Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λαοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λαοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

Και εις τη λαοκρατίαν πιστεύομεν

18 Οκτώβρη του 44: η κυβέρνηση Παπανδρέου μπαίνει στην απελευθερωμένη Αθήνα, αφού πρώτα τα στελέχη της διανυκτερεύουν στον Πειραιά, στα πλοία που τους μετέφεραν, για να βεβαιωθούν ότι είναι απολύτως ασφαλείς από το λαό που θέλουν να κυβερνήσουν. Την ίδια μέρα, ο πανηγυρικός λόγος του πρωθυπουργού διακόπτεται απ’ τις ενθουσιώδεις φωνές του πλήθους, που κραυγάζει για «λαοκρατία». Και τότε ο Παπανδρέου, με μια κίνησε από αυτές που του χάρισαν το προσωνύμιο του παπατζή, πολύ πριν τον αγιογραφήσουν ως «Γέρο της Δημοκρατίας», αναγκάζεται να καλοπιάσει το κοινό του με την περίφημη φράση «και στη Λαοκρατία πιστεύουμε»... Λίγους μήνες αργότερα, θα βασιστεί στο στρατό των Άγγλων, για να την επιβάλει.

18 Οκτώβρη 1981: ο υιός παπατζής διακηρύσσει την Αλλαγή, την ετεροχρονισμένη νίκη της Λαοκρατίας και των ηττημένων του εμφυλίου επί του «κράτους της Δεξιάς». Το βαθύ πράσινο κράτος της αντιδεξιάς θα εκφυλίσει συνθήματα, θα εκμαυλίσει συνειδήσεις, θα διαλύσει το εργατικό κίνημα και θα ξεκινήσει το ξήλωμα των εργατικών κατακτήσεων, ασκώντας την πιο δεξιά πολιτική, που ούτε η ίδια η Δεξιά δε θα τολμούσε να εφαρμόσει.

Οκτώβρης 2015: αφού ο εγγονός παπατζής εγκαινίασε την εποχή των μνημονίων, παρέδωσε τη συτάλη στον άξιο συνεχιστή του ΠΑΣΟΚ του 09’. Η πρώτη φορά Αριστερά (ΠΦΑ) έφερε τρίτη φορά μνημόνιο (με 23% ΦΠΑ) και εξακολουθεί να βαδίζει στον ίδιο (τρίτο) δρόμο της στυγνής εξαπάτησης του ελληνικού λαού και των ελπίδων του. Αποδεικνύοντας έμπρακτα πως δεν πρόκειται για κάποιου είδους (αριστερή) παρένθεση, αλλά για ομαλή, πασοκική συνέχεια ενός έργου που έχουμε ξαναδεί.

Αλλά όσο ο λαός παραμένει θεατής, θα είναι καταδικασμένος να παρακολουθεί εκδοχές-φάρσες της λαοκρατίας να μετατρέπονται σε τραγωδία για τον ίδιο και τη ζωή του.

-.-.-

Παραμένοντας στην ίδια κατηγορία, θα σταθούμε σύντομα σε δύο κείμενα.
Το πρώτο είναι ενός ιστορικού που προσπαθεί να διερευνήσει τους λόγους για τους οποίους ο ΕΛΑΣ δεν μπήκε στην πρωτεύουσα, για να την καταλάβει και να φέρει προ τετελεσμένων την κυβέρνηση Παπανδρέου.

Ως προς το ερώτημα τα σενάρια είναι πολλά:
1.Το πιο τολμηρό σενάριο αναφέρει ότι η τότε ηγεσία του ΚΚΕ (π.χ. Σιάντος) είχε διαβρωθεί από τους Βρετανούς και  υπονόμευσε τον ΕΛΑΣ, τόσο τις κρίσιμες ημέρες του Οκτωβρίου, όσο και κατά τα Δεκεμβριανά. Η άποψη αυτή δεν μπορεί να σταθεί, καθώς δεν υπάρχουν καθόλου στοιχεία που να παραπέμπουν σε ενδεχόμενη προδοσία στο εσωτερικό του ΚΚΕ.
(...)
3.Ο ΕΛΑΣ δεν κινήθηκε προς κατάληψη της πρωτεύουσας γιατί ανέμενε άφιξη ισχυρών βρετανικών δυνάμεων και όχι τα μικρά τμήματα που κατέφθασαν τις πρώτες ημέρες. Στην άποψη αυτή συνηγορούν τόσο ο Εντυ Μάγερς, όσο και ο Νίκολας Χάμμοντ.
Η θέση αυτή των δύο Βρετανών έχει μια λογική βάση και πιθανώς να λειτούργησε αποτρεπτικά για την ηγεσία του ΕΛΑΣ. Βέβαια μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι η ηγεσία του ΕΛΑΣ δεν δίστασε να συγκρουστεί με τους Βρετανούς, τον Δεκέμβριο, όταν οι τελευταίοι είχαν ενισχυθεί περισσότερο.
4.Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ είχαν ως προτεραιότητα την εκκαθάριση της χώρας από τα Τάγματα Ασφαλείας και τους αντίπαλους αντάρτικους σχηματισμούς. Έπειτα η Αθήνα θα έπεφτε σαν «ώριμο φρούτο».
Πράγματι την περίοδο εκείνη δυνάμεις του ΕΛΑΣ προετοιμάζονταν για την σύγκρουση με τον ΕΔΕΣ στην Ήπειρο. Παράλληλα ο Άρης Βελουχιώτης το πρώτο δεκαπενθήμερο Σεπτεμβρίου,  εξόντωνε τις φρουρές των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Πελοπόννησο. Οι μεγάλες απώλειες των ανταρτών στις μάχες με τους ταγματασφαλίτες ήταν ένα δείγμα πως η ηγεσία του ΕΛΑΣ προσπαθούσε να επικρατήσει στρατιωτικά πριν την άφιξη των Βρετανών στην Ελλάδα.

Η ουσία πάντως βρίσκεται στη δεύτερη εκδοχή που διερευνά (και άφησα επίτηδες για το τέλος). Το ΕΑΜ έμεινε πιστό στη Συμφωνία της Καζέρτας που είχε υπογράψει στις 26 Σεπτεμβρίου 1944. Με τη συμφωνία αυτή η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου και οι Βρετανοί δέσμευσαν όλους τους ανταρτικούς σχηματισμούς (ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ) ότι θα παρέμεναν στις θέσεις τους, μέχρι την άφιξη βρετανικών στρατιωτικών τμημάτων και δεν θα επιχειρούσαν (ουσιαστικά ο ΕΛΑΣ) κατάληψη της εξουσίας.

Αυτόν τον ισχυρισμό όμως –μας λέει ο ιστορικός- μπορούμε εύκολα να τον ανατρέψουμε, γιατί... η Συμφωνία της Καζέρτας δεν εμπόδισε τον ΕΛΑΣ να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο της Θεσσαλονίκης και άλλων αστικών κέντρων. Παράλληλα ενίσχυε τον ΕΛΑΣ Αθήνας με οπλισμό από το βουνό.  Ο Γιάννης Ιωαννίδης, από τα πλέον σημαίνοντα στελέχη του ΚΚΕ, υποστήριξε ότι η Συμφωνία της Καζέρτας «αποκοίμιζε» την κυβέρνηση Παπανδρέου, προκειμένου να οργανωθεί ο ΕΛΑΣ καλύτερα και να πολεμήσει στην Αθήνα από θέση ισχύος. Το ίδιο, ουσιαστικά, υποστήριξε και ο Ανδρέας Τζήμας, μέλος του Π.Γ. του ΚΚΕ.

Είναι λογικό ο συγκεκριμένος ιστορικός να διέπεται από τις δικές του σκοπιμότητες. Αλλά το πιο εκπληκτικό, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι ακόμα κι αστοί μελετητές, δυσκολεύονται να πιστέψουν και να πάρουν ως δεδομένη την καλή θέληση της Εαμικής πλευράς απέναντι στους Συμμάχους και την ειλικρίνειά της στην τήρηση των συμφωνιών που υπέγραφε. Κάτι που όπως λέει και ένα γνωστό τσιτάτο, ήταν κάτι περισσότερο από έγκλημα. Ήταν λάθος


Το δεύτερο είναι ένα κείμενο του μέλους της ΚΕ του Σύριζα, Πάνου Τριγάζη, για τα μαθήματα μη βίας που προσφέρει η Αντίσταση, η οποία δεν ήταν μόνο το ένοπλο κομμάτι της κι αυτό προφανώς την κατατάσσει πλάι σε άλλα μη βίαια κινήματα, όπως του Γκάντι.

Με άλλα λόγια, η εποποιία της Εθνικής Αντίστασης και η απελευθέρωση της Αθήνας αποδεικνύουν περίτρανα ότι μαζικοί λαϊκοί αγώνες μπορεί να είναι νικηφόροι και υπό κατοχή, κάτι που έχει αποδείξει στις μέρες μας και η Ιντιφάντα -ιδιαίτερα η πρώτη- στην κατεχόμενη Παλαιστίνη. Τόσο η ελληνική όσο και η διεθνής εμπειρία επιβεβαιώνει την αλήθεια ότι η μη βία μπορεί να είναι επαναστατική.
Ας θυμηθούμε ότι κινήματα μη βίας και πολιτικής ανυπακοής (civil disobedience) αναπτύχθηκαν σε διάφορες ιστορικές περιόδους, με κορυφαίο σύμβολο πολιτικής ανυπακοής την Αντιγόνη, από την αρχαιότητα, ενώ στη διάρκεια του 20ού αιώνα σε τέτοια κινήματα πρωταγωνίστησαν μεγάλες προσωπικότητες, όπως ο Γκάντι, ο Ράσελ, ο Αϊνστάιν και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.


Ε, τι να πεις, τι να τραγουδήσεις, μετά από αυτό...

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Εισαγωγή στον τρίτο τόμο του δοκιμίου

Πρέπει να το είχα αναφέρει και σε μια παλιότερη ανάρτηση πως η καλύτερη εισαγωγή για το θέμα και την περίοδο που εξετάζει ο τρίτος τόμος του δοκιμίου ιστορίας του κόμματος είναι το δεύτερο μέρος της βιογραφίας του χαρίλαου από το θεοχαράτο· το οποίο πιάνει χοντρικά την ίδια περίοδο, από το 73’ ως το 93’, που ο φλωράκης έπαψε να είναι βουλευτής, και αποτελεί κατά τον χαρίλαο τη μεγαλύτερη πολιτική ομιλία του. Ένα πολιτικό μανιφέστο, το οποίο κατά μείζονα λόγο δεν αποτελεί ιστορία –αν και έχει και τέτοιο χαρακτήρα- καταλήγοντας έτσι να έχει (κι αυτό) μορφή δοκιμίου, όπως σημειώνει ο θεοχαράτος. Ο οποίος στον πρόλογό του συμπληρώνει ότι φέρει αποκλειστικά την ευθύνη για τα σημεία όπου δεν είναι ικανοποιητική η προσέγγιση, ενώ για όσα κατορθώνει να πει τα πράγματα με το όνομά τους, η εύφημη μνεία ανήκει στον φλωράκη.



Ήδη από την εισαγωγή πάντως, ο αναγνώστης σκοντάφτει σε κάποια σημεία, όπου καλείται να μαντέψει αν αποτυπώνουν την πολιτική σκέψη του χαρίλαου ή απηχούν τις απόψεις του συγγραφέα. Γράφει κάπου πχ ο θεοχαράτος πως ούτε η μεταπολίτευση του 74’ ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες του ελληνικού λαού, ούτε η μεταπολίτευση της μεταπολίτευσης του 81’ έφερε την αλλαγή, δηλ την εθνική κυριαρχία και τη διεύρυνση της πολιτικής δημοκρατίας προς την κοινωνία και την οικονομία. Κάτι χειρότερο: η μεταπολίτευσης της μεταπολίτευσης δυσφήμησε τις έννοιες και του σοσιαλισμού και της αλλαγής.
Και σε ένα άλλο σημείο εκτιμά πως θα ήταν αυτοκτονία για το κκε να πάει ενάντια στο ρεύμα και να μη συμπορευτεί με το πασόκ.

