες, αλλά προφανώς δεν πιάνει. Άσε που το πρόβλημα δεν είναι ποσοτικό, αλλά ποιοτικό. Και βασικά δεν είναι θέμα προσώπων, αλλά του κοινωνικού-οικονομικού συστήματος που παίζει η ομάδα. Κι αυτό δεν αλλάζει έτσι απλά, όσες αλλαγές προσώπων κι αν γίνουν.



Κι εδώ είναι ο κόμπος του ζητήματος. Πόσο έτοιμοι και πρόθυμοι είμαστε να δεχτούμε κάποιες αλλαγές στη ζωή μας και βασικά να παλέψουμε για να τις επιβάλουμε. Θα μου πεις ότι η αλλαγή είναι κάτι αντικειμενικό, που συμβαίνει ανεξάρτητα από τη θέλησή μας και δεν μπορούμε να την ακυρώσουμε. Δεν είμαστε άλλωστε τίποτα αλαζόνες, που πιστεύουν πως δεν αλλάζουν ποτέ. Όλα τριγύρω αλλάζουνε.



Μα όλα τα ίδια μένουν. Και για να φτάσουμε σε μια βαθιά, ουσιαστική αλλαγή, την πραγματική αλλαγή που έλεγε κάποτε και στα προγραμματικά του κείμενα το κόμμα, πρέπει να σκεφτούμε τι μας φταίει, ποια είναι η αιτία του και να παλέψουμε συνειδητά για να το αλλάξουμε.



Το ζήτημα ωστόσο σκοντάφτει σε μια γενική ψυχολογική απροθυμία για μεγάλες αλλαγές. Όπως στο πρώτο καρέ της περιπέτειας του αστερίξ στην ισπανία, όπου ρωτάει τον οβελίξ αν θα ήθελε να πάρουν ψάρια, έτσι για αλλαγή, από τον αλφαβητίξ, κι αυτός απαντάει: «γιατί αλλαγή; Αφού έφαγα μόνο δυο αγριογούρουνα σήμερα».



Σκοντάφτει όμως και σε διάφορα αναχώματα ή υποκατάστατα της πραγματικής αλλαγής, που την περιορίζουν σε μικρές κι ανώδυνες λεπτομέρειες. Όπως είχε πει κι ο θυμόσοφος χαρί-λαος κάποτε: αλλαγές βλέπω, αλλαγή δε βλέπω.



Τι μπορεί να σημαίνει πρακτικά αυτό; Να λέμε πχ ότι η ενδεκάτη σεπτέμβρη ήταν η μέρα που άλλαξε τον κόσμο, σαν το μαθητή που άκουσε πολλές φορές το μάθημά του και το αποστήθισε απέξω, με τη μέθοδο της υπνοπαιδείας και μπόλικο τηλεοπτικό όπιο, που ναρκώνει συνειδήσεις. Ή να κάνουμε ζάπινγκ από το ένα κανάλι στο άλλο, χωρίς ποτέ να κλείνουμε την τηλεόραση. Η οποία έχει πλέον τόσο κυρίαρχο ρόλο στη ζωή μας, ώστε όλοι σχεδόν κάνουμε αλλαγή χρόνου μαζί με το χαζοκούτι –και πριν καμιά δεκαριά χρόνια, κάποιους η νέα χρονιά τους βρήκε να περιμένουν να βγει ο νικητής του big brother.



Υπάρχουν βέβαια κι αυτοί που καταλαβαίνουν την τηλεόραση ως προέκταση του συστήματος και ως πιο ευαίσθητοι προσπαθούν να την αλλάξουν από μέσα, σχολιάζοντας τα τηλεοπτικά δρώμενα και τα κακώς κείμενα, τάχα για να τα σατιρίσουν. Έτσι καταλήγει η μισή τηλεόραση να σχολιάζει την άλλη μισή και αντιστρόφως, κι όλοι μαζί να αναπαράγουν το ίδιο ρηχό λάιφ-στάιλ ως κυρίαρχη ιδεολογία, με λιγοστά ποιοτικά άλλοθι για ξεκάρφωμα.



Κάποιοι άλλοι λένε ότι πρέπει να αλλάξουμε πρώτα μέσα μας, να αλλάξουμε συνείδηση, για να μην κάνουμε τα ίδια λάθη. Αλλά όπως έλεγε και το σύνθημα ενός παλιού φεστιβάλ (πρέπει) να αλλάξουμε τη ζωή μας, αλλάζοντας τον κόσμο –κι όχι ανάποδα, που είναι ιδεαλιστικό. Οι άνθρωποι έρχονται σε σχέσεις μεταξύ τους, όπως τα κομμάτια ενός παζλ. Και δεν μπορούν  να αλλάξουν θεαματικά, χωρίς να τους ενδιαφέρει το σύνολο, για να αλλάξουν όλη την εικόνα, ούτε όταν βλέπουν ότι δεν ταιριάζουν σε αυτό το σύνολο και μένουν στο περιθώριο, αντί να προσπαθήσουν να το αλλάξουν.



Υπάρχουν τέλος κι αυτοί που βλέπουν την αλλαγή ως μια εύκολη, ανώδυνη επιστροφή στην κοιλιά της μητέρας και την ασφάλεια του παλιού, καλού καιρού, όπου όλα ήταν καλύτερα. Αλλά ο χρόνος δεν είναι εμπόρευμα, για να το γυρίσουμε πίσω και να το αλλάξουμε με κάτι άλλο της αρεσκείας μας. Ζούμε μονάχα μια φορά κι αν δεν κάνουμε εγκαίρως αυτά που επιτάσσουν οι απαιτήσεις του καιρού μας, ουδέν λάθος αναγνωρίζεται μετά την απομάκρυνση από το ταμείο.



Πολλές φορές οι αλλαγές δε βολεύουν ούτε κι εμάς τους ίδιους, που έχουμε συνηθίσει να δρούμε και να κινούμαστε σε κουτάκια, με ένα αμετάβλητο στιλ. Και νομίζουμε (ή τείνουμε εμπειρικά σε αυτό το συμπέρασμα τα τελευταία χρόνια) πως κάθε αλλαγή είναι προς το χειρότερο. Σε κάθε περίπτωση όμως το ζητούμενο παραμένει αυτό που είχε γράψει ομαρξ ως κατακλείδα στις θέσεις για το φόιερμπαχ. Να μη μείνουμε στη μία ή την άλλη ερμηνεία του κόσμου, όπως έκαναν μέχρι τώρα οι φιλόσοφοι, αλλά να (τον κατανοήσουμε για να) τον αλλάξουμε.




