Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανδρουλάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανδρουλάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2023

El maestro de kolotoumba – Ένας Παπακαλιάτης της πολιτικής

Λίγο πριν σβήσουν τα φώτα, ο Ανδρουλάκης στρέφει ξανά τους προβολείς πάνω του, γιατί δεν μπορεί να ζήσει χωρίς την προσοχή μας, και κάνει τα πάντα για να την τραβήξει, με μια σειρά επικοινωνιακά ταρατατζούμ και διαβολικά κόλπα, που τα αγιάζει ο ιερός σκοπός των πωλήσεων.

-Μη! Μη Μίμη! Όχι τον Μίμη! Είναι παγίδα…

Το βιβλίο του Ανδρουλάκη ανήκει σε εκείνη την κατηγορία των προϊόντων που επιβεβαιώνουν τον κανόνα πως δεν υπάρχει αρνητική διαφήμιση. Ντόρος να γίνεται, οι πωλήσεις να ανεβαίνουν. Και κάθε αναφορά, θετική ή επικριτική, βοηθάει σε αυτόν τον σκοπό. Ιδίως αν είναι επικριτική. Διόλου τυχαία, το βιβλίο του θεωρείται από τα πλέον πολυσυζητημένα της χρονιάς που έριξε αυλαία πριν από λίγες μέρες.

Αν όλος αυτός ο ντόρος ήταν μια παγίδα για να πάρει το βιβλίο ο κόσμος από περιέργεια, η κε του μπλοκ έπεσε με τα μούτρα, και βασικά συνειδητά, εν γνώσει των συνεπειών. Και αν εξαρτάται από τη δική της γνώμη – συμβουλή το αν θα πέσουν και άλλοι, θα ήταν σε δίλημμα για την τελική της απόφα-ν-ση: Θα μπορούσε ίσως, αλλά όχι σε αυτήν την τιμή. Μπορείτε να το δανειστείτε από άλλον. Ή να περιμένετε να φύγει από την ενιαία τιμή –και την επικαιρότητα. Αλλά ως τότε θα έχει βγει κι ο δεύτερος τόμος, με επιπλέον λόγους να στολίζουμε τον συγγραφέα.

Σε κάθε περίπτωση, μπορούμε να δούμε κάποιες παραμέτρους και να ξαναδούμε στο τέλος το ερώτημα προς τα πού γέρνει η πλάστιγγα. Στη σωστή πλευρά της ιστορίας, είναι a priori η σωστή απάντηση. Και ο Μίμης έχει πολλά χρόνια που την εγκατέλειψε συνειδητά, θεωρώντας πως βουλιάζει κι ας κατέληξε ο ίδιος ναυάγιο –αν δηλαδή ήταν ποτέ ουσιαστικά οργανικό της κομμάτι, υπηρετώντας κάποιον σκοπό πέρα από τις δικές του φιλοδοξίες.

Ξεκινώντας να διαβάζεις ένα βιβλίο του Μίμη, δεν είσαι απλά υποψιασμένος αλλά περίπου βέβαιος για αυτά που θα συναντήσεις και πως κάποια στοιχεία θα εμφανιστούν νομοτελειακά, όπως οι βασικές, υποχρεωτικές κινήσεις στο πρόγραμμα του καλλιτεχνικού πατινάζ. Κι αν δεις τριπλό άξελ και κυβιστήσεις, από άτομα που ξεχνάνε σε μια νύχτα τις πολιτικές τους αρχές, θα σου φύγει το καφάσι του Γιατρομανωλάκη…

Ξέρεις πχ πως θα φας υποχρεωτικά στη μάπα μπόλικη εγωπάθεια και ναρκισσισμό και ότι όλες σχεδόν οι γυναίκες υποκύπτουν στην ακαταμάχητη γοητεία του Μίμη, όπως περίπου συμβαίνει στα σίριαλ του Παπακαλιάτη: από δεξιές, κεντρώες μέχρι αριστερές, και από μάνες μέχρι παιδιά στην ενηλικίωση –για να μη γίνουν δυσάρεστοι συνειρμοί με τον Λιγνάδη.

Ελάχιστες εκπλήξεις και (οπορτουνιστικές) παρεκκλίσεις μπορεί να περιμένει κανείς από αυτό το σενάριο. Πχ να πει ο Ανδρουλάκης νάρκισσο κάποιον άλλον (τσεκ, γίνεται στο εν λόγω βιβλίο) και ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα. Ή να πει κάποια πρωταγωνίστρια τον Παπακαλιάτη «μαλάκα» (τσεκ, σε μια από τις ταινίες του). Αυτό το τελευταίο είναι κάτι που λείπει πραγματικά από τα βιβλία του Μίμη, οπότε συμπληρώνουν το κενό αναγκαστικά οι αναγνώστες του.

