Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2017

Το αλάτι της γης

Το κείμενο αυτό έμενε εκκρεμές (χωρίς Φουκό), καθυστερούσε για διάφορους λόγους, ανεξάρτητους κι εξαρτημένους από τη θέληση της κε του μπλοκ, και μπαίνει τελικά σήμερα -κάλλιο αργά παρά ποτέ- εν είδει ανασκόπησης του βασικού θέματος των προηγούμενων (ου μην και των επόμενων) ημερών: του κρύου και του χιονιά.

Όπως είναι καλύτερο να αφήσεις τα μαλλιά σου να στεγνώσουν μόνα τους -τι τα πήραμε τα σκουφιά και το μπουφάν με την κουκούλα;- γιατί λέει το πιστολάκι τα βλάπτει και μπορεί να επιφέρει μέχρι και καρκίνο, έτσι και το χιόνι είναι καλύτερο να το αφήνεις να λιώνει από μόνο του, αβίαστα, με φυσικές μεθόδους, ή να γίνει πάγος κι επιφάνεια για παγοδρομίες. Θυμάμαι εξάλλου στο γυμνάσιο μια φορά αξέχαστη, που βγήκαμε σε ένα κενό να παίξουμε μπάλα, σε παγωμένη αυλή, σαν την παρέα του μικρού Νικόλα, και διασκεδάζαμε παίζοντας κάτι σαν ποδόσφαιρο, μέχρι που μας πήρε είδηση ο αντίστοιχος Ζουμιάς κι έληξε αισίως το πανηγύρι, παραδόξως χωρίς τραυματισμούς.

Ποιοι είμαστε εμείς άλλωστε, για να παρέμβουμε στο έργο της φύσης, που τα πάντα εν σοφία εποίησε; Ποιοι είμαστε για να κόψουμε την μπάλα στα νέα ταλέντα της παγοσφαιροδρομίας; Και πού θα πάει αυτή η ιστορία με την ανθρώπινη παρέμβαση που αλλοιώνει τη φυσική ροή των πραγμάτων και την αδιαμεσολάβητη σχέση μας με το περιβάλλον;

Το βασικό συμπέρασμα είναι πως ούτε καν όταν χιονίζει δεν πρόκειται να δει ο λαός άσπρη μέρα, αν δεν πάρει ο ίδιος μέτρα γι' αυτό. Γιατί όταν κοιτάς από ψηλά, μοιάζει η πόλη ζωγραφιά παραμυθένια, πραγματική νυφούλα, ντυμένη στα λευκά, κι οι άνθρωποι ακίνητοι, σαν παιδικό παιχνίδι. Αλλά τα αμάξια δεν είναι πλεϊμομπίλ και μολυβένια στρατιωτάκια ακούνητα. Μένουν έτσι γιατί πάγωσε το αλάτι και το θαλασσινό νερό στους σωλήνες. Ούτε στα παρααμύθια...



Κι έτσι, δεν ξέρεις με τι να εκνευριστείς περισσότερο.
Με την υπερσύγχρονη αλατιέρα στην Καρδίτσα, όπου ένας εργάτης του Δήμου έριχνε αλάτι από την καρότσα ενός Ντάτσουν, με τα χέρια του; Πού να το πεις και να σε πιστέψουν; Νερό κι αλάτι...
(Στην Ουγκάντα να χιονίζει άραγε;)



Με τη φοβερή διαπίστωση ότι δεν υπάρχει κράτος (λες και φτάσαμε στην αταξική κοινωνία), ακριβώς τη στιγμή που δείχνει το πιο στυγνό, ταξικό του πρόσωπο και τις προτεραιότητές του;

Με τα κλάσματα της κοινωνίας των 2/3, που δεν κρύβει μόνο την ταξική φύση του κόσμου που ζούμε, αλλά έχει ξεπεραστεί κι από τα εμπειρικά δεδομένα της πραγματικότητας. Πού τα είδατε δηλ τα 2/3 των προνομιούχων (εκτός κι αν εννοούμε απλώς αυτούς που έχουν αυτόνομη θέρμανση).

Με το ότι ο μισός πληθυσμός (1/2) έμεινε χωρίς θέρμανση, γιατί πάγωσαν οι σωλήνες (σε τι θερμοκρασία να παγώνει άραγε το φυσικό αέριο); Ή με τις σκηνές όπου έμεναν οι πρόσφυγες αυτές τις μέρες και τη δήλωση του Κυρίτση για την κυβέρνηση που προσπαθεί να πετύχει δέκα και τελικά καταφέρνει τα οκτώ -λες και της ξέφυγε ένα λαθάκι στο διαγώνισμα και έχασε το άριστα;

Ή με τον όρο "θεομηνία", λες και πρόκειται για θεϊκή τιμωρία, "οργή θεού", απέναντι στην οποία οι κοινοί θνητοί είναι ανυπεράσπιστοι και πρέπει να την υποστούν στωικά; Θα μου πεις, ακόμα και την καπιταλιστική κρίση την εμφανίζουν στις θεωρήσεις τους σα φυσικό φαινόμενο, που δεν μπορούσε να αποτραπεί (εκτός κι αν είχαμε σώφρονες κυβερνήσεις που δε θα υπέκυπταν στο λαϊκισμό και δε θα μας άφηναν να ζούμε πάνω από τις δυνατότητές μας. Άραγε αν ανάψεις τη σόμπα τις υπερβαίνεις ή σε παίρνει να το κάνεις;)

Γιατί λοιπόν να μην εμφανίζονται και τα φυσικά φαινόμενα ως θεομηνίες που μας τιμωρούν -πιθανότατα γιατί ζούσαμε παραπάνω από τις δυνατότητές μας; Γιατί να μη γυρίσει κι ο άνθρωπος στην εποχή που περπατούσε στα τέσσερα, με σκυμμένο κεφάλι, στην εποχή των πρωτόγονων και την περίοδο των παγετώνων, όταν ένιωθε εχθρικό το φυσικό περιβάλλον, το θεοποιούσε και το λάτρευε φοβισμένος για να το εξευμενίσει;

Πολλές φορές εξάλλου η λατρεία πάει μαζί με το φόβο, ακόμα και το φόβο μη τυχόν χάσουμε κάτι ή κάποιον που αγαπάμε ή αυτόν που συνοδεύει την επιβαλλόμενη άνωθεν προσωπολατρία. Που δεν αρκεί όμως να εξηγήσει στο ελάχιστο την αυθόρμητη λατρεία του λαού για τους αγωνιστές ηγέτες του, που τον οδήγησαν στην επανάσταση και σε μια σειρά λαμπρές νίκες. Κι η οποία λατρεία ούτε επιβάλλεται, ούτε κι εξαλείφεται με διατάγματα. Κι ας επιχείρησαν να αμαυρώσουν αυτά τα χρόνια με μυστικές εκθέσεις περί προσωπολατρίας και την περίοδο των "αποκαλύψεων" που... έλιωναν οι πάγοι, ενώ στην πραγματικότητα συγκολλούνταν κι έκλειναν το αρχικό ρήγμα.



