Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σπαρτακιάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σπαρτακιάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009

Πώς το λένε;

Ο φάνης παρρής είναι μέλος της ιδεολογικής επιτροπής του κόμματος.
Αλλά προσοχή στον τόνο! Πολύς κόσμος παθαίνει ό,τι και με τη φανή χαλκιά. Μπερδεύεται με την φάνη πάλλη και το λέει λάθος.

Πρώτη του εμφάνιση στο ευρύ κοινό ήταν πέρσι την άνοιξη στα 40χρονα του παρισινού μάη, ένα άρθρο στο ριζοσπάστη κι ένα μεγαλύτερο στην κομεπ με το ίδιο θέμα.
Βασικό του μειονέκτημα –κατά τη γνώμη μου- ήταν ότι στο μεγαλύτερο μέρος του εξηγούσε τι δεν ήταν ο μάης του 68 απαντώντας σε όσους τον είχαν κάνει σημαία τους και σήκωναν επετειακές εκδηλώσεις.
Τρέξιμο πίσω απ’ τη συγκυρία μου φάνηκε εμένα.
Αν θες να μιλήσεις για το γεγονός και τη σημασία του δε βάζεις να γράψει γι’ αυτά κάποιος που ήταν αγέννητος τότε. Ή τον βάζεις συνεπικουρικά, σε δεύτερο πλάνο.

Θα μπορούσε να γράψει γι’ αυτά ο ιστορικός ο μαργαρίτης, που είχε ζήσει τον απόηχο των γεγονότων στο παρίσι και δε θα ‘λεγε και πολύ διαφορετικά πράγματα. Αλλά το στιλ είναι ο άνθρωπος (όπως έλεγε για το σύντροφο με το μουστάκι ο τρότσκι). Κι αυτό του μάργκαρετ είναι αξεπέραστο.

Είναι όπως παλιά με τους ραψωδούς και τα έπη. Ξέρεις πάνω-κάτω την υπόθεση (η γραμμή του κόμματος) αλλά θες να δεις πώς θα το δώσει ο ποιητής. Κι άμα το δώσει καλά φεύγεις χαρούμενος, αισιόδοξος για το κόμμα και τα στελέχη του.
Αν όχι όμως;

Μια βιβλιοπαρουσίαση έχει εγγενείς περιορισμούς γιατί πρέπει να περιγράψεις τα περιεχόμενα χωρίς να τ’ αναλύσεις. Αλλά δεν πρόκειται γι’ αυτό.
Το πιο απογοητευτικό ήταν ότι ο σύντροφος είχε μπροστά του γραμμένη μια εισήγηση και μας τη διάβαζε (αν θέλαμε κάτι τέτοιο αρκούσε η τελευταία κομεπ). Κι όταν χρειάστηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις κόμπιαζε, έχανε τα λόγια του και κατέφευγε στο… πώς το λένε;
Φράση που μεταφέρεται από σύντροφο σε σύντροφο σα μαγικό ξόρκι και πρέπει να την είπε πάνω από εκατό φορές σε δυο γύρους απαντήσεων (τον τρίτο που θα είναι ο τελικός τον φυλάξαμε για αργότερα).
Μου τη δίνει να μου απαντάν με ερώτηση. Αλλά δεν ξέραμε τι να του απαντήσουμε και συνέχιζε να αναρωτιέται ακατάπαυστα.

Θα μου πεις, πολύ φτηνή κριτική, ρε απολίθωμα. Γιατί να την πεις σε κάποιον που δεν το έχει το λέγειν, ή κομπλάρει μπροστά σε κοινό; Κάν’ του πολιτική κριτική άμα θες.
Έτσι είναι. Εμένα όμως άλλο με προβληματίζει.
Ένα στέλεχος βγαίνει έξω, μιλάει σε κόσμο, σε συνελεύσεις, σε εξορμήσεις, πιάνει τον παλμό του… κι αφού σπάσει τα μούτρα του πολλές φορές, μαθαίνει στο τέλος να μιλάει μπροστά σε κοινό και να απαντάει σωστά. Άμα δεν τα ‘χει κάνει όλα αυτά, πώς έφτασε να γίνει στέλεχος;
Ρήτορας γίνεσαι, δε γεννιέσαι έτοιμος. Όπου βλέπετε τέτοιους, ξύστε λίγο την επιφάνεια να δείτε αν έχουνε και ουσία (συνήθως δεν έχουν). Στα πανεπιστήμια έχει πολλούς…

Στην τελική αν δε μπορούν οι πιο διαβασμένοι να αρθρώσουν δυο κουβέντες για θεωρητικά ζητήματα, ποιος θα το κάνει; Κι αν δε μπορούν να τα καταφέρουν με συντρόφους, τι θα κάνουν άμα βγουν να μιλήσουν παραέξω;

Πάμε και στο πολιτικό.
Δε θα σταθώ στο κομμάτι της παρουσίασης, τα περιεχόμενα του λευκώματος μπορεί να τα βρει κανείς εύκολα, μεταξύ άλλων στο χτεσινό ρεπορτάζ του ρίζου. Παρεμπιπτόντως όμως ακούσαμε πολύ ενδιαφέροντα πράγματα:
Ότι επικρίνουμε τη θεωρία περί αυτόνομου αντι-ιμπεριαλιστικού σταδίου κι εθνικής αστικής τάξης (αυτοκριτική στην ουσία σε παλιές αμαρτίες του κόμματος).
Ότι το κκ ηπα ζήτησε να φύγει από την κομιντέρν εν μέσω (βήτα παγκοσμίου) πολέμου και στο επόμενο συνέδριό του το 44 αυτοδιαλύθηκε!

Ότι εκτός από τη διεθνή των κκ υπήρχαν κι άλλα τμήματα της διεθνούς, συνδικαλιστικό, των νεολαιών κι η κόκκινη αθλητική διεθνής που διοργάνωνε προπολεμικά τις σπαρτακιάδες. Αλλά μετά τις σταμάτησαν κι οι σοβιετικοί συμμετείχαν στους ολυμπιακούς. Υπάρχει και θεωρία που το συνδέει αυτό με τη γιάλτα, τον οηε και την ειρηνική συνύπαρξη που ως αυταπάτη είχε ξεκινήσει επί στάλιν (στα τελευταία του).

Ότι τον όρο σιδηρούν παραπέτασμα τον χρησιμοποίησε πρώτα ο γκαίμπελς (για να τον οικειοποιηθεί μετά κι ο υπόλοιπος αστικός κόσμος).
Κι ότι το κόμμα αρχικά στην ονομασία του αναφερόταν ως κκε-ετκδ, δηλ ελληνικό τμήμα της κομμουνιστικής διεθνούς.
Από αυτό το τελευταίο ορμώμενες ξεπήδησαν μέσα μου ένας ποταμός απορίες.

Ήταν λάθος η διάλυση της διεθνούς; Βεβαίως. Ένα σωρό κομματικά ντοκουμέντα το αναγνωρίζουν.
Πρέπει να φτιάξουμε διεθνή στην εποχή μας; Χρειάζεται ένα ενιαίο, διεθνές κέντρο να καθοδηγεί και να συντονίζει; Να συγκεντρώνει τη διεθνή εμπειρία και να επεξεργάζεται τακτική και στρατηγική;
Στα λόγια δύσκολα θα βρεις κάποιον να διαφωνεί.
Γιατί δεν προχωράει στην πράξη; Πρέπει να παίρνουμε υπ’ όψιν και τη διεθνή κατάσταση, σε συνθήκες ανασύνταξης για το κομμουνιστικό κίνημα. Γίνονται κάποια βήματα, αργά αλλά σταθερά. Ένα από αυτά είναι η έκδοση διεθνούς κομμουνιστικής επιθεώρησης (κομεπ) που είναι στα σκαριά. Δεν είναι ακόμα ώριμες οι συνθήκες.

