Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κετουκε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κετουκε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2023

Κοίτα τι έκανες - Προχωρώντας και αναθεωρώντας

Ο χειρότερος εχθρός μας είναι ο εαυτός μας.
Όταν στέλνεις φως, σου επιστρέφεται.
Να εκφράζεις αυτό που έχεις μέσα σου.
Όταν νικάς χωρίς κίνδυνο, θριαμβεύεις χωρίς δόξα.
Αυτός που αγωνίζεται μπορεί να χάσει, όμως αυτός που δεν αγωνίζεται έχει ήδη χάσει.
Υπάρχουν νίκες που είναι πιο χρήσιμες και από ήττες.

Όπα, «ΚΑΤ»! Πού κολλάνε οι δυο τελευταίες αλήθειες με τις υπόλοιπες κοελιές;
Πουθενά. Είναι όμως όλες φράσεις παρμένες από το τελευταίο, ολόφρεσκο τεύχος του Αστερίξ, που σατιρίζει ανελέητα την υστερία και το εμπόριο «θετικής ενέργειας» που μας κατακλύζει. Εκτός από την τελευταία που είναι του Βλαδίμηρου -όχι του Πούτιν και ας τον έχουν κάποιοι ως περίπου ισάξιο των κλασικών.

Και ποιο είναι το ηθικό δίδαγμα;
Ότι μπορείς να πεις τα πάντα με τόσο ξύλινο τρόπο, που να μοιάζουν κούφια σαν τσιτάτα αυτοβελτίωσης. Η αυτοκριτική όμως είναι οξυγόνο για τους συντρόφους και δείγμα ώριμης δύναμης για τα ΚΚ που την κάνουν ουσιαστικά.

Κρατάμε την εισαγωγή και ανοίγουμε μικρή παρένθεση στην παιδική μας ηλικία. Θυμάμαι σαν παιδιά του Αρσένη και εμείς, είχαμε πήξει στις εξετάσεις, μετρούσαμε απελπισμένοι την ύλη κάθε μαθήματος και πιστεύαμε pvw θα έβγαινε πιο εύκολα, όταν βλέπαμε εγχειρίδια με πολλές εικόνες. Όταν δίνεις 30 σχεδόν μαθήματα σε δύο χρόνια, οι εικόνες γίνονται το όπιο και οι αυταπάτες του μαθητικού λαού.


Η νέα έκδοση της ΚΕ για τα 50 χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου είναι -ας πούμε- κάτι αντίστοιχο, αλλά καμία σχέση. Δεν ξεπερνά σε έκταση τις 200 σελίδες και οι περισσότερες είναι εικονογραφημένες. Αλλά ουκ εν τω πολλώ το ευ και ενδιαφέρον. Βασικά όλα τα θέματα, και ιδίως τα συμπεράσματα, είναι SOS και ένα είδος «προδημοσίευσης» από τον Τόμο του Δοκιμίου Ιστορίας -που κυκλοφορεί ήδη από χτες.

Το βασικό στοιχείο της έκδοσης είναι τα χρήσιμα συμπεράσματα και ο αυτοκριτικός τόνος, σε αρκετά σημεία του κειμένου της ΚΕ. Ας δούμε όμως πρώτα τι είναι και τι θέλει η αυτοκριτική. Και τι πιστεύουν ότι είναι, όσοι την βλέπουν καχύποπτα.

Σε αντίθεση με τον προβοκατόρικο τίτλο της ανάρτησης, αυτοκριτική δε σημαίνει πως «πήραμε τη ζωή μας λάθος» ούτε ότι ρίχνουμε μια μουτζούρα στο παρελθόν. Βασική σημείωση και αφετηρία του κειμένου της ΚΕ πχ είναι πως οι αδυναμίες των κομμουνιστών σε εκείνη τη συγκυρία δεν αναιρούν τη συμβολή τους στην εξέγερση του Πολυτεχνείου -και αντιστρόφως. Η επισήμανση των αδυναμιών δε συνιστά ρεβιζονισμό, δηλαδή αναθεώρηση προγραμματικών θέσεων και αρχών.

Η αυτοκριτική δεν είναι μηδενισμός ούτε λαθολογία. Είναι συστηματική εξέταση των γεγονότων και προετοιμασία για όσα θα συμβούν στο μέλλον -αλλιώς δεν έχει κανένα πρακτικό νόημα να μελετάμε την ιστορία και τους νόμους που την κινούν. Η (αυτο)κριτική έχει τελείως διαφορετικούς στόχους από ό,τι μια πολεμική -και κακώς τείνουμε να τις συγχέουμε και να τις ταυτίζουμε, ψυχολογικά ή συνειδητά, αν δε μας αρέσει ένα συμπέρασμα ή ο κλονισμός κάποιων σταθερών παραδοχών μας.

Η αυτοκριτική σημαίνει να σκύβουμε στην πείρα μας, να την αξιοποιούμε και να βγάζουμε διδάγματα -αυτό που καλούμε τον λαό να κάνει με τη δική του πείρα. Η αυτοκριτική ενός ΚΚ δε σημαίνει ότι δέχεται και δικαιώνει την πολεμική που του ασκεί ο ταξικός εχθρός ή ένας πολιτικός αντίπαλος, ούτε πως υποχωρεί στην πίεσή τους. Δείχνει αντιθέτως τη δύναμή του να κάνει ανοιχτά-δημόσια μια τέτοια διαδικασία, όπως σημείωσε ο Ένγκελς στην εποχή του.

Αν δε σκεφτόμαστε και -πολύ περισσότερο- δε δρούμε έτσι, στερούμε από το Κόμμα ένα αναντικατάστατο εργαλείο, το πολύτιμο οξυγόνο της κριτικής εξέτασης της πράξης. Τείνουμε να βαλτώσουμε τη σκέψη μας και την πολιτική αντιπαράθεση σε έτοιμα, στείρα σχήματα, που επαναλαμβάνονται χωρίς ψυχή και ουσία. Ας σκεφτούμε μόνο πόσες φορές αυτή η νοοτροπία έβαλε εμπόδια σε μια αναγκαία επανεκτίμηση ή φρενάρισε αδικαιολόγητα μια μετατόπιση σε κάποιο θέμα, είτε επιμέρους, είτε και στρατηγικό.

Ας θυμηθούμε, τέλος, τη φράση των κλασικών για την έμπρακτη, ανελέητη αυτοκριτική κάθε επαναστατικού εγχειρήματος, που γυρίζει πίσω σε ό,τι έχει αφήσει ημιτελές, πέφτει και ξανασηκώνεται, δίνει χρόνο στον αντίπαλό του για να σηκωθεί κτλ -δεν έχω πρόχειρη το ακριβές «τσιτάτο» αλλά οι πιο διαβασμένοι αναγνώστες θα το έχουν ασφαλώς υπόψη τους και θα το βρουν εύκολα από τα δικά μου θραύσματα και κάποιες λέξεις-κλειδιά.

Τα παραπάνω σημειώνονται γενικά και έχουν απλώς ως αφορμή την πρόσφατη έκδοση. Η αυτοκριτική ματιά της ΚΕ είναι διεισδυτική και πιάνει ένα ευρύ φάσμα.

Όσοι ιντριγκάρονται -αναπόφευκτα ως ένα βαθμό και δεν εξαιρώ τον εαυτό μου- από την εκτίμηση της ΚΕ στο θέμα της προβοκατορολογίας και όσων αναφέρονταν στο φύλλο 8 της Πανσπουδαστικής, μπορεί να δουν το δέντρο αλλά θα χάσουν το δάσος, που βρίσκεται σε μια σειρά σημεία, συνολικά. Επαναλαμβάνω, επί τη ευκαιρία, πως η βασική αξία της σχετικής «επανόρθωσης» είναι ακριβώς αυτή: ότι μεταφέρει δηλαδή στο πολιτικό πεδίο την ουσία της αντιπαράθεσης.

Σημειώνω επίσης πως δεν πρόκειται για μια «εύκολη κριτική» που δεν παίρνει υπόψη το ιστορικό πλαίσιο και τις συνθήκες της εποχής, ούτε ξεμπερδεύει με μια γενική και αφηρημένη απόρριψη της στρατηγικής του ΚΚΕ, της θεωρίας των σταδίων κτλ. Ακόμα και σε αυτό το πεδίο, η κριτική εστιάζει σε συγκεκριμένα γεγονότα της εποχής, όπως την τελευταία παράγραφο της ανακοίνωσης της Συντονιστικής Επιτροπής της κατάληψης, που αρχικά απαλείφθηκε, για να την επαναφέρουν αργότερα στο ανακοινωθέν του ραδιοφωνικού σταθμού τα στελέχη του Ρήγα, περνώντας ουσιαστικά τη θέση τους για απεύθυνση στους ηγέτες των αστικών κομμάτων, για να δοθεί πολιτική λύση στο πλαίσιο μιας αστικής αντιδικτατορικής ενότητας. Η κριτική του κειμένου της ΚΕ δε σημειώνει αφοριστικά πως η στρατηγική του κόμματος δε μετέτρεψε την εξέγερση σε... σοσιαλιστική επανάσταση, αλλά ότι η αντίστοιχη θέση του για αντιδικτατορική ενότητα σε άλλο πλαίσιο, προκάλεσε σύγχυση σε κάποια στελέχη της Αντι-ΕΦΕΕ και την υπαναχώρηση στη θέση των Ρηγάδων. (Ας φανταστούμε, πάντως, πόσα χρόνια και σε πόσες συνελεύσεις θα ακούγαμε αυτό το ζήτημα, αν ήταν οι δυνάμεις της Αντι-ΕΦΕΕ που είχαν κάνει το «τέχνασμα» του Ρήγα).

Τι αφορά λοιπόν η ουσία της κριτικής; Ας δούμε μερικά παραδείγματα.

-Τη δυσκολία να καθοριστούν σωστά τα συνθήματα στη διάρκεια ενός ξεσπάσματος. Δεν πρέπει να είναι απογειωμένα και ξεκομμένα από τις διαθέσεις των μαζών. Δεν πρέπει να απορρίπτουν αφ’ υψηλού κάποια αυθόρμητα, ενδεχομένως ρηχά συνθήματα (όπως το «πάρ’ τον πίθηκο και μπρος» που σατίριζε την εμφάνιση του Μαρκεζίνη) ούτε όμως να υποτάσσονται στο αυθόρμητο και τις ασταθείς διαθέσεις του.

Στο Πολυτεχνείο δόθηκε μάχη για να επικρατήσουν και να μεταδοθούν συνθήματα με αντι-ιμπεριαλιστική στόχευση (έξω οι ΗΠΑ, έξω το ΝΑΤΟ), που έδιναν βάθος και περιεχόμενο στον φοιτητικό-λαϊκό ξεσηκωμό. Στον αντίποδα, ωστόσο, ο στόχος της «γενικής απεργίας», που μπήκε από δυνάμεις αριστεριστών και του Ρήγα, αλλά μεταδόθηκε και από τον σταθμό της «Ελεύθερης Ελλάδας», ήταν ένα κενό σύνθημα στον αέρα, χωρίς να υπάρχουν δομές, συσχετισμοί και οι προϋποθέσεις για να γίνει πράξη. Το βασικό ζητούμενο δεν είναι ποιος θα ρίξει γενικά το πιο ριζοσπαστικό σύνθημα, αλλά ποια συνθήματα - στόχοι θα πιάσουν το επίπεδο της συνείδησης των λαϊκών μαζών, για να το ανυψώσουν.

-Οι δυνάμεις της Αντι-ΕΦΕΕ έβλεπαν με επιφύλαξη τις απρογραμμάτιστες ενέργειες που δεν ακολουθούσαν κάποιο σχέδιο, ενώ στη διάρκεια του τριημέρου είχαν την αγωνία να μη μετατραπεί το Πολυτεχνείο από επίκεντρο του ξεσηκωμού σε φάκα για τους αγωνιστές που κινδύνευαν με συλλήψεις, βασανιστήρια κτλ. Συνεπώς είχε μια βάση ο προβληματισμός που έμπαινε να απαγκιστρωθεί το δυναμικό της οργάνωσης, για να μην αποδεκατιστεί από τα έμπειρα, πρωτοπόρα στελέχη του.

Αυτό το σκεπτικό ήταν σωστό, αλλά δεν οδηγούσαν σε σωστά συμπεράσματα, στη δεδομένη συγκυρία, με τη δυναμική που είχαν πάρει τα πράγματα. Και αυτό δεν είναι εύκολο να το εκτιμήσουν νέοι σύντροφοι χωρίς πείρα και σε συνθήκες σκληρής παρανομίας -για παράδειγμα υπήρχαν τέσσερις ομάδες μελών της ΚΝΕ στο Πολυτεχνείο, αλλά δε γνωρίζονταν μεταξύ τους για λόγους περιφρούρησης! Ούτε είναι εύκολο να το εκτιμήσει η οργάνωση, αν δεν υπάρχει ένα καθοδηγητικό κέντρο μέσα ή έστω κοντά στις εξελίξεις του αγώνα, για να υπολογίσει τις καμπές των γεγονότων και να διαμορφώσει ευέλικτα τη γενική κατεύθυνση. Και δε θα μπορούσε να είναι εκεί, στις δεδομένες συνθήκες.

Ο λαϊκός παράγοντας, όμως, αποκτά ριζοσπαστική συνείδηση και την ατσαλώνει μες στους αγώνες και τα ξεσπάσματα της οργής του. Σε τέτοιες κορυφώσεις, σε τέτοια σπουδαία γεγονότα, ξεπενρά αναστολές χρόνων, δείχνει απαράμιλλο ηρωισμό, συνειδητοποιεί τις δικές του δυνατότητες και τους στόχους του. Ο ρόλος αυτών των αγώνων είναι αναντικατάστατος για την προώθηση του στρατηγικού σκοπού, ακόμα και αν γνωρίσουν την ήττα και οδηγήσουν σε ένα πρόσκαιρο πισωγύρισμα. Η άνοδος της ριζοσπαστικής διάθεσης και της συνειδητοποίησης δεν περνάει μόνο από κάποιες μικρές νίκες στο σήμερα και τις επιμέρους κατακτήσεις τους. Ενίοτε περνάει και μέσα από κάποιες «μικρές ήττες», που μπορεί να είναι γόνιμη και χρήσιμη ιστορική πείρα, προτιμότερη από κάποιες επισφαλείς νίκες.

Ακόμα και αν πάρουμε ξεχωριστά το κομμάτι της περιφρούρησης, μια οργάνωση έχει περισσότερες δικλίδες ασφαλείας για τα στελέχη και τους παράνομους πυρήνες της, όταν συνδέεται με το μαζικό κίνημα, από το οποίο θα ξεπηδήσουν ασφαλώς τα νέα στελέχη και οι πολύτιμες εφεδρείες που θα καλύπτουν με το παραπάνω τα κενά από τις συλλήψεις κτλ -ακόμα και οι σύντροφοι που πέφτουν στα χέρια του εχθρού, μπορεί να γεννήσουν δεκάδες αγωνιστές με την ηρωική τους στάση και το παράδειγμά τους. Και αυτό δεν είναι ρομαντική φλυαρία, αλλά θέση αρχής με απόλυτη πρακτική αξία.

Σε κάθε περίπτωση, το βασικό συμπέρασμα είναι πως αυτά τα ξεσπάσματα μπορεί να προκύψουν προτού... «ωριμάσουν οι συνθήκες», χωρίς να υπάρχει επαναστατική κατάσταση και γενικευμένη κρίση του συστήματος. Το βασικό ζητούμενο για τους κομμουνιστές είναι να μάθουν τι πρέπει να κάνουν σε αυτές τις περιπτώσεις, εξετάζοντας κριτικά την πείρα τους, χωρίς καμία διάθεση αυτομαστιγώματος. Εξάλλου υπάρχει αρκετή θετική πείρα -και αναφέρω ενδεικτικά τα Τέμπη, ως πρόσφατο παράδειγμα. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που χωράνε αρκετό αναστοχασμό, στο φως αυτής της γενικής ιδέας.

Φτάνουμε στην κατακλείδα. Η έκδοση της ΚΕ είναι ένα χρήσιμο «εγχειρίδιο» για τους επαναστάτες και η ύλη της φεύγει σχετικά εύκολα. Δεν έχει όμως εύκολη κριτική και αβασάνιστα συμπεράσματα, που δεν απαιτούν ενεργή σκέψη από τους αναγνώστες. Όποιος δε νιώθει έτοιμος για κάτι τέτοιο, μπορεί να ξεφυλλίσει απλά το Λεύκωμα της ΚΝΕ, που έχει πολλές φωτογραφίες και μικρά συνοδευτικά κείμενα -σαν τα ταμπλό μιας πολιτικής έκθεσης στο Φεστιβάλ. Και αν δεν είναι ικανός ούτε για αυτό, ας περιοριστεί στο τελευταίο Αστερίξ, που είναι μακράν το καλύτερο στη μετα-Γκοσινί εποχή.



