Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κομμουνιστές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κομμουνιστές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Απριλίου 2017

Θανάτω θάνατον πατήσας

Θυμάμαι πως όταν ήμουν μικρός, είχα πάθει ένα μικρό σοκ στην Τρίτη Δημοτικού, μόλις κατάλαβα πως δεν αρκεί να μαθαίνουμε κάποια πράγματα, αλλά πρέπει να τα αποστηθίζουμε κιόλας. Άλλο να ρουφάς γνώσεις σαν σφουγγάρι λόγω ηλικίας, κι άλλο να γίνεται ξεσκονόπανο το μυαλό για να αποθηκεύσει άχρηστες γνώσεις, σκουριασμένες κι αραχνιασμένες.

Πιο σοκαριστικό ήταν πως έπρεπε να αποστηθίζουμε επιπλέον το μάθημα των θρησκευτικών και όχι μόνο την ιστορία, που είχε σίγουρα πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες, με αληθινούς ήρωες ή πιο ωραίους μύθους -αν μιλάμε σε επίπεδο μυθολογίας. Και εμείς είχαμε ιστορία με κατακλυσμό, που πρέπει να υπάρχει σε όλους τους αρχαίους λαούς, αλλά δε μείναμε σε αυτό. Φτιάξαμε λαούς μπερμπάντηδες, με ανθρώπινα πάθη, αντί για ανώτερα όντα-τιμωρούς, με περιούσιους φτωχούς λαούς, κοκ.

Κι ακόμα πιο σοκαριστικό ήταν πως έπρεπε να αποστηθίζουμε προσευχές-μακρινάρια, σε μια γλώσσα που κανείς μας δεν καταλάβαινε, κι όχι μόνο τα απλά συμβατικά μαθήματα, όπου αρκούσε να γράψεις κάτι σαν τις προσευχές που ήδη ήξερες -άγιος ο θεός, άγιος ισχυρός- να εισακουστούν από το δάσκαλο και να σε ελεήσει με καλό βαθμό για τα κλισέ που του έγραψες.

Κι ακόμα πιο πολύ ότι μετά το Πάσχα έπρεπε να μαθαίνουμε και να λέμε καινούριες προσευχές, που ήταν... αουτσάιντερ, κι όχι το πασίγνωστο "πατερημών" (όπως λέει σε ένα κείμενο που διδαχτήκαμε, αυτό το "πατ" το καταλάβαινα από το ξύλο που έτρωγα σπίτι, το "ερημών" είναι που με μπέρδευε τι μπορεί να σημαίνει).

Κι έτσι, ενώ έχω καταφέρει -χωρίς προσπάθεια- να συγκρατήσω διάφορες άχρηστες λεπτομέρειες και εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, που χρησιμεύουν συνήθως στα σταυρόλεξα ή στο τρίβιαλ και ελάχιστα ως καθόλου στην πραγματική ζωή, για κάποια δουλειά, πρόσφατα συνειδητοποίησα πως το συρταράκι της μνήμης όπου αποθήκευα αυτές τις προσευχές που λέμε μετά το Πάσχα είναι σχεδόν κενό. Μόνο η αρχή από το "αναστάς ο Ιησούς από του τάφου..." μου ερχόταν, κι αυτή πιθανότατα επειδή μου θυμίζει τον Αναστάς Μικογιάν του ΚΚΣΕ.
Αναστάς ο Μικογιάν από του τάφου...
Εκεί να δεις χαρά και τι θα 'χαμε να τον ρωτήσουμε... Κι ας συμπορεύτηκε μάλλον με το Νικήτα.

Πιστεύω επίσης πως αν ήμουν δάσκαλος, όπως κάθε διορατικός νέος της γενιάς μας, που σκέφτηκε το μέλλον του με μπόλικο ελεύθερο χρόνο, χωρίς ανεργία, κι έπρεπε να διδάξω οπωσδήποτε στην τάξη το μάθημα των θρησκευτικών, πιθανότατα θα έβαζα τα παιδιά να ζωγραφίσουν, περνώντας δημιουργικά την ώρα τους, για να το αποφύγω. Κι αν έπρεπε να κάνω κάτι για τα μάτια του κόσμου και των πιστών γονιών, μάλλον θα διάλεγα να τους μεταφράσω στα νέα ελληνικά τις ακατανόητες προσευχές που μαθαίνουν να παπαγαλίζουν, για να ξέρουν τι λένε περίπου και να μην τους είναι σαν ξένη γλώσσα. Κι ίσως μια μέρα, όταν μεγαλώσουν, κρίνουν μόνοι τους την αλήθεια για αυτές.

Να ξέρουν τουλάχιστον τι είναι αυτό το "πατερημόν" τα έρμα, που τα φυλάει ο φόβος -όπως έλεγαν οι βοσκοί για τα ζωντανά του κοπαδιού τους- και τα οδηγεί στη θρησκευτική πίστη.

Ο Μικογιάν δεν είναι όμως ο μόνος προφανής συνειρμός -και πόσοι τον ξέρουν εξάλλου σήμερα, για να (τους) είναι προφανής ο συνειρμός; Υπάρχουν μερικές πολύ ενδιαφέρουσες προεκτάσεις.

Κάποιοι θα σκεφτούν το θαύμα της επ-ανάστασης (δε λέω, τρομερό λογοπαίγνιο, αλλά ξεχείλωσε προ πολλού) και την προσδοκία της δευτέρας παρουσίας που την θεωρούν κάτι μακρινό -μακριά από εμάς κι όπου θέλει ας είναι- χωρίς να αναγνωρίζουν καν την πρώτη παρουσία του υπαρκτού σοσιαλισμού και το φάντασμά του που πλανάται πάνω από τα κεφάλια τους, αλλά δεν μπορούν να το ξορκίσουν.

Δείγμα κι αυτό πως η μεταφυσική σκέψη θεοποιεί "ρεαλιστικά" το υπάρχον, τον υπαρκτό καπιταλισμό, πιστεύει δογματικά ότι μπορεί να τον μεταρρυθμίσει για να τον κρατήσει αιώνια στη ζωή -σαν βρικόλακα που απορροφά την υπεραξία της εργατικής μας δύναμης- κι απορρίπτει ως ουτοπική χίμαιρα κάθε προσπάθεια ή σκέψη για μια διαφορετική οργάνωση της κοινωνίας.

Αλλά είναι και κάτι ακόμα.
Θανάτω θάνατον πατήσας, λένε οι πιστοί αυτές τις μέρες.
Θάνατος (μαύρος αδερφός) να γίνω αθάνατος τραγουδούσαν στο βουνό οι αντάρτες, χωρίς να έχουν γλυκιές αυταπάτες για μεταθανάτια ζωή, παρά μόνο πίστη στην αθανασία του αγώνα τους, που δε θα πάψει να αναπτύσσεται ώσπου να βρει δικαίωση, και θα τον συνεχίζουν διαρκώς νέοι πολεμιστές που θα στρατεύονται στην υπόθεσή του.

Έπεσαν για τη ζωή, λέει ένας υπέροχος διαλεκτικός τίτλος μιας έκδοσης της Σύγχρονης Εποχής -που βγάζει αυτές τις μέρες κάτι αντίστοιχο για τα στελέχη του ΚΚΕ και της Κεντρικής του Επιτροπής, από τον Παπαρήγα στον Μπελογιάννη και τον Πλουμπίδη, που έδωσαν απλόχερα τη ζωή τους στο κίνημα, για να στεριώσει η κοινωνία του μέλλοντος.

Σύντροφοι αγωνιστές που δεν αψήφησαν μόνο το θάνατο, αλλά τον περιγέλασαν, τον έκαναν να φαντάζει μικρός κι αδύναμος να τους λυγίσει και να σκυλεύσει τη δική τους αθανασία, να ντρέπεται για τη νίκη του και να την περιφέρει σαν πτώμα που αποσυντίθεται και σαπίζει -όπως το σύστημα της εκμετάλλευσης. Ήρωες που αποτελούν τη ζωντανή ιστορία του τόπου κι έχουν αφήσει παντού το αποτύπωμά τους, την παρακαταθήκη της θυσίας τους και του παραδείγματός τους. Κι αυτός είναι ο βασικός λόγος που τους τιμάμε, μακριά από λογικές πολιτικού μνημόσυνου και φτηνού, κομματικού πατριωτισμού.

Αλίμονο σε αυτόν που αναστατώνεται κάθε χρόνο τέτοιες μέρες με το θείο δράμα, αλλά αγνοεί το ανθρώπινο, σνομπάρει τους απλούς ανθρώπους που ανυψώθηκαν σε υπεράνθρωποι μέσα από τον αγώνα και τη θυσία τους, αγκαλιάζοντας όλη την ανθρωπότητα και την προοπτική της χειραφέτησής της από ό,τι την κρατάει δέσμια στο σύγχρονο μεσαίωνα.

Όπως είχε πει ο Μπελογιάννης στην απολογία του, οι θυσίες των κομμουνιστών στον αγώνα για μια καλύτερη ζωή μπορούν να συγκριθούν μόνο με αυτές των πρώτων χριστιανών, που διώκονταν για την πίστη τους. Με τη διαφορά πως εκείνοι πίστευαν πως θα δικαιωθούν στη μετά θάνατον ζωή, ενώ οι κομμουνιστές δεν είχαν τέτοια "παρηγοριά" και θυσιάζονταν με πλήρη ανιδιοτέλεια.

Αυτό δείχνει πόσο ζωντανοί είναι οι σύντροφοι και το παράδειγμά τους, ιδίως συγκριτικά με όσους διαφυλάσσουν τη μίζερη ζωούλα τους και την ευτελίζουν, την υποβιβάζουν σε "ζωή εν τάφω".
Αυτούς που μας προσάπτουν αφ' υψηλού μοιρολατρία κι εγκαρτέρηση στις δοκιμασίες, που θα μας δώσουν κάποτε την έφοδο στους ουρανούς και τη βασιλεία τους.
Που κρίνουν τα αλλότρια από τη δική τους αλλοτριωμένη συνείδηση, που θέλουν εδώ και τώρα μερεμέτια και ημίμετρα, εξοβελίζοντας στο επέκεινα και το πυρ της κολάσεως κάθε ριζική αλλαγή εκ βάθρων.
Που χλευάζουν τους αλύγιστους της ταξικής πάλης, γιατί δεν είχαν τη δική τους τακτική ευλυγισία (έτσι βαφτίζεται στις μέρες μας η οσφυοκαμψία). Τους υποβιβάζουν στο επίπεδο του θρησκόληπτου που έπεσε θύμα της πλάνης του, για να τους μειώσουν και να τους φέρουν στα δικά τους μέτρα.

Που θεωρητικοποιούν τη στάση τους, ψάχνοντας άλλοθι για την παθητικότητά τους, και πάνε χέρι-χέρι με το θρησκευτικό αφιόνι και τη μεταφυσική σκέψη πως τα πράγματα θα αλλάξουν μόνα τους, χωρίς θυσίες και χωρίς να βάλουμε εμείς το χέρι μας -μαζί με την Αθηνά κι όποιον άλλο θεό πιστεύει κανείς.
Που προσμένουν δειλοί και άβουλοι αντάμα κάποιο θάμα, αντί να γίνουν οι ίδιοι το θαύμα που καρτερούν. και δε θα χωρέσει ποτέ ο νους τους το θαύμα της ανάστασης του κινήματος από τις στάχτες του, από τη σπορά που άφησαν πίσω τους όσοι θυσιάστηκαν και καρπίζουν μέσα από αυτήν και τους αγώνες της.

Πέμπτη 13 Απριλίου 2017

Μυστικός Δείπνος

Τέτοιες μέρες η ένωση άθεων (rojo, ateo, ateo) διοργανώνει φανερό δείπνο με κρεατοφαγία, ανήμερα Μεγάλης Παρασκεής, γιατί όλες οι Παρασκευές το ίδιο μεγάλες είναι. Αλλά ο φανερός δείπνος έχει γίνει σχεδόν μυστικός, για το φόβο των Ιουδαίων, ή μάλλον Εσσαίων, τέλος πάντων των σύγχρονων, φανατικών πιστών, που απειλούν ότι δε θα αφήσουν αναπάντητη τη δημόσια πρόκληση της δημόσιας πρόσκλησης στο τσιμπούσι.

Το δίπολο που στήνεται, ακόμα και μεταξύ μας, θυμίζει τις χειρότερες στιγμές του δικομματισμού. Από τη μια υπάρχει η λογική να προκαλέσουμε τους θρήσκους και τις ιδέες τους, για να δείξουμε τι ντούροι επαναστάτες γινόμαστε, πόσο διαφορετικοί από αυτούς και πόσο γαμάτοι είμαστε. Κι από την άλλη η λογική να πάμε με τα νερά των φιλήσυχων νοικοκυραίων, τα ήθη και τα έθιμά τους, να μην τους τρομάξουμε και τους προσβάλουμε.

Κάποιοι σφοι δε συμμερίζονται απλώς αυτό το πασχαλινό νταβαντούρι. Σχεδόν το απολαμβάνουν και το θεωρητικοποιούν, γιατί πρέπει να συμμετέχουμε όλοι με χαρά στα λαϊκά πανηγύρια. Που 'ναι σαν ετήσιος θρίαμβος του ελληνικού χωριού, της παράδοσης και των κλαρίνων. Η ανάσταση της φύσης, που νικάει τη χειμερία νάρκη και το θάνατο (κι ο ύπνος εξάλλου, μοιάζει με όμορφο, μικρό θάνατο). Κι η δευτέρα παρουσία, που για εμάς είναι ο σοσιαλισμός, αλλά για τους σύμμαχους μπορεί να είναι κάτι άλλο.

Ναι αλλά για εμάς ο σοσιαλισμός δεν αφορά τη δευτέρα παρουσία. Και για τους άλλους δεν υπήρξε καν πρώτη παρουσία (στα πλαίσια του υπαρκτού, που τον βάζουν πάντα εντός εισαγωγικών, για να δείξουν πως ήταν ανύπαρκτος), συνεπώς πώς μιλάνε για δεύτερη; Απλά και μόνο για να δείξουν πως για αυτούς ο σοσιαλισμός είναι κάτι απόμακρο και βασικά προσωπική υπόθεση του καθενός, όπως η θρησκεία, να αλλάξουμε πρώτα μέσα μας, συνειδήσεις, (πασχαλινά) ήθη κι έθιμα κι ύστερα κάνουμε και την επανάσταση.

Το βασικό πρόβλημα που έχουμε με τη θρησκεία δεν είναι μόνο με τα δόγματα -που τους διαφεύγει η κινούμενη και αντιφατική πραγματικότητα, και συνοψίζονται σε φόρμουλες, παραβολές και τσιτάτα- ούτε με τους πιστούς. Ούτε, πρωτίστως, με τα προνόμια του κλήρου -που έτσι κι αλλιώς αποδείχτηκε ιστορικά πως δεν είναι -δεν ήταν τουλάχιστον- κάτι το ενιαίο, με ενιαία στάση στις κρίσιμες στιγμές.