Και καθώς φτάνουμε στον επίλογο του κειμένου, στο μυαλό μου παίζει ο στίχος από εκείνο το παιδικό τραγουδάκι.

Το παπούτσι σου βρωμάει, άλλαξέ το.

Και στο καπάκι πάει συνειρμικά σε έναν άλλο από μια διασκευή του (παλιού, καλού χάρρυ κλυνν).

Ω ελλάδα, ω πατρίδα, που μυρίζεις ποδαρίλα.

Και δε γίνεται να μη σκεφτείς για το σημερινό του κατάντημα, αυτό που τραγουδούσαν μαζί ο μηλιώκας με την αφροδίτη μάνου.

Τα όνειρά μας κόκκινα

Τα όνειρά του… (έλα ντε;)

Ρούχα που όμως ξεπλύθηκαν

Και έχουνε γίνει ροζ

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Εισαγωγή στον τρίτο τόμο του δοκιμίου

Πρέπει να το είχα αναφέρει και σε μια παλιότερη ανάρτηση πως η καλύτερη εισαγωγή για το θέμα και την περίοδο που εξετάζει ο τρίτος τόμος του δοκιμίου ιστορίας του κόμματος είναι το δεύτερο μέρος της βιογραφίας του χαρίλαου από το θεοχαράτο· το οποίο πιάνει χοντρικά την ίδια περίοδο, από το 73’ ως το 93’, που ο φλωράκης έπαψε να είναι βουλευτής, και αποτελεί κατά τον χαρίλαο τη μεγαλύτερη πολιτική ομιλία του. Ένα πολιτικό μανιφέστο, το οποίο κατά μείζονα λόγο δεν αποτελεί ιστορία –αν και έχει και τέτοιο χαρακτήρα- καταλήγοντας έτσι να έχει (κι αυτό) μορφή δοκιμίου, όπως σημειώνει ο θεοχαράτος. Ο οποίος στον πρόλογό του συμπληρώνει ότι φέρει αποκλειστικά την ευθύνη για τα σημεία όπου δεν είναι ικανοποιητική η προσέγγιση, ενώ για όσα κατορθώνει να πει τα πράγματα με το όνομά τους, η εύφημη μνεία ανήκει στον φλωράκη.



Ήδη από την εισαγωγή πάντως, ο αναγνώστης σκοντάφτει σε κάποια σημεία, όπου καλείται να μαντέψει αν αποτυπώνουν την πολιτική σκέψη του χαρίλαου ή απηχούν τις απόψεις του συγγραφέα. Γράφει κάπου πχ ο θεοχαράτος πως ούτε η μεταπολίτευση του 74’ ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες του ελληνικού λαού, ούτε η μεταπολίτευση της μεταπολίτευσης του 81’ έφερε την αλλαγή, δηλ την εθνική κυριαρχία και τη διεύρυνση της πολιτικής δημοκρατίας προς την κοινωνία και την οικονομία. Κάτι χειρότερο: η μεταπολίτευσης της μεταπολίτευσης δυσφήμησε τις έννοιες και του σοσιαλισμού και της αλλαγής.
Και σε ένα άλλο σημείο εκτιμά πως θα ήταν αυτοκτονία για το κκε να πάει ενάντια στο ρεύμα και να μη συμπορευτεί με το πασόκ.

Υπ’ όψιν πως ο θεοχαράτος δεν ήταν κάποιος (έντιμος έστω, καλός) πασόκος αλλά σταθερός οπαδός του κουκουέ, με τις δικές του ιδέες και τις αντιφάσεις του, που καταγγέλλει τον εγχώριο δικομματισμό ως κατ’ ουσίαν μονοκομματισμό και την πολιτική μετάλλαξη του πασόκ. Αναφέρει μάλιστα και ένα διάλογο που είχε ο φλωράκης με τον παπανδρέου το βράδυ των εκλογών του 81’, όταν τηλεφώνησε ο χαρίλαος στον ανδρέα να τον συγχαρεί για το αποτέλεσμα και αυτός του απάντησε πως θα τον φώναζε την επομένη να μιλήσουν για την κυβέρνηση. Τελικά η επόμενή τους επαφή ήρθε μόλις έξι μήνες αργότερα, με τον παπανδρέου να καλεί ενοχλημένος το φλωράκη για μια δήλωση που έκανε στη θεσσαλονίκη, όπου στην ερώτηση (πρασινοφρουρού) δημοσιογράφου για το αν βλέπει αλλαγή, του απάντησε χωρίς περιστροφές: αλλαγές βλέπω, αλλαγή δε βλέπω

Κι έτσι να τη πάλι μπροστά μας η αλλαγή. Που βρισκόταν και στον προγραμματικό λόγο του κκε της εποχής, ως πραγματική αλλαγή ή αλλαγή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό και πιο πριν στον πολιτικό λόγο της εδα, ως εθνική δημοκρατική αλλαγή κι ως εναλλακτική πιθανή ανάλυση του αρκτικόλεξου στον τίτλο της.
Τα ερωτήματα λοιπόν παραμένουν. Διερμηνεύει σωστά την πολιτική σκέψη του χαρίλαου στο σύνολό της ο συγγραφέας; Η αλλαγή ήταν τακτικό σύνθημα που απευθυνόταν στις μάζες η πολιτικός στόχος του κόμματος; Και το πασόκ την πρόδωσε ή μήπως τελικά εξέφρασε την ουσία και τα όριά της;

Μπορούμε να θέσουμε τον ίδιο προβληματισμό και σε διαφορετική ιστορική κλίμακα, για να γίνουν κάποιοι παραλληλισμοί. Αν το πασόκ λεηλάτησε τη βάση και τα συνθήματα της αριστεράς, και κατά βάση τους παλιούς εαμίτες, βάζοντας τέλος στην κυριαρχία της δεξιάς και του παρακράτους, δηλ των νικητών του εμφυλίου, μπορούμε να ισχυριστούμε πως εξέφρασε ως ένα βαθμό και την πολιτική του εαμ; Πως η αλλαγή ήταν η επικαιροποίηση και μεταφορά του εαμικού συνθήματος της λαοκρατίας στα δεδομένα της δεκαετίας με τις βάτες; Κι ότι ο εκφυλισμός της ήταν μια εκ των υστέρων κρίση της ιστορίας για τους κινδύνος και τις αντιφάσεις που υπήρχαν στην πολιτική και τη στρατηγική του εαμ;