Το οποίο μου θυμίζει συνειρμικά ότι ο Πελετίδης γλίστρησε στον πάγο, κάπου στην Κοζάνη, όπου επισκεπτόταν τη μητέρα του, έπεσε κι έσπασε το χέρι του, αντί για τον πάγο. Οπότε και το σύνθημα προσαρμόζεται αντίστοιχα: το χέρι έσπασε, ο δρόμος χαράχτηκε.

Το χέρι έσπασε ο δρόμος χαράχτηκε
Υπήρχαν και διάφορα άλλα μικρά, φαιδρά γεγονότα (ΓΑΠ, Τραμπ, Πατούλης) τις τελευταίες μέρες, σαν το αλάτι που νοστιμίζει την επικαιρότητα -εκτός κι αν παγώσει- αλλά θα μείνουν εκκρεμότητες για άλλη φορά.

Αξίζει πάντως, στο κλείσιμο να αναφερθούμε στη χτεσινή εμφάνιση του τροβαδούρου της εργατικής τάξης, Δημήτρη Κανέλλου, σε ένα μουσικό ριάλιτι, όπου απέσπασε "σταλινικά ποσοστά' έγκρισης και χωρίς κεντρική "γραμμή" από τους σφους για να τον στηρίξουν.



Κι όχι, δεν είναι κατάντια να πας σε ριάλιτι (κι ο Μαγαλιός των Sober από εκεί "βγήκε" ή μάλλον, έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό). Κατάντια για τη σημερινή κοινωνία, είναι ότι χρειάζεται να πας σε τέτοια σόου, για να κυνηγήσεις το όνειρό σου και να αφοσιωθείς στην τέχνη που αγαπάς.

-Στην ίδια κατηγορία (μουσική) χτες πέθανε κι ένας από τους συντελεστές των Bronskie Beat, που όλα τα μέλη τους ήταν/είναι δηλωμένοι ομοφυλόφιλοι κι έγιναν γνωστοί στο ευρύ κοινό με αυτό το τραγούδι, κατά τη δεκαετία με τις βάτες.

Σάββατο 9 Απριλίου 2016

Καρδιά μου (εγώ δεν είμαι σαν κι αυτούς)

Συνεχίζοντας κατά μία έννοια στα χνάρια μιας προηγούμενης στιχοπλαστικής ανάρτησης, η Ρενα Δουρου-τι παίρνει τη σκυτάλη, σηκώνει το γάντι, κι άλλα τέτοια λατρεμένα κλισέ, και μοιράζεται μαζί μας σκέψεις κι έμπνευση για τη μουσική που αγάπησε. Καλή ανάγνωση.

Κι αν στις ατελείωτες Ολομέλειες της Βουλής, ο προεδρεύων αντί για καμπάνακι είχε μπροστά του, δύο πικάπ και ένα μίκτη; Κι αν οι επικεφαλής των κομμάτων, επέλεγαν να δώσουν μια λυρικότητα στους λόγους τους; Τότε θα είχαμε τα καλύτερα rap battles που έχετε δει ποτέ.

Δεν έχετε δει ποτέ θα μου πείτε. Λογικό. Μικρή ιστορική αναδρομή, λοιπόν, με προσωπική ματιά:

Οι περισσότεροι μάθαμε για το hip-hop στις καταλήψεις του ’98-’99. Οι παιχνιδομηχανές δεν είχαν γίνει ακόμα mainstream και περισσότερο για να ξεφύγουμε από το σπίτι και λιγότερο για την ομορφιά του αγώνα, γεμίζαμε τα σχολεία, περιφρουρώντας τα από τους «αγαναχτισμένους πολίτες».

Και τι να ακούσεις σαν έφηβος; Τα σκυλάδικα σε αυτές τις ηλικίες ήταν ακόμα απαγορευμένα στις συνειδήσεις μας, τον Βασίλη τον είχαμε ψωμοτύρι, έπρεπε να ακούσουμε και κάτι διαφορετικό. Χιπ-χοπ. Στα χαρτιά, όσο εμείς περνούσαμε την εφηβεία εκείνο βρισκόταν σε νηπιακή ηλικία, πρακτικά δεν ήταν παλιότερο των 2 ετών.

Αν το ποδόσφαιρο είναι «το δημοκρατικότερο των αθλημάτων» όπως συχνά λέγεται, τότε η χιπ-χοπ είναι η δημοκρατικότερη κατηγορία μουσικής. Φτάνουν ένα χαρτί και ένα στυλό, για να βάλεις την ιδέα σου σε μια ρίμα και να πάρεις κι εσύ μέρος στη δημιουργία, ακόμα και αν οι νότες, σου μοιάζουν με άγνωστο κείμενο στα Αρχαία. Άγνωστες.

Δεν υπάρχει χιπ-χοπάς δηλαδή που να μην είναι και ο ίδιος ερασιτέχνης δημιουργός, κάνοντας πράξη αυτό που λέει στο γνωστό ανέκδοτο ο Στάλιν για το ποδόσφαιρο ότι δηλαδή «δεν θέλουμε χιλιάδες στις εξέδρες να παρακολουθούν 22 που παίζουν μπάλα, αλλά τους χιλιάδες εντός του γηπέδου και 22 να παρακολουθούν»

Άλλωστε ακόμα και τα περισσότερα γνωστά συγκροτήματα, δεν βγάζουν το ψωμί τους από αυτήν την τέχνη, έχουν κανονικές δουλειές και συνεχίζουν να το κάνουν για το μεράκι τους. Δυστυχώς ο παραλληλισμός που προσπαθώ να κάνω, δεν βγαίνει, γιατί η αντίστοιχη «φάση» στη Βουλή έχει... ασυμβίβαστο.