Σε έναν δίκαιο κόσμο (αλλά δε ζούμε σε τέτοιον) το επόμενο σίριαλ του Χριστόφορου θα ήταν για τη ζωή του σύντεκνου, συντοπίτη Μίμη, που είναι γεμάτη περιπέτεια και περιστατικά από τις ζωές των άλλων (όχι την ταινία, κυριολεκτικά). Κι εσύ να ψάχνεις να βρεις από ποια ταινία/σειρά έκλεψε ο ένας τις σκηνοθετικές ιδέες του και από ποιον σύντροφο ο άλλος τις αναμνήσεις «του». Να κάνει ο Καταλειφός τον Χαρίλαο, η Καβογιάννη την Αλέκα στον ρόλο της ζωής της, και η Χαρούλα Αλεξίου τη Δαμανάκη (ωχ θε μου, θε μου), που φεύγει (από το Κόμμα) και αφήνει πίσω της συντρίμμια… αλλά γκρεμίζει έκτοτε ό,τι βρει στο διάβα της, από τον Συνασπισμό ως το κραταιό ΠΑΣΟΚ. Και ο Παπακαλιάτης, ως Ανδρουλάκης και άνδρακλας μαζί, να πετάει ατάκες για την «Παπαρήγα την καλή», όπως στους Απαράδεκτους, γιατί καλό είναι να τα έχεις καλά με το Κόμμα. Και όταν δεις πως δεν έχει προσβάσεις στο σύστημα, να φεύγεις τρέχοντας σαν ποδοβολητό Σελήνης και σαν τον Μίμη το ’91. Ήσουν ποντίκι και δεν το ήξερες…

Μια σειρά για τον Μαέστρο της πολιτικής κυβίστησης, που ήταν συμπτωματικά μέλος-και όχι αρχηγός- μιας Κόκκινης Ορχήστρας, και εδώ και τρεις δεκαετίες γράφει ένα βιβλίο κάθε χρόνο κατά μέσο όρο, γιατί πρώτα ζούμε και μετά γράφουμε. Και ο Μίμης, που έζησε δέκα ζωές στα νιάτα του (μαζί με αυτές που έκλεψε), δεν έχει σοβαρή ενεργό πολιτική δράση από το ’93, κι ας πέρασε για λίγο απ’ τη Βουλή, κι ας φαντασιώνεται ότι είναι μια δεξαμενή πολιτικής σκέψης από την οποία αντλούν οι μεγάλοι πολιτικοί ηγέτες (ε, πρόεδρε!). Έτσι, ελλείψει ζωής αφιερώθηκε στο β’ ημίχρονο στη συγγραφή και ελλείψει άλλων αξιών εξαργύρωσε όσα κρυμμένα τιμαλφή είχε στο πολιτικό γιουσουρούμ, για ένα κυβερνητικό κουστούμ'.

Συνεπώς, όταν ισχυρίζεται πως σπάει τη σιωπή του για τον φάκελο του Πολυτεχνείου, 49 χρόνια μετά από τα γεγονότα (ούτε καν 50, σαν παραχώρηση σταδίου σε ΠΑΕ), το μόνο που σπάει είναι το ρεκόρ φλυαρίας του και τα νεύρα των άλλων. Μας το επιβεβαιώνουν οι παλιοί του σύντροφοι στην κοινή επιστολή 15 βετεράνων αγωνιστών της Αντι-Εφεε, όπου γράφουν:

"Ο ίδιος υποστηρίζει πως μιλάει για πρώτη φορά ύστερα από 49 χρόνια, προφανώς για να δώσει μια ακόμη δραματική ένταση στη «μαρτυρία» του. Τον διαψεύδει ο εαυτός του. Καθένας που ενδιαφέρεται μπορεί να ανατρέξει στις πολλές προηγούμενες και έντυπες δημόσιες αφηγήσεις του. Σε αυτές, όπως και στην τωρινή, προσθέτει ή αφαιρεί σκηνές από τον αντιδικτατορικό βίο του ανάλογα με τις πολιτικές ή προσωπικές επιδιώξεις του της στιγμής."