Για να προλάβω τυχόν αντιδράσεις, τα παραπάνω ερωτήματα δεν υπονοούν ότι το πασόκ αποτέλεσε την ιστορική συνέχεια του εαμ –όπως θέλησαν να το παρουσιάσουν οι πασόκοι, προσπαθώντας να το καπηλευτούν και να δανειστούν τη λάμψη του- ή αντιστρόφως πως το εαμ κατά βάθος ήταν και λίγο πασόκ, επειδή είχε ρεφορμιστικές αυταπάτες. Τα αναφέρω κυρίως για να δείξω πόσο πιο έμπειρο και ώριμο ήταν το αστικό μπλοκ για να σπεκουλάρει και να αξιοποιήσει τις δικές μας αντιφάσεις.

Το 45’ οι αστοί νίκησαν με τη δύναμη των όπλων, με φωτιά και τσεκούρι όπως γράφει κι ο αβέρωφ, μόνο που ήταν αγγλοσαξονικής προέλευσης. Οι άγγλοι κι ο παλιός πολιτικός κόσμος παρουσιάστηκαν ως σύμμαχοι στο πλαίσιο της εθνικής ενότητας και της διεθνούς, αντιφασιστικής συμμαχίας και όχι επειδή προέκυπτε κάτι τέτοιο από τις πράξεις τους και την πολιτική τους. Και ο παπανδρέου ο παπατζής (ο α’) μόλις που σκέπαζε την ανοιχτά εχθρική στάση τους προς το εαμ, για να τεθεί επικεφαλής της κυβέρνησης και να αφοπλίσει τον ελας και το λαϊκό κίνημα –χρειάστηκε να μεσολαβήσει βέβαια κι η σύγκρουση του δεκέμβρη. Και τη μέρα της άφιξής του στην ελλάδα το 44’, αναγκάστηκε κάτω από την πίεση του πλήθους να πει υποκριτικά το περίφημο «και εις τη λαοκρατίαν πιστεύουμε…», χωρίς να πείσει κανένα για την ειλικρίνειά του και τις πραγματικές του προθέσεις.

Στη δεκαετία με τις βάτες αντιθέτως, οι αστοί νίκησαν με τη σοσιαλδημοκρατία και τη δύναμη της λαϊκής ενσωμάτωσης, ενώ το κίνημα αφοπλίστηκε μόνο του ιδεολογικά και πολιτικά χωρίς να χρειαστεί καν να μεσολαβήσει κάποια σύγκρουση. Το πασόκ θεωρήθηκε σύμμαχος στη λογική του αθροίσματος των δημοκρατικών δυνάμεων εναντίον της δεξιάς αντίδρασης κι όχι στα πλαίσια κάποιου εθνικού αντιφασιστικού αγώνα. Κι ο παπαναδρέου ο β’ διακήρυξε αυτοβούλως μια δική του σύγχρονη 'πίστη' στη λαοκρατία ως ιδανικό, παραπλανώντας όσους πίστεψαν πως το πίστευε ειλικρινά. Παράλληλα, αυτός ο παπατζής κατάφερε να παίξει άριστα το φιλοσοβιετικό χαρτί, έχοντας βέβαια να αντιμετωπίσει και μια διαφορετική σοβιετική ένωση, που ευνοούσε ανοιχτά τις σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις στη δύση.

Είναι πολύ αποκαλυπτική σχετικά με αυτό μια αποστροφή του ανδρέα που μεταφέρει ο θεοχαράτος στην εισαγωγή του βιβλίου του, από μια επίσκεψη του τελευταίου στο σπίτι αθηναίου εκδότη και τη συνομιλία του με κάποιους δημοσιογράφους:
«Στην Ελλάδα υπάρχει μια παραδοσιακή Δεξιά που έχει σχέσεις με τη Δύση και ειδικά με την Ουάσιγκτον και μια παραδοσιακή Αριστερά που έχει σχέσεις με την Ανατολική Ευρώπη και ειδικά με τη Μόσχα. Οποιοδήποτε νέο κόμμα, λοιπόν, φιλοδοξεί να κατακτήσει και να διατηρήσει την «εξουσία», οφείλει να υπερκεράσει τη Δεξιά μέσω της Ουάσιγκτον και την Αριστερά μέσω της Μόσχας»

Είναι εντυπωσιακό πάντως, σε κάθε περίπτωση, πώς κατάφερε να παρουσιαστεί ως φιλοσοβιετικός και οπαδός του κινήματος των αδεσμεύτων ένας αμερικανοτραφής πολιτικός της πλήρους εμπιστοσύνης της ουάσιγκτον· και ως συνεχιστής του εαμ ένας «άκαπνος» πολιτικός, που βρισκόταν στο εξωτερικό την εποχή του μεγάλου έπους της αντίστασης και της ηρωικής δεκαετίας του 40’.

Αν θέλουμε βέβαια να συνεχίσουμε τον παραλληλισμό, θα μπορούσαμε να προεκτείνουμε τους ιντριγκαδόρικους συνειρμούς στις διαπραγματεύσεις για την οικουμενική και την κυβέρνηση εθνικής ενότητας αντιστοίχως. Κι αν το εύκολο και προφανές συμπέρασμα είναι πως πρόκειται για κακές συμφωνίες, όπου πιθανότατα δεν έπρεπε καν να μπλέξουμε σε διαπραγμάτευση, υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος που λέει πως ούτως ή άλλως μας την είχαν στημένη και στις δυο περιπτώσεις. Σαφώς και ήθελαν να μας στριμώξουν στην εκάστοτε κυβέρνηση με τους δικούς τους όρους, αλλά θα είχαν ανοιχτό μέτωπο εναντίον μας, ανεξαρτήτως κατάληξης.