Σε κάθε περίπτωση όμως τα rap battles όπου οι ερασιτέχνες δημιουργοί, παίρνουν τη σκυτάλη-μικρόφωνο από τους «επαγγελματίες» είναι αντίστοιχα των Ολομελειών της Βουλής (πλην Λακεδαιμονίων πάντα). Σε αντίθεση με τα περισσότερα κομμάτια, που μα έτσι μα αλλιώς έχουν μια δομή και ένα νόημα, τα rap battles είναι μια μάχη μεταξύ δύο που αυτοσχεδιάζουν χωρίς ιδιαίτερο ειρμό ίσα-ίσα για να βγάλουν μια ρίμα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, για να κερδίσουν τις εντυπώσεις του κοινού, που ζητά ακριβώς αυτό: την καλύτερη ατάκα.

Τι σας θυμίζει; Σωστά.

Θα μπορούσε λοιπόν το δικό μας «Θαύμα Παιδί» (ακα Αλέξης Τσίπρας), να ανέβει στο βήμα και κρατώντας το μικρόφωνο, να «χώσει τις ρίμες» στον Κυριάκο:

...Κυριάκο φλώρε πάντοτε ήσουνα βρωμιάρης/
την εκλογή σου πανηγύρισαν η Siemens κι ο Ψυχάρης/
και τάκα-τάκα και τάκα-τάκα-τάκατά/
οι παιδικές σου αναμνήσεις απ’ τα τραγούδια του μπαμπά
.

Ο MC Κούλης, πάνω στα μπιτ του DJ Βούτση ρίχνει τις δικές του:

Φίλε Αλέξη μάθε τι άκουσα στο ΙΚΑ/
έκανες λέει τη Μενεγάκη σύμβουλό του Καρανίκα/
στα εξηγώ καλά και σου τα λέω ωραία/
και σε τιμώ που διόρισες το σόι του ράπερ-γραμματέα
.

Την ώρα που ο φασιστόMC παίρνει τον λόγο, οι περισσότεροι βουλευτές αποχωρούν γιατί η «φάση» μυρίζει μπαρούτι.

Να φύγουν οι λάθρο, μας παίρνουν όλες τις δουλειές/
αν και δεν άκουσα ποτέ, για μετανάστη να ‘ν’ χαφιές/
έχουν γεμίσει οι λάθρο, όλες μας τις φυλακές/
και δεν χωράνε πλέον άλλους Έλληνες εθνικιστές
.

Οι βουλευτές επιστρέφουν για να ακούσουν, τον MC River-Protagon και το συγκροτημένο του ραπάρισμα:

Καλά ρε μάγκες, για πείτε μου λίγο, τι φάση;/
εκεί που πάρκαρα τη βέσπα βρήκα μπροστά μου ένα καφάσι/
Και «καλησπέρα, καλησπέρα» και selfies με τον Ορφανό/
τώρα που πούλησα το Αλάτσι, θα σας ταΐζω σανό.

Ο MC Καρκίνος, ανεβαίνει νωχελικά, για να μαρσάρει από εκεί, χτυπώντας το χέρι στο βήμα.

Αρκουδέηδες καρκίνο, σε Τσίπρα-Μητσοτάκη/
και θα σας χώσω στη μπουζού να κάνετε παρέα στον Άκη/
μη με ρωτάτε λοιπόν τι θα απογίνουν μερικοί/
μια θέση έχω για όλους αν πάμε σε οικουμενική
.

Ο Ραμπο MC, έχει μικρόφωνο και βήμα και στα χώνει:

Ο Τσίπρας είναι θεός και το υπουργείο γαμάτο/
δεν έχω πια αρμοδιότητες, τις πήρε όλες το ΝΑΤΟ/
εντάξει λάθος του Μουζάλα, αλλά δεν άνοιξε μύτη/
και όσο έχω υπουργείο, ας πούν’ τα Σκόπια και Κρήτη
.

Επειδή η Φώφη είναι τελείως ξενέρωτη και η «φάση» είναι ανδροκρατούμενη, τον λόγο παίρνει καταχρηστικά ο MC Double V (aka Vaggelis Venizelos) και τα ρίχνει στον Ράμπο MC.

Ακού εδώ ψεκασμένε, να σταματήσεις να πίνεις/
γιωτόμπαλο γεννήθηκες και ήσουν και θα μείνεις/
Συγγνώμη αλητάμπουρα θα μου ζητάς στα τέσσερα/
που ήσουν φιλαράκι το 2004;

Ο DJ Λαμπρούλης, σπρώχνει μακριά από τα decks των DJ Βούτση, αλλάζει το beat με μια λούπα από εμβατήριο του Κόκκινου Στρατού, και ο MC Kουτσούμπας έχει το λόγο:

Λένε για ξύλινη γλώσσα και μάχονται για την ατάκα/
μα στον φοράνε με «ευαλφάλεια» κι ας κάνεις τον μαλάκα/
θέλεις πιο εύκολες λέξεις; «Κατέβα στην απεργία»/
μα άνεργός θα είσαι αύριο, προς τι αυτή η φοβία;/

Έρχεται θύελλα, στο έλεγα και τις προάλλες/
σου είχε φανεί γραφικό, τώρα δεν βρέχει, είναι ροχάλες/
και μη με βάζεις στην ίδια μοίρα με αστούς/
καρδιά μου, εγώ δεν είμαι σαν κι αυτούς.

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

Η μελωδία της ακμής και της παρακμής

Η κε του μπλοκ είχε επιχειρήσει και κατά το παρελθόν να υποδεχτεί τη νέα χρονιά με μια μουσική ανάρτηση και, παρά τον αμφίβολο αυτής της τελευταίας φοράς, μυαλό δεν έβαλε και θ’ αποτολμήσει το ίδιο και φέτος.

Η φετινή απόπειρα χωρίζεται σε δύο κύρια μέρη, που αποτυπώνονται κατά μία έννοια και στον τίτλο της ανάρτησης. Το ένα βασίζεται σε δικά μου ελαφρά ακούσματα με βάτες και έντονα προλεκάλτ (που είναι κάτι σα στρατευμένο καλτ) αποχρώσεις. Και το άλλο στα ακούσματα ενός σφου αλλά και προσωπικού φίλου της κε, που έχει ως όνειρό του να αξιωθεί να προλάβει να ζήσει ένα μέταλ πάρτι της σπουδάζουσας. Αυτό είναι το όνειρο, that’ s the dream, που λένε και στο στρουμφοχωριό.

Ξεκίνημα με κάποιες ελαφριές μουσικές προτάσεις, που –όπως θυμούνται ίσως οι παλιότεροι σφοι αναγνώστες- κοσμούσαν άλλοτε τον πλαϊνό τοίχο του μπλοκ, στην παλιά του μορφή.

Αρχή με λίγη σιβηρία, στο κλίμα και τις θερμοκρασίες της εποχής –αν και το συγκρότημα είναι από τη δανία.