Το πρόβλημα είναι με τη νοοτροπία που καλλιεργείται, την αναμονή της ανταμοιβής στη μετά θάνατο ζωή, το πίστευε και μη ερεύνα. Και προπαντός μην αγωνίζεσαι, μην προκαλείς, για να μην επέλθει η ύβρις, η Νέμεσις, η Κάθαρση -τα διδάγματα από το λάθος της "συγκυβέρνησης", κοκ. Κι αν η πείρα είναι το όνομα που δίνουμε στα λάθη μας, δεν είναι όμως "λαθολογία" να μελετάμε την πείρα μας και να βγάζουμε συμπεράσματα.

Το ίδιο πρόβλημα υπάρχει και με τη νηστεία, που είναι λέει σκοπός κι όχι μέσο, συγκεκριμένη νοοτροπία, μίζερη εγκράτεια κι αποχή από τις χαρές της ζωής και τις απολαύσεις της, όπως το φαΐ κι ο έρωτας (όποια απ' τις δυο κι αν έρχεται πρώτη για τον καθένα). Και βασικά την επανάσταση, που είναι ασυγκράτητη και τα διεκδικεί όλα, κι είναι μια μορφή τέχνης για όσους είναι ερωτευμένοι με τη ζωή και τον αγώνα, που ψάχνει να βρει και να της δώσει νόημα.

Κατά τα άλλα, γνωρίζω σύντροφο που νήστεψε για να ζήσει την εμπειρία, σφισσα που βρήκε την ευκαιρία για αποτοξίνωση από το κρέας, κι άλλον που το κάνει για να αδυνατίσει, γιατί στις μέρες μας η παχυσαρκία είναι μια λαϊκή αρρώστια, η άλλη όψη του νομίσματος της πείνας και της κακής διατροφής, της έλλειψης χρόνου, κοκ. Αλλά είναι τόσο αδύναμοι, χωρίς πρωτεΐνες, που όταν τρώνε μπακαλιάρο με σκορδαλιά, τους πέφτει η πίεση, και πέφτουν νοκ άουτ για κάνα διήμερο...

Ξέρω ακόμα και σφους που πήγαιναν για ένα φεγγάρι κατηχητικό, γιατί τους τραβούσε με τα ωραία ομαδικά παιχνίδια που έπαιζαν μετά την κατήχηση. Κι άλλους (σφους, με την πολύ ευρεία έννοια), που προσπαθούν να κάνουν παρέμβαση στις αθεϊστικές ενώσεις, όπου κυριαρχεί η αστική σκοπιά.
Εξάλλου ο Βλαδίμηρος έλεγε πως οι κομμουνιστές πρέπει να κάνουν δουλειά και μαζικό άνοιγμα, ακόμα και σε αντικαπνιστικές λέσχες -αν θυμάμαι καλά- μόνο που αυτό θα 'ταν λίγο σεχταριστικό, αν λάβεις υπόψη πόσοι σφοι και μη καπνίζουν αρειμανίως και δεν ψήνονται για τέτοια μέτωπα.

Το πρόβλημα δεν είναι αυτή καθαυτή η δευτέρα παρουσία, αλλά η (κλονισμένη) πίστη του κόσμου στη δεύτερη φορά αριστερά, η απουσία του από τις κρίσιμες μάχες, που τον στρέφει σε μεταφυσικές, κυβερνητικές ελπίδες και άνωθεν σωτηρίες. Το πρόβλημα είναι εκείνο το είδος της "εγκράτειας" που μασκαρεύει το φόβο, αρκείται στα λίγα και αρνείται να διεκδικήσει, το "μέτρο" που ορίζει τη στάση των μονίμως μέτριων και πάντα μετρημένων-φοβισμένων.

-Κάποιοι από εσάς δε θα κατέβουν στο δρόμο για τις κινητοποιήσεις.
-Αλήθεια; Μα ποιος θα το κάνει αυτό;
-Μήπως εγώ σύντροφε;
-Μήπως εγώ;

Κι εντάξει, ο Ιούδας πήρε τριάντα αργύρια για να ξεπουληθεί.
Τι γίνεται με αυτούς που δεν παίρνουν τίποτα για να εξαγοραστεί η (ταξική) συνείδησή τους; Την έχουν μονίμως σε λήθαργο, υπνωτισμένη και δεν ξυπνάει ούτε καν όταν ο αλέκτωρ λαλήσει τρις
Ξύπνα Βασίλη...
Ήρθε η ώρα να άρεις τον καναπέ σου και να περπατήσεις...

Ξύπνα Βασίλη, ενσαρκωμένο σε σήμα...
Χωρίς (ενεργή, ταξική) συνείδηση, δεν έχουν και τύψεις συνείδησης, να κρεμαστούν -όπως ο Ιούδας- για την προδοσία της τάξης τους, και την απραξία τους, η οποία τους περνάει ούτως ή άλλως από μόνη της τη θηλιά στο λαιμό τους...

Το πρόβλημα είναι τα πένθιμα εμβατήρια της αυριανής Παρασκευής σε όλους τους ραδιοφωνικούς σταθμούς, αλλά ευτυχώς υπάρχει το διαδίκτυο και το You-tube, όπου μπορείς -μέχρι νεωτέρας δηλ- να διαλέξεις να ακούσεις τα τραγούδια που θέλεις. Ενώ το μητροπολιτικό κέντρο της Αθήνας λύνει και το πρόβλημα της νηστείας, για όσους δεν έχουν καλές σχέσεις με τη μαγειρική και δε βρίσκουν ανοιχτά μαγαζιά γιορτάρες μέρες να παραγγείλουν, χάρις στους μετανάστες με τα φαλαφελατζίδικα, ντονεράδικα, ινδικά, κοκ.

Το πρόβλημα είναι η έλλειψη φαντασίας στις πασχαλινές ευχές για καλή επ-ανάσταση, (που θα έπρεπε να απαγορευτεί δια νόμου, σε όσους περνάνε τα είκοσι, άντε βαριά τα είκοσι πέντε χρόνια).
Και βασικά η έλλειψη προσπάθειας στην πράξη, για να γίνουν πραγματικότητα.

Υγ: αφιερωμένο στους σφους που συμμετείχαν σε ένα άλλο φανερό δείπνο χτες στο Αιγάλεω (ξέρουν αυτοί).

Τρίτη 28 Μαρτίου 2017

(Πολ)ποτ πουρί

Ήξερες εσύ σφε αναγνώστη ότι ο Νίκος Μπελογιάννης ήταν κομμουνιστής; Α, το ήξερες. Πάλι καλά, γιατί αν περίμενες να το μάθεις από την πρωθυπουργική ομιλία χτες στην Αμαλιάδα, ακόμα θα περίμενες τη Δευτέρα Παρουσία -που δεν είναι ο σοσιαλισμός, αλλά να περιμένεις να δεις πασόκο με τσίπα. Ο (δεν έχει τσίπα) Τσίπρας ευχαρίστησε στην ομιλία του ακόμα και την εκκλησία (έχει πάρει το κολάι και την αναφέρει παντού) για τη συμβολή της στη δημιουργία του μουσείου, και γενικώς τους πάντες πλην Λακεδαιμονίων, δηλ το κόμμα του Μπελογιάννη.

Μήπως ήξερες όμως σύντροφε ότι ο Μπελογιάννης αγωνίστηκε και θυσιάστηκε για τη δημοκρατική ομαλότητα; Ε πώς, αφού το είπε ο Τσίπρας.
Σιγά μη θυσιάστηκε και για την ανάπτυξη, σε ακούω να λες Γιάννη Α-γιάννη. Κι εγώ που νόμιζα πως τον εκτέλεσαν ακριβώς για να στεριώσουν τη δική τους, αστική δημοκρατική ομαλότητα, που έπρεπε να ισοπεδώσει κάθε αντίσταση κι όποιο κεφάλι δεν ήταν σκυμμένο και προεξείχε... Μόνο έτσι, μόνο με τσακισμένο το λαό και τους αγώνες του, μπορούσαν να στήσουν στις πλάτες του το οικονομικό, αναπτυξιακό τους θαύμα, μεταπολεμικά...

Πολύ καλή ήταν η πρωθύστερη απάντηση για τους ριψάσπιδες του κομμουνιστικού κινήματος που πλασάρουν το συμβιβασμό ως επανάσταση. Αλλά ακόμα κι ο -απών χτες- υιός Μπελογιάννης, που έχει πει σε μια πρόσφατη συνέντευξή του πως θα ψήφιζε με βαριά καρδιά του Σύριζα για να μη βγει ο Μητσοτάκης, είχε μια "καλή κουβέντα" για την κυβέρνηση στο χαιρετισμό που έστειλε να διαβαστεί: ευτυχώς που δε ζει ο πατέρας μου σήμερα να δει την υποδούλωση...

Εν τω μεταξύ το ΑΒ ανάφερε , χτες τον Μπελογιάννη ως "πρώην στέλεχος του ΚΚΕ"... Λες και είχε διαγραφεί ποτέ από το κόμμα. Αλλά εντάξει, αφού νυν δεν είναι, πώς να το πουν; Με την ίδια λογική βέβαια κι ο Λένιν είναι πρώην στέλεχος των μπολσεβίκων -κι ας μην υπάρχει σήμερα ΚΚΣΕ*

Μαζί με το παραπάνω, μπορούμε να προσθέσουμε στο πάνθεο με τις μουσμουλιές και τα/τους εξής:
-Τους φιλελέ μοναρχοφασίστες που απορούσαν γιατί πρέπει να τιμάει η ελληνική βουλή κάποιον που έχει καταδικαστεί ως κατάσκοπος της πατρίδας του (αυτοί τουλάχιστον είναι ειλικρινείς και ας μην έχουν την κριτική ικανότητα να ξεχωρίσουν τους κομμουνιστές -πχ τον Μπελογιάννη- από ένα Συριζαίο, σαν τον Τσίπρα.

-τους ριψάσπιδες που συμπληρώνουν ιδανικά την παραπάνω κατηγορία και τιμούν ως ήρωα τον Μπελογιάννη, για να θάψουν το κόμμα του. Κακή ώρα όπως ο Δ. Φύσσας (καμία πολιτική σχέση με τον Παύλο) που έχει γράψει μεταξύ άλλων το χυδαία αντικομμουνιστικό μυθιστόρημα "Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος". Και τον Τάκη Λαζαρίδη, που τον επικαλείται στην κατακλείδα του ο Φύσσας, και μπορεί να μας απασχολήσει σε προσεχή ανάρτηση. 

-το είδος των απολίτικων (;) που δεν μπορούν να βλέπουν κόμματα να μαλώνουν για την πολιτική κληρονομιά που άφησε ως παρακαταθήκη ο Μπελογιάννης και για το ποιος έχει δικαίωμα -και ποιος όχι- να τον τιμά.

-τη δημοσιογράφο της ΕΤ-3 που είχε καλεσμένο τον Γκικόπουλο (τον ερασιτέχνη που υποδύθηκε το ρόλο του Μπελογιάννη στην ταινία του Τζίμα "ο άνθρωπος με το γαρίφαλο"), τον ρώτησε ρητορικά πού θα βρισκόταν πολιτικά ο Μπελογιάννης σήμερα, αν ζούσε, και έφριξε όταν ο Γκικόπουλος της απάντησε πολύ φυσιολογικά "στο ΚΚΕ", γιατί δε θα μπορούσε να τον φανταστεί κάπου αλλού εκτός από το κόμμα με το οποίο συνδέθηκε.

-τους αριστεροχωριάτες στα social media που κρίνουν εξ ιδίων τα αλλότρια και κριτικάρουν το ΚΚΕ που βρέθηκε στην ίδια εκδήλωση μαζί με τον Τσίπρα, που ήθελε να αντλήσει πολιτική υπεραξία και να πουλήσει λεζάντα. Και να στο λέει αυτό -ότι του κάνεις αβάντα δηλ- ποιος; Οι ΛΑΕτζήδες...

Που είχαν όμως κι άλλη μεγάλη στιγμή. Δεν εννοώ την κοινή ανακοίνωση που εξέδωσαν με αφορμή την επίσκεψη Τσίπρα στα εγκαίνια του μουσείου, μαζί με Ανταρσυα και ΕΕΚ (!;). Αλλά ένα κομμάτι της Ίσκρα για τη συνάντηση του Πούτιν με τη Λεπέν, που θρηνούσε για το λάθος του Ρώσου ηγέτη...

Κι ύστερα κάποιοι (που φλερτάρουν συστηματικά με το Λαφαζάνη) θεωρούν άδικη την κριτική του ΚΚΕ στον ευρωσκεπτικισμό της ΛαΕ, ότι επιλέγει συμμαχία με συγκεκριμένο ιμπεριαλιστή, κοκ. Το τσουβάλιασμα με τους ακροδεξιούς όμως μόνοι τους το επιλέγουν, δεν το κάνει κάποιος άλλος.

Μπορείτε επίσης να δείτε την αναφορά στο σημερινό πρωτοσέλιδο των Νέων (κάτω δεξιά) και ένα θέμα του News247 για τα μαθήματα ιστορίας του Κουτσούμπα στον Τσίπρα.

* * *

Καθώς μπαίνουμε στην τελική ευθεία για το 20ό Συνέδριο (και τη μυστική έκθεση που θα μοιράσει την τελευταία μέρα στους συνέδρους ο ΓΓ -που να μου το θυμηθείς, θα το χρησιμοποιήσουν πολλοί ως πρωταπριλιάτικο αστείο), τα δεκάδες χαιρετιστήρια μηνύματα που φτάνουν από κομμουνιστικά κι εργατικά κόμματα όλου του κόσμου είναι μια ευκαιρία να φρεσκάρει ή να εμπλουτίσει κανείς τις γνώσεις του για την κατάσταση στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, και παράλληλα να του γεννηθούν νέες απορίες.

Μπορεί να δει πχ ΚΚ από εξωτικά μέρη όπως τη Σουαζιλάνδη! Ή από πολιτικά (μιλώντας) εξωτικά μέρη, όπως το Πουέρτο Ρίκο και το Λουξεμβούργο που κανονικά θα είχε λιγότερες πιθανότητες και από το Λέτσοβο να έχει κομμουνιστές και μάλιστα κόμμα ολόκληρο κι όχι μια οργάνωση βάσης.

Μπορεί να δει ονόματα που θα του τραβήξουν την προσοχή, όπως το ΚΚ Μακεδονίας, και το ΚΚΣΕ* που ζει και βασιλεύει σα μεγαλέξανδρος και έχει μάλιστα και τμήμα του στη Λευκορωσία! Ή όπως η 5η συνάντηση ΚΚ της Κ. Αμερικής και του Παναμά, που όμως δεν περιλαμβάνει το Κόμμα Λαϊκής Πρωτοπορίας της Κόστα Ρίκα, με το πρωτότυπο σήμα-έμβλημα.


Τα εξίσου αξιοπερίεργα σήματα του ΚΚ Βοημίας-Μοραβίας (με το κερασάκι) και του ΚΚ Σλοβακίας όπου πιθανότατα έχουν απαγορευτεί τα κομμουνιστικά σύμβολα και επιστρατεύουν τη φαντασία, για να ξεπεράσουν το σκόπελο.