Το θέμα λοιπόν δεν είναι ούτε οι παπατζήδες, ούτε η στάση των σοβιετικών, αλλά οι δικές μας ευθύνες κι αδυναμίες. Αυτήν ακριβώς την έννοια έχει η κριτική εξέταση της εποχής και ο όρος «αποκατάσταση του επαναστατικού χαρακτήρα του κόμματος», που είχε δεχτεί καίρια πλήγματα τα προηγούμενα χρόνια, πριν αναλάβει δηλ γραμματέας ο –κρατούμενος στις φυλακές- φλωράκης. Ο οποίος μάλιστα είχε σημαντική πολιτική συμβολή σε αυτή την αποκατάσταση. Όπως σημείωνε και η αλέκα στον πρόλογο του βιβλίου του θεοχαράτου, ο καπετάνιος (γιώτης) στις φουρτούνες φάνηκε. Ο φλωράκης είχε σχεδόν προβλέψει μάλιστα, με το γνωστό θυμόσοφο πνεύμα του, το θόρυβο και τους όψιμους πολιτικούς θαυμαστές του, που εξανίστανται για την «αποκαθήλωσή» του απ’ το σύγχρονο κουκουέ, όταν έλεγε: παινεύουν τους νεκρούς κομμουνιστές, για να θάψουν τους ζωντανούς… Αυτούς που ξέχασαν να πεθάνουν, για να θυμηθούμε και το ριζοσπάστη διανοητή ζίζεκ.

Υπάρχει μία ακόμα τελευταία παράμετρος που θα ήθελα να συμπεριλάβω σε αυτή την εισαγωγή. Σε κάποιες παλιότερες συνεντεύξεις της ως γγ η αλέκα είχε αφήσει να εννοηθεί πως η συγγραφή του γ’ τόμου θα καθυστερούσε κάπως, γιατί πρέπει να την αναλάβουν οι επόμενες γενιές, που δε θα έχουν ζήσει τα γεγονότα από πρώτο χέρι και θα τα εξετάσουν με την απαραίτητη αποσταασιοποίηση.

Από την άλλη ωστόσο είναι πολύ σημαντικό –και θα αναλύσουμε και σε επόμενες αναρτήσεις τους λόγους- να καταγραφούν οι μαρτυρίες στελεχών και μελών που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στα γεγονότα της περιόδου, στο πλαίσιο της προετοιμασίας της συγγραφής του τόμου και ως βοηθητικό, προπαρασκευαστικό υλικό για τη σχετική συζήτηση. Πρέπει δηλαδή να γράψουν κείμενα, μαρτυρίες, βιβλία και μάλιστα πολλά, για φωτίσουν πτυχές, να δώσουν τροφή για σκέψη και προβληματισμό, προτού καταλήξει συλλογικά το κόμμα στην επεξεργασία και την τελική μορφή του τόμου. Και αυτό αφορά πρωτίστως κορυφαία στελέχη, όπως η ίδια η αλέκα κι άλλα στελέχη της γενιάς της.


Με αυτή την παρατήρηση κλείνω την εισαγωγή, κρατώντας κάβα κάποιες σκέψεις για τα επόμενα κείμενα.

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Η αλλαγή της αλλαγής

Αν ήθελε κάποιος να μιλήσει για την τρίτη σεπτέμβρη και τα γενέθλια του πασοκ, θα έπρεπε να καταφύγει στα έργα των κλασσικών και τη δισκογραφία του χάρρυ κλυνν από τη δεκαετία με τις βάτες, για να περικλείσει σε ένα σκετσάκι ή ένα τραγούδι το προτσές της αλλαγής: έλα να πρασινίσουμε, ο ύμνος του πασοκ , ή ακόμα καλύτερα η κουτάλα της αλλαγής.
Μετά το 90’ η ιδεολογική κριτική στο πασοκ θα ήταν σα να κλέβει κανείς εκκλησία – ενώ το πασοκ έκλεβε όλα τα υπόλοιπα: ταμεία, συντάξεις, αποθεματικά κλπ.

Σήμερα όμως κανείς δε σκέφτεται τέτοια μέρα το πασοκ, με την ίδια έννοια που κανείς δε θα έπαιρνε τηλέφωνο στο σπίτι ενός πεθαμένου, ενός (πολιτικού) πτώματος, για να του ευχηθεί στη μέρα των γενεθλίων του. Όλοι σκέφτονται τη μέρα μετά (εξ ου και το κείμενο μπαίνει σήμερα), τη διάδοχη κατάσταση και το βαθύ μετα- πασοκ του συριζα. Τη ροζ αλλαγή που επαναλαμβάνεται ιστορικά σα φάρσα κι υπόσχεται πολιτική απαλλαγή απ’ το βραχνά του δντ, με τυπική κυβερνητική εναλλαγή χωρίς ουσία, ως μια ριζοσπαστική παραλλαγή της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας, που υπέστη νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη. Από τον ανατέλλοντα ήλιο του πασόκ στο διάττοντα αστέρα του αλέξη και στο άστρο της πρωινής αυγής και του συνασπισμού. Το πασόκ πέθανε, ζήτω το νέο πασόκ.

Κι αυτή είναι κατά βάθος η μεγάλη επιτυχία του συνασπισμού. Ότι κατάφερε να μοιάσει στο πασόκ και να πάρει την άμορφη μορφή του, του πολιτικού ασπόνδυλου. Να γίνει ένας πολιτικός χυλός, που χωράει παντού και παίρνει το σχήμα που του δίνεις, σαν πλαστελίνη. Να λέει και να πρεσβεύει τα πάντα και (ένα μεγάλο) τίποτα.
Το δημόσιο χαρακτήρα των δέκο και τις συμπράξεις με το ιδιωτικό κεφάλαιο (σδιτ). Την καταγγελία και την επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου. Το ευρώ και το αντιμνημονιακό μέτωπο. Το σύνθημα «καμία θυσία για το ευρώ» αλλά και τη διασφάλισή του από το… λόμπι της χρεωκοπίας (sic). Τον υπεύθυνο συνομιλητή του πέρες και το ολυμπιακό πνεύμα της σακοράφα που ήθελε να είναι σημαιοφόρος της παλαιστίνης στο αθήνα 2004. Τις βάσεις που μένουν, που φεύγουν, που μένουν. Τον αστυφύλακα και τον χωροφύλακα.

