Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2016

Το πνεύμα των Χριστουγέννων

Το πνεύμα των Χριστουγέννων επισκέφτεται τον Εμπενίζερ Σκρουτζ για να του αλλάξει μυαλά. Αλλά αυτός του εξηγεί πως η ύλη είναι που καθορίζει το πνεύμα, το κοινωνικό είναι καθορίζει τη συνείδηση κι όχι αντίστροφα*. Αλλιώς ο Σκρουτζ θα ακολουθούσε το φάντασμα που πλανιέται πάνω από την Ευρώπη, στο σκίτσο του Ζάχαρη, θα έβλεπε πόσο άθλια ζούνε οι φτωχοί προλετάριοι και θα τους έδινε όλα τα υπάρχοντά του, αλλάζοντας τρόπο ζωής (οπότε θα έπαιρνε τη θέση του ένας άλλος καπιταλιστής για να κάνει τα ίδια ακριβώς).

(*Ο υλισμός δεν είναι τα χρήματα και τα υλικά αγαθά, όπως διαδίδουν χυδαία κάποιοι ιδεαλιστές που δεν έχουν ιδέα -ούτε ύλη- από υλισμό. Αλλά όσοι έχουν πολλά χρήματα, για να (εξ)αγοράσουν τα πάντα, από προϊόντα μέχρι συνειδήσεις, δεν έχουν κανένα λόγο να σκεφτούν κάτι άλλο πέρα από την ικανοποίηση των καταναλωτικών τους "αναγκών" και να αναπτύξουν διαφορετική συνείδηση για τα (ταξικά) συμφέροντά τους.)


Αλλά αυτά πάψαμε να τα πιστεύουμε ή μάλλον έχασαν την αξία τους από την εποχή του Ντίκενς ή μάλλον του Όουεν του Φουριέ και του Σεν Σιμόν, που είναι η (αγία) τριάδα των κλασικών και του ουτοπικού σοσιαλισμού -που έστρωσε το δρόμο για τη δική μας καλή τριάδα των κλασικών του μαρξισμού, που σε φιλοσοφικό τουρνουά 3 on 3, θα τους είχε όλους. Και δεν είναι λογικό να έχουμε Μεγάλες Προσδοκίες από τέτοια ουτοπικά εγχειρήματα, άσχετα αν κάποιοι χώροι τα ξαναθυμήθηκαν πρόσφατα, μετά από την ήττα των μεγάλων επαναστατικών εγχειρημάτων και τη "διάψευση" των μεγάλων προσδοκιών που είχαν γεννήσει. Κι αφού "απέτυχαν" οι μεγάλες αφηγήσεις του εικοστού αιώνα, γιατί να μην επιστρέψουμε στα παραμυθάκια του 19ου;
Το πνεύμα των Χριστουγέννων λοιπόν...

Υπάρχουν λοιπόν τρία φαντάσματα που θα μας επισκεφτούν. Το ένα είναι αυτό που εξακολουθεί να πλανιέται πάνω από την Ευρώπη και όλο τον κόσμο, στοιχειώνοντας τον ύπνο των εκμεταλλευτών. Το άλλο είναι το φάντασμα των επαναστάσεων που ηττήθηκαν στον εικοστό αιώνα, που πλανάται πάνω από τα δικά μας κεφάλια και τη συλλογική, ιστορική μνήμη της παγκόσμιας αστικής τάξης. Κι ένα τρίτο που πλανάται πλάνην οικτράν, και τρέφει αυταπάτες για οτιδήποτε μπορεί να ξεφύγει από τον επαναστατικό δρόμο και τις "σιδερένιες νομοτέλειες που κατέρρευσαν", είτε αυτό είναι αριστερή κυβέρνηση είτε είναι κάποια μορφή "αυτοδιαχείρισης". Γιατί να μη δοκιμάσουμε εξάλλου κάτι άλλο, "καινούριο", που δεν το έχουμε ξαναδεί, σε αντίθεση με τον υπαρκτό, που τον είδαμε κι ήταν βασικά ανύπαρκτος, άσχετα αν του "χρωστάμε" κάθε κατάκτηση που ξηλώνεται στις μέρες μας;

Αλλά ας επιστρέψουμε στο κλασικό παραμύθι. Υπάρχουν λοιπόν τρία πνεύματα που θα μας επισκεφτούν.
Αυτό των Χριστουγέννων του παρελθόντος, που είναι ηρωικό σαν το "γκό-μπακ" των Λέσβιων στους Άγγλους και πένθιμο, σαν τα λάθη μας -και τη ματαίωση της έκρηξης στη Μεγάλη Βρετανία, που ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή. Αλλά αφήνει παρακαταθήκη την ελπίδα, που δεν έρχεται ποτέ από τις κάλπες, αλλά από την πάλη των λαών και την κόκκινη σημαία, που δεν κατέβηκε ποτέ, ούτε στα πιο δύσκολα χρόνια της αντεπανάστασης.


Υπάρχει το πνεύμα των τωρινών Χριστουγέννων, που δε χρειάζεται πολλές περιγραφές κι εικόνες για να το καταλάβουμε. Οι πρόσφυγες στη θέση της φάτνης, οι κυβερνήσεις σε ρόλο Ηρώδη, εμείς νίπτουμε τας χείρας μας σαν Πόντιος Πιλάτος, και περιμένουμε ίσως (δειλοί και άβουλοι αντάμα) κάποιο θάμα, που να γεμίσει το τραπέζι των Χριστουγέννων (και γενικώς), σαν εκείνο το θαύμα που πολλαπλασίαζε τα ψάρια και τα ψωμιά (τίποτα άλλο από ψι έχουμε;). Και ο Τσίπρας να παίζει το Σωτήρα και να καπηλεύεται όπως μπορεί το ηρωικό παρελθόν: γκο-μπακ κυρά Μέρκελ...