Συνέχεια με ένα υπερβολικά (χαζο)χαρούμενο αγόρι να τραγουδά για τη σοβιετία της καρδιάς μας...


...αντιγράφοντας πιθανότατα μια παλιότερη επιτυχία των πασίγνωστων σκαθαριών


Αυτό ήταν πιθανότατα ένα από τα σημάδια χαλάρωσης (λίγο πριν τις ανατροπές) επί περεστρόικα, η οποία στάθηκε πηγή έμπνευσης για κάποια italo κομμάτια.


Θα μου πεις πως δεν είναι σοβαρό είδος μουσικής, για να λογιστεί ως πολιτική κριτική, με την ευρεία έστω έννοια. Όχι. Στέκει όμως στο ίδιο περίπου ύψος σοβαρότητας με τον πολιτικό λόγο του γκόρμπι (νέα σκέψη, κοινό ευρωπαϊκό σπίτι, κτλ) και συνεπώς, από αυτή την άποψη είναι ένα καίριο πολιτικό σχόλιο.

Συνεχίζουμε με ηλεκτρονική μουσική και τα φώτα του στάλινγκραντ


Αλλά και την καλτ νότα από τους καουμπόηδες του λένινγκραντ, που έχουν.. βεβαρημένο παρελθόν με την ορχήστρα του κόκκινου στρατού και ζητάνε πίσω αυτό που είχαν αλλά έχασαν οι λαοί όλου του κόσμου.


Αντιπολεμικό χαρακτήρα –κι ας μην τους φαίνεται με την πρώτη ακρόαση- έχουν: το nineteen, που αναφέρεται στο μέσο όρο ηλικίας των στρατιωτών που έχασαν τη ζωή τους στον πόλεμο του βιετνάμ


Και το you’re in the army now, με τους στίχους που σατιρίζουν τις.. διακοπές στο εξωτερικό που εξασφαλίζει ο θείος σαμ (δηλ οι ηπα) στους στρατιώτες του


Φινάλε με το compañero, που από μόνο του δε λέει τίποτα –καθώς έχει ευρύτατη χρήση, περίπου συνώνυμη με το φίλος. Κι όπως λέει ο sentic, η πιο συντροφική προσφώνηση είναι το camarada.




Περνάμε τώρα στο δεύτερο μέρος, που το παραθέτω υπό τη μορφή ξερών σημειώσεων, γιατί αλλιώς θα συμπλήρωνα δημιουργικά τα κενά, με κίνδυνο να διαστρεβλώσω την πραγματικότητα.

Ξεκίνημα με το orgasmatron των motorhead. Έχει τρεις στροφές, μία για τη θρησκεία, η δεύτερη για τους πολιτικούς με κάποιες αντικαπιταλιστικές αιχμές (κι ας μη λέγεται με τόσο καθαρή μορφή) και μια τρίτη για τον πόλεμο.


Από το ίδιο συγκρότημα μπορεί να ακούσει κανείς και το 1916, για τον πρώτο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τους στρατιώτες που γίνονταν κρέας για τα κανόνια των αστών.


Στα παραπάνω θα μπορούσε να προσθέσει κανείς και το eat the rich (φάτε τους πλούσιους), πάντα όμως σε συνδυασμό με το βίντεο-κλιπ του, που έχει περισσότερα ταξικά μηνύματα (πέρα από το προφανές που υπάρχει στον τίτλο).




Ακολουθεί μια τριλογία των queensryche.
Το πρώτο είναι το revolution calling, όπου ο στιχουργός είναι μπουχτισμένος από τα αμερικάνικα μμε και τον ψυχροπολεμικό αντικομμουνισμό, αναζητώντας μια διέξοδο.


Στον ίδιο δίσκο το spreading the disease καταδεικνύει τη σήψη και τη διαφθορά της αστικής κοινωνίας.


Ενώ το empire μιλάει για τη γενιά των λεγόμενων happy 90s και της αντεπανάστασης, που παρά τις όποιες διθυραμβικές εκτιμήσεις για τις προοπτικές που ανοίγονταν μπροστά της, θα ζήσει χειρότερα απ’ όλες.


Συνεχίζουμε με το αντιπολεμικό shell shock από τους manowar, που είναι η αναφορά στην ιστορία ενός πολεμιστή του βιετνάμ. Πιθανότατα η μοναδική προοδευτική στιχουργική αναλαμπή του συγκροτήματος, στον πρώτο του δίσκο, που συνήθως γράφει για σπαθιά και δερμάτινα βρακιά.


Κι ολοκληρώνουμε τη σύντομη κι ενδεικτική βόλτα με το attero dominatus των sabaton, που σε γενικές γραμμές είναι λίγο.. στρατόγκαβλοι κι όχι πάντα με τη σωστή πλευρά, αλλά στο συγκεκριμένο τραγούδι μιλάνε για την πτώση του βερολίνου στο β’ ππ και αναφέρουν μάλιστα κάπου και τον comrade stalin.


Αυτά είναι απλώς ένα πρόχειρο κι ενδεικτικό αφιέρωμα, κάθε άλλο παρά ολοκληρωμένο, που ανοίγει την όρεξη και καταδεικνύει την αναγκαιότητα για μια σφαιρική, συνολική ανάλυση του θέματος της στρατευμένης μέταλ σκηνής. Η οποία ωστόσο αποτελεί μάλλον την εξαίρεση στον κανόνα του είδους, όπου οι συσχετισμοί δεν είναι ακριβώς θετικοί –λογικό ίσως, αν σκεφτεί κανείς τη συνήθη θεματολογία αυτών των συγκροτημάτων και τη συνείδηση που διαμορφώνεται πλειοψηφικά στους οπαδούς τους.

Εκκρεμεί επίσης ένα αντίστοιχο αφιέρωμα σε τραγούδια αντικομμουνιστκού καλτ..


Και άλλες ενδιάμεσες (;) περιπτώσεις, όπως των city με το am fenster και τους τζένγκις χαν.


Αλλά αυτά κάποια άλλη φορά.

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

Μουσικές ταξιαρχίες

Όταν άνοιξε το κουτί της πανδώρας, ως πύλη του κακού, κράτησε μέσα του, φυλακισμένη στον πάτο, την ελπίδα και κάποιες νότες να τη συνθέσουν. Κι οι άνθρωποι, που σκορπίζουν τις δικές τους ελπίδες στους πέντε ανέμους, εναποθέτουν αυτή που τους απέμεινε στο πεντάγραμμο, για να την εκφράσουν, ενώ τα συναισθήματά τους είναι κατ’ εικόνα κι ομοίωση των τραγουδιών που φτιάχνουν –ή μάλλον το αντίστροφο.