Την εδα, το εαμ (χωρίς το δεκέμβρη), το μπλόκο της κοκκινιάς. Τους παπατζήδες, την 3η σεπτέμβρη, το 81’, τη σοφία γιαννακά, τους τίμιους αγωνιστές του σοσιαλιστικού χώρου, όπως τους είπε χθες στην ομιλία του ο αλέξης, τους τίμιους οπορτουνιστές, το νέο αγωνιστή, την εδηκ, τους ανώνυμους κομμουνιστές, τους ανώνυμους αλκοολικούς, το γιο της αγγελοπούλου. Το πραγματικό πασοκ, το πραγματικό πρόγραμμα του κκε, το εξωκοινοβούλιο, την αναρχία, τον αντι-ρατσισμό, την αντιδεξιά, τους μη προνομιούχους. Το εναλλακτικό τρέντι, τα παρδαλά ρούχα – ασορτί με την ιδεολογία, την εναλλακτική πληροφόρηση, το γείτονα που έκανε την επανάστασή του μέχρι τον αχερώνα, το δεκέμβρη της νεολαίας -μακριά από αυτόν του 44’. Την πρόοδο, τον τρίτο δρόμο, την κοινωνική δικαιοσύνη, τη λαϊκή κυριαρχία, την εθνική ανεξαρτησία, την υγιή επιχειρηματικότητα. Όλοι μας κρύβουμε λίγο συριζα μέσα μας και ας μην το ξέρουμε.

Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες, τρεις του σεπτέμβρη να μιλάς. Στους μπαξέδες που αφήνουν όλα τα λουλούδια να ανθίσουν, να δώσουν χρώμα και μυρωδιά, μαζί με κοπριές, τηλεοπτικούς μαϊντανούς και γαϊδουράγκαθα, παρασιτικούς κισσούς και κάθε λογής λουλούδι για μύρισμα που μυρίστηκε ψητό και ήρθε να πάρει θέση στο ενωτικό κοινωνικό μέτωπο. Είδε ένα φως στο τούνελ και μπήκε.
Γιατί όχι εξάλλου; Πότε είναι αλήθεια τα γενέθλια του συριζα; Τα γιορτάζει ως μετωπικό σχήμα; Ή ως ενιαίο κόμμα υπό κατασκευή; Κι αν τελικά έχει, υπάρχει κανείς που να τα θυμάται; Γιατί λοιπόν να μην οικειοποιηθεί μια αναγνωρισμένη ημερομηνία που του ταιριάζει τόσο;

γελοιογραφία του σπύρου δερβενιώτη

Μετά το πασοκ έρχεται ο συριζα και μετά την αλλαγή η μετάλλαξη. Ο συνασπισμός δεν είναι η μετενσάρκωση της 3ης σεπτέμβρη που πλανάται σα φάντασμα πάνω από τη μεταπολιτευτική ελλάδα στοιχειώνοντας τους αστούς. Δεν είναι το πασοκ του 74’ που λεηλατεί τα συνθήματα και τη βάση μας. Αλλά απευθείας απόγονος του πασοκ του 09’ και της κυβέρνησης του γιωργάκη. Για την οποία ο παπαδημούλης έλεγε ότι θα της ασκήσουν γόνιμη κριτική επιβραβεύοντας κάθε θετικό βήμα, πριν πέσουν από τα σύννεφα με το μνημόνιο, εκείνη την αποφράδα μέρα (όπως την χαρακτήρισε χτες στην ομιλία του ο αλέξης). Με σύμβολο της ομαλής διαδοχής το βαρουφάκη, που τότε ήταν σύμβουλος του γιωργάκη, αλλά στις τελευταίες εκλογές έπαιξε τριόβολο και τελικά στήριξε συριζα.

Δεν είναι πάντως λαθροχειρία να συζητούν στο συριζα για την 3η σεπτέμβρη και τη σημασία της. Πασόκοι είναι οι άνθρωποι, καλά κάνουν και προβληματίζονται. Λαθροχειρία είναι να συνδέει κανείς αυτή τη συζήτηση με την αριστερά, γενικώς κι αορίστως. Να θεωρεί δηλαδή αριστερά αυτό το κόμμα που είναι πίσω κι απ’ τη διακήρυξη της 3ης σεπτέμβρη. Να μην υπολογίζει την ιστορική πείρα από το ρόλο του πασοκ και γενικότερα της σοσιαλδημοκρατίας και να της κάνει το νεροκουβαλητή στο όνομα της ενότητας ακολουθώντας πολιτική ουράς – με ή χωρίς αυταπάτες.

Η λαθροχειρία επίσης είναι να παίρνει κανείς τη διακήρυξη αυτή – συνολικά και όχι επιμέρους διακηρύξεις της- ως επαναστατικό θέσφατο και να ερμηνεύει τη μετάλλαξη του πασοκ ως προδοσία των αρχών της, προσδοκώντας ένα καλό πασοκ ή έναν καλύτερο διάδοχό του και μια αριστερή κυβέρνηση να την εφαρμόσει και να κάνει πράξη τα συνθήματά της με μερικές μεταρρυθμίσεις. Ο τρίτος δρόμος ανήκει πλέον οριστικά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, μαζί με το νέφος, τη δεξιά και όλο το φάσμα των παλιών αυταπατών που ξέσκισε βίαια η κρίση.
Αλλαγή δε γίνεται χωρίς το κκε και βασικά χωρίς το λαό στην εξουσία... 

Πέμπτη 10 Μαΐου 2012

Το τέλος της μεταπολίτευσης

Μια από τις πιο πολυφορεμένες φράσεις, που έγινε αγαπημένο κλισέ αναλυτών και δημοσιολόγων, είναι το τέλος της μεταπολίτευσης. Η οποία στην πραγματικότητα έχει τελειώσει απ’ την περίοδο 89-91, μαζί με το ριζοσπαστισμό της περιόδου, αλλά περιφέρεται έκτοτε σαν άταφο κουφάρι, ελλείψει άλλου διάδοχου σχήματος.

Το ωραίο της υπόθεσης είναι ότι σήμερα αναπαράγεται ευρέως  αυτή η κοινοτυπία, τη στιγμή που ο λαός -ή μάλλον το εκλογικό σώμα- ονειρεύεται μια επανάληψη της μεταπολίτευσης. Η οποία ωστόσο θα επαναληφθεί σαν φάρσα, γιατί ο κόσμος θέλει τις κατακτήσεις της, χωρίς όμως την αγωνιστική διάθεση εκείνων των χρόνων που το σύνθημα «έξω από την εοκ» ήταν πλειοψηφικό ρεύμα -με αυτό εξάλλου ανήλθε στην εξουσία το πασοκ το 81.

