Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Το καπάκι του βόθρου

Σκέφτεσαι να γράψεις κάτι για το «εύκολο» δίλημμα Μαραντόνα ή Μέσι και τους σφους που εξιδανικεύουν τον Ντιέγο, που ήταν ένας τσαρλατάνος (όπως κάθε μάγος) με κόλπα για τους πιστούς (όπως κάθε άγιος), εντός και εκτός γηπέδων, και με ένα σωρό αντιφάσεις και κηλίδες, σαν αυτές που έχει ο λαμπερός ήλιος, που έπεφτε κάθετα στο στάδιο Αζτέκα, πριν ο επί γης εκπρόσωπός του κάνει την πιο διάσημη ποδοσφαιρική αλητεία στην ιστορία του αθλήματος και λίγο αργότερα μια ακόμα πιο διάσημη. Το χέρι και το πόδι του θεού. Να γράψεις πχ για το κείμενο του Τσόχου, στο «Μια φορά στη ζωή μας», που απομαγεύτηκε όταν τον συνάντησε και είδε τα πράγματα αλλιώς, και την αρπαχτή του Ντιέγο, που έφερε μαζί όλη την κουστωδία του, και πόζαρε δίπλα στον Σωκράτη για τις ανάγκες της τσέπης του. Αλλά τι νόημα έχει να κακοκαρδίσεις τους πιστούς του και να στρέψεις εναντίον σου το ποίμνιο; Ο Ντιέγο είναι θεός κι η μπάλα ένα είδος θρησκείας, χωρίς απίστους -όπως μας λέει ο Μπογιό και ο φανταστικός του φίλος. Ένα σύγχρονο όπιο των λαών, ένα παυσίπονο για τα λαϊκά βάσανα σε έναν άκαρδο κόσμο και μια ατελείωτη κοιλάδα των δακρύων. Τι γίνεται όμως όταν παράγει μόνο του δάκρυα, που δεν είναι από χαρά, συγκίνηση ή έστω σαν τα δάκρυα του Ρονάλντο το ’04;


Αν έχεις κάνει στη ζωή σου το λάθος να είσαι φίλαθλος, δηλαδή να παρακολουθείς αθλήματα, ομαδικά αλλά και οπαδικά, μπορεί να βιώνεις την αθλητική επικαιρότητα σαν βασανιστήριο. Το μαρτύριο της σταγόνας, μονότονο σαν νομοτέλεια, σε χτυπά στο ίδιο πάντα σημείο, την αγάπη σου για ένα σήμα και μια φανέλα, για ένα παυσίπονο που γεμίζει τις Κυριακές σου και κάνει κάθε μέρα σαν Κυριακή -που είναι ένας σύντομος ορισμός του κομμουνισμού, προσφιλής στον πιστό Ρούση- η οποία είναι αφιερωμένη στη στρογγυλή θεά και τους ναούς της, αλλά μετράει συνεχώς θύματα, λες και κηρύχτηκε Τζιχάντ -ιερός πόλεμος.

Μαχαίρωσαν ένα παιδί, στήσαν ενέδρα σε ένα άλλο, που ήταν θύτης και θύμα (σαν το βιβλίο για τον Ζαχαριάδη), κυνήγησαν άλλα που έπαιζαν πόλο για να βγάλουν τα σκουφάκια της ομάδας τους, έδιωξαν δημοσιογράφους γιατί δεν κάλυπταν το θέμα «όπως έπρεπε». Σκότωσαν ένα άλλο στη Χαλκίδα, την έπεσαν ξανά σε πισίνα, σε γυναικείες ομάδες, διέσχισαν μια χώρα για να χτυπήσουν ένν αντίπαλο, πετσόκοψαν ένα άλλο παιδί που φώναζε «μη με χτυπάτε άλλο», έδωσαν ραντεβού θανάτου -και η Αστυνομία κρατούσε το φανάρι. Εξαρτάται πόσο πίσω θες να πας, ξετυλίγοντας το νήμα, μέχρι τα «ωραία, ρομαντικά χρόνια», που όλα (δεν) ήταν πιο αθώα...

