Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προλετάριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προλετάριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2014

Venceremos

Με δίχως σημαίες και δίχως ιδέες, δίχως καβάτζα καμιά (…)
στο μαγκανοπήγαδο της ήττας μου περνώ, venceremos, venceremos


Οι προλετάριοι δεν έχουνε πατρίδα
Γιατί η τάξη τους κι η σχέση της απέναντι στα μέσα παραγωγής είναι που καθορίζει την ταυτότητά τους, τη θέση τους στην κοινωνία και τα συμφέροντά τους.

Οι προλετάριοι δεν έχουνε πατρίδα
Ούτε και το κεφάλαιο εξάλλου. Για την ακρίβεια το κεφάλαιο δεν έχει καμία πατρίδα, ενώ οι προλετάριοι έχουν πολλές και νιώθουν ως τέτοια κάθε γωνιά της γης. Ακριβώς επειδή νοιάζονται και πονάνε τον τόπο τους (τις καλύβες και τα πεζούλια τους, όπως λέει ο Βελουχιώτης στον ιστορικό του λόγο στη Λαμία), μπορούν να αγαπήσουν τις πατρίδες και τους λαούς όλους του κόσμου. Αλλά η «πατρίδα» και το «έθνος των εργαζομένων» δεν έχει καμία σχέση με το «καπιταλιστικό έθνος», που του πλασάρουν ως πατρίδα. Και ο προλεταριακός διεθνισμός δεν έχει σχέση με τον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου ή τη μεγάλη ευρωπαϊκή ιδέα, που του πουλάνε ως ελπίδα. Το κεφάλαιο δεν έχει καμία πατρίδα, για αυτό κι οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στον όλεθρο ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Οι προλετάριοι δεν έχουνε πατρίδα.
Είχαν όμως μητέρα πατρίδα τους (που πιάνει και τα δύο φύλα των γονιών, πάτρια και μήτρια σε έναν όρο) τη Σοβιετική Ένωση, ακριβώς με ταξικό (κι όχι εθνικό) κριτήριο, γιατί μπορούσαν να αναγνωρίσουν σε ποια πλευρά στεκόταν και ποια συμφέροντα υπηρετούσε –έστω με αδυναμίες και αντιφάσεις. Και δεν υπήρχε πιο δυνατή εικόνα και συμβολισμός για την απώλεια αυτού του… μητεροπατέρα γονιού από την υποστολή της κόκκινης σημαίας στο Κρεμλίνο, τέτοιες μέρες πριν από 23 χρόνια. Δεν υπήρχε συνειδητοποιημένος εργάτης, κομμουνιστής, προοδευτικός άνθρωπος γενικότερα, ακόμα κι αποστάτες του κινήματος –που είναι η πιο άτιμη φάρα, αλλά διατηρούσαν κάποια εξαρτημένα αντανακλαστικά- που να μη δάκρυσε και να μην πικράθηκε από αυτή την εξέλιξη. Κι αντιστρόφως, δεν υπάρχει αστός, αγκωνάρι του συστήματος ή άνθρωποι με εξωνημένες συνειδήσεις, που να μην την πανηγύρισαν. Εξαιρούνται (;) κάποιες πολιτικές δυνάμεις, που στο ρόλο του χρήσιμου ηλίθιου μιλούσαν για ελπιδοφόρες λαϊκές επαναστάσεις και γνήσια λαϊκά ξεσπάσματα.

Η πραγματικότητα της τελευταίας εικοσαετίας (στη Ρωσία κι όχι μόνο) μιλάει βέβαια από μόνη της. Δραματική πτώση του μέσου προσδόκιμου ζωής στα όρια της γενοκτονίας, θέριεμα της μαφίας, φτώχια, δυστυχία, ξήλωμα των εργατικών κατακτήσεων ακόμα και στις χώρες του δυτικού κόσμου (που απέμεινε χωρίς το «αντίπαλο δέος», ελεύθερος να δείξει το πραγματικό του πρόσωπο), αποκατάσταση των ναζί, των συνεργατών τους και των επιγόνων τους σε μια σειρά χώρες (κυρίως στις Βαλτικές). Αυτά είναι μόλις μερικές πτυχές από τα κομμάτια που συνθέτουν το ζοφερό τοπίο της αντεπανάστασης.