Σήμερα όμως ο λαός «ξεχνά τι σημαίνει δεξιά» και χούντα και ψηφίζει μαζικά την χρυσή αυγή. Όπως επίσης ξέχασε τι σημαίνει γκαστ-αρμπάιτερ και ξεσπά ενάντια στους μετανάστες, μολονότι σήμερα πολλοί έλληνες πτυχιούχοι διαλέγουν το δρόμο της ξενιτιάς –με τη διαφορά ότι αυτοί δεν ακούν καζαντζίδη. Οπότε η επανάληψη της καθίσταται εκ των πραγμάτων ένα είδος καρικατούρας.

Τότε τουλάχιστον υπήρχε μια «αλλαγή πολιτεύματος», με την αστική δημοκρατία ως πολιτική έκφραση της δικτατορίας των αστών. Έγινε μια αποχουντοποίηση για τα μάτια του κόσμου και η σκυτάλη παραδόθηκε στη γενιά του πολυτεχνείου που αντιστάθηκε, ή μάλλον στους «εκπροσώπους» της που καπέλωσαν αυτόν τον αγώνα και τον εξαργύρωσαν με υπουργικούς θώκους και πόστα εξουσίας.

Τώρα η αντίθεση που βαφτίζεται βασική και φαίνεται να διατρέχει το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας και του πολιτικού κόσμου είναι το δίπολο μνημόνιο-αντιμνημόνιο. Έτσι βαφτίζεται «αντιστασιακή» μια σειρά αστών πολιτικών – δεύτερης και τρίτης διαλογής- που διαφοροποιήθηκε από το μνημόνιο (όχι  όμως κι από την πολιτική του) για τους δικούς του λόγους: από το δημαρά στον καμμένο –που συγχώνευσε το άρμα του δημαρά- πιο πριν ο μητρόπουλος, και να δούμε ποιος θα είναι ο επόμενος.

Η μεταπολίτευση του λαού, όπως την ονειρεύεται η εναπομείνασα κοε ή ο λαζόπουλος, αποδεικνύεται πριν καν αρχίσει πουκάμισο αδειανό χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Αντί για «αλλαγή πολιτεύματος» υπάρχει η γενική διακήρυξη για «πραγματική δημοκρατία» (χωρίς να δίνεται απάντηση από ταξική σκοπιά στο ερώτημα «δημοκρατία για ποιον;»). Αντί για αλλαγή συστήματος αλλάζει μόνο η διαχείριση του. Κι όλα θυμίζουν εκείνο το τραγουδάκι του χάρρυ κλυνν για τις βάσεις, παραφρασμένο: μένει το μνημόνιο, που φεύγει, που μένει..

Σχηματίζεται ένα πολιτικό αντίστοιχο του εθνικού κορμού – ειδικά αν τελεσφορήσουν μελλοντικά οι ζυμώσεις μεταξύ πασοκ και συριζα- ο οποίος τώρα εξελίχθηκε σε ευρωπαϊκός. Με την ευρώπη να παίζει το ρόλο της νέας μεγάλης ιδέας και το λαό να ελπίζει ότι θα γυρίσει το παιχνίδι εντός της λυκοσυμμαχίας, σε ένα σικέ αγώνα με προκαθορισμένο αποτέλεσμα. Τηρουμένων των αναλογιών, είναι σα να εμπιστεύεται ο σκρουτζ μακ ντακ το θησαυροφυλάκιο στους μουργόλυκους για να το φυλάξουν.
Έξω από τη λυκοσυμμορία της εε
 Αν όμως ο συριζα πλασάρεται ως το καλό πασοκ κάποιοι άλλοι ψάχνουν για τον καλό συριζα (λαφαζάνης και ριζα) και τις αντιφάσεις του, που «πρέπει να τις αξιοποιήσουμε προς το συμφέρον μας». Κάτι σαν «αλλαγή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό», με άλλα λόγια. Με αυτούς να παίζουν το ρόλο των οπαδών της «συνεπούς αλλαγής» και να πιέζουν από τα αριστερά το συριζα για να την εξασφαλίσουν.

Είναι επίσης εντυπωσιακή μια ορισμένη μεταστροφή – που ελπίζω να εκφράζει μεμονωμένες απόψεις σχολιαστών και όχι κάτι ευρύτερο για τον χώρο τους. Αυτοί που το 88-89 θεωρητικά αντέδρασαν στον κυβερνητισμό  και την ενότητα με όρους χυλού, τώρα γοητεύονται με αυτά που έφτυναν και λυγίζουν προκαταβολικά από μόνοι τους, πριν καν δεχτούν πίεση από τις προτάσεις τσίπρα. Πηγαίνουν δηλαδή ακόμα πιο πίσω από την προηγούμενη στάση τους, που όπως λέει ένας σύντροφος, θα μπορούσε να συνοψιστεί στο σύνθημα: έξω από την εε με αντιλαϊκή εξουσία.

Όλα λοιπόν θυμίζουν το 81. Τότε που παρεμπιπτόντως, υπήρχε για το κόμμα ο ορατός εκλογικός στόχος του 17%, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τις διαρροές. Φέτος ο συριζα έχασε το όριο του 17% για κάτι δεκαδικά. Αλλά στις επόμενες εκλογές δύσκολα θα χάσει την πρώτη θέση, τη βήτα κατανομή και το μπόνους των 50 εδρών. Και τότε να δούμε ποιος θα θυμάται την απλή αναλογική. (Να σημειωθεί εν παρόδω ότι κανένα από τα κόμματα που βρίσκονται εντός βουλής δεν αδικείται στην κατανομή των εδρών σε σχέση με τα ποσοστά του. Το μπόνους των 50 εδρών για τη νδ προκύπτει από τα ποσοστά των κομμάτων που έμειναν κάτω από το 3% και με απλή αναλογική θα είχαν μπει στη βουλή).

Εγώ λοιπόν αυτή τη φορά κατάλαβα πως ένιωθαν οι σύντροφοι το 81. Με το ρεύμα- χείμαρρο της αλλαγής που σάρωνε τα πάντα στο διάβα του, και την πίεση που δέχονταν οι σύντροφοι, οι ψηφοφόροι μας ή κάτι γέροι εαμίτες που μοίραζαν λέει τα κουκιά της οικογένειας στο κόμμα (για να έχουν καθαρή τη συνείδηση τους) και το πασοκ (για να μη βγει η δεξιά).