Υπ’ όψιν πως ο θεοχαράτος δεν ήταν κάποιος (έντιμος έστω, καλός) πασόκος αλλά σταθερός οπαδός του κουκουέ, με τις δικές του ιδέες και τις αντιφάσεις του, που καταγγέλλει τον εγχώριο δικομματισμό ως κατ’ ουσίαν μονοκομματισμό και την πολιτική μετάλλαξη του πασόκ. Αναφέρει μάλιστα και ένα διάλογο που είχε ο φλωράκης με τον παπανδρέου το βράδυ των εκλογών του 81’, όταν τηλεφώνησε ο χαρίλαος στον ανδρέα να τον συγχαρεί για το αποτέλεσμα και αυτός του απάντησε πως θα τον φώναζε την επομένη να μιλήσουν για την κυβέρνηση. Τελικά η επόμενή τους επαφή ήρθε μόλις έξι μήνες αργότερα, με τον παπανδρέου να καλεί ενοχλημένος το φλωράκη για μια δήλωση που έκανε στη θεσσαλονίκη, όπου στην ερώτηση (πρασινοφρουρού) δημοσιογράφου για το αν βλέπει αλλαγή, του απάντησε χωρίς περιστροφές: αλλαγές βλέπω, αλλαγή δε βλέπω

Κι έτσι να τη πάλι μπροστά μας η αλλαγή. Που βρισκόταν και στον προγραμματικό λόγο του κκε της εποχής, ως πραγματική αλλαγή ή αλλαγή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό και πιο πριν στον πολιτικό λόγο της εδα, ως εθνική δημοκρατική αλλαγή κι ως εναλλακτική πιθανή ανάλυση του αρκτικόλεξου στον τίτλο της.
Τα ερωτήματα λοιπόν παραμένουν. Διερμηνεύει σωστά την πολιτική σκέψη του χαρίλαου στο σύνολό της ο συγγραφέας; Η αλλαγή ήταν τακτικό σύνθημα που απευθυνόταν στις μάζες η πολιτικός στόχος του κόμματος; Και το πασόκ την πρόδωσε ή μήπως τελικά εξέφρασε την ουσία και τα όριά της;

Μπορούμε να θέσουμε τον ίδιο προβληματισμό και σε διαφορετική ιστορική κλίμακα, για να γίνουν κάποιοι παραλληλισμοί. Αν το πασόκ λεηλάτησε τη βάση και τα συνθήματα της αριστεράς, και κατά βάση τους παλιούς εαμίτες, βάζοντας τέλος στην κυριαρχία της δεξιάς και του παρακράτους, δηλ των νικητών του εμφυλίου, μπορούμε να ισχυριστούμε πως εξέφρασε ως ένα βαθμό και την πολιτική του εαμ; Πως η αλλαγή ήταν η επικαιροποίηση και μεταφορά του εαμικού συνθήματος της λαοκρατίας στα δεδομένα της δεκαετίας με τις βάτες; Κι ότι ο εκφυλισμός της ήταν μια εκ των υστέρων κρίση της ιστορίας για τους κινδύνος και τις αντιφάσεις που υπήρχαν στην πολιτική και τη στρατηγική του εαμ;

Για να προλάβω τυχόν αντιδράσεις, τα παραπάνω ερωτήματα δεν υπονοούν ότι το πασόκ αποτέλεσε την ιστορική συνέχεια του εαμ –όπως θέλησαν να το παρουσιάσουν οι πασόκοι, προσπαθώντας να το καπηλευτούν και να δανειστούν τη λάμψη του- ή αντιστρόφως πως το εαμ κατά βάθος ήταν και λίγο πασόκ, επειδή είχε ρεφορμιστικές αυταπάτες. Τα αναφέρω κυρίως για να δείξω πόσο πιο έμπειρο και ώριμο ήταν το αστικό μπλοκ για να σπεκουλάρει και να αξιοποιήσει τις δικές μας αντιφάσεις.

Το 45’ οι αστοί νίκησαν με τη δύναμη των όπλων, με φωτιά και τσεκούρι όπως γράφει κι ο αβέρωφ, μόνο που ήταν αγγλοσαξονικής προέλευσης. Οι άγγλοι κι ο παλιός πολιτικός κόσμος παρουσιάστηκαν ως σύμμαχοι στο πλαίσιο της εθνικής ενότητας και της διεθνούς, αντιφασιστικής συμμαχίας και όχι επειδή προέκυπτε κάτι τέτοιο από τις πράξεις τους και την πολιτική τους. Και ο παπανδρέου ο παπατζής (ο α’) μόλις που σκέπαζε την ανοιχτά εχθρική στάση τους προς το εαμ, για να τεθεί επικεφαλής της κυβέρνησης και να αφοπλίσει τον ελας και το λαϊκό κίνημα –χρειάστηκε να μεσολαβήσει βέβαια κι η σύγκρουση του δεκέμβρη. Και τη μέρα της άφιξής του στην ελλάδα το 44’, αναγκάστηκε κάτω από την πίεση του πλήθους να πει υποκριτικά το περίφημο «και εις τη λαοκρατίαν πιστεύουμε…», χωρίς να πείσει κανένα για την ειλικρίνειά του και τις πραγματικές του προθέσεις.

Στη δεκαετία με τις βάτες αντιθέτως, οι αστοί νίκησαν με τη σοσιαλδημοκρατία και τη δύναμη της λαϊκής ενσωμάτωσης, ενώ το κίνημα αφοπλίστηκε μόνο του ιδεολογικά και πολιτικά χωρίς να χρειαστεί καν να μεσολαβήσει κάποια σύγκρουση. Το πασόκ θεωρήθηκε σύμμαχος στη λογική του αθροίσματος των δημοκρατικών δυνάμεων εναντίον της δεξιάς αντίδρασης κι όχι στα πλαίσια κάποιου εθνικού αντιφασιστικού αγώνα. Κι ο παπαναδρέου ο β’ διακήρυξε αυτοβούλως μια δική του σύγχρονη 'πίστη' στη λαοκρατία ως ιδανικό, παραπλανώντας όσους πίστεψαν πως το πίστευε ειλικρινά. Παράλληλα, αυτός ο παπατζής κατάφερε να παίξει άριστα το φιλοσοβιετικό χαρτί, έχοντας βέβαια να αντιμετωπίσει και μια διαφορετική σοβιετική ένωση, που ευνοούσε ανοιχτά τις σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις στη δύση.

Είναι πολύ αποκαλυπτική σχετικά με αυτό μια αποστροφή του ανδρέα που μεταφέρει ο θεοχαράτος στην εισαγωγή του βιβλίου του, από μια επίσκεψη του τελευταίου στο σπίτι αθηναίου εκδότη και τη συνομιλία του με κάποιους δημοσιογράφους:
«Στην Ελλάδα υπάρχει μια παραδοσιακή Δεξιά που έχει σχέσεις με τη Δύση και ειδικά με την Ουάσιγκτον και μια παραδοσιακή Αριστερά που έχει σχέσεις με την Ανατολική Ευρώπη και ειδικά με τη Μόσχα. Οποιοδήποτε νέο κόμμα, λοιπόν, φιλοδοξεί να κατακτήσει και να διατηρήσει την «εξουσία», οφείλει να υπερκεράσει τη Δεξιά μέσω της Ουάσιγκτον και την Αριστερά μέσω της Μόσχας»

Είναι εντυπωσιακό πάντως, σε κάθε περίπτωση, πώς κατάφερε να παρουσιαστεί ως φιλοσοβιετικός και οπαδός του κινήματος των αδεσμεύτων ένας αμερικανοτραφής πολιτικός της πλήρους εμπιστοσύνης της ουάσιγκτον· και ως συνεχιστής του εαμ ένας «άκαπνος» πολιτικός, που βρισκόταν στο εξωτερικό την εποχή του μεγάλου έπους της αντίστασης και της ηρωικής δεκαετίας του 40’.

Αν θέλουμε βέβαια να συνεχίσουμε τον παραλληλισμό, θα μπορούσαμε να προεκτείνουμε τους ιντριγκαδόρικους συνειρμούς στις διαπραγματεύσεις για την οικουμενική και την κυβέρνηση εθνικής ενότητας αντιστοίχως. Κι αν το εύκολο και προφανές συμπέρασμα είναι πως πρόκειται για κακές συμφωνίες, όπου πιθανότατα δεν έπρεπε καν να μπλέξουμε σε διαπραγμάτευση, υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος που λέει πως ούτως ή άλλως μας την είχαν στημένη και στις δυο περιπτώσεις. Σαφώς και ήθελαν να μας στριμώξουν στην εκάστοτε κυβέρνηση με τους δικούς τους όρους, αλλά θα είχαν ανοιχτό μέτωπο εναντίον μας, ανεξαρτήτως κατάληξης.

Το θέμα λοιπόν δεν είναι ούτε οι παπατζήδες, ούτε η στάση των σοβιετικών, αλλά οι δικές μας ευθύνες κι αδυναμίες. Αυτήν ακριβώς την έννοια έχει η κριτική εξέταση της εποχής και ο όρος «αποκατάσταση του επαναστατικού χαρακτήρα του κόμματος», που είχε δεχτεί καίρια πλήγματα τα προηγούμενα χρόνια, πριν αναλάβει δηλ γραμματέας ο –κρατούμενος στις φυλακές- φλωράκης. Ο οποίος μάλιστα είχε σημαντική πολιτική συμβολή σε αυτή την αποκατάσταση. Όπως σημείωνε και η αλέκα στον πρόλογο του βιβλίου του θεοχαράτου, ο καπετάνιος (γιώτης) στις φουρτούνες φάνηκε. Ο φλωράκης είχε σχεδόν προβλέψει μάλιστα, με το γνωστό θυμόσοφο πνεύμα του, το θόρυβο και τους όψιμους πολιτικούς θαυμαστές του, που εξανίστανται για την «αποκαθήλωσή» του απ’ το σύγχρονο κουκουέ, όταν έλεγε: παινεύουν τους νεκρούς κομμουνιστές, για να θάψουν τους ζωντανούς… Αυτούς που ξέχασαν να πεθάνουν, για να θυμηθούμε και το ριζοσπάστη διανοητή ζίζεκ.

Υπάρχει μία ακόμα τελευταία παράμετρος που θα ήθελα να συμπεριλάβω σε αυτή την εισαγωγή. Σε κάποιες παλιότερες συνεντεύξεις της ως γγ η αλέκα είχε αφήσει να εννοηθεί πως η συγγραφή του γ’ τόμου θα καθυστερούσε κάπως, γιατί πρέπει να την αναλάβουν οι επόμενες γενιές, που δε θα έχουν ζήσει τα γεγονότα από πρώτο χέρι και θα τα εξετάσουν με την απαραίτητη αποσταασιοποίηση.

Από την άλλη ωστόσο είναι πολύ σημαντικό –και θα αναλύσουμε και σε επόμενες αναρτήσεις τους λόγους- να καταγραφούν οι μαρτυρίες στελεχών και μελών που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στα γεγονότα της περιόδου, στο πλαίσιο της προετοιμασίας της συγγραφής του τόμου και ως βοηθητικό, προπαρασκευαστικό υλικό για τη σχετική συζήτηση. Πρέπει δηλαδή να γράψουν κείμενα, μαρτυρίες, βιβλία και μάλιστα πολλά, για φωτίσουν πτυχές, να δώσουν τροφή για σκέψη και προβληματισμό, προτού καταλήξει συλλογικά το κόμμα στην επεξεργασία και την τελική μορφή του τόμου. Και αυτό αφορά πρωτίστως κορυφαία στελέχη, όπως η ίδια η αλέκα κι άλλα στελέχη της γενιάς της.


Με αυτή την παρατήρηση κλείνω την εισαγωγή, κρατώντας κάβα κάποιες σκέψεις για τα επόμενα κείμενα.

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Πλατεία Μπελογιάννη

Ξέβρασε η τσούλα η (εναλλακτική) ιστορία ότι νικήσαμε

Πρόκειται για μυθιστόρημα εναλλακτικής ιστορίας. Πώς θα ήταν η ελλάδα αν είχε νικήσει ο δημοκρατικός στρατός στο δεύτερο αντάρτικο; Το ίδιο θέμα είχε απασχολήσει το δημήτρη φύσσα, αλλά από την ακριβώς αντίθετη σκοπιά, στο δικό του βιβλίο, πλατεία λένιν, πρώην συντάγματος.


Το βιβλίο του αλεξάτου είναι στην ουσία μια απάντηση στο βιβλίο του φύσσα. Ο ένας αναφέρεται στην μετονομασμένη ομόνοια κι ο άλλος στο σύνταγμα που καταπατήθηκε (η ομόνοια να δεις). Η πρόθεση του αλεξάτου γίνεται φανερή από τον τίτλο ακόμα. Σε κάποιο σημείο μάλιστα, αφήνει στην άκρη τα προσχήματα και βάζει τους ήρωές του να αναφερθούν ευθέως στο βιβλίο του φύσσα και το ξεχέζει κανονικά (και καλά κάνει δηλ).