Το επιβεβαιώνει και ο ίδιος –όπως λέει το κείμενο των 15-, αγωνιώντας να διαφημίσει παλιότερα βιβλία του και γεμίζοντας το τελευταίο με αναφορές-παραπομπές σε αυτά. Πιστοποιεί έτσι ότι δεν πρόκειται για άγνωστες ιστορίες από την κρύπτη του κινήματος, αλλά για πολυκαιρισμένα τεύχη που έχει ξαναπουλήσει –σιγά μην τα άφηνε- και τα επαναφέρει ως καινούρια, σαν τα κομματάκια του Τείχους του Βερολίνου, που δεν τελειώνουν ποτέ. «Είμαι ένα από αυτά», θα μπορούσε να μας διηγηθεί σε ένα μελλοντικό βιβλίο του ο Μίμης, για να αποκτήσει συλλεκτική αξία ως πυρότουβλο. Ενώ και ό,τι καινούριο γράφει, μάλλον δεν είναι καν δικό του αυθεντικό βίωμα, όπως σημειώνει το ίδιο κείμενο των 15, αποδίδοντάς του ως ρετσινιά την ωραία λέξη «κλεπτομνήμων».

"Ο Μίμης Ανδρουλάκης αναφέρεται σε πολλά και σε πολλούς. Για τα περισσότερα όμως δεν παραθέτει καμία ιστορική πηγή. Κανένα αντικειμενικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει τα λεγόμενά του. Αντί αυτού λειτουργεί ως αδίστακτος κλεπτομνήμων, υφαρπάζοντας αφηγήσεις άλλων που παρουσιάζει δικές του ως προσωπικές μαρτυρίες προκειμένου να δώσει ισχύ στους αναπόδεικτους ισχυρισμούς του. Τσιμπολογάει περιστατικά και φράσεις, τα μεταπλάθει σε διαλόγους, που παραθέτει εντός εισαγωγικών, και τα πλασάρει με τρόπο που να φαίνεται ότι ήταν «αυτόπτης μάρτυς». Και όπου δυσκολεύεται ή δεν έχει υλικό προς απαλλοτρίωση που να τον βολεύει ή θέλει να προσδώσει μεγαλύτερη δραματική ένταση στα λεγόμενά του, καταφεύγει στο ακόμα πιο εξωφρενικό: επικαλείται λόγια που του έχουν δήθεν «εκμυστηρευτεί» ή «εξομολογηθεί» ακριβοί σύντροφοι που από χρόνια δεν βρίσκονται στη ζωή και, φυσικά, δεν μπορούν ούτε να τον διαψεύσουν ούτε να τον επιβεβαιώσουν."

Ξεκινώντας λοιπόν την ανάγνωση, είσαι προετοιμασμένος για όλο το αμίμητο πακέτο του Μίμη. Απύθμενο εγωκεντρισμό, ναρκισσισμό, κοπέλες που ανακαλύπτουν το σημείο G τους ανάμεσα στα αυτιά και το μυαλό τους με όσα λέει ο Μίμης (πού και να είχε δηλαδή το παράστημα του Μίκη και του Χαρίλαου –ή έστω του Χριστόφορου) και πέφτουν ανάσκελα. Φαφλατάδικες αναλύσεις επί παντός του επιστητού και επιστημονικού πεδίου, που θα ήταν ίσως ευχάριστες, λογοτεχνίζουσες συγγραφικές ασκήσεις, αν δεν τις πλάσαρε με το αλαζονικό ύφος της αυθεντίας. Και προφανώς αντικομμουνισμό με το βαμβάκι, θεωρητική υπέρβαση του Μαρξ (ιδεολογικό ΜΑΤ σε δυο σελίδες) και άπειρα προσωπικά κατορθώματα. Εσείς γνωρίζατε πως ο Μίμης έγραψε περίπου μόνος του όλη την έκθεση του ΚΚΕ για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου το ’76, αλλά την άλλαξε αριστοτεχνικά ο Φαράκος στα κρίσιμα σημεία; Διάβασε Μίμη, και θα δεις…

Ο –κατά Μίμη- Μίμης δεν είχε (απλώς) παντού και πάντα δίκιο. Είχε σταθερές αμετακίνητες αρχές και αξίες, που ακολουθούν ευέλικτα τις πολιτικές του μετακινήσεις. Πολεμούσε πάντα την Ανατολασία, με τις σημερινές του σοσιαλδημοκρατικές ιδέες, πάλευε μέσα από το Κόμμα για την οργανωτική του υπέρβαση (να μια ενδιαφέρουσα ομολογία) και για έναν νέο πολιτικό αστερισμό της νέας Αριστεράς, χωρίς στεγανά και ένα μόρφωμα χωρίς μορφή, όπως ταιριάζει σε όσους παίρνουν το σχήμα του συρμού.