Ως εδώ πάει καλά. Πάμε και στα πιο δύσκολα.
Πώς το φανταζόμαστε αυτό το κέντρο; Συγκροτημένο με αυστηρή δομή, δεσμευτικές αποφάσεις για όλα τα μέλη του κι εθνικά τμήματα ανά χώρα, όπως η κομιντέρν;
Ή ως συνέχεια της σημερινής κατάστασης της χαλαρής σύνδεσης με διεθνείς συσκέψεις και κοινές επεξεργασίες που να πιάνουν ένα μίνιμουμ;

Το άλφα, ε; Ναι, αλλά δεν είναι αυτονόητα η σωστή απάντηση.
Δεν είναι αυτόνομα τα εθνικά κκ για να χαράξουν αυτόνομα τακτική; Τι συμβαίνει στην περίπτωση διαφωνίας με το διεθνές κέντρο; Πόσες νικηφόρες επαναστάσεις καθοδήγησε η κομιντέρν;
Κι η ηγεσία; Θα είναι κούτβης σταλμένος έξωθεν που θα ανακαλείται από τα πάνω; Ή δεν θα περιλαμβάνεται αυτό στη δικαιοδοσία της διεθνούς;

Ήρθαν κι έδεσαν και δυο ερωτήσεις απ’ το κοινό για τα παλιά.
Πώς εξηγούνται οι διαγραφές του 56; (αυτές είχαν γίνει επί κομινφόρμ)
Ποιος είχε πάρει την απόφαση για συμμετοχή στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο; Η διεθνής, ή το κόμμα κι ο ζαχαριάδης;
Το ίδιο πράγμα ρωτούσαν στην ουσία οι σύντροφοι.

Δεύτερος κύκλος ερωτήσεων. Το ποτάμι δε γυρίζει πίσω πια.
Τι λέμε για τους 21 όρους του λένιν για συμμετοχή στην κομιντέρν; Ισχύουν αυτούσιοι ως κριτήριο στο σήμερα;
Ίσως κάποια σημεία θέλουν επικαιροποίηση. Αλλά στην ουσία οι 21 όροι είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του κόμματος νέου τύπου κι η σημασία τους διατηρείται στο ακέραιο.
Και αυτός που μιλάει (ακόμη και) για ένοπλη πάλη (συνδυασμός νόμιμων και παράνομων μορφών); Φυσικά. Το κόμμα εξάλλου δε δίστασε να πάρει τα όπλα όταν έπρεπε.
Την περίμενα μέσες άκρες την απάντηση κι ήθελα να δω πώς θα το δώσει. Τα όπλα τα πήρε το κόμμα επειδή αναγκάστηκε, όχι όταν έπρεπε. Δεν είναι παράδειγμα προς μίμηση αυτό.

Τι γίνεται όμως με τα κόμματα που δεν πιάνουν ούτε κατά προσέγγιση τους 21 όρους; Ποια είναι η τακτική μας απέναντί τους;
Ένας σύντροφος το έκανε πιο συγκεκριμένο. Πώς αξιολογούμε όσα είπε ο τσάβες για την ανάγκη να γίνει μια τέταρτη διεθνής;
Δεν είναι θέμα ονομασίας, αλλά χαρακτήρα. Η διεθνής που θέλουμε έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και φυσιογνωμία (κομμουνιστική).

Κατανοητό. Αλλά γιατί έχουμε πάρε-δώσε με κόμματα που μόνο στο όνομα έχουν τέτοια φυσιογνωμία (κι αυτό όχι πάντα); Γιατί υπογράφουμε από κοινού διακηρύξεις που όσο περισσότερους χωράνε, τόσο λιγότερα λένε; Γιατί δεν κρατάμε ίδια μέτρα και σταθμά ιδεολογικής καθαρότητας με αυτά που έχουμε εντός συνόρων;

Τι σχέσεις μπορεί να μας δένουν με το ακελ που στέλνει τον ηγέτη του στη φιέστα του τείχους, δίνει αυξήσεις πασοκικού τύπου κι έχει το συντελεστή φορολόγησης κερδών στο 10%;
Το τελευταίο το ‘πε ο κύρτσος στην κανέλλη σε ένα πάνελ για το ασφαλιστικό κι έκοψε τη φόρα της λιάνας (που ως τότε τον είχε πάρει παραμάζωμα).

Οι ιστορικοί δεσμοί δε λένε τίποτα από μόνοι τους. Και με τον κάουτσκι έχουμε τέτοιους, αλλά τους κόψαμε από καιρό.
Η ιδεολογική καθαρότητα είναι η μισή αρχοντιά, αλλά (εμείς ψάχνουμε την ολόκληρη και) τη θυμόμαστε κατά περίσταση.

Τι σημαίνει ότι δεν είναι ώριμες οι συνθήκες; Γι' αυτό ακριβώς τη θέλουμε τη διεθνή, για να ωριμάσουν. Ο λένιν ξεκίνησε την κομιντέρν με ελάχιστους αντιπροσώπους.
Ναι, αλλά ο λένιν είχε πίσω του τον αέρα της οκτωβριανής επανάστασης που φύσηξε σε όλη την ευρώπη. Πρέπει δηλ να νικήσει πρώτα μια επανάσταση και μετά να χτίσουμε τη διεθνή γύρω απ' το νικηφόρο κκ της;

Δε μπορώ να πω ότι πήραμε ικανοποιητικές απαντήσεις (σε όσα από αυτά διατυπώσαμε).
Κάποια γενικά πράγματα που ήταν πολύ σωστά, αλλά δεν απαντούσαν σε αυτά που είχαμε ρωτήσει. Μαζί με παραπομπές στο τρέχον τεύχος της κομεπ που έχει σχετικό αφιέρωμα και στον υπό έκδοση δεύτερο τόμο απ’ το δοκίμιο ιστορίας του κόμματος για τις διαγραφές του 56 (για το 89-91 θα περιμένουμε τον τρίτο).

Τακτική που πηγάζει απ’ το σχολείο της ζωής.
Ο μέσος σύντροφος βομβαρδίζεται με τόσα αντιδιαλεκτικά ερωτήματα που νιώθει την ανάγκη να ξεκινήσει από την αλφαβήτα (του μπουχάριν) και καταλήγει να λέει την ιστορία της ζωής του. Δε γίνεται αλλιώς.
-Μα γιατί δεν ενώνεστε εσείς οι αριστεροί;
Ξεκινάς απ’ το συνέδριο του σδεκρ το 1903, αλλά σε κόβουν πριν καν πεις για τον κάουτσκι, γιατί χαθήκαν στις στροφές της ιστορίας κι έχασαν τη σύνδεση με το σήμερα.

Οι πρόλογοι βοηθούν επίσης να κερδίσεις χρόνο και να σκεφτείς καλύτερα την ερώτηση. Δεν είναι μηχανές οι σύντροφοι να έχουν έτοιμες απαντήσεις σε χαρτάκια. Το θέμα είναι να μη μείνουνε στους προλόγους. Από αυτό προτιμώ τα χαρτάκια.

Αλλά η συντονίστρια ήθελε να το μαζεύουμε (μην ξεχειλώσει). Ο κόσμος έφυγε με χαμόγελο. Η ζωή συνεχίζεται χωρίς τις απαντήσεις που θέλαμε. Με σημαίες και με ταμπούρλα.
Το βασικό μας στόχο τον πετύχαμε. Πουλήθηκαν αρκετά λευκώματα. Δεν είχα εικοσάευρο πάνω μου (ειδική τιμή για την παρουσίαση) κι έφυγα με άδεια χέρια.