Ζαχαρωμένα σοκολατόπαιδα, άγριοι κι ανήσυχοι στίχοι που ψάχνουν απεγνωσμένα να βρουν το στιλ τους, κλασικά απολιθώματα που αντιστέκονται στη φθορά του χρόνου, νευρικά και θορυβώδη μπιτάκια, που δεν μπορούν να μείνουν στον εαυτό τους και πρέπει να τα υποστούν οι πάντες γύρω τους στη διαπασών, ανάκατες, μπερδεμένες μελωδίες, εναλλακτικές ή μεταμοντέρνες, έντεχνες ευαισθησίες ή μίζερες κλάψες, κοκ.

Κάποιοι μένουν κολλημένοι χρόνια στις ίδιες κασέτες κι ακούγονται σαν αυτές, αναμασώντας χρόνια τώρα τα ίδια τσιτάτα μαζί με την ταινία. Άλλοι έρχονται με γυαλιστερό περιτύλιγμα, πολυτελή κασετίνα, κρυστάλλινη ποιότητα ήχου, αλλά κενοί χωρίς περιεχόμενο. Οι απλές μελωδίες και οι απλοί άνθρωποι μπορεί να κρύβουν μια ιδιοφυή σύλληψη, ενώ τα επιτηδευμένα και περίτεχνα άσματα να κρύβουν απλώς μια τρύπα στο νερό. Άλλα τραγούδια σε ξεσηκώνουν και σε κάνουν να ξεχυθείς στο δρόμο ή στην αγκαλιά κάποιου, κι άλλα σε οδηγούν σε βουβά εσωτερικά ξεσπάσματα και γίνονται στήριγμα, ο καλύτερος φίλος σου στις δύσκολες στιγμές.

Πολλές φορές κολλάμε με ανθρώπους και τραγούδια που δε μας αρέσουν κατά βάθος ή τουλάχιστον δε θέλουμε να το παραδεχτούμε, στον εαυτό μας πρωτίστως. Αλλά σύντομα ξεχωρίζει το πρόσκαιρο κόλλημα κι οι στάσεις της μιας βραδιάς (πχ στα μπουζούκια) από τον πραγματικό έρωτα με τους δίσκους που ακούς ξανά και ξανά κι ανακαλύπτεις συνεχώς καινούρια επίπεδα ανάγνωσης-ακοής, που δεν τα είχες προσέξει αρχικά.

Ποτέ δε θα ξαναβρείς βέβαια τη μαγεία της πρώτης φοράς, το χάσιμο και την απογείωση, είτε μείνεις σκόπιμα μακριά τους λίγο καιρό, για να τα ξεχάσεις και να τα πεθυμήσεις, να τα αναζητήσεις, είτε ακολουθήσεις την αντίστροφη τακτική και τις φάσεις του εξαρτημένου χρήστη, που αναζητά συνεχώς μεγαλύτερη δόση για διαρκώς μικρότερη απόλαυση, που χάνεται σταδιακά σαν το φεγγάρι, για να φτάσει στην ολική έκλειψη και να μείνει μόνο η ψεύτικη ανάγκη της εξάρτησης. Το συναίσθημα όμως δεν χάνεται, απλά εξελίσσεται και γίνεται κομμάτι του εαυτού μας, της προσωπικότητάς μας, πυξίδα που χωρίς αυτήν πελαγώνουμε και μένουμε λειψοί και μετέωροι.

Με τον καιρό ξεχωρίζουν και τα πρώιμα ακούσματα, οι πρώτες και παντοτινές αγάπες που μας άφησαν ανεξίτηλα τα σημάδια τους, από αυτά που αφήνουμε πίσω μας, γιατί εξελισσόμαστε και ντρεπόμαστε για τον εαυτό μας, που τα άκουγε και του αρέσανε κάποτε. Ήταν κι αυτά όμως (μουσικά) κομμάτια της προσωπικής μας διαδρομής, μικρά ζιγκ-ζαγκ και ξεστρατίσματα από την ανοδική εξελικτική γραμμή, που μας έφερε εδώ που είμαστε σήμερα. Άλλο αν κάποιοι συνεχίζουν να εξελίσσονται, σαν τα progressive κομμάτια κι άλλοι μένουν με τη βελόνα κολλημένη στα ίδια ρεφρέν.

Πώς είναι ο καρβέλας, λέει κάπου στους απαράδεκτους ο σπύρος, που βάζει εκατό φορές την ίδια λέξη: «φωτιά-φωτιά» και στο τέλος πλακώνει η πυροσβεστική; Άσε που η μελωδία είναι κλεμμένη από τους ramones. Somebody put something in my dream, όπως το παράκουγε λέει στα νιάτα του στην πρώτη ο ελευθεράτος, που του άρεσε πολύ έτσι ο στίχος και άργησε αρκετά να καταλάβει το λάθος του.


Η μουσική υπάρχει –ή γίνεται αισθητή δια της απουσίας της- στο λόγο μας, τις κινήσεις μας, στον αθλητισμό, στον τρόπο που λειτουργούμε γενικότερα. Κάθε άνθρωπος έχει το δικό του ρυθμό, τα (μουσικά) κλειδιά του, τα δικά του κρουστά στο στήθος του (εσωτερικά κι εξωτερικά), θέλει το χρόνο, τις παύσεις του, την κατάλληλη εισαγωγή και τις γέφυρες με άλλα ρεφρέν-άτομα. Τις στιγμές που σολάρει κάτω από τον προβολέα ή μένει δεύτερη φωνή στο βάθος, που βγάζει τις πιο δύσκολες συγχορδίες ή μοιάζει με ξεκούρδιστη κιθάρα. Μπορεί να κουμπώσει σε μια παρέα και να γίνει το πρώτο βιολί της ορχήστρας ή να μοιάζει παραφωνία σκέτη σε ένα περιβάλλον που δεν του ταιριάζει.

Η μουσική εξημερώνει τα ήθη, τα ανθρώπινα πάθη και τα ζώα ενίοτε. Και αντιστρόφως μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να τραγουδούν σα σκυλιά και τα κανονικά σκυλιά (τα εκτός πίστας) να αλυχτούν με φάλτσο παράπονο από τη φασαρία. Γιατί η ελευθερία είναι συνήθως άγρια και η εξημέρωση έρχεται και ως μια μορφή σκλαβιάς, αν το δεις από τη σκοπιά του ζώου και της αρκούδας που χορεύει στο ρυθμό που της κρατάει το ντέφι του αφεντικού της.