Εισαγωγικά ο Ανδρουλάκης σημειώνει πως εμείς είμαστε οι άλλοι (που ίσχυε ακριβώς επί λέξει στο 13ο Συνέδριο, όταν τόσα στελέχη πέρασαν στην άλλη όχθη του Αχέροντα και έλεγαν για μας πως έχουμε πεθάνει). Είμαστε δηλαδή το άθροισμα των ανθρώπων που μας περιβάλλουν και μας επηρεάζουν. Ο κύκλος μας καθορίζει την προσωπικότητα και τις προσλαμβάνουσές μας, άλλο αν τελικά άπαντες υπάρχουν για να εγγράφονται στον κύκλο του Ανδρουλάκη, που τους επισκιάζει σα φωτεινός (ανατέλλων) ήλιος – παντογνώστης.

Όλα αυτά τα ξέρεις εκ των προτέρων. Τα συνυπολογίζεις, οπλίζεσαι με υπομονή και μαζοχισμό για να τα αντιμετωπίσεις και περιμένεις κάποια αποζημίωση από τυχόν παράπλευρα οφέλη: κάποιο ενδιαφέρον κουτσομπολιό, ένα ζουμερό παρασκήνιο, μια ωραία ιστορία με γαργαλιστικές λεπτομέρειες, από αυτές που άκουγες μικρός για το 13ο Συνέδριο για να αδειάσεις το πιάτο σου, και σε τρέφουν πολιτικά(ντικα), με αστικό πατατάκι –και ξύγαλο στο Γιουσουρούμ (όχι αυτό που ξεπουλήθηκε ο Μίμης).

Μια τέτοια ιστορία, για παράδειγμα, μου είπε μεταξύ τύρου και ξύγαλου ένας σφος, για το Κόμμα (ένα είναι το Κόμμα) και το Συνέδριο (ένα είναι το Συνέδριο, τότε που ήμασταν από δυο κόμματα κομματικοί και παραλίγο να μέναμε χωρίς κόμμα), που παιζόταν ποιος θα έχει τους συσχετισμούς. Και οι σφοι στο αυτοκίνητο που μετέφερε τους αντιπροσώπους της οργάνωσης από την επαρχία, κοιτάζονταν καχύποπτα μεταξύ τους, πεθαμένες καλησπέρες που έλεγε και ο Άλκης, μέχρι που μια τυχαίως (;) ερριμμένη ατάκα επιβεβαίωσε πως ήταν όλοι από τη σωστή πλευρά της ιστορίας –που δεν τελείωσε το ’89- και έλιωσαν αυτομάτως οι πάγοι και το ψυχροσυντροφικό κλίμα. Έναν αναθεωρητή είχαμε μόνο, πάει, τον πήραν χτες, έφυγε...

Κι ελπίζω να μη δω τώρα γραμμένη την ιστορία στο επόμενο βιβλίο του Μίμη…

Μια τέτοια ιστορία, για αντιπαράδειγμα, δεν είναι οι οικογενειακές καταβολές του Ανδρουλάκη, που παρατίθενται επί μακρόν, με εξαντλητικές (για τον αναγνώστη) λεπτομέρειες και ακατάσχετη φλυαρία, που συνδέει γενεαλογικά τον Μίμη με όλα τα επαναστατικά γεγονότα του νησιού –κι όχι μόνο- δείχνοντας πως α. στην Κρήτη είναι όλοι ένα τεράστιο σόι με ενδοοικογενειακές αντιθέσεις και βεντέτες και β. ότι ο αθεράπευτος ναρκισσισμός του Μίμη επεκτείνεται στο οικογενειακό του δέντρο, που είναι ολόκληρο δάσος. Κι ας μην έχει κορμο-στασιά δέντρου ο ίδιος, παραπέμποντας μάλλον σε ναρ-κισσο ως πρόσωπο (απλή συνωνυμία με το γνωστό ρεύμα) και δη αναρριχητικό, για να ανέβει γρήγορα στην ιεραρχία.

Όλα αυτά αποτελούν θεωρητικά καρπό πολύχρονης προσωπικής μελέτης του συγγραφέα για τις ρίζες του, αλλά η πολυσέλιδη έκθεσή τους καταλήγει τόσο ανιαρή, που κάποια στιγμή χάνεις τον μπούσουλα με τόσα ονόματα –όπως βασικά και με κάθε τι που δε σου τραβά το ενδιαφέρον.

Εδώ μπορεί να βρει κανείς ένα κλασικό δείγμα ατόφιας κακής λογοτεχνίας, με αδύναμους και ελάχιστα ρεαλιστικούς διαλόγους μεταξύ του Μ.Α. (που είναι μια διαλεκτικά αντεστραμμένη ΑΜ, αυτού μεγαλειότης) και του γιου του, που υπάρχει απλώς για να επιβεβαιώνει τον πατέρα του, ως συμπληρωματική παρουσία –όπως προκύπτει τουλάχιστον από τη στιχομυθία που μεταφέρει ο αυτάρεσκος συγγραφέας.