-Δεν ξέρω αν το πήρατε χαμπάρι, αλλά πριν από καιρό κυκλοφόρησε κάτι τέτοιο. Κάποιου τύπου που ήταν στην επον μετά την επανένωση (οι όροι δεν αντιστοιχούν στη δική μας ιστορική πραγματικότητα αλλά στην πλοκή του βιβλίου). Δεν ξέρω αν ήταν κατόπιν στο κόμμα. Αλλά και να ήταν, μάλλον νεοπασόκος θα είναι τώρα. Το πολύ-πολύ με τους εναλλακτικούς.
-Λες για το πλατεία μαρξ, πρώην βικτορίας, είπε η σοφία.


Το πιάσατε το υπονοούμενο.. Τώρα αρχίζει το νόημα.
Εκεί που έχει γέλιο το βιβλίο είναι στις ιστορικές ανακρίβειες. Όταν γράφεις εναλλακτική ιστορία, αναφέρεσαι μέχρι ενός σημείου σε πραγματικά γεγονότα και με βάση αυτά πλάθεις την υπόθεση. Για να το κάνεις, πρέπει να ξέρεις ιστορία.
Κι αφού αναφέρει τις παραχαράξεις για το μαλτέζο και το αρχείο του μαρξισμού, καταπιάνεται με το κόλλημά του για τον καζαντζίδη, που ο φύσσας τον είπε ελαφρολαϊκό.

Η όλη στιχομυθία πάντως, ξεκινά από ένα βαθύ αίσθημα αυτογνωσίας.
Κι εγώ τα έχω σκεφτεί αυτά, αλλά με τα αν δε μπορεί παρά να πέσεις στη μεταφυσική. Το πολύ να γράψεις κάνα μυθιστόρημα εναλλακτικής ιστορίας. Ενδιαφέρον. Το κρατάμε για τη συνέχεια.

Αμφότεροι γεννήθηκαν την χρονιά που έγινε το εικοστό συνέδριο (56’). Αλλά το βασικό κοινό που έχουν είναι ένα σύντομο πέρασμα από τις γραμμές του κόμματος (ή της νεολαίας στην περίπτωση του φύσσα). Κι ένας σφοδρός έρωτας που κατέληξε αντεστραμμένη αγάπη για μια διεστραμμένη ιστορική νομοτέλεια που δεν υπάκουσε στις διαστροφές μας. Κανείς (μη κουκουές) βάρβαρος, ή έστω κάποιος που δε μετείχε της κουκουέ μόρφωσης για ένα μικρό χρονικό διάστημα, δε θα είχε ασχοληθεί με αυτό το θέμα. Που απασχολεί κυρίως τους ίδιους και παρεμπιπτόντως το κοινό τους. Γράφουν βασικά για να πείσουν τον εαυτό τους και να δικαιώσουν τη θέση τους.

Αυτό είναι πολύ εμφανές σε όλο το βιβλίο. Ο αλεξάτος γράφει για να πάρει ιδεολογική ρεβάνς από το φύσσα και τους ομοϊδεάτες του. Για να εκδικηθούν τα όνειρα την πραγματικότητα κι η πολιτική του θέση, ως αλτουσεριανού, τα υπόλοιπα ιστορικά ρεύματα της αριστεράς. Αλλά αφού τα νικήσει ιδεολογικά, τα αφήνει μες στο κόμμα, το οποίο παραμένει ενιαίο, ένα σουρωτήρι πολιτικών φυλών που χωράει τους πάντες. Μία διάσπαση δεν πρόλαβε μόνο η εναλλακτική διήγηση του αλεξάτου, αυτή με τους τροτσκιστές. Αλλά στην πορεία φροντίζει να γεφυρώσει κι αυτό το χάσμα.

Η πλατεία μπελογιάννη είναι ένα παραμύθι βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα. Είναι μια (παρα)μυθική εναλλακτική ιστορία, μια τρόπον τινά μυθιστορία, αλλά δεν είναι μυθιστόρημα, γιατί έχει πολύ αδύναμη μυθοπλασία. Με σουρεάλ διαλόγους, όπως αυτόν μεταξύ του άρη και της λαοκρατίας (οι δυο βασικοί ήρωες) που συναντιούνται μετά από τριάντα χρόνια κι αντί να πουν τα δικά τους (έχουμε καιρό για αυτά, αργότερα) αναλύουν την πολιτική κατάσταση της ελλάδας και τις αποφάσεις των συνεδρίων του κόμματος! Και δεν είναι από αμηχανία, επειδή είχαν να βρεθούν πολύ καιρό. Όπως βλέπεις καμιά φορά φίλους που αρχίζουν να μιλάνε για μπάλα και ν’ αλλάζουν αναγνωριστικές μπαλιές μέχρι να ξαναβρούν το κομμένο νήμα της επαφής. Αυτοί εδώ το κάνουν συνειδητά, και δε λένε τίποτα άλλο.

Μία πρόζα με μακροπερίοδους, εναλλασσόμενους μονολόγους, όπου ο ένας συμπληρώνει τον άλλο, σαν τα ανίψια του ντόναλντ ντακ, κι όλοι μαζί τη σκέψη του συγγραφέα, που αντί για τους χαρακτήρες, μας περιγράφει στην ουσία τον εαυτό του και την ιδεολογία του. Ένα κείμενο που σου δίνει την εντύπωση ότι γράφτηκε ολόκληρο σε πλάγιο λόγο. Σαν τα πλάγια μέσα που χρησιμοποιεί ο αλεξάτος για να προβάλλει ως ιδεολογικά ηγεμονεύουσες τις ευρωμαοϊκά παρεκκλίνουσες θέσεις του και το πλάγιο ως ορθό.

Με σχεδόν ψεύτικους, μονοδιάστατους χαρακτήρες που υπάρχουν απλώς για να αφηγούνται τα γεγονότα και να δικαιώνουν τις απόψεις του αλεξάτου για την οικογένεια και τις έμφυλες σχέσεις (όπως η αμφιφυλόφιλη επονίτισσα λαοκρατία, που κάνει κι από κάνα τσιγαράκι με την αναρχική κόρη της). Οι χαρακτήρες μένουν σα μαριονέτες στα χέρια του συγγραφέα που μιλάει μέσω αυτών σαν εγκαστρίμυθος, χωρίς καμία άλλη διαμεσολάβηση με αισθητική αξία. Η εγκαστριμυθοπλασία υποκαθιστά την ωσεί παρούσα μυθοπλασία.

Η πιο αφυδατωμένη εκδοχή (αν όχι καρικατούρα) του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Που δεν είναι καν ρεαλισμός, αλλά μια βασικά ιδεολογική κατασκευή (το απωθημένο του αλτουσεριανού). Κι ακόμα και το σοσιαλιστική παίζεται, γιατί πρόκειται για ένα λαοκρατικό καθεστώς που εξαλείφει με χαρακτηριστική, βουλησιαρχική ευκολία όλες τις αντιθέσεις (χειρωνακτική-πνευματική εργασία) κι οδεύει ταχύτατα προς τον κομμουνισμό (σε μία χώρα, καθώς είναι η μόνη όπου αποτράπηκε η αντεπανάσταση την περίοδο 89-91). Ο θηλυκός μου γονιός, που δεν πρόλαβε συσπειρωσάδες στον καιρό του και το διάβασε ανυποψίαστη, στο τέλος μου είπε «καλά τα λέει, αλλά γίνονται»;

Δεν έχουμε το συναρπαστικό ειρμό του ραφαηλίδη, που τρέχει απ’ το ένα στο άλλο, ταξιδεύει σε χίλια θέματα και μέσα από ζιγκ-ζαγκ και παρενθέσεις (σε) επιστρέφει στο ίδιο σημείο αλλά σε ένα ανώτερο επίπεδο, με έναν πλούτο γνώσεων (ως) κέρδος από τη διαδρομή.

Δεν είναι η αιρετική τρυφερότητα του τροτσκιστή ραφαηλίδη που βγάζει το στάλιν «αναθεωρητή» γιατί εφάρμοσε δημιουργικά το μαρξισμό στην εποχή του και μας άφησε πίσω να αναρωτιόμαστε αν τον στρέβλωσε ή τον ανάπτυξε.

Δεν είναι καν η τρυφερή ματιά του σκηνοθέτη του goodbye lenin που είδε με τα μάτια της ψυχής του τη ddr και τη ζωγράφισε στο πανί όπως θα ήθελε να ήταν. Άφησε όμως την ιστορία του να μας μιλήσει για την Ιστορία. Και στο τέλος της ιστορίας (με κεφαλαίο και μικρό μαζί) αποχαιρετά τη μαμά-πατρίδα, όπως κάνει με τη δική του μητέρα ο πρωταγωνιστής της ταινίας.

Απ’ όλα αυτά ο αλεξάτος κράτησε το ρεαλισμό των φτιαχτών ρεπορτάζ του άλεξ για τη συνταγή της κόκα κόλα και το διάγγελμα του προέδρου κοσμοναύτη, μαζί με μπόλικες ιστορικές γνώσεις (αυτό δε γίνεται να μην του το αναγνωρίσεις). Μας παρουσιάζει με τα μάτια της οργάνωσής του πώς θα (ήθελε να) ήταν τα πράγματα. Στο τέλος του βιβλίου, αντί για συγκίνηση, νιώθεις ότι έχεις διαβάσει προγραμματικές θέσεις και σου έρχεται απλώς να ψηφίσεις υπέρ ή κατά (αν βρείτε ένα λευκό στην καταμέτρηση, δικό μου θα ‘ναι).

Θα μπορούσε να είναι οι θέσεις της αραν για το σοσιαλισμό. Κάπως εκλαϊκευμένες, δε λέω, αλλά αυτό δεν είναι λογοτεχνία. Τέτοιο συνδυασμό (πολιτικής και τέχνης) μόνο ο σάββας κι η οακκε τον έχουν πετύχει έως τώρα. Και κάποιοι ρήτορες στα αμφιθέατρα, που όταν αναλύουν το πλαίσιό τους, είναι σα να ραπάρουν.

Αυτό που μένει είναι ένα αντιδιαλεκτικό παραμύθι εναλλακτικής ιστορίας που ιντριγκάρει το φαντασιακό μας (με τα αν δε μπορεί παρά να πέσεις στη μεταφυσική). Ένα παραμύθι χωρίς ρεαλισμό, δυνατές αλληγορίες και τις αρετές ενός μυθιστορήματος, που σέβεται όμως τους μύθους του κινήματος και τους αποτίνει φόρο τιμής.
Τυλίγει με τρυφερότητα την ελλάδα και τους αγωνιστές της αριστεράς που άξιζαν καλύτερη τύχη (και την είχαν στα χέρια τους, αλλά την κλότσησαν). Ό,τι δε μπορεί να αγκαλιάσει όμως, το βάζει στην ιδεολογική κλίνη του προκρούστη και το φέρνει στα μέτρα του.

Δείχνει έναν ζαχαριάδη σε αλτουσεριανό κοστούμι που ασκεί μαοϊκή κριτική στους σοβιετικούς και προχωρά σε αποσταλινοποίηση από τα αριστερά, με ολίγη από κίνημα των αδεσμεύτων και γιουγκοσλάβικο μοντέλο με αυτοδιαχείριση.
Ένα αγαπησιάρικο κουκουέ που αγκαλιάζει όλες τις τάσεις (τρότσκες και μαοϊκούς, αναθεωρητές και μπρεζνιεφικούς) με ενότητα τύπου παλιάς εδά, ή τύπου ανταρσύα, κι ιδεολογική ηγεμονία των παριζιάνων (αλτουσεριανοί). Μια ντριμ τιμ της αριστεράς, που χωράει το μίσσιο και τον καρούζο, την έλλη παππά, ως και τον πολύδωρο δανιηλίδη. Με άλλα λόγια ένα κουκουέ που δεν είναι κουκουέ.
Τους κουκουέδες πολλοί αγάπησαν, το κουκουέ ουδείς.

Κάπου μάλιστα αναφέρει και την ενάντια, ως οργάνωση της αντιφασιστικής ενότητας. Το πιάσατε κι αυτό το υπονοούμενο, έτσι; Εξάλλου υπήρξε κι υποψήφιος της. Δυστυχώς έγραψε το βιβλίο μες στο 08’ και δεν πρόλαβε την ανταρσύα, το ώριμο τέκνο του δεκέμβρη, για να την χώσει κι αυτήν κάπου.