Τρίτη 4 Απριλίου 2017

Το γαρ πολύ της θλίψεως...

...γεννά παραφροσύνη, λέει ο θυμόσοφος, κυρίαρχος λαός. Αλλά πίσω από τους παράφρονες πρέπει να βλέπεις τους σκοπούς που υπηρετούν, για να μην καταλήξεις σε μια συνωμοσιολογική αντίληψη της ιστορίας, όπου όλα οφείλονται στη δράση ενός τρελού -όπως κάνει η αστική ιστοριογραφία με το Χίτλερ και το δεύτερο παγκόσμιο παγκόσμιο πόλεμο, για να συγκαλύψει την ουσία.

Ένας δεύτερος συνδετικός κρίκος με το ναζισμό είναι πως κάποιοι φαίνεται να έχουν ζηλέψει τις προπαγανδιστικές μεθόδους του Γκέμπελς: πες-πες κάτι θα μείνει. Δεν τους ενδιαφέρει η ουσία, η στοιχειώδης επαφή με τα πραγματικά γεγονότα και τα λογικά επιχειρήματα, αλλά οι εντυπώσεις, η δημιουργία ενός ακατανίκητου -λόγω βλακείας- στερεότυπου δια της διαρκούς επανάληψης. Πόσοι θα μπουν άλλωστε στον κόπο να ελέγξουν τα γραπτά και την αξιοπιστία τους;

Ο Σβέρκος της ΕφΣυν πχ έχει καυτό ρεπορτάζ, με όλες τις συγκλονιστικές λεπτομέρειες, που δείχνουν ότι οι αναγνώστες του ψώνισαν από σβέρκο. Λένε πως στη σοβιετική πολιτική ιεραρχία, όταν κάποιος έπεφτε σε δυσμένεια, υπήρχε το έθιμο να τον απομακρύνουν με εύσχημο τρόπο από τα κέντρα αποφάσεων και να τον στέλνουν πρεσβευτή στο εξωτερικό. Προφανώς ο Συριζαίος γραφιάς είχε κάτι αντίστοιχο στο μυαλό του για την ΚΕΟΕ -που τα μέλη της συμμετέχουν στις συνεδριάσεις της κετουκε- χωρίς να μπει καν στον κόπο να διαβάσει στο καταστατικό το ρόλο της. Κι έτσι έγραψε -ουσιαστικά- για κάτι σαν υποβιβασμό της Κατροδαύλη -που ήταν στην απερχόμενη ΚΕ και τώρα εκλέχτηκε στην ΚΕΟΕ. Εν τω μεταξύ, το ίδιο ακριβώς συνέβη πχ και με τον Νταγκουνάκη, αλλά δε θα μάθουμε ποτέ γιατί αυτός δεν απασχόλησε το γραφιά της ΕφΣυν με αντίστοιχα σενάρια.

Το παπαγαλάκι "αποκαλύπτει" γαργαλιστικές, πουλιτζερικές λεπτομέρειες από την τοποθέτηση της Κατροδαύλη, που βάσει σεναρίου είναι κάτι σαν μετεμψύχωση της εργατικής αντιπολίτευσης και της Αλεξάνδρας Κολοντάι, πιστεύοντας πως τα συνδικάτα είναι το βασικό επαναστατικό υποκείμενο -και το κόμμα τα καθοδηγεί. Παράλληλα, κάνει κριτική στην κετουκε γιατί έχει στρογγυλεμένες θέσεις για τον πόλεμο, και μόνο αυτή μαζί με μερικά ακόμα στελέχη υποστηρίζουν τελικά την εφαρμογή του προγράμματος που ψήφισε το 19ο Συνέδριο.

Φως φανάρι λοιπόν ότι αυτή η διαφοροποίηση της στοίχισε την απομάκρυνση από μια ΚΕ που ναι μεν ακολουθεί σεχταριστική, αριστερίστικη πολιτική (αν πιστέψουμε άλλες αναλύσεις της ΕφΣυν), αλλά κατά βάθος είναι δεξιά ή έστω κεντριστική. Γι' αυτό κι η Κατροδαύλη παρέμεινε στα όργανα, καθώς δε θέλησε να δώσει συνέχεια το περιβάλλον του Κουτσούμπα. Το οποίο πρέπει να είναι κάτι σαν άυλο πνεύμα, που μόνο ειδικοί κουκουεδολόγοι έχουν επαφή μαζί του, αλλά την κρίσιμη στιγμή μπαίνει ένα σύννεφο μπροστά τους, και θολώνει την εικόνα (ρίξε ένα διακοσάρικο). Μπορεί να 'χουν βγάλει και τη σχολή αστροπαιδείας που πιστοποίησε πρόσφατα η ΔΦΑ.

Για την ιστορία, μπορείτε να διαβάσετε εδώ την απάντηση-διάψευση της Ελένης Κατροδαύλη. Αλλά το θέμα δεν είναι προφανώς προσωπικό, ούτε σχετικό με δεξιές και αριστερές "αποκλίσεις". Σημασία έχει να αξιοποιηθεί κάθε πρώην -αν έχει πεθάνει για να μην μπορεί να βγάλει διάψευση απ' τον τάφο του, τόσο το καλύτερο- και μη, για να εμπεδώσει ο αναγνώστης το έτοιμο συμπέρασμα πως στο ΚΚΕ γίνεται κακός χαμός και συντροφικά μαχαιρώματα -σε αντίθεση πχ με διάφορα αστικά κόμματα, που συνεχίζουν ομαλά τη "δημοκρατική", φραξιονιστική λειτουργία τους. Ο Ηλιόπουλος, ο Μαμάης από τους ΕΒΕ, ο Σκιαδιώτης από το συνδικαλιστικό, κοκ. Εδώ την προηγούμενη φορά, είχαν αξιοποιήσει τον Τσίγκα, που δεν εκλέχτηκε στην ΚΕ του 19ου συνεδρίου, προφανώς γιατί έπασχε από καρκίνο κι ένα χρόνο μετά έχασε τη μάχη με την επάρατο. Τότε άλλαξε το τροπάριο κι έγινε πως τον Τσίγκα τον έφαγε ο καημός από την κατάσταση στον 902 κι η πολιτική της ηγεσίας. Όλα μαζί στο μίξερ, μαζί με την κοινή λογική και τη νοημοσύνη μας.

Υπάρχουν όμως και πιο αριστερά δεκανίκια, που ρίχνουν νερό στο μύλο της κουκουεδολογίας. Για την ακρίβεια "νεο-αριστερά". Ο αρθρογράφος του Πριν είχε έτοιμα από πριν τα συμπεράσματά του και προσάρμοσε σε αυτά τα γεγονότα, χωρίς να τον απασχολεί αν οι εκτιμήσεις του παίζουν μπουνιές με την πραγματικότητα ή και μεταξύ τους ακόμα, πχ στο ζήτημα της αποδέσμευσης από την ΕΕ.

Το κείμενο του Πριν σχολιάζει πως η εισήγηση της ΚΕ (κι όχι του Κουτσούμπα όπως γράφει) υποτιμά την καπιταλιστική κρίση, τη διεθνή της διάσταση και τους συγκλονιστικούς κοινωνικούς αγώνες που αναπτύσσονται. Σημειώνει πως δεν περνά απαρατήρητη η αποστασιοποίηση του ΚΚΕ από το αντι-ΕΕ μέτωπο, που το διαφοροποιούσε από τον Σύριζα, κι εξετάζει το ενδεχόμενο εξόδου από την ΕΕ ως αρνητική πιθανότητα (αποπομπή ή αποδέσμευση από αστική σκοπιά) κι όχι ως στόχο πάλης. Παρακάτω βέβαια αναγκάζεται να αναγνωρίσει πως το ΚΚΕ θέτει ως προμετωπίδα του το σύνθημα της εξόδου από την ΕΕ, αλλά το ταυτίζει με την ανατροπή της αστικής εξουσίας.

Εντάξει τώρα, μην αφήνεις ποτέ μια προμετωπίδα να σου χαλάσει μια ωραία ιστορία και ένα έτοιμο συμπέρασμα. Δεν ξεγελιέται ο αρθρογράφος του Πριν από τέτοια τεχνάσματα. Όσο για τη σύνδεση-ταύτιση του στόχου με την ανατροπή της αστικής εξουσίας, τη σχολιάζει αρνητικά, και τουλάχιστον μας απαλλάσσει από την ανάγκη να αποδείξουμε πως η δική του γραμμή κινείται μακριά από αυτήν τη λογική. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο που διαχωρίζει το κόμμα από κάθε λογής οπορτουνιστική ανάλυση-επεξεργασία.

Τα καλύτερα όμως έρχονται στη συνέχεια.
Στην Εισήγηση φαίνεται και μια προσπάθεια αποστασιοποίησης από τα πειράματα με την αγορά σε Β. Κορέα, Βιετνάμ, Κούβα, αλλά και τη συμμετοχή σε κυβερνήσεις στο έδαφος του καπιταλισμού. Εντύπωση προκαλεί ότι αναφέρεται σαν αρνητικό παράδειγμα η Βενεζουέλα και όχι η Πορτογαλία, η Ν. Αφρική και η Κύπρος, τα ΚΚ των οποίων έστειλαν μήνυμα στο συνέδριο.
Τι εννοεί ο ποιητής; Ότι στην εισήγηση υπάρχει κάποια αιχμή που στοχεύει ειδικά την μπολιβαριανή διαδικασία στη Βενεζουέλα, αλλά βγάζει λάδι το Πορτογαλικό ΚΚ για τη στήριξή του στην αστική κυβέρνηση της χώρας του; Κι αυτό συνέβη επειδή άλλα κόμματα έστειλαν χαιρετιστήρια μηνύματα -για να μας καλοπιάσουν ίσως- ενώ το ΚΚ Βενεζουέλας όχι;

Κι αυτό τότε τι είναι;
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Βενεζουέλας ευχαριστεί το ΚΚΕ για τη συνεπή αλληλεγγύη που εκφράζει στην πάλη του βενεζουελάνικου λαού. Ταυτόχρονα, επιβεβαιώνουμε τη δέσμευσή μας για την περαιτέρω ενίσχυση των δεσμών ενότητας και συνεργασίας των κομμάτων μας στο πλαίσιο του προλεταριακού διεθνισμού.

Μήπως όμως ο αρθρογράφος δεν πρόλαβε να το δει και να το συμπεριλάβει στα υπόψη; Μα αφού το μήνυμα ανέβηκε στον 902 Τετάρτη, ενώ το κείμενο του Πριν σχολιάζει την εισήγηση της Κετουκε, που έγινε την Πέμπτη. Δε γίνεται να το χάσεις, είναι ακριβώς πάνω από το μήνυμα του κόμματος από το Μπαχρέιν με το (ολίγον καλτ) όνομα "Προοδευτικό Βήμα" και το (εξίσου καλτ) πρωτότυπο σήμα.
Μήπως υπολόγιζε τότε ότι κανείς από τους αναγνώστες του δε θα έμπαινε στη διαδικασία να ελέγξει την αξιοπιστία όσων γράφει και θα τα κατάπινε αμάσητα; Τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα λοιπόν.

Εξίσου όμορφος είναι και ο επίλογος του κειμένου, που προσπαθεί να δημιουργήσει εντυπώσεις με την παρουσία του Βούτση (υπάρχει και συνοδευτική φωτογραφία του που παραπέμπει σε αίθουσες κινηματογράφου), "λίγες μέρες μετά τη φιέστα-καπηλεία του Μπελογιάννη".
Ο Βούτσης βρέθηκε βέβαια ως Πρόεδρος της Βουλής, όχι ως εκπρόσωπος του Σύριζα. Ενώ υπάρχει στο ίδιο φύλλο του Πριν κείμενο που αποτιμά διαφορετικά τα γεγονότα της Αμαλιάδας. Δε βαριέσαι όμως, εκεί θα κολλήσουμε τώρα; Η δουλειά να γίνεται...

Το βαρύ πυροβολικό όμως ήταν το κείμενο του Μαυροειδή στην Παντιέρα. Που επειδή δεν είχε κάτι να πει για τον κρίκο της ΕΕ, πιάνει την αλλαγή νομίσματος, διαστρεβλώνει κατάφωρα την εισήγηση, ως γράμμα και πνεύμα, και στην ουσία υπερασπίζεται άκριτα τον ευρωσκεπτικισμό της ΛαΕ και τον κρίκο της εξόδου από την Ευρωζώνη, για να καταλήξει στο συμπέρασμα πως το ΚΚΕ μας προτρέπει-νουθετεί: μέσα στην ευρωζώνη και στην ΕΕ είναι καλύτερα...

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως ο Χατζηστεφάνου -που παίρνει γραμμή από τα μπιλιετάκια της ΛαΕ- παραπέμπει στο Infowar σε αυτό ακριβώς το κείμενο του Μαυροειδή, για να "αποδείξει" ότι το ΚΚΕ είναι συστημικό κι ευθυγραμμίζεται με τ' άλλα αστικά κόμματα στο ζήτημα του ευρώ. Οκτώ κόμματα μία πολιτική, είναι ο βαρύγδουπος τίτλος που επιλέγει. Παράλληλα, η δημοσιογραφική δεοντολογία του Χατζηστεφάνου του επιτάσσει να μαρκάρει τη φράση "εισήγηση της ΚΕ του ΚΚΕ" με σύνδεσμο που δεν οδηγεί στο κείμενο της εισήγησης, αλλά στο παραπάνω κείμενο του Μαυροειδή.

Αν μπορεί να βγει ένα συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι πως το ΝΑΡ -αριστερό, δεξιό και "όλον ΝΑΡ", δεν έχει καμία διαφορά στην πράξη- μπαίνει στην υπηρεσία του ευρωσκεπτικισμού και παίζει το βρώμικο παιχνίδι της Λαφαζανικής Ενότητας (στην οποία είναι πρόθυμοι να αξιοποιήσουν ακόμα κι αστικές αναλύσεις, όπως ένα κείμενο του Κοττάκη), με την οποία πλέον ευθυγραμμίζεται και σε πιο "απλά" ζητήματα, πχ για το Μουσείο Μπελογιάννη και την πολεμική στο ΚΚΕ, αλλά και σε προγραμματικό επίπεδο -εφόσον η έξοδος από την Ευρωζώνη νοείται ως αυτόνομος τακτικός κρίκος.

Περισσότερα για αυτά όμως, στο αυριανό σημείωμα.

Αντί επιλόγου, μπορείτε να διαβάσετε:
-τη σύνθεση του νέου ΠΓ, που είναι πιο νεανικό από ποτέ, με αρκετή "τηλεοπτική πείρα" (αν αυτό παίζει κάποιο ρόλο για την έξωθεν μαρτυρία και τις επικοινωνιακές τους ικανότητες) και με μεγάλο βαθμό ανανέωσης, που κινείται γύρω από τους παλιούς γραμματείς της ΚΝΕ. Δεν εκλέχτηκε στο ΠΓ ο πρώτος γραμματέας της ΚΝΕ, Δ. Γόντικας, ενώ εκλέχτηκαν για πρώτη φορά ο Πρωτούλης και ο Χιώνης. Και μαζί τους ο Μάκης Παπαδόπουλος, που ήταν ήδη υπεύθυνος των τμημάτων Οικονομίας και Ιδεολογίας της κετουκε, οπότε ήταν μάλλον αναμενόμενη η ανάδειξή του.

-την ανακοίνωση του κόμματος για την έκρηξη στο μετρό του Λένινγκραντ. Πετρούπολη είναι μία και δεν είναι αγία, αλλά κόκκινη, με κόκκινο δήμαρχο, στα δυτικά της Αθήνας.

-και την τελική ομιλία του ΓΓ, στο κλείσιμο του πρώτου θέματος του Συνεδρίου (από το πρωτότυπο και χωρίς υπογραμμίσεις ή ερμηνείες τρίτων), που έχει πολλά, ζουμερά κι ενδιαφέροντα σημεία.

Κυριακή 2 Απριλίου 2017

Συνεδριολογίες

Σήμερα ολοκληρώνονται αισίως οι εργασίες του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΕ. Όλοι όσοι αντιμετώπισαν το προηγούμενο -19ο- προγραμματικό του συνέδριο κάπως σαν το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (παρά ένα δεν τους έκατσε η σημειολογία), έδωσαν ρέστα "πολιτικής κριτικής" τις τελευταίες μέρες.