Φεύγοντας πέσαμε στη γιορτή των αγγέλων, σαν πάρτι της δαπ στην αριστοτέλους. Πήχτρα κόσμος, τριπλάσιος απ’ όσο μαζεύουμε στην αλέκα. Πού είναι ο μπιρσίμ να βάλει μια τάξη;
Σπρωξίδι, πανικός. Με τα πολλά βγήκαμε. Αλλά χάσαμε μες στο μπούγιο την αισιοδοξία μας. Πώς σκατά θα αλλάξει αυτός ο κόσμος κεμάλ, μου λες;

Δε βαριέσαι… Ό,τι κι αν είναι οι σύντροφοι, μπροστά σε αυτό είναι χρυσοί και άγιοι. Πάνω απ’ όλα σύντροφοι. Με τις αδυναμίες και τις ανεπάρκειές τους. Και ποιος δεν έχει;…

Ένας σύντροφος λέει πως όταν μιλάει με τους απ' έξω που είναι κοντά μας τους βλέπει μες στην κριτική και τη γκρίνια. Γιατί αυτό, γιατί το άλλο, λάθος εκείνο...
Αλλά αν τους πετύχει σε άλλη κουβέντα, με απ' έξω που μας τη λένε, σηκώνουν αυτοί την υπεράσπιση κι αυτός κάθεται στη γωνία και τους απολαμβάνει.
Εδώ στο μπλοκ μιλάω σε όλους μαζί ανάκατα. Οπότε να με συμπαθάτε για τις αντιφάσεις και τη σχιζοφρένεια. Μιλ μερσί.

Υστερόγραφο

Ανακάλυψα με αρκετή καθυστέρηση κάποια παλιά σχόλια σε παλιότερα κείμενα. Σόρι που δεν τα είδα εγκαίρως.
Ενημερώνω τους φίλους, συντρόφους, συναγωνιστές (ισχύει για τον καθένα η αρχή του αυτοπροσδιορισμού) ρασκώληκα, κόκκινο δρόμο, χρήστο και το εξαφανισμένο τιτοϊκό κατασκεύασμα ότι το εμεσέν μου είναι σε αχρησία κι ότι στα υπόλοιπα θα απαντήσω εντός των ημερών.
Πρόσχωμεν...

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2008

Ολυμπιακά μετάλλια

Πάμε λίγο αφαιρετικά και στα τελευταία συμπεράσματα γιατί δεν ξέρω κατά πόσο συγκινεί τους αναγνώστες του μπλοκ η συγκεκριμένη θεματική ενότητα.


Στον ριζοσπάστη πανηγυρίζουν για τα ολυμπιακά μετάλλια των κουβανών. Το ίδιο κάνουμε όλοι οι κομμουνιστές και είναι λογικό. Στην αθήνα το 2004 πανηγυρίζαμε περισσότερο τα μετάλλια των κουβανών παρά των ελλήνων (κι αυτά όσοι τα πανηγυρίζαν).
Καταστάσεις ακραίας εσωτερικής διαπάλης και γνήσιου προλεταριακού διεθνισμού (ή μήπως εθνικισμού από την ανάποδη;) όπως το 87 που όλοι ήταν με τον γκάλη τον γιαννάκη τον καμπούρη και τα άλλα παιδιά, αλλά οι περισσότεροι κομμουνιστές, κρυφοί και αμετανόητοι, ήταν με τον βάλτερς, τον τσατσένκο και τον γκομέλσκι που μετά τον τελικό έλεγε ότι οι συνθήκες στο στάδιο ειρήνης και φιλίας (γιατί τέτοια ονόματα δίναμε στα γήπεδά μας στα τιμημένα 80'ς) του θύμισαν μαυριτανία (η οποία προφανώς δεν οικοδομούσε τον αφροκομμουνισμό, όπως όμορές της συμπαθείς λαϊκές δημοκρατίες).


Θυμάμαι επίσης ότι όταν άρχισα να καταλαβαίνω πέντε πράγματα, άρχισα να μετράω εκ των υστέρων τα μετάλλια των ολυμπιακών του παρελθόντος και πανηγύριζα μόνος μου που οι σοβιετικοί βάζαν κάτω τους αμερικάνους από το μόναχο και μετά (το 80 και το 84 με τα μποϊκοτάζ εκ των πραγμάτων δεν υπήρχε σύγκριση) και που οι ανατολικογερμανοί-ΛΓΔίτες έβγαιναν τρίτη δύναμη στον κόσμο (το παράκαναν λιγάκι κι αυτοί προς το τέλος της ζωής τους).
Ακόμα και σήμερα μετράω όλα τα μετάλλια των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών που αθροιστικά βγαίνουν πολύ περισσότερα από αυτά των αμερικάνων (αν και σκοντάφτω στο ότι τώρα που δεν έχουν σοσιαλισμό, κανονικά θα έπρεπε να μην τα πηγαίνουν τόσο καλά). Είμαι παραδοσιακά με τους αντίπαλους των ούσα (μπολτ, τζαμάικα κτλ) κι εκνευρίζομαι με διάφορες φελπσιές, όπως η φετινή ομορφιά με τον αισθητήρα του σέρβου.

Τι θέλω να πω με όλα αυτά;
Όλοι πανηγυρίσαμε -κι ακόμα το κάνουμε- τα σοσιαλιστικά μετάλλια. Ο αναμάρτητος τον πρώτο λίθο βαλέτω.
Πρέπει όμως να το δούμε κριτικά το όλο πράγμα.


Γιατί πανηγυρίζουμε τα μετάλλια; Τι ακριβώς δείχνουν;
Μήπως τις σοβαρές αθλητικές υποδομές μιας χώρας; Αν ήταν έτσι το εξωτικό Κίνγκστον θα φημιζόταν και για αυτό πέρα από τις καλλιέργειές του.
Δείχνουν μήπως την δύναμη, ή την πρόοδο μιας χώρας;
Στο πεκίνο οι χώρες που πρώτευσαν στα μετάλλια ήταν η Κϊνα, οι ηπα και η ρωσία. Αν το σκεφτούμε έτσι είναι ασφαλώς τεκμήριο δύναμης από μια άποψη.
Αρκεί όμως το φαιδρό ιδεολόγημα της δυνατής και ισχυρής ελλάδας που πασπαλίζονταν με μπόλικη αθλητική σάλτσα για να χωνεύεται (με το γιούρο και τους ολυμπιακούς) για να καταλάβουμε πόσο σαθρό είναι σαν επιχείρημα.

Αν δείχνουν κάτι οι αθλητικές διακρίσεις, αυτό τις πιο πολλές φορές είναι μια βιτρίνα της κοινωνίας. Και δεν είναι καθόλου έξυπνο να ξεγελιόμαστε επειδή βλέπουμε ένα είδωλο και να περνάμε τη βιτρίνα για καθρέφτη...


Πολλά καθεστώτα διάλεξαν τον αθλητισμό για να καλύψουν τις βρωμιές τους και να διαφημιστούν στο εξωτερικό, ή να αποχαυνώσουν τα πλήθη στο εσωτερικό, κατά το ρωμαϊκό άρτος και θεάματα, ή το ελληνοχριστιανικό μπάλα, τιβί κι αστυνομία της δικής μας χούντας. Το μουντιάλ του 78 στην αρχεντίνα και οι ολυμπιακοί του βερολίνου το 36 είναι τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Οι τελειωμένοι αστοί ίσως βάζουν μέσα και τους ολυμπιακούς αγώνες της μόσχας (αν και δεν υπάρχει έντιμος άνθρωπος που να τους έζησε και να μην έχει να πει κάτι καλό για αυτούς). Εγώ ως απάντηση βάζω σε αυτή την αλυσίδα το μόναχο (72) των επιγόνων των ναζί, το λος άνχελες (84) του ρίγκαν, τη σεούλ (88) της ν. κορέας και τη δική μας στην αθήνα. Η ισχυρή ελλάδα παραφράζοντας τη ρωμαϊκή ρήση πουλάει εσχάτως θεάματα με ολίγη από άρτο -κι αυτό παίζεται- θυμίζοντας πολύ έντονα το μπάτσοι, τιβί και μπάλα της επταετίας.
Να το συζητήσουμε και για την κίνα (όχι γιατί υπάρχει διάθεση υπεράσπισής της, αλλά για να μην καταπίνουμε αμάσητη και μετά αναμασάμε σαν μηρυκαστικά την σχετική αστική προπαγάνδα).