Αυτή η επιλεκτική τρυφερότητα καταλήγει να αποπνέει κατά διαστήματα μια ξινίλα επιπέδου μπλόγκερ. Θα μου πεις, μην κρίνεις εξ ιδίων τα αλλότρια. Σωστό. Ακριβώς γι’ αυτό όμως, ένεκα των εξ ιδίων, πιστεύω ότι μπορώ να το αναγνωρίσω και στους υπόλοιπους, όταν το κάνουν.

Θεωρώ ενδεικτικό ένα παράδειγμα που δεν αφορά την πολιτική (όπου ο πρώτος αμερόληπτος το λίθο βαλέτω) αλλά τα αθλητικά. Σε κάποιο σημείο η λαοκρατία –που σπουδάζει στη θεσσαλονίκη- περιγράφει το πρωτάθλημα ποδοσφαίρου της λδ του βορρά.

Φυσικά το ποδόσφαιρο ήταν το πιο δημοφιλές άθλημα. Οι ομάδες που κέρδιζαν τα περισσότερα πρωταθλήματα ήταν ο παοκ, που είχαν ιδρύσει προπολεμικά πρόσφυγες και η κόκκινη σημαία, η ομάδα του δσε. Στα πρωταθλήματα της α’ εθνικής κατηγορίας συμμετείχαν επίσης ο εργατικός αστέρας της γσεε, ο ηρακλής, η παλιότερη ομάδα της θεσσαλονίκης που συνδεόταν με τον δήμο, κι ο σπάρτακος καλαμαριάς. Απ’ τις επαρχιακές ομάδες ξεχώριζαν...

Και μας αραδιάζει μερικά φανταστικά ονόματα. Παρτιζάν ξάνθης, πόμπεντα φλώρινας, πας γιάννινα (προλεταριακός αθλητικός σύνδεσμος) κ.ά.
Ο άρης δεν υπάρχει πουθενά! Ξύθηκε απλώς από τη φωτογραφία. Χυδαίο, αντι-αρειανό μένος που παραπέμπει σε ωμό αντικομουνισμό.

Σε κάποιο άλλο σημείο αναφέρει τις μεγάλες συναυλίες (του μίκη αν θυμάμαι καλά) στο λαϊκό στάδιο τούμπας, που κράτησαν πέντε μέρες για να προλάβει να συρρεύσει όλος ο πληθυσμός της πόλης. Και μες σε πέντε μέρες τις παρακολούθησαν κάτι εκατοντάδες χιλιάδες (νομίζω πέντε)! Ούτε ο μπούζας στην χρυσή εποχή των σπορ του βορρά δε θα φούσκωνε τόσο τους αριθμούς.
Μα είναι συνδυασμός αυτός; Παοκ κι αλτουσέρ; Σαν τον τολιάτη;
Και σκότωσα για ένα εισιτήριο… (τη γυναίκα του κατά πάσα πιθανότητα)

Παρόλα αυτά αξίζει να (δοκιμάσετε να) το διαβάστε. Κι αν σας καθίσει καλά, να το πάτε και μέχρι τέλους. Αυτό που δεν αξίζει να διαβάσετε (αν και η αντιπαραβολή έχει ένα ενδιαφέρον) είναι το πλατεία λένιν, πρώην συντάγματος. Ο φύσσας γράφει χοντρές ανακρίβειες (αποκορύφωμα η καρικατούρα του ρίτσου που μας παρουσιάζει) με αυτάρεσκο τουπέ κι έχει την εντύπωση ότι μας δίνει την ελληνική εκδοχή του 1984.

Η βασική διαφορά είναι ότι δε διεκδικεί για λογαριασμό του κάποια ιδεολογική ηγεμονία κι έτσι καταφέρνει να συνασπίσει γύρω του όλο τον «αστικό κόσμο». Ενώ ο αλεξάτος έχει πολύ λιγότερες πιθανότητες να το καταφέρει με τους δικούς του, είτε στη ζωή, είτε σαν συγγραφέας. Κι αυτό δεν είναι μόνο δικό του λάθος.


Όλα αυτά με αφορμή τη σημερινή επέτειο της εκτέλεσης του μπελογιάννη και των συντρόφων του. Του χρόνου στα 60χρονα, θα πιάσουμε και την ταινία, ο άνθρωπος με το γαρίφαλο.

Περισσότερα για το βιβλίο μπορείτε να βρείτε στις ηλεκτρονικές σελίδες που ακολουθούν
http://www.youtube.com/watch?v=rl7e0a_jg8E
http://ashtonhar.blogspot.com/2010/03/blog-post_29.html
http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=577997

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

Για τη λαϊκή δημοκρατία

Οι από κούνια δεξιοί είχαν κάποτε το λαϊκό κόμμα και σήμερα τη λαϊκή δεξιά. Το λάος του καρατζαφέρη έχει το όνομα, αλά όχι την χάρη. Γι’ αυτό πρέπει να προφέρεται πάντα όπως κι η συμπαθής –πάλαι ποτέ- λδ στην χερσόνησο της ινδοκίνας. Οι πασόκοι κάνουν σήμερα πράξη το σύνθημά τους: πασοκ-λαός στην εξουσία για να αποτινάξουν το όποιο λαϊκό παρελθόν τους και τη ρετσινιά του λαϊκισμού από την χρυσή δεκαετία με τις βάτες.

Κι η αριστερά; Το κόμμα έβαλε ό,τι ουσιαστικό υπήρχε με το λαϊκός και κατοχύρωσε πνευματικά δικαιώματα. Λαϊκή ψήφο στη λαϊκή συσπείρωση για να στεριώσει η λαϊκή συμμαχία και το λαϊκό μέτωπο για λαϊκή εξουσία-λαϊκή οικονομία. Ζήτω το λαϊκό τραγούδι! Ένα με το λαό και τους αγώνες του αυτό το κόμμα. Που μπορεί να το λέγαμε και λαϊκό, αλλά μας πρόλαβαν οι δεξιοί.

Στο εσωτερικού και τις παραφυάδες του έβλεπαν πάντα το λαό αφ’ υψηλού. Και για το εξωκοινοβούλιο ο λαός είναι μια αταξική αφαίρεση που υποτάσσει τους εργάτες στους μικροαστούς. Αλλά το 90’ ένα κομμάτι τους με κουκουέ μόρφωση κατέβηκε στις εκλογές ως λαϊκή αντιπολίτευση. Ένα βήμα πίσω από την εργατική της κολοντάι κι ένα μπροστά από την τροτσκίζουσα αριστερή που πάνε να στήσουν τώρα.

Μπέρδεμα υπάρχει και σε άλλες χώρες. Στο λαϊκό κόμμα της ισπανίας βρίσκονται οι πολιτικοί απόγονοι του φράνκο που πολέμησε κάποτε ενάντια στο λαϊκό μέτωπο των κομμουνιστών και των αναρχικών με λίγο πασόκ της εποχής. Αλλά το λαϊκό μέτωπο της γειτονικής γαλλίας την ίδια εποχή ήταν πιο πασόκ και τήρησε ευμενή ουδετερότητα που βόλεψε τους ισπανούς φασίστες. Μύλος..

Η πικρή αλήθεια της ουνιδάδ ποπουλάρ (λαϊκή ενότητα) στην χιλή λέει ότι από στόμια βγαίνει η δύναμη κι όχι από στόματα. Αλλά στη σοβιετία βαυκαλιζόμασταν για το παλλαϊκό κράτος και το ειρηνικό πέρασμα. Και λίγο αργότερα για το σοσιαλισμό με αγορά. Που αν θες να την εκλαϊκεύσεις τη λες και λαϊκή αγορά. Με πάγκους, πραμάτειες και συντρόφους από τη λδ της κίνας και τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Και μαύρους πωλητές να συμβολίζουν τη μαύρη αγορά. Που για τους συμμάχους μας μπορεί να είναι η παραοικονομία και για εμάς κάτι άλλο στα πλαίσια της συμμαχίας.

Κι εμείς εδώ στα καθ’ ημάς; Εμπρός ελάς, ελάς, ελάς για την ελλάδα, το δίκιο και τη λευτεριά. Αλλά ξεχάσαμε να τους βάλουμε ταξικό πρόσημο και την πατήσαμε δύο φορές. Μία με τον παπατζή του και εις την λαοκρατίαν πιστεύουμε. Κι άλλη μία με το γιο του στη ρεβάνς της μεταπολίτευσης. Την πρώτη ως τραγωδία του δεκέμβρη και του δεύτερου αντάρτικου. Και τη δεύτερη με τη φάρσα της πασοκικής αλλαγής και των μη προνομιούχων.

Στην τελική όμως κες κεσέ λαοκρατία; Λαοκρατία κι όχι βασιλιά; Κι όχι μονοπώλια; Λαϊκή κυριαρχία; Ελεύθερο λαϊκό κράτος; Μα αυτά τα κορόιδευε ο μαρξ εκατόν πενήντα χρόνια πριν. Και ο αδερφός του χαλβατζή γιατί δεν τίμησε το όνομά του και βγήκε πασόκος λαοκράτης;

Τι σχέση έχει με τη λαϊκή εξουσία και με τις λαϊκές δημοκρατίες στην ανατολική ευρώπη; Τι παραπάνω είχε η τσεχοσλοβακία κι ήταν σ(οσιαλιστική)δ αντί για λδ; Γιατί δεν ήταν κι η ddr με το ίδιο σκεπτικό σοσιαλιστική; Και τι ακριβώς μπορεί να είναι μια λαοκρατική δημοκρατία (της γερμανίας και γενικώς);

Κι είναι κι ο σύντροφος με το μουστάκι που με μπερδεύει λίγο. Γιατί λέει ότι οι λδ ήταν τρόπος περάσματος στο σοσιαλισμό, σε αντίθεση με το σοβιετικό τρόπο περάσματος που ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου. Για το στάλιν η λαοκρατία δεν ήταν επ' ουδενί σοσιαλισμός. Αλλά ούτε η δικτατορία του προλεταριάτου ήταν. Κι απ’ όσο θυμάμαι την προδομένη επανάσταση κι ο τρότσκι το ίδιο πιστεύει.

Τότε όμως οι σύντροφοι ήταν γενικώς πολύ μπερδεμένοι. Κι ο στάλιν είχε μιλήσει μέχρι και για κράτος στον κομμουνισμό. Κι εγώ αναρωτιέμαι προβοκατόρικα. Αν στο σοσιαλισμό δεν υπάρχει δικτατορία μιας τάξης κι είναι όλες αδελφωμένες και σφιχταγκαλιασμένες, πού ακριβώς μας χαλάει το παλλαϊκό κράτος του μπρέζνιεφ; Και ποιος άνοιξε το δρόμο για να φτάσουμε ως εκεί;

Όλα αυτά είναι δική μας κληρονομιά και δεν απαρνούμαστε τίποτα. Κι αν εγώ μένω μίζερα μόνο στα στραβά δε σημαίνει πως έχει μόνο τέτοια. Η λαοκρατία είναι το κράτος του εργαζόμενου λαού –που λέει κι ο μάκης- που οργανώνεται σε ένα (είναι το) κόμμα για να πάρει την εξουσία και να αρχίσει να ορίζει τις τύχες του. Κι η λαϊκή εξουσία είναι το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο που μπορεί να καταλάβει χωρίς να τρομάξει με ό,τι συνειρμό του φέρνει στο νου ο σοσιαλισμός κι η σοβιετία.
Είτε είναι προπαγάνδα, είτε όχι.

Για να νικήσουμε όμως δεν αρκεί να μην τρομάξουμε τον κόσμο. Πρέπει να τον εμπνεύσουμε. Ο μαρξ έλεγε άλλωστε ότι το πρόβλημα του κράτους στο σοσιαλισμό μπορεί να απαντηθεί μόνο επιστημονικά και τη λύση του δεν την προσεγγίζουμε ούτε στο ελάχιστο, όσες φορές κι αν συνθέσουμε τη λέξη λαός με τη λέξη κράτος.

(Τα παιδιά του λαού συσπειρώνονται στην πουκουσού)

Κι έτσι φάγαμε το κυρίως μέρος με ιστορικές αναδρομές και θεωρίες. Και πρέπει τώρα να στριμώξω στον επίλογο μια απάντηση στο διαχρονικό ερώτημα: τι να κάνουμε; Λες και το βρήκαν άλλοι για να το πω κι εγώ.