Τον ήλιο (που δεν ανατέλλει ούτε πρασινίζει) στο σήμα του Σουδανικού ΚΚ και του Ρουμάνικου Σοσιαλιστικού Κόμματος, που δεν πρέπει να συγχέεται με το Ρουμανικό ΚΚ - ΧΧΙ αιώνα, που δεν έχει εντάξει απλά τον εικοστό πρώτο αιώνα στο όνομά του, αλλά το έχει βάλει με λατινικούς χαρακτήρες. Και δεν πρέπει να συγχέεται με τη σειρά του με το κόμμα των κοινοτήτων της Ρουμανίας.
Περιττό να πω ότι η ίδια απορία υπάρχει και σε μια σειρά άλλες χώρες, όπως στις ΗΠΑ, όπου το ΚΚ είναι -κάτι σαν- συνιστώσα των Δημοκρατικών, και οι κομμουνιστές είναι αμελητέα δύναμη, αλλά αυτό δεν τους εμποδίζει να είναι χωριστά στο Κόμμα Κομμουνιστών ΗΠΑ (που προβάλλει σταθερά τη γραμμή τι Τραμπ, τι Κλίντον, όλοι οι σκύλοι μια γενιά) και το δίκτυο κομμουνιστικών οργανώσεων των ΗΠΑ.

Μπορεί επίσης να μη βγάλει νόημα από την αραβική γραφή στα σήματα κομμάτων όπως το Αιγυπτιακό ΚΚ, κυριλλική γραφή -μαζί με το χάρτη της χώρας- στο Σοσιαλιστικό Κίνημα Καζαχστάν, κοκ. Αλλά το πιο ουσιαστικό είναι να διαβάσει προσεκτικά τα χαιρετιστήρια μηνύματα όλων των κομμάτων, για να διακρίνει πίσω από τις γραμμές την πολιτική τους γραμμή.

Πχ όπως στο ΚΚ Κούβας, που υπόσχεται πως η επανάσταση θα νικήσει ενάντια σε οποιαδήποτε αντιξοότητα και εκστρατεία, και το Πορτογαλικό ΚΚ, που προβάλλει ένα αντι-ιμπεριαλιστικό σκεπτικό για να αιτιολογήσει τη στάση του και τη στήριξη μιας κυβέρνησης μειοψηφίας -όπως τη χαρακτηρίζει- του αντίστοιχου, πορτογαλικού ΠαΣοΚ, και όχι μιας κυβέρνησης συνεργασίας, όπου συμμετέχουν οι κομμουνιστές, ή μιας "αριστερής κυβέρνησης", όπως παρουσιάζεται από κάποιους.

Αλλά περισσότερα για αυτά, εν καιρώ...

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

Το εργατικό κίνημα στη δεκαετία του 1930

Η σημερινή ανάρτηση είναι ένα απόσπασμα από την εισήγηση του Γ. Μαργαρίτη στη διημερίδα της ΚΟ Θεσσαλονίκης (ή μήπως ΚΟ Κ.Μακεδονίας;) του ΚΚΕ, που έγινε τον περασμένο Μάη, για να τιμήσει τα 80χρονα από τον Μάη του 36' και τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης. Η αντιγραφή αυτού του αποσπάσματος έχει διπλή σημασία: αφενός να προβάλλει μια καινούρια κυκλοφορία της Σύγχρονης Εποχής, που συγκέντρωσε τα υλικά της διημερίδας και τα εξέδωσε σε μια πολύ ενδιαφέρουσα και καλαίσθητη έκδοση. Αφετέρου να αναπαράγει μερικά σημεία από την εισήγηση του Μαργαρίτη, που δίνουν το ιστορικό πλαίσιο της εποχής, τις δυσκολίες του εργατικού κινήματος διεθνώς, αλλά και μια ζουμερή ερμηνεία για τη στροφή των μπολσεβίκων στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τις μικροαστικές αντιδράσεις (πχ από τον τροτσκισμό) που προκάλεσε αυτή η στρατηγική επιλογή. Η παράθεσή τους μπορεί να δώσει και τροφή για συζήτηση, στη συνέχεια.


Η καπιταλιστική κρίση του 1929 -του 1930 για τον ευρωπαϊκό χώρο- ανέτρεψε την αισιοδοξία και τις βεβαιότητες των ισχυρών καπιταλιστικών κέντρων. Η σοσιαλδημοκρατία κλήθηκε αρχικά να ηγηθεί μιας νέας ταξικής κοινωνικής επίθεσης, που απέβλεπε στη μετακύλιση του κόστους της κρίσης στις πλάτες των εργαζομένων. Όταν ετούτη η πολιτική έφτασε στα όριά της, όταν ξεπεράστηκε από το βάθος της κρίσης, όταν οι ευρωπαϊκές πόλεις γέμισαν ανέργους και συσσίτια, τότε κλήθηκε ο ναζισμός -ή οι συντηρητικές κυβερνήσεις των έκτακτων μέτρων- για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση: Πρώτος στόχος, πρώτο θύμα ετούτων των αστικών επιλογών, η εργατική τάξη των καπιταλιστικών χωρών, οι εργαζόμενοι και οι αγρότες παραγωγοί, καθώς επίσης και οι υπόδουλοι λαοί των αποικιών, που κλήθηκαν και αυτοί να συμβάλλουν στην αποκατάσταση της κερδοφορίας του κεφαλαίου.

Το εργατικό κίνημα την ίδια εκείνη εποχή βρισκόταν σε μια μεταβατική κατάσταση -αντιφατική ως προς τα χαρακτηριστικά της. Μια δεκαετία σχεδόν είχε κλείσει μετά από τη ρωσική επανάσταση και τις προσδοκίες για άμεση επαναστατική ανατροπή των αντιδραστικών καθεστώτων που ευθύνονταν -πέρα από τα υπόλοιπα- και για το αιματοκύλισμα των λαών στον παγκόσμιο πόλεμο. Η επανάσταση δεν είχε, όμως, γενικευτεί -στα βιομηχανικά ειδικά κράτη- και το καπιταλιστικό σύστημα, αντίθετα, φαινόταν να σταθεροποιείται και να επανέρχεται επιθετικό. Οι εντάσεις και ενίοτε οι εκρήξεις στον ταξικό αγώνα δε συνδυάζονταν, ούτε γενικεύονταν ώστε να καταστούν απειλή. Ο αντικομμουνισμός -η αντεπανάσταση- απλωνόταν και βάθαινε στις αστικές οικονομικές, πολιτικές αλλά και πνευματικές ελίτ.

Το πλέον σταθερό στήριγμα της αντεπανάστασης βρισκόταν μέσα στο ίδιο το εργατικό κίνημα. Το τελευταίο ήταν διασπασμένο και, ως εκ τούτου, αμήχανο ως προς τον τρόπο που θα αντιμετώπιζε τη νέα κατάσταση. Η σοσιαλδημοκρατία, άλλοτε με συντηρητικό και άλλοτε με ριζοσπαστικό πρόσωπο, εξακολουθούσε να κρατά κάτω από την ιδεολογική και την πολιτική επιρροή της μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης της Ευρώπης -ειδικά βιομηχανικούς εργάτες. Σε κράτη με ασθενέστερη βιομηχανική ανάπτυξη, αναρχικά κινήματα κυριαρχούσαν στους ταξικούς αγώνες. Κοινό χαρακτηριστικό και της μεν και των δε, ήταν η εχθρότητα προς τη Σοβιετική Ένωση και τους κομμουνιστές που συντάσσονταν με το δικό της πρότυπο.

Οι κομμουνιστές δε διέθεταν ακόμα τα δοκιμασμένα πολιτικά εργαλεία, τους μηχανισμούς και τα επιτελεία του ταξικού αγώνα, τα Κομμουνιστικά Κόμματα. Τα τελευταία, προερχόμενα από αποσχίσεις από τη σοσιαλδημοκρατία με βάση τους 21 όρους της Κομμουνιστικής Διεθνούς, βρίσκονταν κοντά της στα λόγια και στις διακηρύξεις περισσότερο παρά στις πράξεις. Στο εσωτερικό τους, πλήθος ετερόκλιτων στοιχείων, με αόριστες ανατρεπτικές διαθέσεις και ακαθόριστα ταξικά πρόσημα -κυρίως μικροαστικού περιεχομένου- οδηγούσαν σε ακατάπαυστους κλυδωνισμούς το κομμουνιστικό κίνημα. Η μπολσεβικοποίηση των Κομμουνιστικών Κομμάτων αποδείχτηκε τιτάνιο έργο και απασχόλησε την Κομμουνιστική Διεθνή σε ολόκληρη την πρώτη δεκαετία της ιστορίας της.

Στην ίδια τη Σοβιετική Ένωση, ο εσωτερικός αγώνας δεν ήταν λιγότερο δραματικός. Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού ήταν προϋπόθεση επιβίωσης της επανάστασης, οι δρόμοι, όμως, που θα οδηγούσαν σ' αυτήν διέφεραν. Η αοριστία των ενεργών μικροαστικών κινήσεων -συνδεμένη με την υπερεπαναστατικότητα που απορρέει από τα ειδικά ταξικά χαρακτηριστικά αυτής της κοινωνικής ομάδας- προκαλούσε διαρκώς ταλαντεύσεις και κλυδωνισμούς στην πολιτική της ΕΣΣΔ. Μέσα από σκληρούς εσωτερικούς αγώνες ξεκαθάρισε το αυτονόητο: Η εργατική τάξη, τα λαϊκά στρώματα της Σοβιετικής Ένωσης δε θα μπορούσαν να θεμελιώσουν την εξουσία τους, παρά μόνο αναπτύσσοντας τα υλικά διαθέσιμα, την υλική βάση πάνω στην οποία θα μπορούσαν να στηρίξουν και να κάνουν αξιόπιστη την ανατρεπτική τους πολιτική. Το νέο κοινωνικό καθεστώς έπρεπε να αναπτύξει, σε απόλυτη προτεραιότητα, τα μέσα παραγωγής και ειδικά εκείνους τους τομείς που θα δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις για τη δυνατότητα άσκησης πολιτικής από τις επαναστατικές κοινωνικές δυνάμεις που κατείχαν πλέον την εξουσία: Η βαριά βιομηχανία -επικεντρωμένη στη δυνατότητα ανάπτυξης/παραγωγής εργαλειομηχανών- ήταν το οικονομικό και το πολιτικό κλειδί για την εδραίωση της εργατικής εξουσίας.

Πώς θα μπορούσε η εργατική εξουσία να είναι πραγματική, όταν η όποια πολιτική της απόφαση, ο όποιος σχεδιασμός της θα εξαρτιόταν για την υλοποίησή του στη δυνατότητα εισαγωγής -από τα καπιταλιστικά κράτη- των μέσων της υλοποίησης της τεχνογνωσίας, των μηχανών, των υλικών;

Η οργανωμένη μέσα από τα πεντάχρονα σχέδια εκβιομηχάνιση δεν ήταν απλά προϋπόθεση επιβίωσης, ήταν και η προϋπόθεση για τη δυνατότητα των σοβιετικών λαών να πάρουν την εξουσία στα χέρια τους, να ορίσουν τις τύχες της χώρας και της τάξης τους, να διασφαλίσουν δηλαδή πραγματική πολιτική εξουσία.

Ετούτη η επιλογή αποτέλεσε και την απαρχή νέων συγκρούσεων -ταξικών στην ουσία τους και στο περιεχόμενό τους- στο εσωτερικό του Κομμουνιστικού Κόμματος και της σοβιετικής εξουσίας. Ο τροτσκισμός, που είδε στην επιλογή αυτή την απομάκρυνση από την -τόσο αγαπητή στα μικροαστικά στρώματα- μεταφυσική και ουτοπική επίκληση της επανάστασης, αφού έχασε τη μάχη στην ΕΣΣΔ, πρόσθεσε νέες δυνάμεις στην αντισοβιετική και στην αντικομμουνιστική συμμαχία.

(...)

Η εργατική τάξη πολέμησε με κάθε τρόπο όλα όσα τερατώδη γέννησε η καπιταλιστική κρίση. Ματαιοπονούν όσοι προσπαθούν να το κρύψουν. Έδινε μάχες, έδινε θυσίες, έδινε αίμα. Μάθαινε από τους αγώνες της, μάθαινε από τις ήττες της, μάθαινε από τους νεκρούς της. Το Νοέμβρη του 1936 στη Μαδρίτη, το εργατικό κίνημα, με τους κομμουνιστές για πρώτη φορά να είναι σε θέση να διευθύνουν τον αγώνα, σταμάτησε -για τρία χρόνια έστω- την προέλαση του ναζισμού και του φασισμού. Για πρώτη φορά ο ναζισμός "δεν πέρασε". Και έτσι -από την τελευταία αυτή νικηφόρα έκβαση της αναμέτρησης- άνοιξε ο δρόμος για τη συντριβή του ναζισμού στον επερχόμενο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Και αυτή την αλήθεια κανείς αστός ιστορικός δε θα καταφέρει ποτέ να σπιλώσει ή να κρύψει.

Σάββατο 12 Μαρτίου 2016

Ανώριμοι κομμουνιστές

Στον απόηχο μιας φορτικά γεμάτης μέρας, η κε του μπλοκ θα το ρίξει στους φιλοσοφικούς στοχασμούς, κατά "το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν", κι ας μη φαίνεται αυτό πολύ συχνά από την έκταση των κειμένων της.

Αριστερός λοιπόν, είναι κάποιος που δεν έχει ωριμάσει αρκετά, για να είναι κομμουνιστής. Ή έστω κομμουνίζων, όπως λέει ο Σεχτάρ για τον χυλό ημών των μη οργανωμένων. Και μόνο έτσι μπορεί να σταθεί ως έννοια, που υποδηλώνει κάτι πολιτικά, πλην του γεωγραφικού προσδιορισμού και της συναισθηματικής τοποθέτησης.

Ένα μικρό παιδί για παράδειγμα, που θα έμπαινε στους νέους πρωτοπόρους, αν υπήρχαν ακόμα, δε θα ξεκινήσει προφανώς με εισαγωγή στο διαλεκτικό υλισμό και την πολιτική οικονομία, αλλά με πολύ γενικές έννοιες για την κοινωνική αδικία, τη φτώχεια και το ρατσισμό. Σε ό,τι εστιάζει και ένας τυπικός αριστερός δηλ.
Και τα διαβάσματά του πρέπει οπωσδήποτε να περιλαμβάνουν κάτι από Ζωρζ Σαρή και Άλκη Ζέη, που δίνουν τις πιο ωραίες, εκλαϊκευτικές, και προσιτές στα παιδιά προσεγγίσεις για κάποια σπουδαία ιστορικά γεγονότα της δεκαετίας του 40', από αριστερή σκοπιά. Να ξεκινήσουν από αυτά και να τα έχουν ως βάση, για να μπορούν μετά να φτάσουν πιο μακριά. Περίπου ό,τι γίνεται με τη νευτώνεια φυσική και τη μετέπειτα εξέλιξη της επιστήμης.

Αλλά ο ενήλικας δεν είναι παιδί, κι ας παλιμπαιδίζουμε όλοι κατά καιρούς, κυρίως από πολιτική άποψη. Κι η ανωριμότητα δεν είναι μομφή ούτε άλλοθι. Κανείς μας δεν είναι ποτέ αρκετά ώριμος, για να νιώσει φτασμένος και να σταματήσει να μεριμνά για αυτό. Συνεχίζουμε να ωριμάζουμε, όσο ζούμε, με βάση το νόμο της... ανισόμετρης ανάπτυξης της προσωπικότητας, σε άλλα πεδία πιο πολύ και σε άλλα καθόλου.