Η μουσική, όπως ακριβώς ο άνθρωπος, είναι ένα γαϊτανάκι φυλών και διαφορετικών σχολών χωρίς σύνορα, όπου δεν έχει θέση ο ρατσισμός απέναντι σε κανένα είδος της και συνήθως οι πιο ωραίες συνθέσεις είναι οι «μιγάδικες» που παντρεύουν πολλά στοιχεία, αρκεί να μην περάσεις τα λεπτή, διαχωριστική γραμμή με το μεταμοντέρνο χυλό, που θέλει να τα έχει καλά με όλους και να παίρνει λίγο απ’ όλα, για να καταλήξει πολύ από τίποτα, ένα (πολύ) τίποτα που γεμίζει με το κενό του τα αυτιά και τα κακοποιεί.

Κι επειδή στο τέλος της ιστορίας, ο κακοφωνίξ είναι πάντα δεμένος και φιμωμένος (άρα ακίνδυνος) στο δέντρο, και δε νομίζω πως έχω κάποιο καλό ριφάκι ή ένα κύκνειο άσμα για εντυπωσιακό φινάλε και έξοδο, θα το κάνω απότομα, χωρίς επίσημες νότες και διαβουλεύσεις.

Finitο la musica.

Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

Βασίλης ή Θανάσης

Όσοι (ζούνε για να) τους ακούνε, αναφέρονται σε αυτούς με το μικρό τους όνομα, σα να ‘ταν μέλη της παρέας, που δεν χρειάζεται κάτι άλλο για να καταλάβει και να βγει συνεννόηση. Τι γίνεται όμως αν βρεθούν όλοι μαζί σε μια ανάμικτη παρέα και πει κάποιος ουδέτερος «μου αρέσουν τα τραγούδια του παπακωνσταντίνου»; Ποιον από τους δύο εννοεί; Πώς είναι δυνατόν να μην ακούει το δικό μας και να εννοεί τον άλλον; Και ποιος ακριβώς είναι ο δικός μας;

Τα γούστα είναι προφανώς υποκειμενικά. Αλλά αν προσπαθήσουμε να μιλήσουμε με αντικειμενικούς όρους, δε νομίζω πως μπορεί να σταθεί οποιαδήποτε σύγκριση. Πάρε για παράδειγμα με ποιους καλλιτέχνες έχει συνεργαστεί ο καθένας. Ο βασίλης έχει τραγουδήσει μεταξύ άλλων θεοδωράκη, λοΐζο, μικρούτσικο, άσιμο, chris de burg αν θες ακόμα σε διεθνή κλίμακα. Η πιο γνωστή συνεργασία του θανάση είναι με τον (έλεος!) σαββόπουλο, ενώ κορυφαία στιγμή του, για μένα, είναι ότι έγραψε τους στίχους για το μαύρο γάτο και το λεγεωνάριο του βασίλη –που είχε γράψει και τη μουσική σε αυτά τα δύο. Ο οποίος όμως έχει πει ακόμα στίχους από τριπολίτη, αλκαίο, καββαδία, καρυωτάκη, νικολακοπούλου –κι αφήνω απέξω πόσους ακόμα.

Όχι, δε ζούμε για να ακούμε το σημερινό βασίλη, αλλά τα παλιά του. Πέντε από τους δίσκους που βγήκαν στη δεκαετία με τις βάτες, από το «φοβάμαι» ως το «χορεύω», με ενδιάμεσους σταθμούς τη «διαίρεση», τα «χαιρετίσματα» και το «όλα από χέρι καμένα», μένουν αλύγιστα στον χρόνο κι αξεπέραστα, κατά τη γνώμη μου πάντα, στην ελληνική δισκογραφία. Ο βασίλης παπακωνσταντίνου παράκμασε σταδιακά τα τελευταία είκοσι χρόνια (κι απότομα από τότε που έπαψε να συνεργάζεται με τον κροκίδη) όπως όλες σχεδόν οι αξίες, τα ακούσματα και οι αναφορές, μουσικές και πολιτικές, της μεταπολίτευσης. Έζησε όμως σε αυτήν την περίοδο τα πιο ώριμα, δημιουργικά χρόνια του και εξέφρασε απόλυτα το μοντέρνο πνεύμα της, την πολιτική της ιδιαιτερότητα, το πάθος της και την πιο άγρια εκδοχή της που συνεπήρε κάθε νέο της εποχής. Ο θανάσης εμφανίζεται και τρυπώνει στο κενό που αφήνει αυτή ακριβώς η περίοδος κι η παρακμή των ιδανικών της.

Πολλά τραγούδια του βασίλη είναι σκοτεινά και μελαγχολικά –από τις πρώτες αίτιες αύξησης των αυτοκτονιών, όπως λέγαμε μεταξύ σοβαρού κι αστείου με μια φίλη- αλλά μιλάνε για την πολιτεία, τα στενά, τους θορύβους της, τις ανάσες και της ανησυχίες της. Ενώ οι δουλειές του συνεπώνυμου είναι το τραγούδι της ήττας, εκφράζουν την υποχώρηση και την αναχώρηση στο παρελθόν, στο χωριό και την παράδοση, βρίσκουν καταφύγιο σε καπηλειά και τεκέδες. Κατ’ επέκταση ο ήχος του βασίλη είναι βασικά ροκ (με στοιχεία χαρντ ποπ, όπως λέει το λαϊκό στρώμα), με μπάσα, σαξόφωνα και πλήκτρα, ηλεκτρικές κιθάρες που κλαίνε, άγριος και ρυθμικός σαν τον ήχο της πόλης. Ενώ αυτός του θανάση γεμάτος ούτια, λύρες και καλό ελαιόλαδο από την επαρχία, χωρίς να πιάνει όμως τα μηνύματα και την ποιότητα των «αγροτικών».

Ο βασίλης κοροϊδεύει εδώ και χρόνια τον κόσμο, πασχίζοντας θαρρείς να χαλάσει την υστεροφημία του με τις δουλειές που βγάζει. Οπότε το κείμενο αυτό μπορεί να θεωρηθεί κι ως μνημόσυνο σε ένα ημιτελή θάνατο, όπως έγραφε ένας άλλος μέγας βασίλειος, που ουσιαστικά έχει επέλθει προ πολλού, από καλλιτεχνική άποψη. Όπως μου λένε όμως οι οπαδοί του θανάση, κι αυτός έχει πολύ καιρό να βγάλει κάτι καινούριο που να δικαιώνει την προσμονή τους. Μπορεί βέβαια να κάνει πολύ καλύτερες συναυλίες, αλλά αυτό έχει να κάνει με την ηλικία και με το γήρας, που δεν έρχεται μόνο του. Και αν ήταν ροκ, δεν τον λυπάται, έγινε κιόλας εξήντα χρονών.

Αν το δούμε διαχρονικά όμως και πάρουμε την καλύτερη συναυλία που έχει κάνει ποτέ ο καθένας, οι συγκρίσεις είναι καταλυτικές –απ’ τον κόσμο που μάζευαν ως την ενέργεια και το πάθος που έβγαζαν. Οι παλιές συναυλίες του βασίλη ήταν πολιτικό-πολιτισμικό γεγονός, απ’ αυτές για τις οποίες θα άξιζε να κάψεις μία από τις τρεις ευχές σου, για να γυρίσεις πίσω τον χρόνο και να τις ξαναζήσεις –μαζί με τις πρώτες πολιτικές συναυλίες της μεταπολίτευσης. Άλλες εποχές θα μου πεις βέβαια, τότε τα στάδια γέμιζαν για πλάκα. Δε διαφωνώ πως είναι άδικη η σύγκριση, αλλά αυτό ακριβώς λέω και παραπάνω. Δες ποια εποχή εξέφρασε ο καθένας και πες μου πώς είναι δυνατόν να τις συγκρίνεις.

Αυτό μας δίνει την πάσα για να δούμε και μια τελευταία παράμετρο, που ‘χει να κάνει με το πολιτικό κομμάτι. Πονεμένη ιστορία και για τους δύο, και ας είναι κυρίως ο δικός μας (με την ευρεία έννοια) κόσμος που τους αγκάλιασε και τους ακολουθεί.

Ένα κοινό, τυπικό ίσως γνώρισμα που μπορεί να διακρίνει κανείς σε κάποια τραγούδια τους είναι το αδιέξοδο της ατομικής άρνησης και διαφυγής. Στο «άσε με να κάνω λάθος» ο βασίλης, που πάντοτε έπαιζε με τις τάσεις της πολιτικής μόδας και με τη (ντεμέκ ή μη) αναρχία, δε γουστάρει να σωθεί κι απαξιώνει τις «κατακτήσεις και τις μαζικές δομές», γιατί το βασικό είναι «πώς περνούν τη νύχτα με δυο φίλους σε ένα υπόγειο σκυφτό» και «η σύριγγα αδειάζει». Μια στροφή που ποτέ δεν τον πέτυχα να την τραγουδάει στα φεστιβάλ που πρόλαβα, σε αντίθεση με τον τζιμπουτιανό ουίλι και την άσπρη σκόνη που θα του δίνει ο θεός –αυτό παρεμπιπτόντως και παρενθετικά.

Πολλές φορές όμως η ατομική άρνηση βρίσκει στα τραγούδια του μια περίεργη συλλογική διέξοδο, πχ στο «για μένα τραγουδώ», όπου βρίσκει στους δρόμους κάποιους με μακριά μαλλιά και ξεκολλάει από το ερωτικό του απωθημένο. Αντίθετα με τον πιο γνωστό κινηματικό στίχο του θανάση, από το αερικό. Όσες κι αν χτίζουν φυλακές, κι αν ο κλοιός στενεύει, ο νους μας είναι αληταριό, που όλο θα δραπετεύει. Η λύση δηλ για να νικήσουμε τις φυλακές κι όσα μας κρατάνε δέσμιους είναι να γίνουμε ξωτικά, η πλήρης άρνηση της πραγματικότητας και μια φαντασιακή διαφυγή-απόδραση.

Κατά τα άλλα, αν θέλουμε να τους κρίνουμε με τους δικούς μας όρους (πολιτικής καθαρότητας όπως έχει επικρατήσει να λέγεται) πιθανότατα θα απογοητευτούμε. Ναι μεν τρέχουν κι οι δυο σε διάφορες συναυλίες αλληλεγγύης (ερτ και γιουγκοσλαβία είναι τα δύο πρώτα που μου έρχονται στο νου για το βασίλη), παράλληλα όμως έχουν κάνει αρκετές παρασπονδίες, όπως και όλοι σχεδόν οι καλλιτέχνες πρώτης γραμμής (ο βασίλης πχ έχει τραγουδήσει στα πλαίσια των ολυμπιακών για τον εθελοντισμό, αν θυμάμαι καλά, ενώ ο θανάσης, πιστός στη λογική «επιστροφή στη φύση» που βγάζουν τα τραγούδια του, έχει πάει στο φεστιβάλ των οικολόγων πράσινων!)

Σήμερα ο ένας βρίσκεται μάλλον κοντά στο επαμ του καζάκη κι ο άλλος κάπου κοντά στο αντάριζα, αλλά εμφανίζεται συχνά και στα φεστιβάλ του συνασπισμού. Κάποτε είχε δώσει μια συνέντευξη και στον οδηγητή, αλλά στη συλλογική συνείδηση είναι μάλλον καταχωρημένος στην άλλη πλευρά. Και αν ποτέ ερχόταν σε κάτι δικό μας, θα ήταν τόσο περίεργο, όσο και το να πήγαινε ο βασίλης σε κάτι άλλο πλην του φεστιβάλ της κνε. Γιατί κάθε πλευρά έχει, παρόλα όσα, το δικό της παπακωνσταντίνου
 Κι ο παπακωνσταντίνου κατά βάση ένας είναι, σαν το κόμμα κι αυτός, άσχετα αν τα έχουμε σπάσει τον τελευταίο καιρό


Υγ: το αρχικό σχέδιο ήταν να υπάρχει κι ένα δεύτερο μέρος από διαφορετική σκοπιά, ως αντίλογος στα παραπάνω, αλλά σκόνταψε κάπου στην πορεία και δεν προχώρησε. Ούτως ή άλλως περιμένω να εκδηλωθεί ισχυρός αντίλογος στα σχόλια και να καλύψει το κενό –χωρίς ωστόσο δυνατότητα δικής μου άμεσης ανταπάντησης, για τις επόμενες μέρες τουλάχιστον.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Το ροκ του μέλλοντός μας

Μέρα κι ενάντια ενώθηκαν
Και τι με νοιάζει εμένα
Δεν είμαι με κανένα...



Τι γίνεται σε ένα κακό λάιβ που έχει πολλή φασαρία για να μιλήσεις στο διπλανό σου; Βλέμμα στο κενό, περισυλλογή κι ενδοσκόπηση μέχρι να τελειώσει. Που εγώ αυτό κάνω ούτως ή άλλως, αλλά τώρα το έκαναν κι οι υπόλοιποι κι είχα καλό άλλοθι.

Κι έτσι βρήκα το πολιτικό αντίστοιχο της σούπας που λέγεται: ακούω έντεχνο.
-Είμαι αριστερός…
Και καλά με αναφορές στους κλασικούς και στο κλασικό ροκ. Αλλά κατά βάση ρεφορμιστές του κερατά, τσιράκια του ελλην-άδικου συρμού και των ελαφρομπιτ καταστάσεων. Ντροπαλές παραχωρήσεις, επώδυνοι συμβιβασμοί και (σε τελική ανάλυση) άνοιγμα των ποδιών για να δουν κάτω απ’ το μίνι σου όσοι κάθονται στο τραπέζι όπου ανέβηκες να χορέψεις.
Κάτω απ’ τη φλούδα μυαλό κουκούτσι. Μόνο η καρδιά του σοσιαλδημοκράτη που προσπαθεί να παντρέψει τα αγεφύρωτα.

Κι εμείς με ποιους είμαστε;
Τι πλαστήρας, τι παπάγος, όλοι οι σκύλοι μια γενιά
, που μαζεύεται και ξεδίνει στα σκυλάδικα.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο ισχύει αυτό που έλεγε σε μια σούπερ μπάλα ο πανούτσος στον κάρπετ για τον καλύτερο παίκτη όλων των εποχών.
-Όλοι οι δεξιοί θεωρούν καλύτερο τον πελέ κι οι αριστεροί τον μαραντόνα (που όντως έτσι είναι).
-Κι εσύ;
-Εμείς οι ρέιβερ είμαστε με τον ροναλντίνιο…!

Κι αρχίζει να κουνάει σαν χαζό πάνω-κάτω τα χέρια του.
Αν δεν πιάνετε το αστείο, δε μπορώ να το εξηγήσω, ίσως και να μην είναι στην τελική. Έχει να κάνει με το στιλ του πανούτσου που είναι ιδιαίτερο και το φαντεζί παιχνίδι του ντίνιο (κάποτε).

Έτσι κι η κε του μπλοκ. Στο ψευτο-δίλημμα εμπορικά ή ποιότητα διαλέγει το καλτ των 80’ς που τα συνδυάζει αμφότερα σε σημείο υπερβολής. Είμαστε με τους τζένγκις χαν, τις ροκ συναυλίες επί γκόρμπι και τις περιοδείες της γιοβάννα πίσω απ’ το παραπέτασμα.

Άλλη προβιά που φοράει ο οπορτουνισμός είναι ο μεταμοντέρνος μύλος που όλα τα ακούει και κρατάει από κάθε είδος τα καλύτερα. Ιδεολογικό ποτ πουρί. Μαρξ μαζί με φρόιντ κι ολίγη από χόλογουέι, τσε και μπακούνιν, μητροπάνος με σκυλιά (ακούω στα κρυφά και πέγκυ ζήνα).
Πολιτικο τουρσί με ρεμίξ και διασκευές. Αλλά οι εννιά στις δέκα είναι από αναθεωρητές του γλυκού νερού που το λένε πολύ χειρότερα από το αυθεντικό.

Στον αντίποδα εμείς οι παραδοσιακοί, κολλημένοι χρόνια στις ίδιες κασέτες, τις βάζουμε κάθε φορά απ’ την αρχή κι ας μασάνε από το πολύ παίξιμο. Το βασικό πρόβλημα όμως είναι ότι ο κόσμος μας βαριέται γιατί δε μας καταλαβαίνει και του πέφτουμε βαριοί, σαν κλασική μουσική με τσιτάτα από κλασικούς.
Η τελευταία φορά που ήρθε να μας ακούσει ήταν η ενάτη συμφωνία της βάρκιζας. Έκτοτε άρχισε η παρακμή.

Κι όμως, τα τραγούδια μας δεν αφορούν μια μικρή ελίτ. Εμείς τραγουδάμε αδερφέ μου για να σμίξουμε τον κόσμο, όχι για να ξεχωρίσουμε απ’ αυτόν. Το λάιτ μοτίβ μας (καλά το λέω μαέστρο;) έχει νότες από τη μουσική της κοινωνίας του μέλλοντος. Άλλο αν καμιά φορά δεν είμαστε στο ύψος των περιστάσεων και τραγουδάμε σαν κακοφωνίξ.
Μια χαρά τα έγραψε ο συνθέτης (μαρξ), αλλά χωρίς σωστή ερμηνεία μαζί με το τραγούδι εκτελούμε και τις ελπίδες μας.

Το θέμα λοιπόν δεν είναι να βρεις το είδος (αυτό το ξέρουμε από πριν) αλλά έναν καλό τραγουδιστή, τον καλύτερο όλων των εποχών.
Το κόμμα έχει πει ανεπανάληπτα τραγούδια, αλλά έχει να βγάλει τόσο καλό δίσκο από τη δεκαετία του σαράντα.
-Και τα τελευταία καλά είναι, λες. –Όχι ρε συ, δεν ακούγονται, σου πετάν οι πιο ντούροι.
Κάτι σαν τον παπακωνσταντίνου. Άλλαξαν οι εποχές κι έπεσε κι αυτός μαζί με το τείχος. Κι ας μας προειδοποιούσε απ’ το 87 με το καταρρέω.

Το κόμμα είναι ιστορική μπάντα με πρωτοπόρο ήχο, επιπέδου μπητλς, μέχρι που μας διέλυσε η σκρόφα η γιόκο στην τασκένδη. Οι επίγονοι σέρνονται πάνω στην (πολιτική) σκηνή σαν έφηβα γεράκια, όπως κάνουν οι στόουνς. Αλλά αυτούς τους ακούει πιο πολύ το εξωκοινοβούλιο, για δύο λόγους.
Επειδή το όνομά τους θυμίζει κορυφαίες στιγμές της ταξικής πάλης με λοστούς και νεράντζια. Κι επειδή πρέπει να πουν κάτι διαφορετικό απ’ το κόμμα που είναι με τους μπητλς.

Ο μαγικός αυλός του λένιν χόρεψε στο ρυθμό του τα πλήθη, παρά τα φάλτσα και τις παραφωνίες. Ώσπου ήρθε ο γκόρμπι κι έγινε μαέστρος στο ρέκβιεμ για ένα όνειρο το οποίο κίνησε τον ρου της ιστορίας για εβδομήντα χρόνια.
Δεν ήταν αυτό όμως το κύκνειο άσμα μας.
Την τελευταία λέξη θα την τραγουδήσουν οι λαοί.