Βάζω να παίξει η κασέτα (κάπου-κάπου μασάει):
Πρώτα να το πιάσουμε θεωρητικά. Να σώσουμε και το κμε που αργοπεθαίνει. Να δούμε τη σοβιετική πείρα με όρους πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού. Να ξαναδούμε το κράτος κι επανάσταση. Τα όριά του στην πράξη, τι δεν εφαρμόσαμε (γρου-γρου)... Να δούμε τον καπιταλισμό της εποχής μας (γρου-γρου)…

Και να δούμε και την πράξη. Να πιάσουμε τη συγκυρία χωρίς να γλιστρήσουμε πίσω της και να χάσουμε τον τελικό στόχο. Να δώσουμε όραμα στον κόσμο για να παλέψει. Να αναδείξουμε την προοπτική. Να δέσουμε την τακτική με τη στρατηγική μας. Δηλ τη λαϊκή εξουσία με τη λαϊκή εξουσία. Εντάξει, αυτό το πετύχαμε.

(γρου-γρου)

Να πατάμε στην πραγματικότητα για να μπορέσουμε να τη φέρουμε στα μέτρα μας. Και στα έτοιμα σχήματα της δυαδικής εξουσίας με τα σοβιέτ. Τα οποία προκύπτουν αυθόρμητα, αλλά πάνω στην κοπριά της δικής μας δουλειάς, που είναι πάντα επώδυνη, αλλά μπολιάζει το κίνημα με τις ιδέες μας και είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να ανθίσει.

(γρου-γρου)

Άργειε να 'ρθει εκείνη η μέρα κι ήταν όλα σκοτεινά.
Όποιος μένει όμως με σταυρωμένα χέρια, θα ανεβαίνει πάντα τον γολγοθά για να τον σταυρώσουν. Κι όταν έρθει η στιγμή της κρίσης και η βραδιά του (τρίτου γύρου, του) τελικού, μοιραία θα φανεί λίγος και κατώτερος της περίστασης.

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010

Το συνέδριο της νΚα

Όταν τα ποσοστά της (Κ)Α.G.B. βαίνουν μειούμενα κι ο κυρίαρχος λαός γουστάρει ίντριγκες και πάθη, δε μένει παρά να πιάσουμε το συνέδριο της νΚα. Το οποίο αρχίζει την παρασκευή, ανήμερα της επετείου του 20ού συνεδρίου το 56’ και της διαγραφής του ζαχαριάδη από την κε του κκε ένα χρόνο αργότερα. Αλλά και του πρώτου συνεδρίου της περεστρόικα το 86, που ο γκόρμπι το έβαλε ίδια ακριβώς μέρα με το εικοστό για να δείξει πού το πήγαινε. Σε όσους ήθελαν να το δούνε (ε, δεν ήταν και πολλοί τότε).

Όλα δείχνουν ότι το συνέδριο της νΚα δε μπορεί παρά να σηματοδοτήσει αντίστοιχες κοσμογονικές αλλαγές στο ιστορικό προτσές εκκινώντας τις διαδικασίες της αποχαριτακοποίησης. Σκηνικό στο οποίο κολλάνε μια χαρά οι σεκίτες, αλλά όχι κι ο μαχόμενος τροτσκισμός του σάββα.
Η κε του μπλοκ έχει έρθει πάντως σε συνεννόηση με το μήτσο απ’ το φυσικό για να δημοσιεύσει πριν απ’ το πριν και σε αποκλειστικότητα τη μυστική του έκθεση για την αναρχολατρία και τα εγκλήματα της τάσης του χαριτάκη.

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι κι η σημειολογία με το όραμα του γκόρμπι για το κοινό ευρωπαϊκό σπίτι των λαών (και του λαού ειδικότερα). Το κοινό σπίτι των φυλών του εξωκοινοβουλίου είναι μια ένωση όπου επικρατεί ο νόμος της ανισόμετρης ανάπτυξης των συνιστωσών. Η δυαδική εξουσία ναρ και σεκ είναι κάτι σαν το γαλλογερμανικό διευθυντήριο. Ο σάββας είναι η αγγλία που αρνείται να μπει στην ευρωζώνη της ανταρσύα, καταγγέλλει τη λυκοσυμμαχία και λοξοκοιτάζει προς τους αμερικάνους αναρχικούς. Κι η οκδε αποχώρησε γιατί ήθελε δεύτερο υποψήφιο και μεσογειακά προγράμματα στήριξης, αλλά δεν της τα δίναν (ούτε λαϊκά επιτροπάτα να μοίραζαν).
Εν τέλει επιβεβαιώνεται η θέση του λένιν που έλεγε ότι οι ενωμένες πολιτείες του εξωκοινοβουλίου θα είναι ή αντιδραστικές ή απραγματοποίητες.

Ο/η/το ανταρσύα είναι εκλογική συμμαχία αγνώστου γένους και λοιπών στοιχείων που πασπαλίστηκε με μπόλικο δεκέμβρη για να παρουσιαστεί ως ώριμο τέκνο της οργής του. Μια συμφωνία κορυφής που κλείστηκε από τα πάνω ερήμην μιας βάσης που δε συναντιέται καν μεταξύ της σε σημαντικούς κινηματικούς σταθμούς (πχ στη δεθ). Το χαριτακέικο έχει δίκιο να φωνάζει, αλλά το χάνει με την εμμονή του στα άσχημα ελληνικά και τις ολομελειακές, συνελευσιακές διαδικασίες.
Όπως λέει κι ο κομάντο όμως, σε τελική ανάλυση αυτοί είναι το ναρ που γνωρίσαμε. Αυτούς ξέρετε, αυτούς εμπιστεύεστε. Ή, κατά μια άλλη εκδοχή, γνώρισα τον άνθρωπο κι αγάπησα τα ζώα.

Η βασική αντίφαση της σοβαρής συνιστώσας είναι ότι οι κατεξοχήν σοβαροί μωραίνουν σε σημείο που να τους τη βγαίνουν οι ασόβαροι από τα κάτω και σοβαρά. Και πώς να μην το κάνουν όταν στο πρώτο φύλλο του τρίτου δρόμου του αλαβάνου και της κοε ο μπιτσάκης σερβίρει ξανά τη σούπα της παναριστεράς με άλλη διατύπωση (στόχος η συγκρότηση αριστερού μετώπου για το σοσιαλισμό).

Αν έκανε το κόμμα συμμαχία με τέτοια κριτήρια, θα μιλούσαν όλοι για κουκιά και καπέλωμα. Ενώ αυτό το θεωρούν βήμα υπέρβασης του σεχταρισμού και της λογικής του μικρομάγαζου. Στην ουσία είναι συνεταιρισμός μικρομάγαζων με βίαια κολεκτιβοποίηση κι εξόντωση των κουλάκων και του χαριτάκη ως τάξη.
Αυτοί οι τελευταίοι συγκροτούνται σε τάση για την προστασία τους και περιμένουν ταμπουρωμένοι τον αντίπαλο. Αν οι μπολσεβίκοι (μπολσεβίκοι με την αριθμητική έννοια) αγγίξουν έστω και μια τρίχα από την τάση τους θα γίνουν ήρωες και θα αρχίσουν να φωνάζουν για το αρχιπέλαγος γκουλάγκ και τις σταλινικές διαγραφές.
Προς το παρόν έχουν ασυλία κι η γραμμή του ρεύματος είναι: κουλάκοι πλουτίστε. Οι κεντριστές κρατάν γερά στο κρεβάτι του προκρούστη με τις αντίρροπες τάσεις και σε κάθε συνέδριο συρράπτουν τα ασυμμάζευτα.

Δύο πράγματα έχουν στο πρόγραμμα οι μπολσεβίκοι σχετικά με αυτή την κατάσταση.
Το ένα είναι να επανασυστήσουν σε επίπεδο νεολαίας το κεντρικό συμβούλιο το οποίο έχει να εκλεχθεί από συνέδριο κάτι χρόνια και έχει τα μισά και παραπάνω μέλη του διορισμένα με κοοπτάτσιες. Αυτό όμως για το χαριτακέικο θα είναι όργανο κλειστού τύπου, αιρετό κάθε δύο ή περισσότερα χρόνια, αλλά με κανένα τρόπο ανακλητό. Δεν ξέρω τι ακριβώς είναι τα όργανα ανοιχτού τύπου, αλλά το μόνο που λείπει από την πιο πάνω φράση είναι το τσερτρέτεν (τσαλαπατάω) το λαό που έβαζαν μαρξ και ένγκελς για το αστικό κοινοβούλιο. Ο ένγκελς έλεγε επίσης για το εκλογικό δικαίωμα ότι είναι μέτρο της ωριμότητας της εργατικής τάξης κι εδώ έρχεται γάντι για να μετρήσουμε την ανωριμότητα της τάσης και το γελοίο του πράγματος.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης το κσ της νΚα είναι σαν αυτό της εφεε. Αφού τόσα χρόνια υπολειτουργούσε χωρίς να λείψει σε κανέναν κι αφού όλα κρίνονται αμεσοδημοκρατικά στο κίνημα, σε τι ακριβώς χρησιμεύει; Δεν είναι παρά ένα όργανο κομματικής γραφειοκρατίας που βάζει (προσ)κόμματα στο κίνημα, τους ελευθεριακούς σκοπούς του και τις ολομελειακές συνελευσιακές διαδικασίες. Αν υφίστατο, να το συζητούσαμε. Απ’ τη στιγμή που δεν υπάρχει όμως γιατί να το επανασυστήσουμε; Ειδικά άμα δεν έχεις τους συσχετισμούς. Αν όμως τους είχαν, κάτι μου λέει ότι θα πήγαιναν με αρασίτικη γραμμή για το κσ.

Το δεύτερο είναι ότι εν όψει του συνεδρίου του ρεύματος σε ένα χρόνο, θέλουν να αποκτήσουν πρόγραμμα για τον κομμουνισμό του 21ου αιώνα, καταστατικό και οργανωτικές αρχές. Με άλλα λόγια είκοσι χρόνια αφότου ξεκίνησαν, κατάλαβαν ότι πρέπει να γίνουν οργάνωση και μάλιστα κομμουνιστική (φορέα της κομμουνιστικής απελευθέρωσης όπως το ονομάζουν). Ε, όχι. Σε λίγο θα μας πουν πως θα έχουν κι εσωοργανωτικό απόρρητο. Ποτέ δεν είναι αργά για τα αυτονόητα.

Το θέμα είναι πως τα αυτονοεί κανείς βέβαια. Οργανωτική αρχή πχ ήταν να γίνονται συνέδρια κάθε τρία χρόνια για να δείξουν πόσο γραφειοκράτες είναι εκεί στο κουκουέ που το κάνουν κάθε τέσσερα και τσερτρέτεν τη βάση. Αλλά μέχρι τώρα βγαίνει ένα κάθε δεκαετία (αυτή που διανύουμε μπορεί να βγουν και δύο). Τσακίρ κέφι.
Ένα άλλο ζήτημα είναι πόσο σαφείς θα είναι αυτές οι αρχές. Τώρα που οι χαριτάκηδες έγιναν τάση οι σοβαροί έβαλαν ζήτημα ότι κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από το καταστατικό. Ναι, αλλά δεν απαγορεύεται κιόλας, τους είπαν οι μενσεβίκοι. Τόμπολα!

Η ίδια σαφήνεια χαρακτηρίζει εν πολλοίς και τα ιδεολογικά ζητήματα. Στο θέμα της σοβιετίας πχ, που είναι κι η ευαίσθητη χορδή της κε του μπλοκ, αντί θέσεων έφτιαξαν μια επαναστατική σούπα με γνήσια αγωνιστικά υλικά. ¼ κλιφ που μιλάει για υπεραξία κι (επομένως ταξική) εκμετάλλευση. Μια κουταλιά αναρχία που βάζει το ζήτημα της διεύθυνσης και της αυτοδιαχείρισης ως πιο σημαντικό από το κριτήριο της ιδιοκτησίας και του κεντρικού σχεδιασμού. Και μια ιδέα κάππο για τη γεύση. Τα τρία μαζί ιδωμένα ευέλικτα είναι οι τρεις πηγές του ναρίτικου μαρξισμού και της ιδιότυπης θεωρίας τους περί ιδιότυπων εκμεταλλευτικών σχηματισμών. Από εκεί και πέρα καθένας αυτοσχεδιάζει και προσθέτει τα υλικά της αρεσκείας του.
Αν πεις πχ ότι η γραφειοκρατία είναι νομοτελής αντίφαση στη σοσιαλιστική κοινωνία κι όχι σοβιετική στρέβλωση μπορεί και να συμφωνήσουν, ανάλογα την περίπτωση. Αν τους πεις για εκφυλισμένο (παρόλα αυτά) εργατικό κράτος, επίσης.
Μέσα! Και εις την λαοκρατίαν πιστεύουμε…

Επειδή με τα ιδιότυπα μεταμοντέρνα ρεύματα, σταματάει το μυαλό του ανθρώπου, οι ορθόδοξοι βάζουν μπρος τη λειτουργία θεωρητικών ομίλων (νομίζω υπάρχει ήδη όμιλος μελέτης του κεφαλαίου με τον μηνακάκη) και καθήκον του μαρξιστικού διαφωτισμού.
Δεν ξέρω αν αυτός είναι ο λόγος που το χαριτακέικο λέει ότι ο μαρξισμός έχει κοινά στοιχεία με το διαφωτισμό και τις αστικές θεωρίες. Πάντως τους ομίλους μελέτης δεν τους πολυθέλουν, φαντάζομαι με το σκεπτικό ότι άμα αρχίσουμε τις θεωρίες, πηγαίνει πίσω το κίνημα.
Τις προάλλες ήμουν σε μια κατά αντιπαράσταση παρουσίαση των δύο κειμένων, όπου μια κεχαριτ(ακ)ωμένη από την πλατφόρμα που στο μυαλό μου έχει τίτλο, τα ανοιχτά όργανα κι οι εχθροί τους, αφού μας έδειξε σε πόση εκτίμηση έχει τους ομίλους θεωρίας, έπιασε το θέμα του αστικού κράτους. Για το οποίο μας είπε πως ο μαρξ, αφού είδε την εμπειρία της κομμούνας το 1840(!), είπε να… (εκεί άρχισε να κομπιάζει) να… μην χρησιμοποιούμε τους αστικούς μηχανισμούς.
Άμα έχεις τέτοιες γνώσεις τι να τους κάνεις τους μορφωτικούς ομίλους; Χρόνια πολλά στα παιδιά που τα ξέρουνε όλα.

Τεσπά, γάμα τη την χρονολογία. Να ‘λεγε τουλάχιστον σωστά τα λόγια. Αυτή κράτησε μόνο το τσερμπρέχεν (διαλύω) του μαρξ για το αστικό κράτος. Αλλά αν είχε διαβάσει το βιβλίο για την κομμούνα θα ‘βλεπε εκείνο το τσιτάτο για την επανάσταση που είναι ό,τι πιο εξουσιαστικό υπάρχει και θα έφριττε. Θα ‘βλεπε και την άλλη θέση του ένγκελς ότι αν μπορούμε να ασκήσουμε κριτική στην κομμούνα για κάτι είναι ότι δεν πήρε αποφασιστικά την εξουσία στα χέρια της. Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή από το χολογουινό καρναβάλι του ανοιχτού μαρξισμού και του να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία.

Μια σοβαρή φωνή της σοβαρής συνιστώσας που τα ‘βαζε σωστά και –σχεδόν- βαζιουλινικά, έλεγε ότι ανάπτυξη του μαρξισμού δεν είναι τα αστικά δάνεια κι οι σούπες με λίγο νέγκρι, λίγο χολογουέι, λίγο θάλασσα και το αγόρι μου (το τελευταίο δεν το ‘πε, δικό μου είναι), αλλά ανάλυση των ιστορικών του περιορισμών κι έμφαση στη μέθοδο. Η ιστορική απόφαση στο πριν για το συνέδριο όμως κάνει λόγο για σύνθεση του μαρξισμούς με νέες επαναστατικές προσεγγίσεις (από τη σκοπιά της χειραφετητικής τάσης της εργατικής τάξης) (κι άλλη τάση; Δεν έφτανε του χαριτάκη;). Ποιες είναι οι προσεγγίσεις αυτές; Γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση; Ο καθένας καταλαβαίνει αυτό που θέλει κι όλοι μένουν ευχαριστημένοι.

Οι σοβαροί πλατφόρμερς παίζουν με συνέπεια το διαλεκτικό παιχνίδι φάσης κι αντίφασης. Φάσκουν κι αντιφάσκουν, προσβάλλοντας διαλεκτικά την τυπική λογική. Κι η ζωή τραβάει την ανηφόρα με (αυτο)αναιρέσεις και με άρνηση της άρνησης, μέχρι να ακουστούν τρία κικιρίκου. Κάθε νέα φράση είναι διαλεκτική σπείρα που αρνείται την προηγούμενη κι αίρει διαλεκτικά τα προλεγόμενα. Πριν φτάσουμε στην ενότητα έργων και λόγων, προϋποτίθεται η ενότητα λόγων και λόγων.

Δε μηδενίζουν την πείρα της σοβιετίας, αλλά τη θεωρούν εκμεταλλευτική κοινωνία. Δε βλέπουν το σοσιαλισμό ως μικρό κομμουνισμό χωρίς αντιφάσεις. Τον θέλουν όμως χωρίς γραφειοκρατία κι εμπορευματικές σχέσεις.
Κάνουν κριτική στην αριστερά των δικαιωμάτων που ως αντίληψη δεν υπερβαίνει τον αστικό ορίζοντα (το δίκαιο είναι ταξικό, άρα ασυμβίβαστο με την κομμουνιστική προοπτική). Αλλά μιλάν για μια νέα χάρτα δικαιωμάτων των εργαζόμενων και για κοινωνικά συμβόλαια.
Δεν πάσχουν από μεσιανισμό του νέου. Απλώς το έμπασαν στο όνομά τους, στον καπιταλισμό της εποχής μας, στο επαναστατικό υποκείμενο και το νέου-νέου τύπου κόμμα που είναι κάτι σαν τον νέο πανιώνιο και υπάγεται στο άρθρο 44. Αν δε μας βγει ούτε αυτό θα προχωρήσουμε κατά σειρά στο κόμμα μετανεωτερικού τύπου, στο νεόκομμα και στο ύστερο κόμμα που αναπτύσσεται στη δική του βάση κι όχι στους πρώην κουκουέδες. Μέχρι να λαλήσουμε και να μπούμε εσύ στο κόμμα κι εγώ στη φυλακή.
Όλα αυτά πασπαλισμένα με μια νέου τύπου επαναθεμελίωση που υπονοεί ότι τα παλιά θεμέλια κατέρρευσαν και πρέπει να χτίσουμε άλλα από την αρχή, χωρίς κανένα από τα παλιά υλικά που δυσφημούν την υπόθεσή μας. Όπως είπε και μια σοβαρή φωνή η επαναθεμελίωση δεν είναι δόγμα, αλλά καθοδήγηση για δράση(sic). Να δεις πού το έχω ξανακούσει, τι μου θυμίζει, τι μου θυμίζει…

Δεν είναι αυτοί που έσπειραν στην εαακ τη λογική του ακηδεμόνευτου απ’ τα κόμματα και τώρα θερίζουν θύελλες στην οργάνωσή τους.
Δεν είναι αυτοί που δίνουν κω…♥♀#☼άκι, χέρι βοηθείας θέλω να πω, στην αναρχία και της εξασφάλισαν ιδεολογική ηγεμονία στο κίνημα του δεκέμβρη. Μάλλον τους μπερδεύω με κάποιους άλλους.
Δεν είναι μεταμοντέρνοι που πέταξαν τις νομοτέλειες που κατέρρευσαν κι ενθουσιάζονται με νέγκρι, παρντιού και ζίζεκ –ανάλογα ποιον διάβασαν τελευταίο. Όλα κι όλα, μεταμοντέρνοι είναι οι άλλοι, όχι εμείς.
Ως κι η μεταμοντέρνα πλατφόρμα τα χώνει στο μεταμοντέρνο.
Μα επιτέλους ποιος κυβερνάει αυτόν τον χώρο;

Τι είναι όμως το μεταμοντέρνο; Μην είναι οι τάσεις, τα εαακ; Είναι όλα αυτά μαζί και κάτι παραπάνω.
Το μεταμοντέρνο βρίσκεται μέσα μας, στην άρνηση της οργάνωσης, στην ομοσπονδία οβ αλά προυντόν, στα πολύχρωμα προεκλογικά ψηφιδωτά που ενσωματώνουν βότσαλα χωρίς να τα ενώνουν. Το μεταμοντέρνο είναι ο εσωτερικός εχθρός.

Το ίδιο βράδυ ένας άλλος από τους σοβαρούς είπε ότι πολύς κόσμος είχε έρθει για το νταβαντούρι κι ότι πρέπει να αφήσουμε πίσω τη λογική να σπάμε πλάκα όταν κάτι τρέχει με τους δίπλα. Μάλλον η καμπάνα χτυπούσε για όσους ήταν οργανωμένοι σε άλλους χώρους, αλλά κάτι μου έλεγε ότι εννοούσε κι εμένα. Με είχαν επηρεάσει και κάτι χαμόγελα και συνωμοτικές ματιές προς το μέρος μου με αποκορύφωμα ένα Σσσς και αλλαγή θέματος όταν πέρασα μπροστά από ένα πηγαδάκι.
Άρχισαν να με αναγνωρίζουν. Πρέπει να βρω κάλυψη και ρουφ αναγνώστες για να μην χάνουμε τα καλά. Οι εθελοντές παρακαλούνται να αφήσουν μήνυμα στην κε του μπλοκ.

Λοιπόν, ο συναγωνιστής είχε δίκιο από μια άποψη. Αλλά από μια άλλη όχι.
Καταρχάς ας μην αποκλείσουμε την πιθανότητα του νευρικού γέλιου με όσα ακούμε. Καλή ώρα, η επίδειξη γνώσεων για το έργο και τη ζωή του μαρξ.
Κατά δεύτερον κάποια πράγματα δε γίνεται να τα πάρεις σοβαρά. Αν το κάνουμε θα μας πιάσουν τα κλάματα.

Πχ το οργανωτικό. Η χαριτάκαινα πήρε τη ρήση του μαρξ για την χειραφέτηση των εργατών που πρέπει να είναι έργο της τάξης τους και το έκανε σημαία. Μα αν είναι (μόνο) έτσι τι χρειάζεται το κόμμα; Αυτή γιατί οργανώθηκε σε πολιτική νεολαία; Κι άντε αυτή. Ο μαρξ γιατί ήταν στους ιδρυτές της διεθνούς; Γιατί ασχολούνταν με το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα στη γερμανία;

Κι οι σοβαροί όμως δεν είναι καλύτεροι. Περιγράφουν περιφραστικά το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό αρκεί να του βρουν άλλο όνομα και να μη θίξουν ζητήματα ταμπού. Αλλά στην τελική σιγά μην τον εφαρμόσουν. Αυτά τα κάνουν οι σταλινικοί.
Η σοβαρή φωνή εξηγούσε πολύ καλά τη διαφορά κινήματος και κόμματος και το ανώτερο επίπεδο συμφωνίας ανάμεσα στα μέλη του δεύτερου. Με τη διαφορά ότι στις γραμμές τους έχουν κατακτήσει ανώτερο επίπεδο διαφωνίας μεταξύ τους, έχουν δύο ρεύματα σε ένα και συνεχίζουν μαζί σα να μην τρέχει τίποτα.
Και το χαριτακέικο βρίσκει πάτημα να λέει ότι δεν ήταν τυχαίο που επέλεξαν να είναι και να λέγονται ρεύμα αντί για κόμμα όταν ιδρύθηκαν.

Η σοβαρή φωνή εξηγούσε ότι το ρεύμα νέου τύπου έμεινε τέτοιο, όχι από επιλογή του, αλλά γιατί δε μπορούσε να γίνει κόμμα ακόμα. Κι ότι δεν ακολούθησαν τη λογική του εεκ που είναι κόμμα μόνο στο όνομα, ούτε της κοε που αν και κομμουνιστική έγινε κατοικίδιο του συνασπισμού.
Όλα αυτά είναι πολύ σωστά, αλλά δεν μας εξηγούν γιατί ένας χώρος που όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει κόμμα στη θέση του κόμματος δεν ονομάζεται τουλάχιστον οργάνωση, λαϊκή αντιπολίτευση, βεζίρης, ιζνογκούντ, μπλιαχ χαχάτ, τέλος πάντων οτιδήποτε άλλο πέρα από ρεύμα που είναι σκέτη μεταμοντερνιά. Γιατί τους εμπόδιζε η κατρακύλα της κοε (που έγινε πολύ αργότερα) να πουν τουλάχιστον το ρεύμα τους κομμουνιστικό. Κι αφού δεν το έκαναν τελικά για το ρεύμα, με ποια λογική το υιοθέτησαν για τη νεολαία; Η νεολαία είναι κομμουνιστική, αλλά το ρεύμα όχι;
-Παράλογο…

Τέλος πάντων, ποτέ δεν είναι αργά για να βαφτίσεις το κόμμα σου κομμουνιστικό. Και ο κωνσταντίνος έγινε χριστιανός πριν πεθάνει κι η εκκλησία τον έβγαλε μέγα.
Η απόφαση για το συνέδριο βάζει στο τραπέζι και θέμα μετονομασίας σε κομμουνιστική κατεύθυνση, αλλά θα είναι δύσκολο γιατί έχουν πιάσει όλα τα καλά ουσιαστικά οι άλλοι, από ανασύνταξη μέχρι ανασύνθεση και περισσεύουν ελάχιστα νικνέιμς που είναι ακόμα ελεύθερα. Στα φοιτητικά αρκτικόλεξα ο χώρος τα καταφέρνει καλύτερα.

Η κε του μπλοκ συναισθανόμενη την ευθύνη από το βαρύ αυτό καθήκον ήταν έτοιμη να καταθέσει μια σειρά δημιουργιών προτάσεων για την καινούρια ονομασία, όπως είχε κάνει στο παρελθόν και με το μερέντα. Αλλά είδε αυτή την αναφορά στον κομμουνισμό του 21ου αιώνα και δε μπόρεσε να ξεκολλήσει.
Ο σοσιαλισμός του 21ου αιώνα είναι ένας όρος σούπα για κάθε χρήση που βασικά υπονοεί ότι είναι κάτι τελείως διαφορετικό από το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε στη διάρκεια του εικοστού. Άντε κι αυτό είναι κατανοητό, μια στάσις που νιώθεται. Ο κομμουνισμός του 21ου αιώνα τι ακριβώς μπορεί να σημαίνει; Σε αντιπαράθεση με τον κομμουνισμό του εικοστού; Ο οποίος υπήρξε πού ακριβώς; Και ποιες ακριβώς είναι οι διαφορές του από τον κομμουνισμό του 22ου; Εκτός κι αν εννοεί το εικοστοδεύτερο συνέδριο το 61' και τα φληναφήματα του χρουτσώφ για άμεσο πέρασμα σε είκοσι χρόνια.

Ο λογικός πυρήνας ωστόσο παραμένει σταθερός. Κολλώντας έναν εικοστοπρώτο αιώνα καθαρίζουμε όλες τις κηλίδες του παρελθόντος και ξεκινάμε από την αρχή με ολόλευκα σεντόνια κι επαναστατικό μητρώο. Αν το δούμε από το ύψος της ιστορίας κάθε καινούριος αιώνας είναι ο πρώτος αιώνας του υπόλοιπου επαναστατικού προτσές μας.

Όλα αυτά έρχονται να δέσουν αρμονικά με την ονομασία του νέου μετεξελιγμένου φορέα νέου τύπου. ΚΚΕ του εικοστού πρώτου αιώνα. Η ιδέα και τα συγχαρητήρια ανήκουν στη μπρέζνιεβα που είχε τη σχετική έμπνευση.

Επειδή όμως πάντα υπάρχουν αχάριστοι κι ανευχαρίστητοι, η κε του μπλοκ έχει να δώσει εναλλακτική πρόταση για τους αθεράπευτα μεταμοντέρνους.
Το σκεπτικό παραμένει το ίδιο. Διαλέγουμε τον χρονικό προσδιορισμό και χτίζουμε πάνω του. Το βασικό για την ονομασία ενός χώρου είναι ο χρόνος. Στοιχειώδης φυσική είναι αυτά, μπορείτε να ρωτήστε και το μήτσο. Το πολιτικό κομμάτι μπαίνει σε δεύτερο πλάνο και γίνεται κυρίαρχο μόνο στο σοσιαλισμό.
Εμένα πχ με έχει σημαδέψει η δεκαετία με τις βάτες κι όταν ακούω το όνομα της γιουγκοπλάστικα με πιάνει ρίγος για το θρύλο του γιουγκοσλάβικου μπάσκετ. Αλλά η μετονομασία της σε ποπ 84 ήταν ασύλληπτη έμπνευση που μου δίνει ιδέες για το όνομα της κόρης μου –αν κάνω ποτέ. Δεν κατάλαβα, το λαοκρατία καλύτερο είναι δηλαδή; Και εις τη γιουγκοπλάστικα πιστεύουμε…

Με ένα όνομα πιάνουμε ένα σμήνος τρυγόνια. Αγαπημένη δεκαετία κι αγαπημένο είδος μουσικής, που τότε ήταν ακόμα ποιοτική κι ό,τι δεν ήταν ποιοτικό ήταν τρομερό καλτ. Παράλληλα στην επιλογή του 84 υπολανθάνει ένας εσχατολογικός χαρακτήρας που παραπέμπει στη δυστοπία του όργουελ και προειδοποιούσε ευθέως για τη συντέλεια του νέου κόσμου (του σοσιαλισμού) που ερχόταν.
Επίσης αν διαιρέσετε το 84 με το τρία βγαίνει πηλίκο 28 που είναι η χρονιά που εξόρισαν τον τρότσκι. Αν προσθέσετε άλλα εικοσιοχτώ έχουμε άθροισμα 56 που ήταν το εικοστό συνέδριο κι η αποκαθήλωση του συντρόφου με το μουστάκι, ίδια μέρα με το συνέριο της νΚα για να μην ξεχνιόμαστε. Κι αν βάλετε άλλα εικοσιοχτώ κλείνουμε μια διαλεκτική έλικα που μας οδηγεί στο θάνατο του αντρόποφ που ουσιαστικά σήμανε την ανάδειξη του γκόρμπι (το μεταβατικό χρόνο του τσερνιένκο δεν τον κατάλαβε κανείς κι ακόμα λιγότεροι τον θυμούνται). Κι αν προσθέσουμε κι άλλα εικοσιοχτώ φτάνουμε στο 2012 που θα έρθει κι επισήμως το τέλος του κόσμου κι ίσα που προλαβαίνετε να το δείτε στον κινηματογράφο για να βεβαιωθείτε για την αποβλάκωση που πουλάνε στον κόσμο.
Πηγή μου σε όλα αυτά είναι ο ρώσος λιακόπουλος που έγραψε για το κατίν. Έσεται ήμαρ…

Στην περίπτωση του ναρ μεταθέτουμε την χρονολογία του ονόματος κατά μία πενταετία και μας προκύπτει το ποπ 89. Το οποίο πιάνει την πιο καλτ χρονιά της σύγχρονης ιστορίας με συνασπισμό, τζανετάκη (δεν ξεχνώ, δεν υπακούω), κνε-ναρ και τείχος του βερολίνου κι εκφράζει πιστά το μεταμοντέρνο ποπ του ρεύματος.

Αυτό τέλος πρέπει να δέσει με δύο ακόμα στοιχεία που αναφέρονται σε αυτή την απόφαση θησαυρό. Τη διαμόρφωση νέου φορέα της κομμουνιστικής απελευθέρωσης (είναι το μόνο κομμουνιστικό ουσιαστικό για το οποίο πρόλαβαν να κατοχυρώσουν δικαιώματα) και τη συγγραφή του κομμουνιστικού μανιφέστου της εποχής μας. Αυτό το τελευταίο έκαψε την καρδιά και το νου μου. Μπορούμε να επαναγράψουμε από το μηδέν όλα τα έργα ων κλασικών και να τα αναπροσαρμόσουμε στις απαιτήσεις της εποχής μας. Μερικές ιδέες προσυνεδριακά:
-ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός, ανώτατο στάδιο του ιμπεριαλισμού
-αντιθεσμοί κι επανάσταση
-η εργατική δημοκρατία κι ο αποστάτης σάββας
-κριτική στο πρόγραμμα του σπόρτινγκ
-η 6η δεκέμβρη του λουδοβίκου χοιρομέρ
--διαλεκτική της κρίσης (του ολοκληρωτικού)
-πώς να διαβάζουμε το μανιφέστο του γκολτζ
-ελληνική ιδεολογία
-η αθλιότητα της επιστήμης
-η καταγωγή του ναρ, των αντιθεσμών και της αναρχίας
-το ολοκληρωτικό κεφάλαιο


θα βρω μερικά ακόμα και μπορεί να τα θέσω σε ψηφοφορία στο κυρίαρχο αναγνωστικό κοινό.

Όσο για τη μετεξέλιξη του νέου φορέα, κάποιοι που ξέρουν λένε ότι δεν θα είναι με συνιστώσες της ανταρσύα (αλλού τρως, αλλού πίνεις, με άλλους κάνεις μέτωπο και με άλλους κάνεις κόμμα. -Παράλογο…)
Το ράδιο αρβύλα λέει ότι θα είναι κάποιοι από τη ρίζα του σύριζα και δυσαρεστημένοι του κκε, χωρίς να διευκρινίζει αν είναι μέλη. Επαναλαμβάνω για να μη λέτε μετά, ράδιο αρβύλα και τίποτα περισσότερο.

Μένουν πολλά που δεν πιάσαμε, αλλά περάσαμε το τριχίλιαρο λέξεις και κάποτε πρέπει να τελειώσει το κείμενο.
Καληνύχτα και καλή τύχη στα συνέδριά σας...

Τιμή και δόξα στον κόκκινο στρατό και στην επον...

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

Αηδία βαθιά

Δύσκολο να πυροβολείς απέναντι όταν ο σκηνοθέτης θεωρείται αριστερός
Αλλά εύκολο να καταλάβεις γιατί έπεσε τόση ρεκλάμα στην ταινία του


Δέκα μέρες αφότου είδα την ταινία, τα περισσότερα απ’ όσα ήθελα να πω, τα άκουσα ή τα διάβασα αλλού.
Ψυχή βαθιά, ρηχά νοήματα.

Μπορεί κανείς να σταθεί σε πολλά.
Στις κακές ερμηνείες (χειρότερη απ’ όλες της μάνας). Στη μουσική που έμοιαζε ξεκούδουνη. Στο φτηνό συναισθηματισμό. Στις ίσες αποστάσεις. Στο κακό σενάριο. Στην πολύ κακή ψυχογράφηση των ανταρτών, των μεταξύ τους σχέσεων και της επιλογής τους. Στις σκηνές που δεν είχαν σταγόνα ρεαλισμό (ο μικρός που το ‘σκαγε για να συναντήσει τον αδερφό του κανονικά θα περνούσε ανταρτοδικείο, το αυτό κι όσοι ξόδευαν σφαίρες στον αέρα).

Αλλά η ουσία είναι αλλού κι είναι πολιτική, όπως κι η ταινία άλλωστε.
Ο βούλγαρης κάνει μια ταινία για τη φρίκη του πολέμου και τη συμφιλίωση. Τόσο καλά.
Εμένα μου έμεινε μόνο η φρίκη για το βούλγαρη. Με ποια πραγματικότητα μας καλεί να συμφιλιωθούμε;
Σε ποια πραγματικότητα να γυρίσουμε; που λέει κι ένας αντάρτης στην ταινία. Αλλά ο βούλγαρης αποφεύγει να απαντήσει στο ίδιο του το ερώτημα.

Και βάζει το βέγγο να αναρωτιέται γιατί έλληνες να τουφεκάν έλληνες. Τα άλλα είδη (ξένους, μετανάστες κτλ) τα τουφεκάμε ελεύθερα.
Μα άνθρωπος να τουφεκάει άνθρωπο;
Αυτό θα το αναρωτηθούμε σε άλλη ταινία.
Μαζί με το: έλληνας να εκμεταλλεύεται έλληνα; Ε, αυτό δεν είναι και τόσο τρομερό. Είναι ηθικό και νόμιμο.
Άμα κάνουμε ηλίθιες αφαιρέσεις όμως να τις πάμε μέχρι τέλους.

Το πρόβλημα ξέρετε ποιο είναι; Ότι πάλι εμείς, οι υποψιασμένοι θα πάμε σα μ… να τη δούμε. Είτε λόγω θέματος, είτε από περιέργεια, ή για να έχουμε γνώμη αν πάει εκεί η συζήτηση. Κι οι αρνητικές κριτικές ακόμα, διαφήμιση είναι. Ποιος καίγεται δηλ περισσότερο για τον εμφύλιο;

Οπότε το (δικό μου) επιμύθιο –πάντα πρέπει να υπάρχει ένα- είναι να μην πάτε να δείτε την ταινία, αν δεν την έχετε ήδη δει. Πραγματικά, δεν υπάρχει λόγος, δεν χάνετε και τίποτα.
Προτιμήστε να δείτε κάτι άλλο για τον εμφύλιο. Πχ το γράμμος-βίτσι (που είναι και καλτ) να γελάστε με την καρδιά σας.

Αναζητήστε και τη δυσεύρετη κάθοδο των εννιά που έπαιξε στα θρυλικά 80'ς (τότε που ο βούλγαρης γύριζε τα πέτρινα χρόνια κι ο βέγγος ταινίες για την εοκ) στο φεστιβάλ θεσσαλονίκης και βραβεύτηκε ένα χρόνο μετά σε αυτό της μόσχας. Λεπτομέρειες μπορείτε να βρείτε στη διεύθυνση: http://www.tainiothiki.gr/Collection/film/1135

Κι επειδή (το επιμύθιο) πρέπει να είναι κι ηθικοπλαστικό ας κλείσουμε με το εξής:
Ζήτω οι εαμοβούλγαροι, σκατά στην ταινία του βούλγαρη.
Κι αν κάποιος προσβάλλεται ας γράψει ένα ποσό για ηθική βλάβη κι εξύβριση κι ας κρατήσει την απόδειξη.
Θα του το αποπληρώσουμε επί λαοκρατίας…

Υγ: -Μα ζερβοί (αριστεροί) να τουφεκάν το ζέρβα;
Πού ακούστηκε...;

Αντί να παν στην αθήνα να σκοτώσουν τίποτα άγγλους...

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2008

Εντυπώσεις από μια γενική συνέλευση

Απορώ γιατί ο κόσμος ξοδεύει ένα κάρο λεφτά για επιθεωρήσεις αμφιβόλου χιούμορ και ποιότητας για να γελάσει.
Τη στιγμή που οι φοιτητικές συνελεύσεις έχουν δωρεάν είσοδο και κρατούν περισσότερη ώρα. Και σε αντίθεση με τις επιθεωρήσεις έχουν αυθεντικά κωμικά ταλέντα.

Τις προάλλες πήγα στη συνέλευση των πολιτικών επιστημών και μ' έπιασε η νοσταλγία και το ανάθεμα.
Έφαγα τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου με άγχος, συνδικαλιές και πολιτικό πολιτισμό (sic) μπας και πείσω κανά κόσμο. Αντί να κάτσω να το χαρώ ανέμελος, με καφρική -κατά το καφκική- διάθεση.

Να πηγαίνει ρε παιδί μου η κουβέντα στην ολυμπιακή πχ. Κι αντί να κάθομαι να εξηγώ γιατί χρειάζεται δημόσιος αερομεταφορέας κι ότι την ολυμπιακή δεν θα την ήθελαν οι ιδιώτες αν δεν δεν έβγαζε κέρδη, να το παίξω αλλιώς.
-Ποια είναι η θέση της πανσπουδαστικής;
-Εμείς λέμε να γίνει η ολυμπιακή Α3ΡΟΦΛΟΤ.
Τελεία. Σ΄όποιον αρέσει. Περνάμε ψήφισμα.
-Ναι αλλά με ποιο σκεπτικό;
-Γιατί ήταν γαμάτα κι ο κόσμος γούσταρε.

Ε, ναι μπορεί να μη μας ψηφίσει κανένας στο τέλος, αλλά αυτό γίνεται ούτως ή άλλως στις περισσότερες γσ.
Ενώ έτσι τουλάχιστον διασκεδάζουμε. Άσε που έχουμε τα πιο προωθημένα αιτήματα. Τι να μας πει ο ναρίτης με τα 1500 και το 30ωρο μπροστά στην Α3ΡΟΦΛΟΤ.

Αυτή τη φορά πήγαμε στη συνέλευση συμβατικά.
Οργανωμένοι με αρχείο από δηλώσεις και αφίσες αλά μπογιόπουλος. Αλλά χωρίς την πέρασή του στο γυναικείο κοινό για να πάρουμε και τη συνέλευση.
Χάρη στο αρχείο πάντως κάναμε καλές ερωτήσεις.

Οι ερωτήσεις βέβαια είναι πάντα μια πικραμένη υπόθεση.
Όποιος δεν πρόλαβε να πει όσα ήθελε στην τοποθέτηση βγάζει τα απωθημένα του με μια ερώτηση-τοποθέτηση. Όπου το ερωτηματικό στρίβει κάπου λάθος στη γωνία και στο τέλος χάνεται.

Ένας σύντροφος σε ερώτησή του άρχισε να λέει -αν θυμάμαι καλά- για τα κες, οπότε σε μια αποστροφή του πετάει το κορυφαίο: τσουπ! να σου η ιδιωτική παιδεία.
Αυτό ήταν ολοφάνερα τοποθέτηση.
Για να μη δώσει δικαιώματα ο σφος έπρεπε να το επαναδιατυπώσει με τη σωστή σύνταξη και με τόνο ερωτηματικό:
-Να σου η ιδιωτική παιδεία, τσου-ουπ;
Με την ερωτηματική λέξη τσουπ στο τέλος και μακρόσυρτη.
Το ξέρω, καίγομαι (μα εσύ με κες όλα τα καις). Αλλά αν το ακούγατε σε ζωντανή μετάδοση μπορεί να γελούσατε κι εσείς.

Για να αποφεύγεις το τυπικό κώλυμα υπάρχει το εξής κόλπο.
Λες εσύ τα δικά σου, λες-λες και στο τέλος αντί για ερώτηση ζητάς από τον άλλο να σου σχολιάσει όσα είπες.
Μεγαλοφυές!

Με αυτόν τον τρόπο στην πράξη ο καθένας μπορεί να πει ό,τι θέλει.
Να πάω πχ εγώ και να ρωτήσω τον δαπίτη:
"Ο ένγκελς έγραψε στο αντι-ντίρινγκ για το μισο-κράτος τύπου κομμούνας. Ο λένιν είχε πει ότι η μόνη λύση είναι η δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς. Ο στάλιν είπε στα ζητήματα λενινισμού ότι η λαοκρατία δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την δικτατορία του προλεταριάτου (αλλά εκεί που πρέπει δεν τον ακούμε). Ο τρότσκι είχε τη θεωρία της διαρκούς επανάστασης, ενώ ο μπουχάριν είπε το περίφημο "πλουτίστε" προς τους κουλάκους.
Σχολίασέ το μου σε παρακαλώ..."


Τρέλα μας πουλάς ρε απολίθωμα; θα πουν κάποιοι.
Κοιτάχτε να δείτε.
Στον πολιτικό λόγο μπορείς να ασκήσεις πολεμική με τα ίδια όπλα. Στο -ντεμέκ- απολιτίκ της δαπ όμως με τι όπλα να πας; Με αντισυλληπτικά λάιφ στάιλ;
Με συμβατικά όπλα δουλειά δε γίνεται. Και πυρηνικά από το 91 που μας τελείωσε η σοβιετία δεν έχουμε. Μας μένει μόνο η λδ της κίνας.
Οπότε...

Ένα παράδειγμα από την ταξική πάλη.
Τις προάλλες στο ίδιο τμήμα είχαν δ.σ. για τον σύλλογο και τις πολιτιστικές του ομάδες που δεν έβρισκαν τοίχο για τις αφίσες τους. Τους είχαν πιάσει όλες οι παρατάξεις. Έτσι κατέβασαν ψήφισμα.

Είναι μεγάλη κουβέντα: α. γιατί να αφήνουμε να καπελώνουν οι αυτόνομοι τα στέκια και τις ομάδες β. η βαρύγδουπη αιτολόγηση της αρνητικής μας ψήφου με άξονες το άσυλο και την ελευθερία έκφρασης γ. το αν έχουν δίκιο οι αυτόνομοι ειδικά και το πόσο γιούχου είναι γενικότερα.
Αλλά την προσπερνάμε με βαριά καρδιά για να πάμε στη φοβερή τεκμηρίωση της αρνητικής ψήφου της δαπ.

Όλοι είχαν μια δικαιολόγηση ψήφου. Εμείς τη βαρύγδουπη με το άσυλο, η αρεν και έτσι και γιουβέτσι για το λευκό της, η πασπ και με τον αστυφύλακα και με τον χωροφύλακα για το κατά της.
Αυτά καταγράφηκαν και στα πρακτικά.
Όπου για τη δαπ μπορούσε να διαβάσει κανείς:
ψήφος: άκυρο. αιτιολόγηση: - (κι ολογράφως: παύλα)
Δαπ, γιατί έτσι σας αρέσει...

Στη συνέλευση πάντως ο σφος με τις ερωτήσεις και τα αρχ...εία του μπογιόπουλου συνέχισε απτόητος.
Ένας δαπίτης με ροζ μπλούζα είπε κάτι για την κατάρρευση των τραπεζών και την περεστρόικα του μεγάλου μεταρρυθμιστή καραμανλή με τα 28 δις.
Οπότε ο δικός μας κάνει ρελάνς και του λέει ότι εμείς θέλουμε να καταρρεύσει (ανατραπεί βασικά) αυτό το σύστημα και παλεύουμε για λαϊκή εξουσία.
Έλα όμως που πρέπει να καταλήξει σε ερώτηση.
Η οποία έρχεται στο τέλος σαν κερασάκι:
"Εσύ φοβάσαι τη λαϊκή εξουσία";
Αυτό είναι, του την είπαμε.

Ο δαπίτης στο τέλος της απάντησης κάπως το γύρισε και είπε ότι κάθε άλλο παρά φοβάται τη λαϊκή κυριαρχία.
Που από τότε που την έπιασε στο στόμα του ο ανδρίκος ξεχείλωσε σαν έννοια και τα χωράει όλα (και δαπίτες ακόμα).
Όπως έλεγε κι ο πατέρας του εξάλλου: και στη λαοκρατία πιστεύουμε...
Ναι μωρέ, γιατί όχι, καλό ακούγεται...

Όλοι εξοργίζονται με όσα χαριτωμένα πετάει η δαπ σε συνελεύσεις και οι μισοί τουλάχιστον πιστεύουν ότι μπορούν να κάνουν μια καίρια ερώτηση που θα αποστομώσει την πλάση όλη.
Αλλά αυτό το τελευταίο ειδικά είναι μάταιο να το πιστεύεις για τους δαπίτες.
Οι άνθρωποι είναι εκπαιδευμένοι χοντρόπετσοι. Κατευθείαν για το πρες ρουμ.
Όταν τους φτύνουν ανοίγουν ομπρέλα. Δεν απαντούν σε ερωτήσεις-τοποθετήσεις. Και βασικά έχουν απαντήσει ήδη σε αυτή την ερώτηση.

Τους έγινε πχ ερώτηση να πουν κάποια θέση τους που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση.
Να έχουμε φυλλάδιο, τα γράφουμε αναλυτικά, η απάντηση.
-Μα δε θέλω το φυλλάδιο, θέλω εσύ να μου πεις κάποια πρότασή σας που να υιοθετήθηκε.
Τι το 'θελε και επέμεινε;
Στο τέλος αντί για απάντηση μας έδωσαν δυο τσούπρες το ιλουστρασιόν φυλλάδιο της δαπάρας (που στο εξής θα μας στέλνει τις απαντήσεις της με δελτία τύπου). Πολύτιμος σύντροφος για το δύσκολο χειμώνα που έρχεται...

Μην τους αδικείτε όμως.
Αυτό το πάρε διάβασε, αυτές είναι οι θέσεις μας δείχνει για όποιον το λέει ότι είναι ο πρώτος που χρειάζεται να διαβάσει αυτές τις θέσεις. Είτε γιατί δεν τις ξέρει, είτε γιατί δεν μπορεί να τις αναπαράγει.
Κι αυτό δυστυχώς δεν το κάνουν μόνο οι δαπίτες...

Είναι σε αυτό το στάδιο με τις ερωτήσεις και τα χρονοδιαγράμματα που καλούμαστε να απαντήσουμε με πολιτικό κριτήριο σε κρίσιμα ζητήματα για το κίνημα.
Τι ακριβώς σημαίνει το δέκα λεπτά για ερωτήσεις μετά από κάθε τοποθέτηση;
Δέκα λεπτά συνολικά για ερωτο-απαντήσεις; Δέκα λεπτά για κάθε απάντηση; Ή ότι δέκα λεπτά μπορεί να είναι και η κάθε ερώτηση-τοποθέτηση κι άλλα δέκα η απάντηση;
Εμείς πώς απαντάμε σε αυτό από μαρξιστική σκοπιά;

Συνάδελφοι, τις διαδικασίες...

(Συνεχίζεται...)