Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκπαίδευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκπαίδευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

Και νόμους δεν εκράτεις

Μες στη βδομάδα τελείωσε η φετινή σχολική χρονιά και χιλιάδες δάσκαλοι, αναπληρωτές και μη (γιατί η ΔΦΑ δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε βασιλιάδες και υπηκόους) κάθονται σε αναμμένα κάρβουνα -άσχετα από τον καύσωνα- χωρίς να γνωρίζουν πού θα βρεθούν του χρόνου, αν θα έχουν δουλειά κι ένα σταθερό σημείο αναφοράς -όσο σταθερό μπορεί να θεωρηθεί να αλλάζεις έδρα και νομό κάθε χρόνο, σαν περιφερόμενος θίασος. Σχετικά είναι όλα σε αυτή τη ζωή και το πρόβλημα είναι ότι οι συγκρίσεις γίνονται πάντα προς τα κάτω, με γνώμονα το χειρότερο και την κατσίκα του γείτονα που πρέπει να ψοφήσει.

Από τη φύση της δουλειάς τους, οι δάσκαλοι είναι αυτοί που μπορούν να καταλάβουν καλύτερα από εμάς τους υπόλοιπους, πόσο σημαντικό είναι όχι απλά να έχεις δίκιο και να λες κάτι σωστό, το οποίο επιβεβαιώνεται στην πράξη, αλλά να έχεις μεταδοτικότητα, για να μπορείς να το περάσεις στις μάζες, ενίοτε και με κάποια τεχνικά τεχνάσματα, για να τραβήξεις την προσοχή τους, πρωτίστως όμως καλλιεργώντας τη φιλομάθεια και την αυτενέργεια, γιατί η απελευθέρωση μπορεί να είναι μόνο δικό τους έργο, αλλιώς θα έχει κοντά και πήλινα πόδια. Είναι άλλο να πηγαίνεις δασκαλεμένος, για να πετύχεις κάτι κι άλλο να το έχεις διδαχτεί ουσιαστικά και να το έχεις αφομοιώσει δημιουργικά.

Ξέρουν πως το καλό λέγειν -που θα μας οδηγήσει διαλεκτικά στον καλό Λένιν- δεν είναι απλό χάρισμα, αλλά ικανότητα που καλλιεργείται, όσο βγαίνεις από τα σκοτεινά γραφεία κι έρχεσαι σε τριβή κι επαφή με τον έξω κόσμο. Και πως δεν έχει καμία απολύτως αξία να κάθεσαι να καμαρώνεις για τις γνώσεις που έχεις συγκεντρώσει, αν δεν τις μοιράζεσαι ή ότι δεν προσφέρει τίποτα να βλέπεις μόνο εσύ κάτι, αν δεν μπορείς να το δείξεις και στους άλλους (ή στο κόμμα). Γι' αυτό κι η περιβόητη "κοινωνία της γνώσης" (στο βαθμό που σημαίνει κάτι πέρα από το γνωστό αστικό ιδεολόγημα) δεν μπορεί να βρει την πλήρη έκφρασή της παρά μόνο στην αταξική κοινωνία του μέλλοντος, όπου οι γνώσεις κι η προσωπική ανάπτυξη του καθενός θα είναι προϋπόθεση για την καλλιέργεια των άλλων, και δε θα φυλακίζονται πίσω από πατέντες και πνευματικά δικαιώματα, για να γίνουν εμπόρευμα.

Ξέρουν πως η γνώση είναι άπειρη, το κυνήγι της διαρκές, κι όσο περισσότερη κατακτάς, τόσο περισσότερα ερωτήματα ξεπροβάλλουν, αυξάνοντας τη σχετική άγνοια, όχι όμως τον αγνωστικισμό. Γι' αυτό και δεν μπορούν να ανεχτούν τους αυτάρεσκους ξερόλες.
Γνωρίζουν επίσης πως η διδασκαλία είναι μια αμφίδρομη διαδικασία, όπου η πρωτοπορία δε καθοδηγεί μόνο με ντιρεκτίβες, αλλά μαθαίνει συνεχώς από τις μάζες, τις πρωτοβουλίες τους, από τη ζωντανή πείρα που εμπλουτίζει τις αφηρημένες μας γνώσεις. Προτιμούν να λύνουν υπομονετικά όσες απορίες προκύπτουν, δεν κουνάνε ποτέ επιτιμητικά κι αφ' υψηλού το δάχτυλο στις μάζες κι αποφεύγουν να χρησιμοποιήσουν πειθαρχικά μέτρα, παρά μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο.

Καταλαβαίνουν πολύ καλά το κλασικό πρακτικό δίλημμα κάθε πρωτοπορίας, αν πρέπει να συνεχίσει το μάθημα με τους λιγοστούς προχωρημένους που το καταλαβαίνουν με την πρώτη ή να περιμένουν για να προχωρήσουν με όλη την τάξη και να κρατήσουν πίσω τους υπόλοιπους, "πέφτοντας" στο επίπεδο του πιο αδύναμου κι αδιάφορου μαθητή. Και πως το ζητούμενο δεν είναι ούτε το πρώτο, ούτε το δεύτερο, αλλά να ανεβάσουν συλλογικά το επίπεδο όλης της (εργατικής) τάξης.