Ο πολιτικός χρόνος είναι συμπυκνωμένος και μπορεί πολύ γρήγορα από την ευφορία του 81 να περάσουμε σε οικουμενικές κυβερνήσεις σωτηρίας, όπως στο τέλος της πράσινης οκταετίας.
Το ζητούμενο είναι η δική μας ετοιμότητα. Τι μπορούμε να κάνουμε για να μη μείνει μετέωρο το πρώτο βήμα που έκανε ο λαός. Για να αποδεσμευτεί οριστικά –μαζί με το δικομματισμό και- από τις αυταπάτες του, τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και σε τελική ανάλυση από τα αδιέξοδα του καπιταλισμού (όπου η φράση τελική ανάλυση δεν υποδηλώνει το χρονικά τελευταίο, αλλά την τελική συνέπεια των παραπάνω). Να μην αφήσουμε να εξελιχθεί ο δικομματισμός σε διπολισμό. Να (προσπαθήσουμε να) ακολουθήσουμε, τηρουμένων των αναλογιών, το παράδειγμα των μπολσεβίκων με τις θέσεις του απρίλη και τη «δύσκολη» στάση τους απέναντι στην κυβέρνηση κερένσκι.

Η βασική προϋπόθεση για όλα αυτά, πάνω από κάθε πολιτική ή επικοινωνιακή ανεπάρκεια που μπορεί να εντοπίζει κανείς στο κόμμα και χρήζει αντιμετώπισης, είναι η οργάνωση στους χώρους δουλειάς –αλλά και των ανέργων. Όχι με τη λογική ότι μέχρι τώρα τα είχαμε κάνει όλα σωστά και πρέπει απλώς να εντείνουμε την προσπάθεια για να τα κάνουμε ακόμα καλύτερα. Αλλά γιατί αυτός είναι ο πλέον καθοριστικός παράγοντας, κι ήταν η μεγάλη δύναμη των μπολσεβίκων στον καιρό τους: μια έμπειρη, οργανωμένη εργατική τάξη, σκληραγωγημένη σε πολύχρονους, ταξικούς αγώνες.
Και τα υπόλοιπα έπονται.

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011

Οι τρεις δεκαετίες ήταν η αρχή...

…εμπρός για μια πραγματική και ριζική αλλαγή.

Με κατεύθυνση το σοσιαλισμό. Ο σοσιαλισμός είναι σαν το βορρά, ένα σημείο του ορίζοντα, που όσο το πλησιάζουμε απομακρύνεται, όπως λέει ο πι-πι στο βιβλίο του επιστροφή στο μέλλον. Μα τι ποιητικός που είναι ο πι-πι! Γι’ αυτό πάρτε καλύτερα το βιβλίο του μπογιό, κι ας μην έχει τόσο λογοτεχνική εσάνς για τους εστέτ αναγνώστες. Τα λέει λαϊκά κι ωραία, για να καταλαβαίνουν οι απλοί ανθρώποι. Όχι επειδή τους θεωρεί ηλίθιους, ο τίτλος σε άλλους αναφέρεται. Είναι ο καπιταλισμός, όχι το χρέος ηλίθιε. Επειδή όμως οι ηλίθιοι είναι αήττητοι, η τελική νίκη θα είναι δική τους κι αυτό είναι αντικειμενικό. Ή μάλλον χαϊδεύει τις παρυφές της νομοτέλειας, για να γίνουμε κι εμείς πιο ποιητικοί.

Υπάρχουν λοιπόν οι διανοούμενοι που θεωρητικολογούν, δηλαδή θεωρούν την πραγματικότητα από ψηλά, αφ’ υψηλού, και χάνονται στον κόσμο των αφαιρέσεων. Υπάρχουν αυτοί που για να εκλαϊκεύσουν τα γεγονότα, τα φέρνουν στα μέτρα τους και τα φτωχαίνουν, τα αποξηραίνουν απ’ την ουσία και την πολυπλοκότητά τους. Κι υπάρχουν κι αυτοί που μιλάνε ανάλογα με το ακροατήριο που έχουν και του λένε αυτά που θέλει να ακούσει.

Πότε σαν ντούροι επαναστάτες και μαιτρ της τακτικής που κατηγορούν τους άλλους για ιδιότυπο αναχωρητισμό από τα πραγματικά επίδικα της πάλης που συναπαρτίζουν ένα σύγχρονο, επαναστατικό σχέδιο με μεταβατικά, «μπολσεβίκικα» αιτήματα, πλατιά και παλλαϊκά –σαν το εαμ- κατανοητά στον κόσμο. Και πότε σαν υπεύθυνοι και σοβαροί, αστοί αναλυτές που στηλιτεύουν την εθνικά επικίνδυνη και καταστροφική πολιτική του μνημονίου.

Απ’ τη μια πλευρά οι λαοί κι οι οικονομίες, δηλ τα κράτη κι από την άλλη οι τράπεζες, που λέει κι ο καζάκης (3.33). Από δω το κράτος, από εκεί οι τράπεζες. Κι η κοινή μαρξιστική λογική, πάει περίπατο. Αλλά τα δικά του μαργαριτάρια δεν έχουν το μάρκετινγκ της αλέκας κι έτσι μένουν στο απυρόβλητο.

Ο πι-πι λοιπόν μπορεί να ταξιδεύει για το βορρά, αλλά να μη φτάσει ποτέ. Ο βορράς είναι απλώς ένα σημείο του ορίζοντα, κατεύθυνση κι όχι τελικός προορισμός. Κι ο βόρειος πόλος είναι γεμάτος πάγους που δεν έσπασαν και δρόμους που δεν χαράχτηκαν. Γι’ αυτό προβάλλει η ανάγκη ενός τρίτου πόλου, για να βαδίσει στα χνάρια του τρίτου δρόμου, πάνω στα ερείπια της τρίτης διεθνούς που χρεοκόπησε, και του παπανδρέου του τρίτου, του μακρύτερου, που θα πέσει από τα κάτω κι αριστερά.