Αλλά αν κάποιοι αντλούν τις ελπίδες τους από την αντεπανάσταση και την καπιταλιστική παλινόρθωση, για εμάς (κόντρα στο ρεύμα της υποταγής και το τέλος της ιστορίας) ελπίδα είναι η πάλη των λαών, όπως έγραφε το άκρως συγκινητικό πρωτοσέλιδο του Ριζοσπάστη της επόμενης μέρας. Γιατί την κόκκινη σημαία της ταξικής πάλης δεν μπόρεσαν, ούτε θα καταφέρουν ποτέ να την υποστείλουν, όπως δε θα μπορέσουν να καταργήσουν με διατάγματα τις κοινωνικές νομοτέλειες. Αυτή είναι η δική μας σημαία και… «καβάτζα». Κι αν τώρα βουλιάζουμε στο μαγκανοπήγαδο της ήττας μας και των διαλυτικών συνεπειών της, γνωρίζουμε πως η τελική νίκη θα είναι δική μας.

Venceremos, venceremos

Υγ: κείμενο που γράφτηκε για την ιστοσελίδα Ατέχνως, που θα κυκλοφορήσει στο διαδικτυακό αέρα μες στον επόμενο μήνα.

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Δεν είναι αργία, είναι ανεργία

Γιατί οι σύντροφοι προτιμούν ως εργοδότη το αστικό κράτος; Διότι δεν έρχονται σε άμεση επαφή με τον εργοδότη, τα καπρίτσια και τον αυταρχισμό του. Γίνονται μέρος μιας απρόσωπης –μισθωτής- σχέσης, όπου μένουν στα τυπικά δίνοντας όσο λιγότερα γίνεται. Πάλι όμως δίνουν τα περισσότερα. Γιατί έχουν πιο πολλές κοινωνικές ευαισθησίες, απέναντι στον κόσμο, τον συνάδελφο. Κι υπάρχει και το κοινωφελές της υπόθεσης. Είσαι σε δημόσια υπηρεσία, βοηθάς τον κοσμάκη στη δουλειά του, κάνεις κάτι χρήσιμο. Γραφειοκρατικό κι άχρηστο από μία άποψη, αλλά…
Γι’ αυτό και για να αποφύγεις την αλλοτρίωση, προτιμάς κάτι όπου να έχεις επαφή με ανθρώπους, μια κοινωνική συναναστροφή. Όπως τη διδασκαλία. Αλλά αυτό θα το δούμε αργότερα.

Αυτό το απρόσωπο είναι το μόνο στοιχείο αλλοτρίωσης που δέχεσαι κάπως ευχάριστα. Γιατί αν είναι γουρούνι καπιταλιστής ο εργοδότης σου, δεν είναι πολύ εύκολο να απεργήσεις κι υπάρχει πάντοτε η απειλή της απόλυσης. Αν πάλι είναι μικρομεσαίος εβε, δεν σου πάει καρδιά, γιατί τον βλέπεις που σκοτώνεται κι αυτός στη δουλειά και τα φέρνει δύσκολα βόλτα. Κι όπως αναπτύσσεις ανθρώπινη επαφή μαζί του νιώθεις πως τον κρεμάς με την απεργία. Ενώ στο δημόσιο γλιτώνεις τις τύψεις. Κι άντε να εξηγήσεις στον κακοπροαίρετο, ότι βασικά σε ενδιαφέρει μια δουλειά όπου να μπορείς να απεργήσεις κι όχι το ραχάτι. Πολύ σημαντικό κριτήριο.

Το δημόσιο το προτιμούν όμως κι οι υπόλοιποι, γιατί έχει κάποια προνόμια και βάζουνε μέσο γνωστούς τους να τους «βολέψουν». Ο κόσμος έχει γονατίσει με την κρίση και βάζει μέσο για να μπει στα stage και στους εποπ. Σα να λέμε ότι σε τρώει η αγαμία και λαδώνεις κάποιον να σε βιάσει.

Μπαίνεις λοιπόν σε μια δουλειά που απαιτεί τυπική παρουσία και συμμετοχή. Αλλά τι σόι παρέμβαση κάνεις έτσι; Πας με μισή καρδιά στη δουλειά που τρώει τη μισή σου ζωή και καταντάς μισός άνθρωπος ενίοτε και μισάνθρωπος, που ψάχνει το άλλο του μισό απεγνωσμένα, ενώ έχει χάσει την ταυτότητά του.