Και είναι κι αυτό του μέλλοντος, που δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς πόσο χειρότερο και πιο τρομακτικό μπορεί να είναι από το σήμερα. Αλλά είναι το μόνο βέβαιο πως θα χειροτερέψει, όσο δεν κάνουμε εμείς κάτι για αυτό, όσο βαυκαλιζόμαστε πως πιάσαμε πάτο και χειρότερα δε γίνεται και πιανόμαστε από το νόμο της αδράνειας, που δεν αναφέρεται στον πραγματικό κόσμο, αλλά σε εμάς.

Εκτός κι αν...

Αυτό που λες, να ξεσηκωθούμε, να σταματήσουμε να παρακολουθούμε τα πράγματα μοιρολατρικά και να αλλάξουμε την τύχη μας, θα είναι το πραγματικό θαύμα των Χριστουγέννων (και όχι μόνο...)

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2016

Τα Χριστούγεννα του μικρού Νικόλα

Είθισται τέτοιες μέρες να λέμε διάφορες ιστορίες. Κι αν δε μιλάμε για αυτήν που γράφεται από τους λαούς, δεν υπάρχει άλλη, καλύτερη, από αυτές που διηγείται ο Γκοσινί για το μικρό Νικόλα. Και ας έχω σοβαρές ιδεολογικές διαφωνίες για την καινούρια μετάφραση: ποιος Ζοφρουά; Ποιος Σουπιάς; Ποιος Ζοακίμ ή Ιωακείμ; Πού είναι ο Γκοφρουά, ο Ζουμιάς κι ο Γιοακίμ; Όλα όσα αγαπήσαμε; Ο παιδικός μας κόσμος που καταρρέει σα χάρτινος πύργος;

Καλή ανάγνωση, καλές γιορτές.


Πριν τα Χριστούγεννα είναι υπέροχα

Συνήθως, ο μπαμπάς μου λέει πως ο Αϊ-Βασίλης είναι πολύ φτωχός και πως δεν μπορεί να μου φέρει όλα αυτά τα τρομερά πράγματα που του ζητάω, αλλά φέτος θα είναι υπέροχα, γιατί ο μπαμπάς μου υποσχέθηκε πως θα έχω ό,τι ζητήσω.

Σήμερα ήταν η τελευταία μέρα του σχολείου πριν τις διακοπές. Ο Ζοφρουά έχει έναν πολύ πλούσιο μπαμπά, που του αγοράζει πράγματα όλο το χρόνο κι εμείς φυσικά δε ζηλεύουμε γιατί ο Ζοφρουά είναι φίλος μας, αλλά δεν είναι δίκαιο αυτός ο χαζός να παίρνει συνεχώς δώρα ενώ εμείς να παίρνουμε δώρα μόνο στα γενέθλιά μας, τα Χριστούγεννα και όταν ερχόμαστε πρώτοι στα διαγωνίσματα, πράγμα όμως που δε συμβαίνει συχνά, γιατί πρώτος είναι πάντα ο Ανιάν, που είναι το χαϊδεμένο της δασκάλας.

Ο Ζοφρουά δεν πρόλαβε να μας μιλήσει για τα γυαλιά αεροπόρου που του πήραν, γιατί χτύπησε το κουδούνι και αναγκαστήκαμε να μπούμε στη σειρά για να πάμε στην τάξη. Και στην τάξη, η δασκάλα θύμωσε γιατί ο Ζοφρουά κι ο Εντ μιλούσαν μεταξύ τους.

-Ζοφρουά! Εντ! φώναξε η δασκάλα. Θέλετε να μείνετε τιμωρία όλα τα Χριστούγεννα στο σχολείο;
-Εγώ δεν μπορώ, κυία, είπε ο Ζοφρουά. Φεύγω αύριο για σκι στο βουνό.
-Σιγά, αν είσαι τιμωρία, είπε ο Εντ, θα μείνεις στο σχολείο όπως κι εγώ και δε θα φύγεις, είναι απλό!
-Α, έτσι; είπε ο Ζοφρουά. Ο πατέρας μου έχει κλείσει δωμάτια στο ξενοδοχείο και θέσεις στο τρένο, άμα θες να ξέρεις!
-Ησυχία! φώναξε η δασκάλα. Είσαστε ανυπόφοροι!... Νικόλα, ελπίζω να μη σε ενοχλεί που μιλάω την ώρα που μιλάς κι εσύ... Μα τι έχετε πάθει σήμερα, δε σας αντέχω! Μία λέξη ακόμα και όλη η τάξη θα μείνει τιμωρία, Χριστουγεννιάτικα!
-Βλέπεις! είπε ο Εντ.

Και η δασκάλα έβαλε τον Εντ και το Ζοφρουά τιμωρία όρθιους, από τη μια και από την άλλη μεριά του πίνακα. γιατί οι γωνιές της τάξης ήταν πιασμένες από τον Κλοτέρ, που είχε σηκωθεί για μάθημα -αυτός πηγαίνει πάντα στη γωνία, στο βάθος, όταν σηκώνεται για μάθημα- και το Ρούφους, που είχε πετάξει ένα χαρτάκι στο Μεξάν, όπου είχε γράψει, "Στο διάλειμμα πρέπει να σου μιλήσω" και η δασκάλα είχε δει το χαρτάκι και δεν της αρέσει να πετάμε χαρτάκια στην τάξη. Λέει πως αν έχουμε κάτι σημαντικό να πούμε, μπορούμε να περιμένουμε το διάλειμμα για να το πούμε. Και μετά, χτύπησε το κουδούνι και η δασκάλα μας άφησε όλους να βγούμε έξω, ακόμα και τους τιμωρημένους. Είναι πολύ καλή η δασκάλα και επιπλέον μου φαίνεται πως της αρέσει να μένει πού και πού μόνη στην τάξη.

Στην αυλή, ο Μεξάν ρώτησε το Ρούφους τι ήταν αυτό που ήθελε να του πει, αλλά ο Ρούφους του είπε πως δε λέει τίποτα στους χαζούς που αφήνουν τη δασκάλα να τους τσακώνει, όταν τους ρίχνουν χαρτάκια, πως αυτό είχε μόνο να του πει και πως δε θα του ξανάλεγε τίποτα ποτέ πια.