Αλλά αν εμείς σπρώχνουμε από κάτω κι αριστερά, το πράγμα θα πάει στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, προς τα πάνω και δεξιά. Σε μια κυβέρνηση που θα λειτουργεί υπό μαζικό, λαϊκό εκβιασμό για να πάρει μέτρα υπέρ μας, και θα εφαρμόσει το μεταβατικό, αντικαπιταλιστικό μας πρόγραμμα, με το λαϊκό πιστόλι στον κρόταφο. Ρώσικη ρουλέτα είναι αυτή όμως και μπορεί να σκάσει στα μούτρα σου, σαν τη ρώσικη επανάσταση. Γιατί τα όπλα που έστελναν οι σοβιετικοί ήταν παμπάλαια και δυσλειτουργικά. Πουλούσαν απλώς διεθνισμό για να ξεφορτωθούν τις τσαρικές παλιατζούρες. Τέτοιοι ήσαν οι άτιμοι οι σταλινικοί και τέτοιοι παραμένουν μέχρι και σήμερα.

Μπορείς λοιπόν να ξεκινήσεις για το βορρά, ακολουθώντας τον πολικό αστέρα, στο δρόμο που δείχνει η μεγάλη σοβιετική άρκτος, που ανελήφθη εις τους ουρανούς, χωρίς να περιμένει τους πιστούς της να κάνουν μαζί της την επουράνια έφοδο. Και να φτάσεις σαν την τρόικα των μάγων με τα δώρα. Ο μπαλτάσαρ θα φέρει έξοδο από την ευρωζώνη, ο μέλχιοτ κρατικοποιήσεις τραπεζών κι ο κορέα ελέ και διαγραφή (μέρους) του χρέους. Θα αλλάξουν με μαγικό ραβδάκι τον καπιταλισμό και το χρηματοπιστωτικό σύστημα που είναι η καρδιά του και θα αρχίσει να χτυπά φιλολαϊκά. Στο μισά του ταξιδιού θα κάνουμε και μια στάση, πληρωμών κατά προτίμηση.

Να βγει κι ο πι-πι, ως κύκλος της χαριλάου τρικούπη –προσοχή στους συνειρμούς όμως, γιατί οι άλλοι με το θείο βρέφος μετακόμισαν στην ιπποκράτους- και να πει: δυστυχώς επτωχεύσαμεν ιδεολογικά κι ακολουθούμε παλιές χρεοκοπημένες συνταγές για τρίτους δρόμους, από τον τσελεμεντέ του αναρχικού, που πάλιωσαν οι σελίδες τους κι έγιναν κίτρινες σαν τη δεύτερη διεθνή του κάουτσκι.

Μια παραλλαγή της αλλαγής. Ή μάλλον αλλαγή της αλλαγής. Ο επαναπροσδιορισμός της αλλαγής της αλλαγής. Τσάκα την τσαπού οε-οε. Χρωστάμε κι ένα αφιέρωμα στο λεωνίδα που φυλούσε θερμοπύλες, πριν να κλείσει η χρονιά.

Αλλά ας επιστρέψουμε στα έργα των κλασικών. Χάρρυ κλυνν, δίσκος ραντεβού με την εισαγγελία. Έτος 1989, το σωτήριο και καθαρτήριο. Η οπτική γωνία ενός μικρού παιδιού της εποχής για την αλλαγή που έπνεε τα λοίσθια.

Αλλαγή; Αυτό το πλάμα, είναι ένα πλάμα που ένας παππούλης έρχεται με το αεροπλάνο και κάνει το χελάκι του έτσι, και μια κοπέλα με μεγάλα βυζιά, πηγαίνει δίπλα του και τον πιάνει για να μην πέσει. Η μαμά μου λέει πως αυτός ο παππούλης θέλει να παντλευτεί αυτή την κοπέλα με τα μεγάλα τα βυζιά, αλλά ο μπαμπάς μου λέει πως αυτή θα τον καταστλέψει, γιατί αυτός ο παππούλης που θέλει να παντλευτεί την κοπέλα με τα μεγάλα τα βυζιά, δεν κοιτάει τη δουλειά του. Κι αυτό το πλάμα είναι όλοι που κλέβουν και που λέει ο μπαμπάς μου πως όπου να ‘ναι θα φύγουνε νύχτα. Κι αυτό το πλάμα το βλίζει όλη μέρα ο μπαμπάς μου και μόλις το βλέπει στην τηλεόλαση, φωνάζει και λέει στη μαμά μου: κλείσ’ τη γαμώ το γονιό τους, γιατί θα τη σπάσω. Και τότε η μαμά μου την κλείνει, κι ο μπαμπάς μου βάζει ένα βίντεο, και βλέπει μια κοπέλα, με μεγάάλα βυζιά, που δεν είναι όμως η κοπέλα με τα μεγάλα τα βυζιά που θέλει να παντλευτεί ο παππούλης.

Τώρα που ενταφιάζεται η αλλαγή κι οι κατακτήσεις της μεταπολίτευσης, ο νεκρός δεδικαίωται στη συλλογική μνήμη. Που θέλουν να τη θάψουν κι αυτή μαζί, να μας πείσουν ότι όλοι μαζί τα φάγαμε και να ‘χουμε τύψεις για το μεγάλο πάρτι της μεταπολίτευσης, όπου φάγαμε πόρτα και δεν πατήσαμε ποτέ.

Τι εναλλακτική –λένε ότι- υπάρχει; Η νοσταλγία για το νεκρό κουφάρι της μεταπολίτευσης και μια εξιδανικευμένη εικόνα του παρελθόντος. Που την πλασάρουν ένα σωρό απο-κόμματα υπό διαμόρφωση, ζυμώνουν διεργασίες κι απλώνουν την εκλογική τους πραμάτεια: εδώ το καλό πασόκ. Το πραγματικό, το τιμιο πασοκ. Το σοσιαλιστικό, το ενωμένο και δυνατό.
Δε βάζεις κι ένα νέο εαμ, μπας και συγκινήσουμε τον κόσμο, όπως ο ανδρέας το 81’ που λεηλάτησε τις ψήφους των παλιών εαμιτών και τους έδωσε σύνταξη αντιστασιακού;

Ο κάρολος μας λέει ότι το κεφάλαιο δημιουργεί αντικειμενικά και το νεκροθάφτη του, δηλαδή το προλεταριάτο. Η σύγχρονη εργατική τάξη εκτός από το κεφάλαιο καλείται να θάψει και τις αυταπάτες της, που της καλλιεργούνται έντεχνα εντός του συστήματος.
Η αλλαγή είναι το όπιο του λαού. Όχι σε όλα τα πασόκ, σκληρά και μαλακά.