Πώς θα παρέμβεις στον χώρο δουλειάς, όταν σε εκνευρίζει κάθε τι σχετικό με αυτόν; Πώς να ρισκάρεις να εκτεθείς, όταν φοβάσαι μην χάσεις μια δουλειά, που βρήκες με χίλια ζόρια; Πώς να κάνεις κομμουνιστική δουλειά, όταν σε πιάνουνε τα αναρχικά σου και θέλεις να σπάσεις την μηχανή, και τη μούρη του αφεντικού; Να γίνεις αρνητής εργασίας και να κλειστείς στον εαυτό σου για να αντέξεις; Πώς να γίνεις μαζικό στοιχείο και ψυχή της παρέας, όταν πας εκεί από αγγαρεία για τη διεκπεραίωση;

Αν λοιπόν συναναστρέφεστε κάποιον σύντροφο που είναι πραγματικά πρωτοπόρος στον χώρο του και τον πετυχαίνετε μετά τη δουλειά άδειο, χωρίς όρεξη να σας μιλήσει, συνυπολογίστε τα όλα αυτά, πριν τον παρεξηγήσετε και του θυμώσετε. Το έζησα πέρσι με τη μπρέζνιεβα από πρώτο χέρι.

Η τ. μπρέζνιεβα είναι δασκάλα. Κάθε μέρα στη δουλειά ο παιδαγωγός γράφει ένα μικρό παιδαγωγικό ποίημα σαν κι αυτό του μακάρενκο. Αναπτύσσει μια μοναδική σχέση με τους μαθητές κι αποφεύγει ως ένα βαθμό την αλλοτρίωση. Κι όλα αυτά σε μια κοινωνία υπογεννητικότητας που δε μπορεί καλά-καλά να αναπαραχθεί. Ο προλετάριος έχει λατινική ρίζα ως λέξη και στην αρχική σημασία του υποδηλώνει αυτόν που δεν έχει τίποτα άλλο πέρα από τη δυνατότητα να αποκτήσει απογόνους. Μετά από τόσους αιώνες προόδου όμως, το σύγχρονο προλεταριάτο χάνει σταδιακά ακόμα κι αυτό το προνόμιο. Γιατί σε λίγο θα ‘ναι προνόμιο να μπορείς να θρέψεις κάποιον άλλον πέρα από τον εαυτό σου. Οι γονείς μας το καταφέρνουν ακόμα, για τη δική μας γενιά είναι εξαιρετικά αμφίβολο. Ούτε προλετάριοι δε θα μπορούμε να είμαστε.
Εκτός κι αν γίνουμε όπως στην ινδία, όπου γεννάνε πολλά παιδιά για να τους φροντίζουν στα γηρατειά. Κάτι σαν ασφαλιστικό σύστημα, τώρα που δεν θα έχουμε και συντάξεις. Κι όταν το κόμμα τους έλεγε ότι πρέπει να βάλουν αίτημα ενάντια στην παιδική εργασία, οι ινδοί σφοι απαντούσαν ότι αυτό θα ισοδυναμούσε με γενοκτονία. Διεθνείς σχέσεις και τα μυαλά στα κάγκελα.

Ο κόσμος λοιπόν παίρνει αυτή την αδυναμία και την θεωρητικοποιεί. Δε θέλει να κάνει παιδιά, κάποιοι μάλιστα τα μισούν, όπως και την ίδια τη ζωή σε τελική ανάλυση. Αλλά είναι ανεπίτρεπτο για εμάς τους κομμουνιστές να τα βλέπουμε αυτά αφ’ υψηλού. Οι οργανώσεις είναι μικρά σχολεία που ανατρέφουνε πολιτικές συνειδήσεις. Δεν σου τα μαθαίνουν όλα σωστά. Και δε σου μαθαίνουν μόνο καλά πράγματα. Αλλά είναι σχολείο αναντικατάστατο, χωρίς αυθεντίες, με ρόλους που αντιστρέφονται διαλεκτικά και ινστρούκτορες που γηράσκουν αεί διδασκόμενοι και μαθαίνουν πάντα κάτι καινούριο από τη βάση και την επινοητικότητά της.
Ένας κομμουνιστής δεν είναι απαραίτητο να είναι καλός παιδαγωγός. Αλλά ένας κακός παιδαγωγός δε μπορεί να είναι καλός κομμουνιστής. Κι όποιος δεν αγαπάει τα παιδιά πώς θα μπορέσει να φτάσει στο σημείο να καταλάβει τον ποιητή που λέει: έχουμε τη ζωή πολύ, πάρα πολύ αγαπήσει;

Συν τοις άλλοις είναι κι η αίσθηση του δημόσιου αγαθού. Άλλο αν αυτό το δημόσιο δεν έχει καμία σχέση με αυτό που θέλουμε. Ως φοιτητής δεν το καταλάβαινα σε όλη του τη διάσταση. Πηγαίναμε στη λέσχη και κάναμε πειράματα με το φαγητό που μας σέρβιραν: τη σόδα που είχε σε ποσότητες για να το χωνέψεις, τη στάχτη από τα τσιγάρα, κάποιοι κατέστρεφαν και την ψίχα στο ψωμί που δεν έφαγαν για να μη μας το ξανασερβίρουν την επόμενη. Αλλά πέρσι στην αθήνα –που βλέπεις πόσο ακριβή πόλη είναι και σου φεύγει όλη η μαγκιά- έτρωγα το φαγητό της εστίας σχεδόν με ευλάβεια. Κι αν ήμουν θρήσκος μπορεί να έκανα και προσευχή πριν ξεκινήσω. Άρχισα να τρώω πράγματα που δεν έτρωγα πριν και πάνω απ’ όλα να εκτιμώ το δωρεάν –κι ας μην ήταν πρώτης ποιότητας.

Τα αστικά παπαγαλάκια έχουν βάλει στο στόχαστρο τους υπαλλήλους του δημοσίου και τη νοοτροπία τους κι ενεργοποιούν αντανακλαστικά κοινωνικού αυτοματισμού στους υπόλοιπους. Βαφτίζουν ευθυνοφοβία την άρνηση να βγεις στη ζούγκλα της αγοράς και να γίνεις σαρκοφάγο. Θεωρούν ότι σου λείπει το πρωτόβουλο πνεύμα της επιχειρηματικότητας, αν δε θες να εκμεταλλεύεσαι τους γύρω σου για να πλουτίσεις.

Στην πράξη αυτό που αρνείσαι είναι να νιώσεις εμπόρευμα. Έχεις κλίσεις κι ικανότητες που δε θες να τις εκπορνεύσεις στην αγορά εργασίας. Δεν είναι τυχαίο ότι τον πρόστυχο τον λέμε αλλιώς κι αγοραίο.
Λέμε ακόμα πως η παιδεία δεν πρέπει να είναι εμπόρευμα, αλλά δημόσιο αγαθό για όλους. Ποιο είναι αλήθεια εκείνο το αγαθό που πρέπει να είναι εμπόρευμα, αντί να ανήκει σε όλο τον κόσμο; Το νερό; Το φαγητό; Τα ρούχα; Η ενέργεια; Ο ίδιος ο άνθρωπος που πουλά την εργατική του δύναμη για να ζήσει;

Περιμένεις λοιπόν να έρθει μια καλή δουλειά πάνω σε άσπρο άλογο. Ή τουλάχιστον να γίνεις πόρνη πολυτελείας. Αν δεν σου κάτσει ούτε αυτό, τρέχεις να βρεις μια δουλειά για κάτι παραπάνω από 500 ευρώ, χωρίς καμιά προοπτική ή κάποια σχέση με το αντικείμενο των σπουδών σου –για να σου αρέσει ούτε λόγος. Η άλλη εναλλακτική είναι η ανεργία. Με το νι να μπαίνει ενίοτε για λόγους ευφωνίας.

Τα έλεγε σαρκαστικά κι ένας σφος στα χανιά σε μια συγκέντρωση. Άνεργε, άεργε, μη απασχολούμενε! Θέλουν να σε βάλουν στη δουλειά και να ξεζουμίζουν την υπεραξία σου. Μην τους αφήσεις να σου πάρουν την ξενοιασιά και τον καφέ από το χέρι. Μη γίνεις παιδί της φάπας, από παιδί της φράπας.

Ήταν ο ίδιος χαβαλετζής που μας πέτυχε ανάκατους σε μια ομήγυρη, όλους πρώην κνίτες, διαφόρων αποχρώσεων και πετούσε ατάκες για να ανάψει τον καβγά και να διασκεδάσει. Μες στο μυαλό μου βαράνε τα γκονγκ, μοιάζαμε μπάλες του πινγκ-πονγκ, στα χέρια του. Κι αυτός με εκείνες τις πλαστικές κοπέλες στα ρινγκ που κρατάνε πινακίδες με τους γύρους (ο τρίτος θα είναι ο τελικός). Αλλά αντί για αριθμούς έδειχνε εμπρηστικές ατάκες: πλακέτα. Εφεε. Παμε. Δεκέμβρης.

Το πιάνω από εκεί που το άφησε. Πρέπει να γίνει επιτροπή αγώνα σε κάθε χώρο ανεργίας. Πού να βρεις και να οργανώσεις όμως ένα εκατομμύριο άνεργους που μόνο σημείο κοινής αναφοράς έχουν την κάρτα του οαεδ που ανανεώνουν κάθε τρίμηνο; Μια πρώτη κίνηση με ημέρες δράσης κατά των ανέργων έχει κάνει τώρα τελευταία το κόμμα. Αλλά οι επόμενες είναι οι πιο δύσκολες.

Κανείς μας δεν είναι ανάπηρος, ούτε υπεύθυνος για την ανεργία του. Αλίμονο αν το εσωτερικεύσει και πιστέψει ότι αυτός έχει το πρόβλημα. Στα ατομικά προβλήματα υπάρχουν μόνο συλλογικές λύσεις. Στα προσωπικά αδιέξοδα, συλλογική διέξοδος.
Όχι ένα κράτος που να βολεύει τους τεμπέληδες, αλλά μια τέτοια οργάνωση της κοινωνίας που να παίρνει από τον καθένα το καλύτερο που έχει να δώσει για το σύνολο, αντί να μας αφήνει να τρωγόμαστε μεταξύ μας σαν τα θηρία και στο τέλος να νικάνε τα όρνεα.

Δευτέρα 21 Ιουνίου 2010

Η αξία της εργατικής δύναμης

Γιατί η υπογεννητικότητα εμφανίζεται σε χώρες με σχετική ευημερία και υψηλό βιοτικό επίπεδο; Γιατί στον τρίτο κόσμο οι λαοί πληθαίνουν με ρυθμούς κουνελιών; Δε θα ήταν πιο λογικό εκεί που η ζωή είναι ένα με τα βάσανα να το σκέφτονται διπλά και τρίδιπλα πριν αναπαραγάγουν το είδος;

Μια προφανής απάντηση είναι ότι χωρίς τηλεόραση, λεφτά κι επιλογές για έξοδο για αυτά τα ζευγάρια, το σεξ είναι ό,τι καλύτερο έχουν να κάνουν τα βράδια. Σε αντίθεση με τους αποξενωμένους λαούς της δύσης με την αποστειρωμένη ζωή, που στειρώνουν τεχνητά ακόμα και τους χυμούς του έρωτά τους.

Μια άλλη πιο επιστημονική εξήγηση είναι ότι η φύση προνοεί για τους αδύναμους και τους αναπληρώνει. Σε χώρες με υψηλή θνησιμότητα, το ποσοστό γεννήσεων είναι αντίστοιχα υψηλό γιατί αυτό προστάζει το ανθρώπινο ένστικτο της αναπαραγωγής.

Ο πατήρ διαλεκτικός έχει την ίδια θεωρία για τα ζευγάρια και το γένος του παιδιού. Η φύση προνοεί για τον πιο αδύναμο και στέλνει απογόνους του ίδιου γένους για να τον αναπληρώσουν. Να το πω του άβερελ να προσέχει.

Μια απάντηση σε πιο οικονομική βάση είναι ότι η ανατροφή ενός παιδιού κοστίζει πολύ πιο ακριβά στο δυτικό κόσμο. Οι γενιές που παίρνουν μισθούς με τρία ψηφία (και παίρνουν γενικώς τα τρία) είναι ζήτημα αν μπορούν να θρέψουν τον εαυτό τους, πόσο μάλλον ένα ακόμα παιδί.

Έτσι δικαιώνονται κι όσοι λένε πως στη σύγχρονη κοινωνία το κλασικό προλεταριάτο τελεί υπό εξαφάνιση. Στην αρχική του εκδοχή στα λατινικά προλετάριος ήταν αυτός που δεν είχε τίποτα άλλο πέρα από την ικανότητά του για αναπαραγωγή, δηλ να αποκτήσει απογόνους. Πλέον δεν το έχει ούτε αυτό. Έχει μόνο την εργατική του δύναμη για να την εκπορνεύσει στην αγορά εργασίας και να βγάλει τα προς το ζην.

Ποια είναι όμως η αξία της εργατικής δύναμης; Καλή ερώτηση.
Η αξία της βγαίνει από αυτά που χρειάζονται για να αναπαραχθεί ως εμπόρευμα προς πώληση. Δηλ απ’ όσα χρειάζεται ο άνθρωπος για να ζήσει, να ξεκουραστεί και να μπορεί να δουλέψει την επόμενη μέρα.

Και τι χρειάζεται ένας άνθρωπος για να ζήσει; Αυτό είναι κοινωνικά καθορισμένο. Διαφέρει δηλ ανάλογα με την χώρα την εποχή και τις παραγωγικές δυνατότητες που προσφέρονται, με τον ίδιο τρόπο που διαφέρει το κόστος ανατροφής των παιδιών που αναφέρθηκε πριν. Σήμερα η χρήση και κτήση υπολογιστή είναι απαραίτητη για αρκετές εργασίες, ενώ μισό αιώνα πριν φάνταζε αδιανόητη (και για πολλές γωνιές του πλανήτη εξακολουθεί να είναι).

Έχει να κάνει ακόμα με το κοινωνικό περιβάλλον, τις αξίες του, τα κοινωνικά ήθη κι έθιμα, την ταξική πάλη. Στο τελευταίο ντιμπέιτ η συντρόφισσα γγ έλεγε στα αστικά παπαγαλάκια ότι σήμερα το εξοχικό αποτελεί βασική ανάγκη για τον εργαζόμενο.
Δώσε ντάτσες στο λαό.

Αν το πάρουμε καθαρά βιολογικά οι ανάγκες του ανθρώπου μπορούν να συνοψιστούν στο τρίπτυχο μαμ, κακά και νάνι. Αλλά σε αυτή την περίπτωση υποβιβάζουμε τον άνθρωπο στο επίπεδο του ζώου κατάσταση από την οποία –θεωρητικά- έχει ξεφύγει εδώ και κάτι αιώνες σχηματίζοντας κοινωνίες και διαμορφώνοντας μέσα σε αυτές τις ανάγκες του.

Αυτό το τελευταίο δεν είναι ακριβώς μονοσήμαντο. Όπως λέει στο βασικά καλησπέρα σας κι ο στάθης ψάλτης: οι άνθρωποι ασφαλίζονται στο ικα. Κανένα ζώο όμως δε θα δεχόταν να ασφαλιστεί στο ικα.
Η πρόοδος του είδους μας είναι διαλεκτικό προτσές γεμάτο αντιφάσεις.

Πώς έχει διαμορφωθεί όμως ιστορικά και κοινωνικά η αξία της εργατικής δύναμης στην ελλάδα; Πού σταματάει ο νόμος της ικανοποίησης των διαρκώς αυξανόμενων αναγκών κι αρχίζει το βίτσιο του καταναλωτισμού;
Ο χάρρυ κλυνν, είκοσι χρόνια πριν και κάτι έτη φωτός μπροστά από την εποχή μας, έδωσε απάντηση και σε αυτό το ζήτημα τραγουδώντας τι χρειάζεται ο έλληνας. Ας δούμε τους στίχους.

Ο έλληνας χρειάζεται ένα πιάτο φαΐ
για να ζήσει απλά, ειρηνικά.

Ο έλληνας χρειάζεται ένα κομμάτι ψωμί
Ο έλληνας χρειάζεται ένα ποτήρι νερό
Ο έλληνας χρειάζεται ένα μικρό κρεβάτι
Για να ζήσει απλά, ειρηνικά (2)


Η πρώτη στροφή είναι εισαγωγική και μένει στα απολύτως απαραίτητα για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Στις επόμενες όμως το σκηνικό αλλάζει.

Ο έλληνας χρειάζεται ένα διπλό πάπλωμα
Ο έλληνας χρειάζεται ένα πλυντήριο πιάτων
(σσ: το επόμενο δίστιχο τραγουδιέται απνευστί)
ένα ψυγείο δίπορτο, έναν καταψύκτη, ένα φούρνο microwave, έναν αναπτήρα καρτιέ και μια καδένα φακαντόρο, μια τηλεόραση
Ο έλληνας χρειάζεται δύο βίντεο
Για να ζήσει απλά, ειρηνικά (2)


Στην επόμενη στροφή μπαίνει ακροθιγώς κι η προβληματική του ένγκελς για το ζήτημα της κατοικίας.

Ο έλληνας χρειάζεται ένα σπίτι στην πόλη
Ο έλληνας χρειάζεται ένα σπίτι στην εξοχή
ένα αυτοκίνητο, ένα τζιπ, έναν κορταδόρο, ένα τρέιλερ, ένα τροχόσπιτο, μια σκηνή, ένα σλίπινγκ μπαγκ, μια σχάρα για τα πέδιλα του σκι
Ο έλληνας χρειάζεται ένα ιδιωτικό αεροπλάνο
Για να ζήσει απλά, ειρηνικά (2)


Καρακατα-κατανάλω, καρακατα-κατανά…

Ο έλληνας χρειάζεται μια εθνοκάρτα
Ο έλληνας χρειάζεται καταθέσεις σε συνάλλαγμα,
αμερικάνικα δολάρια, γερμανικά μάρκα, αγγλικές λίρες, ιταλικές λιρέτες, ισπανικές πεσέτες, γιατί τα πεντοχίλιαρα έχουν γίνει πετσετάκια
Ο έλληνας χρειάζεται ό,τι δεν χρειάζονται οι άλλοι
Για να ζήσει απλά, ειρηνικά (2)


Και για κλείσιμο: (…ρέψιμο…) δόξα τω θεώ, φάγαμε και σήμερα…

Χαμένος θησαυρός που μπορείτε να θυμηθείτε στην πιο κάτω διεύθυνση.
http://www.youtube.com/watch?v=xE-UNiB_14s

Ο χαρούλης κριτικάρει την καταναλωτική ενσωμάτωση και την πλαστική ευημερία της δεκαετίας με τις βάτες κι από μια άποψη καλά κάνει. Εκείνα τα χρόνια όμως ο κόσμος χόρτασε ψωμί. Έβγαλε το κατοχικό σύνδρομο και την αγωνία να ζήσουν τα παιδιά του άνετα χωρίς να τους λείψει τίποτα.

Σήμερα τα κοράκια παν να του δημιουργήσουν αντικατοχικό σύνδρομο τύψεων επειδή σπατάλησε αλόγιστα τα ψίχουλα άνεσης που του έλαχαν και τον γυρνάνε πολλά χρόνια πίσω. Στην κατοχή, για την οποία μιλάνε όλοι, από το πριν μέχρι το αριστερό πασόκ. Στο σκοτάδι του εργασιακού μεσαίωνα, που πρέπει να καούμε κι εσύ κι εγώ για να γενεί φως. Κι ακόμα πιο πίσω που ο άνθρωπος ήταν ζώο κι επιβίωνε τρώγοντας τον διπλανό του.

Απ’ την χουντικά αγία τριάδα πατρίς-θρησκεία-οικογένεια στο ψωμί-παιδεία-ελευθεία. Κι από κεί πίσω ολοταχώς στο μαμ-κακά και νάνι με συνεχείς τάσεις ενοποίησης. Κάθε μέρα τρώμε τα σκατά του συστήματος, πασπαλισμένα με θεάματα για να καλύπτουν τη βρώμα και να μας υπνωτίζουν.

Ο άνθρωπος χρειάζεται μια άλλη κοινωνία. Για να ζήσει απλά, ειρηνικά.
Αλλιώς οι ανάγκες του θα γίνονται ένα κουβάρι με τον καταναλωτισμό, μένοντας σε ένα ρηχό (κατ)έχειν (αντικείμενα) αντί του είναι –όπως μας λέει ο φρομ- για να το χάσει στο τέλος κι αυτό.

Η αξία της ανθρώπινης ζωής κατρακυλάει μαζί με αυτή της εργατικής δύναμης. Κι όσο οι διάφορες πτυχές της γίνονται εμπόρευμα με ανταλλακτική αξία θα ψάχνουμε μάταια να βρούμε το νόημά της και την αξία χρήσης της.

Υγ: Χρόνια πολλά στην εορτάζουσα