Την ώρα που ο Μεξάν έλεγε στο Ρούφους να του πει παρόλα αυτά εκείνο που ήθελε να του πει, εμείς μαζευτήκαμε γύρω από το Ζοφρουά, που είχε φορέσει τα γυαλιά του αεροπόρου και που μας εξηγούσε πώς τα φορούν όταν κάνουν σκι.

-Εσύ ξέρεις να κάνεις σκι; τον ρώτησα.
-Όχι ακόμα, μου απάντησε ο Ζοφρουά, αλλά στο βουνό, θα κάνω μαθήματα σκι με ένα δάσκαλο και μετά θα πάρω μέρος σε αγώνες, όπως οι τύποι που βλέπουμε στην τηλεόραση και επειδή θα πηγαίνω πολύ γρήγορα, χρειάζομαι γυαλιά αεροπόρου.
-Παραμύθια, είπε ο Εντ.

Αυτό δεν άρεσε στο Ζοφρουά.
-Αυτό το λες γιατί ζηλεύεις! φώναξε ο Ζοφρουά.
-Ας γελάσω, είπε ο Εντ. Άμα θέλω, για τα Χριστούγεννα μπορώ να ζητήσω γυαλιά αεροπόρου και θα μου πάρουν ένα σωρό.
-Παραμύθια! φώναξε ο Ζοφρουά. όταν δεν κάνεις σκι, δεν έχεις το δικαίωμα να έχεις γυαλιά αεροπόρου.
-Τι λες καλέ! είπε ο Εντ. Κι αν θες να ξέρεις, θα ζητήσω να μου πάρουν σκι και θα χρειάζομαι τα γυαλιά του αεροπόρου ακόμα πιο πολύ από σέναμ γιατί θα τρέχω πιο γρήγορα από σένα!

Άρχισαν να δέρνονται και ο Σουπιάς έφτασε τρέχοντας. Ο Σουπιάς, δεν ξέρω αν σας το έχω πει, είναι ο επιστάτης μας και τον φωνάζουμε έτσι γιατί λέει συχνά "Κοιτάξτε με καλά στα μάτια", και μέσα στη σούπα, όταν βράζει, πολλές φορές σχηματίζονται κύκλοι σαν μάτια. Οι μεγάλοι του έβγαλαν αυτό το όνομα.

-Απαίσια παλιόπαιδα! φώναξε ο Σουπιάς. Αυτό είναι το πνεύμα των Χριστουγέννων; Θα συμπεριφέρεστε σαν αγρίμια μέχρι την τελευταία μέρα; Και κατ' αρχήν γιατί τσακώνεστε; Κοιτάξτε με καλά στα μάτια και απαντήστε μου!
-Αυτός λέει πως τρέχει πιο γρήγορα από μένα, με τα παλιοσκί του! φώναξε ο Ζοφρουά.

-Καλά, καλά, είπε ο Σουπιάς. Ούτε κιχ να μην ακούσω. Θα μου κλίνετε και οι δύο το εξής: "Δεν πρέπει να λέω παλαβομάρες στο διάλειμμα, ούτε να συμπεριφέρομαι σαν βάνδαλος, παίζοντας ξύλο στην αυλή του σχολείου, με τις πιο ανόητες δικαιολογίες". Σε όλες τις φωνές και όλους τους χρόνους. Για μετά τις διακοπές. Και τώρα και οι δύο τιμωρία.

-Μα εγώ φεύγω αύριο για σκι! είπε ο Ζοφρουά.
-Παραμύθια, είπε ο Αλσέστ.
Και ο Σουπιάς τον έβαλε τιμωρία.

-Εγώ, είπε ο Κλοτέρ, θα γράψω στον Αϊ-Βασίλη να μου φέρει ένα σύστημα που αλλάζεις ταχύτητες, για το ποδήλατό μου.
-Σε ποιον θα γράψεις; ρώτησε ο Ιωακείμ.
-Στον Αϊ-Βασίλη, φυσικά, απάντησε ο Κλοτέρ. Σε ποιον θέλεις να γράψω, για να ζητήσω αυτό το σύστημα για τις ταχύτητες;
-Ας γελάσω, είπε ο Ιωακείμ. Και εγώ όταν ήμουνα μικρός πίστευα στον Αϊ-Βασίλη. Τώρα όμως ξέρω πως ο Αϊ-Βασίλης είναι ο πατέρας μου.
Ο Κλοτέρ κοίταξε τον Ιωακείμ και μετά χτύπησε το πλάι του κεφαλιού του με το δάχτυλό του.

-Αφού σου λέω πως τον είδα! φώναξε ο Ιωακείμ. Πέρσι, ξύπνησα. Η πόρτα του δωματίου μου ήταν ανοιχτή και είδα τον πατέρα μου να βάζει τα δώρα κάτω από το δέντρο. Αφού το δέντρο κόντεψε μάλιστα να πέσει πάνω του και ο πατέρας μου είπε μια κακή λέξη.

-Ε, παιδιά! είπε ο Κλοτέρ. Λέει πως ο πατέρας του είναι ο Αϊ-Βασίλης! Ας γελάσω! Εσύ μπορεί να είδες τον πατέρα σου, αλλά εγώ είδα τον Αϊ-Βασίλη μέσα σε ένα μαγαζί, με την άσπρη του γενειάδα και την κόκκινη κάπα του, κάθισα κιόλας στα γόνατά του και ένιωσα πολύ άσχημα γιατί με ρώτησε αν ήμουνα καλός μαθητής! Και δεν ήταν ο πατέρας σου!

-Φυσικά και δεν ήταν ο πατέρας μου! φώναξε ο Ιωακείμ. Ο πατέρας μου δε θα δεχόταν να κάτσει ένας χαζός στα γόνατά του!
-Ούτε εγώ, είπε ο Κλοτέρ, θα ήθελα ποτέ να καθίσω στα γόνατα του πατέρα σου, ακόμα και αν με πλήρωναν! Και έπειτα, αν μπει ποτέ στο σπίτι μου και κάνει τον Καραγκιόζη γύρω από το δέντρο μας, ε να ξέρεις, πως ο πατέρας μου θα τον πετάξει έξω, σίγουρα! Ο πατέρας σου ας καθίσει στο δικό του δέντρο που δεν μπορεί καλά-καλά να σταθεί όρθιο!
-Για ξαναπές αυτό που είπες για το δέντρο μας! είπε ο Ιωακείμ.

Και ο Σουπιάς ήρθε πάλι τρέχοντας, γιατί ο Κλοτέρ και ο Ιωακείμ άρχισαν να πλακώνονται στα χαστούκια.
-Αν ο πατέρας μου έχει όρεξη να κάνει τον Καραγκιόζη γύρω από το δέντρο σου, σιγά μην τον εμποδίσει ο δικός πατέρας! φώναζε ο Ιωακείμ. Κι ούτε πρόκειται ποτέ στη ζωή σου να καθίσεις στα γόνατα του πατέρα μου!
-Σκοτίστηκα για τα γόνατα του πατέρα σου! φώναξε ο Κλοτέρ.

Ο Σουπιάς έγινε κατακόκκινος, έδειξε το βάθος της αυλής και είπε χωρίς να κουνάει τα δόντια:
-Τιμωρία εκεί κάτω. Μαζί με τους άλλους. Και θα γράψετε κι εσείς την ίδια τιμωρία.

Και πριν τελειώσει το διάλειμμα, ο Σουπιάς χρειάστηκε να έρθει πάλι για το Ρούφους, που είχε ξαπλώσει κάτω, και το μεξάν που είχε ξαπλώσει πάνω στο Ρούφους και που του έλεγε: "Θα μου πεις τι ήθελες να μου πεις ή δε θα μου πεις;" Και ο Ρούφους έκανε όχι, με το κεφάλι, σφίγγοντας δυνατά τα χείλια του, για να μη μιλήσει.


Και μετά, την τελευταία ώρα, μας έβαλαν στη σειρά στην αυλή και ο διευθυντής ήρθε να μας πει πως μας ευχόταν "Καλά κι Ευτυχισμένα Χριστούγεννα" και πως ήξερε ότι μερικοί ήταν πολύ εκνευρισμένοι, αλλά πως, επειδή άρχιζαν οι διακοπές, θα μας χάριζε όλες τις τιμωρίες. Έχει δίκιο ο διευθυντής, κι εγώ το έχω προσέξει. η δασκάλα κι ο Σουπιάς είναι πάντα πολύ εκνευρισμένοι πριν τις διακοπές και όλο βάζουν τιμωρίες.

Σχολώντας, επειδή όλοι είμαστε μια φοβερή και μεγάλη παρέα φίλων, καθίσαμε λίγο για να ευχηθούμε ο ένας στο άλλον "Χρόνια Πολλά". Ο Κλοτέρ τα ξανάφτιαξε με τον Ιωακείμ και του είπε πως αυτά που είχε πει για τα γόνατα του πατέρα του Ιωακείμ, τα έλεγε για πλάκα και ο Ιωακείμ είπε πως θα ζητούσε από τον πατέρα του να χαρίσει στον Κλοτέρ ένα σύστημα που αλλάζεις ταχύτητες, ο Ρούφους είπε στο Μεξάν αυτό που ήθελε να του πει και του είπε πως είχε δει σε ένα μαγαζί με παιχνίδια κάτι τηλέφωνα που δούλευαν σαν αληθινά. Οπότε, αν ο Μεξάν που μένει δίπλα στο Ρούφους, ζητήσει ένα τέτοιο τηλέφωνο για τα Χριστούγεννα θα ζητήσει κι αυτός κι έτσι θα μπορούν να μιλούν συνέχεια και ο Μεξάν είπε πως αυτή ήταν πολύ καλή ιδέα και πως μπορούσαν κιόλας να φέρουν τα τηλέφωνά τους στην τάξη και να μιλάνε κι έτσι η δασκάλα δε θα θυμώνει με τα χαρτάκια που πετάνε. Κι έφυγαν και οι δύο πολύ χαρούμενοι, για να ζητήσουν τα τηλέφωνα από τους πατεράδες τους. Γελάσαμε πολύ με τον Ανιάν, που μας είπε πως την περασμένη χρονιά είχε ζητήσει τους τρεις πρώτους τόμους μιας τρομερής εγκυκλοπαίδειας και πως φέτος θα ζητούσε τους τρεις τελευταίους, από το Μ ως το Ω. Είναι παλαβός ο Ανιάν! Ο Εντ θα ζητήσει σκι.

Και μετά έφυγα με τον Αλσέστ, που είναι ο καλύτερός μου φίλος, ένας χοντρός που τρώει συνεχώς και που μένει δίπλα στο σπίτι μου.
-Την παραμονή θα έχουμε στο σπίτι μας τη γιαγιά, τη θεία Ντοροτέ και το θείο Ευγένιο, του είπα.
-Στο δικό μας, μου είπε ο Αλσέστ, θα έχουμε γαλοπούλα γεμιστή.

Και μετά κοιτάξαμε τις βιτρίνες της γειτονιάς, που είναι πολύ ωραίες, γιατί έχουν Χριστουγεννιάτικα στολίδια, γιρλάντες, έλατα, χιόνι, γυάλινες μπάλες που λάμπουν, φάτνες και Αϊ-Βασίληδες.

Η βιτρίνα του μπακάλικου του κυρίου Κομπανί ήταν πολύ ωραία. Είχε ένα έλατο από σαρδελοκούτια, με άχνη ζάχαρη γύρω του και μείναμε πολλή ώρα μπροστά στο ζαχαροπλαστείο, γιατί είχε χριστουγεννιάτικα γλυκά και η κυρία του ζαχαροπλαστείου βγήκε έξω και είπε στον Αλσέστ να φύγει, γιατί την εκνευρίζει να τον βλέπει να στέκεται εκεί, ακίνητος, με τη μύτη κολλημένη στη βιτρίνα.