Συμβαίνει δηλαδή το ακριβώς αντίθετο από όσα του καταλογίζει σε μια κριτική της ΕφΣυν ο Πετρόπουλος, που μεταξύ άλλων στενοχωριέται γιατί δε βρήκε τον φάκελο του Ανδρουλάκη στην Ασφάλεια, μαζί με τους άλλους που «έπεσαν στα χέρια του», και είναι πιθανό να διεκδικεί φαντασιακά μαζί με τον Μίμη τον τίτλο του αυτοαποκαλούμενου δεξιού χεριού του Χαρίλαου –έναν χαρακτηρισμό από τον οποίο αμφότεροι δικαιολόγησαν μόνο το «δεξι-ός» με τη διαδρομή τους.

Αν ξεπεράσει κανείς τον σκόπελο της εισαγωγής, στη συνέχεια βγαίνει στο ανοιχτό πέλαγος και το κείμενο ρέει γενικά ευχάριστα, με αρκετές ιστορίες, γαργαλιστικές λεπτομέρειες που νοστιμίζουν την αφήγηση, ενδιαφέρουσες περιγραφές για σκηνικά και γεγονότα, τον κόσμο των ανδρών και των γυναικών στη μικρή κοινωνία του Αγίου Νικολάου της προδικτατορικής εποχής, την πολιτική ατμόσφαιρα της χούντας, τα καλλιτεχνικά δρώμενα και τις μπουάτ κοκ.

Οι 500 και πλέον σελίδες του τόμου φεύγουν εύκολα σε λίγες μέρες. Κάτι που μόνο αυτονόητο δεν είναι, αν λάβουμε υπόψη πχ τον «Κόκκινο Κάβουρα», όπου ο Μίμης πούλησε την ιστορία για έναν πράκτορα της Ασφάλειας που δρούσε ως ανώτερο στέλεχος του ΚΚΕ –και μας αποκάλυψε σαν δώρο την ταυτότητά του η κυβέρνηση της Αλλαγής, όταν ήρθε στα πράγματα. Αλλά όποιος πήγε με μεγάλο καλάθι, ώστε να χωρέσει τις προσδοκίες του για αγνό και άδολο πατατάκι, το γέμισε με τα ερωτικά κατορθώματα του ακαταμάχητου μαέστρου Μίμη και άλλες ανούσιες ιστορίες. Και αν εξαιρέσεις το πρώτο κεφάλαιο, κουβέντα για πευκοβελόνες –και το ΚΚΕ, έστω την αναθεωρητική ομάδα όπου ήταν και η Βάνα Καρούλου Λέκκα.

Όσοι έχουν πάρει οριστικά διαζύγιο με το διάβασμα ή απλώς δεν μπορούν τόσες σελίδες Μίμη ή τσιγκουνεύονται τα χρήματα κτλ, αλλά παρόλα αυτά τους κεντρίζει το ενδιαφέρον όλος ο ντόρος που έγινε, μπορούν να μπουν στο κλίμα ακούγοντας εδώ (https://youtu.be/d_RWvZC-1XM) μια σχετική συνέντευξη του Ανδρουλάκη. Προσωπικά ομολογώ πως το απέφυγα, γιατί δυσκολεύτηκα να χωρέσω τα αρχικά ερεθίσματα σε ένα κείμενο (και δε χρειαζόμουν επιπρόσθετα), κι επιπλέον γιατί οι προφορικές τοποθετήσεις του Μίμη είναι κατά κανόνα πιο ανερμάτιστες και ενοχλητικές.

Υπάρχουν δύο ακόμα βασικά σημεία, που ο Ανδρουλάκης τα συνδέει σε μια ενιαία θεματική και δε γίνεται να τα προσπεράσουμε. Οι αναφορές στον Κώστα Τζιαντζή (αδερφό του Θόδωρου, που παρέμεινε στο ΚΚΕ και διετέλεσε μέλος του ΠΓ) και την Πανσπουδαστική νούμερο 8, τη συγγραφή της οποίας αποδίδει εμμέσως πλην σαφώς στον πρώτο, που ήταν γραμματέας της Σπουδάζουσας.