Ότι η οργάνωση είναι μεγάλο σχολείο, που σου αφήνει πάντα κάτι, άσχετα αν δεν καταφέρνουν όλοι να αποφοιτήσουν και κόβονται στα μισά ή τείνουν να γίνουν αιώνιοι κνίτες-φοιτητές, γιατί τα έχουν φορτώσει στον κόκορα. Ότι σε μια σχολική κοινότητα θα βγουν έρωτες, πάθη, κουτσομπολιά, όπως σε κάθε ζωντανό οργανισμό κι ότι δε γίνεται να κολλάμε όλοι με όλους σα χαρακτήρες, οπότε το ερώτημα είναι αν μπορούμε να το διαχειριστούμε προς όφελος του συνόλου.

Ότι είναι πάντα χρήσιμο να μελετάς αρχαία ελληνικά και τους κλασικούς από το πρωτότυπο, αλλά δεν ωφελεί να μένεις φορμαλιστικά στους τύπους, χωρίς να πιάνεις το πνεύμα.

Ότι οι κοοπτάτσιες πρέπει να είναι η εξαίρεση στον κανόνα και να δικαιολογούνται απ' τις συνθήκες, αντίθετα με τους διορισμούς που είναι το ίδιο, αλλά σε διαφορετικά συμφραζόμενα και πρέπει να είναι μαζικοί.

Ότι δεν έχει αλλάξει τίποτα από το δημοτικό και το Μεσοπόλεμο, όταν έμπαινε το σύνθημα από την Κομιντέρν: τάξη εναντίον τάξης.



Ότι αν οι εκπαιδευτικοί τα είχαν όντως λυμένα όλα αυτά, δε θα έπαιζε πρωτεύοντα ρόλο η συζήτηση για την ταξική τους φύση κι αν είναι κυρίαρχα τα μικροαστικά χαρακτηριστικά ή ανήκουν στην "ευρύτερη εργατική τάξη".

Και πως όταν έρχονται τα πάνω-κάτω, το βασικό είναι να βγουν μαζικά κι αποφασιστικά στο δρόμο, για να δικαιολογήσουν επιτέλους αυτό το δεύτερο μισό της παροιμίας: δάσκαλε που δίδασκες και νόμους δεν εκράτεις...
Για να επιβάλουν ως νόμο το δίκιο του εργάτη ή έστω του σύμμαχου εργατικού-λαϊκού στρώματος...
Κάτι που είναι προφανώς δύσκολο (κι αυτό κάνει παρήχηση με το δάσκαλο), αρκεί να μη συγχέουμε τη δυσκολία με τη δυσκοιλιότητα σε οτιδήποτε απαιτεί αγώνα και θυσίες για να ξεφύγουμε από το μίζερο παρόν μας...

Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

Πόσο μεγάλος είναι ο άνθρωπος

Η κε του μπλοκ αντιγράφει και αναδημοσιεύει σήμερα ένα απόσπασμα από το βιβλίο του φρανκ λέζερ «πόσο μεγάλος είναι ο άνθρωπος» (από το στοκ με τις προσφορές και τα φτηνά παλιά βιβλία της σύγχρονης εποχής) και συγκεκριμένα το υποκεφάλαιο «από τον ψυχικό κόσμο ενός αμερικανού σπουδαστή» από το κεφάλαιο «η κατάκτηση του νέου κόσμου». Δυστυχώς οι τελευταίες παράγραφοι εμπίπτουν στην κατηγορία της τραγικής ειρωνείας υπό το φως των ανατροπών και της αντεπανάστασης, αλλά το κείμενο και όσα περιγράφει παραμένουν άκρως επίκαιρα στην ουσία τους, ακόμα και για τα ελληνικά δεδομένα με την προώθηση αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Καλή ανάγνωση.

Συχνά, όταν πηγαίνοντας στις παραδόσεις μου ανεβαίνω τα σκαλιά της κεντρικής εισόδου του πανεπιστημίου Χούμπολτ του Βερολίνου και διαβάζω τη γραμμένη με χρυσά γράμματα 11η θέση του Καρλ Μαρξ για τον Φόιερμπαχ: «οι φιλόσοφοι μονάχα εξηγούσαν με διάφορους τρόπους τον κόσμο, το ζήτημα όμως είναι να τον αλλάξουμε», σκέφτομαι άθελα την εποχή των σπουδών μου στις ΗΠΑ.

Κάθε πρωί στις οκτώ, εκτός από τις Κυριακές, ανέβαινα στο τραμ τότε στη Μινεάπολη, για να πάω στις παραδόσεις μου στο πανεπιστήμιο της Μινεσότα. Το εισιτήριο κόστιζε δέκα σεντς, περίπου δυόμιση δολάρια το μήνα. Ένα όχι ασήμαντο ποσό για ένα σπουδαστή ο οποίος, όπως η μεγάλη πλειοψηφία των σπουδαστών στις ΗΠΑ, δεν έπαιρνε υποτροφία κι ήταν υποχρεωμένος να πληρώνει ο ίδιος για τις σπουδές του. Στα αμερικάνικα αυτό λέγεται: «I worked my way through college», που σημαίνει κατά λέξη: περνούσα το πανεπιστήμιο δουλεύοντας. Αυτό σήμαινε για μένα: σπουδαστής την ημέρα και τορναδόρος νυχτερινή βάρδια σε ένα εργοστάσιο.

Ένα πρωί το εισιτήριο στο τραμ ανέβηκε στα 12 σεντς. Την επόμενη εβδομάδα έγινε 15 σεντς. Μέσα σε μερικές βδομάδες το εισιτήριο έφτασε τα 20 σεντς. Η αγανάκτηση του κόσμου, που μετακινούνταν με το τραμ, έπαιρνε απειλητικές διαστάσεις. Οργανώθηκε μια μαζική εκδήλωση διαμαρτυρίας στο πανεπιστήμιο. Οι αρχές άρχισαν να ανησυχούν. Κάτι έπρεπε να γίνει. Τελικά αποκαλύφτηκε το εξής: ένας περιβόητος γκάγκστερ είχε αγοράσει όλο το σύστημα τραμ της Μινεάπολης, μιας πόλης με ένα εκατομμύριο κατοίκους, καθώς και του Σεντ Πολ. Είχε ανεβάσει τις τιμές των εισιτηρίων για να αυξήσει τα κέρδη του. Οι σπουδαστές ζήτησαν από το γκάγκστερ εξηγήσεις. «Δε σας καταλαβαίνω», τους είπε, «σε τελευταία ανάλυση ζούμε σε μία δημοκρατία!». Περικυκλωμένος από τους μπράβους του μίλησε σε μια φοιτητική συγκέντρωση στο πανεπιστήμιο. Το νόημα της πολύ σύντομης, αλλά αποκαλυπτικής ομιλίας του ήταν τούτο: ζούμε σε μια κοινωνία, όπου η ελεύθερη οικονομία είναι ανώτατη αρχή. Κάθε επιχειρηματίας μπορεί να ζητάει για το εμπόρευμά του όσα προσφέρει η αγορά. Εγώ απλώς τηρώ αυστηρά αυτούς τους κανονισμούς. Λοιπόν τι θέλετε από μένα; Αν το τραμ σας πέφτει ακριβό, αγοράστε αυτοκίνητο!

Αυτά τα λόγια μου θύμισαν μια φράση της Μαρίας Αντουανέτας, βασίλισσας της Γαλλίας στα χρόνια της γαλλικής επανάστασης το 1789, που όταν της ανέφεραν ότι ο λαός δεν έχει ψωμί να φάει ρώτησε: και γιατί δεν τρώει παντεσπάνι; Ανάμεσα στη βασίλισσα της Γαλλίας και τον γκάγκστερ της Μινεάπολης υπήρχε μόνο μία διαφορά. Η βασίλισσα εκτελέστηκε, ενώ αυτός πούλησε την επιχείρηση των τραμ αφού τσέπωσε μεγάλα κέρδη και πήγε σε άλλη πολιτεία των ΗΠΑ να εφαρμόσει με τον ίδιο τρόπο τις αρχές της ελεύθερης οικονομίας. Αυτά που σας λέω δεν είναι παραμύθια από τις «1001 νύχτες». Μπορείτε να τα διαβάσετε στους επίσημους φακέλους της αμερικανικής γερουσίας, που φυλάγονται για τις μελλοντικές γενιές με την ονομασία «Αναφορά Κεφώβερ για την εγκληματικότητα στις ΗΠΑ».

Αλλά, μια και μιλάμε για «ελεύθερη οικονομία», θα μου επιτρέψετε να σας πω πώς περνάει τις εξετάσεις του ο αμερικανός φοιτητής. Τα πιο πολλά αμερικανικά πανεπιστήμια είναι πολύ μεγάλα ιδρύματα. Πολλά έχουν 20 ως 40 χιλιάδες φοιτητές. Οι εξετάσεις είναι συχνές. Περίπου δύο με τρεις φορές το εξάμηνο δίνεται στο φοιτητή κάθε ειδικότητας ένα εξεταστικό φυλλάδιο με περισσότερες ερωτήσεις απ’ όσες θα μπορούσε να απαντήσει στον χρόνο που του δίνεται. Κάτω από κάθε ερώτηση υπάρχουν τέσσερις απαντήσεις από τις οποίες ο εξεταζόμενος επιλέγει τη σωστή. Η επιλογή σημειώνεται με σταυρό σε έναν από τους τυπωμένους κύκλους. Οι απαντήσεις ελέγχονται αυτόματα από έναν υπολογιστή. Τα καλύτερα 10% βαθμολογούνται με ένα (παρένθεση άριστα) τα επόμενα 20% με δύο (καλά), τα 30-40% με τρία (βάση) και τα υπόλοιπα με τέσσερα ή πέντε. Αν και το γενικό επίπεδο των εξετάσεων είναι ίσως υψηλό, αυτή η αρχή της ποσοστιαίας κατανομής ποτέ δεν παραβιάζεται. Για αυτό, μόνο ένα σχετικά μικρό ποσοστό μπορεί και παίρνει ένα ή δύο. Ένα μεγάλο μέρος απορρίπτεται πάντα στις εξετάσεις. Η αρχή της ελεύθερης οικονομίας και του ανταγωνισμού τηρείται με αμείλικτη συνέπεια και στα πανεπιστήμια. Κατά συνέπεια, μια αμοιβαία βοήθεια και συμπαράσταση, μια κοινή προσπάθεια για καλά αποτελέσματα σπουδών, πράγμα που στις σοσιαλιστικές χώρες είναι κάτι το αυτονόητο, για έναν αμερικανό φοιτητή θα σήμαινε αυτοκτονία. «Ο καθένας ενάντια σε όλους!» είναι στις ΗΠΑ η ανώτατη ηθική αρχή.

Δεν είναι όμως μόνο τα αποτελέσματα των εξετάσεων που παίζουν αποφασιστικό ρόλο για τη μελλοντική σταδιοδρομία του φοιτητή. Πολύ πιο αποφασιστικό στοιχείο είναι οι σχέσεις που αποκτά ο φοιτητής στο πανεπιστήμιο. Εκεί του προσφέρεται ένα ραφιναρισμένο σύστημα από «αδελφότητες» (fraternities για αγόρια και sororities για κορίτσια). Ευνοϊκό φυσικά είναι ο φοιτητής να κατάγεται από πλούσια αστική οικογένεια και να είναι προτεστάντης και λευκός. Για αυτόν είναι ανοιχτές οι καλύτερες αδελφότητες και μπορεί από το πανεπιστήμιο κιόλας να αρχίσει τη μελλοντική επαγγελματική σταδιοδρομία του. Αλλά όταν ο πατέρας του είναι εργάτης ή ας πούμε καθολικός ή ακόμα χειρότερα εβραϊκής καταγωγής –αφήνουμε πια τι σημαίνει να είναι μαύρος- τότε τα πράγματα είναι πραγματικά δύσκολα. Όχι, όπως νομίζετε! Κι αυτός μπορεί να γίνει δεκτός σε μια αδελφότητα, γιατί υπάρχουν πολλές και διάφορες τέτοιες αδελφότητες: για τα παιδιά της εργατικής τάξης, για τους εβραίους και τους καθολικούς φοιτητές, για κάθε τάξη και στρώμα, για κάθε θρησκευτική προέλευση, για κάθε χρώμα δέρματος. Για όλα υπάρχει μέριμνα. Ο καθένας ταξινομείται, αναλύεται, κατατάσσεται με μεγάλη ακρίβεια και προετοιμάζεται για τη μελλοντική θέση του. Οι προνομιούχοι πάνω, οι προλετάριοι κάτω –οι πλούσιοι πρώτα, οι φτωχοί ας περιμένουν, οι διαμαρτυρόμενοι εδώ, οι καθολικοί εκεί, στους λευκούς η προτεραιότητα, οι μαύροι εκεί που τους ταιριάζει και… οι κόκκινοι στη Ρωσία!

Σπάνια ένας φοιτητής πετυχαίνει να διασπάσει αυτό το σύστημα. Ενδιαφέρον έχει εδώ ο ρόλος των γυναικείων αδελφοτήτων (sororities) οι οποίες εντάσσονται τέλεια σε αυτό το σύστημα. Βασική αποστολή τους δεν είναι ο επαγγελματικός προσανατολισμός των φοιτητριών. Πολύ σημαντικότερο για την αμερικανίδα φοιτήτρια είναι να βρει έναν άντρα που να της εξασφαλίζει οικονομική άνεση κι ευχάριστη ζωή. Για το σκοπό αυτό, η καλύτερη λύση για μια κοπέλα είναι να γραφτεί στο πανεπιστήμιο –έστω και τυπικά για λίγα εξάμηνα- και να γίνει μέλος μιας αδελφότητας. Αυτή η οργάνωση προσπαθεί με διακριτικό τρόπο, ανάλογα με την κοινωνική θέση, τη θρησκευτική προέλευση και τις ατομικές επιθυμίες να βρει στην κάθε φοιτήτρια τον εκλεκτό της. Κυριαρχεί κι εδώ η «ελεύθερη οικονομία».

Οι φοιτητές που έχουν εξαιρετική ακαδημαϊκή επίδοση μπορούν να πάρουν πτυχίο με άριστα. Για αυτό χρειάζεται να υποβάλουν μια γραπτή εργασία και να υποστούν μια ειδική προφορική εξέταση. Κι εγώ, με βάση την επίδοσή μου μπορούσα να πάρω πτυχίο με άριστα. Έγραφα την πτυχιακή μου εργασία με περιεχόμενο ένα θέμα του ιστορικού υλισμού. Πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής ήταν ο καθηγητής δρ Φάιγκελ, γνωστός αστός αμερικανός φιλόσοφος. Ήταν αυστριακής καταγωγής και στη δεκαετία του 30’ ανήκε στον κύκλο της Βιέννης –κυρίαρχο ρεύμα της θετικιστικής φιλοσοφίας. Η εξέταση επρόκειτο να αρχίσει στις 2μμ. Μισή ώρα νωρίτερα στεκόμουν μπροστά στην πόρτα της αίθουσας των εξετάσεων. Στις 2μμ ακριβώς ήρθαν οι πέντε καθηγητές της εξεταστικής επιτροπής. Η πόρτα έκλεισε πίσω τους. Περίμενα 10 λεπτά, μισή ώρα, μία ώρα. Καμιά κίνηση. Μετά από δύο ώρες βγήκε ο δρ Φάιγκελ και είπε: «λυπούμαι, αλλά δεν μπορούμε να σας εξετάσουμε· η εργασία σας περιέχει μια κοσμοθεωρία, που δεν μπορούμε να αποδεχτούμε!».

Ίσως καταλαβαίνετε τώρα τι νιώθω σήμερα, όταν στις παραδόσεις μου διαβάζω τα χρυσά γράμματα: «οι φιλόσοφοι μονάχα εξηγούσαν με διάφορους τρόπους τον κόσμο, το ζήτημα όμως είναι να τον αλλάξουμε». Ποιος μπορεί να φανταστεί σήμερα ότι εδώ στο πανεπιστήμιο Χούμπολτ του Βερολίνου ο μαρξισμός-λενινισμός θα μπορούσε να μην είναι αποδεκτός, ότι ένας γκάγκστερ θα μπορούσε να αγοράσει τα μεταφορικά μας μέσα, για να βγάζει σε βάρος των εργατών και των φοιτητών όσο γίνεται μεγαλύτερα κέρδη, ότι ένα καλοστημένο σύστημα θα κρατούσε πάνω αυτούς που είναι πάνω και κάτω αυτούς που είναι κάτω, ότι οι σπουδές μας θα πληρώνονταν με νυχτερινές βάρδιες, ότι ανώτατος ηθικός νόμος θα ήταν η αρχή: «ο καθένας ενάντια σε όλους»;

Είναι πραγματικά δυο κόσμοι που υπάρχουν ταυτόχρονα στο στερέωμα της ιστορίας και κινούνται με μεγάλη ταχύτητα σε αντίθετες κατευθύνσεις. Η τεράστια απόσταση που τους χωρίζει σήμερα μεγαλώνει γοργά. Η ηθική τους απόσταση αυξάνει διαρκώς. Ο ένας κόσμος βρίσκεται σε ηθική παρακμή. Αλλά σε ποια κατεύθυνση κινείται η ηθική του δικού μας κόσμου;


Και το βιβλίο συνεχίζει με το επόμενο υποκεφάλαιο. Συνολικά πάντως το βιβλίο ασχολείται κυρίως με τα αυτόματα (μηχανές, ρομπότ, υπολογιστές) και κατά πόσο μπορούν να αντικαταστήσουν και να διευκολύνουν τον άνθρωπο και διάφορες παραγωγικές λειτουργίες του και χωράει αρκετή συζήτηση για το αν πέφτει στη λούμπα ενός είδους θετικισμού, όταν λέει πως πολλές ανθρώπινες συμπεριφορές και λειτουργίες μπορούν μελλοντικά να αποδοθούν και να αναπαραχθούν με μαθηματικές πράξεις κι αλγόριθμους. Αλλά αυτό θα ήταν το αντικείμενο μιας άλλης ανάρτησης.

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

Ο ρόλος του παιδαγωγού στη διαμόρφωση της συνείδησης

Τις προάλλες η κε του μπλοκ βρέθηκε στη λδ του βορρά, όπου παρακολούθησε την εκδήλωση της κομματικής αχτίδας εκπαιδευτικών και της τ.ο φιλοσοφικής της κνε, στον πύργο του παιδαγωγικού, για το ρόλο του παιδαγωγού (εφεξής ρτπ) στη διαμόρφωση της συνείδησης, με ομιλητή τον κυριάκο ιωαννίδη (κ.ι) από το τμήμα παιδείας της κετουκε. Παρακάτω θα προσπαθήσω να αναπαραγάγω αποσπασματικά κάποια σημεία της εισήγησης και της συζήτησης που ακολούθησαν με βάση το δικό μου βαθμό πρόσληψης, τις σημειώσεις που κράτησα και όσες τυχόν στρεβλώσεις αυτές περιέχουν, οι οποίες βαραίνουν αποκλειστικά εμένα.

Αρχικά ο κ.ι έθεσε τις διαστάσεις του θέματος της εκδήλωσης βάζοντας μερικά ερωτήματα τα οποία συνδέονται με αυτό. Τι είναι προσωπικότητα; Τι είναι διαπαιδαγώγηση; Υπάρχουν κοινές αντιλήψεις σε αυτά τα ζητήματα ή διαφορετικές κατευθύνσεις που συγκρούονται; Και παρακάτω. Με ποια πλευρά συντάσσεται ο παιδαγωγός; Με τη στατική θεώρηση της διαπαιδαγώγησης και τους σκοπούς του σημερινού σχολείου, ή με την πάλη για την αλλαγή του; Αρκεί αυτή η πάλη αν δε συνοδεύεται με την πάλη για την πολιτική εξουσία; Και ποια είναι η θέση ενός εκπαιδευτικού που θεωρεί ότι η λύση σε αυτά τα ζητήματα θα έρθει μόνο μέσω της αλλαγής τάξης στην εξουσία; Μήπως αυτό βάζει όρια στη δράση του; Τα καθημερινά φαινόμενα υποσιτισμού και τα προβλήματα επιβίωσης που αντιμετωπίζουν πολλοί μαθητές καθιστούν ακόμα πιο επιτακτικά αυτά τα ζητήματα.

Την ίδια στιγμή, δεν υπάρχει επίσημο κρατικό κείμενο που να μην αναφέρεται στον ειδικό ρόλο του παιδαγωγού –πχ οι επίσημες εκθέσεις της εε και του οοσα, ακόμα και τα θέματα των πανελλαδικών εξετάσεων (πέρσι στην ιστορία για την εσσδ και το 2ο ππ, ή πρόπερσι στην έκθεση για τη δια βίου μάθηση) αποδεικνύουν την πολιτική διάσταση του θέματος. Στον πυρήνα της αστικής προσέγγισης βρίσκεται η δικαιολόγηση και διαιώνιση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, της αστικής δημοκρατίας και της τυπικής ισότητας, όπου ο άλλος νοείται ως όριο και εμπόδιο. Η καλλιέργεια ορισμένων δεξιοτήτων, η προσαρμογή των μαθητών ώστε να αντιμετωπίζουν το διαρκές άγχος και την απογοήτευση, να αποδεχτούν το ρίσκο και την ατομική ευθύνη, η εμπέδωση του εθελοντισμού, της φιλανθρωπίας και της κοινωνικής συναίνεσης. Και φυσικά ο αντικομμουνισμός, που εξελίσσεται σε κεντρική κρατική πολιτική, περνώντας μέσα από τη διαστρέβλωση της ιστορίας και την εξίσωση του κομμουνισμού με το φασισμό και την τρομοκρατία.

Ποια είναι λοιπόν η απάντηση από τη σκοπιά της πρωτοπορίας, με ιδεολογικούς όρους –οι οποίοι μπορεί να γίνουν είτε υλικά εμπόδια είτε μαζικοί επιταχυντές της ιστορίας;
Ας επιστρέψουμε στο αρχικά ερωτήματα. Η προσωπικότητα εμφανίζεται στις ολοκληρωμένες κοινωνίες, στη βάση της εργασίας και της επικοινωνίας. Κάθε τι ανθρώπινο είναι 100 (κι όχι 90)% προϊόν κοινωνικών σχέσεων, της ανθρώπινης κοινωνίας κι όχι απλά ένα βιολογικό χαρακτηριστικό.
Οι αστοί δε συμφωνούν φυσικά με αυτήν την προσέγγιση. Ένα κοινό σημείο όλων των αστικών θεωριών στις διάφορες παραλλαγές τους είναι ότι αντιπαραθέτουν το άτομο με την κοινωνία και τις επιταγές του πολιτισμού με τα ζωώδη ένστικτα. Ενώ στο πεδίο της διαπαιδαγώγησης ψάχνουν τρόπους προσαρμογής του μαθητή στην κοινωνία –κι όχι τρόπους ανατροπής της- ή θεωρούν γενικά αντιδραστική την έννοια της αγωγής καθαυτή.

Οι σοβιετικοί αντιθέτως πίστευαν ότι η διαπαιδαγώγηση ανοίγει δρόμους για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας. Ή όπως έλεγε ο μακάρενκο: μαθαίνει στον άνθρωπο πώς να ζει. Γιατί όμως –θα ρωτήσει κάποιος- έχει θέση η πολιτική σε αυτό το κομμάτι; Τι μας χρειάζεται η ταξική πάλη;
Αν κάποιος πιστεύει ότι ο σημερινός κόσμος είναι άδικος μεν, αλλά ο καλύτερος δυνατός, τότε θα δώσει αρνητική απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα. Αν όμως θεωρεί ότι η καπιταλιστική κοινωνία δεν είναι ο τελευταίος σταθμός στην εξέλιξη της ανθρωπότητας, η απάντησή του θα ‘ναι διαφορετική

Γι’ αυτό η επιστήμη δε μπορεί να νοείται χωρίς γενικότερη επιστημονική κοσμοθεωρία, ως ένα απλό ουδέτερο σχήμα που εμπλουτίζεται κατά το δοκούν. Σε αυτό το σημείο ο κ.ι μας διάβασε ένα απόσπασμα από μια διάλεξη του λένιν για τους κομμουνιστές που πρέπει να κατέχουν όλο τον πλούτο της ανθρωπότητας, όχι για να τον παπαγαλίζουν σαν κούφια ταμπέλα, αλλά για να τον αφομοιώσουν ώστε να μπορούν να τον εξετάσουν κριτικά. Γιατί ο κομμουνιστής που περηφανεύεται για τον κομμουνισμό του με έτοιμες ιδέες είναι αξιοθρήνητος.

Την τελευταία δεκαετία έχει ανοίξει μια συζήτηση ως προς το αν η εκπαίδευση παραμένει κρίσιμος μηχανισμός ή αν η τηλεόραση και το διαδίκτυο –που καθορίζουν πρότυπα και στάσεις ζωής- έχουν αποκαθηλώσει την προτεραιότητά της. Το ζήτημα ωστόσο δεν είναι αμιγώς ποσοτικό, αλλά ποιοτικό και αφορά τις πλέον κρίσιμες λειτουργίες. Ο αντιδραστικός ρόλος του σύγχρονου σχολείου εξάλλου έχει να κάνει συνολικά με τις λειτουργίες του, κι όχι μόνο με το περιεχόμενο της διδασκαλίας του –η προσευχή πχ είναι μια μορφή αθόρυβης ιδεολογικής παρέμβασης. Το σχολείο λοιπόν είναι η άγουσα, κυρίαρχη δραστηριότητα για το μαθητή (όρος που καθιέρωσε ο βιγκότσκι κι η σοβιετική ψυχολογία), όπως είναι για το νήπιο το παιχνίδι και για τον ενήλικο η εργασία. Είναι ο προσωπικός άξονας, το περιβάλλον όπου κοινωνικοποιείται για 6-7 ώρες σε καθημερινή βάση. Το συγκεριμένο κοινωνικό είναι που καθορίζει τη συνείδηση (σύμφωνα με τη γνωστή φράση του μαρξ). Κι επίσης ένα κομμάτι του εποικοδομήματος που αλληλεπιδρά διαλεκτικά με τη βάση.

Όπως γράφουν οι κλασικοί στη γερμανική ιδεολογία, κυρίαρχη ιδεολογία σε μια κοινωνία είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης. Με άλλα λόγια οι κυρίαρχες υλικές σχέσεις συλλαμβάνονται ως ιδέες. Αυτό μπορεί να φαίνεται αυτονόητο για να το αρνηθεί κανείς, αλλά η απάντηση που θα δώσει επηρεάζει τη στάση του και τα χαρακτηριστικά του αγώνα του.
Ένα τμήμα του οπορτουνισμού πχ, αποδέχεται γενικά αυτήν την κυριαρχία και το ρόλο των ιδεολογικών μηχανισμών, αλλά αρνείται να εντάξει το σχολείο ως κρίκο στον ενιαίο κρατικό μηχανισμό, θεωρώντας το ως κάτι αυτόνομο, όπου μπορεί να υπάρξει ελεύθερη διαπάλη. Δε βλέπει το κράτος ως όργανο ταξικής κυριαρχίας, αλλά ως σχέση, που καθορίζεται από αυτή τη διαπάλη, η οποία μπορεί να εκφραστεί πολιτικά και μέσω της κυβερνώσας αριστεράς.
Καταλήγει επομένως να αποσπά την πολιτική από την οικονομία και να αποθεώνει αφηρημένα την παιδαγωγική ελευθερία που γίνεται άλλοθι και φύλο συκής της υποταγής στην αστική νομιμότητα.

Η πραγματική ελευθερία όμως δε βρίσκεται στην αποσύνδεση της παιδείας από την πολιτική και την οικονομία, ή σε αφηρημένες γενικές διακηρύξεις, αλλά στην ταξική πάλη, τη σύγκρουση με την υπάρχουσα κατάσταση και τη σοσιαλιστική ανασυγκρότηση της κοινωνίας, όπως έγραφε το 27’ ο γληνός σε ένα κείμενο του εκπαιδευτικού ομίλου. Καθώς και σε παραδείγματα που αντλούμε από τη σοβιετική ένωση, αλλά και από την ελεύθερη ελλάδα, με το σύνθημα «ένας λαός, μία παιδεία» ως παιδαγωγικό ιδανικό –μια πείρα που μπορεί να ήταν μικρή σε διάρκεια, όχι όμως και σε σημασία.

Πώς μπορεί να εκφραστεί λοιπόν στο σημερινό πλαίσιο ο ρτπ; Τα καθήκοντά του, τόσο στην τάξη όσο και μες στο κίνημα, είναι σύνθετα.
Καταρχάς είναι κρίσιμο να μην έχει αυταπάτες ότι μπορεί πχ να γίνει η τάξη του μια σοσιαλιστική νησίδα. Να έχει συνείδηση δηλ των ορίων και του αντικειμενικού ρόλου της σημερινής εκπαίδευσης στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας, αξιοποιώντας παράλληλα κάθε δυνατότητα δράσης που του δίνεται στο υπάρχον ασφυκτικό πλαίσιο. Πρέπει επίσης να κατέχει στέρεα κοσμοθεωρητική βάση, γιατί ο μαρξισμός δεν είναι άλλη μία άποψη στο έδαφος του αστικού πλουραρισμού, αλλά η μοναδική επιστημονική προσέγγιση. Πρέπει να αποκαλύπτει την αλήθεια, να κεντρίζει το ενδιαφέρον των μαθητών για αυτήν, να μην την παρουσιάζει στεγνά και τυπολατρικά. Και να καταδείξει ότι υπάρχει μια αντικειμενική πραγματικότητα που μπορούμε να τη γνωρίσουμε (κάτι που δεν είναι αυτονόητο ούτε καν για τις γνωσιοκεντρικές αστικές θεωρίες). Να κατανοήσει ότι η προσωπικότητα δεν περιλαμβάνει μόνο τη γνώση, αλλά και τη βούληση και το συναίσθημα. Δομείται δηλ στη λογική, την αισθητική (για το ωραίο) και την ηθική. Κι ότι η παρέμβαση του παιδαγωγού χρειάζεται και στα τρία πεδία. Να διαμορφώνει στάσεις ζωής, να εμπνέει τους μαθητές με την ηθική των επαναστατών, να γίνει δηλ αρχιτέκτονας των ανθρώπινων ψυχών και προσωπικοτήτων. Να είναι ο ίδιος ανώτερα διαπαιδαγωγημένος για να μπορεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, αλλά και έτοιμος για να διαπαιδαγωγηθεί εκ νέου μες στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Στη συνέχεια περάσαμε στον κύκλο των ερωτοαπαντήσεων.
Ο κ.ι ομαδοποίησε τα πρώτα ερωτήματα για το σχολείο του σάμερχιλ και τη διαθεματικότητα κι είπε ότι η αστική σκέψη εξελίχθηκε με βάση τις αντιφάσεις και τις αδυναμίες της, κι αυτό εκφράστηκε σε διάφορες φιλοσοφικές αναζητήσεις στις δεκαετίες του 60’ και του 70’. Μία εξ αυτών ήταν του ντιούι, που είχε στο επίκεντρό της την άρνηση του σχολικού καταναγκασμού και τον πραγματισμό. Ένας πραγματισμός που υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει μία αντικειμενική αλήθεια, αλλά πολλές αλήθειες, εκ των οποίων παίρνουμε κάθε φορά αυτή που μας βολεύει στην πράξη –σύμφωνα με τη βασική αρχή του νεοθετικισμού. Η προσέγγιση του ντιούι θεωρεί τη μία αλήθεια καταπίεση και αρνείται να πάρει θέση στο βασικό ερώτημα της φιλοσοφίας για την ύλη και τη συνείδηση και για το αν η αλήθεια είναι αντικειμενική και συνεπώς γνώσιμη. Μπορεί επομένως το πείραμα του σάμερχιλ να είχε μια υπαρκτή βάση, αλλά δεν αποτελούσε την απάντηση στο πρόβλημα που θέλησε να επιλύσει.

Στον καπιταλισμό υπάρχει μόνο η ελευθερία του μοναχικού περιπατητή, μια σχετική ελευθερία, όπου δεν πρέπει να ξεχνάμε να συμπληρώνουμε κάθε φορά την ερώτηση: «ελευθερία από ποιον και για ποιον»; Παρεμπιπτόντως ο κ.ι άσκησε κριτική και στις δυνάμεις των παρεμβάσεων, που πριν απ’ την κρίση πίστευαν ότι θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν τις διακηρύξεις του υπουργείου για την ευελιξία (ως μια πρώτη απόπειρα διαφοροποίησης του ενιαίου σχολικού προγράμματος) προς όφελος της παιδαγωγικής ελευθερίας –πχ με μαθήματα επιλογής. Κι έτσι πρόβαλλαν ως αίτημα του κινήματος εναλλακτικούς τρόπους υλοποίησης της κυβερνητικής πολιτικής.

Σχετικά με τη διαθεματικότητα απάντησε ότι εμείς δεν αρνούμαστε ένα μάθημα με πλούσια θεματική, αλλά την αποσπασματικότητα. Που αντί να πηγαίνει το μαθητή από το μέρος στο όλο κι αντίστροφα τον πηγαίνει από το μέρος στο μέρος, του δείχνει ασύνδετα φαινόμενα κι όχι την ουσία. Κάτι που γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στους αριστούχους μαθητές, που την επομένη των εξετάσεων αποβάλλουν τις άχρηστες αποσπασματικές γνώσεις που είχαν αποθηκεύσει, γιατί η κτήση τους έγινε μηχανικά, κι απέτυχε να κινητοποιήσει το συναίσθημα και το σύνολο της προσωπικότητάς τους.

Αναφέρθηκε επίσης στο καίριο ζήτημα της τεχνολογίας στα σχολεία. Είπε ότι η θέση μας δε μπορεί να είναι η ίδια με αυτήν που είχαμε είκοσι χρόνια πριν (για την εισαγωγή των η/υ στο λύκειο) κι ότι οι υπολογιστές είναι ένα εργαλείο που δεν είναι πανάκεια, ούτε μπορεί να αντικαταστήσει την τριβή και την επαφή με το βιβλίο, αλλά πρέπει να  χρησιμοποιείται (όχι με τη μορφή ξεχωριστού μαθήματος, αλλά) ως μέσο μάθησης κι όχι ως μέσο κερδοφορίας των μονοπωλίων στον χώρο της πληροφορικής, όπως σήμερα.

Θίχτηκαν επίσης τα ζητήματα: του «καθηγητικού κατεστημένου» και της απολυτοποίησης της διάκρισης «φοιτητές-καθηγητές» από τους αριστεριστές –και παλιότερα από την πασπ. Η διδασκαλία στις μικρότερες τάξεις του δημοτικού κι η έννοια της πλύσης εγκεφάλου. Και το ζήτημα των διαπολιτισμικών σχολείων (παλιότερα το κόμμα τασσόταν ενάντια στην ύπαρξή τους, και υπέρ της ένταξης των παιδιών της αλλοδαπής στο ενιαίο σχολείο, με ειδικά μαθήματα για να μαθαίνουν τη μητρική τους γλώσσα, την ιστορία, τη λογοτεχνία τους, κτλ –όπως δηλ έγινε με τους πολιτικούς πρόισφυγες που βρήκαν καταφύγιο στη σοβιετική ένωση κι άλλες λδ. Τώρα όμως που το κράτος κλείνει τα διαπολιτισμικά με αφορμή την κρίση, το βασικό μας σύνθημα είναι: κανένα παιδί εκτός εκπαίδευσης).
Δεν τα καταγράφω ωστόσο λεπτομερώς για να μην ξεφύγει περισσότερο σε έκταση η ανάρτηση.

Ίσως κάποιοι σύντροφοι να θεωρούν το θέμα αδιάφορο κι ότι δεν άξιζε μιας τόσο εκτενούς ανάπτυξης. Στην πραγματικότητα όμως οι κομμουνιστές που καλούνται να διαπαιδαγωγήσουν τις μάζες (και να διαπαιδαγωγηθούν από αυτές) οφείλουν να έχουν πάντα ευαίσθητες κεραίες σε ζητήματα παιδαγωγικής. Κι αυτή είναι –σύντομα και περιληπτικά- η δική μου (ελάχιστη) συμβολή στο θέμα της εκδήλωσης.