Και δεν λέω καν για τις χτεσινές καφρίλες στη Γλυφάδα, από οπαδούς εντός και εκτός των γραμμών του παρκέ. Ή για τους φασιστογλεντζέδες στους πανηγυρισμούς για την άνοδο της Καλαμάτας. Και τα μυαλά στα κάγκελα του αόρατου εχθρού, κάτι παραπάνω από ένας σύλλογος, κάτι λιγότερο από ζωή -ούτε καν επιβίωση.

Αυτά πια δεν είναι σταγόνες, αλλά καταρράκτες, ορμητικοί και ανεξέλεγκτοι, σαν τους θρασύδειλους που χτυπάνε για να νιώσουν κάποιοι. Δεν είναι απλώς ποτήρι αλλά βόθρος που ξεχείλισε, το καπάκι που δεν μπορούσε να καλύπτει άλλο τα σκατά και εκσφενδονίστηκε καταπάνω μας με δύναμη. Απ’ το ’90 και μετά (στις καθυστερήσεις της Ιστορίας) μας έχουν πνίξει τα σκατά. Αλλά το πρωτάθλημα έπεσε όταν ήταν μικρό (και «αθώο») στη χύτρα με τα σκατά του επαγγελματικού αθλητισμού, που μπορεί να ήταν και μαρμίτα (σαν του φασιστο-Ραπτό) και η μέρα της μαρμότας, που επαναλαμβάνεται συνεχώς σαν μαρτύριο χωρίς λύτρωση. Ε, σε πιάνει μια αηδία...

Και τι κάνουν οι αρμόδιες αρχές; Στην άκρη. Και έχετε φιλιά.

Μα δεν υπάρχει κράτος; Φυσικά και υπάρχει, παρακράτος εν κράτει, οι εφοπλιστές και οι στρατοί τους. Και η αστυνομία τι κάνει; Ό,τι μπορεί. Απομακρύνει τους δημοσιογράφους σε... ασφαλές σημείο -sic. Διασπείρει φήμες πως η δολοφονία είχε άλλα κίνητρα -για να μην ξεφύγει εξ αρχής το πράγμα. Ο ΣΚΑΪ θα μπορούσε να βάλει και τον κατάλληλο τίτλο: «ΔΕΝ ΤΟΝ ΣΚΟΤΩΣΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ». Που δε θα ήταν ακριβώς ψέμα. Καμία δολοφονία δε γίνεται απλώς για το ποδόσφαιρο.

Και τι λέει η κοινή γνώμη; Φωνάζει για τους δημοσιογράφους που δε λένε την αλήθεια -μα αυτοί είναι υπάλληλοι και έχουν δεμένα χέρια - στόματα. Γκρινιάζει για τους ανίκανους αστυνομικούς -κι αυτοί υπάλληλοι είναι όμως και παίρνουν εντολές πού πρέπει να δείχνουν τις ικανότητές τους. Πιπιλάει την καραμέλα που δε λιώνει ποτέ για τη Θάτσερ, λέει πως πρέπει να μπουν όλοι ισόβια -ξεχνάει όμως πως καμία συμμορία δεν εξαρθρώνεται, αν αφήσεις έξω τον αρχηγό που κινεί τα νήματα και θα βγάλει τους δικούς του στην πρώτη ευκαιρία. Δε χτυπάς τους ιδιωτικούς στρατούς, αν δεν πιάσεις τον στρατηγό ή την εταιρεία που στρατολογεί τους λοβοτομημένους που έχουν ξεχάσει πως ξέρουν να σκέφτονται. 

Κάποιοι θέλουν άρτο και θεάματα, όπως στην αρχαία Ρώμη, μονομάχους που χαιρετούν τον Καίσαρα και τους θριάμβους του στο γήπεδο ή τον Καίσαρη και τις στατιστικές αναλύσεις της OPTA. Κάποιοι θέλουν να προστατέψουν «το προϊόν» και το ωραίο του περιτύλιγμα, όπως στην προηγμένη Ευρώπη, τη σκοτεινή ήπειρο που πέρασε Διαφωτισμό και η λάμψη της καλύπτει την ουσία. Άλλοι ψάχνουν τον υγιή ανταγωνισμό και υγιή κύτταρα - μονοπώλια σε ένα σύστημα που σαπίζει και λειτουργεί με όρους μαφίας, γιατί αναζητά το μέγιστο κέρδος (εύκολο, αφορολόγητο ή καλά ξεπλυμένο). Η λύση όμως δεν είναι ένας καπιταλισμός χωρίς μαφία ή φυτοφάγα λιοντάρια (σαν την Εθνική Αγγλίας) που δε θα τρων τους μονομάχους. Αυτή η αρένα αυτό το θέαμα βγάζει. Και δεν υπάρχει διέξοδος για τους πληβείους από τον λάκκο των λεόντων -όπως έλεγε κάποτε η ΕΔΑ την ΕΟΚ.