Όσα γράφει ο Ανδρουλάκης για τον Τζιαντζή δεν είναι μια απλή, μονοσήμαντη εμπάθεια αλλά ένας ερωτικός λίβελος άνευ προηγουμένου, που όσο πιο χυδαία εξελίσσεται, τόσο πιο εμφατικά πιστοποιεί πως δεν είναι απλή ζήλια, αλλά μια αναδρομική ερωτική εξομολόγηση για κάποιον που τον ερεθίζει και μετά θάνατον, λες και του έριξε πολιτική χυλόπιτακαι του έφαγε τη θέση. Σε κάποιο σημείο παραδέχεται ανοιχτά μάλιστα, σε στιγμές σπάνιας ειλικρίνειας, την απαράμιλλη γοητεία που ασκούσε ο Τζιαντζής –την οποία ωστόσο, για να ‘μαι ειλικρινής, δε νομίζω ότι μπορεί να εισπράξει ένας σύγχρονος αναγνώστης των γραπτών κειμένων του, που δεν τον πρόλαβε και δεν τον έζησε μες στο Κόμμα ήβεδτω το ρεύμα.

Ο Ανδρουλάκης χαρακτηρίζει μεγαλόστομα «ύβρη» την Πανσπουδαστική Νο 8 (σε ένα παράδοξο πρωθύστερο σχήμα με την πολιτική του εμμονή στο σύνθημα της «κάθαρσης» επί Κοσκωτά), αν κι ο ίδιος διαπράττει μια σειρά τέτοιες, με ελαφριά καρδιά. Και αν κάποιος, παρακολουθώντας την σχετική δημόσια αντιπαράθεση, έχει μείνει με την εντύπωση πως η ύβρις του Μίμη έγκειται στην εκδοχή που δίνει για τον συγγραφέα του περιβόητου τεύχους, ίσως έχει δίκιο να μπερδευτεί, αλλά δεν είναι έτσι. Γιατί η ύβρις αφορά συνολικά τον ερωτικό λίβελο ενός πολιτικού νάνου που πάσχει από σύνδρομα. Και γιατί το ΚΚΕ είναι κόμμα με θέσεις που τις χρεώνονται όλοι συνολικά και όχι μια ομάδα, ένα άτομο ή ο «συγγραφέας» μιας θέσης ή μιας πολιτικής εκτίμησης. Θυμάμαι, εξάλλου, την «υπερασπιστική γραμμή» κάποιων σφων, στα δικά μου φοιτητικά χρόνια, που όταν τους ρωτούσε το αριστεροχώρι της εποχής για το διασημότερο τεύχος περιοδικού στα χρονικά, έκαναν συνδικαλιστική τρίπλα και απαντούσαν αναλόγως με αυτόν που ρωτούσε, παραπέμποντάς τον στον Τζιαντζή ή το Λαφαζάνη, δηλαδή τους δικούς τους συντρόφους πλέον –που τότε ήταν στο ΚΚΕ κι ήξεραν από πρώτο χέρι πώς και τι. Άλλο αν δε βγήκαν ποτέ να μιλήσουν…

Δεν είναι πολλά άλλωστε τα στελέχη που είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στα πρώτα βήματα της ΚΝΕ και τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και παραμένουν σήμερα οργανωτικά στο ΚΚΕ –άλλη υπόθεση αν το επαναπροσεγγίζουν πολιτικά σήμερα, μετά από χρόνια. Γι’ αυτό και στο περσινό podcast της ΚΝΕ για το Πολυτεχνείο είχαν μιλήσει ο Παφίλης (που σπούδαζε όμως στη Θεσσαλονίκη) και η Αλαβάνου που κινούνταν για αρκετό καιρό σε άλλους χώρους και έχει δώσει παλιότερα μαρτυρίες για όσα έγιναν στο Πολυτεχνείο, που αντιφάσκουν ίσως σε επιμέρους σημεία με την τελευταία τοποθέτησή της (και αυτό δεν το σημειώνω για να την μειώσω –κάθε άλλο).

Οι 15 που ένιωσαν την ανάγκη να απαντήσουν στον Ανδρουλάκη είναι τα «παιδιά του Νοέμβρη», ο πυρήνας της Αντι-Εφεε και των δυνάμεων της ΚΝΕ της εποχής, ανεξάρτητα απ’ το πού βρίσκονται σήμερα –ή το πού θα ήθελαν να βρίσκονται, αν μπορούσαν να γυρίσουν τον χρόνο πίσω. Δίνουν πληρωμένη απάντηση στις χυδαιότητες του Μίμη, υπερασπίζονται την τιμή του Τζιαντζή αλλά και της ΚΝΕ και επιφυλάσσονται να δουν τι άλλο λέει στον δεύτερο τόμο, για να αποδομήσουν πλήρως τον αυτάρεσκο πολιτικό του λόγο.

Δεν κάνουν όμως συγκεκριμένη αναφορά σε εκείνο το τεύχος (είναι το νούμερο 8, το ξέρουν όλοι με αυτό), γιατί δεν είναι το θέμα τους. Ίσως όμως και να μην ταυτίζονται οι απόψεις τους για αυτό το ζήτημα, για να έχουν κοινή τοποθέτηση. Το τελευταίο είναι απλή εικασία, που δεν πατάει κάπου συγκεκριμένα, στέκεται όμως σε ένα κενό, που έχει επισημανθεί και από άλλους –όχι απαραίτητα φίλα προσκείμενους στη δική μας σκοπιά. Αν δε μιλήσουν για το επίμαχο ζήτημα οι εκπρόσωποι μιας γενιάς που έζησε από πρώτο χέρι τα γεγονότα και αποσύρεται σταδιακά από το προσκήνιο (ακόμα και βιολογικά), ποιος θα το κάνει στη θέση τους; Αν σιωπούν, αν δεν αποκαταστήσουν την αλήθεια με τις προσωπικές τους μαρτυρίες, αφήνουν ένα κενό, στο οποίο θα πατήσει ο κάθε τυχοδιώκτης Ανδρουλάκης, για να ρίξει τη δική του σπέκουλα.

Είναι μεγάλος ο πειρασμός να ξεστρατίσουμε σε μια ανάλυση για το τεύχος με τη διαχρονική αίγλη –ενισχυμένος και με πρόσφατες αφορμές, μετά το βιβλίο του Ανδρουλάκη- αλλά έτσι θα χάναμε το δάσος και την ουσία. Που δεν αφορά τόσο το νούμερο 8, ούτε στενά το Πολυτεχνείο και τα γεγονότα της εποχής, αλλά εξίσου και ακόμα περισσότερο τα χρόνια της Μεταπολίτευσης –στα οποία θα αναφέρεται ο επόμενος τόμος του Μίμη, πατώντας στο ίδιο κενό –κι ας είναι κενό. Στην απουσία πολιτικών μαρτυριών, απομνημονευμάτων, βιβλίων από τα πρωταγωνιστικά στελέχη της περιόδου, που θα φωτίσουν άγνωστες πτυχές και θα δώσουν τη δική τους ερμηνεία για μια σειρά γεγονότα –και ας μη συμπίπτει πλήρως με την επίσημη οπτική του Κόμματος, που θα καταγραφεί στον υπό συγγραφή σχετικό τόμο.

Και αυτό είναι το δικό μου βασικό συμπέρασμα για όσα είπε και όσα ετοιμάζεται να πει ο Μίμης στο βιβλίο του. Ο Ανδρουλάκης υπήρξε κατά μία έννοια διορατικός –αν όχι προφητικός- και ήταν τόσο «μπροστά από την εποχή του», (εποχή περάσματος από την επαναστατική αισιοδοξία στην αντεπανάσταση), που κάηκε πρόωρα. Γιατί αν δεν καείς εσύ, αν δεν καεί αυτός, πώς θα γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ κυβερνώσα αριστερά και ο Μίμης στέλεχος στο ραδιόφωνο του Κόκκαλη;

Είδε το ’89 ως ευκαιρία να υποκαταστήσει ο Συνασπισμός το ΠΑΣΟΚ, αλλά δεν είχαν ωριμάσει ακόμα οι συνθήκες. Εγκατέλειψε νωρίς τον ΣΥΝ, διαβλέποντας το εκλογικό του ναυάγιο και την έλλειψη βραχυπρόθεσμης προοπτικής. Αγάπησε παράφορα το ΠΑΣΟΚ, αφού δεν μπορούσε να το πολεμήσει, αλλά έφτασε αργά στα πράσινα έδρα της Βουλής, με την αμφίπλευρη διεύρυνση του ’04, γιατί χρεώθηκε τη «στρατηγική του ‘89» -σε αντίθεση πχ με την εύκολη και ομαλή μετάβαση της Δαμανάκη. Πρόλαβε τον ανατέλλοντα ήλιο στη Δύση του και δε φρόντισε να χτίσει γέφυρες με τους παλιούς του συντρόφους στον ΣΥΡΙΖΑ, που γινόταν επιτέλους ΠΑΣΟΚ στη θέση του έκπτωτου μνημονιακού χαλίφη. Και είδε τελικά έναν άλλον Ανδρουλάκη να γίνεται πρόεδρος ακόμα και σε αυτό το ημιθανές ΠΑΣΟΚ. Τέτοιο σενάριο, ούτε στις σειρές του Παπακαλιάτη…