Η ανωριμότητα δεν είναι μομφή, γιατί κανείς δε φταίει, εάν ξεκίνησε αργά στη ζωή του. Το βασικό είναι πως κινείται, εξελίσσεται και δε μένει ακίνητος. Κι όποιος το κάνει αυτό, συναντά σίγουρα σε κάποιο σημείο τους κομμουνιστές, όπως το έκαναν πχ οι κουβανοί επαναστάτες κι ο Τσε Γκεβάρα. Θα έχει όμως ακέραια την ευθύνη, αν αφήνεται και μένει στάσιμος ή βολεύεται σε αυτά που ήδη κατέχει. Όπως κάνουν δηλ διάφοροι "ψαγμένοι αριστεροί" των καιρών μας, που χρησιμοποιούν τις αφίσες του Τσε για ξεκάρφωμα.

Ο αριστερός μπορεί να είναι ανώριμος κομμουνιστής, αλλά δεν είναι ακόμα κομμουνιστής, όπως ο σοσιαλισμός είναι ανώριμος κομμουνισμός κι ενιαίος τρόπος παραγωγής, αλλά δεν είναι αταξική, ακρατική κοινωνία. Κι υπάρχει πάντα ο κίνδυνος του πισωγυρίσματος, όσο δεν εξελίσσεται και πέφτει σε τέλμα (ιδεολογικής σύγχυσης με ανεπανόρθωτες συνέπειες στην ανάπτυξη του κινήματος της εργατικής τάξης και της αποδέσμευσής της από τα ιμπεριαλιστικά δεσμά).

Αλλά αν τέλος πάντων για τον καθένα ξεχωριστά η ανωριμότητα είναι σφάλμα που νιώθεται και συγχωρείται, τα ελαφρυντικά παύουν να ισχύουν, όταν μιλάμε για οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις. Εκεί μιλάμε απλώς για συνειδητή επαμφοτερίζουσα στάση και εν ψυχρώ δούλεμα - δημαγωγία. Τι μπορεί λοιπόν να είναι η αριστερά αν δεν είναι κομμουνιστική, αν δεν παλεύει να αλλάξει τον κόσμο παρά μόνο τη διακόσμησή του κι εκφράζει απλώς τις διαφωνίες της και τις ευαισθησίες της; Τι άλλο μπορεί να είναι αν όχι η αριστερή γεωγραφική πτέρυγα του αστικού πολιτικού κόσμου, κάτι σαν αποσμητικό χώρου, για να καλύπτει τη βρώμα που ζέχνει ο κόσμος της εκμετάλλευσης;

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Το άλλο μισό του ουρανού

Αν και η γυναίκα συνήθως ταυτίζεται με την καρπερή γη, στην οποία εισχωρεί ο ουρανός, για να τη γονιμοποιήσει και να δώσει ζωή.

Μερικές σκόρπιες σημειώσεις λοιπόν για τη χτεσινή ημέρα. Που αν την ξεχνούσε κανείς στη σοβιετία, κέρδιζε την κοινωνική κατακραυγή των υπολοίπων. Και που δεν είναι μία τυπική γιορτή, σαν το πανηγυράκι του αγίου Βαλεντίνου, κι ας προσπαθούν να το κάνουν τέτοιο, όπως λέει μια φίλη. Για να συμπληρώσω λοιπόν ένα χτεσινό τιτίβισμα:
Η μέρα της γυναίκας δεν είναι ladies night, ούτε πανηγυράκι σαν τη μέρα των ερωτευμένων, η Πρωτομαγιά δεν είναι για λουλούδια, στεφάνια, κτλ, και η 9η Μάη δεν είναι προφανώς η μέρα της Ενωμένης Ευρώπης.

Κατά τα άλλα:

Η ελευθερία είναι για εμάς μια ωραία γυναίκα. Ενώ για τα αστικά χοντρογούρουνα (που είναι χοντρόψυχα, ακόμα κι αν έχουν λεπτό, γυμνασμένο σώμα), μια ωραία γυναίκα δεν μπορεί να είναι ελεύθερη, αν θέλει να είναι ωραία. Είναι υποταγμένη στο σατράπη της, τη "θηλυκότητά της" και τα υπαγορευμένα πρότυπα ομορφιάς. Και πάντως δεν είναι ελεύθερη να φάει ό,τι θέλει, αν δε θέλει να την κοιτάζουν λες και είναι καμιά γουρούνα -ενώ ελάχιστοι τολμάνε να κοιτάξουν σαν γουρούνια τα αστικά χοντρογούρουνα, από τον παραπάνω στίχο, που μας στερούν την πραγματική ελευθερία.

Η γυναίκα έχει έναν προκαθορισμένο ρόλο να παίξει και την ελευθερία να τον ερμηνεύσει όπως θέλει, όσο παραμένει αυστηρά σε αυτά τα πλαίσια. Στήριγμα και συμπλήρωμα ενός μεγάλου άνδρα, το μυστικό που κρύβεται πίσω από τη δική του επιτυχία. Ενός άνδρα που την κατακτά, για να την έχει στο πλευρό του, από το οποίο δημιουργήθηκε εξάλλου -για να μην ξεχνάμε το προπατορικό, σεξιστικό αμάρτημα του θεού, με τους πρωτόπλαστους.
Αν θέλει να ξεφύγει από αυτή τη θέση και να πρωτοστατήσει, πρέπει να υιοθετήσει τις ίδιες ακριβώς αξίες-προδιαγραφές, που δεν είναι αντρικές και γενικώς έμφυλες, αλλά ταξικές και καταπιεστικές.

Το αστικό πρότυπο θέλει τον άντρα μάτσο και ματσωμένο, για να μπορεί να ρίξει θηλυκά στην απόχη του. Νοιάζεται μόνο για το αποτέλεσμα κι όχι για ρομαντικούς αναχρονισμούς, περιορίζοντας το θαυμασμό προς το ωραίο σε περίτεχνες φράσεις του τύπου "μουνάρα".
Φροντίζει όμως για όλα. Πχ για την πλήρη ισότητα, καταργώντας την προστασία της μητρότητας και τα "προνόμια" των γυναικών, που σήμερα συνταξιοδοτούνται μια πενταετία πριν από τους άντρες.

Προπαντός φροντίζει για την ίδια την (ψευτο)άρνησή του, με τη "ριζοσπαστική" άποψη πως τα φύλα δεν είναι αυθύπαρκτα, αλλά σύμβαση, κοινωνική κατασκευή και προσωπική επιλογή του καθενός. Όπως ακριβώς κι οι συντάξεις εξάλλου. Αν θες, μπορείς να δίνεις εισφορές και να καθορίσεις εσύ το ύψος της μελλοντικής σύνταξής σου. Κι υπάρχει πάντα κι η ιδιωτική ασφάλιση, που παρέχει μεγάλες ευκαιρίες (για κέρδος στην επιχείρηση).
Πληθώρα κι ελευθερία επιλογών.
Ακόμα και για να αυτοδιαθέσεις -sic- το σώμα σου και να γίνεις πχ ιερόδουλη. Δεν έχεις να ζήσεις, δεν έχεις να βιοποριστείς; Είσαι λεύτερη...

Ελευθερία-ισότητα-αδελφότητα.
Η ελευθερία για αυτούς είναι... είναι...
Μα δεν είναι πολύ σεξιστικό να λέμε ότι η ελευθερία είναι γυναίκα; Τη ρωτήσαμε να μας πει πώς αυτοπροσδιορίζεται;

Στις ιστορίες αστικής, καθημερινής τρέλας και παρακμής, μπορεί να δει κανείς να υπερασπίζονται πχ τη Σαράποβα (τενίστρια που βγήκε ντοπέ) γιατί είναι όμορφη κι ελκυστική, και να προσθέτουν πως αποκλείεται να μην ντοπάρεται και η Σερένα Ουίλιαμς, που έχει το μειονέκτημα να είναι μαύρη και εύσωμη. Και αυτό ανεξάρτητα από το αν ντοπάρεται ή όχι, που είναι σχεδόν απίθανο να μην... στο υψηλό, επαγγελματικό επίπεδο. Όσο απίθανο είναι να μη χέζουν οι αρκούδες στο δάσος.

Επίσης, είναι εκπληκτικό πόσες σεξιστικές εξυπνάδες και αήττητα επιχειρήματα μπορεί να διαβάσει κανείς για την υπόθεση της αθλητικογράφου που μαγνητοσκοπήθηκε (και διαπομπεύτηκε) γυμνή εν αγνοία της. Κι αυτό δεν αναιρείται από οποιοδήποτε δικό της φάλτσο-ατόπημα, κατά το χειρισμό της υπόθεσης (αν υποθέσουμε δηλ πως είναι φιλοχρήματη και αξιοποιεί το γεγονός, για να βγάλει πολλά λεφτά).

Ο καπιταλισμός απελευθερώνει υποτίθεται την ανθρώπινη προσωπικότητα και το άτομο, για να το εγκλωβίσει σε πανομοιότυπα, ομαδοποιημένα γούστα κι υπαγορευμένες μόδες, που θεωωρητικά ο καθένας μας διαμορφώνει κι επιλέγει αυθόρμητα.

Και πώς να πάει κανείς ή μάλλον καμιά ενάντια στη δικτατορία των προτύπων; Πρέπει να ξυρίσει τα πάντα, για να μην την πουν Κνίτισσα των 70'ς, με ταγάρι, άρβυλα κι αξύριστες μασχάλες. Να πάρει σέξι εσώρουχα κι άβολα κορδόνια, για να μην της πουν πως φοράει τη βράκα της γιαγιάς της. Και να βάψει απαραιτήτως τα νύχια της, για να μην είναι σαν πιτόγυρο χωρίς μουστάρδα (ή χωρίς τζατζίκι, δεν είναι αυτό το θέμα μας).

Κι αν το θέλει, έχει καλώς. Αν όχι όμως, πρέπει να το κάνει, γιατί το θέλουν οι άντρες. Που δεν είναι έτσι ακριβώς -όχι για όλους δηλ. Αλλά είναι αλήθεια ότι συνηθίζεις σε ό,τι βλέπεις πολλές φορές και το ψάχνεις ασυνείδητα.
Το χειρότερο μάλιστα είναι όταν πρέπει να λειτουργείς και να ντύνεσαι ψυχαναγκαστικά, ακόμα και ως εναλλακτικιά, που σνομπάρει υποτίθεται τα πρότυπα, τους κανόνες κι όλα τα παραπάνω, αλλά τα αντικαθιστά με "δικά μας, κινηματικά" φετίχ (μαύρα ρούχα, πίρσινγκ, σαλβάρια, αναλόγως το χώρο).

Κι εμείς σφοι, τι κάνουμε; Ό,τι μπορούμε γενικώς. Αλλά φτάνει αυτό;
Οι κομμουνιστές πρωτοστάτησαν στην καθιέρωση της παγκόσμιας μέρας της γυναίκας. Ανέδειξαν από τις γραμμές τους μεγάλες επαναστατικές μορφές, σαν τη Ρόζα Λούξεμπουργκ -που έχει γενέθλια την ίδια μέρα με την επέτειο θανάτου του Στάλιν. Έδωσαν πρώτοι δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες κι όπλο στο χέρι (αλλά και παντελόνι να φορέσουν, γιατί με το φουστάνι δεν μπορείς να περάσεις πολύ εύκολα ένα ποτάμι) Σφυρί-δρεπάνι και όπλο στο φουστάνι. Και το ΚΚΕ ανέδειξε την πρώτη γυναίκα πολιτική αρχηγό, την Αλέκα, που δίνει κάθε τόσο φοβερά στιγμιότυπα στους φωτογράφους. (Κι άσε τους άλλους να ασχολούνται με τη Ζωή και να ψαρώνουν με το υφάκι της).

Να είναι άραγε δικό της; Ή να της βγαίνει να το κάνει με όλα;
Και βασικά έχει γράψει ίσως το πιο ολοκληρωμένο έργο στην ελληνική βιβλιογραφία για το γυναικείο ζήτημα.
Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως ο Αριστοφάνης συνέδεσε στην εποχή του τις γυναίκες με το αντιπολεμικό, φιλειρηνικό κίνημα (Λυσιστράτη) και μια μορφή κομμουνισμού (Εκκλησιάζουσες), η οποία θα μπορούσε να είναι και ένα αποτύπωμα της ανάμνησης της μητριαρχικής κοινότητας και του πρωτόγονου κομμουνισμού.

Από την άλλη όμως, κανείς δε ζει σε γυάλα, για να είναι τελείως απαλλαγμένος από κατάλοιπα και αστικές προλήψεις. Ας αναρωτηθεί ο κάθε σφος πχ για τα ποσοστά παρουσίας γυναικείων στελεχών στα ανώτερα όργανα και αν έχει υποτιμήσει ασυνείδητα κάποια σφισσα που ανέλαβε να μιλήσει πχ σε ένα γεμάτο κι άγριο αμφιθέατρο (όπου δεν αρκούν τα επιχειρήματα, για να επιβληθείς) ή σε μια σύσκεψη για ένα θέμα, που απαιτεί καλή συγκρότηση και θεωρητική κατάρτιση. Αν και προφανώς, δεν μπορούμε από κανέναν να έχουμε μεγάλες προσδοκίες, να έχει διαβάσει πχ το Κεφάλαιο, από τα 15 του, όπως έκανε η Παπαγγελή (κι είναι εκπληκτικό πώς σε αυτή την περίπτωση διάφοροι σεξιστές ανακάλυψαν σεξιστικά, ειρωνικά σχόλια, και όχι πολιτική σάτιρα ενάντια στις προκλητικές δηλώσεις της.

Σε κάθε περίπτωση, οι γυναίκες είναι το άλλο μισό του ουρανού. Και χωρίς αυτές είναι ουτοπικό και αστείο να νομίζει κανείς πως μπορεί να πετύχει η επουράνια έφοδος...

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2015

Η θεωρία των άκρων

Οι περισσότεροι την έχουμε γνωρίσει στη φαιοκόκκινη εκδοχή της. Ο ναζισμός και ο κομμουνισμός (Στάλιν και Χίτλερ) δεν είναι παρά οι δύο όψεις του νομίσματος του ολοκληρωτισμού, μαύρος και κόκκινος φασισμός, που καταπνίγουν την προσωπικότητα και τις ελευθερίες της.

Πόσοι και πόσοι ειδικοί, πολιτικοί, "προοδευτικοί" συγγραφείς, κτλ, δεν έχουν βάλει το δικό τους λιθαράκι, για να χτίσουν αυτό το "αφήγημα": από τη Χάνα Άρεντ διεθνώς, μέχρι τη Σώτη, ως πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα εγχώριας απαλεψιάς, και βουλευτές του Σύριζα, με τα πένθιμα σήμαντρα του "ομοφοβικού ΚΚΕ" και την καταπίεση ομοφυλόφιλων και γυναικών στη Σοβιετία -για να πιάσουμε το πιο πρόσφατο παράδειγμα.

Ή όπως γράφει ο Άγης Στίνας:
Η αληθινή δημοκρατία έχει πάψει να υπάρχει στον πλανήτη μας από τότε που ο ενεργός πολίτης μιας αυτόνομης κοινότητας έγινε ο ευπειθής υπήκοος της οποιασδήποτε πολιτικής, θρησκευτικής, κτλ, εξουσίας. Αυτό ισχύει για όλα τα σύγχρονα κράτη.
(...) Όμως υπάρχουν στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες μερικά πράγματα που έχουν πραγματική αξία για τις λαϊκές μάζες. Είναι αυτά που οι ίδιες με τους αγώνες τους και με το αίμα τους έχουν κατακτήσει. Είναι αυτά που μπορούν να γίνουν μέσα και όπλα στην πάλη για τη χειραφέτησή τους: το δικαίωμα της οργάνωσης, της συγκέντρωσης, της διαδήλωσης, της απεργίας, της ελεύθερης διάδοσης των ιδεών, της ελεύθερης συζήτησης.
Αυτές ακριβώς τις πολύτιμες για τις λαϊκές μάζες κατακτήσεις καταργεί το ολοκληρωτικό καθεστώς, είτε πρόκειται για στρατιωτική δικτατορία είτε για την εξουσία του ενός κόμματος. Όλες οι εξουσίες συγκεντρώνονται και μονοπωλούνται από το ολοκληρωτικό Κράτος. Οι λαϊκές οργανώσεις διαλύονται, οι διαδηλώσεις, οι συγκεντρώσεις και οι απεργίες απαγορεύονται. Ο τύπος και όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης είναι αποκλειστικό δικαίωμα του κράτους. Οι λαοί σε αυτά τα καθεστώτα δεν πρέπει να ακούν, να βλέπουν, να μαθαίνουν, να πληροφορούνται τίποτε άλλο από αυτό που θέλει το ολοκληρωτικό Κράτος. Για εκείνους που αντιδρούν ενεργά, για εκείνους που υπάρχουν υπόνοιες ότι αντιδρούν, για τους συγγενείς τους, για γνωστούς παλιούς αγωνιστές είναι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι φυλακές, τα ψυχιατρεία, τα βασανιστήρια, τα εκτελεστικά αποσπάσματα.

Η προφανής στόχευση είναι αυτή ακριβώς. Να δείξει δηλ τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας και των στοιχειωδών δικαιωμάτων που εξασφαλίζει στα μέλη της κοινωνίας,αντίθετα με τα δύο άκρα, που συνθλίβουν σαν Συμπληγάδες το άτομο. Αν και συνήθως, ένας τόσο χοντροκομμένος συμψηφισμός πάει πολύ βαθύτερα από την απλή ανάδειξη μιας "τρίτης, εναλλακτικής κατάστασης". Στην πραγματικότητα, στην σπίλωση ενός πόλου, χώρου, πολιτικής πρότασης, που βαφτίζεται άκρο, για να μπει στο ίδιο τσουβάλι με κάτι άλλο, το οποίο με τη σειρά του κερδίζει μια έμμεση νομιμοποίηση από αυτή τη σύγκριση. Ο στόχος εν προκειμένω δεν είναι άλλος από την καταδίκη της εγκληματικής φύσης του κομμουνισμού, ως πρακτικής κι ως ιδεολογίας (συμπληρώστε νοερά τα εισαγωγικά, όπου χρειάζεται, γιατί είναι πάρα πολλά, για να τα βάλω όλα). Αντιθέτως, το άκρο του φασισμού παρουσιάζεται ως κάτι αυτόνομο από την αστική του μήτρα, κι αναβαθμίζεται-νομιμοποιείται από την εξίσωσή του με τον άλλο πόλο, χωρίς να του μείνει κάποια ρετσινιά.

Εφόσον λοιπόν η (αστική) δημοκρατία ανέχεται τους κομμουνιστές, που διακηρύσσουν ανοιχτά πως θέλουν να την καταλύσουν, γιατί να μη γίνει το ίδιο και με τους νεοναζί, ανεξάρτητα από το αν διαφωνεί με τις ιδέες που εκφράζουν; Αυτή είναι εξάλλου η πεμπτουσία και το μεγαλείο της αστικής δημοκρατίας. Να φέρνει το φασισμό από το παράθυρο.

Αυτό που είναι εντυπωσιακό, ωστόσο, είναι πόσο εύκολα υιοθετούνται στον καθημερινό δημόσιο λόγο οι διάφορες παραλλαγές του παραπάνω σχήματος, για να αποδείξουν πόσο φρόνιμη και νηφάλια είναι η δική τους θέση, που οριοθετείται από δύο αλληλοτροφοδοτούμενα κέντρα και αποφεύγει τα ακραία ολισθήματα και τους κινδύνους που συνεπάγονται.

Ήδη από τη διατύπωση, κάποιοι σφοι αναγνώστες μπορεί να θυμήθηκαν το βασικό ερμηνευτικό σχήμα που έχει διαφανεί εν όψει του τρίτου τόμου του δοκιμίου ιστορίας του κόμματος, για την κομματική κρίση του 89-91, με τα δύο αλλητροφοδοτούμενα κέντρα, δεξιό κι αριστερό (προσέξτε όμως πώς η χρήση της έννοιας κέντρου, αδυνατίζει τη σχηματική, γεωγραφική χρήση των όρων δεξιά-αριστερά). Το οποίο κατά τη γνώμη μου εξισώνει άνισα μεγέθη κι ευθύνες διαφορετικής βαρύτητας ή σκοπιμότητας, ενώ το βασικό είναι να αναδειχτούν οι λόγοι και τα δεξιά λάθη που οδήγησαν στην κυριαρχία του αναθεωρητικού κέντρου (και τον αριστερισμό ως τιμωρία για τα δεξιά λάθη), τα οποία εξετάζονται συνοπτικά σε ένα περυσινό κείμενο της κετουκε στην Κομεπ, που δίνει ίσως το περίγραμμα του τρίτου τόμου.

Σε παρόμοια θέση περικύκλωσης είχε βρεθεί κατά τη δεκαετία του 20' και το μπολσεβίκικο κόμμα, όταν ο σφος με το μουστάκι κι η συντριπτική πλειοψηφία γύρω απ' αυτόν εναντιώθηκε στην αριστερή, μικροαστική παρέκκλιση (Τρότσκι, Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ) και τη δεξιά, οπορτουνιστική παρέκκλιση (Μπουχάριν), κι ενώ αρχικά είχε συμμαχήσει με τη δεύτερη εναντίον της πρώτης. Ενώ ο Στάλιν επισήμαινε πως ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι αυτός που υποτιμούμε κάθε φορά.

Οι έννοιες αυτές αντιστράφηκαν με εντυπωσιακό τρόπο στα χρόνια της Περεστρόικα (πριν έρθουν όλα πάνω-κάτω), όπου αριστεροί και ριζοσπάστες θεωρούνταν τα γκεσέμια της παλινόρθωσης, ενώ δεξιοί και δογματικοί ήταν όσοι υπερασπίζονταν τις σοσιαλιστικές δομές, ακόμα και κάποιοι τίμιοι μπρεζνιεφικοί, σαν τον Λιγκατσόφ (ένας διαχωρισμός που μεταφέρθηκε εν μέρει και στα καθ' ημάς, με τους "ανανεωτικούς" αναθεωρητές να θεωρούνται από τα αστικά μέσα πιο τολμηροί κι αριστεροί από τους δογματικούς, που έμεναν προσκολλημένοι στο παρελθόν). Ο Γκόρμπι εμφανιζόταν ως η φωνή της λογικής, που έβαζε χαλινάρι στις ακραίες απόψεις κι οδηγούσε νηφάλια το τιμόνι της χώρας (προς το γκρεμό). Ενώ ο Σάββας Μιχαήλ, που έβλεπε στην Περεστρόικα την ενσάρκωση του τροτσκιστικού σχήματος της επανάστασης μες στην επανάσταση ενάντια στη γραφειοκρατία), θεωρούσε σε κάποιο κείμενό του το Γέλτσιν ως τον πιο συνεπή, ριζοσπάστη μεταρρυθμιστή (ενάντια στις "ταλαντεύσεις" του Γκόρμπι).

Ενδιαφέρον παρουσιάζει κι η χρήση του σχήματος από διάφορα παρακλάδια (καταβολάδες και περικοκλάδες, που δε θα γίνουν ποτέ δέντρα) του ΚΚ.
Στο εξωκοινοβούλιο πχ βρίσκουν αρκετά έξυπνη την τακτική των ίσων αποστάσεων από τους δύο πόλους της "επίσημης αριστεράς" και το διαχωρισμό τόσο από τον αδιέξοδο σεχταρισμό του ΚΚΕ, που υποτιμά την τακτική και τους ενδιάμεσους στόχους, όσο και από το ρεφορμισμό του Σύριζα που υποβαθμίζει κι απομακρύνει το στρατηγικό στόχο. Όμως από τη στιγμή που υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός, γίνεται σαφώς από θέση ευμενούς ουδετερότητας προς την κυβερνώσα αριστερά, που αθωώνεται (ή απλώς καταδικάζεται ανέξοδα εκ των υστέρων) για μια σειρά επιλογές της, όπως φάνηκε και στην πράξη, τους πρώτους μήνες της πρώτη φορά αριστεράς, μέχρι το δημοψήφισμα.

Αλλά αυτά τα σχήματα μπορεί να γυρίσουν μπούμερανγκ. Να βγει πχ η ΛαΕ, που έχει κάνει σημαία της την έξοδο από το ευρώ, και να φτιάξει με το ίδιο ακριβώς σκεπτικό, το δικό της δίπολο, ενάντια στην Ανταρσυα που συμπεριφέρεται ως ένα μικρό ΚΚΕ (το 'παμε και παραπάνω για τα εισαγωγικά), βάζει απογειωμένους στόχους κι υποτιμά τον κρίκο της ευρωζώνης, κι ενάντια στο Σύριζα, που μένει σταθερά στο άλλο άκρο.

Αλλά μπορεί να βγάλει ένα αντίστοιχο δίπολο (και μαζί όλη την Πασοκιά του), μιλώντας πχ για αριστερούς ψάλτες της δεξιάς και το καραβάνι του, που προχωρά μες στην έρημο με τις πάμπολλες οφθαλμαπάτες (πχ για μια καλή, δημοκρατική ΕΕ), παρά τα σκυλιά που γαβγίζουν.
Αντίστοιχο δίπολο θα μπορούσε να βγάλει ακόμα κι η ΝΔ, για να δείξει πως εκπροσωπεί το μεσαίο χώρο ενάντια σε αυτούς που δε θέλουν τις μεταρρυθμίσεις και αυτούς που λένε πως δεν προχωρούν αρκετά γρήγορα κι αποφασιστικά.
Ή ακόμα και το Ποτάμι, που εκπροσωπεί το "ακραίο κέντρο", όπως είχε γράψει σε μια παλιότερη ανάλυσή του ο Θοδωρής.
Υπενθυμίζω επίσης και το δίπολο δογματισμού-αναθεωρητισμού, που χρησιμοποιεί στην ανάλυσή της η ΛτΙ -όπως είδαμε σε ένα πρόσφατο κείμενο.

Δεν ξέρω αν από τα παραπάνω μπορεί να βγει κάποιο συνολικό συμπέρασμα. Εγώ θα σημείωνα πάντως ως επιμύθιο πως αντί να προσπαθούμε να βρούμε δύο άκρα, που τα υπερβαίνει, υποτίθεται, διαλεκτικά η δική μας προσέγγιση, ως σώφρον κέντρο, και να παρουσιάζουμε με τέτοιους όρους την ιδεολογική διαπάλη που διεξάγεται -από εδώ η γυναίκα μου, από εδώ το αίσθημά μου, και στη μέση ο γαμάτος της υπόθεσης- πρέπει να ξεφύγουμε από την υποσυνείδητη ενσωμάτωση του παραπάνω σχήματος, τις γεωγραφικές έννοιες και τις σχηματικές αντιλήψεις.

Και να παρουσιάζουμε τη δική μας πρόταση ως αυτό που πραγματικά είναι: η επαναστατική υπέρβαση των αδιεξόδων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και όλων των ταξικών κοινωνιών. Η προοπτική μιας κοινωνίας χωρίς αδικία κι εκμετάλλευση. Και το αναντικατάστατο μέσο/όπλο της ταξικής πάλης, που περιλαμβάνει δύο ανειρήνευτους πόλους: το κεφάλαιο και την εργασία.
Τίποτα λιγότερο, τίποτα πιο "κεντρικό" ή στρογγυλεμένο.

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015

Πατριδογνωμόνιο

Την τρίτη μέρα (κατά τας γραφάς) του Φεστιβάλ, η είσοδος της λαϊκής σκηνής ήταν «αποκλεισμένη» από την προσυγκέντρωσης της οργάνωσης κι ένα πέλαγος κατακόκκινες σημαίες, με γαλανόλευκες πιτσιλιές. Περάσαμε δίπλα του, παραλιακά, και θυμήθηκα πόσο μεθοδικά απέφευγα, όταν ήμουν νέουρας στη σπουδάζουσα, την ελληνική σημαία στις αντι-ιμπεριαλιστικές συγκεντρώσεις μας, σα να ήταν Ζονκ.

Με τον καιρό μπορώ να πω ότι έχει μείνει πίσω το μονοκόμματο στιλ (και εις τον πολυκομματισμό πιστεύομεν) των φοιτητικών μου χρόνων και κατά διαστήματα νιώθω σχεδόν περήφανος για αυτό το λαό, τα κουσούρια του που κουβαλάω κι εγώ μέσα μου, τον τόπο στον οποίο ζει, τις φυσικές ομορφιές του και την αφύσικη ασχήμια των πόλεών του, ακόμα και για τις εθνικές του ομάδες στον αθλητισμό (εκτός ίσως από το ποδοσφαιρικό τμήμα) ή τις παραδοσιακές μουσικές του (αν δεν ξεπερνάνε το τέταρτο σε διάρκεια). Αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρος πως θα άλλαζα γνώμη και θα έπαιρνα τη σημαία, αν μπορούσε υποθετικά (δηλ αντιδιαλεκτικά) να γυρίσει πίσω ο χρόνος. Κάτι που δε θα ίσχυε προφανώς αν μιλούσαμε για την κουβανική ή τη σοβιετική σημαία (ακόμα και του Βιετνάμ μπορώ να σου πω).