Γιατί λοιπόν να χαιρόμαστε για τα μετάλλια της -όποιας- κούβας;

Η απάντηση είναι ότι οι πρωταθλητές των σοσιαλιστικών χωρών είναι καρπός του μαζικού λαϊκού αθλητισμού σε αυτές τις χώρες. Κι ότι εφόσον υπάρχουν τέτοιες δομές θα ξεπηδήσουν και οι πρωταθλητές με τις ιδιαίτερες ικανότητες και το ταλέντο, που θα φέρουν και τα μετάλλια. Η ελλάδα -που ένα σωρό παπαγαλάκια επαναλαμβάνουν μονότονα ότι έχει μοντέλο κρατικού αθλητισμού αλά ΛΓΔ- (μακάρι, αλλά πού!) θα μπορούσε -σύμφωνα με όσα είπαμε και στην βουλή κατά τη συζήτηση του τελευταίου νομοσχεδίου- να παίρνει μετάλλια αν ανέπτυσσε τέτοιες δομές και δεν βασιζόταν στον επαγγελματικό αθλητισμό και το ντόπινγκ.

Η δική μου ένσταση έγκειται στο εξής απλό.
Είναι ποτέ δυνατόν καθαροί αθλητές, όσες ικανότητες και όσο ταλέντο κι αν έχουν, να μπορούν να ανταγωνιστούν στα ίσια ντοπαρισμένους; Οι κουβανοί πχ να είναι καθαροί και να τα βάζουν με τους υπόλοιπους που είναι τίγκα στη ντόπα; Μπορεί η φύση να ανταγωνιστεί την παραφύση, ο άνθρωπος τον υπεράνθρωπο;


Διάβασα κάπου το επιχείρημα ότι η κούβα δεν έχει τη δυνατότητα να παράγει οτιδήποτε περιέχει χημικές ουσίες και ότι δε μπορεί να φτιάξει καν σαμπουάν, πόσο μάλλον αναβολικά και διεγερτικές ουσίες.
Προς στιγμήν με κλόνισε. Μετά όμως σκέφτηκα ότι η κούβα έχει πολύ εξελιγμένη ιατρική, πράγμα για το οποίο περηφανευόμαστε κι εμείς (λέγεται ότι η ιατρική σχολή στην κούβα είναι όσο όλο το απθ) και άρχισα να ξανακλίνω προς το αρχικό συμπέρασμα.


Διαβάζω επίσης ότι ποτέ και πουθενά δεν έχουν πιαστεί ντοπαρισμένοι σοβιετικοί αθλητές κι ότι ο μόνος σοβιετικός που φέρεται να έχει χτυπήσει ενέσεις είναι ο θρυλικός πυγμάχος ιβάν ντράγκο στην καλτ ταινία ρόκι IV (η οποία θα κυκλοφορήσει προσφορά με το έθνος σε δύο εβδομάδες και της ετοιμάζουμε ειδικό αφιέρωμα).
Δεν ξέρω αν ισχύει, αλλά δε θα διαφωνήσω. Δεν γνωρίζω ωστόσο κανέναν αμερικανό που να πιάστηκε ντοπέ (άλλο αν όλοι το έβλεπαν ή το ήξεραν για την τζόινερ και τον λιούις). Η ειρηνική συνύπαρξη των δύο δυνάμεων πρέπει να έβρισκε κι εδώ ένα ιδιότυπο πεδίο εφαρμογής, κρατώντας τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ τους με το νόμο της ομερτά.


Εν πάση περιπτώσει το "κανείς δεν πιάστηκε, άρα κανείς δεν έκανε χρήση" δε μπορεί να σταθεί σα λογική. Αν το δεχτούμε αυτό, όποιος έχει αποδείξεις για τον κεντέρη και τη θάνου ας τις καταθέσει, αλλιώς δεν δικαιούται δια να ομιλεί.
Δεν είναι δυνατόν να νιώθουμε αμήχανα ή να δικαιολογούμε πρακτικές όπως αυτή του γερμανού προπονητή που όταν τον ρωτούσαν για τη βραχνή φωνή των κολυμβητριών του, απαντούσε ότι είχαν έρθει για να κολυμπήσουν κι όχι για να τραγουδήσουν. Να σωπαίνουμε μπροστά στη γερμανική εκδοχή της θέκλας του αρκά (ηρωίδα γνωστή και ως το κορίτσι με το μουστάκι) και τις αλλαγές φύλου πρώην αθλητών από τις ορμόνες που δεν άντεξε ο οργανισμός τους. Υπάρχουν αιτίες (άμεση και οξεια αντιπαλότητα με τη γειτόνισσα ΟΔΓ) που -όπως λέει κι ένας διαδικτυακός φίλος- ερμηνεύουν, αλλά δεν δικαιολογούν τα φαινόμενα αυτά.
Γιατί έτσι ισχύει αντεστραμμένο αυτό που έλεγαν οι αρχαίοι. Αρρωστημένος νους σε άρρωστο -φαρμακωμένο- σώμα.


Προσέξτε μια βασική διαφορά.
Δεν αρνούμαι -όπως κάνουν πολλοί όψιμοι αντισοβιετικοί- ότι η ΕΣΣΔ πχ είχε αναπτύξει το μαζικό, λαϊκό αθλητισμό. Πιστεύω ότι ήταν με διαφορά πρώτη παγκοσμίως σε αυτό τον τομέα και αυτό πρέπει να το πιστώνουμε στα θετικά της και να το τονίζουμε.
Δεν είναι όμως ο πρωταθλητισμός και τα μετάλλια ο δείκτης που θα το πιστοποιήσει αυτό -σε αντίθεση με ό,τι ισχυριζόμαστε. Γιατί παραμένει αμείλικτο το ερώτημα: πώς μπορούν καθαροί αθλητές να ανταγωνίζονται και να νικάν αθλητές αποδεδειγμένα ντοπαρισμένους; Δυστυχώς η μόνη έντιμη απάντηση που μπορεί να δώσει κανείς είναι, προφανώς γιατί ντοπάρονταν και οι δικοί μας πρωταθλητές.
Όπως έλεγε κι ένας παλιός έλληνας αθλητής του στίβου "πρωταθλητισμός με μπριζόλες, αναψυκτικά και βιταμίνες δε γίνεται...".
Κι αυτό ας τυπωθεί καλά στο μυαλό μας.

Υπάρχει ένα ακόμη ζήτημα -στο οποίο όμως προσωπικά έχω μεσάνυχτα.
Γιατί εν γνώσει τους αποδέχονται το ντόπινγκ οι αθλητές; Η απάντηση είναι εύκολη. Παίρνουν συνειδητά το ρίσκο για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν όχι τη δόξα και τον κοτινο, αλλά οικονομικά προνόμια και μια πιο άνετη ζωή.
Στον σοσιαλισμό όμως γιατί το αποδέχονταν;
Υποθέτω ότι η απάντηση είναι η ίδια, αλλά το λέω με κάθε επιφύλαξη και με την ελπίδα να κάνω λάθος. Αν όμως ισχύει αυτό, είναι απαράδεκτο να επιβραβεύονται από το εργατικό κράτος κάποιοι άνθρωποι απλώς επειδή έχουν καλύτερες επιδόσεις σε συγκεκριμένα αγωνίσματα/αθλήματα (ή επειδή έμαθαν να κλωτσάν ένα τόπι, όπως λέει μια αγαπημένη κλισέ φράση στην χώρα μας).


Ένα παράδειγμα από τον καπιταλιστικό κόσμο μπορεί να βοηθήσει να βγουν συμπεράσματα.
Η σουηδία στο ποδόσφαιρο μετράει 5.000 ερασιτεχνικά σωματεία -νομίζω αριθμός ρεκόρ για την ευρώπη- αλλά καμία ουσιαστική διάκριση σε επίπεδο συλλόγων (μόνο μια συμμετοχή της μάλμε στον τελικό το μακρινό 80). Η εθνική της τα πηγαίνει λίγο καλύτερα, αλλά ουσιαστικά αποτελείται από παίκτες-μετανάστες που παίζουν στα ακριβά, επαγγελματικά πρωταθλήματα του εξωτερικού.
Λες δηλ να έχουν στα αλήθεια σοσιαλισμό στη σουηδία;
Σαφώς όχι, αλλά έχουν οπωσδήποτε ιδιαιτερότητες κι ισχυρό -όχι για πολύ ακόμα- κράτος πρόνοιας, που κάνει πολλούς λάτρες του σουηδικού μοντέλου να μπλέκουν τα μπούτια τους με την έννοια σοσιαλισμός και τη σημασία της.
Η πλάκα είναι ότι από τους συνειδητούς και πονηρούς θιασώτες του μοντέλου αυτού θα ακούσουμε χίλιους δυο επαίνους, αλλά ούτε έναν για το αθλητικό κομμάτι της κοινωνίας αυτής.
Ανακεφαλαιώνοντας: η σουηδία σοσιαλισμό δεν έχει, αλλά το ποδόσφαιρό της τουλάχιστον δείχνει τους δυο δρόμους που έχει να διαλέξει μια χώρα: ερασιτεχνισμός και μαζικός αθλητισμός χωρίς φιλοδοξίες για διακρίσεις, ή επαγγελματικός πρωταθλητισμός από την άλλη.


Ένα τελευταίο ζήτημα: στον σοσιαλισμό τι θα γίνει;
Καταρχήν δεν θα υπάρχει επαγγελματικός αθλητισμός. Όχι μόνο με την έννοια ότι δεν θα υπάρχουν οικονομικά συμφέροντα να λυμαίνονται τον χώρο, αλλά και με την έννοια ότι δεν θα υπάρχουν επαγγελματίες αθλητές (δηλ άτομα που θα έχουν την άθληση ως κύρια ασχολία τους και θα πληρώνονται για αυτό).
Για μένα αυτό σημαίνει ότι δεν θα υπάρχουν γενικώς άτομα που να ασχολούνται συστηματικά με αθλήματα και να κάνουν πρωταθλητισμό, αλλά αυτό είναι ζήτημα προς εξέταση (που συν τοις άλλοις ίσως αντιμετωπιστεί διαφορετικά όσο συνυπάρχουν δύο διαφορετικά συστήματα που έρχονται εκ των πραγμάτων σε σύγκρουση).

Το πρώτο κομμάτι από όσα λέμε πραγματοποιούταν ήδη στην ΕΣΣΔ, με τους αθλητές να επιστρέφουν στη δουλειά και στο αντικείμενό τους μετά το τέλος της αθλητικής τους καριέρας. Στον καπιταλισμό αντίθετα, η αντίδραση που έχουμε μάθει και μας έχει περάσει είναι να χαχανίζουμε με σαρκασμό όταν ακούμε για τους ψαράδες της ρόζεμποργκ, ή τους ηρωικούς λουξεμβουργιανούς ποδοσφαιριστές που είναι ιδιωτικοί υπάλληλοι.
Το αυτό συμβαίνει και με τον αγαθό γίγαντα Βλάντιμιρ Τσατσένκο που ακολουθεί καριέρα ταξιτζή στη σημερινή ρωσία. Αν και αυτό έχει να κάνει περισσότερο με συμβολική τιμωρία του σημερινού εκδικητικού εκμεταλλευτικού συστήματος απέναντι σε μια ηρωική φιγούρα σύμβολο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, παρά με οτιδήποτε άλλο.

Εν ολίγοις, το σύνθημα που -φαντάζομαι ότι- θα γράψει στη σημαία της η νέα κοινωνία για τον αθλητισμό θα είναι: όλοι αθλητές, κανείς πρωταθλητής.
Είναι θεμιτό και απαραίτητο να αναπτύσσουν όλοι ολόπλευρα την προσωπικότητα, τις κλίσεις και τα ενδιαφέροντά τους και ίσως το πρότυπο να είναι να γίνουν όλοι δεκαθλητές (όχι όμως πρωταθλητές στο δέκαθλο, υπάρχει διαφορά). Το να γίνει όμως κανείς πρωταθλητής, απαιτεί περαιτέρω συστηματική ενασχόληση και κατά τη γνώμη μου είναι απλώς κοινωνικά άχρηστο.
Τα υπόλοιπα θα τα δούμε στην πράξη που σχεδόν πάντα ξεπερνά τελικά τη φαντασία μας και τις δυνατότητές της...
Η μέρα εκείνη δε θα αργήσει κτλ

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2008

Εραστές της τέχνης

Κλείνουμε την τριλογία πιάνοντας το νήμα για να το ξαναφέρουμε εκεί απ' όπου ξεκινήσαμε.

Τι ακριβώς ζητάμε και διεκδικούμε από το ρυάκι του μετώπου που λέγεται αθλητισμός;
Να μείνει έξω από τα πλοκάμια της εμπορευματοποίησης, με άλλα λόγια να είναι ερασιτεχνικός.
Είναι όμως δυνατό κάτι τέτοιο στον καπιταλισμό;
Εμένα μου θυμίζει τις ρομαντικές προσεγγίσεις για τον παλιό καλό καιρό, που το εμπόριο έμπαινε λιγότερο στις ζωές μας και οι σχέσεις μας ήταν πιο ανθρώπινες. Δε γίνεται όμως να ξαναφέρουμε πίσω το παρελθόν. Άσε που σχεδόν πάντα στην πραγματικοτητα ήταν πιο πεζό απ' όσο το έχουμε εξιδανικεύσει στις αναμνήσεις μας.

Περισσότερο από αυτό όμως η ουσία είναι αλλού.
Άντε και γίνεται ερασιτεχνικός ο αθλητισμός και καταργείται ο επαγγελματικός χαρακτήρας των πρωταθλημάτων. Τι ακριβώς καταφέρνουμε;
Επί της ουσίας όχι πολλά πράγματα. Τα οικονομικά συμφέροντα συνεχίζουν να υπάρχουν και να λυμαίνονται τον χώρο. Απλά τους βάζουμε ένα φραγμό, τα δυσκολεύουμε. Στην ουσία έχουμε μια κατάσταση που πατάει σε δυο βάρκες, η οποία είναι αφύσικη και δεν μπορεί να διατηρηθεί επ' αόριστον. Ή θα πάψουν να υπάρχουν οικονομικά συμφέροντα (δηλ μέχρι να ανακαλυφθεί κάποιος άλλος τρόπος για να γίνει αυτό, επανάσταση και σοσιαλισμός) ή ο αθλητισμός θα είναι ψευδεπίγραφα ερασιτεχνικός και αργά ή γρήγορα θα πετάξει από πάνω του το περίβλημα που τον περιορίζει.

Το παράδειγμα του ερασιτεχνικού αθλητισμού στην χώρα μας είναι πολύ διδακτικό.
Βρωμιές και λαμογιές του επαγγελματισμού στο ποδόσφαιρο πχ υπήρχαν και πριν το 79 που έγινε το πρωτάθλημα και τυπικά επαγγελματικό. Οι ερασιτεχνικοί σύλλογοι κρατάν δέσμιους τους αθλητές τους μέχρι να τους πουλήσουν για να βγάλουν χρήματα, ή τους ντοπάρουν για να τους φέρουν μετάλλια και επομένως χρήματα. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων τους έχουν κακοπληρωμένους και ανασφάλιστους και τους εκμεταλλεύονται κανονικά (έτσι οι αθλητές συνήθως συμφωνούν με την επαγγελματοποίηση και την έχουν ως κύριο αίτημά τους).
Δεν είναι παντού έτσι, όμως αυτός είναι ο κανόνας.
Δε μπορεί να μπαίνει λοιπόν ως σύνθημα "ερασιτεχνικός αθλητισμός" γενικά και αόριστα. Πρέπει να εξηγήσουμε και τι ερασιτεχνισμό εννοούμε.

Σε δεύτερη ανάγνωση βλέπω ότι γίνομαι λίγο μ-λ και αγωνιστικές κινήσεις, που λένε ότι σε αυτό το σύστημα δε μπορεί να υπάρξει παιδεία για τα λαϊκά συμφέροντα και έχουν δίκιο, αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν παλεύεις και στο σήμερα για κάποιες κατακτήσεις που θα λειτουργήσουν σαν παρακαταθήκη.
Υπάρχει παρόλα αυτά μια βασική διαφορά. Να παλεύεις για πραγματικά ερασιτεχνικό αθλητισμό αφήνοντας στην άκρη τον πρωταθλητισμό, είναι περίπου σα να παλεύεις για λαϊκή παιδεία αφήνοντας στο απυρόβλητο τα φροντιστήρια και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Κι όπως ακριβώς λέμε ότι η ουσία στην ίδρυση ιδιωτικών είναι ότι θα κάνει και τα δημόσια να λειτουργούν με ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια, κάτι παρόμοιο ισχύει τηρουμένων των αναλογιών και στην περίπτωση του αθλητισμού.
Εξάλλου αρκεί μια απλή ετυμολογική ανάλυση των λέξεων για να καταλάβουμε κάποια πράγματα. Ερασιτεχνισμός σημαίνει αγάπη για την τέχνη, για το άθλημα. Πρωταθλητισμός είναι αυτό που λέει η αμερικανιά: ο πρώτος είναι τα πάντα, ο δεύτερος είναι τίποτα.

Βέβαια το μέτωπο στον αθλητισμό ούτε μάταιο, ούτε άσκοπο είναι, και πρέπει να ανοιχτεί. Πρέπει όμως να δούμε ποιο μπορεί να είναι το περιεχόμενο της δράσης και της απεύθυνσής του (δεν είμαι σίγουρος ότι αυτή η λέξη είναι "σωστά ελληνικά" αλλά τι να κάνουμε).
Σκόρπιες σκέψεις σχετικά ως ελάχιστη συνεισφορά που έχω να κάνω είναι οι εξής:
-επιμονή στον παράγοντα θέαμα, τον οποίο σκοτώνει η σκοπιμότητα. Και η σκοπιμότητα είναι η πεμπτουσία του πρωταθλητισμού. Όσο τελειωμένος οπαδός κι αν είναι κάποιος αυτό το καταλαβαίνει εύκολα και συμφωνεί γιατί τον αφορά άμεσα.
-επανεξέταση της στάσης μας στο θέμα των συνδέσμων. Σύνδεσμοι οπαδών, όπως αυτός της λιβόρνο στην ιταλία, ή αυτός στη δεκαετία του 40 που αναφέρεται στο βιβλίο των μπογιόπουλου-μήλακα για το ποδόσφαιρο, σπάνε προκαταλήψεις και έτοιμα σχήματα που υπάρχουν για το (προσοχή ακολουθεί sic) συνδεσμιακό κίνημα...
-ζύμωση και κριτική υποστήριξη σε λαϊκά μέτωπα και διοικητικά μοντέλα αλά μπαρτσελόνα με οπαδούς-μέλη.
Όχι επειδή έχουμε καμιά αυταπάτη για λαϊκό καπιταλισμό με γενικές συνελεύσεις μετόχων κτλ. Αλλά πιο πολύ για να αρχίζει να μπαίνει ο κόσμος στη λογική ότι πρέπει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και να αφήσει τον καναπέ του. Αν το καταλάβει από ένα θέμα που -κακώς, ωστόσο- τον απασχολεί τόσο πολύ όσο η ομάδα του, τόσο το καλύτερο.

Ακανθώδη ζητήματα προς εξέταση στα οποία κι εγώ έχω απορίες είναι τα κάτωθι:
-εθνικισμός και αθλητισμός.
Ο αθλητισμός μπορεί να ενώνει λαούς και διαφορετικές κουλτούρες, αλλά δυνατότερη εμπέδωση της εθνικής συνείδησης (αφεντικά και δούλοι έλληνες είμαστε ούλοι) από αυτή που γίνεται μέσω των εθνικών ομάδων δύσκολα μπορεί να βρεθεί.
-μεταγραφές στον σοσιαλισμό.
Χυδαίο παράδειγμα: ο ροναλντίνιο, αν είχαμε σοσιαλισμό, θα έπαιζε ακόμα στις φαβέλες της γειρονιάς του και στην κόπα καμπάνα και δεν θα μαθαίναμε ποτέ το χαμόγελό του αλά τζοκόντα. Στον αντίποδα, αν έπαιρε μεταγραφή για να βρεθεί στο κορυφαίο επίπεδο μαζί με τους καλύτερους, θα ήταν σα να έχουμε συγκέντρωση και συσσώρευση ποδοσφαιρικού κεφαλαίου σε μερικά μόνο χέρια και ομάδες. Που δεν συνάδει με τις αρχές της σοσιαλιστικής οικοδόμησης...
Χυδαία επισήμανση: στο σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, αυτό το έλυναν με μεταγραφές στην ομάδα του στρατού, της αστυνομίας, των σιδηροδρομικών και πάει λέγοντας. Ε, δεν πάει έτσι όμως...
-τσάμπιονς λιγκ: εξηγείστε στο μέσο οπαδό ότι θα πρέπει να ξεχάσει την χρυσοφόρα διοργάνωση που έχει γίνει πάρτι οικονομικών συμφερόντων και τον έχετε χάσει για πάντα από το μέτωπο και τον αγώνα...

Τελικά θα το σπάσω στα δύο το τρίτο μέρος γιατί μου βγαίνει μεγάλο. Στο επόμενο η ανάλυση για τα ολυμπιακά μετάλλια...

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2008

Πρωταθλητισμός&σοσιαλισμός

Σήμερα θα παρεκκλίνουμε σε αρκετά θεωρητικά μονοπάτια και αύριο (θέλω να πιστεύω) θα ξαναπιάσουμε το νήμα της σκέψης και θα το επιστρέψουμε εκεί από όπου ξεκινήσαμε χτες (συν μία εβδομάδα) ολοκληρώνοντας την τριλογία.


Ο πρωταθλητισμός δεν χωράει ως έννοια στον σοσιαλισμό. Αυτό δεν είναι κοινός τόπος για όλους, οπότε ας το επαναδιατυπώσουμε στρογγυλεμένο. Ο πρωταθλητισμός είναι πολύ διαφορετικό πράγμα από τον αθλητισμό. Σε αυτό μάλλον θα συμφωνήσουμε όλοι.


Υπάρχει μάλιστα και μια προχωρημένη άποψη (που διεκδικεί για τον εαυτό της τον τίτλο της μαρξιστικής με αρκετά φροϋδικά παρακλάδια) η οποία δαιμονοποιεί τον αθλητισμό και δεν θεωρεί ότι θα έπρεπε να υπάρχει στην ιδανική κοινωνία. Ο λόγος είναι ότι βάζει σε καλούπια και περιορίζει την ελεύθερη κίνηση και την αντίστοιχη ανάγκη που νιώθει το παιδί.

Εδώ ακριβώς κολλάνε τα φροϋδικά παρακλάδια. Γιατί το παιδί βάζοντας εμπόδια σε αυτή του την επιθυμία να κινείται ακατάπαυστα και ακανόνιστα, δημιουργεί απωθημένα, καταλήγει να κινείται νευρικά για να ξεσπάσει, νιώθει ενοχές και μερικές φορές αυτοτιμωρείται όταν δεν κινείται σύμφωνα με τους κανόνες που τέθηκαν και πάει λέγοντας.

Εγώ θεωρώ υπερβολική αυτή την άποψη. Γενικά πιστεύω ότι το παιδί -που με μια ευρύτερη έννοια σημαίνει αυτόν που παίζει και υπό αυτή την έννοια γινόμαστε όλοι μας παιδιά όταν αθλούμαστε- αποκομίζει μεγαλύτερη ικανοποίηση όταν υπάρχει κάποιος σκοπός που νοηματοδοτεί τις κινήσεις και την όλη προσπάθεια. Ακόμα και σε πιο αυθόρμητες "μορφές σωματικής έκφρασης" όπως ο χορός, που θεωρητικά αφήνει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, υπάρχουν συγκεκριμένες κινήσεις και χορευτικές φιγούρες, που δεν αναιρούν τη δυνατότητα για αυτοσχεδιασμό και ελεύθερη έκφραση.


Ωστόσο, η ακραία αυτή θεώρηση έχει αναμφισβήτητα κάποιες ενδιαφέρουσες προεκτάσεις (προσωπικά με προβλημάτισε αρκετά, και ως ένα βαθμό με κλόνισε). Ένα μεγάλο κομμάτι της μπορούμε να το δανειστούμε και να το μεταφέρουμε αυτούσιο στην κριτική μας για τον πρωταθλητισμό.
Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις στον πρωταθλητισμό, όπου οι υψηλές απαιτήσεις του υπαγορεύουν στους αθλητές μια ασκητική ζωή, γεμάτη στερήσεις και τους δημιουργούν ενοχές πχ για κάποιες ανθρώπινες απολαύσεις, ή για το ίδιο τους το σώμα, που δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στις υπεράνθρωπες αυτές απαιτήσεις.

Ο πρωταθλητισμός σκοτώνει την χαρά της συμμετοχής που πρεσβεύει το αθλητικό ιδεώδες και την αντικαθιστά με την χαρά της νίκης. Εισάγει στον αθλητισμό την έννοια του ανταγωνισμού και της πάση θυσία νίκης. Στόχος δεν είναι πλόεν η αποοκόμιση χαράς από τη συμμετοχή στο παιχνίδι, ή η υπέρβαση από τον αθλητή των ορίων του και του εαυτού του, αλλά η υπέρβαση του αντιπάλου. Κι αυτή επιδιώκεται με κάθε μέσο, θεμιτό ή αθέμιτο, όπως συμβαίνει σε κάθε τομέα όπου υπεισέρχεται ο ανταγωνισμός.
Υπάρχουν εκπληκτικές ομοιότητες με το προτσές ανταλλαγής εμπορευμάτων, δηλ το εμπόριο, το οποίο δίνει πολύ γλαφυρά ο Κάουτσκι στο βιβλίο του για την καταγωγή του χριστιανισμού, όπου εξηγεί ότι το εμπόριο ήταν συνδεμένο με την απάτη και την κλεψιά από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής του στην ιστορία. Και όλοι ξέρουμε σήμερα ότι το επίπεδο του ανταγωνισμού και της απάτης στον κόσμο της αγοράς και των εμπορευμάτων, έχει προχωρήσει πολύ από τα πρωτόγονα τεχνάσματα με το ζύγι, πχ.
Κατά συνέπεια η επίκληση του ευ αγωνίζεσθαι και της άμιλλας, είναι οπωσδήποτε θέμα αθλητικής παιδείας, αλλά ειδικά στις σημερινές συνθήκες, είναι πιστεύω εξίσου αφελής με τις σύγχρονες επικλήσεις προς τους καπιταλιστές να μειώσουν τις τιμές και την αισχροκέρδεια. Στην καλύτερη των περιπτώσεων ευσεβής πόθος και τίποτα παραπάνω.

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε επί μακρόν να επιχειρμηατολογούμε για τα αρνητικά στοιχεία του πρωταθλητισμού (πχ στη διαμόρφωση της προσωπικότητας στις παιδικές ηλικίες, όπου ευνοείται η καλλιέργεια εγωισμού και μια ακραία ατομιστική αντικοινωνική στάση, "μικρόβιο" από το οποίο δεν είναι απαλλαγμένα τα ομαδικά αθλήματα).
Το συμπέρασμά μας όμως δεν θα άλλαζε εντυπωσιακά. Η φύση του πρωταθλητισμού δεν συνάδει με τα ιδανικά που πρεσβεύει η σοσιαλιστική κοινωνία. Και αν αυτό είναι θέμα προς συζήτηση, είναι βέβαιο ότι ο πρωταθλητισμός δε μπορεί να αποκτήσει διαφορετικό περιεχόμενο όσο υπάρχει καπιταλισμός. Και αυτό κατά τη γνώμη μου συμπεριλαμβάνει και την περίοδο συνύπαρξης (ειρηνικής ή μη) του -απερχόμενου- καπιταλισμού και της κοινωνία του μέλλοντος, της σοσιαλιστικής.

Κλείνω αυτό το μέρος με μια σύντομη υπόμνηση της αλήθειας ότι ούτε η αρχαιότητα και το περίφημο -θεωρητικά άσπιλο τότε- ολυμπιακό ιδεώδες ήταν απαλλαγμένη από τις σύγχρονες πληγές του πρωταθλητισμού (ντόπινγκ, δωδροδοκία κριτών κτλ). Η εικόνα των ανιδιοτελών αθλητών που αγωνίζονταν για έναν κοτινο και την ολυμπιακή δόξα είναι απτηλή, για την ακρίβεια ένας από τους μεγαλύτερους μύθους που αφορούν τους "ένδοξους αρχαίους ημών προγόνους".
Το αναφέρω αυτό ως ιστορική "απόδειξη" ότι οι σύγχρονες μάστιγες του αθλητισμού δεν είναι αποκλειστικά γνωρίσματα της σημερινής εποχής, του καπιταλισμού και του εμπορευματοποιημένου αθλητισμού. Συνδέονται εν γένει με την πρωταθλητισμό και τον ανταγωνισμό μεταξύ των αθλητών...

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2008

Το δάκρυ του Μίσα

Όταν μιλάμε για ολυμπιακούς αγώνες, ο χρόνος για μας μοιάζει να έχει σταματήσει σε αυτό το δάκρυ (και από μια άποψη καλά κάνει). Ενώ θα αρκούσε να προχωρούσαμε 4 χρόνια μόλις, στο κιτσαριό του μάρκετινγκ του λος άνχελες, για να ζήσουμε το τέλος της αθωότητας και της όποιας αυταπάτης για ολυμπιακό ιδεώδες μας γλύκαινε ακόμα.

Να μιλάει κανείς τη σήμερον για ολυμπιακούς αγώνες χωρίς εμπορευματοποίηση είναι εξίσου χιμαιρικό με μια Ευρωπαϊκή Ένωση των λαών ενάντια στα μονοπώλια.
Για τους ολυμπιακούς αγώνες ισχύει περίπου αυτό που έλεγε ο λένιν για τις Ενωμένες πολιτείες της ευρώπης.
Ή θα είναι σοσιαλιστικοί, ή αντιδραστικοί.

Ακόμα και η Κούβα να αναλάμβανε τους ολυμπιακούς δεν θα αποτελούσε εξαίρεση στον κανόνα.
Το σενάριο βέβαια είναι ακραίο κι αν κάποτε γινόταν πραγματικότητα οι χώρες που θα μποϊκοτάριζαν τους αγώνες θα ήταν μάλλον περισσότερες από τις συμμετέχουσες. Ας κάνουμε όμως μια υπόθεση εργασίας.

Αν τους έπαιρνε τους ολυμπιακούς η κούβα, για τους ίδιους λόγους πάνω-κάτω θα τους ήθελε. Λίγο συνάλλαγμα (που της είναι πολύτιμο), προώθηση εμπορικών σχέσεων, διαφήμιση του νησιού, τουρισμός.
Μια κίνηση στο εποικοδόμημα, λίαν εποικοδομητική, για να χτυπηθεί η σκληρή, εξοντωτική -οικονομική- βάση του εμπάργκο.
Κατά τα άλλα δε νομίζω ότι θα μπορούσε να κάνει επί της ουσίας κάτι το διαφορετικό. Και δεν ξέρω αν θα το ήθελε κιόλας. Το πολύ-πολύ να διαφοροποιούνταν σε συμβολικό επίπεδο (κυρίως στις τελετές λήξης και έναρξης).

Κι όμως εμείς, εν πλήρη σοβαρότητα, βάζουμε στο λαό το σύνθημα να παλέψει για ολυμπιακούς χωρίς εμπορευματοποίηση.
Τι ακριβώς σημαίνει αυτό; Πώς το φανταζόμαστε μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού; Να πάψουν οι αθλητές να κάνουν συμβόλαια με εταιρείες αθλητικής ένδυσης πχ;
Ακόμα και οι ομάδες της θρυλικής CCCP είχαν συμβόλαια με την adidas.
Και τι ακριβώς μπορούν να κάνουν οι λαοί για αυτό; Να μποϊκοτάρουν τους χορηγούς που δε σέβονται το ολυμπιακό ιδεώδες;

Είναι δυνατόν στον καπιταλισμό να μην αντιμετωπίζεται ο αθλητισμός ως εμπόρευμα;
Αν είναι έτσι, μου στέκει καλύτερα η "αριστερίστικη" θέση για πλήρη κατάργηση των ολυμπιακών, του πανηγυριού της ντόπας και του μάρκετινγκ.

Είπαμε και πριν για την Κούβα.
Το οποίο μου θυμίζει ένα ντόρο που είχε γίνει για μια θετική και καλά ψήφο που είχε δώσει το κκε στο κοινοβούλιο για την ανάληψη των ολυμπιακών. Η δικαιολογία που άκουσα από την πλευρά μας σχετικά (αν και δεν ήταν από επίσημη πηγή) ήταν ότι υπερψηφίσαμε γενικά και αόριστα τη δυνατότητα μιας χώρας να αναλάβει τους ολυμπιακούς και όχι τη συγκεκριμένη ανάληψη με βάση τον φάκελο του αθήνα 2004, την οποία αργότερα καταψηφίσαμε.
(Δηλ αν είχε άλλα χαρακτηριστικά ο φάκελος μπορεί και να τον ψηφίζαμε -απ' ό,τι κατάλαβα τουλάχιστον).
Το σκεπτικό -που άκουσα- ήταν ότι πρέπει οποιαδήποτε χώρα να μπορεί να αναλάβει τους ολυμπιακούς, πχ μια περιφερειακή, μικρή χώρα κι όχι μόνο οι μεγάλες καπιταλιστικές.
Γιατί να μη μπορεί να αναλάβει τους ολυμπιακούς η κούβα πχ;

Ακαταμάχητο επιχείρημα και σκεπτικό! (ξαναλέω, αν ήταν όντως αυτό).
Είχα να ακούσω παρόμοια ανάλυση από την εποχή του παπανδρεϊκού πασοκ και την αντίθεση ανεπτυγμένου, βιομηχανικού βορρά - καθυστερημένου, αγροτικού νότου μέσα στα πλαίσια της ΕΟΚ...

Το τελευταίο χτύπημα μου ήρθε από τον τελευταίο οδηγητή, που σωστά νιώθει την ανάγκη να απαντήσει στην ανεκδιήγητη αυγή και τα μαργαριτάρια περί "αντι-ιμπεριαλιστικού εθνικισμού" και "εθνικό συνανήκειν εν έτει 2004". Στο σπίτι του κρεμασμένου δε μιλάνε για σχοινί.
Αλλά αυτό εν μέρει ισχύει και αντιστρόφως...
Γιατί η κοινωνική συναίνεση και η εργασιακή ειρήνη ήταν δυστυχώς υπαρκτές πριν και κατά τη διάρκεια των ολυμπιακών. Κι ο καθένας πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες που του αντιστοιχούν για αυτό.
Η αντίσταση που προβλήθηκε ήταν πολύ κατώτερη των περιστάσεων. Τους εργάτες τους εκμεταλλεύτηκαν αγρίως οι διοργανωτές, τις ευκαιρίες για αντίδραση εμείς όχι.

Διατάραξη της εργασιακής ειρήνης θα ήταν πχ η κήρυξη κάποιας απεργίας, ή κάποια εργατική κινητοποίηση εν μέσω του οργίου των πολυεθνικών και των θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων. Πέρα από το καθήκον υπήρχε και μια χρυσή ευκαιρία για απόσπαση κατακτήσεων με το ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο των προθεσμιών που πίεζαν.
Ωστόσο δεν έγινε καμία απεργιακή κινητοποίηση, μολονότι στο συνδικάτο οικοδόμων -και των συναφών επαγγελμάτων- οι συσχετισμοί ήταν ταξικοί και φιλολαϊκοί...
Τα γεφύρια της άρτας χτίστηκαν και στέριωσαν κανονικά όπως προβλέπει ο μύθος και το πράγμα πέρασε σχετικά αδιαμαρτύρητα εν μέσω χλιδής και εθνικής υπερηφάνειας...

Υστερόγραφα:
1.Σε κάποια φάση πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά η κριτική που ασκείται "εξ αριστερών" στην ΕΣΣΔ που εγκατέλειψε μετά τον βήτα παγκόσμιο τη διοργάνωση σπαρτακιάδων και συναφών ερασιτεχνικών διεθνών διοργανώσεων και άρχισε να συμμετέχει κανονικά στους ολυμπιακούς, δίνοντάς τους τρόπον τινά νομιμοποίηση.
Σύμφωνα με μία άποψη αυτή ήταν η συμβολική επιβεβαίωση της ειρηνικής συνύπαρξης σε αθλητικό επίπεδο και της εγκατάλειψης της επαναστατικής προοπτικής. Από μερικούς μάλιστα συνδέεται με τη "λογική συνδιαλλαγής" που υπαγόρευσε η συμφωνία της γιάλτας και με τη συμμετοχή των σοβιετικών στο νεοσύστατο ΟΗΕ -κι ενώ η προπολεμική κοινωνία των εθνών είχε χρεωκοπήσει.

2. Το θέμα μας έχει κι άλλο ζουμί. Η συνέχεια πιθανότατα αύριο.
3. όλα τα λεφτά ο τίτλος στις μέσα σελίδες στο χτεσινό φύλλο του ρίζου, σε άρθρο προαναγγελία για το φεστιβάλ.
"πραγματικά πλούσιο το πρόγραμμα" στο... τάδε μέρος.
Δηλαδή τις άλλες φορές δεν είναι πραγματικά πλούσιο και κοροϊδεύουμε τον κόσμο;