Ποια είναι λοιπόν η λύση; Να μην έχουμε πολέμους του όπιου και εξαρτημένους χρήστες, κολλημένους με την μπάλα, έτοιμους να αφαιρέσουν ζωές για να γεμίσουν τη δική τους με έναν σκοπό. Και τι να κάνουμε, να καταργήσουμε με διάταγμα τις θρησκείες; Όχι, δεν μπορείς να τα βάλεις με το θρησκευτικό συναίσθημα των πιστών, χωρίς να το(υς) πληγώσεις. Αλλά επιβάλλεται να το(υς) προστατέψεις, σε πρώτη φάση, από τους εμπόρους που το εκμεταλλεύονται. Και σε βάθος χρόνου να φτιάξουμε έναν κόσμο, που δε θα είναι μια απέραντη κοιλάδα δακρύων (και Τεμπών), όπου δε θα υπάρχει ανάγκη για οπιούχες ουσίες και υποκατάστατα των συλλογικών ιδανικών.

Και ως τότε τι κάνουμε; Αυτοκριτική. 

Αν έχεις κάνει το λάθος στη ζωή σου να είσαι οπαδός -ήσουν πολύ μικρός για να το προλάβεις και νιώθεις πολύ μικρός για να διορθώσεις τώρα στα γεράματα το κακό, σαν προπατορικό αμάρτημα, μόνο που αντί για δέντρο της γνώσης, δάγκωσες τη λαμαρίνα με έναν σύλλογο και τον καρπό της αποχαύνωσης που σε κάνει φανατικό μιας ανώνυμης εταιρείας, με αφεντικό, κέρδη και ξέπλυμα χρήματος, αλλά εσύ το μόνο που έχεις μάθει για υπεραξίες είναι οι φτηνές μεταγραφές που σου βγήκαν παικταράδες...

Αν είσαι καψούρης με την ομαδάρα και γίνεσαι λίγο οπαδός και στην καψούρα, λίγο ζηλιάρης, λίγο κτητικός και τοξικός μαλάκας, και άμα χωρίσεις ξέρεις ότι είναι όλες πουτάνες, διαλεκτική κατάβαση από το συγκεκριμένο στο αβάσταχτο στερεότυπο. Ενώ η ομάδα είναι σχέση ζωής, σε πληγώνει αλλά σε πορώνει μαζοχιστικά, πουτάνα είναι μόνο η μπάλα (το είχε πει και ο Όσιμ), η διαιτησία που μας αδίκησε (σαν την πουτάνα τη ζωή), οι μάνες των άλλων και ο εκάστοτε αντίπαλος, δηλαδή όλοι εκτός από εμάς. Εσένα σε νοιάζει να μόνο να πεις πως γάμησες (στα λόγια είναι πάντα πιο εύκολο), και ας είναι σικέ-πληρωμένος έρωτας, με χάλια μπάλα χωρίς ίχνος απόλαυσης (σαν αυτήν που δίνει ο αληθινός έρωτας), σκέτοι βαθμοί επιβεβαίωσης, με γκολ στο ’90, σαν αγχωμένη μαλακία (Διδυμότειχο μπλουζ), με εξωτερικά βοηθήματα (βιάγκρα ή διαιτησία), κι αν είναι με πέτσινο πέναλτι (σαν πέτσινος οργασμός), ακόμα καλύτερα, για να σκούζουν οι άλλοι και να το φχαριστηθείς (;) περισσότερο. Αλλά το VAR και τα προφυλακτικά σκοτώνουν τον έρωτα, αλλιώς ήμασταν μες στην γκάβλα.