-Και αν ήσουνα στο Εαμ δηλ τι θα έκανες;
-Ε άλλο το Εαμ.
-Γιατί άλλο;
Καταρχάς γιατί δεν έχουμε κατοχή, ούτε κάποιο άλυτο εθνικό ζήτημα για την Ελλάδα. Ή μήπως τίθεται με νέο τρόπο στην εποχή των ιμπεριαλιστικών, διακρατικών ολοκληρώσεων και των ανοιχτών ή καλυμμένων επεμβάσεων; Αλλά από ποια σκοπιά γίνεται αυτό; Και πόσο άμεσα συνδέεται με την αντι-ιμπεριαλιστική πάλη και με τη σοσιαλιστική προοπτική;

Δε θα πιάσουμε εδώ ολοκληρωμένα αυτά τα ζητήματα. Σημειώνω όμως, με αφορμή και την πρόσφατη επέτειο της απελευθέρωσης της Αθήνας, πως το λάθος δεν ήταν ότι προκρίθηκε ως κρίκος η εθνικοαπελευθερωτική πάλη, αλλά ότι δεν αξιοποιήθηκε για να συνδεθεί με το στρατηγικό στόχο της επαναστατικής κατάληψης της εξουσίας. Αυτό, παρεμπιπτόντως, υπογραμμίζει την αναγκαιότητα να βρίσκουμε κάθε φορά εκείνους τους στόχους πάλης και τα αιτήματα-κρίκους, που θα ανεβάζουν το επίπεδο της μέσης λαϊκής συνείδησης και που, χωρίς να υποκαθιστούνν το επαναστατικό πέρασμα ολισθαίνοντας στο στρίβειν δια των μεταβατικών,  θα διαπαιδαγωγήσουν τον υποκειμενικό παράγοντα, καθιστώντας τον ικανό κι έτοιμο να αξιοποιήσει την ευκαιρία την κατάλληλη στιγμή.

Κατά δεύτερον είναι επιτακτική ανάγκη να υπάρξει μια ολοκληρωμένη επεξεργασία, που να αναλύει το σύγχρονο ιμπεριαλισμό και να διευκρινίζει κάποια επίκαιρα ζητήματα, πρακτικά και θεωρητικά: η πάλη ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, τις επεμβάσεις τους και τους πολέμους μπορεί να αυτονομηθεί σχετικά απ’ το στρατηγικό στόχο; Η ανισόμετρη ανάπτυξη που διέπει το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα υπαγορεύει διαφορετικά πρακτικά καθήκοντα στα ΚΚ ανά χώρα, ανάλογα με τη θέση της στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα-πυραμίδα (και παρεμπιπτόντως, ποιο σχήμα αποτελεί καλύτερο εργαλείο: το πλέγμα, η πυραμίδα, και για ποιο λόγο;).

Στην ουσία, όπως το καταλαβαίνω τουλάχιστον, το κομβικό ζήτημα είναι εάν η ιμπεριαλιστική πάλη συνδέεται περισσότερο με την αντικαπιταλιστική γραμμή-προοπτική ή με το εθνικό ζήτημα, την εθνική κυριαρχία, κτλ. Με άλλα λόγια αν συνδέεται άμεσα με το εθνικό ή με το ταξικό στοιχείο (ή μήπως και με τα δύο;).
Ή διαφορετικά σε τι συνίσταται η ουσία της μπροσούρας – ανάλυσης του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό: στα πέντε βασικά γνωρίσματα που δίνει και την κυριαρχία του μονοπωλίου, που έχει συντελεστεί σε παγκόσμια κλίμακα ή στη φράση πως μια χούφτα ιμπεριαλιστικών κρατών εκμεταλλεύονται τα υπόλοιπα.

Θυμάμαι πριν από λίγα χρόνια, σε μια εκδήλωση των μ-λ (στα εγκαίνια της επανασύνδεσης και της συνεργασίας τους) ένα στέλεχός τους να λέει ότι το κίνημά τους έχει δύο πόδια, δυο βασικά θεμέλια, την τάξη και την πατρίδα. Κι ότι δίχως το ένα από τα δύο, ή αν υποτιμήσει και κοντύνει το ένα, θα χωλαίνει και τελικά θε πέσει. (Δεν ξέρω αν πρόκειται για κάποια απ’ τις γνωστές μαοϊκές παρομοιώσεις, κι αν τελικά χρειάζεσαι δεκανίκι ή γίνεσαι εσύ δεκανίκι κάποιου άλλου). Υπόψη, ότι το μ-λ ρεύμα υποστηρίζει πλέρια τη θεωρία της εξάρτησης και θεωρούσε ρεφορμιστική τη δική μας παλιότερη εκτίμηση περί ενδιάμεσης και εξαρτημένης θέσης της Ελλάδας.

Στον περίφημο λόγο του στη Λαμία, ο Άρης έλεγε πως ο λαός νοιάζεται για τον τόπο στον οποίο ζει και εργάζεται, σε αντίθεση με το κεφάλαιο και το χρήμα, που δεν έχουν πατρίδα. Όπως δεν έχουν όμως κι οι προλετάριοι, αλλά από ακριβώς αντίθετη σκοπιά. Το κεφάλαιο δεν έχει καμιά πατρίδα, γιατί καταστρέφει τα πάντα και πάει εκεί που κερδίζει περισσότερα, για να εξαθλιώσει κι αυτόν τον τόπο. Αλλά μιλάει για εθνική ενότητα ή υποδαυλίζει εθνικά πάθη, γιατί αυτό εξυπηρετεί το συμφέρον του. Ο εργάτης δεν έχει πατρίδα, γιατί τις πονάει όλες και τον πονάνε κι αυτές, όπου γης και πατρίες, όπου βρει να στεριώσει. Αλλά... κι εγώ ξένος μετανάστης σου, Ελλάς...

Στον πόλεμο οι κομμουνιστές, θα υπερασπιστούν τον τόπο όπου ζουν και εργάζονται, αλλά θα έχουν απέναντί τους τόσο τον εισβολέα, όσο και την άρχουσα τάξη της χώρας τους. Την ίδια στιγμή πρέπει να αναλύσουν την παγίδα της εθνικής ενότητας και του εθνικού χρέους στον πόλεμο, να σκοτώνονται οι λαοί για του αφέντη το φαΐ.

Αν ο λαός αγαπάει τον τόπο του, πρέπει να τα βάλει πρωτίστως με αυτούς που τον λυμαίνονται, που τον εμποδίζουν να αναπτύξει τις παραγωγικές του δυνατότητες, το έμψυχο δυναμικό του που σαπίζει στην ανεργία, που καταστρέφουν τις ομορφιές του, καταδικάζοντάς τον στη μιζέρια, κι είναι έτοιμοι να τον μπλέξουν σε ένα ματοκύλισμα για τα δικά τους οικονομικά συμφέροντα.

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

Η στάση του ΚΚΕ απέναντι στις αντιθέσεις και την περίπτωση πολέμου

Με το ενδεχόμενο μιας γενικευμένης πολεμικής σύρραξης να φαντάζει ολοένα πιο πιθανό, η στάση των κομμουνιστών και η προετοιμασία του υποκειμενικού παράγοντα, αναδεικνύεται σε κομβικό σημείο. Η κε του μπλοκ αναδημοσιεύει από το 5ο τεύχος της διεθνούς Κομεπ, την τελευταία ενότητα από το άρθρο του Βαγενά, που άπτεται άμεσα του ζητήματος, δίνοντας ορισμένες απαντήσεις και τροφή για συζήτηση. Αξίζει πάντως να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο, καθώς και τα υπόλοιπα άρθρα του τεύχους. Μεταξύ άλλων ο σφος αναγνώστης μπορεί να διαπιστώσει, πως οι εκπρόσωποι της Κομεπ κάνουν κριτικές παρατηρήσεις και σε άλλα άρθρα, πέραν του άρθρου του Κεκρ, που έγινε ευρύτερα γνωστό μέσα από το λιβελογράφημα της ΕφΣυν, χωρίς προφανώς αυτό να εκλαμβάνεται από κάποιον ως "οξύτατη, ιδεολογική σύγκρουση" αντί για συντροφική ανταλλαγή απόψεων. Κι είναι ευκαιρία να διαβάσει κανείς όλη την κριτική, από το πρωτότυπο και χωρίς διερμηνείς, για να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

-.-.-

Το ΚΚΕ και με τις αποφάσεις του 19ου Συνεδρίου, προετοιμάζεται και προσανατολίζει τις εργατικές – λαϊκές μάζες για την πιθανή περίπτωση εμπλοκής της χώρας μας σ’ έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ, που ενέκρινε το 19ο Συνέδριο σημειώνεται: «Μεγαλώνουν οι κίνδυνοι στην ευρύτερη περιοχή, από τα Βαλκάνια έως τη Μέση Ανατολή, για γενικευμένο ιμπεριαλιστικό πόλεμο και εμπλοκή της Ελλάδας.

Η πάλη, για την υπεράσπιση των συνόρων, των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας, από τη σκοπιά της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, είναι αναπόσπαστη από την πάλη για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου. Δεν έχει καμία σχέση με την υπεράσπιση των σχεδίων του ενός ή άλλου ιμπεριαλιστικού πόλου, της κερδοφορίας του ενός ή του άλλου μονοπωλιακού ομίλου».

Στη βάση αυτή βλέπουμε πως το ΚΚΕ αντιμετωπίζει με ταξικά κριτήρια το ζήτημα της υπεράσπισης της χώρας (σύνορα, γενικότερα κυριαρχικά δικαιώματα), δηλαδή από τη σκοπιά της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, τη συνδέει με την πάλη για τον απεγκλωβισμό από τα σχέδια και τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, για την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Είναι άλλωστε ιστορικό δίδαγμα ότι ακόμα και σε συνθήκες κατοχής, κατάλυσης της εθνοκρατικής συγκρότησης, η εργατική τάξη δεν μπορεί να δώσει τη μάχη ενάντια στην κατοχή από το ίδιο μετερίζι με την αστική τάξη, δεν μπορεί να συμμαχήσει με κανένα τμήμα της. Για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα ο πόλεμος και η κατοχή είναι προέκταση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, γέννημα της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας του κεφαλαίου. Η εργατική τάξη παλεύει ενάντια στην εξαθλίωση, την καταπίεση και βία του κατακτητή, την ένταση της εκμετάλλευσης, ενάντια στις διεθνείς ιμπεριαλιστικές συμφωνίες. Η δική της «πατρίδα» είναι μια πατρίδα απαλλαγμένη από τους κεφαλαιοκράτες, έξω από τους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς, μια πατρίδα όπου εκείνη θα είναι ιδιοκτήτης του πλούτου που παράγει, που εκείνη θα βρίσκεται στην εξουσία. Ο πόλεμος της αστικής τάξης για τη δική της «πατρίδα» -ανεξάρτητα από το αν συμμαχεί με την ξένη κατοχή ή αντιστέκεται σε αυτή- και πάλι θα γίνει για τα συμφέροντα των μονοπωλιακών ομίλων, για την αποκατάσταση μιας συμφωνίας στο μοίρασμα των αγορών που θα συμφέρει τα εθνικά μονοπώλια κι όχι για τα εργατικά-λαϊκά συμφέροντα.

Το ΚΚΕ έχει αντλήσει αναγκαία συμπεράσματα από την ένοπλη πάλη που διεξήγαγε την περίοδο του Β` Παγκοσμίου Πολέμου, ενάντια στην φασιστική τριπλή (γερμανική, ιταλική, βουλγαρική) ξενική κατοχή της χώρας. Τότε, παρά την υπεροχή των ένοπλων τμημάτων του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, που καθοδηγούνταν από το ΚΚΕ, το Κόμμα μας, δυστυχώς, δεν μπόρεσε να συνδέσει την αντιφασιστική πάλη, την πάλη ενάντια στην ξενική κατοχή με την πάλη για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου στη χώρα, γιατί στις γραμμές του δεν είχε διαμορφώσει ανάλογη στρατηγική. Σήμερα, βγάζοντας πολύτιμα συμπεράσματα από την ιστορική διαδρομή του Κόμματός μας, χαράσσουμε τέτοια στρατηγική, μπροστά στους κινδύνους εμπλοκής της χώρας μας σε νέους, τοπικούς, περιφερειακούς ή και πιο γενικευμένους ιμπεριαλιστικούς πολέμους.

Στην Πολιτική Απόφαση του 19ου Συνεδρίου σημειώνεται: «Σε κάθε περίπτωση, οποιαδήποτε μορφή κι αν πάρει η συμμετοχή της Ελλάδας σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο, το ΚΚΕ πρέπει να είναι έτοιμο να ηγηθεί στην αυτοτελή οργάνωση της εργατικής - λαϊκής αντίστασης, ώστε αυτή να συνδεθεί με την πάλη για την ήττα της αστικής τάξης, τόσο της εγχώριας όσο και της ξένης ως εισβολέα».

Στις συνθήκες ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου η πολιτική πρωτοπορία της εργατικής τάξης, το κόμμα της, έχει καθήκον να αναδείξει την ανάγκη της ταξικής ενότητας των εργατών, της συμμαχίας με λαϊκές δυνάμεις, τη διεθνιστική διάσταση της εργατικής τάξης και τα καθήκοντα που απορρέουν από αυτή. Η στάση απέναντι στον πόλεμο είναι στάση απέναντι στην ταξική πάλη και τη σοσιαλιστική επανάσταση, πάλη για τη μετατροπή αυτού του πολέμου σε ένοπλη ταξική πάλη, το «μοναδικό απελευθερωτικό πόλεμο», όπως τον χαρακτήριζε ο Λένιν. Είναι πολύτιμη η επεξεργασία του Λένιν που, αναπτύσσοντας τη θεωρία του αδύνατου κρίκου, δηλαδή διαβλέποντας τη δυνατότητα να προηγηθεί η μεγάλη όξυνση των αντιθέσεων, η διαμόρφωση επαναστατικής κατάστασης σε κάποια χώρα ή ομάδα χωρών, θεμελίωσε επιστημονικά τη δυνατότητα επικράτησης της επανάστασης αρχικά σε μια ή σε μερικές χώρες. Συνεπώς σε ένα τέτοιο πόλεμο η συνεννόηση, τα κοινά συνθήματα και η κοινή δράση με το επαναστατικό κίνημα άλλων χωρών αποτελούν σημαντική προϋπόθεση για την προοπτική εκδήλωσης και νίκης της σοσιαλιστικής επανάστασης σε περισσότερες χώρες, της δυνατότητας μιας άλλου τύπου συνεργασίας ή ένωσης κρατών, στη βάση της κοινωνικής ιδιοκτησίας, του κεντρικού σχεδιασμού με προλεταριακό διεθνισμό.

Ταυτόχρονα το ΚΚΕ, δυναμώνει την πάλη του ενάντια στον οπορτουνισμό, γιατί όπως σημείωνε ο Λένιν «η πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό, αν δεν είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με την πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό, είναι κούφια φράση ή απάτη».

Εμείς οι κομμουνιστές, που στηριζόμαστε στις αναλύσεις μας στη θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού, γνωρίζουμε πολύ καλά πως ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα και συγκεκριμένα με βίαια μέσα! Ο πόλεμος γεννιέται πάνω στο έδαφος της σύγκρουσης των διαφορετικών οικονομικών συμφερόντων, που διαπερνάνε ολόκληρο το σύστημα του καπιταλισμού. Να γιατί, όσο κι αν ο πόλεμος στις συνθήκες του καπιταλισμού είναι αναπόφευκτος, (όπως κι οι οικονομικές κρίσεις, η ανεργία, η φτώχεια κλπ.), την ίδια ώρα δεν είναι ένα φυσικό φαινόμενο! Είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο, αφού συνδέεται με τη φύση της κοινωνίας στην οποία ζούμε. Την κοινωνία που βάζει ως «ακρογωνιαίο λίθο» της την κερδοφορία εκείνων που κατέχουν τα μέσα παραγωγής. Τα μονοπώλια και η εξουσία τους γεννούν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο! Συμπερασματικά, η πάλη μας για μια κοινωνία όπου τα μέσα παραγωγής θα είναι λαϊκή περιουσία, (κι όχι περιουσία των ελαχίστων), που η οικονομία θα λειτουργεί σχεδιασμένα κεντρικά και ελεγχόμενα από τους ίδιους τους εργαζόμενους, με στόχο την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών, (κι όχι την αύξηση των κερδών των καπιταλιστών), συνδέεται αναπόσπαστα με την πάλη ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, ενάντια στην «ειρήνη» που επιβάλλεται από τους ιμπεριαλιστές με «το πιστόλι στον κρόταφο» και προετοιμάζει τους νέους ιμπεριαλιστικούς πολέμους.

Ωστόσο, αυτή μας η διαπίστωση,πως όσο υπάρχει καπιταλισμός θα υπάρχουν και οι συνθήκες που γεννούν τον πόλεμο, καθόλου δεν σημαίνει μοιρολατρία, ηττοπάθεια! Το αντίθετο! Απευθυνόμαστε στην εργατική τάξη της χώρας, στους λαούς της περιοχής μας και τονίζουμε πως τα συμφέροντά τους ταυτίζονται με τον κοινό αντικαπιταλιστικό - αντιμονοπωλιακό αγώνα, για την αποδέσμευση από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, την απομάκρυνση των ξένων στρατιωτικών βάσεων και των πυρηνικών, την επιστροφή των στρατιωτικών δυνάμεων από τις ιμπεριαλιστικές αποστολές, την εκδήλωση της αλληλεγγύης σε κάθε λαό που αγωνίζεται κι επιδιώκει να χαράξει το δικό του δρόμο ανάπτυξης. Για να απεμπλακεί η χώρα μας από τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς και πολέμους. Για να γίνει πράξη το σύνθημα: “Ούτε γη ούτε νερό στους φονιάδες των λαών!” Αυτός είναι ένας καθημερινός αγώνας! Ένας αγώνας με συγκεκριμένους στόχους πάλης, που οι κομμουνιστές τον διεξάγουμε ενιαία, και όχι αποσπασμένα, από τον αγώνα για την εξουσία!

Γιατί εξακολουθούν να είναι επίκαιρες οι θέσεις του Λένιν, που σημείωνε πως «τα συνθήματα του πασιφισμού, του διεθνούς αφοπλισμού στις συνθήκες του καπιταλισμού, των δικαστηρίων διαιτησίας κτλ. δεν είναι μόνο αντιδραστική ουτοπία, αλλά και αποτελούν ανοιχτή εξαπάτηση των εργαζομένων, που αποσκοπεί στον αφοπλισμό του προλεταριάτου και στην απόσπασή του από το καθήκον του αφοπλισμού των εκμεταλλευτών.

Μόνο η προλεταριακή, η κομμουνιστική επανάσταση μπορεί να βγάλει την ανθρωπότητα από το αδιέξοδο που δημιούργησε ο ιμπεριαλισμός και οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι. Όποιες κι αν είναι οι δυσκολίες της επανάστασης και οι πιθανές προσωρινές αποτυχίες της, ή τα κύματα της αντεπανάστασης, η τελική νίκη του προλεταριάτου είναι αναπόφευκτη».

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

Θρησκευτική και έλλογη πίστη

Αν κάποιος θέλει να βρει ένα πολιτικό αντίστοιχο της θρησκόληπτης παράκρουσης που μας περικυκλώνει αυτές τις μέρες, δεν χρειάζεται να πάει πολύ μακριά. Η μαζική λοβοτομή νουνεχών ανθρώπων, που θυσιάζουν οικειοθελώς την κριτική τους ικανότητα κι εναποθέτουν τις ελπίδες τους στην κυβερνώσα αριστερά, μας υπενθυμίζει κάτι πολύ απλό: ότι η θρησκεία πατάει πρωτίστως στην ανάγκη του κόσμου να πιστέψει σε κάτι και να πιαστεί από κάπου. Και αυτή η… εσωτερική δύναμη είναι αήττητη, δεν ανατρέπεται, ούτε κλονίζεται με λογικά επιχειρήματα, εφόσον κατά βάση στερείται και η ίδια κάποιας λογικής βάσης. Σε μία πρόσφατη ανάρτηση συνδέσαμε εξάλλου τη θρησκεία με τη σοσιαλδημοκρατία που είναι το σύγχρονο όπιο του λαού. Η μεταφυσική κι ανορθολογική σκέψη, ως βασικό χαρακτηριστικό της θρησκείας, βρίσκει μια καθαρή μορφή έκφρασης στο παραμύθι του τρίτου δρόμου της διαταξικής συνεργασίας. Όπου ο λύκος θα δώσει τα χέρια να συναδελφωθεί με το πρόβατο και θα συνεδριάσουν για να αποφασίσουν από κοινού τι θα φάνε, ενώ τα λιοντάρια θα γίνουν φυτοφάγα. Κι όλοι μαζί οι λύκοι (αγκαλιά με τα σκυλιά), θα φτιάξουν την ευρώπη των λαών και όχι μια λυκοσυμμαχία ή το λάκκο των λεόντων για τους λαούς, που βγαίνουν χωρίς τον απαραίτητο ιδεολογικό εξοπλισμό, πολιτικά γυμνοί και άοπλοι σαν τους πρωτοχριστιανούς μάρτυρες. Με τη διαφορά πως αυτοί θυσιάζονταν με την ελπίδα πως θα ανταμειφθούν μετά θάνατο, ενώ εμείς για τα κέρδη των αστών. Και δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε τη δευτέρα παρουσία, για να φέρουμε στη γη την επουράνια έφοδο και την κοινωνία του μέλλοντος. Όπου θα είναι πιο εύκολο να περάσει ένα χοντρό σκοινί –και μια καμήλα ακόμα- από το μάτι της βελόνας, παρά να δεχτούνε οι εκμεταλλευτές να παραδώσουν οικειοθελώς την εξουσία τους , χωρίς να πολεμήσουν με νύχια και με δόντια, για να γαντζωθούν πάνω της.

Πολλοί μας κατηγορούν για δογματικούς και κολλημένους με την κομμουνιστική ορθοδοξία, που καταδικάζει όλες τις οπορτουνιστικές αιρέσεις, και με την περίοδο της θρησκευτικής σχεδόν προσωπολατρίας για το σφο με το μουστάκι –και τον ζαχαριάδη στα καθ’ ημάς- που λατρεύονταν σαν αλάθητοι θεοί. Είναι αν μη τι άλλο τραγική ειρωνεία να ακούς αυτήν την κατηγορία από τους ιδεολογικούς ταγούς μιας περίπου θρησκόληπτης εξουσίας, οι βασικές πεποιθήσεις της οποίας, μεταφρασμένες στη δική μας διάλεκτο, θα μπορούσαν να αποδοθούν και με το «ο τάφος δεν Τον λυγά».

Αυτό που επιλέγουν να αγνοούν σε κάθε περίπτωση είναι: αφενός πως αυτή η λατρεία αποτύπωνε εν μέρει το κλίμα της εποχής, την αυθόρμητη σκέψη και το επίπεδο της καθυστέρησης ενός λαού, που είχε μάθε να βλέπει τον τσάρο ως εκπρόσωπο του θεού και δεν είχε προλάβει να απαλλαχτεί απ’ όλες τις ιδεοληψίες του παρελθόντος, ενώ ως ένα βαθμό είχε ανάγκη να αναπαράγει και να χρησιμοποιεί τον παλιό τρόπο σκέψης και να αντλεί έμπνευση και σιγουριά ότι ο πατερούλης τον προστατεύει πχ κατά τη διάρκεια του πολέμου και του λυσσαλέου αγώνα κατά των ναζί. Και αφετέρου πως η ειδοποιός διαφορά της έλλογης, συνειδητής πίστης από τη θρησκευτική είναι πως βασίζεται στη δύναμη της γνώσης, της σφαιρικής ανάλυσης και της αγωνιστικής, ιστορικής αισιοδοξίας που απορρέει από αυτήν. Οι κομμουνιστές στρατεύονται οικειοθελώς και συνειδητά. Ξέρουν γιατί αγωνίζονται κι έχουν κριτική κι αναλυτική ικανότητα. Και προπαντός ένα βασικό ελάττωμα για τους στρατηγούς των διάφορων ιερών πολέμων (τζιχάντ). Ξέρουν να σκέφτονται. Και δεν πιστεύουν χωρίς να ερευνούν την αλήθεια.

Βέβαια η διαδικασία (προτσές)  της γνώσης είναι (όπως κάθε τι διαλεκτικό) αρκετά αντιφατική. Για κάθε καινούρια γνώση που αποκτάμε, ανακαλύπτουμε νέα ερωτήματα, αντιλαμβανόμαστε τον πολύπλοκο χαρακτήρα της πραγματικότητας. Έτσι μαζί με τις σιδερένιες γενικές νομοτέλειες και την κατανόηση της κίνησης του κόσμου που μας προσφέρουν, κληρονομούμε κι ένα πέλαγος καινούριων, σύνθετων ζητημάτων, που απειλούν να μας βουλιάξουν στα βάθη τους και να μας ρίξουν στην ξέρα της αναποφασιστικότητας και της αδράνειας. Κι αν τελικά υπάρχει κάτι που μπορεί να επισημανθεί ως κίνδυνος ή που μπορεί να ζηλέψουμε συγκριτικά με άλλους καιρούς (τώρα που δεν υπάρχει η «ανώτερη δύναμη» της σοβιετικής ένωσης) από τους αγωνιστές που έδρασαν την περίοδο της προσωπολατρίας, είναι αυτό το πάθος, η αυτοθυσία, η σιδερένια θέληση και πίστη –που μπορεί να φαίνεται θρησκευτική σε κάποιον εξωτερικό παρατηρητή- το αλύγιστο φρόνημα.


Το βασικό μειονέκτημα του θρησκευτικού οπίου δεν είναι προφανώς η πίστη κι η θέληση που σου χαρίζει –έστω και μέσω κάποιας ψευδαίσθησης- πως μπορείς ακόμα και βουνά να νικήσεις, αλλά η απραξία και η απάθεια που καλλιεργεί για όσα συμβαίνουν σε αυτή τη ζωή, στο φθαρτό, υλικό κόσμο, και η πίστη σε μια φρούδα, μεταθανάτια διέξοδο, που θα έρθει ουρανοκατέβατη, ως μάννα εξ ουρανού. Με τους χριστιανούς που παλεύουν και αγωνίζονται σ’ αυτή τη ζωή δεν υπάρχει κάτι σημαντικό να μας χωρίσει. Με τους άθεους πλην αφιονισμένους, βολεμένους σοσιαλδημοκράτες, που περιμένουν από μία ψήφο να τους απαλύνει το μαρτύριο και προσμένουν αδρανείς την άνωθεν σωτηρία, μας χωρίζει άβυσσος, που δε θα γεφυρωθεί σε αυτή τη ζωή.

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

Φως ανάμεσα στις σκιές

Η κε του μπλοκ αντιγράφει σήμερα ένα απόσπασμα από το βιβλίο του χόρχε μέντες «φως ανάμεσα στις σκιές», όπου ο συγγραφέας, ηγετικό στέλεχος του κκ χιλής, περιγράφει την περιπέτειά του μετά από την ήττα του αλιέντε και την επιβολή της δικτατορίας του πινοσέτ και όσα βασανιστήρια υπέστη στα χέρια της αστυνομίας του καθεστώτος –που συχνά δεν αναγνώριζε καν την ύπαρξη κρατουμένων και ξεφορτωνόταν τα πτώματά τους με διάφορους τρόπους. Καλή ανάγνωση.



«Πώς αισθάνεσαι γεροντάκο;»
Ήταν η φωνή του χοντρού. Καθόταν στα δεξιά μου. Σήκωσα με προσπάθεια το κεφάλι μου, χωρίς να του απαντήσω. Το τσακάλι φαινόταν να γελάει.
«Θα μιλήσεις τώρα; Ξέρεις ότι μπορούμε να σε λιώσουμε. Άλλωστε έχουμε στα χέρια μας τη γυναίκα σου και τις κόρες σου».
Αυτός ο τύπος είναι που τα διευθύνει όλα. Κάνει τους υπολογισμούς του. Μ’ αφήνουν να κοιμηθώ όσο είναι απόλυτα αναγκαίο για να μην καταρρεύσω ολότελα… Η Μαρία; Οι κόρες μου;
«Τι θέλετε να σας πω;»
«Φαίνεται ότι συνήλθες για τα καλά. Σήκω πάνω, λοιπόν. Στον τοίχο φιλαράκο. Όταν αποφασίσεις να μιλήσεις, φώναξέ με. Άκουσες; Μέχρι τότε θα εξακολουθήσεις να στέκεσαι όρθιος».

Με έπιασε από το ένα μπράτσο και με σήκωσε. Άκουσα πάνω στο δάπεδο τους βαριούς ήχους των βημάτων που απομακρύνονταν. Τα πόδια μου τρεμουλιάζανε από την κούραση. Τα ένιωθα σκληρά, πολύ σκληρά. Στους αστράγαλους χτυπούσαν σα σφυριές οδυνηροί παλμοί. Δεν αντέχω άλλο, απλά δεν αντέχω. Αν δεν μπορέσω να κοιμηθώ, θα έρθει η ώρα που θα πάω στο τρελοκομείο. Ένα είδος απελπισίας μου έσφιξε το στομάχι. Ο ιδρώτας έτρεχε πάλι ποτάμι, μουσκεύοντας την ταινία, ζεσταίνοντάς με σε μαρτυρικό βαθμό. Αχ, αν είχα ένα μαχαίρι… Θ’ αρκούσε να το περάσω μια φορά πέρα-πέρα στο λαιμό μου. Ήταν εύκολο, αν έδινα τη μαχαιριά με αποφασιστικότητα, με δύναμη. Όλη αυτή η περιοχή του κορμιού είναι μαλακή και πλούσια σε φλέβες κι αρτηρίες. Εκεί βρίσκεται η τραχεία. Δεν είναι παρά ένας χόνδρος… Ε καλά, δεν έχω μαχαίρι. Ένα ξυραφάκι ξυρίσματος; Τίποτα. Αυτοί οι τύποι μου τα πήραν όλα, μέχρι και τις καρφίτσες… Ένα στέρεο κομμάτι σύρμα θα έκανε. Το βάζω ανάμεσα στα πλευρά, επάνω στην καρδιά και δίνω μια δυνατά κόντρα στον τοίχο, με φόρα, μια και κάτω. Το λίγο-λίγο δεν ωφελεί. Πρέπει να το κάνεις απότομα, έτσι που το σύρμα να χωθεί μέσα για μέσα, ως το βάθος. Από πού να πάρω ένα χοντρό σύρμα; Μα το διάβολο! Θα τους κάνω να μείνουν με ανοιχτό το στόμα! Τι γέλια που θα ‘κανα! Πάντοτε ήμουν γραπωμένος από τη ζωή, όπως όλος ο κόσμος. Ποτέ δε σκέφτηκα να πεθάνω. Ποτέ. Όμως τώρα θα πρέπει να το κάνω. Ναι. Με το θάνατο θα τελειώσει αυτή η ατελείωτη κούραση, αυτός ο πόνος στα ρημαγμένα πόδια μου, στους αστράγαλους, στα πλευρά μου… Τα ματογυάλια. Οι φακοί των γυαλιών μου. Αυτό θα είναι το όπλο μου. Μια κοψιά στο λαρύγγι, πάνω στην αορτή, κι άλλη μια στους καρπούς των χεριών. Θα στραγγίσει το αίμα μου… Στο διάβολο όλα! Πού είναι τα ματογυάλια μου; Εδώ, εδώ. Έψαξα στην αριστερή εσωτερική τσέπη του χοντρού σακακιού μου. Μέσα στη θήκη τους τα γυαλιά ήταν διαλυμένα. Ο σκελετός τους λυγισμένος και στο βάθος της θήκης τα τζάμια. Ήταν ανέπαφα. Τι τύχη! Τα χτυπήματα δεν τα είχαν σπάσει… Τα στριφογύρισα ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Προσπάθησα να κοιτάξω προς τα κάτω, ανασηκώνοντας λίγο το κεφάλι μου. Έβαλα τα δυνατά μου για να τα σπάσω. Λύγισαν μόνο λίγο. Είναι από πλαστικό! Οι άκρες τους ήταν στρογγυλεμένες. Δε μου είναι χρήσιμα, δεν έχουν συρμάτινο γύρο. Πλαστικό! Τι να κάνω; Έμεινα πολλή ώρα αναζητώντας μια λύση χωρίς να τη βρίσκω… Και τα νύχια μου; Όχι. Είναι υπερβολικά αδύνατα. Δε θα μπορούσα…

«Εδώ έχει τσάι. Πάρε! Θέλεις να φας;»
Να φάω; Θα μπορούσε να… Ναι. Μπορεί με το φαΐ να έρθει ένα μαχαίρι. Αν είναι έτσι, το κάνω τώρα, προτού με πάρει είδηση ο φρουρός.
«Ναι, θέλω να φάω».
Η φωνή μου αντήχησε στα αυτιά μου παράξενα. Θα είναι επειδή μου πονάνε τα αυτιά μου.
«Τότε κάθισε. Πέντε λεπτά.»

Βάδισα βήμα με βήμα, μισολιπόθυμος, τα δυο-τρία μέτρα που με χώριζαν από το τραπέζι-σχεδιαστήριο, στηριγμένος και με τα δυο χέρια πάνω στο στρατιώτη. Στερέωσα τα χέρια μου στην επιφάνεια του τραπεζιού για να βοηθηθώ.
«Και το σερβίτσιο;»
«Σερβίτσιο; Τα χέρια γιατί τα έχεις, κερατά;»
Ένα κομμάτι κρέας και μια πατάτα άχνιζαν στο μικρό ρηχό πιάτο από πλαστικό. Έγειρα το κεφάλι μου. Μου ερχόταν να κλάψω.
«Δε θα φας;»

Κούνησα το κεφάλι μου βαριά, σαν υπνοβάτης. Γύρισα για τη θέση μου μπροστά στον τοίχο. Τα πισινά μου ήταν σκληρά, τεντωμένα. Πρέπει να είναι οι ξερές ακαθαρσίες που έχουν κολλήσει εκεί. Τι βαθύς-βαθύς πόνος που είναι αυτός στους όρχεις μου! Ένιωθα τσιμπήματα στις πατούσες μου. Ανάπνεα πολύ ελαφρά για να αποφύγω τον πόνο στα πλευρά μου. Πάλι άρχιζε η γιορτή εκεί δίπλα; Μέσα στη μουσική ακούγονταν φωνές και ξεφωνητά. Ποτέ δεν είχα νιώσει τόση ζέστη σε γιορτή. Δε θα υπάρχουν καθίσματα εδώ που να με κρατήσουν καθιστό; Γύριζα αναζητώντας μια καρέκλα. Κάποιος γέλασε. Μπορώ να πάρω ένα αναψυκτικό; Που είναι τα αναψυκτικά; Διψάω. Αν δεν υπάρχουν καρέκλες, θα καθίσω στο πάτωμα. Έξανα μερικά βήματα. Σταμάτησα. Νύσταζα τόσο πολύ! Και τι κούραση! Πού είναι το αναψυκτικό;
«Γύρνα στη θέση σου. Φαίνεται ότι στην έχει βιδώσει!»

Ένα χέρι έπιασε το μπράτσο μου. Βάδιζα σα να πατούσα πάνω σε καρφιά. Γιατί δε με αφήνουν να πιω ένα αναψυκτικό; Πρέπει να καθίσω. Δεν μπορώ να χορέψω. Μου πονάνε υπερβολικά τα πόδια. Η μουσική είναι πολύ δυνατή. Γιατί να μιλάνε τόσο σιγανά; Δεν καταφέρνω να ακούσω τι λένε. Ο κόσμος με περικύκλωνε. Η μουσική δυνάμωνε. Βρισκόμουνα στο κέντρο, σα μέσα σε μία ρόδα. Μήπως πρέπει να χορέψω σόλο; Διψάω!

«Τώρα δε θα βαστάξει ούτε πέντε!»
Έπεσα σα μολύβι, σα νεκρός. Δεν μπόρεσα να σταθώ μέχρι που με κρεμάσανε από τις χειροπέδες που μου γδέρνανε τους καρπούς των χεριών. Άκουγα τα ίδια τα βογγητά μου, βραχνά σα ρόγχους αγωνίας.

Ξαφνικοί καταιγισμοί από φως και σκιά, σα να γινόταν έκρηξη στο κεφάλι μου. Ανέβαινα και κατέβαινα. Κάποιος από πολύ μακριά, πατούσε με μανία τα πλευρά μου, τα πρησμένα πόδια μου, τους πρησμένους όρχεις μου. Μόλις που ένιωθα τα χτυπήματα. Σα να ήμουν ένα σακί παραγεμισμένο με άχυρα. Οι ριπές από φως και σκιά ελαττώσανε το ρυθμό τους. Η μουσική. Το φως που με τύφλωνε. Οι σκιές.

Με ξυπνήσανε με χτυπήματα. Μια κλωτσιά στην πατούσα μου με τη μύτη της μπότας, σαν ηλεκτρική εκκένωση. Έτσι θα πρέπει να πονάει το μεδούλι στο κόκαλο. Έβλεπα αστέρια, όταν μπροστά στον τοίχο άρχισε η καινούρια φάση. Πόσες ώρες κοιμήθηκα; Ρυθμίζανε με σοφία τον ύπνο! Χωρίς αμφιβολία, η εξασθένησή μου είχε επιταχυνθεί. Είχαν περάσει κιόλας κάμποσες μέρες και νύχτες. Το τέλος δεν ήταν μακριά. Δεν έχω όρεξη για φαΐ, παρόλο που είμαι νηστικός από τη μέρα που έφτασα εδώ. Πρέπει να βρω ένα μέσο να σκοτωθώ. Θα έχω δυνάμεις για να αρπάξω ένα αυτόματο από τα χέρια ενός φρουρού; Ίσως θα μπορούσα να τον αιφνιδιάσω. Το ζήτημα είναι να πυροβολήσω γρήγορα. Κι αν δεν έχει περασμένη δεσμίδα μέσα; Και τι γίνεται με την ασφάλεια; Πρέπει το όπλο να το έχουν με την ασφάλεια. Όμως θα ρίχνει σφαίρα-σφαίρα ή με ριπή; Αυτό είναι το λιγότερο. Χωρίς αμφιβολία, με τα χέρια μου φυλακισμένα στις χειροπέδες δε θα μπορέσω να μανουβράρω το όπλο ακόμα κι αν κατάφερνα να το αρπάξω. Όμως αν καταφέρω να μου ρίξει κάποιος; Αυτό είναι! Είναι η καλύτερη δυνατότητα. Στο μπάνιο. Εκεί πρέπει να γίνει. Υπάρχει ένα παράθυρο. Μερικές φορές είναι μισάνοιχτο. Στο δεύτερο πάτωμα είναι ή στο τρίτο; Αν καταφέρω να πηδήσω… Ναι. Το καλύτερο είναι να το επιχειρήσω, με σκοπό να με πυροβολήσει ο στρατιώτης. Διαφυγή αδύνατη. Και βέβαια. Θα το κάνω για να βρω το θάνατο. Δεν μπορώ πια με αυτή την κούραση, με αυτούς τους πόνους…

«Θέλετε να πάτε στο μπάνιο;»
Κάποιος μου μιλούσε στον πληθυντικό. Σήκωσα αργά το κεφάλι μου, που το κρατούσα ακουμπισμένο στον τοίχο. Είχε έρθει η ώρα, στην πιο κατάλληλη στιγμή.
«Ναι θέλω να πάω στο μπάνιο.»
Ένα χέρι στο μπράτσο μου, όπως συνήθως. Βήμα με βήμα, σέρνοντας το αριστερό πόδι μου –δεν μπορούσα να το στηρίξω- κατευθύνθηκα προς το μπάνιο ακουμπώντας επάνω στο φρουρό.
«Μπορείτε να βγάλετε την ταινία, αν θέλετε…»
Ήταν μια φωνή διαφορετική.

Τράβηξα την ταινία προς τα πάνω. Σχεδόν δεν μπορούσα να ανοίξω τα μάτια μου από την κούραση. Έφτασα στο τελευταίο όριο ή μου φαινόταν έτσι. Κοίταξα το στρατιώτη. Δε θα ξεχάσω το πρόσωπό του. Δεν μπορούσε να κρύψει τη φρίκη που καθρεφτιζόταν στο βλέμμα του. Δεν ήτα παρά ένα νεαρό παιδί.

«Καθίστε στη λεκάνη και… ξεκουραστείτε. Εγώ θα σας ειδοποιήσω. Πηγαίνετε!»
«Όχι», του είπα βραχνά, «θα πηδήσω από το παράθυρο κι εσύ θα με πυροβολήσεις. Δεν ξέρω αν έχω δυνάμεις», είπα ασθμαίνοντας, «για να ανέβω εκεί, όμως εσύ πρέπει να με σκοτώσεις.»
«Γιατί; Είμαι κι εγώ ένα ανθρώπινο πλάσμα…»
«Πρέπει να το κάνεις. Ακούς; Δεν μπορώ πια. Δεν αντέχω πια. Πρέπει να με πυροβολήσεις. Μονάχα μια ριπή, θα πεις ότι προσπάθησα να δραπετεύσω. Τι σου στοιχίζει;»
«Καθίστε στη λεκάνη… Ξεκουραστείτε».
«Όχι. Πρέπει να το κάνεις. Δεν μπορώ άλλο…»
«Πρέπει να βαστήξετε. Οι άλλοι πώς αντέχουν;»
«Οι άλλοι;»
«Έχουν περάσει πολλοί από ‘δω. Έχουν μείνει όρθιοι, όπως εσείς, για πολλές μέρες. Και βαστήξανε,»

Ώστε άλλοι είχαν αντισταθεί! Κι εγώ του ζητούσα τελειώνει με μένα. Άλλοι είχαν αντέξει; Δεν ήμουν εγώ ο μοναδικός; Θα μπορούσα να βαστήξω ακόμα, όρθιος, χωρίς να πεθαίνω λίγο-λίγο; Για ποιο λόγο μου μιλούσε με το «εσείς» αυτό το αγόρι;
«Θέλεις λεφτά λοιπόν; Θα σου δώσω όλα όσα έχω.»
«Ελάτε, καθίστε, περιμένετέ με».

Έμεινα μόνος, καθισμένος στη λεκάνη, με το κεφάλι στηριγμένο στα χέρια μου.
Είδα τις μπότες να σταματάνε μπροστά μου.
«Πάρτε αυτό. Γρήγορα…», με πίεσε.
Σήκωσα τα χέρια για να πάρω ένα ποτήρι γάλα. Πώς το είχε βρει;
«Πάρτε το, πιείτε.»
Το άδειασα λαίμαργα μέχρι τον πάτο.
«Πάμε τώρα».

Σηκώθηκα και στηρίχτηκα στο μπράτσο του φρουρού. Γυρίσαμε βαδίζοντας αργά στο συνηθισμένο μέρος. Άκουσα τα βήματα να απομακρύνονται. «Πρέπει να βαστήξετε. Οι άλλοι πώς αντισταθήκανε». «Οι άλλοι;» «Πέρασαν πολλοί από ‘δω. Και βαστήξανε». «Πέρασαν πολλοί από ‘δω. Και αντισταθήκανε»… Η ταινία σκέπαζε το πλημμυρισμένο από ιδρώτα πρόσωπό μου.


Είχα ανακαλύψει ότι ο τοίχος είχε μια προεξοχή κάπου πέντε πόντους. Ήταν μια μικρή γωνιά, ένα γείσωμα και για μένα ένα σημείο στήριξης, μια βοήθεια. Με το δεξιό ώμο πάνω στη γωνία, με το κεφάλι πλαγιαστό πάνω στον τοίχο, με τα πελώρια από το πρήξιμο πόδια μου ανοιχτά, σχεδόν κρεμασμένος, κολλημένος στον τοίχο σα μύγα, στηριγμένος στο δεξί πόδι, χωρίς να μπορώ να συγκρατήσω τα βραχνά βογγητά που ξέφυγαν από το στήθος μου, περίμενα την καινούρια ανάκριση. Πόσες μέρες είχαν περάσει ως τώρα; Αυτό το ποτήρι γάλα… Το παλικάρι έχει δίκιο. Πρέπει να αντέξω. Και βέβαια! Σε αυτήν την πάλη μπορείς να βγεις νικητής. Πρέπει να τα καταφέρεις. Πρέπει να δείξεις πως είσαι πιο δυνατός από τους βασανιστές. Αυτοί είναι εκείνοι που επιδιώκουν την εκμηδένισή σου. Αυτό θα σου έλεγε οποιοσδήποτε σύντροφος από το Κόμμα, αν μπορούσε να σου μιλήσει. Η Μαρία, για άλλους λόγους, θα σου έλεγε το ίδιο. Και η Ντιάνα και η Ροζα. Το να ζήσεις, είναι η νίκη σου. Αν ζήσεις, θα έχει κερδίσει. Μόνο εσύ; Θα έχει νικήσει αυτό που αντιπροσωπεύεις. Πρέπει να παλέψεις ως το τέλος, χωρίς να παραδοθείς. Είναι μια πάλη μέχρι το θάνατο. Εκείνοι σε έχουνε στα χέρια τους, όμως τι καταφέρανε μέχρι τώρα; Στο κάτω-κάτω της γραφής, δεν τους ενδιαφέρει αν πεθάνεις ή αν ζήσεις. Εσένα σε ενδιαφέρει. Από την άλλη μεριά έχεις σκεφτεί την ιστορία που θα υπερασπιστείς. Γιατί δεν τρως; Πρέπει να υπερασπιστείς τον εαυτό σου με κάθε τρόπο. Πρέπει να τραφείς. Πρέπει να νικήσεις. Πρέπει να ζήσεις.