Ακόμα και το μαγαζί που πουλάει κάρβουνα, όπου συνήθως έχει μόνο βρόμικους, μεγάλους σάκους, τώρα είχε μια γιρλάντα με τρεις μικρές λάμπες. Αν μιλάμε για λάμπες, φυσικά, το πιο τρομερό ήταν το μαγαζί με τα ηλεκτρικά όπου όλες οι λάμπες στη βιτρίνα -υπήρχαν ένα σωρό κι απ' όλα τα χρώματα- αναβόσβηναν, συνέχεια και πολύ γρήγορα. Και το φως ήταν τόσο δυνατό που φώτιζε τα παντζούρια του απέναντι σπιτιού. Και μετά, ο Αλσέστ έφυγε τρέχοντας γιατί είχε αργήσει και στο σπίτι του ανησυχούν πολύ, όταν αργεί για φαγητό.

-Πάλι τριγύριζες μετά το σχολείο, μου είπε η μαμά όταν έφτασα σπίτι. Σου αξίζει να μη σε πάρω μαζί μου στο κέντρο, να δεις τα μαγαζιά!
-Αχ ο΄χι μαμά, σε παρακαλώ, μαμά!
Τότε η μαμά γέλασε, είπε "καλά εντάξει, άντε γιατί είναι οι διακοπές των Χριστουγέννων, φάε το απογευματινό σου και μετά θα πάμε".

Έφαγα πολύ βιαστικά, άλλαξα πουκάμισο και πουλόβερ γιατί είχε ένα λεκέ από γάλα και πήραμε το λεωφορείο, που ήταν γεμάτος κυρίες με παιδιά της ηλικίας μου και ήμασταν πολύ στριμωγμένοι, αλλά ήμασταν όλοι πολύ χαρούμενοι, ειδικά τα παιδιά.

Στο κέντρο, ήμασταν ξανά πολύ στριμωγμένοι όπως στο λεωφορείο και τα μαγαζιά είχαν ένα σωρό φώτα που γύριζαν απ' όλες τις μεριές και που φώτιζαν τα σταματημένα αυτοκίνητα που γέμιζαν τους δρόμους και μέσα στ' αυτοκίνητα, οι άνθρωπο φώναζαν και πατούσαν τις κόρνες και ήταν πάρα πολύ ωραία. Ήταν ακόμα πιο ωραία κι από το μαγαζί με τα ηλεκτρικά της γειτονιάς, αλλά ήταν πιο δύσκολο να πλησιάσεις τις βιτρίνες.

-Ωραία ιδέα είχα, να έρθουμε εδώ! είπε η μαμά.
-Ω, ναι, είπα.
-Κυρία μου, επιτέλους μη σπρώχνετε, είπε μια κυρία.
-Δε σπρώχνω κυρία μου. Με σπρώχνουν, απάντησε η μαμά.

Και φτάσαμε μπροστά σε μία βιτρίνα, με κούκλες που κουνιόταν, πολύ αστείες, και σε ένα βαγόνι ήταν ένας χοντρός ελέφαντας και γύρω του κάτι ηλεκτρικά τρένα με τούνελ, ανισόπεδες διαβάσεις, σταθμούς, μικρές αγελάδες, γέφυρες και η μαμά μου είπε να προχωρήσω, κι εγώ της είπα:
-Όχι, άσε με να δω ακόμα λίγο, έλα!

-Μα προχωράτε επιτέλους κυρία μου, είπε η κυρία. Δε βλέπετε πως κλείνετε το πέρασμα; Δεν είστε μόνη σας στο δρόμο.
-Οχ, κυρία μου, είπε η μαμά, σας αρέσει δε σας αρέσει, θα κάνετε όπως όλος ο κόσμος!

Τα τρένα ήταν πολύ ωραία, ιδίως αυτά που είχαν πολύ παλιές ατμομηχανές, αυτά που είχαν φουγάρα απ' όπου έβγαινε αληθινός καπνός.

-Θα προχωρήσετε, ναι ή όχι, κυρία μου; είπε η κυρία.
-Φαίνεται πως δεν έχετε παιδί, κυρία μου, είπε η μαμά. Αλλιώς θα δείχνατε μεγαλύτερη κατανόηση.
-Πώς δεν έχω παιδί; είπε η κυρία. Και μετά φώναξε:
-Ροζέ! Ροζέ! Ροζέ! Πού είσαι Ροζέ; Έλα εδώ αμέσως! Ροζέ! Ροζέ!

Και μετά είδαμε άλλες βιτρίνες με αλογάκια που γύριζαν στα αλήθεια, αληθινά ξύλινα αλογάκια, και υπήρχαν και πολλά μολυβένια στρατιωτάκια και πανοπλίες και  αυτοκίνητα και μπάλες και είπα στη μαμά να μπούμε στο μαγαζί να αγγίξω τα παιχνίδια.

-Μ' όλη αυτή την κοσμοσυρροή; είπε η μαμά. Ούτε να το σκέφτεσαι, Νικόλα! Πρέπει να είναι κανείς τρελός για να μπει εκεί μέσα! Θα έρθεις άλλη μέρα με τον μπαμπά.

Αλλά δεν μπορούσαμε να φύγουμε γιατί μας έσπρωχνε όλος αυτός ο κόσμος και αναγκαστήκαμε να μπούμε στο μαγαζί και η μαμά είπε, "καλά, ας κάνουμε μία μικρή βόλτα, αλλά θα ξαναβγούμε αμέσως".

Ανεβήκαμε από την κυλιόμενη σκάλα. Εμένα μου αρέσει η κυλιόμενη σκάλα, αλλά εκεί, στα παιχνίδια, δεν μπορούσα να δω και πολλά εξαιτίας των μεγάλων που ήταν παντού και γι' αυτό είναι πιο βολικό να πηγαίνω στα μαγαζιά με τον μπαμπά, γιατί αυτός με σηκώνει ψηλά και μπορώ να δω. Είναι πολύ δυνατός ο μπαμπάς.

Υπήρχε μια ουρά με παιδάκια που περίμεναν να μιλήσουν στον ΑΪ-Βασίλη και στην ουρά ήταν και ένας μεγάλος, ένας κύριος που έμοιαζε θυμωμένος και που κρατούσε από το χέρι ένα πολύ μικρό παιδί, που έκλαιγε και που φώναζε πως φοβόταν και πως δεν ήθελε να του κάνουν πάλι εμβόλιο.

-Πάμε, είπε η μαμά.
-Λίγο ακόμα, έλα! παρακάλεσα.
Αλλά η μαμά με αγριοκοίταξε και κατάλαβα πως δεν ήταν η στιγμή για τέτοια και πριν τα Χριστούγεννα καλύτερα να μην έχουμε φασαρίες. Ήταν πολύ δύσκολο να φύγουμε από το μαγαζί εξαιτίας όλου αυτού του κόσμου κι όταν επιτέλους βγήκαμε έξω, η μαμά ήταν κατακόκκινη και είχε χάσει ένα γάντι.

Όταν φτάσαμε στο σπίτι, ο μπαμπάς ήταν ήδη εκεί.
-Πού ήσασταν; Πόση ώρα κάνατε! Άρχισα να ανησυχώ!
-Α, για σε παρακαλώ, είπε η μαμά. Τις παρατηρήσεις σου κράτα τες για άλλη φορά!
Η μαμά πήγε να αλλάξει και ο μπαμπάς με ρώτησε:
-Μα επιτέλους πού ήσασταν;

-Ε, πήγαμε να δούμε τα μαγαζιά, του εξήγησα, και ήταν φοβερά, είδαμε βιτρίνες με ανθρωπάκια που κουνιούνται, ηλεκτρικά τρένα με παλιές ατμομηχανές, που βγάζουν καπνό και το λεωφορείο ήταν πολύ γεμάτο και μπροστά στο μαγαζί ήταν μια κυρία που τσακώθηκε με τη μαμά και η κυρία έχασε το γιο της, που τον έλεγαν Ροζέ, και υπήρχαν κι ένα σωρό φωτάκια και μουσική κι ένας ΑΪ-Βασίλης κι ένα παιδάκι που φοβόταν να τον πλησιάσει και περιμέναμε πολλή ώρα το λεωφορείο γιατί ήταν όλα γεμάτα και είχε πάρα πολλή πλάκα!

-Κατάλαβα! είπε ο μπαμπάς.
Φάγαμε αρκετά αργά και η μαμά φαινόταν κουρασμένη.
-Μπαμπά, τι δώρα θα πάρω τα Χριστούγεννα; ρώτησα την ώρα που τρώγαμε το γλυκό, τη μεσημεριανή μηλόπιτα. Νόστιμη! Οι φίλοι μου ζήτησαν ένα σωρό πράγματα.
-Εξαρτάται κάπως από εσένα, μωρό μου, είπε γελώντας ο μπαμπάς. Τι θέλεις να ζητήσεις από τον Αϊ-Βασίλη;

-Ένα ηλεκτρικό τρένο που βγάζει καπνό, είπα, ένα καινούριο ποδήλατο, ένα σύστημα που αλλάζεις ταχύτητες για το καινούριο ποδήλατο, μολυβένια στρατιωτάκια, ένα μικρό μπλε αυτοκίνητο με φωτάκια που ανάβουν, ένα παιχνίδι με κατασκευές κι ένα τηλέφωνο που δουλεύει σαν τα αληθινά για να μιλάω στην τάξη με τον Αλσέστ.

-Αυτά μόνο; ρώτησε ο μπαμπάς χωρίς να γελάει πια.
-Και μια μπάλα ποδοσφαίρου και μία μπάλα του ράγκμπι, είπα.
-Ξέρεις Νικόλα, μου είπε ο μπαμπάς, ο Αϊ-Βασίλης φέτος δεν είναι πολύ πλούσιος.
-Α, κάθε φορά τα ίδια! είπα. Δεν είναι δίκαιο, οι φίλοι μου παίρνουν πάντα ότι ζητήσουν κι εγώ ποτέ!
-Νικόλα! φώναξε ο μπαμπάς.

-Α, όχι, είπε η μαμά. Μην αρχίζετε πάλι! Σας είναι πολύ δύσκολο να κάνετε λίγη ησυχία και να σταματήσετε αυτήν την κουβέντα; Έχω τρομερά πονοκέφαλο.
-Πολύ καλά, τότε, άψογα, άψογα, είπε ο μπαμπάς. Λοιπόν, για να τελειώνουμε αυτήν τη συζήτηση, θα έχεις όλα αυτά που ζήτησες Νικόλα,. Κι επιπλέον για να ισοφαρίσουμε, θα σου πάρω κι ένα γιοτ. Σύμφωνοι;

Τότε η μαμά γέλασε, σηκώθηκε, φίλησε τον μπαμπά και μετά είπε:
-Σου ζητώ συγνώμη, αγάπη μου. Έχω την εντύπωση πως θα είναι ατελείωτος ο χρόνος μέχρι τα Χριστούγεννα... Πρέπει να οπλιστούμε με υπομονή.
-Υπομονή, δε θα πει τίποτα! είπε ο μπαμπάς.

Εμένα αυτό μου αρέσει πιο πολύ πριν τα Χριστούγεννα, να είμαι ανυπόμονος. Ιδίως όταν σκέφτομαι τα μούτρα του Ζοφρουά, μετά τα Χριστούγεννα, όταν με δει να οδηγώ το γιοτ μου, πολύ γρήγορα, φορώντας τα γυαλιά του αεροπόρου.

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

Σημειώσεις των Χριστουγέννων

Η κε του μπλοκ έχει καταθέσει την άποψή της για τα Χριστούγεννα, εδώ, πέρυσι τέτοιο καιρό. Οπότε δε μένουν πολλά να προστεθούν, παρά μερικές σκόρπιες σκέψεις.

-Οι κλαγγές από τα τρίγωνα-κάλαντα και οι ημερήσιες εκστρατείες των παιδιών που μπαίνουν από μικρά στο κλίμα της οικονομικής εξόρμησης, με σχέδιο και χαρτογράφηση, ή της αποταμίευσης (από αστική σκοπιά) τώρα που δε γράφουν πια τις σχετικές εκθέσεις στα σχολεία.