Κι αν δεν μπορείς να είσαι φίλαθλος κι έχεις ξεχάσει τι σημαίνει απόλαυση, αγάπη για την ομάδα (μα πάνω από όλα για την ομορφιά του αθλήματος), αν δεν μπορείς να δεις έναν αγώνα με έναν αλλόθρησκο φίλο σου και να περάστε καλά, αν δεν μπορείς να είσαι αντικειμενικός σε μια καθαρή φάση, χωρίς παρωπίδες και οπαδικά γυαλιά -που τα βρήκες φτηνά για να αντικαταστήσεις τα ταξικά γυαλιά που έχασες-, αν δεν αντέχεις την καζούρα και την αθώα πλάκα παρά μόνο την καφρίλα, αν η οπαδική σου ζωή τέλος πάντων δεν είναι όπως την θέλησες, φρόντισε τουλάχιστον να μην την εξευτελίζεις εντελώς. Να μη γίνεις τραμπούκος, ρατσιστής, να μην πέφτεις στο επίπεδο ενός φασίστα (που κουβαλά παντού τα σκατά που έχει στο κεφάλι του), να μην ψάχνεις αθλητικά υποκατάστατα για τα κενά στη ζωή σου ή τις τρύπες - στόχους που σου λείπουν για να πηδήξεις και να ρεφάρεις το γαμήσι που τρως στη δουλειά από το αφεντικό -που μπορεί να είναι και το αφεντικό της ομάδας σου, γιατί εδώ είμαστε όλοι μια οικογένεια, με τα ίδια χρώματα και συμφέροντα και η μαγεία του αθλητισμού μας συνεπαίρνει όλους, στο πέταλο και τα επίσημα, στο καφενείο και την 100άρα οθόνη με τη συνδρομητική, καταργεί τα τείχη και τους ταξικούς διαχωρισμούς. Και η μαγεία της μπίζνας είναι πως τα κάνει όλα ίσιωμα και βγάζει κέρδος από όλα, ακόμα και τους παίκτες - ντίβες, που τους ξεζουμίζει, ματς κάθε τρεις μέρες, γιατί show must go on, και τους σακατεύει πριν καν γεράσουν, και δεν αφήνει τίποτα στην τύχη, σφύριγμα, αποτέλεσμα, καμία πτυχή της κοινωνικής μας δραστηριότητας που να μην την κάνει εμπόρευμα, κανέναν μας που να μην τον μισθώνει ως πόρνη, φτηνή ή ακριβοπληρωμένη, μα αλλοτριωμένη, γιατί ο αρχικός σκοπός ήταν η ψυχαγωγία και η χαρά, που κατέληξαν να μας είναι ξένα και πλέον τίποτα ανθρώπινο δε μας είναι οικείο, αν δεν είναι εμπόρευμα. 

Φρόντισε τουλάχιστον να μη γίνεις υπάλληλος κάποιου μαφιόζου καπιταλιστή, να ξελαρυγγιάζεσαι για το συμφέρον του, όπως δε θα φώναζες ποτέ για το δικό σου δίκιο. Γιατί έτσι χάνεις κάθε συνείδηση, γίνεσαι αμοιβάδα, ξεφτίλας (σε άψογη, γηπεδική διάλεκτο), κουρέλας ή μάλλον κουρελοπρολεταριάτο, λούμπεν, δηλαδή εξαθλιωμένος. Και δεν υπάρχει χειρότερη εξαθλίωση από τη χρεοκοπημένη συνείδηση και τα βαμμένα (κόκκινα, κίτρινα, πράσινα και πάντα μαύρα) μυαλά -που όμως κάνουν εναλλακτικό χαβαλέ με τα βιντεάκια του Luben, αυτοί είστε κτλ. 

Κι όταν μιλάς για τον υπέροχο λαό, που μένει πάντα στην κερκίδα, θυμήσου τον κυρ-Μέντιο, πώς σκοτώνονται οι υπέροχοι λαοί για τ’ αφέντη το φαΐ και τα ψίχουλα που θα πάρουν οι υπάλληλοί του. Να σέβεσαι τον αντίπαλο, το άθλημα, τον εαυτό σου, αγαπάτε αλλήλους και να μισείτε βαθιά τους υπαλλήλους και την ηθική των (μισθωτών εθελό)δουλων. Και τους καλύτερους αγώνες δεν τους έχουμε δει ακόμα. Είναι αυτοί που μας περιμένουν να τους δώσουμε.

Αυτή είναι μια καλή αρχή, αν δε θέλουμε να λεγόμαστε υπάνθρωποι...

Δεν υπάρχουν σχόλια: