Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υπερσυσσώρευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υπερσυσσώρευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Ιουνίου 2016

Μια σούμα για την κρίση

Στα προηγούμενα μέρη παρουσιάσαμε σε τρεις συνέχειες, με εκτενή αποσπάσματα από το βιβλίο του Σακελλαρόπουλου για την κρίση και την κοινωνική διαστρωμάτωση στην Ελλάδα, τα βασικά σημεία ενός (ευρύτατα διαδεδομένου στο ελληνικό αριστεροχώρι) ερμηνευτικού σχήματος της καπιταλιστικής κρίσης σε παγκόσμια, ευρωπαϊκή και ελλαδική κλίμακα. Η συγκεκριμένη προσέγγιση επιλέχτηκε γιατί αποτελεί μια τυπική και συνοπτική εκδοχή μιας αντίληψης που υπάρχει σε διάφορες μικροπαραλλαγές, που παρουσιάζουν κάποια βασικά κοινά γνωρίσματα.

-Ο κομβικός ρόλος της κρίσης του 73'
Κατά το Μαυρουδέα, κάθε μεγάλη οικονομική κρίση σηματοδοτεί μια νέα περίοδο και μια δομική αλλαγή στην αρχιτεκτονική του καπιταλιστικού συστήματος. Έτσι, η κρίση του 29' άνοιξε το δρόμο στο new deal και τον κεϊνσιανισμό, (ο οποίος όμως επικράτησε μόνο μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και την καταστροφή-απαξίωση μεγάλης μερίδας κεφαλαίου, στη βάση της ανοικοδόμησης), ενώ η πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 70' καθόρισε την "αλλαγή υποδείγματος" και την επικράτηση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου. Αντιστοίχως, περιμένουμε να διαφανούν τα χαρακτηριστικά της νέας περιόδου, που σηματοδότησε η κρίση του 08', μετά την "εξάντληση του προηγούμενου μοντέλου συσσώρευσης".

Σε κάθε περίπτωση, αν αληθεύει ότι ο παγκόσμιος καπιταλισμός δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει πλήρως την κρίση του 73' και να αναχαιτίσει την πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους, παρά την ενισχυτική ένεση που του έδωσαν οι ανατροπές της διετίας 89-91, επιβεβαιώνεται ταυτόχρονα κι η εκτίμηση πως η αστική τάξη διεθνώς έχει την τάση να αμβλύνει τις συνέπειες της κρίσης, αναβάλλοντας χρονικά την εκδήλωσή τους, που μετατοπίζεται χρονικά προς τα πίσω. Το μόνο που καταφέρνει έτσι, όμως, είναι μια παροδική και αναιμική περίοδος ανάκαμψης, που τη διαδέχεται μια νέα, σφοδρότερη κρίση, με εντονότερες, οξυμένες αντιφάσεις, που σωρεύονται διαρκώς στο καζάνι που σιγοβράζει κι απειλούν να τινάξουν το καπάκι και να εκραγούν, με απρόβλεπτες συνέπειες.

-Τραπεζικό σύστημα
Η θεωρία της χρηματιστικοποίησης, που δείχνει τα αδιέξοδα του καπιταλιστικού συστήματος και της εναγώνιας προσπάθειάς του να ανιστρέψει τις συνέπειες της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους δεν ερμηνεύεται ως επιβεβαίωση της σύμφυσης του χρηματιστικού και του βιομηχανικού κεφαλαίου, που περιλαμβάνει ο Λένιν στα βασικά χαρακτηριστικά του ιμπεριαλισμού, αλλά ως μια υπέρβασή του, με την καθολική επικράτηση του τραπεζικού τομέα. Δημιουργεί συνεπώς το έδαφος για την εισδοχή από την πίσω πόρτα του ιδεολογήματος του καζινοκαπιταλισμού -που αναπτύσσεται εις βάρος της... πραγματικής παραγωγής. Ενώ στην πιο ριζοσπαστική εκδοχή του, καταλήγει στο (μεταβατικό) στόχο της κρατικοποίησης των τραπεζών, θεωρώντας ουσιαστικά πως μπορεί η καρδιά του συστήματος, δηλ οι τράπεζες, να χτυπάνε φιλολαϊκά σε ένα ξένο, αντιλαϊκό σώμα. Μεταβατικό υβρίδιο-Φρανκεστάιν.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

-Κρίση ανταγωνιστικότητας
Η καπιταλιστική κρίση λοιπόν, στα καθ' ημάς, δεν ερμηνεύεται μαρξιστικά ως κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων (κι όχι υπερπαραγωγής προϊόντων, που ακούγεται συχνά) που δεν μπορούν να επενδυθούν, εξασφαλίζοντας το μέγιστο κέρδος, στα πλαίσια της διευρυμένης αναπαραγωγής, ούτε καν ως τέτοια που εκδηλώνεται όμως ως κρίση χρέους (ένα άλλο "αγαπημένο" ιδεολόγημα για το αριστεροχώρι) αλλά ως κρίση ανταγωνιστικότητας για την περίπτωση της Ελλάδας.

Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι ακριβώς το ίδιο, με το ότι μια μικρή επιχείρηση έκλεισε μες στην κρίση, γιατί δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί τα μονοπώλια στον κλάδο της. Αυτό όμως δε μας λέει απολύτως τίποτα για το χαρακτήρα και τα αίτια της κρίσης.

Επιπλέον, αυτή ακριβώς η ανάλυση δείχνει τα αδιέξοδα και τις αντιφάσεις του όποιου μεταβατικού σχεδίου-προγράμματος. Εφόσον αυτό το τελευταίο προετοιμάζει θεωρητικά το επαναστατικό άλμα στις σημερινές συνθήκες και πάντα εντός των πλαισίων του καπιταλισμού, ακολουθώντας λοιπόν υποχρεωτικά τους δικούς του νόμους, πώς ακριβώς σκοπεύει αυτή η μεταβατική διαδικασία να αντιμετωπίσει το ζήτημα της μειωμένης ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας; Αγνοούν μήπως οι διάφοροι αναλυτές ότι ο βασικός (αν όχι μοναδικός) τρόπος να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα του κεφαλαίου είναι να μειώσει το κόστος παραγωγής, δηλ την αξία της εργατικής δύναμης, δηλ τους μισθούς και τα μεροκάματα; Και μήπως τελικά καταλήγουν έτσι, σε αυτό ακριβώς που ισχυρίζονται πως αποφεύγουν;

Η αναφορά στα προβλήματα ανταγωνιστικότητας του ελληνικού καπιταλισμού σε καμία περίπτωση δε θα πρέπει να εκληφθεί ως κάποιου είδους επιθυμία από μέρους μας για ύπαρξη ενός ιδιαίτερα ανταγωνιστικού ελληνικού καπιταλισμού. Ο σκοπός είναι η περιγραφή κι η ανάλυσης μιας οικονομικοκοινωνικής πραγματικότητας. Από εκεί και πέρα, από τη σκοπιά των συμφερόντων των κυριαρχούμενων τάξεων, το ζήτημα σε τακτικό επίπεδο είναι η μείωση του βαθμού εκμετάλλευσης της ζωντανής εργασίας από το κεφάλαιο, και σε στρατηγικό η κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

Κλείνοντας για τη μελέτη του Σακελλαρόπουλου, θα έλεγα πως περιλαμβάνει μερικά άλλα, πολύ πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια στα επόμενα μέρη, όπου εξετάζει την ταξική σύνθεση της ελληνικής κοινωνίας, απαντά σε αστικά ιδεολογήματα κι αποδεικνύει στατιστικά την αύξηση της εργατικής τάξης, αφού πρώτα ασχοληθεί με το μαρξιστικό ορισμό των τάξεων γενικά.

Κλείνοντας παράλληλα αυτό το σημείωμα, θα επαναλάβω κάτι που έγραψε ο Σεχτάρ σε ένα σχόλιό του: ότι πρέπει να τολμάμε να αναπτύσσουμε τη θεωρία μας, παίρνοντας τα ρίσκα που συνεπάγεται μια τόσο δύσκολη προσπάθεια (αναθεώρηση) και να επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε τα νέα φαινόμενα, που δεν καλύπτονται από το θεωρητικό κεκτημένο.

Αυτό κατά τη γνώμη μου σημαίνει μεταξύ άλλων να μελετήσουμε ξανά και πολύ, να διερευνήσουμε πώς, πότε, με ποιους υλικούς όρους μια οικονομική κρίση μπορεί να μετατραπεί σε επαναστατική, σε ευκαιρία από τη δική μας σκοπιά. Να βρίσκουμε την ουσία μες στο χαμό και να μη συγχέουμε σκόπιμα τα πιο απλά πράγματα, ιδίως σε μια περίοδο που η κρίση τα απλουστεύει, οι αντιθέσεις οξύνονται στο έπακρο και τείνουν να εμφανιστούν στην πιο καθαρή μορφή. Και παράλληλα να έχουμε την ικανότητα να μιλάμε συγκεκριμένα, να εκλαϊκεύουμε σύνθετες, δυσνόητες οικονομικές έντονες, τάσεις, φαινόμενα.

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Η ώρα της κρίσης

Σήμερα ξεκινά στην αθήνα το διήμερο σώμα του ρεύματος (ένα είναι το ρεύμα) κι η κε του μπλοκ επιχειρεί μια πρόχειρη κριτική προσέγγιση στο κείμενο εργασίας που κυκλοφόρησε, εστιάζοντας στο δεύτερο κεφάλαιο (βασικές εκτιμήσεις για τον χαρακτήρα της κρίσης) και τη σελίδα 15. Εκεί ακριβώς, στη δεύτερη στήλη, διαβάζουμε.

Από οικονομικής άποψης είναι κρίση υπερσυσσώρευσης.
Δηλ από άλλη άποψη είναι άλλο πράγμα; Για την καπιταλιστική κρίση είναι το σώμα, προφανώς οικονομικά θα το πιάσουμε. Δε θα πεις για την κρίση του παοκ και των γραμμάτων. Ούτε γενικά για την κρίση αξιών –παρά μόνο των ανταλλακτικών, απ’ τα εμπορεύματα που μένουν απούλητα. Εκτός κι αν προετοιμάζεις το έδαφος να μας πεις ότι υπάρχει κι η δημοσιονομική πτυχή. Κι ότι από καζακικής άποψης είναι κρίση χρέους. Οπότε να πούμε και για τη διοίκηση ζαγοράκη, τα χρέη του παοκ και των παε -να μην έχει κενά η ανάλυση.


Που εδράζεται στη δυναμική επανεμφάνιση και πραγμάτωση των τάσεων πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους.
Δεν ξέρω πότε ακριβώς εξαφανίστηκαν (για να επανεμφανιστούν) οι τάσεις αυτές που είναι εγγενείς στον καπιταλισμό, αλλά όποιος κατάφερε να τις εξαφανίσει, έστω και θεωρητικά σε ένα κείμενο, βαδίζει στα χνάρια του ταχυδακτυλουργού κόπερφιλντ. Πάμε παρακάτω.

…τάσεις που –σε διάκριση από το 1973- τροφοδοτούνται κυρίως από την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, κι όχι πλέον από... {κατ}
Σε αυτό το σημείο είναι φανερή η επιρροή του μηνακάκη, που διακρίνει πάντα την κρίση του 73’ από τις υπόλοιπες, ως προς τα αίτιά της. Γενικά υπάρχουν τρεις μαρξιστικές θεωρίες ως προς τα αίτια και τους τύπους κρίσεων.

-Η θεωρία της υποκατανάλωσης, της ρόζας λούξεμπουργκ, που εστιάζει στους χαμηλούς μισθούς και την χαμηλή αγοραστική δύναμη. Χρήσιμη προπαγανδιστικά στον αγώνα για αύξηση μισθών, αλλά μεθοδολογικά λανθασμένη, γιατί ερμηνεύει το φαινόμενο ξεκινώντας από τη σφαίρα της διανομής-κατανομής, κι όχι στο επίπεδο της παραγωγής. Συν τοις άλλοις υπάρχει ένας επιπλέον κίνδυνος. Αν θεωρήσουμε ως αιτία της κρίσης την υποκατανάλωση, μπορεί να υπονοηθεί ότι το αντίδοτο είναι μια αύξηση μισθών για να μπορέσει να κινηθεί η αγορά. Κι ότι αυτή η κεϊνσιανή συνταγή, αρκεί για να υπερβεί την κρίση το σύστημα, εντός των πλαισίων του, χωρίς περαιτέρω συνέπειες.

Όταν το κείμενο εργασίας μιλάει (σε άλλο σημείο) για τον κύκλο χ-ε-χ (χρήμα-εμπόρευμα-χρήμα) που έσπασε στο εμπόρευμα, στην ουσία περιγράφει αυτή ακριβώς τη θεωρία κι η κριτική της νέας προοπτικής (http://kinimataapotakato.blogspot.com/2011/03/blog-post_21.html) έχει δίκιο που το επισημαίνει. Μόνο συνδυαστικά με τις άλλες δύο αιτίες μπορεί να ιδωθεί η θεωρία της υποκατανάλωσης (κι αυτό για προπαγανδιστικούς περισσότερο λόγους).

Ποιες είναι αυτές;
Η θεωρία της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων που συσσωρεύονται και δε μπορούν να επενδυθούν με τρόπο που να συμφέρει τον καπιταλιστή (που κυνηγά το μέγιστο κέρδος). Και συνδυαστικά με αυτήν ο νόμος της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους. Από πού απορρέει αυτός ο νόμος; Από την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Δηλαδή από την αύξηση του σταθερού κεφαλαίου σε σχέση με το μεταβλητό. Με άλλα λόγια του άψυχου δυναμικού (μηχανές) σε σχέση με το έμψυχο (εργαζόμενοι).

Ο καπιταλιστής καρπώνεται υπεραξία από τους μισθωτούς που έχει στη δούλεψή του, όχι από τις μηχανές. Αλλά για να αντέξει στον ανταγωνισμό, είναι αναγκασμένος να εκσυγχρονίζει διαρκώς τον εξοπλισμό του και να αυξάνει το σταθερό του κεφάλαιο για να βγάλει την ίδια δουλειά με όσο το δυνατόν λιγότερους. Έτσι όμως πετάει εκτός παραγωγής τους εργάτες που είναι κι η μόνη πηγή υπεραξίας, δηλ του κέρδους του.

Τα κέρδη των καπιταλιστών δε μειώνονται σε απόλυτους αριθμούς. Πέφτει όμως το μέσο ποσοστό κέρδους (τείνει για την ακρίβεια). Κι αυτή είναι μια εγγενής τάση που οι καπιταλιστές προσπαθούν να υπερκαλύψουν με την ένταση της εκμετάλλευσης των εργατών. Αυτή είναι η βασική αντίφαση του συστήματος και βρίσκεται στην καρδιά όλων των μεγάλων του κρίσεων, που στην ουσία τους είναι κρίσεις υπερσυσσώρευσης. Αλλά ο μηνακάκης, σε μια διημερίδα του ομίλου, δυο χρόνια πριν, μας είχε πει στην εισήγησή του, ότι η πετρελαϊκή κρίση στα μέσα του 70’ κατά βάση δεν ήταν κρίση υπερσυσσώρευσης! Αλλά...; Θα το δούμε στη συνέχεια.
Προς το παρόν κρατάμε τη νύξη.

Δεύτερο σημείο. Ο σχολιαστής βουρνούκιος (που εσχάτως σνομπάρει το μπλοκ που τον αγάπησε και τον ανέδειξε από τον καιρό ακόμα που υπέγραφε ως επιμονή, μυαλό και τόλμη κι έγραφε όλα τα υπόλοιπα με κεφαλαία) αντέγραψε κριτικά το πιο πάνω απόσπασμα στο γκράνμα και κέρδισε την ειλικρινή απορία του άναυδου: τι πάει να πει τάσεις; Δεν είναι πολλές, μία είναι.
Ο βουρνού το προσπέρασε, αλλά η απάντηση ήταν στο κείμενο, λίγες γραμμές παρακάτω.

…τάσεις που τροφοδοτούνται κυρίως από την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου κι όχι πλέον από τη μείωση του βαθμού εκμετάλλευσης και του ποσοστού υπεραξίας...
Για όσους γνωρίζουν ελληνικά αυτό στην ουσία σημαίνει ότι μεταπολεμικά είχαμε μείωση του βαθμού εκμετάλλευσης! Κι ότι αυτή ήταν που τροφοδότησε την πτμπκ (πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους) την οποία το κείμενο συνεχίζει να αναφέρει σε πληθυντικό ευγενείας, ίσως λόγω κεκτημένης ταχύτητας από τα εσω-οργανωτικά του ρεύματος.

Μετά το 73’ -λέει το κείμενο- ο βαθμός εκμετάλλευσης αυξάνεται, αλλά όχι τόσο γρήγορα όσο η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Η οποία είναι ο κύριος τροφοδότης αυτών των τάσεων (δηλ της πτμπκ). Αυτό το κύριος, σημαίνει άραγε ότι υπάρχουν κι άλλοι δευτερεύοντες; Ποιοι είναι;

Τι θέλει να μας πει με όλα αυτά ο ποιητής; Να συνδέσει το βαθμό εκμετάλλευσης μόνο με την απόλυτη υπεραξία, για να μας μπάσει σταδιακά στη λογική του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, που είναι το ειδοποιό ιδεολόγημα του χώρου.

...η κρίση του 73’ ήταν η κρίση ενός συγκεκριμένου προτύπου συσσώρευσης κι αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων (μονοπωλιακός καπιταλισμός, κεϊνσιανισμός, τεϊλορισμός-φορντισμός) και ταυτόχρονα εγκαινίαζε τη μετάβαση σε ένα άλλο πρότυπο. Ενώ η σημερινή είναι η κρίση ενός ποιοτικά διαφορετικού προτύπου αυτού που σχετίζεται με την πορεία διαμόρφωσης του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού.

Ε, πες το έτσι από την αρχή! Τώρα όλα μπαίνουν στη θέση τους κι αποκτούν νόημα. Το εντυπωσιακό είναι ότι ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός δεν αναφέρεται ως νέο στάδιο, αλλά ως πρότυπο. Σα να λέμε: ολοκληρωτικός, το ανώτατο πρότυπο του καπιταλισμού, στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο. Το κακό είναι ότι αφήνει περιθώρια για επικίνδυνες (παρ)ερμηνείες.

Το κείμενο εργασίας λέει ότι η κρίση είναι δομική. Αλλά η αναφορά στο πρότυπο είναι δίκοπο μαχαίρι. Μπορεί να εκληφθεί με την έννοια που του δίνει κι ο μαυρουδέας, ο οποίος λέει ότι μετά από κάθε μεγάλη κρίση, αλλάζει η αρχιτεκτονική του συστήματος. (Νew deal και κεϊνσιανισμός μετά το κραχ του 29’, και νεοφιλελεύθερη στροφή μετά την πετρελαϊκή κρίση των 70’ς).

Μπορεί όμως να εκληφθεί και διαφορετικά. Αν η κρίση αφορά το συγκεκριμένο πρότυπο (τον ειδικό τρόπο με τον οποίο εκφράζει τις εγγενείς αντιφάσεις του καπιταλισμού) μπορεί να βρεθεί κάποιο άλλο που να την υπερβαίνει (προσωρινά). Πχ ένα πρότυπο με εθνικό νόμισμα (εκτός ευρωζώνης) και κρατικές τράπεζες που να ανοίγει θεωρητικά το δρόμο για το σοσιαλισμό (λέμε τώρα).

Ακόμα κι η «δομική κρίση» στο κείμενο δεν αναφέρεται στο σύστημα, αλλά στο κοινωνικοπολιτικό «μείγμα» με το οποίο επιδιώκουν το κεφάλαιο κι οι κυβερνήσεις του να στηρίξουν το σύστημα. Μπορεί το μείγμα να μπαίνει εντός εισαγωγικών αλλά η ομοιότητα με τη ρητορική του σαμαρά είναι εντυπωσιακή. Και δεν εννοώ αυτόν του μ-λ.

Ίσως κάποιοι τα θεωρούν όλα αυτά υπερβολικό ξεψείρισμα. Η αλήθεια όμως είναι ότι αρχίζουν να μαζεύονται πάρα πολλές συμπτώσεις. Ιδίως με την ανάλυση των αριστερών οικονομολόγων, που είναι και το βασικό νήμα που διαπερνά το κείμενο στο σύνολό του, όσο κι αν πασπαλίζεται με αντικαπιταλιστικές κορόνες.

Είναι ένα κείμενο που τα ‘χει όλα μέσα για να τους ευχαριστήσει όλους και τελικά καταλήγει μια συρραφή αυτοαναιρούμενων θέσεων. Η δημοσιονομική κρίση κι η κρίση χρέους γίνονται κρίση υπερσυσσώρευσης στην επόμενη σελίδα. Κι οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις εναλλάσσονται ως διατύπωση με τους ενδοκαπιταλιστικούς ανταγωνισμούς.

Το γλυκό δένει με μια σειρά από άστοχους νεολογισμούς, λεκτικές (κι όχι μόνο) ακροβασίες κι «άσχημα ελληνικά» εν γένει, με έντονη καλτ απόχρωση, που μυρίζουν αμφιθέατρο. Ακολουθεί ενδεικτική σταχυολόγηση: κρίση dot com, κανιβαλικός καπιταλισμός, νεοϊμπεριαλιστικού τύπου, κλονισμός του νόμου της αξίας, κρίση του εμπορεύματος εργατική δύναμη, το 89’ του υπαρκτού καπιταλισμού, οροφή της τακτικής κι αυλαία της στρατηγικής, αντικαπιταλιστική επανάσταση, η κρίση «μεταναστεύει» στη σφαίρα της κυκλοφορίας, κ.ά.
Κάλλιο να γίνουμε όλοι μετανάστες...

Παρόλα αυτά, ουδέν κακό αμιγές καλού. Τέτοιες διαδικασίες είναι μια πρώτης τάξης ευκαιρία για τους «νεοσύλλεκτους» να εξοικειωθούν με βασικές έννοιες της πολιτικής οικονομίας, και για τον καθένα μας να αναμετρηθεί με τις προσωπικές του αδυναμίες κι ανεπάρκειες, σε ένα βασικό αλλά δύσκολο αντικείμενο. Κι αυτό τον «καθένα μας» περιλαμβάνει πρώτα απ’ όλους τον απολίθωμα.

Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010

Θεωρίες για αγρίους

Η κρίση της θεωρίας. Η θεωρία της κρίσης. Η κρίση της αριστεράς. Η αριστερά της θεωρίας. Αυτά. Τι άλλο μπορεί να πει κανείς για το θέμα;

Ότι η σημερινή είναι μια κατεξοχήν αντιθεωρητική εποχή. Ο κόσμος ενθουσιάζεται με σύγχρονους διανοητές χωρίς να καταλαβαίνει τι λένε, ή χωρίς να του λένε κάτι καινούριο ή σημαντικό. Πολιτικοί μαϊντανοί δανείζονται αποσπασματικά κάποια τσιτάτα τους και τα ενσωματώνουν στο λόγο τους για να δείξουν πόσο τρέντι κι ανήσυχα πνεύματα είναι.

Κι εμείς λένε είμαστε καλά κλεισμένοι στην ιδεολογική μας φορμόλη. Που αν είναι έτσι θ’ αρχίσω να την παίρνω για σημάδι υγείας. Μέσα της νιώθεις ένα είδος ασφάλειας κι ανοσίας από όλα αυτά. Η θεωρία μας είναι τόσο παλιά που όλα τα μικρόβια πάνω της έχουν πεθάνει με πρώτο απ’ όλα τον ιό της παιδικής αρρώστιας.

Κάνεις συγκρίσεις με άλλες εποχές και σε πιάνει θλίψη και μελαγχολία. Εμείς κάνουμε τους ερασιτέχνες παλεύοντας να μάθουμε πέντε πράγματα. Κι οι άλλοι στο λομονόσοφ το είχανε κάνει επιστήμη. Και έδιναν υποτροφίες στο κόμμα να στείλει τα καλύτερα παιδιά του για να μελετήσουν συστηματικά το μαρξισμό.

Μεταξύ μας τους απόφοιτους του λομονόσοφ τους λέμε συνθηματικά λεμόνια.
Κάποια εξ αυτών βγάζουν αναδρομικά ξινίλα για το χέρι που τους τάισε. Άλλα υπέστησαν το σοκ των ανατροπών και πήγαν σπίτι τους, υπακούοντας στο σύνδρομο της στυμμένης λεμονόκουπας που έχει τσακίσει αυτή τη γενιά. Κάποια ήταν εξ αρχής πεταμένα λεφτά, σαν τους πασόκους που έπαιρναν κι αυτοί υποτροφίες στα χρόνια της περεστρόικα.
Κάποια άλλα όμως άφησαν καρπούς και περιμένουν ακόμα να τα ζουλήξουμε.

Οι σοβιετικοί λέει ο ιβάν μάισκι –παλιός μενσεβίκος που επί στάλιν έγινε πρεσβευτής των σοβιέτ στο λονδίνο- διάβαζαν αγόγγυστα τα πάντα. Όσο μεγάλα κι αν ήταν, όσα στοιχεία κι αν είχαν. Οι φιλοσοβιετικοί διάβαζαν κι ήξεραν τα πάντα γύρω από στατιστικές, νόρμες και την αύξηση της παραγωγικότητας στο τάδε εργοστάσιο του ντόνετσκ, αλλά δεν γνώριζαν τίποτα για την πολιτική κατάσταση στην χώρα των σοβιέτ (αυτό δεν το λέει ο μάισκι, εγώ το έβαλα). Κι οι άγγλοι πάλι δε μπορούσαν τα πολλά στοιχεία και τα νούμερα. Συχώρα με που δεν καταλαβαίνω τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί.

Κι είναι κι αυτοί σήμερα που δε μπορούν να διαβάσουν τίποτα αν δεν είναι σε ηλεκτρονική μορφή. Κείμενα μικρά κι εύπεπτα, προσαρμοσμένα στην οικογένεια κλικλίκου που θέλει να κάνει ζάπινγκ στα παράθυρα του υπολογιστή και κουράζεται αν μείνει πολλή ώρα στο ίδιο.
Το μέσο είναι το μήνυμα.

Μεταμοντέρνα αντίληψη της πραγματικότητας από ένα μυαλό που είναι χίλια κομμάτια κι άντε να τα μαζέψει για να σχηματίσει εικόνα. Αλλού το μάτι, αλλού το φρύδι. Γι’ αυτό έχει τόση επιτυχία κι ο σουρεαλισμός του πικάσο με τη γκουέρνικα -που κανονικά στα ισπανικά είναι γκερνίκα.

Μια μικρή γκερνίκα και το μυαλό μας. Μισεί τις συνολικές αφηγήσεις και τα μεγάλα κείμενα που είναι εξ ορισμού ολοκληρωτικά, όπως και οι αναλύσεις εξάλλου. Το πολύ που δεχόμαστε είναι ατάκες κι εξυπνάδες. Το σφυροδρέπανο να δεις πόσο φασιστικό είναι με όλα αυτά τα κατεβατά. Η γνωστή ιστορία, χίτλερ και στάλιν, μαύρος και κόκκινος φασισμός. Άλλο αν η κε του μπλοκ πάει να κρυφτεί πίσω από ατάκες, ιδεολογικούς μανδύες και μικρές παραγράφους.

Κι είναι και τα απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας, κείνο το ασπροκόκκινο βιβλιαράκι στο ράφι των γονιών μου, που ούτε αυτά δε γίνονται πλέον στις κόβες. Ή έστω, να μας έδιναν απ’ την οργάνωση ένα σι-ντι με τα τραγούδια του κηλαηδόνη, που κι αυτά σαν μάθημα είναι.

Το διάβασμα έχει αρχίσει να γίνεται είδος υπό εξαφάνιση. Κάτι σαν τους παππούδες του εαμ και το πλέξιμο. Θυμάμαι όταν πήγα στρατό, ξυρισμένος και κουρεμένος, λογικά θα έμοιαζα με παιδάκι. Οι άλλοι όμως με έκαναν 30άρη γιατί κυκλοφορούσα με ένα βιβλίο στο χέρι.

Οι σύντροφοι παλιά έπρεπε να διαβάζουν περισσότερο για να τη λέμε στους ρηγάδες με επιχειρήματα. Όχι παιδιά του μπόμπολα κι άλλα δροσερά. Κι έπρεπε να στύβουμε μυαλό και βιβλιοθήκες να βρούμε να δικαιολογήσουμε το γκόρμπι, το παλλαϊκό κράτος και το ειρηνικό πέρασμα απέναντι στους μουλάδες.

Εδώ με τόσους διαβασμένους συντρόφους και την πατήσαμε τη μπανανόφλουδα. Αλλαγή και τζανετάκης, κοινό πόρισμα, 13ο συνέδριο, ο ρούσης υμνούσε το γκόρμπι στο σοσιαλισμός και περεστρόικα. Φαντάσου να μην ήμασταν διαβασμένοι τι είχε να γίνει. Ή ακόμα χειρότερα να γινόντουσαν τώρα όλα αυτά.

Κι είναι που όλα τρέχουν κι οι σύντροφοι ξωπίσω τους να τα προφτάσουν. Και δεν τους μένει χρόνος και κουράγια για διάβασμα και θεωρίες. Και που σε κάθε αχτίφ ή εκδήλωση μετά την τρίτη ερώτηση κάποιος σφος έχει την αγωνία να το μαζεύουμε, λες και ξεχείλωσε. Και κάθε φορά στο κλείσιμο λέει, καλά όλα αυτά σύντροφοι, αλλά εδώ δεν είμαστε λέσχη συζητήσεων και από αύριο μας περιμένει...

Σα να το παρακάναμε δηλ και ψάχνουμε εξιλέωση για τις τύψεις μας. Λες και μετά από κάθε εξόρμηση με ρίζο πχ έρχεται ο επικεφαλής σφος και λέει, καλά όλα αυτά σύντροφοι, αλλά τώρα πρέπει να πάμε σπίτι μας να μελετήσουμε το όργανο, να το διαβάσουμε συλλογικά, να αξιοποιήσουμε τα άρθρα του. Αμ δε, που το λέει.

Κι αν μιλήσεις για την κρίση πρέπει να πεις πολλά ακόμα. Ότι είναι κρίση υπερσυσσώρευσης θεωριών που ψάχνουν κοινό να αυξήσουν την απήχησή τους και το μερίδιό τους στην πίτα. Όσοι χάνουν βγαίνουν εκτός παιχνιδιού. Μέχρι να έρθουν οι αστοί και να κηρύξουν το τέλος της ιστορίας και των ιδεολογιών. Και βασικά του μαρξισμού γιατί αυτό τους τσούζει.

Παράλληλα εξακολουθεί να ισχύει ο αδυσώπητος νόμος της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού θεωρητικής κατάρτισης, που οξύνει στο έπακρο τις αντιφάσεις κι ευθύνεται για το μέτριο θεωρητικό επίπεδο των καιρών μας.

Πρέπει να πεις και για την χυδαία απολογητική των σοβιετικών που ερχόταν εκ των υστέρων να δώσει θεωρητικά φύλλα συκής στις πράξεις της ηγεσίας για να τις δικαιολογήσουν αντί να τις φωτίσουν απ’ τα πριν. Να μιλήσεις και για τα πολιτικά άρλεκιν της χρυσής μπρεζνιεφικής εποχής που σε κάθε δεύτερη σελίδα είχαν παραπομπές στο πιο πρόσφατο συνέδριο του κκσε και τα τσιτάτα του μπρέζνιεφ για να εξασφαλίσουν την έγκριση.

Για τα εμπόδια στη διαπάλη των ιδεών όταν κάτι δε συμφωνούσε ή παρεξέκλινε λίγο από την επίσημη γραμμή. Για την αυτοκτονία του ιλιένκοφ. Και για το βιβλίο του βαζιούλιν που βγήκε μόλις επί γκορμπατσώφ που διαλυόταν το σύμπαν, γιατί πιο πριν του το ‘κοβε η γραφειοκρατία.

Και για αυτό που είπε ο λένιν για το κεφάλαιο. Ότι κανείς δεν το κατάλαβε πραγματικά. Και δε μπορεί να το καταλάβει αν δεν έχει διαβάσει τη λογική του χέγκελ.
Κανείς τώρα, τρόπος του λένιν. Κατά βάση εννοεί τη μέθοδό του. Αυτό δηλ που απασχόλησε τους σοβιετικούς τα κατοπινά χρόνια με το ρόζενταλ και άλλους. Ο σοβιετικός μαρξισμός έχει σπουδαία επιτεύγματα κι αν δεν καταπιαστεί το κόμμα με αυτά, δεν ξέρω ποιος άλλος μπορεί να τα πάρει και να τα αξιοποιήσει.

Ακόμα και τα στραβά όμως είναι περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις. Μακάρι να είχαμε σήμερα ένα σουσλόφ να δίνει γραμμή και να αρθρογραφεί. Και να απαντά με τον υπαρκτό στον υπαρξισμό και στα περί ανύπαρκτου.

Θα μου πεις βέβαια, το τελευταίο συνέδριο μια χαρά τα έβαζε. Έμφαση στη θεωρία, αλλά να μην αυτονομούνται απ’ την πράξη τα ιδεολογικά στελέχη. Χρυσά κι άγια όλα αυτά, κι ακόμα καλύτερα άμα γίνουν και πράξη.

Αλλά η θεωρία δεν είναι μόνο το ιδεολογικό και το κομμάτι της εκλαΐκευσης. Είναι και το κομμάτι της περαιτέρω ανάπτυξης. Η θεωρία πρέπει να επικαιροποιείται, να προχωρά και να αναπτύσσεται. Κι αυτό απαιτεί πολλά πράγματα, σαν τη διεθνή διημερίδα που είχαμε κάνει πριν το τελευταίο συνέδριο. Να γίνουνμία, δύο, πολλές διημερίδες.

Και το κμε; Τι να κάνει άραγε αυτή η ψυχή; Δεν πρέπει κάποτε να πάψει να φυτοζωεί; Γιατί σε τελευταία ανάλυση το μεγάλο πρόβλημα της εποχής μας είναι ότι ο κόσμος δεν έχει κρίση. Κι αυτό ακριβώς είναι το βασικό αίτιο της κρίσης.
Τι θεωρία να αναπτύξουμε άμα δεν έχουμε κριτική ικανότητα;