-Τα φώτα και τα στολίδια, που καλλωπίζουν το σκοτάδι, αντί να το σκίζουν και φέρνουν τάσεις επιληψίας, σε όποιον τα παρακολουθεί συνεχόμενα, για πολλή ώρα. Τα μπαλκόνια που παραπέμπουν σε ένα μικρό τσίρκο (αγνοώντας πιθανότατα το "μεγάλο μας") και η τάση επίδειξης, που αν ήταν μια φορά γελοία πριν τα χρόνια της κρίσης, σήμερα πολλαπλασιάζεται με εκθετικό ρυθμό. Σημαδεύω τα σπίτια που γίνονται καραγκιόζ-μπερντές για λίγες μέρες, πιο πολύ κι από αυτά που βάζουν τη σημαία στο μπαλκόνι, για να νιώσουν την εθνική ανάταση, και μετά την αφήνουν εκεί ξεχασμένη.

-Η σφαγή των δέντρων, που έχει και μια σοβαρή οικολογική διάσταση, για τις πλαστές ανάγκες και το καταναλωτικό πρότυπο που καλλιεργείται στο βωμό του κέρδους.

-Τα ακόμα πιο ανόητα παιδικά παιχνίδια, όπου δεν ξέρεις αν πρέπει να νευριάσεις με τη σχηματική κατηγοριοποίησή τους -πχ για αγόρια και για κορίτσια, όπου μπορείς να βρεις σπέρματα σεξισμού και κοινωνικού φύλου (εντός ή εκτός εισαγωγικών), με τις τιμές τους ή το ανόητο περιεχόμενό τους.

Καλή ώρα, ένα που πέτυχα σχετικά πρόσφατα, και θα μπορούσε να είναι το πρωτοχρονιάτικο δώρο του Τσίπρα στον Καμμένο.


Μες στο σωρό όμως υπάρχουν και κάποια που αξίζουν, με πολιτικές προεκτάσεις και νόημα, έστω κι από το όνομα.


Ακατάλληλο για νήπια έως τριών ετών (όσα γλιτώσουν τη σφαγή του Ηρώδη τέλος πάντων) και για φασίστες με αντίστοιχη πολιτική σκέψη, νηπιακού επιπέδου.

-Εν τω μεταξύ, το πιο εξωφρενικό με τις τιμές, είναι τα μπακαλίστικα κόλπα των μονοπωλίων, με αυτό το (Χ),99 στο τέλος κάθε ένδειξης, που απευθύνεται στο λοβοτομημένο καταναλωτικό κοινό (και δυστυχώς έχει πέραση, βρίσκουν και τα κάνουν).

Θυμάμαι παλιά στις λαϊκές αγορές, κάποιους παραγωγούς να προσπαθούν να ξεγελάσουν τον πελάτη με τέτοια φτηνά κόλπα, και δυο εννιάρια στο τέλος (πχ 299 δρχ το κιλό οι μπανάνες), ολοστρόγγυλα, που έμοιαζαν με μηδενικά, αλλά είχαν και δυο μικρές ουρίτσες κάτω, που μετά βίας μπορούσε να τις προσέξει κανείς, πριν φτάσει στο ταμείο, όπου καταλάβαινε την μπανανόφλουδα (παγίδα).

Θεωρητικά τα μονοπώλια δε θα είχαν τέτοια ανάγκη, αλλά ποντάρουν στην ψυχολογική διαφορά του μπροστινού ψηφίου. Το εμπόριο ήταν πάντα συνδεμένο με την κλεψιά, τα μονοπώλια το απογείωσαν σε δυσθεώρητες κλίμακες. Αυτή είναι η διαφορά (και δεν είναι ψυχολογική, ούτε απλώς ποσοτική).

-Τα γλυκά, τα μελομακάρονα (που ποτέ δεν κατάλαβα γιατί δεν μπορούμε να τα τρώμε όλο το χρόνο) και η παχυσαρκία, ως λαϊκή μάστιγα, που έρχεται ως διαλεκτικό συμπλήρωμα μιας κατάστασης μαζικού υποσιτισμού, τα προηγούμενα χρόνια.
-Τα ευχο-λόγια παρηγοριά, κι οι πράξεις που ποτέ δεν τα συνοδεύουν.
-Τα δεκάδες γράμματα στο συνονόματο Άι. Και οι σατανικά πρωτότυπες ιδέες των γραφιάδων, κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, να γράψουν ένα δικό τους "διαφορετικό" γράμμα στον Άι (δεν εξαιρείται η κε του μπλοκ από αυτό).

-Οι αργίες, που δεν είναι μητέρα κάθε κακίας, σε αντίθεση με τη μισθωτή δουλεία. Και το φετινό ημερολόγιο, που τις χαντακώνει. Ακόμα κι η Πρωτοχρονιά πέφτει Κυριακή και μόνο τα Φώτα δίνουν ένα τριήμερο. Κι ήξερες, σφε αναγνώστη, πως βάσει νόμου, οι επίσημες αργίες είναι πολύ λιγότερες -αν το θελήσει η εργοδοσία- και δε δικαιούσαι πχ να κάθεσαι παρά μόνο σε μία εθνική γιορτή -όχι 25η Μαρτίου και 28η Οκτώβρη;

-Το "θαύμα των Χριστουγέννων". που μας βρίσκει πάντα στον καναπέ και θα είναι πραγματικό θαύμα, μόνο όταν μας βρει όλους μακριά από αυτόν -πχ στην πολυθρόνα, για αλλαγή παραστάσεων- όχι απλά όρθιους, αλλά ξεσηκωμένους. Κι έτσι προλαβαίνω και την απορία του σφου Οβελίξ από το Χρυσό Δρεπάνι, που άκουγε ένα Ρωμαίο έπαρχο στο ανάκλιντρό του να λέει "είμαι πεσμένος" -σαν το κίνημα ένα πράγμα- και αναρωτιόταν: λες να εννοούσε ξαπλωμένος;"


Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Μου τη δίνουν τα Χριστούγεννα!

Μου τη δίνουν τα Χριστούγεννα!