Ιδίως την πρώτη μέρα του συνεδρίου, όπου αξιολόγησαν ως πιο σημαντικό γεγονός την παρουσία του Πέτρου Κόκκαλη στο πρώτο ανοιχτό μέρος του συνεδρίου, αν και ο Π.Κ. α) ήρθε -και πέρασε βασικά απαρατήρητος- ως δημοτικός σύμβουλος Πειραιά κι όχι με ειδική προσωπική πρόσκληση β) δεν του πήρε δηλώσεις ο 902 γ) έχει δεδομένη κοινωνική θέση, αλλά είναι μάλλον σεμνός και με ειλικρινή σεβασμό στα ζητήματα που άπτονται με το κόμμα και την ιστορία του συνονόματου παππού του (που ήταν υπουργός στην κυβέρνηση του βουνού).

Την πρώτη μέρα έσπασε και το "άβατο" της έδρας της ΚΕ στον Περισσό για τους Συριζαίους, με την παρουσία του Βούτση -ως προέδρου της Βουλής- που ανακοινώθηκε από το προεδρείο για να ακολουθήσει... πώς λέμε "θυελλώδικα χειροκροτήματα"; Καμία σχέση.
Είχαμε και μερικές εκπλήξεις, όπως ο Δρογώσης κι ο Αριστείδης Καμάρας, παλαίμαχος του ΠΑΟ, που ομολογώ πως δεν του το 'χα, μάλλον γιατί τον είχα συνδέσει λανθασμένα με το Ουέμπλεϊ, τη χούντα κι όλα τα συμπαρομαρτούντα.

Η πιο συγκινητική στιγμή ήταν αναμφισβήτητα η ανακοίνωση των ονομάτων των μελών της ΚΕ, κομματικών στελεχών κι αγωνιστών, που έφυγαν από τη ζωή στο μεσοδιάστημα από το προηγούμενο συνέδριο: Τσίγκας, Κολοζόφ, Χουρμουζιάδης, Λιαπάτης και πολλοί άλλοι -δεν τους αναφέρω όλους, τα ονόματα είναι απλώς ενδεικτικά.

Το ζουμί πάντως βρισκόταν στην εισήγηση της απερχόμενης ΚΕ, που είχε ουσιαστικές παρατηρήσεις και πολλά ενδιαφέροντα σημεία, από τα οποία ξεχωρίζω και μεταφέρω τα εξής:

-τα πολύ υψηλά ποσοστά συμφωνίας με τις θέσεις (πάνω από 99%) στο κόμμα και την ΚΝΕ. Τη σημείωση πως το κριτήριο της συμφωνίας δεν είναι γενικό κι αόριστο. Τη βελτίωση της ταξικής, κοινωνικής σύνθεσης των οργανωμένων μελών -περισσότερα μέλη από την εργατική τάξη- και την αύξηση του αριθμού των γυναικών.

-ότι οι θέσεις έφτασαν σε 80 χιλιάδες κόσμου -με τη διακίνηση των φύλλων του Ριζοσπάστη- ενώ στις διάφορες συσκέψεις και παρουσιάσεις των θέσεων συμμετείχαν πάνω από 20 χιλιάδες φίλοι και μέλη.

-το βασικό τρίπτυχο α) η ανασύνταξη του εργατικού κινήματος και η κοινωνική συμμαχία β) η πάλη ενάντια στον πόλεμο και τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς γ) ο στρατηγικός στόχος της εξουσίας
που περιγράφει κι ιεραρχεί εύστοχα τα καθήκοντα του κόμματος.

-ότι χρειάζεται να ερμηνεύουμε καλύτερα τις τρέχουσες εξελίξεις, τη συγκυρία. Ότι η ριζοσπαστικοποίηση των αγώνων και των συνειδήσεων δεν έρχεται αυτόματα, όταν προσθέτουμε το στόχο της εξουσίας -που μπαίνει ως άμεσο σύνθημα μόνο σε επαναστατική περίοδο. Κι ότι αυτό το καθήκον δεν πρέπει να κατανοείται απλουστευμένα και συνθηματολογικά, πρέπει να εξειδικεύουμε τις θέσεις μας και να μη χρησιμοποιούμε γενικά κι αφηρημένα συνθήματα.

-ότι βλέπουμε τη συμμαχία από τη σκοπιά της στρατηγικής με σκοπό την απόσπαση μαζών από το ρεφορμισμό και τις γραφειοκρατικές, συνδικαλιστικές ηγεσίες. Ότι η οικοδόμηση της κοινωνικής συμμαχίας συναρτάται από/με την ευθύνη και την πολιτική ευαισθησία του κόμματος. Ότι δεν πρέπει να περιορίζουμε τη συμμαχία και τον τρόπο που την κατανοούμε στις ήδη υπάρχουσες κοινωνικές συσπειρώσεις, όπου δρουν οι κομμουνιστές, που είναι απλώς το πρόπλασμά της. Ότι οι Λαϊκές Επιτροπές δεν πρέπει να λειτουργούν ως απλές κινήσεις πολιτών, χωρίς να συνδέονται οργανικά με τα σωματεία και το εργατικό κίνημα.

-Ότι χρειάζεται επικαιροποίηση του διεκδικητικού πλαισίου πάλης μέσα από ειδικό σώμα για την κοινωνική συμμαχία και αντίστοιχες διαδικασίες για τους ΕΒΕ και τους αγρότες. Ότι πρέπει να ολοκληρωθεί η μελέτη για την ταξική σύνθεση της ελληνικής κοινωνίας -η οποία νομίζω πως δεν είναι μια δουλειά που γίνεται μια κι έξω, αλλά καθήκον διαρκείας, καθώς καταπιάνεται με μεγέθη που μεταβάλλονται στο χρόνο.

-Ότι τα στελέχη δεν πρέπει να βλέπουν με καχυποψία και να μην αξιοποιούν τους συντρόφους με τους οποίους έχουν κάποιες διαφωνίες. Ότι οι τομεακές επιτροπές είναι κρίσιμος κρίκος ακριβώς για την εξειδίκευση των θέσεων σε κάθε τομέα, χωρίς αυτό να απαλλάσσει τα ανώτερα καθοδηγητικά όργανα από τις ευθύνες τους.

-ότι οι κομμουνιστές πρέπει να οξύνουν τα διάφορα μέτωπα πάλης και να οξύνουν τα όποια ρήγματα.
-ότι χρειάζεται ένταση της αντιπολεμικής πάλης, της πάλης για αποδέσμευση από το ΝΑΤΟ, την ΕΕ, από όλους τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς.
-ότι πρέπει να βάλουμε στην προμετωπίδα το σύνθημα της αποδέσμευσης από την ΕΕ, τονίζοντας παράλληλα ποιος πρέπει να έχει τα κλειδιά της οικονομίας σε αυτήν την περίπτωση.
-ότι μια απλή αλλαγή νομίσματος, χωρίς ριζικές αλλαγές σε επίπεδο εξουσίας, θα χτυπήσει το λαϊκό εισόδημα, κι είναι συνεπώς κοροϊδία να προβάλλεται ως κρίκος.

-η αναφορά στη μεγαλύτερη εμπλοκή της ελληνικής αστικής τάξης στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, τη "γεωστρατηγική αναβάθμιση" της Ελλάδας, τη συμμετοχή της σε επιχειρήσεις για τη μοιρασιά της λείας των αγορών, τις ΑΞΕ από την Ελλάδα στο εξωτερικό.

-Ότι η παγκόσμια οικονομική κρίση είναι σχεδόν συγχρονισμένη, αγγίζει όμως και οικονομίες, όπως η κινέζικη, που δεν έχει αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά είδε το αντίστοιχο ποσοστό της να έχει σαφώς πτωτική τάση.

-η αναφορά στις παρακαταθήκες της κουβανικής επανάστασης που κρατάμε ζωντανές στη μνήμη μας (εννοώντας πιθανότατα ότι δεν είναι ζωντανές, υπαρκτές στη σύγχρονη πραγματικότητα).
-η αναφορά στην οικογενειοκρατία και τον Κιμιλσουνγκισμό-Κιμγιονγκ-υλισμό της Κορέας -που δεν έχει σχέση με το διαλεκτικό υλισμό και το σοσιαλιστικό όραμα.

-η απάντηση στο αστικό ιδεολόγημα της προβολής των κατακτήσεων του περασμένου αιώνα ως υπερβολικών, τη στιγμή που σήμερα έχουμε τεχνικά τις δυνατότητες να πετύχουμε πολύ περισσότερα

Ίσως κάποια σημεία χάνουν στη μεταφορά, συνεπώς ενδείκνυται -και βασικά επιβάλλεται- ο αναγνώστης να διαβάσει το πρωτότυπο, για να βγάλει ολοκληρωμένα συμπεράσματα. Ακόμα κι έτσι όμως γίνεται φανερή η γενική κατεύθυνση, που είναι καθαρή και δεν επιδέχεται διαστρεβλώσεων -από αυτές που ευδοκιμούν στο μαγικό υπόκοσμο του διαδικτύου.

Όσο για τους πανομοιότυπους πρωτοσέλιδους τίτλους του Ρίζου για το συνέδριο τις τελευταίες μέρες (αύριο ξεκινά, σήμερα ξεκινά, χτες ξεκίνησε), αφενός είναι πολύ προτιμότεροι από τους 'εμπορικούς' τίτλους και τις κριτικές, που προεξοφλούν το συμπέρασμα για ένα συνέδριο, προτού καν διαβάσουν τις επεξεργασίες του και δουν τι θα γίνει. Αφετέρου όμως αναδεικνύουν ένα σημαντικό ζήτημα: ότι η αύξηση της κυκλοφορίας του Ριζοσπάστη και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για αυτή, δεν μπορεί να συζητιούνται ξεκομμένα από την ανάγκη ριζικής βελτίωσης του περιεχομένου -ή έστω της μορφής που παίρνει το τελευταίο.

Στον επίλογο της ανάρτησης, μπορείτε να δείτε εδώ τη σύνθεση της νέας ΚΕ και ΚΕΟΕ που εκλέχτηκε στο συνέδριο, κι εδώ τη σύνθεση των αντίστοιχων οργάνων στο προηγούμενο συνέδριο, για να γίνουν οι απαραίτητες συγκρίσεις.
Η νέα ΚΕ έχει έξι μέλη περισσότερα, μερική ανανέωση με νέα στελέχη -αρκετά από αυτά γνωστά από το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα- και κάποιες επιστροφές, όπως πχ του Μεντρέκα, που δεν ήταν στην προηγούμενη ΚΕ.

Αναμένουμε με ενδιαφέρον η ανακοίνωση και για τη σύνθεση του νέου ΠΓ.

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

Η απόφαση για την εργατική τάξη

Η κε του μπλοκ αντιγράφει κάποια επιλεγμένα αποσπάσματα, με ειδικό ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μου, από την απόφαση της ευρείας ολομέλειας της κετουκε για το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα και την κομματική οικοδόμηση, με κάποια λιγοστά σχόλια και χωρίς ιδιαίτερες αξιολογικές κρίσεις (αν και η επιλογή αποσπασμάτων αποτελεί από μόνη της μια έμμεση μορφή αξιολόγησης).


Είναι ενδιαφέρουσα καταρχάς η εκτίμηση πως «διευρύνθηκαν οι γραμμές της εργατικής τάξης με νέα τμήματα από κατεστραμμένα μεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού» ενώ «περισσότερα τμήματα μεσαίων στρωμάτων προσεγγίζουν την εργατική τάξη (κι) αυξάνονται οι μισοπρολετάριοι». Αυτή η εξέλιξη όμως συνδέεται με νέα τμήματά της που είτε είναι άπειρα είτε έχουν μικροαστικές αντιλήψεις.
Η απόφαση αναγνωρίζει πως από το κόμμα υπήρχε μια σχετική θεωρητική πρόβλεψη για τα όρια της καπιταλιστικής ανάπτυξης, την επερχόμενη κρίση (…) και μια ορισμένη προετοιμασία των κομματικών δυνάμεων για πιο δυναμικούς αγώνες και οξυμένη ταξική πάλη, καθώς είχαμε να αντιμετωπίσουμε στρατηγικής σημασία για το σύστημα μέτρα που δεν ήταν συνηθισμένα μέτρα λιτότητας. Παράλληλα όμως πρέπει να εξετάσουμε καλύτερα και τη δική μας δουλειά και να προβληματιστούμε, αν θα μπορούσαμε να είχαμε πιο ουσιαστικά αποτελέσματα στην κομματική οικοδόμηση και στο συσχετισμό μέσα στο κίνημα. Αν μπορούσαν οι αγώνες να βάλουν επιπλέον εμπόδια στην υλοποίηση της αντιλαϊκής επίθεσης. Χρειάζεται, γι' αυτό, να εμβαθύνουμε περισσότερο στις βασικές αιτίες αυτών των δυσκολιών και να δούμε πιο προσεκτικά τις δικές μας αδυναμίες και καθυστερήσεις:

Σε σχέση με τις υποκειμενικές αδυναμίες σημειώνεται σε κάποιο σημείο πως μολονότι σε προηγούμενες συλλογικές διαδικασίες (Πανελλαδική Συνδιάσκεψη «για τη δουλειά του Κόμματος στην εργατική τάξη και το συνδικαλιστικό κίνημα», 19ο Συνέδριο) έχουν συζητηθεί και ξεκαθαριστεί αρκετά ζητήματα για τη δουλειά στο μαζικό κίνημα, συνεχίζουν να εκδηλώνονται μια σειρά προβλήματα, συγχύσεις ή να επανέρχονται ζητήματα που υποτίθεται ότι είναι θεωρητικά λυμένα κι έτσι δημιουργούνται δυσκολίες στη δράση μας. Αναγνωρίζεται βέβαια ότι οι σχέσεις Κόμματος-Συνδικάτων ιστορικά δεν ήταν ποτέ ένα απλό και εύκολο ζήτημα και τα σχετικά ζητήματα που προκύπτουν δεν πρέπει να απολυτοποιούνται και να τα προσεγγίζουμε στατικά.

Και πιο κάτω επισημαίνεται πως «τα πιο σοβαρά προβλήματα έχουν τη ρίζα τους στο ότι δεν έχουμε ακόμα, αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο, απαλλαγεί από τις συνέπειες προηγούμενων προγραμματικών θέσεων κι αντιλήψεων και σε δυσκολίες αφομοίωσης του σύγχρονου Προγράμματος, της επαναστατικής στρατηγικής του Κόμματος, σε συνδυασμό φυσικά με τις σύνθετες εξελίξεις που έφεραν η κρίση, η όξυνση των αντιφάσεων του καπιταλιστικού συστήματος, η επεξεργασμένη στρατηγική του κεφαλαίου απέναντι στην εργατική τάξη και το κίνημά της».
Τις λαθεμένες αντιλήψεις τις βρίσκουμε κάθε μέρα μπροστά μας, επιδρούν και στις δυνάμεις μας. Είναι κυρίαρχη γραμμή σε όλες τις Ομοσπονδίες των πρώην ΔΕΚΟ (ΔΕΗ, ΟΤΕ), Πετρέλαια, Τράπεζες, Λιμάνια, ΟΤΑ, μεγάλα εργοστάσια και στους εργαζόμενους στη Δημόσια Διοίκηση, τις οποίες συστηματικά υπερασπίζεται ο εργοδοτικός και κυβερνητικός συνδικαλισμός και ο ρεφορμισμός - οπορτουνισμός.
Οι πάγιες απόψεις τους για την «ενότητα στο πρόβλημα», «περί μερικών αγώνων» εξελίσσονται, μετατρέπονται σήμερα σε υπεράσπιση της «δημόσιας περιουσίας» απέναντι στις «ιδιωτικοποιήσεις», της «παραγωγικής ανασυγκρότησης», της «ρύθμισης του χρέους», της «εθνικοποίησης των τραπεζών», του «δικού μας εργοδότη», κ.ά.

Στις αντικειμενικές δυσκολίες συπεριλαμβάνεται ο σχεδιασμός και οι παρεμβάσεις των διάφορων ρεφορμιστικών και οπορτουνιστικών δυνάμεων, που ο βασικός τους πυρήνας αποτελείται, από πρώην μέλη και στελέχη του ΚΚΕ, του ΣΥΡΙΖΑ που βρίσκονται στη ΛΑΕ, στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στον Εργατικό Αγώνα και αλλού και επιχειρούν να διαμορφώσουν ένα νέο ρεφορμιστικό - οπορτουνιστικό ρεύμα με επιφανειακή κριτική στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αλλά σε κοινό αντι- ΚΚΕ και αντι- ΠΑΜΕ μέτωπο, συχνά σε συνεργασία με τον κλασικό εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό στον οποίο ηγούνται ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ, ΜΕΤΑ.

Καταλαβαίνω πολύ καλά τις δυσκολίες και τις συγχύσεις που μπορεί αντικειμενικά να προκαλούνται από την παρουσία και δράση πρώην κομματικών μελών σε ένα χώρο, νομίζω όμως πως η αναφορά στη γνωστή ιστοσελίδα, που δε διαθέτει την παραμικρή κοινωνική βάση-γείωση σε χώρους δουλειάς, τους δίνει δυσανάλογη με το μέγεθός τους σημασία και τους κάνει να αισθάνονται πιο ψηλοί από το μπόι τους, κατά τη λογική «ασχολούνται μαζί μου, άρα υπάρχω».
Σε άλλο σημείο, η απόφαση σημειώνει την ανάγκη για «πιο βαθιά ιδεολογική και πολιτική δουλειά, για να αποκαλύπτονται οι μηχανισμοί εκμετάλλευσης και κυρίως οι όροι για την κατάργησή τους», θεωρώντας πως «εδώ βρίσκεται η ουσία της πολιτικής πάλης, του συνδυασμού της οικονομικής με την πολιτική πάλη, της ενιαίας αντικαπιταλιστικής κατεύθυνσης και οργάνωσης του κινήματος που διεξάγεται από τους κομμουνιστές μέσα στις διαδικασίες του συνδικαλιστικού κινήματος. Εδώ είναι ο βασικός κρίκος σύνδεσης οικονομίας και πολιτικής και η ουσία της ενιαίας αντικαπιταλιστικής κατεύθυνσης και οργάνωσης του κινήματος».
Κι αναγνωρίζει πως «στις σημερινές συνθήκες, δεν είναι εύκολο να συσπειρώνονται σε αυτήν τη γραμμή σταθερά μεγάλες εργατικές μάζες. Αυτό θα γίνεται δυνατό με την οργάνωση της πάλης σε επίπεδο κλάδου και μέσα στα Σωματεία και τους τόπους δουλειάς (…) με την πρωτοπόρα δουλειά του Κόμματος, της ΚΝΕ, των οπαδών του Κόμματος…»

Η πολιτικοποίηση της πάλης και η αλλαγή συσχετισμού στο συνδικαλιστικό κίνημα, που είναι κρίσιμο ζήτημα για το δυνάμωμα της αντικαπιταλιστικής πάλης, απαιτούν πολύ συγκεκριμένη ενασχόληση και εκπαίδευση των στελεχών και μελών μας, ώστε να δρουν αποτελεσματικά, για να απεγκλωβίζονται δυνάμεις από την επιρροή της κυρίαρχης ιδεολογίας και πολιτικής, τις ρεφορμιστικές και οπορτουνιστικές απόψεις, από την επιρροή της εργοδοσίας και του κράτους, να διευκολύνεται η προσέλκυση στη συνδικαλιστική οργάνωση νέων δυνάμεων που σήμερα είναι μακριά από τα Συνδικάτα και την πάλη. Να υπηρετείται η συσπείρωση και ενότητα των γραμμών της εργατικής τάξης σε ταξική γραμμή πάλης, ώστε να κατανοείται μέσα από την πείρα η ανάγκη ρήξης με το κεφάλαιο και τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις (ΕΕ, ΝΑΤΟ), με τις πολιτικές δυνάμεις που στηρίζουν το εκμεταλλευτικό σύστημα. Παλεύουμε για συσπείρωση κι ενότητα της εργατικής τάξης με κατεύθυνση την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, την οργάνωση της παραγωγής και της κοινωνίας με κοινωνική ιδιοκτησία, κεντρικό σχεδιασμό, με στόχο την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών. Δεν είναι εύκολη αυτή η δουλειά, να δουλεύουμε δηλαδή αποτελεσματικά σε αυτήν την κατεύθυνση. Δε γίνεται με γενικά συνθήματα. Πατάμε πάνω στα προβλήματα, αναλύουμε και φωτίζουμε τις αιτίες τους και την κατεύθυνση της λύσης τους. Αποκαλύπτουμε την ταξική τους ρίζα και τα συμφέροντα που συγκρούονται, με βάση τις αναλύσεις του Κόμματος.

Σημαντικό στοιχείο είναι επίσης ο στόχος να οργανωθεί συντονισμένα και καλά σχεδιασμένα πανελλαδικής μορφής πρωτοβουλία συσπείρωσης και κινητοποίησης ανέργων, ένα πολύ δύσκολο στοίχημα, που χρειάζεται φαντασία κι ευελιξία, εκτός από την επιμονή και τη σκληρή δουλειά, για να κερδηθεί.


Προφανώς αυτά δε συμπυκνώνουν ούτε καν περιληπτικά το σύνολο των θέσεων και των ζητημάτων που θίγονται, και πιθανότατα το κάθε σημείο απαιτεί ξεχωριστή, ειδική επεξεργασία. Όμως μπαίνουν στη βάση του μπλοκ, ως αυτά που εγώ ξεχωρίζω, κι ως μια βάση (πιθανής) συζήτησης.

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

Για την απόφαση της ΚΕ

Ο Κυριακάτικος Ρίζος κυκλοφόρησε με το οκτασέλιδο της απόφασης της κετουκε για τις μετεκλογικές εξελίξεις και τον προγραμματισμό δράσης που μας δίνει αφορμή για κάποια σύντομα σχόλια και παρατηρήσεις. Η απόφαση χωρίζεται σε τρία διαφορετικά μέρη κι απ’ όσα μπορώ να θυμηθώ είναι μάλλον η πρώτη φορά που δε δημοσιεύεται μόνο το κομμάτι που αφορά τη μετεκλογική αποτίμηση και την ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας, αλλά ένα συνολικό κείμενο, που εξετάζει τις μετεκλογικές εξελίξεις σε εγχώριο και διεθνές επίπεδο, εστιάζοντας στα άμεσα, πρακτικά καθήκοντα της επόμενης περιόδου.

Στο πρώτο κομμάτι της αποτίμησης γίνονται σωστές επισημάνσεις που αποτυπώνουν και τον προβληματισμό που διατυπώθηκε στις μετεκλογικές συσκέψεις. Μια βασική έλλειψη ωστόσο είναι ότι δεν ασχολείται καθόλου με το ζήτημα της πτώσης στα μεγάλα αστικά κέντρα, που καθήλωσε και το πανελλαδικό ποσοστό.

Μεταξύ άλλων, η απόφαση σημειώνει.
Εμφανίζονται μεγάλες συγχύσεις για την ΕΕ, την ταύτιση της ΕΕ με την Ευρώπη, την έξοδο από την ΕΕ και την Ευρωζώνη, τα οικονομικά - πολιτικά ενδεχόμενα, τις προϋποθέσεις που μπορεί να γίνει επιστροφή σε εθνικό νόμισμα. Δηλαδή, δεν εξηγείται καθαρά ότι είμαστε σταθερά ενάντια στην ΕΕ, στην Ευρωζώνη, επειδή είναι ενώσεις ιμπεριαλιστικές. Στο ζήτημα της αποδέσμευσης από αυτές, πρέπει να προτάσσουμε το ποια τάξη θα το κάνει, σε τι συνθήκες, π.χ. επαναστατικές ή μιας αναδιάταξης των καπιταλιστικών ενώσεων χωρίς άλλες επιπτώσεις, δηλαδή η σημασία που έχει, ποια εξουσία θα την κάνει, για να είναι πραγματικά σε όφελος του λαού κ.λπ.

Δεν είμαι σίγουρος αν ερμηνεύω σωστά τη διατύπωση, πάντως κατά τη γνώμη μου ο στόχος της αποδέσμευσης πρέπει να μπαίνει εμφατικά και να υπογραμμίζεται, χωρίς να αποσυνδεθεί φυσικά από το στρατηγικό στόχο. Είναι σημαντικό τόσο να αποκρούονται κάποια αρνητικά αντανακλαστικά, ο φόβος προς κάθε μορφή ρήξης κι η ταύτιση της ΕΕ με την Ευρώπη, όσο και να αξιοποιηθεί το θολό, αντιφατικό ρεύμα, με τα αντι-ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά, που έχουμε συνηθίσει (κακώς) να λέμε ευρωσκεπτικισμό, και το οποίο εκφράστηκε ως ένα βαθμό και στη δημοψηφισματική επικράτηση του Όχι.

Από το κομμάτι της απόφασης για τις διεθνείς εξελίξεις, που είναι κάπως περιγραφικό, αλλά δεν αποφεύγει να τοποθετηθεί επί της ουσίας, αντιγράφω και παραθέτω, χωρίς να έχω κάτι να προσθέσω, τα εξής αποσπάσματα:
Γνωρίζοντας τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το κομμουνιστικό κίνημα και την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις σύνθετων καταστάσεων, όπως αυτή στη Συρία, ή να ερμηνεύσει με ταξικά κριτήρια τη στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας, είναι αναγκαίο να αξιοποιούμε σταθερά τις αναλύσεις του Κόμματος και να ενημερώνουμε τα Κομμουνιστικά Κόμματα για τις θέσεις μας, να συνεχίσουμε τη διαπάλη για σοβαρά ζητήματα, όπως ο ιμπεριαλισμός ως μονοπωλιακός καπιταλισμός και όχι απλώς ως μια επιθετική εξωτερική πολιτική, οι αιτίες των ιμπεριαλιστικών πολέμων και η στάση των κομμουνιστών, ο ταξικός χαρακτήρας του λεγόμενου «πολυπολικού» κόσμου κ.ά.

Αυτή είναι η κατακλείδα του κομματιού για τις διεθνείς εξελίξεις, αλλά μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι εκτιμήσεις για την κατάσταση στη Συρία, το ρόλο της Ρωσίας και των άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Ίσως γίνομαι κουραστικός, με τη μονότονη επανάληψη, νομίζω όμως πως κάθε καινούρια εξέλιξη, κάθε νέος κρίκος στην όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, υπογραμμίζει την ανάγκη για μια ολοκληρωμένη, θεωρητική επεξεργασία για το παγκόσμιο, ιμπεριαλιστικό σύστημα, που να δίνει στους κομμουνιστές το ερμηνευτικό κλειδί για τη σωστή ανάλυση των πυκνών εξελίξεων. Κατά συνέπεια, αναμένεται με ξεχωριστό ενδιαφέρον η ειδική σύνοδος που προαναγγέλλεται στην απόφαση: Αναλυτικά, η ΚΕ θα εξετάσει τις διεθνείς εξελίξεις και την κατάσταση στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα σε ξεχωριστή συνεδρίαση σύντομα.

Ως προς το τελευταίο κομμάτι της απόφασης, επιλέγω να εστιάσω σε τρία σημεία.

Προαναγγέλλεται η ολοκλήρωση της συγγραφής του νέου πρώτου τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ μες στο 16’ και το προχώρημα της συγγραφής του τρίτου τόμου. Έχω τη γνώμη πως ειδικά για τον τρίτο τόμο, και στο διάστημα που θα μεσολαβήσει μέχρι την έκδοσή του, πρέπει να υπάρξουν κι άλλες συνοδευτικές, βοηθητικές εκδόσεις, που θα βάζουν στο κλίμα και τους νεότερους, που δεν έχουν γνώση των γεγονότων. Τόσο μαρτυρίες δικών μας στελεχών που έζησαν από πρώτο χέρι τα γεγονότα-σταθμούς εκείνης της εποχής, όσο και πρακτικά ολομελειών, συνεδρίων (πχ του 13ου) ή άλλων διαδικασιών –κάτι που είχε γίνει δηλ και στα πλαίσια της έκδοσης του β’ τόμου.

Σχετικά με το κομμάτι της τοπικής-περιφερειακής αυτοδιοίκησης, σημειώνεται πολύ σωστά πως πρέπει να αντιμετωπιστεί το κενό που υπάρχει στην ανάπτυξη αντιστάσεων, αγωνιστικών εστιών και συντονισμός των παρεμβάσεων από δημοτικούς και περιφερειακούς συμβούλους, εργαζόμενους στους ΟΤΑ, Λαϊκές Επιτροπές, σωματεία κι άλλους φορείς τοπικά. Ένα δεύτερο πολύ σημαντικό σημείο είναι πως πρέπει να υπάρξει καλύτερη, συστηματική προβολή πρωτοβουλιών και δράσεων των κόκκινων δημοτικών αρχών, όχι μόνο για να μάθουν οι δημότες τι συμβαίνει, αλλά για να συμμετέχουν ενεργά και να γίνουν κομμάτι του αγώνα και της διεκδίκησης. Και αυτό δεν μπορούμε να περιμένουμε να το κάνει κάποιος άλλος, αλλά περνάει καθαρά απ’ το δικό μας χέρι.

Το ακροτελεύτιο σημείο ανακοινώνει το σχεδιασμένο πέρασμα στελεχών της Κνε στο κόμμα, από το οποίο προέκυψε προφανώς και η ανάδειξη νέου γραμματέα στο ΚΣ της οργάνωσης, με τον Αμπατιέλο να αντικαθιστά το Χιώνη, κάνοντας μάλιστα και την πρώτη τηλεοπτική του εμφάνιση σε μεγάλο ιδιωτικό κανάλι (παρεμπιπτόντως, πολύ καλό αυτό το «πρώτο» δείγμα γραφής). Κι αυτή, παραδόξως, είναι η πρώτη ίσως φορά εδώ και καιρό, που τα αστικά ΜΜΕ (αφού «χρέωσαν» στο Γκιώνη αστοχίες για τη διετία 06-07’ στο φοιτητικό κίνημα κι αναρωτήθηκαν γιατί άλλαξε ο Πρωτούλης έξι μήνες μετά από συνέδριο της Κνε) δεν ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με το ζήτημα, προσπαθώντας (κατά τη συνήθη τακτική τους) να βγάλουν από τη μύγα ξίγκι. Όχι ακόμα τουλάχιστον…


Κι ένα σχετικό-άσχετο υστερόγραφο με την αφίσα μιας εκδήλωσης και τους πρώην που ξαφνικά γίνονται σπουδαίοι, δημοφιλείς και τους αγκαλιάζει άμεσα ο εξωκοινοβουλευτικός χυλός.


Από το αριστερό ρεύμα του Νέου Αριστερού Ρεύματος μέχρι το δεξιό του ως γέφυρα για το πάλαι ποτέ αριστερό ρεύμα του Σύριζα, και συνδετικό κρίκο τον Καλαματιανό.

-Κι ένα δεύτερο σχετικό υστερόγραφο από το δήμο Νίκαιας-Ρέντη και την αντίσταση της Λαϊκής Συσπείρωσης στην αύξηση των δημοτικών τελών.

-Κι ένα τρίτο σχετικό υστερόγραφο από το δήμο Πάτρας εν όψει της απεργίας.


Κυριακή 26 Ιουλίου 2015

Τρία σημεία

(με αφορμή και την ανακοίνωση της κετουκε)

Η αλήθεια είναι πως έχουν ειπωθεί κι αναλυθεί σχεδόν τα πάντα. Το βάρος τώρα πέφτει στις πράξεις, και τη συζήτηση, όχι μεταξύ μας, αλλά με τον κόσμο, που διψάει να ακούσει, να μάθει, να βρει μια διέξοδο, και καλείται σε αυτόν τον κρίσιμο κόμβο να ξεπεράσει τους φόβους του και προκαταλήψεις χρόνων. Το άνοιγμα αυτό όμως, με την πρόταση του κόμματος για ρήξη με την εε, το κεφάλαιο και την εξουσία του, αναδεικνύει με τη σειρά του καινούριες δυσκολίες και σκοπέλους, ανατροφοδοτεί τη θεωρητική σκέψη και την προσανατολίζει στα ζητήματα που προκύπτουν κατά τη διάρκειά του. Με αφορμή λοιπόν την ανακοίνωση της κετουκε που δημοσιεύει σήμερα ο κυριακάτικος ρίζος και με κίνδυνο να επαναληφθούν κάποιες ιδέες και να μοιάζουν κοινότυπες, η κε του μπλοκ σημειώνει και υπογραμμίζει τις εξής τρεις πτυχές:

-Πρέπει να σημάνει συναγερμός, άμεσος και καθολικός ξεσηκωμός, γενική παγκινητοποίηση για την υπεράσπιση των κατακτήσεων που απέμειναν και απειλούνται, αγώνας ενάντια στα αντιλαϊκά μέτρα, που δεν έχουν τέλος, ούτε λιγοστεύουν με διαπραγμάτευση, αλλά έρχονται λίγα-λίγα, κομμένα φέτες, για να περάσουν πιο εύκολα, και στην πορεία πληθαίνουν και φέρνουν κι επιδόρπιο. Κινητοποίηση και λαϊκή επαγρύπνηση ενάντια στη θερινή ραστώνη –στην οποία υπολογίζει η κυβέρνηση, για να περάσει χωρίς αντιδράσεις τα προαπαιτούμενα από τα θερινά τμήματα της βουλής- ενάντια σε παλιά και νέα αναχώματα, που λειτουργούν ως εφεδρείες του αστικού, πολιτικού συστήματος, ενάντια στο δηλητήριο της εκλογολογίας, που τείνει να υποτάξει τα πάντα, να παραλύσει κάθε λαϊκή αντίδραση, εν αναμονή των εξελίξεων…

-Η λυκοσυμμαχία της εε δείχνει απροκάλυπτα πια το πραγματικό της πρόσωπο και τα μνημόνια διαρκείας που επιφυλάσσει για τους λαούς της ευρώπης. Τα αδιέξοδα του καπιταλιστικού συστήματος (που τα «ξεπερνά» πάντα, για να τα ξαναβρεί μπροστά του πιο οξυμένα, εις βάρος των λαών, επιβεβαιώνοντας εν μέρει τη φράση πως στην –αστική- δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα –για την πλουτοκρατία) καθιστούν σαφές σε ευρύτερες μάζες πως η λύση και ή έξοδος από την κρίση είτε θα είναι επαναστατική είτε δε θα υπάρξει.

Αυτό που χρειάζεται ο κόσμος για να πειστεί και να τολμήσει να κάνει ένα αποφασιστικό βήμα είναι να του δοθεί μια εναλλακτική. Κι αυτό που προέχει στην προπαγάνδιση της δικής μας εναλλακτικής δεν είναι η λεπτομερής, εξαντλητική επεξήγηση των γενικών αρχών της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και των νομοτελειών του κεντρικού σχεδιασμού –αν και έχει κι αυτή τη σημασία της. Αυτό που θα μπορούσε, ωστόσο, να γίνει σχετικά είναι ειδικότερες επεξεργασίες ανά παραγωγικό κλάδο, που να πλαισιώνουν την κεντρική πρόταση, να ανοίγουν ευκολότερα συζήτηση με τους εργαζόμενους ανά χώρο δουλειάς, να τους πείθουν συγκεκριμένα για τις δυνατότητες και τις προοπτικές που υπάρχουν, μακριά από τις άθλιες συνθήκες εργασίας, την επισφάλεια και την αλλοτρίωση. Κάτι αντίστοιχο δηλ με αυτό που είχαν κάνει πειραματικά κάποιες κομματικές οργανώσεις, εκδίδοντας τις θέσεις του κκε σε ειδικές μπροσούρες.

-Αυτό που προέχει στη σημερινή συγκυρία είναι να αναλυθούν τα άμεσα καθήκοντα και τα πρώτα βήματα ενός εναλλακτικού, επαναστατικού δρόμου, να εξειδικευτεί το τρίπτυχο «αποδέσμευση από την εε – διαγραφή του χρέους – κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων», να εξεταστούν οι δυνατότητες κι οι προοπτικές της νέας, επαναστατικής εξουσίας, οι δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει, τα μέτρα που θα πάρει για να τις ξεπεράσει, κτλ. Όχι για να δώσουμε μια έτοιμη συνταγή και να προσπαθήσουμε να κλείσουμε την πραγματικότητα, τον πλούτο των γεγονότων και των μορφών που μπορεί να δώσει, σε καλούπια, ούτε για να περιγράψουμε κάποιο προκαταρκτικό στάδιο που δε θα περάσει ποτέ στο κυρίως πιάτο, αλλά για να πειστεί ο λαός (κι από την πράξη πρωτίστως, αλλά και σε αυτό το επίπεδο) πως το βήμα του δε θα μείνει μετέωρο στο κενό, αλλά θα είναι στο μοναδικό δρόμο που μπορεί να βαδίσει, για να βγει από το σημερινό αδιέξοδο.


Κι αυτό κάθε άλλο παρά σημαίνει να του χαϊδέψουμε τα αυτιά με εύκολες, κυβερνητικές λύσεις και υποσχέσεις για παραδείσους που μας περιμένουν. Δεν προτείνουμε τον εύκολο δρόμο της Κακίας, χωρίς δυσκολίες και θυσίες, αλλά το μόνο δρόμο που δίνει διέξοδο, κι αυτό πρέπει να είναι καθαρό σε όσους μας ακολουθούν και συστρατεύονται στον αγώνα μας. Γιατί οι μόνες θυσίες που έχουνε αξία, είναι στον αγώνα για άλλη εξουσία.

Σάββατο 9 Μαΐου 2015

Σημειώσεις για την αντιφασιστική νίκη

-Η πρόσφατη έκδοση της σύγχρονης εποχής και του τμήματος ιστορίας της κετουκε προσδιορίζει, σύμφωνα με τις τελευταίες επεξεργασίες του κόμματος, τον χαρακτήρα του β’ παγκοσμίου πολέμου ως ιμπεριαλιστικό. Τι χαρακτήρα είχε όμως ο αγώνα της σοβιετικής ένωσης και των λαϊκών ένοπλων κινημάτων αντίστασης στις κατεχόμενες χώρες;

Στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μόνον η ΕΣΣΔ αγωνιζόταν από δίκαιες θέσεις. Έκανε πρώτα απ’ όλα πόλεμο υπεράσπισης της εργατικής εξουσίας, άρα της σοσιαλιστικής πατρίδας, πόλεμο αντικαπιταλιστικό. Δίκαιο πόλεμο έκαναν και τα ΚΚ όπου Γης, καθώς και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, στα οποία ηγούνταν τα ΚΚ.

Ας δούμε και τα σχετικά αποσπάσματα για τον χαρακτήρα του β΄ παγκόσμιου πολέμου.
Ακριβώς 20 χρόνια μετά τη λήξη του Α’ Παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού Πολέμου, ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Όπως και ο πρώτος ήταν και αυτός ιμπεριαλιστικός. Αιτία της έκρηξής του υπήρξαν οι οξυμένες ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις για το ξαναμοίρασμα των σφαιρών επιρροής, των αγορών και των πηγών πρώτων υλών. (…) Τις ανακατατάξεις, οι οποίες είχαν συντελεστεί στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, επιτάχυνε και τροφοδότησε η μεγάλη παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού 1929-1933, αλλά και η νέα που εκδηλώθηκε το 1938.
Όταν προετοιμαζόταν και όταν ξεκίνησε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η διεθνής κατάσταση δεν ήταν ίδια με αυτήν του πρώτου. Είχε συντελεστεί μια κοσμοϊστορική αλλαγή με παγκόσμια επίδραση, η νικηφόρα Οκτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση και υπήρχε το βασικό δημιούργημά της, η Σοβιετική Ένωση, στην οποία είχε καταργηθεί η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο(…). Ταυτόχρονα είχε αναπτυχθεί το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, συγκροτημένο και διαρθρωμένο από το 1919 στις γραμμές της ΚΔ.
Αυτά τα γεγονότα υπεισέρχονταν από την αρχή στο συσχετισμό μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών, τον επηρέαζαν χωρίς να αλλάζουν και φυσικά δεν άλλαξαν τον χαρακτήρα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του έμεινε αναλλοίωτος και ύστερα από τις 22 Ιούνη 1941, που η Γερμανία επιτέθηκε εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης (ΕΣΣΔ). Η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο κατά της ΕΣΣΔ, επιδιώκοντας να ισχυροποιηθεί η ίδια, για να αντιμετωπίσει από πολύ καλύτερες θέσεις τις ΗΠΑ – Μ. Βρετανία, έχοντας ταυτόχρονα εξολοθρεύσει τον κοινό εχθρό τους.

-Η αντιφασιστική νίκη των λαών δεν κατόρθωσε να μετεξελιχθεί σε αντικαπιταλιστική και πιθανότατα δεν έθεσε ποτέ συνειδητά τέτοιο στόχο. Αν για μας όμως ο πραγματικός αντιφασιστικός αγώνας έχει ή αποκτά γνήσια, αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά, για να μην είναι προσωρινή και επισφαλής η νίκη που θα πετύχει, για τον αστικό κόσμο και τα σοσιαλδημοκρατικά δεκανίκια του, ο αντιφασισμός είναι μία αντίφα μόδα, με στενά αντιχρυσαυγίτικο ορίζοντα, ενώ ο αντικαπιταλισμός είναι μια αντίκα, ένας επικίνδυνος αναχρονισμός, που πρέπει να μπει με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, ακόμα και στο όνομα της σωστής επαναστατικής τακτικής, στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, για να μην τους απειλήσει ποτέ ξανά.

-Η αντιφασιστική συμμαχία ήταν κατ’ ουσία η σύναψη ενός ιδιότυπου λαϊκού μετώπου, σε παγκόσμια κλίμακα. Ένας τακτικός ελιγμός, για να σπάσει τη διεθνή απομόνωση της σοβιετίας, η ύπαρξη της οποίας καθόριζε τη συγκυρία και τα πρακτικά καθήκοντα που απέρρεαν από αυτήν. Τα λαϊκά μέτωπα πέτυχαν το σκοπό αυτό που είχαν θέσει, παρά τις αντιφατικές συνθήκες, τις δυσκολίες και τα τακτικά λάθη κατά την εφαρμογή τους, θέτοντας τις βάσεις για τη συγκρότηση αντιστασιακών μετώπων σε πολλές κατεχόμενες χώρες. Δεν κατάφεραν ωστόσο να συνδέσουν τον εθνικοαπελευθερωτικό κρίκο με το στρατηγικό στόχο της κατάκτησης της εξουσίας.

Δύο είναι τα βασικά λάθη που συναντάμε συνήθως στην ιστορική εξέταση των λαϊκών μετώπων. Αμφότερα συγκλίνουν στην εξω-ιστορική αποτίμηση της πείρας τους, βάσει της σημερινής συγκυρίας κι όχι των δοσμένων συνθηκών εκείνης της εποχής. Από αυτή την άποψη, η συλλήβδην απόρριψη της πείρας των λαϊκών μετώπων (αντί της χρήσιμης κι απαραίτητης κριτικής θεώρησης) λειτουργεί συμπληρωματικά στην απολυτοποίηση της συγκεκριμένης τακτικής επιλογής και τη μηχανική αντιγραφή της στο σήμερα –που δεν υπάρχει καν σοβιετική ένωση.

-Το σκοπευτήριο της καισαριανής ήταν χρήσιμο στην κυβέρνηση μόνο για επικοινωνιακή λεζάντα, αμέσως μετά τις εκλογές. Η 9η μάη και η επέτειος της νίκης των λαών βρίσκουν την κυβερνητική νεολαία στο σύνταγμα να διαφημίζει το όπιό τους και τη νομιμοποίηση της χρήσης του. Όσο για το τσάκισμα της ναζιστικής μηχανής απ’ τους σοβιετικούς, ήταν κυρίως μια νίκη κατά του ολοκληρωτισμού, όπως δήλωσε στη ρωσία ο έλληνας πρωθυπουργός, σε άπταιστη ευρωενωσιακή διάλεκτο-ορολογία. Κρίμα δηλ, που δεν επισκέφτηκε το πάλαι ποτέ στάλινγκραντ, για να πει πως η μάχη του δεν ήταν παρά ένα στιγμιαίο επεισόδιο όξυνσης των ενδοολοκληρωτικών αντιθέσεων και να το τερματίσει. Ποτέ δεν είναι αργά όμως…


Διάβαζε επίσης: Η Λερναία Ύδρα του Φασισμού (από την ιστοσελίδα «Ατέχνως») καθώς και όλα τα υπόλοιπα πολύ ενδιαφέροντα κείμενα του αφιερώματος με την ετικέτα «αντιφασιστική νίκη».

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Κόμμα παντός καιρού

Η κε του μπλοκ δημοσιεύει σήμερα αποσπάσματα από την μπροσούρα της ιδεολογικής επιτροπής (ιε) της κετουκε «κόμμα παντός καιρού – ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική ισχυροποίηση του κκε». Θα ακολουθήσουν δύο ακόμα αναρτήσεις με αντίστοιχο περιεχόμενο και αποσπάσματα από την μπροσούρα. Αυτά που ακολουθούν προέρχονται από το εισαγωγικό υποκεφάλαιο (σελ 9-24) και αυτό που έχει τίτλο: «εμπόδια και δυσκολίες στην ανάπτυξη της πολιτικής συνείδησης της εργατικής τάξης. Αδυναμίες της δικής μας παρέμβασης» (σελ 48-65). Αφορμή για την επιλογή των συγκεκριμένων κομματιών έδωσε μια ερώτηση του ντέμη στη συζήτηση που άνοιξε σε μια προηγούμενη ανάρτηση για την ωρίμανση των συνειδήσεων και του υποκειμενικού παράγοντα.

Σημειώνω απλώς εισαγωγικά ότι η μπροσούρα έχει εκλαϊκευτικό χαρακτήρα αλλά δεν περιορίζεται σε στερεοτυπικές απαντήσεις και προσεγγίζει με ενδιαφέροντα και πολύ ουσιαστικό τρόπο κάποια σημαντικά ζητήματα. Προσωπικά τη θεωρώ ένα από τα πιο ενδιαφέροντα γραπτά που έχει δώσει η ιε της κετουκε (με επικεφαλής το μάκη παπαδόπουλο εδώ και λίγο καιρό) και το κόμμα συνολικά το τελευταίο διάστημα. Εξυπακούεται πως η αντιγραφή των κομματιών αυτών αποσκοπεί να παροτρύνει το σφο αναγνώστη να αγοράσει και (προπαντός) να μελετήσει τη συγκεκριμένη έκδοση.
Εύχομαι καλή ανάγνωση και νηφάλιο σχολιασμό.
-.-.-
Έχουμε επίγνωση ότι το εργατικό κίνημα και οι σύμμαχοί του στην Ευρώπη και στην Ελλάδα είναι σε μια φάση σχετικής υποχώρησης. Η δυσαρέσκεια που εκφράζουν συνδυάζεται με τη σχετική ακινησία τους. Παρά το γεγονός ότι αυτή η κατάσταση εμφανίζεται οξυμένη στις συνθήκες της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, είναι σαφές ότι η τάση απομαζικοποίησης και αλλοίωσης του ταξικού προσανατολισμού του εργατικού κινήματος έχει διαμορφωθεί εδώ και πολλά χρόνια, ανεξάρτητα από την κρίση και αρκετά πριν την καπιταλιστική παλινόρθωση στην ΕΣΣΔ και τις άλλες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Στην Ελλάδα ένα σημαντικό μέρος εργατών και εργατριών, λαϊκών μαζών «κουράστηκαν» ή απογοητεύτηκαν, γιατί οι συνδικαλιστικοί αγώνες δεν έφεραν άμεσα αποτελέσματα. Ένα άλλο μέρος τηρεί στάση αναμονής περιμένοντας, μάταια βέβαια, ότι κάπου θα μπει ένα τέλος στα βάρβαρα μέτρα, ελπίζοντας ότι μπορεί να γίνει κάποια αλλαγή από τα πάνω. Δεν είναι ο φόβος και η απογοήτευση το άλφα και το ωμέγα της υποχώρησης, αλλά οι συνέπειες από το μακρόχρονο εγκλωβισμό στα βαριά ιδεολογικά δεσμά της αστικής ιδεολογίας και προπαγάνδας, που ενισχύονται με τις αντιλήψεις και την πρακτική του ρεφορμισμού και οπορτουνισμού στο κίνημα, στους τόπους δουλειάς, στις μαζικές οργανώσεις. Κυριαρχεί η λογική των μειωμένων απαιτήσεων, που αναπαράγει παλιές και παράγει νέες αυταπάτες. Αυτά τα δεσμά «πλέκονται» γύρω από τον εργάτη, τον υπάλληλο, το φτωχό αυτοαπασχολούμενο και αγρότη, από τα πρώτα βήματα της ζωής του, και βεβαίως ενισχύονται αποφασιστικά στον χώρο δουλειάς, ενώ έχει προετοιμαστεί η συνείδηση να θεωρεί τον καπιταλιστή ως αυτόν που δίνει δουλειά, διανέμει τα εισοδήματα. Πρόκειται για συνείδηση που οδηγεί τον άνθρωπο να σκέπτεται με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω.
Στο φόβο και την αυταπάτη, στην απάθεια και στην απογοήτευση συμβάλλει και η αδυναμία κατανόησης της σχέσης οικονομίας και πολιτικής, του χαρακτήρα των κομμάτων και της σχέσης τους με την ταξική διάρθρωση της κοινωνίας. Επιπλέον δυσκολίες δημιουργεί η άγνοια του γεγονότος ότι ο πλούτος που παράγουν οι εργαζόμενοι επαρκεί για να ικανοποιούνται οι σύγχρονες ανάγκες τους αρκεί να καταλήγει ολόκληρος σε αυτούς, με την προϋπόθεση της κοινωνικής ιδιοκτησίας των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, του επιστημονικού κεντρικού σχεδιασμού κάτω από το δικό τους εργατικό λαϊκό έλεγχο, η άγνοια ή ημιμάθεια για το τι είναι και πώς λειτουργεί το καπιταλιστικό σύστημα, για τον επαναστατικό ρόλο της εργατικής τάξης, οι εδραιωμένες κοινοβουλευτικές αυταπάτες. Για τις παραπάνω αδυναμίες, οπωσδήποτε υπάρχουν –στο βαθμό που του αναλογούν- ευθύνες και στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και στο Κόμμα μας, που δεν μπόρεσε πάντοτε ν’ αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το αστικό δίκτυο ενσωμάτωσης, τις προτάσεις στήριξης αστικών κυβερνητικών λύσεων.
Απαιτείται η συνεχής επανάληψη των θέσεών μας για τη στρατηγική του κόμματος, των βασικών μας εκτιμήσεων, της πείρας της ταξικής πάλης, μέσα στην κομματική ζωή και λειτουργία, στην αρθρογραφία του Ριζοσπάστη και της ΚΟΜΕΠ, στην προπαγάνδα, στις παρεμβάσεις μας, ώστε να εμπεδώνονται οι γνώσεις και οι κατευθύνσεις. Να συζητιέται πως το Πρόγραμμα του Κόμματος θα εκλαϊκεύεται στις κοινωνικές δυνάμεις, ώστε να είναι κατανοητό, πειστικό, πώς θα διεισδύει στο μαζικό κίνημα, εκεί δηλαδή που η ανομοιομορφία της συνείδησης είναι πολύ μεγάλη, ενώ είναι έντονη η παρέμβαση των άλλων κομμάτων και των μηχανισμών τους. Η ιδεολογική δουλεία, η ζύμωση και προπαγάνδα δε φτάνει να γίνεται κατά κύματα και μάλιστα έχοντας ως αφετηρία ή αφορμή την τρέχουσα επικαιρότητα, δεν αρκεί να γίνεται με τη μορφή επανάληψης των γενικών μας συνθημάτων.
Ωστόσο η επανάληψη αυτή πρέπει να γίνεται με ζωντάνια και μαχητικότητα, να εμπλουτίζεται μέσα από τις εξελίξεις και την επικαιρότητα. Με λίγα λόγια, η έκθεση της στρατηγικής και των βασικών θέσεων του Κόμματος δεν πρέπει να παίρνει τον χαρακτήρα αξιώματος, αλλά αντίθετα πρέπει να προκαλεί το ενδιαφέρον, να είναι σαφές σε ποια ερωτήματα και συγχύσεις των μαζών απαντάνε. Το θέμα δεν είναι να ενημερώνουμε μόνο για τις θέσεις, τις εκτιμήσεις και τις ριζικά διαφορετικές μας απόψεις, ταυτόχρονα πρέπει να βοηθάμε να κατανοείται γιατί καταλήγουμε σε αυτή τη θέση και όχι σε άλλη, γιατί κάνουμε εκείνο ή τον άλλο χειρισμό, με ποια κριτήρια εξετάζουμε τις εξελίξεις. Η έκθεση των θέσεών μας με τη μορφή αξιώματος ή γενικής κριτικής στα άλλα κόμματα σαν μάθημα από καθέδρας δεν προσελκύει καθώς διατυπώνεται σε ένα έδαφος όπου όλες οι άλλες δυνάμεις παρουσιάζουν τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης ως μονόδρομο. Σε αυτό το έδαφος απαιτείται πιο βαθιά επιχειρηματολογία για την πειστική ανάδειξη της δυνατότητας, της ωριμότητας και της αναγκαιότητας ενός εντελώς διαφορετικού δρόμου ανάπτυξης της κοινωνίας που απαιτεί εθελοντική στράτευση και προσφορά θυσιών και μάλιστα σε περίοδο νίκης της αντεπανάστασης στις σοσιαλιστικές χώρες. Όλα μοιάζουν να είναι εναντίον μας την ίδια στιγμή που η πορεία του καπιταλισμού παρέχει σήμερα πολύ περισσότερες αποδείξεις για την αναγκαιότητα της στρατηγικής επιδίωξης του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό, ενώ η ιστορία έδειξε πόσο αναγκαία ήταν η διόρθωση λαθών του παρελθόντος όχι μόνο στη στρατηγική του ΚΚΕ αλλά και διεθνώς.
-.-.-
Η δυσκολία στην κατανόηση της περιπλοκότητας της διαδικασίας διαμόρφωσης πολιτικής συνείδησης από την πλευρά της εργατικής τάξης αναδεικνύεται με διάφορες αφορμές. Για παράδειγμα –με αφορμή τις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2012, αλλά και τη δυσκολία να μετατραπεί η γενική απεργία σε ισχυρό όπλο πάλης και αντεπίθεσης- αρκετοί σύντροφοι και φίλοι εκφράζουν μια ειλικρινή αγωνία ή και απογοήτευση για το γεγονός ότι οι εργάτες, οι υπάλληλοι δε μετατρέπουν την οργή και την αγανάκτησή τους σε πάλη και αγώνα.

Η αγωνία αυτή δεν εκφράζει απλά ένα συναίσθημα που αντικειμενικά έχει βάση, αλλά κυρίως δείχνει ότι δεν έχει γίνει βαθύτερα κατανοητό ότι η ταξική συνείδηση δεν αναπτύσσεται αυτόματα με βάση την όξυνση των προβλημάτων.

Πρέπει να κατανοηθεί βαθύτερα από τους κομμουνιστές ποιο είναι το περιεχόμενο αυτής της απογοήτευσης των εργαζομένων, έτσι ώστε να ερμηνεύεται σωστά και η πολιτική της συμπεριφορά. Η απογοήτευση εκφράζει την κούραση που φυσιολογικά προκαλεί το γεγονός ότι απέναντι στο λαό στέκεται μια εξουσία, μια κυβέρνηση που δεν κάνει ούτε ένα βήμα υποχώρησης, ακόμα και όταν τα εκλογικά της ποσοστά παίρνουν τον κατήφορο. Απογοήτευση υπάρχει γιατί βλέπουν το πισωγύρισμα με την έννοια ότι παίρνονται πίσω κατακτήσεις εν μια νυχτί, ότι ζούμε χειρότερα από χθες, ότι γυρίσαμε σε μαζικά φαινόμενα φτώχιας κι εξαθλίωσης που είχαν ξεχαστεί, πρωτόγνωρα για τις νεότερες γενιές.

Η απογοήτευση δείχνει όμως την ανεπαρκή γνώση και συνείδηση ότι αυτή είναι η φύση και ο χαρακτήρας του καπιταλισμού, ότι όσο ο λαός δεν αμφισβητεί άρα δεν παλεύει κατά του ίδιου του συστήματος αλλά περιορίζεται στην πάλη κατά της μιας ή άλλης διαχείρισης, των αποτελεσμάτων της και όχι της πραγματικής αιτίας τους, τότε το κίνημα θα έχει περιορισμένη αποτελεσματικότητα ή και καμία δυνατότητα πίεσης.

Η απογοήτευση δείχνει ότι η κρίση δε συνειδητοποιείται ως κρίση του καπιταλιστικού συστήματος αλλά ως πρόβλημα κακοδιαχείρισης, με αποτέλεσμα η δυσαρέσκεια να εκδηλώνεται απέναντι σε κόμματα στα οποία πίστεψαν και στήριξαν.

Έκφραση αυτής της δυσκολίας βαθύτερης κατανόησης της πολιτικής συμπεριφοράς των εργαζομένων αποτελεί και το ακόλουθο ερώτημα το οποίο ακούγεται συχνά ακόμα και από έμπειρους αγωνιστές και το οποίο προβάλλεται στοχευμένα από τα αστικά ΜΜΕ: πώς είναι δυνατόν να φεύγουν μαζικά ψηφοφόροι από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ και να σκαλώνουν σε άλλα κόμμα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ που στην προηγούμενη Βουλή ήταν το τελευταίο σε βουλευτές κόμμα και το τρίτο κόμμα το ΚΚΕ να χάνει αντί να παίρνει ένα έστω μικρό ή μεγαλύτερο μερίδιο.

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Η πορεία του ΚΚΕ μετά το 1988

Σήμερα η κε του μπλοκ αναδημοσιεύει ένα ακόμα απόσπασμα από το κείμενο του πγ της κετουκε στο τρέχον τεύχος της κομεπ, για την «πορεία αποκατάστασης του επαναστατικού χαρακτήρα του κκε». Πρόκειται για το τελευταίο μέρος του κειμένου και περιλαμβάνει τις εκτιμήσεις του πγ για τη στρατηγική του κόμματος από το 88’ ως και τις μέρες μας, με την προγραμματική επεξεργασία του 19ου συνεδρίου. Ο τίτλος του κειμένου είναι δικός μου, όπως άλλωστε και ο χρονικός διαχωρισμός. Επέλεξα να τα αναδημοσιεύσω γιατί θεωρώ ότι αφορούν μία πολύ σημαντική περίοδο με κρίσεις και συμπεράσματα για την πορεία του κόμματος, που διατυπώνονται για πρώτη φορά –σε τέτοια έκταση και με τόση σαφήνεια τουλάχιστον- κι αξίζει συνεπώς να σημειωθούν και να αναδειχθούν.

Παραλείπω συνειδητά το ενδιάμεσο κομμάτι, που είναι ίσως και το πιο ουσιαστικό μέρος, για τα ιδεολογικά-θεωρητικά προβλήματα στην προγραμματική αντίληψη του κόμματος μεταξύ των δύο κρίσεων του 68’ και του 91’. Η αναδημοσίευση αυτή (που είναι κι η τελευταία) δεν έχει το νόημα να αποτρέψει τον αναγνώστη να αγοράσει της κομεπ, αλλά αντιθέτως να του εγείρει το ενδιαφέρον για να την πάρει και να διαβάσει προσεκτικά ολόκληρο το κείμενο. Καλή ανάγνωση.

-.-.-

Η απόφαση της Ολομέλειας της Κε του Δεκέμβρη του 1988 επικύρωσε το πόρισμα της ομάδας εργασίας ΚΚΕ-ΕΑΡ, το εκτίμησε ως μια πρώτη προσέγγιση ανάμεσα στα δύο κόμματα σε βασικά θέματα, με συγκλίσεις που επιτεύχθηκαν με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Εκτιμούσε ότι μπορούσε να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας προγραμματικής διακήρυξης των δυνάμεων της Αριστεράς και της προόδου, που θα έβαζε τις βάσεις ενός συνασπισμού μακράς πνοής, αποτελούσε επίσης κείμενο προετοιμασίας του εκλογικού προγράμματος, με τη συμβολή των απόψεων και των ιδεών όλων των δυνάμεων που θα έπαιρναν μέρος σ’ αυτόν (σελίδα 147 των ντοκουμέντων «Από το 12ο στο 13ο Συνέδριο του ΚΚΕ»).

Σημειωνόταν επίσης ότι το κοινό πόρισμα της ομάδας εργασίας ΚΚΕ-ΕΑΡ διέρρευσε από την επιτροπή που το επεξεργαζόταν πριν να έλθει στο ΠΓ και στη συνέχεια στην ΚΕ για συζήτηση κι απόφαση. Αποτελεί κι αυτό ένα δείγμα, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα, για το πώς οι οπορτουνιστές μέσα κι έξω από το Κόμμα προσπαθούσαν να το φέρουν προ τετελεσμένων γεγονότων. Δεν είναι βέβαια ζήτημα του παρόντος κειμένου η συζήτηση για τα γενικά και ειδικά προβλήματα που συνδέθηκαν και με τη διαδικασία συγκρότησης του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου».

Κάτω από το παραπάνω πρίσμα, στις εκλογικές αναμετρήσεις της περιόδου 1989-1991 το Κόμμα δεν κατέβηκε αυτοτελώς στις εκλογές, αλλά ως «Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου»· πήρε μάλιστα στην πλάτη του την ευθύνη να πριμοδοτήσει και βουλευτές που ανήκαν στις άλλες δυνάμεις του φορέα, πριν απ’ όλα της οπορτουνιστικής ΕΑΡ ή πρώην «ΚΚΕ εσωτερικού». Στο ίδιο πλαίσιο έγινε ενιαία κοινοβουλευτική ομάδα, αναστάλθηκε μέρος της δραστηριότητας της ΚΝΕ, όπως το Φεστιβάλ, που διοργανώθηκε ως του «Συνασπισμού».

Το 1989 το ΚΚΕ, με απόφαση της ΚΕ και του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ, προχώρησε στη συμμετοχή σε κυβέρνηση συνεργασίας μεταβατικής-υπηρεσιακής και όχι κανονικής προγραμματικής, αρχικά με τη ΝΔ και στη συνέχεια και με τη συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ. Οι λόγοι σχηματισμού ης πρώτης κυβέρνησης, με τη ΝΔ είναι γνωστοί, να κερδηθεί ο απαιτούμενος χρόνος μέχρι τις επόμενες εκλογές ώστε να μην παραγραφεί το σκάνδαλο Κοσκωτά, το οποίο από σκοπιμότητα, πριν απ’ όλα από την πλευρά της ΝΔ, μετατράπηκε σε μείζον πολιτικό πρόβλημα ώστε να διευκολυνθεί η επιστροφή της στη διακυβέρνηση ύστερα από 8 χρόνια ΠΑΣΟΚικής θητείας. Η δεύτερη κυβέρνηση με τη συμμετοχή και του ΠΑΣΟΚ έγινε με στόχο να αποκλειστούν οι αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις σε μια περίοδο που το πρώτο κόμμα δεν είχε την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να διαμορφώσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Δεν είναι της πρόθεσης του κειμένου να προχωρήσει σε μια πιο λεπτομερειακή ανάλυση της περιόδου εκείνης, που σίγουρα η επιλογή της συγκυβέρνησης όξυνε την κρίση που υπέβοσκε στο Κόμμα και η οποία με ευθύνη των δεξιών κι «αριστερών» οπορτουνιστών είχε μεταφερθεί μελετημένα και μέσα στην ΚΝΕ. Και οι δύο ομαδοποιήσεις, που δρούσαν καθαρά ως φράξιες, αλληλεπικαλύπτονταν και αλληλοσυνεργάζονταν, δεν ασκούσε κριτική η μία στην άλλη, ενώ εμφανίζονταν με εκ διαμέτρου διαφορετικές απόψεις. Στην πραγματικότητα συνέβαινε το αντίθετο. Είχαν πλήρη σύμπνοια μεταξύ τους όσον αφορά την πολεμική κατά της πλειοψηφίας της ΚΕ με στόχο την αλλοίωση του επαναστατικού χαρακτήρα του Κόμματος, την ανοιχτή απομάκρυνσή του από το μαρξισμό-λενινισμό.

Δε θα σταθούμε επίσης στη στάση των περίφημων συμμάχων των οπορτουνιστών στο πλαίσιο του τότε ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ που, μόλις ξέσπασε ανοιχτά η κρίση στο Κόμμα, έπαιρναν αποστάσεις –οι περισσότεροι- στο σχηματισμό των δύο κυβερνήσεων για να στριμώξουν το Κόμμα στη γωνία και ν’ ανοίξουν διαύλους επικοινωνίας με το ΠΑΣΟΚ.

ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ

1. Η συμμετοχή και στήριξη των δύο κυβερνήσεων του 1989-1990 από τυπική πλευρά δεν αποτελεί παραβίαση του Προγράμματος του Κόμματος, δεδομένου ότι στη γενικότητά της ήταν ενταγμένη στη λογική της συνεργασίας και με αστικές πολιτικές δυνάμεις. Εκφραζόταν ακόμα και η αντίληψη ότι, όταν το αστικό πολιτικό σύστημα δυσκολεύεται εξασφαλίσει σταθερή αστική κυβέρνηση κι επομένως εμφανίζεται ένα είδος αστάθειας, που έχουν διαπαιδαγωγήσει το λαό να τη φοβάται αντί να την αξιοποιεί, τότε δεν είναι θέμα αρχής το Κόμμα να μετέχει ή να στηρίζει κυβέρνηση για τη σταθεροποίηση, που θα εξασφάλιζε βελτίωση της θέσης του.

Για πολλά χρόνια μετά από το 1974, κεντρικό πολιτικό αίτημα αποτέλεσε η διεκδίκηση της απλής αναλογικής όχι μόνο ως εκλογικό σύστημα που εξισώνει για όλα τα κόμματα τις προϋποθέσεις για την εκλογή βουλευτή, αλλά και ως σύστημα που μπορούσε να στερήσει από την αστική τάξη τη δυνατότητα μονοκομματικής κυβέρνησης, ως κλειδί για πολιτική συνεργασία, για την ανάδειξη του ΚΚΕ σε ρυθμιστή στο σχηματισμό κυβέρνησης.

2. Η συμμετοχή του Κόμματος σε τέτοιες κυβερνήσεις φούντωσε μέσα στο Κόμμα τον οπορτουνισμό, που σήκωσε ανοιχτά κεφάλι μ’ επικεφαλής μέλη της ΚΕ και τον τότε ΓΓ Γρηγόρη Φαράκο.

3. Ως επακόλουθο των αναλύσεών μας για το τι πραγματικά σήμαινε κρίση του πολιτικού συστήματος (που βεβαίως δεν ταυτίζεται με αδυναμία για ένα διάστημα να εξασφαλίσει σταθερή κυβέρνηση) ήταν η εκτίμηση ότι το σκάνδαλο Κοσκωτά και η διάψευση ελπίδων από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ μπορούσε να οδηγήσει στη μεγάλη αποδυνάμωσή του κι έτσι ν’ απελευθερωθούν οι εργατικές λαϊκές δυνάμεις που ήταν εγκλωβισμένες, να δυναμώσει ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ πολιτικά και κοινοβουλευτικά ή να σχηματιστεί μια νέα αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή σοσιαλδημοκρατία που θα ευνοούσε τη συνεργασία και νέο κυβερνητικό συνασπισμό στο πλαίσιο του αστικού κράτους, στο έδαφος του καπιταλισμού. Να έσπαγε δηλαδή η συσκευασία που έκλεινε μέσα το «καλό» και το «κακό» ΠΑΣΟΚ. Η άποψη για την «καλή» και «κακή» σοσιαλδημοκρατία κυριαρχούσε σε όλον τον 20ό αιώνα, σε πείσμα των πραγματικών εξελίξεων και των χιλιάδων αποδείξεων από την εποχή ακόμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και κυρίως από το διάστημα του Μεσοπολέμου.

4. Η αποδυνάμωση του αστικού πολιτικού συστήματος μπορεί να συντελείται σταδιακά ή και με γρήγορους ρυθμού ανάλογα με την όξυνση των εσωτερικών αντιφάσεών του και την αντανάκλασή της στο εσωτερικό πολιτικό επίπεδο και σ’ επίπεδο διακρατικών συμμαχιών. Βέβαια πρόκειται για διαδικασία που επιδρά στις διαθέσεις της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, στην πρόοδο της πολιτικής συνειδητοποίησης, τον απεγκλωβισμό σε κάποια έκταση και βάθος από τη στρατηγική της καπιταλιστικής ανάπτυξης, και όχι γενικά γιατί υπάρχει δυσαρέσκεια εξαιτίας οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων σε θέματα ηθικής, δημοκρατίας, διαχείρισης απέναντι στα αστικά κόμματα.

Οι εξελίξεις κατά το 2012, συμπεριλαμβανομένων και των εκλογών, προσφέρουν ισχυρή απόδειξη για το γεγονός ότι η κρίση για μεγάλα αστικά κυβερνητικά κόμματα δεν ταυτίζεται με την πραγματική αστική πολιτική κρίση. Ουσιαστική αποδυνάμωση του αστικού πολιτικού συστήματος δεν υπήρξε, όπως προέκυψε και από τις εκλογές του Ιούνη, όπου η παλιά διαχωριστική γραμμή «Δεξιά-αντιΔεξιά» πήρε τη μορφή «Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο».

Τα επίσημα κόμματα της αστικής τάξης καταποντίστηκαν –ιδιαίτερα το ΠΑΣΟΚ- κι όμως το αστικό πολιτικό σύστημα, όσο κι αν δεν μπορεί να διαχειρίζεται τη λαϊκή δυσαρέσκεια με την ίδια ευκολία, όσο κι αν δεν μπορεί να υπηρετείται από μονοκομματικές κυβερνήσεις, έχει σημαντικές εφεδρείες, ανάμεσα στις οποίες δεσπόζουσα θέση κατέχει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗΣ
ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΑΠΟ ΤΟ 1991

Το 14ο Συνέδριο αποτελεί τομή με την έννοια ότι προετοίμασε ιδεολογικά και πολιτικά την πορεία επαναστατικής ανασυγκρότησης του ΚΚΕ, κυρίως προετοίμασε τα επόμενα χρόνια το Πρόγραμμα του 15ου Συνεδρίου. Το Πρόγραμμα του 15ου Συνεδρίου, ως αποτέλεσμα της ωρίμανσης του Κόμματος, αλλά και συστηματικής μελέτης των εξελίξεων, στη βάση των επεξεργασιών εκτίμησης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, της μελέτης της ιστορίας του Κόμματος, δηλαδή της στρατηγικής του την περίοδο 1949-1968, αντικαταστάθηκε με νέο Πρόγραμμα στο 19ο Συνέδριο.

Στο 15ο Συνέδριο το 1996 έμεινε ως παλιό, ανεδαφικό, αποπροσανατολιστικό αποτύπωμα στο νέο τότε Πρόγραμμα του Κόμματος μια φράση που συνιστούσε εκτίμηση πιθανότητας ανάδειξης, μέσω κοινοβουλίου, κυβέρνησης αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών κοινωνικών δυνάμεων που, κάτω από προϋποθέσεις και στο βαθμό που έπαιρνε ριζικά μέτρα, μπορεί ν’ άνοιγε την επαναστατική διαδικασία. Στο Πρόγραμμα δεν ήταν σαφής (ως συνέπεια του επιπέδου της ωριμότητας, άρα και της ικανότητας ν’ απαλλαγούμε από λαθεμένες κληρονομημένες αντιλήψεις) η σχέση του Κόμματος με το Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο, η στάση του Κόμματος απέναντι στο ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης που θα εξέφραζε συμφέροντα αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δυνάμεων. Δεν υπήρχε ρητή αναφορά ότι το ΚΚΕ δεν έχει θέση σε καμία κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού, ζήτημα που ξεκαθάρισε το 19ο Συνέδριο και ως αποτέλεσμα μελέτης της πείρας του 20ού αιώνα, τόσο του Κόμματος όσο και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Με το τότε επίσης επίπεδο ωρίμανσης του Κόμματος, αλλά και τις περιορισμένες από τα ίδια τα πράγματα τότε δυνατότητες επεξεργασιών, οι προγραμματικές κατευθύνσεις αποτελούσαν περισσότερο μέτωπα πάλης και λιγότερο συνεκτικό και συμπυκνωμένο πρόγραμμα.

Το 15ο Συνέδριο ξεκαθάριζε ότι η συμμαχία δε συμπεριλαμβάνει όλα τα ενδιάμεσα κοινωνικά στρώματα, ούτε βεβαίως τμήματα της αστικής τάξης. Οι ελλείψεις στο Πρόγραμμα του Κόμματος, ορισμένες αμφισημίες δεν μπορεί να υποσκελίσουν τη μεγάλη σημασία του Προγράμματος του 15ου, που έλυσε το πιο βασικό ζήτημα, την κατάργηση των σταδίων, το σαφή προσδιορισμό του χαρακτήρα της επανάστασης ως σοσιαλιστικού, ζήτημα που δεν εξαρτάται από το συσχετισμό δυνάμεων, αλλά το χαρακτήρα της εποχής.

Έχει ενδιαφέρον για το ζήτημα που διαπραγματεύεται το άρθρο αυτό ένα σημείο των Θέσεων της ΚΕ για το 14ο Συνέδριο, στη Θέση 38, στο οποίο δινόταν μια πλευρά στο ερώτημα: Αν η ένταση της κρίσης θα ήταν μικρότερη σε σύγκριση με την έκταση και το βάθος που πήρε. Συγκεκριμένα αναφερόταν:

«Η ένταση και έκταση της κρίσης στο Κόμμα θα ήταν πολύ μικρότερη αν η προηγούμενη ΚΕ εξασφάλιζε τη σωστή προετοιμασία του 13ου Συνεδρίου και διαμόρφωνε όρους συζήτησης των διαφορετικών απόψεων, στην ουσία διαφορών, με βάση τις αρχές και τους κανόνες λειτουργίας του Κόμματος […] Η προσπάθεια που έκανε η πλειοψηφία της ΚΕ να συντεθούν οι διαφορετικές απόψεις ξεκινούσε από τη θέληση να αποτραπεί η ρήξη και διάσπαση. Η όλη μετασυνεδριακή πορεία απόδειξε ότι η σύνθεση μπορεί να γίνει μόνο στο βαθμό που υπάρχει κοινή ιδεολογική αφετηρία, ενιαία ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική δομή. Οι διαφορές όμως ήταν βαθύτατες και σε τελευταία ανάλυση αφορούσαν την αναγκαιότητα ύπαρξης Κομμουνιστικού Κόμματος και κομμουνιστικού κινήματος στην εποχή μας. Γι’ αυτό και η κρίση δεν μπόρεσε να αποφευχθεί».

Εξάγεται λοιπόν ένα πολύτιμο, στην ουσία αυτονόητο συμπέρασμα. Σε περιόδους που για διάφορους λόγους ο οπορτουνισμός απειλεί το Κόμμα από τα μέσα ή δυσκολεύει ακόμα την αποτελεσματικότητά του, διαβρώνει την ιδεολογικοπολιτική του ενότητα, η ΚΕ έχει την ευθύνη να θέσει μπροστά στα μέλη του Κόμματος τις διαφορές και τα μέλη του Κόμματος μετά λόγου γνώσης κι ευθύνης να δώσουν λύση από τα κάτω προς τα πάνω. Σύνθεση διαφορών σε ιδεολογικό και προγραμματικό επίπεδο δεν μπορεί να γίνει, και, αν γίνει, τότε το Κόμμα μετατρέπεται σε οπορτουνιστικό και μόνο, γιατί εκφράζει συμβιβασμό ανάμεσα σε αντιδιαμετρικές απόψεις. Η λεγόμενη «ενότητα μέσ’ από τη διαφορετικότητα», η σύνθεση διαφορετικών απόψεων σε θέματα ιδεολογίας και προγράμματος, στο όνομα να μη γίνει διάσπαση, λειτουργεί ως ο πιο ασφαλής δρόμος για τη μετάλλαξη του Κόμματος ή για την αυτοπεριθωριοποίησή του, ακόμα και την αυτοδιάλυση που την γνωρίσαμε ως εξέλιξη σε πολλά κομμουνιστικά κόμματα μετά από το 1991.

Το ΚΚΕ μετά από το 19ο Συνέδριο είναι πιο δυνατό γιατί διαθέτει επεξεργασμένη επαναστατική στρατηγική που είναι προϊόν και της καθοδηγητικής μας κοσμοθεωρίας, του μαρξισμού-λενινισμού, αλλά και της συστηματικές μελέτης των εξελίξεων που συμβάλλουν στην ανάπτυξή της. Είναι πιο δυνατό γιατί είναι στην πρώτη γραμμή της συσπείρωσης και πάλης στα καθημερινά οξυμένα προβλήματα των εργαζομένων, γιατί με ουσιαστικό τρόπο παλεύει  τη στρατηγική με τακτική ευέλικτη, αλλά και με συνείδηση ότι τα όρια της ευελιξίας της προσδιορίζονται από τη στρατηγική.

Ό,τι κατάφερε το Κόμμα από το 1991, χρονιά της κρίσης και ολοκλήρωσης της νίκης της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ, οφείλεται στο γεγονός ότι πάντα ήταν στενά δεμένο με την πάλη της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, ότι πάλεψε σθεναρά άλλοτε μ’ επιτυχία, άλλοτε με λάθη και αντιφάσεις τον οπορτουνισμό, ότι δε μετατράπηκε σε οπορτουνιστικό κόμμα, ότι είχε και έχει το σθένος να μελετάει κριτικά κι αυτοκριτικά την πορεία του, ν’ αναγνωρίζει λάθη και αδυναμίες δημόσια. Από την άποψη αυτή αξίζει να επαναλάβουμε την τελευταία φράση στην εισαγωγή του Β’ τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας του Κόμματος: «Ασπίδα του Κόμματος είναι η ίδια η εργατική τάξη, οι πρωτοπόροι νέοι και νέες εργατικής και λαϊκής καταγωγής, οι συνειδητοί επιστήμονες και επιστημόνισσες, γιατί επιστήμη είναι αλήθεια, γιατί αλήθεια για την κοινωνική πρόοδο σημαίνει σοσιαλιστική κομμουνιστική προοπτική».

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Το αντιχουντικό κίνημα το φθινόπωρο του 1973

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από κομματικό ντοκουμέντο της 4ης ολομέλειας του κκε το 1976 που ενέκρινε την τελική «έκθεση και (τα) συμπεράσματα για τα γεγονότα του νοέμβρη 1973». Το κομμάτι αυτό επισημαίνει τη συνειδητοποίηση και τις δυνατότητες του φοιτητικού κινήματος, τη σωστή πολιτική γραμμή που χάραξε το κόμμα ενάντια στο εγχείρημα της «φιλελευθεροποίησης» της χούντας, αλλά στέκεται αυτοκριτικά απέναντι στις ελλείψεις και τις αδυναμίες της παρέμβασης των δυνάμεών μας.

-.-.-

α) Μετά τον Αύγουστο '73, κι ιδιαίτερα τον Οκτώβρη - Νοέμβρη '73, βαθαίνει πολύ περισσότερο η κρίση του καθεστώτος της χούντας. Το λαϊκό κίνημα βρίσκεται σε έξαρση, πετυχαίνει εντονότερη ανάπτυξη των μαζικών διεκδικητικών αγώνων, καλύτερη σύνδεση των οργανώσεων με τους μαζικούς φορείς.
Αυτό φαίνεται καθαρότερα στο ΦΚ, όπου οι μαζικοί φορείς δραστηριοποιούνται, καθιερώνονται, πετυχαίνουν κάποιο συντονισμό της δράσης τους. Πολύ πιο προχωρημένο, έτοιμο για απότομα πετάγματα είναι το ΦΚ. Αυτό δίνει στα στελέχη του ενθουσιασμό, αυταπάρνηση, άλλα και υπερβολική αυτοπεποίθηση στις δικές τους, αποκλειστικά, δυνάμεις, που καταντάει, σε τελευταία ανάλυση, να είναι λαθεμένη (τα γεγονότα της Ταϋλάνδης, με το διαστρεβλωμένο μάλιστα τρόπο που φωτίζονται από τον Τύπο, έπαιξαν επίσης κάποιο ρόλο προς την κατεύθυνση αυτή). Πιστεύουν, έστω και αν δεν το συνειδητοποιούν και δεν το διακηρύσσουν ανοιχτά, ότι το ΦΚ μπορεί μόνο του, χωρίς το ανέβασμα της πάλης όλου του λαϊκού κινήματος, να εξαναγκάσει έκτακτες καταστάσεις, που να οδηγήσουν ακόμα και στην ανατροπή της δικτατορίας. Το Κόμμα και η ΚΝΕ σωστά προφύλασσαν από την αντίληψη αυτή, αλλά και δεν κατάφεραν να την περάσουν σε όλο το ΦΚ. Ούτε τα ίδια τα δικά μας στελέχη τη συνειδητοποιούν πλήρως. Το δίδαγμα που βγαίνει από τη διαπίστωση αυτή, είναι πολύ σημαντικό. Το φοιτητικό κίνημα, όπως και το κίνημα νεολαίας γενικά, πρέπει να καταφέρνει να συντονίζει στο έπακρο τη δράση του με το υπόλοιπο λαϊκό, το εργατικό πριν απ' όλα, κίνημα. Κι αυτό όχι μόνο γιατί είναι γνωστή - και σωστή - η θέση μας για τη ρόλο της εργατικής τάξης, αλλά και γιατί, γενικά, ο αγώνας κάποιου τομέα, όταν βάζει ευρύτερους στόχους, δεν μπορεί να πετύχει, αν δεν συνδεθεί με τους αγώνες των άλλων τομέων του κινήματος.
Αναμφισβήτητα, πάντως, η κατάσταση είναι ώριμη, αντικειμενικά, για μεγάλα ξεσπάσματα. Κάτι το καινούργιο κυοφορείται. Και παρόλο που ο υποκειμενικός παράγοντας, οργανωτικά κυρίως (αλλά, σε ορισμένο βαθμό, και πολιτικά - ιδεολογικά) δεν είναι έτοιμος, ο καθένας ένοιωθε πως τα ξεσπάσματα δεν έπρεπε να αποκλείονται.

β) Το χουντομαρκεζινικό καθεστώς καταλαβαίνει την κατάσταση. Επιχειρεί να την αντιμετωπίσει με την παραπέρα προώθηση του ελιγμού της «φιλελευθεροποίησης», διακηρύσσει ότι προετοιμάζει «εκλογές» και προσπαθεί επίμονα να κερδίσει τη συμπαράσταση του πολιτικού κόσμου ή τουλάχιστο την ανοχή του. Ή προσπάθεια του πέφτει και πάλι στο κενό. Στο σύνολό του σχεδόν ο πολιτικός κόσμος (με θλιβερή, πάντα, εξαίρεση την ηγεσία των αναθεωρητών) απορρίπτει τον ελιγμό. Ιδιαίτερη σημασία έχει η σωστή και καθαρή θέση του ΚΚΕ, η μόνη πλήρης, ολοκληρωμένη και χωρίς ταλαντεύσεις θέση, που παίζει σοβαρό ρόλο στην όλη εξέλιξη του λαϊκού κινήματος τότε. Πρόκειται για μια περίπτωση, όπου, ακόμα μια φορά και πολύ χαρακτηριστικά, εκδηλώθηκε η εξαιρετικά μεγάλη, καθοριστική συμβολή του ΚΚΕ στον όλο αντιχουντικό αγώνα της εφταετίας. Και αναμφισβήτητα, μέχρι σήμερα αποτελεί πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο.
Στο φοιτητικό χώρο η χούντα επίσης επιχειρεί ελιγμό, κάνει μερικές υποχωρήσεις, προσπαθώντας να δεσμεύσει το ΦΚ με «εκλογές» όπως αυτή τις ήθελε, που θα διεξαχθούν μετά τις βουλευτικές. (Επιδιώκει να γίνουν οι φοιτητικές μετά τις βουλευτικές εκλογές, γιατί έτσι έλπιζε να σταθεροποιήσει τη θέση της και να μπορέσει, υστέρα, να ανακόψει τη ριζοσπαστικοποίηση του ΦΚ και να το χτυπήσει ευκολότερα). Ούτε όμως το ΦΚ εξαπατήθηκε. Αντίκρουσε τον ελιγμό. Κι εδώ τη σωστή κατεύθυνση έδωσαν η ΚΝΕ και Α/Ε που καθόρισαν ενεργητική αποχή και ταυτόχρονα αγώνα για κατάχτηση, στην πράξη, αμέσων και ελεύθερων εκλογών, σε αντίθεση με τη στάση του ΡΦ (αναμονή, να μην απορρίψουμε το νόμο της χούντας) και τη στάση των αριστερίστικων ομάδων (καμιά συζήτηση, ούτε πάλη για άλλες εκλογές στους φοιτητές). Η σωστή γραμμή της ΚΝΕ και της Α/Ε επικράτησε κι αυτή έδωσε αγωνιστική προοπτική και συνέχεια στην πάλη των φοιτητών.

γ) Το Κόμμα είχε σωστά, πολιτικά, εκτιμήσει τον ελιγμό της «φιλελευθεροποίησης» και την εξαγγελία των «εκλογών». Στην πολιτική του γραμμή υπήρχε σαφής προοπτική της ανάπτυξης των αγώνων του λαού, της κλιμάκωσής τους μέχρι και την ανατροπή της δικτατορίας. Η αντίθετη άποψη, ότι δεν υπήρχε τέτοια προοπτική που θα αποτελούσε καθοδηγητική γραμμή για τους αγώνες του λάου μας και θα προέβλεπε μια κλιμακωμένη χρησιμοποίηση των διάφορων μορφών πάλης για την ανατροπή της δικτατορίας, δεν είναι σωστή. Πραγματικά, το Κόμμα δεν είχε την προοπτική κλιμάκωσης των αγώνων, εκείνη τη στιγμή, ως την ανατροπή της δικτατορίας. Και σωστά. Γιατί αυτό δεν ήταν δυνατό να γίνει μόνο με το ΦΚ, χωρίς την ανάλογη ανάπτυξη αγώνων της εργατικής τάξης, που, παρόλο ότι είχαν ανέβει, δεν ήταν στο επίπεδο εκείνο που θ' απαιτούσε μια τέτοια σύγκρουση, αν όχι με εντελώς σίγουρες, τουλάχιστον με λίγο-πολύ αρκετές πιθανότητες επιτυχίας. Αυτό δεν ήταν δυνατό να γίνει επίσης, γιατί το επίπεδο ανάπτυξης της οργάνωσης των δυνάμεων της πρωτοπορίας ήταν σε χαμηλό επίπεδο, κάτω από τις διαθέσεις των μαζών (και αυτό ισχύει και για το ΦΚ). Η αντίθετη άποψη, που αναφέρθηκε παραπάνω, οφείλεται σε αβανγκαρντίστικη υπερτίμηση του ΦΚ, είναι μια αντίληψη που και στην πορεία, συνειδητά ή όχι, επικράτησε σε στελέχη του ΦΚ και είχε ορισμένες αρνητικές συνέπειες.
Ωστόσο, η πολιτική μας θέση-γραμμή, σε κείνες τις στιγμές, αν και σωστή, δεν ήταν πλήρης και ολοκληρωμένη.
Η έλλειψη βρισκόταν στο ότι δεν υπήρξε συγκεκριμένη προοπτική και επεξεργασία του τρόπου που οι οργανώσεις μας έπρεπε να παρέμβουν σε απότομα ξεσπάσματα, του τρόπου που έπρεπε να δράσουν σε τέτοιες περιπτώσεις, των στόχων που έπρεπε να βάλουν μπροστά στις μάζες, των μορφών πάλης που έπρεπε να προωθούν. Στα ντοκουμέντα της ΚΕ υπάρχει γενικά και η προοπτική για απότομα ξεσπάσματα, έστω κι αν δεν γινόταν συγκεκριμένη και σαφής προβολή της θέσης. Η έλλειψη αυτή ήταν πιο ουσιαστική για την πολιτική που, πιο συγκεκριμένα, έπρεπε να χαράξει το Γραφείο Κλιμακίου της ΚΕ. Πάντως, σ' αυτά τα σημεία πρέπει να εντοπιστεί η έλλειψη πολιτικής προετοιμασίας.
Πέρα απ' αυτό, υπήρξε, βέβαια, η σοβαρή έλλειψη οργανωτικής και τεχνικής προετοιμασίας, ακόμα και για την παρακολούθηση (πολύ περισσότερο για την καθοδήγηση) τέτοιων καταστάσεων. Σ' αυτό συντέλεσε σημαντικά η σχεδόν ανύπαρκτη, από το Γραφείο Κλιμακίου, μελέτη και επεξεργασία της πείρας των αγώνων της άνοιξης του 1973.
Στα ίδια πλαίσια, όπως ήταν επόμενο, κινούνται κι οι ελλείψεις της καθοδήγησης της ΚΝΕ. Κι εδώ όμως είναι λαθεμένη η κριτική που γίνεται ότι οι θέσεις της στρέφονταν σε αγώνες μόνο για τα φοιτητικά αιτήματα. Αντίθετα, η ΚΝΕ προωθώντας σωστά την προβολή των φοιτητικών αιτημάτων - και των μερικών και γενικότερων για τις συνδικαλιστικές και πολιτικές ελευθερίες - τα συνδύαζε με την όλη αντιχουντική πάλη, τα έντασσε μέσα στα πλαίσια αυτής της πάλης, υπογραμμίζοντας (σωστά) την ανάγκη συντονισμού με ολόκληρο το λαϊκό κίνημα. Αυτό αποδείχνεται και από τα ντοκουμέντα της KNΕ, που μερικά αναφέρθηκαν. Υπάρχει, βέβαια, ένα άλλο ζήτημα: αν και σε ποιο βαθμό, έγινε δυνατό η γραμμή της αυτή να φτάσει σωστά ως τα στελέχη της ΚΝΕ και της Α/Ε, που μέσα στους φοιτητικούς χώρους τη χειρίζονταν. Υπήρξαν εδώ αδυναμίες κι η γραμμή αυτή, ορισμένες φορές, εφαρμόστηκε μονοκόμματα, - επιμονή για φοιτητικά μόνον αιτήματα και αποκλεισμός γενικότερων συνθημάτων αντιχουντικής και αντιιμπεριαλιστικής πάλης - πράγμα που προκάλεσε δυσκολίες.

δ) Η μορφή αγώνα - κατάληψη - ξεπήδησε στις μέρες του Νοέμβρη «αυθόρμητα». Πρέπει σωστά όμως να κατανοηθεί αυτό το «αυθόρμητο». Σα μορφή αγώνα, η κατάληψη είχε χρησιμοποιηθεί και την άνοιξη του '73, - μια φορά με επιτυχία, μια δεύτερη όχι με πλήρη επιτυχία. Το σύνθημα για κατάληψη κυκλοφορούσε στους φοιτητές, είχε και συγκεκριμένα προβληθεί στις εκδηλώσεις 8 και 9 Νοέμβρη. Και τελικά είχε ωριμάσει μέσα στη συνείδηση των φοιτητών. Επίσης, ήταν μέσα στη λογική της ανάπτυξης των αγώνων που προωθούσαν τα στελέχη του ΦΚ και πριν απ' όλα οι αριστεριστές, αλλά και τα στελέχη της ΚΝΕ και της Α/Ε. Με αυτή την έννοια, το αυθόρμητο στοιχείο περιορίζεται, δεν είναι δηλαδή η κατάληψη απλώς ένα τυχαίο κι έξω από κάθε προοπτική ξέσπασμα. Είναι όμως και αυθόρμητο, γιατί: 1) Δεν υπήρξε σχέδιο καμιάς οργάνωσης, ούτε των αριστεριστών. 2) Δεν υπήρξε καμιά απόφαση για ν' αρχίσει η κατάληψη, απόφαση που να πάρθηκε έστω κι εκείνη τη στιγμή.
Η μορφή αυτή δηλαδή επιβλήθηκε «εκ των πραγμάτων», χωρίς και οι ίδιοι οι φοιτητές έγκαιρα να το συνειδητοποιήσουν: Μέσα στο γενικό κλίμα ξεσηκωμού και κάτω από την πίεση συνθημάτων, που γενικά κι αόριστα, πίεζαν για πιο «δυναμικές» μορφές πάλης. Μέσα στο πλαίσιο της ταλάντευσης που έδειξαν τα στελέχη της Α/Ε, που, επειδή ήσαν απροετοίμαστα να προτείνουν συγκεκριμένες μορφές παραπέρα πάλης, δέχτηκαν, «παθητικά», χωρίς να παίρνουν θέση, μια κατάσταση που επιβαλλόταν. Μπορεί να μελετηθεί παραπέρα το ζήτημα, αν τα στελέχη της A/Ε θα μπορούσαν, - από τη στιγμή που έγκαιρα και σχεδιασμένα υπεράσπιζαν κάποιες άλλες, συγκεκριμένες θέσεις (όχι πάντως άρνηση απλή, αλλά θετικές προτάσεις άλλων μορφών πάλης), - να στρέψουν όλο το ΦΚ σε κάποια άλλη μορφή αντιμετώπισης. Κάτι τέτοιο, φαίνεται, όχι μόνο δεν πρέπει να αποκλείεται, αλλά αντίθετα είναι μάλλον βέβαιο ότι αν η ΚΝΕ ήταν σωστά προετοιμασμένη και τα στελέχη της δούλευαν έγκαιρα, σωστά και επιτόπου μέσα στο ΦΚ, με αυτή την κατεύθυνση, θα ήταν δυνατό ή να μην επιλεγεί καθόλου η μορφή της κατάληψης ή, και αν προσωρινά πραγματοποιούνταν, να στρεφόταν γρήγορα προς άλλες εξελίξεις. Πρόκειται για συμπέρασμα που έχει πάντοτε, και σήμερα, αξία. (ΣΗΜ.: Είναι φανερό πως κι εδώ κι όπου αλλού γίνεται λόγος για αδυναμίες της καθοδήγησης της ΚΝΕ, αυτές αντανακλούν άμεσα τις ελλείψεις βοήθειας του Κόμματος στην ΚΝΕ).
Πάντως, είχε μεγάλη σημασία ότι από τη στιγμή που επιβλήθηκε η μορφή κατάληψης, τα στελέχη της ΚΝΕ και η Α/Ε έμειναν και προσπάθησαν να αντιδράσουν, όπως νόμιζαν καλυτέρα, στις παραπέρα εξελίξεις. Πρόκειται για μια θετική πείρα που επίσης πρέπει να αξιοποιηθεί.

ε) Τα γεγονότα των ημερών εκείνων (και όχι μόνο η κατάληψη του Πολυτεχνείου) αποτέλεσαν αιφνιδιασμό για το Γραφείο του Κλιμακίου. Κι αυτό εξαιτίας της έλλειψης της πολιτικής και οργανωτικής προετοιμασίας που αναφέρθηκε προηγούμενα. Κι ακόμα γιατί το Γραφείο Κλιμακίου δεν είχε προβληματιστεί για το ενδεχόμενο τέτοιων εκδηλώσεων. Μια τέτοια έλλειψη προβληματισμού είναι λάθος, πολύ περισσότερο που υπήρχαν τα γεγονότα της άνοιξης '73, υπήρξε και τώρα ένα κλίμα, που έδειχνε ότι μορφές αγώνα, σαν αυτές ή παρόμοιες, δεν έπρεπε να αποκλείονται. Και θα πρέπει να υπογραμμιστεί η σημασία που έχει το να μπορεί η καθοδήγηση, και σε οποιασδήποτε συνθήκες παρανομίας, να ενημερώνεται πολύ γρήγορα στις οποιεσδήποτε απότομες αλλαγές και εξελίξεις. Αυτό δεν μπόρεσε να το καταφέρει τότε το Γραφείο Κλιμακίου. Ανάλογες αδυναμίες υπήρξαν και στην ΚΝΕ. Επίσης: Ήταν σωστή η θέση του Γραφείου Κλιμακίου (και της ΚΝΕ) για αποφυγή απρογραμμάτιστων ενεργειών, άλλα έπρεπε να συνοδεύεται με θέσεις για αντιμετώπιση των καταστάσεων αυτών, όταν «εκ των πραγμάτων» επιβάλλονται.
(Η πείρα αυτή είναι όχι μόνον για το μέλλον, αλλά και για σήμερα πολύ σημαντική). Έτσι το Γραφείο του Κλιμακίου και το Γραφείο ΚΣ της ΚΝΕ βρέθηκαν, σε μεγάλο βαθμό, απροετοίμαστα μπροστά στα γεγονότα.
Το Γραφείο του Κλιμακίου της ΚΕ ήταν, βέβαια, τότε απορροφημένο με την προσπάθεια ανασυγκρότησης των οργανώσεων, το πέρασμα στελεχών στην παρανομία, την αποστολή στελεχών για το 9ο Συνέδριο και δεν πρόλαβε ν' αντιμετωπίσει πλήρως και σωστά όλα τα προβλήματα. Ωστόσο, αυτές οι δυσκολίες θα μπορούσαν, ίσως, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, να αντιμετωπιστούν. Ανεξάρτητα όμως από τις δυσκολίες αυτές και το αν ήταν δυνατόν, και σε ποιο βαθμό, να αντιμετωπιστούν από το Γραφείο Κλιμακίου, είναι φανερό πως οι αδυναμίες κι οι ελλείψεις αυτές πρέπει να υπογραμμιστούν, σαν απαραίτητα διδάγματα για το κίνημα.

-.-.-

Πατώντας εδώ μπορείτε να μεταβείτε στην ιστοσελίδα του κόμματος και να διαβάσετε ολόκληρο το σχετικό ντοκουμέντο, το οποίο αποτελείται από τα εξής μέρη:

Κεφάλαιο 1
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΪΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ TOΥ 1973
1. Η κρίση της δικτατορίας βαθαίνει
2. Αναπτύσσεται και δυναμώνει η λαϊκή αντίθεση
3. Το επίπεδο οργάνωσης των λαϊκών δυνάμεων
4. Το πείραμα «φιλελευθεροποίησης»

Κεφάλαιο 2
ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ. ΤΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΤΟΥΣ
1. Μπροστά στα γεγονότα. Οι θέσεις μας
2. Διαμόρφωση ατμόσφαιρας ξεσηκωμού
3. Το ξεκίνημα για την κατάληψη

Κεφάλαιο 3
ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ 14 - 18 ΝΟΕΜΒΡΗ 1973
1. Τα γεγονότα μέσα στο Πολυτεχνείο
2. Ο ρόλος της καθοδήγησης απ' το Κόμμα και την ΚΝΕ
3. Η επέκταση των εκδηλώσεων. Η έξοδος
4. Η τακτική των δυνάμεων του εχθρού

Κεφάλαιο 4
Γενικές εκτιμήσεις.
Συμπεράσματα και διδάγματα
4.1. Κρίση του χουντικού καθεστώτος και άνοδος των αγώνων
4.2. Το αντιχουντικό κίνημα το φθινόπωρο του 1973
4.3. Οι μέρες του Πολυτεχνείου