Μου τη δίνει που όλοι ψοφάνε να βρουν μια αφορμή να χαρούν και να γλεντήσουν, ενώ κατά βάθος είναι στα πρόθυρα της κατάθλιψης, βουτηγμένοι στη μιζέρια.

Μου τη δίνουν τα οικογενειακά συλλαλητήρια, τα επίσημα ρεβεγιόν κι οι Στρουμφίτες με τα λούσα.

Μου τη δίνουν τα ψεύτικα, φορεμένα χαμόγελα, και τα φιλιά με τις θεί(τσ)ες.

Μου τη δίνει η φτιαχτή συγκίνηση για τη θεία γέννηση, ενώ η πόλη είναι γεμάτη αυτοσχέδιες φάτνες, με άστεγους, μετανάστες, και ψυχρούς περαστικούς, που νοσταλγούν τον Ηρώδη για να τους μαζέψει.

Μου τη δίνουν οι συγγενείς μου, γιατί σε αντίθεση με τους φίλους μου, αυτούς δεν τους έχω διαλέξει.

Μου τη δίνουν κι οι φίλοι μου, γιατί προτιμούν τους δικούς τους συγγενείς, αυτές τις μέρες.

Μου τη δίνουν τα μικρά διαγγέλματα στις ευχές, που θυμίζουν τυποποιημένες απαντήσεις υποψηφίων σε καλλιστεία -για την παγκόσμια ειρήνη, κτλ.

Μου τη δίνει η υποκρισία των ημερών, που φοράμε υποτίθεται τον καλύτερο εαυτό μας, για να δικαιολογούμαστε να βγάλουμε το χειρότερο δυνατό, τις υπόλοιπες 350, που δεν είναι άγιες σαν και αυτές.

Μου τη δίνουν οι ψεύτικες υποσχέσεις που δίνουμε στον εαυτό μας, για τη νέα χρονιά, πιο πολύ για το έθιμο, παρά γιατί πιστεύουμε πως θα τις τηρήσουμε.

Μου τη δίνει που δε βρίσκουμε τι μας φταίει και του χρόνου, πάλι τα ίδια, πάνω-κάτω, θα λέμε και θα ευχόμαστε.

Μου τη δίνει που το 15′ δεν άλλαξε τίποτα προς το καλύτερο. Πρώτη φορά αριστερά, 5η φορά (και μισή) 5,5%.

Μου τη δίνει ο Άγιος Βασίλης και το “χο-χο-χο” (χολέρα κακιά)! Και που εθιζόμαστε από μικροί στο ψέμα και την ανάθεση, να μας φέρει έτοιμο κάποιος άλλος αυτό που θέλουμε.

Μου τη δίνουν τα κάλαντα, που έχουν γίνει μια χρηματική συναλλαγή, κι όλα τα εκφυλισμένα έθιμα.

Μου τη δίνει η εμπορευματοποίηση, και τα μαγαζιά που στολίζονται από το Νοέμβρη, ενώ είναι ακόμα καλοκαίρι.

Μου τη δίνουν οι φιλανθρωπικές δράσεις-εκδηλώσεις μπροστά στις κάμερες.

Μου τη δίνει το κρύο και ότι κλεινόμαστε σπίτι μας, και γενικώς στο καβούκι μας. Ενώ τα μισά σπίτια είναι χωρίς σταθερή θέρμανση κι ο κόσμος στήνει, στην κυριολεξία, τρικούβερτο γλέντι, μπας και ζεσταθεί λίγο, κάτω απ’ τα σκεπάσματα.

Μου τη δίνει που το καλοκαίρι αργεί ακόμα κι η μέρα παραείναι μικρή.

Μου τη δίνουν τα κιτς φωτάκια-στολίδια, που κάνουν θόρυβο, και το μπαλκόνι σου σαν τσίρκο.

Μου τη δίνουν τα ρεπορτάζ για το πώς κινήθηκε η αγορά, κι οι συμβουλές για το πώς θα χάσουμε τα περιττά κιλά των γιορτών.
Και ποιος σου είπε ότι είναι περιττά ρε φίλε; Μπορεί εγώ να έχω κάνει επένδυση για την κρίση και το δύσκολο χειμώνα που έρχεται…

Μου τη δίνουν τα κείμενα στο διαδίκτυο, για το πόσο γαμάτα, μοναδικά και μαγικά είναι τα Χριστούγεννα.

Μου τη δίνει που οι κουραμπιέδες λερώνουν πολύ εύκολα τα μαύρα ρούχα, και τα μελομακάρονα κολλάνε στα χέρια.

Μου τη δίνει που κόβεται το πρωτάθλημα. Και περισσότερο, που μετά θα ξαναρχίσει.

Μου τη δίνει ο Καμίνης και τα αυτάρεσκα διαγγέλματά του, κάθε φορά που αλλάζει ο χρόνος.

Μου τη δίνουν τα προκάτ, ανέμπνευστα “εορταστικά προγράμματα” των καναλιών από τα σκυλάδικα με τις φίρμες.

Μου τη δίνουν οι χριστουγεννιάτικες (και όχι μόνο) διαφημίσεις του Τζάμπο.
Τζά-μπο, η εκμετάλλευση είμαστε εμείς…

Μου τη δίνει που παίζουν πάντα οι ίδιες ταινίες (όχι άλλο “Μόνος στο σπίτι”, το αποστηθίσαμε) και τα ίδια τραγούδια, σαν πλύση εγκεφάλου.
Δε θα το πετύχω πουθενά αυτό το /*&#@ ελαφάκι, το Ρούντολφ; Θα το λιθοβολήσω μέχρι θανάτου.

Μου τη δίνει ο στάνταρ ηλίθιος, που θα βρεθεί πάντα να ρίξει τις στρακαστρούκες του στις δώδεκα παρά πέντε, προτού αλλάξει ο χρόνος, για να είναι ο πρώτος. Ενημερωθήκατε πρώτοι από το δικό μας κανάλι…

Εντάξει, υπάρχουν και κάνα δυο πράγματα που μου αρέσουν, αλλά προσπαθώ να μην τα σκέφτομαι και με αποπροσανατολίσουν…

Αναδημοσίευση από Ατέχνως