Ο φλύαρος Μίμης ξαναπουλά κομμάτια του εαυτού του, γιατί δεν έχει ιδανικά και άλλο χαρτί να παίξει. Λίγο πριν σβήσουν τα φώτα, τα παλιά του παράσημα στο κόμμα είναι τα μόνα που έχουν ίσως μια κάποια αξία στο ανταλλακτήριο της αγοράς και μπορούν να του δώσουν κάποια λεπτά δημοσιότητας που αποζητά σαν στερημένος και εξαρτημένος. Ο καθένας παίρνει απόφαση και την «πολιτική ευθύνη» για το αν θα αγοράσει τα υστερόγραφα του πολιτικού Παπακαλιάτη –που τουλάχιστον γίνεται διασκεδαστικός, έστω σαν γελωτοποιός. Αλλά η ουσία είναι αλλού. Γιατί είναι αδιανόητο να υπάρχουν μόνο τέτοιες «μαρτυρίες», σαν τις δικές του, επειδή άλλοι αγωνιστές είναι πολύ σεμνοί για να μιλήσουν για τον εαυτό τους και να πουλήσουν την ιστορία τους –πόσο μάλλον να ξεπουλήσουν την ιστορία τους, όπως η αφεντιά του, που λάτρεψε τα αφεντικά, μια για πάντα…

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2022

Τα παιδιά του Νοέμβρη

Η χτεσινή εκδήλωση της ΚΝΕ στο Πολυτεχνείο ήταν κατά μία έννοια ιστορική: η πρώτη που έγινε μες στο ΕΜΠ, μετά από 13 χρόνια. Τότε που ήταν ομιλητής ο Τραβασάρος για τη ΓΛΔ και τα 20χρονα από την πτώση του τείχους, και παρενέβη η Σαριγκούλη που είχε πέσει στη χύτρα με τη νιότη του κόσμου όταν ήταν μικρή, για να ξεσπαθώσει ενάντια στον ρεβιζιονιστή Νικήτα και την αποσταλινοποίηση.

Τώρα μιλούσε ο Αμπατιέλος, με θέμα αντι-ιμπεριαλιστικό, στο εντυπωσιακό αίθριο του ΕΜΠ, με εξίσου εντυπωσιακά πλάνα, σαν και αυτό...

Αλλά δεν ήταν αυτά τα καλύτερα - πιο συγκινητικά πλάνα της χτεσινής εκδήλωσης...

Η εκδήλωση ξεκίνησε με τον χαιρετισμό του Κουβανού από το ΠΓ της Κούβας και αντιπροέδρου της ΠΣΟ, που ήταν ζωντανός και χαρούμενος σαν τον λαό του, χόρευε σχεδόν στα συνθήματα παρά το εμπόδιο της γλώσσας (αν και δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις τι λέει το σύνθημα "το μέλλον μας δεν είναι ο καπιταλισμός...) και θύμιζε τα πρώτα χρόνια του Κουτσούμπα ως ΓΓ, που ήθελε να φωνάζει και αυτός τα συνθήματα από το μικρόφωνο, σαν οργανωτής κερκίδας -και πέρασαν λίγοι μήνες μέχρι να το κόψει...

Αλλά το βασικό είναι άλλο. Το ΚΚΕ μπορεί να μη συμφωνεί πλήρως σε όλα με το ΚΚ Κούβας, μπορεί να του ασκεί κριτική σε επιμέρους ζητήματα (και αντίστροφα) κτλ, όπως έχει διαφωνίες αντίστοιχα και με το ΚΕΚΡ για τον πόλεμο, την έννοια του ιμπεριαλισμού, του φασισμού κτλ. Και παρεμπιπτόντως, η οπτική σκοπιά των Κουβανών, που τα φιλτράρουν όλα μέσα από το πρίσμα του made in USA εμπάργκο, μπορεί να μη διαφέρει πολύ από αυτή των Ρώσων.

Πού είναι όμως η διαφορά σε αυτές τις διαφορές -που καθιστά τη μια απλή διαφωνία, με συντροφικό διάλογο, και την άλλη αντίθεση με οξυμένη πολεμική; Η διαφορά αφορά ακριβώς το μείζον ζήτημα της στάσης απέναντι στον ιμπεριαλισμό. Γιατί η Κούβα ενώ παραμένει στο στόμα του λύκου, εξακολουθεί να τον περιγελά και να αγωνίζεται. Ενώ κάποιοι Ρώσοι κομμουνιστές συντάσσονται ανοιχτά, οικειοθελώς και χωρίς προσχήματα με τον πόλεμο του Πούτιν στην Ουκρανία, μολονότι αναγνωρίζουν στις θεωρητικές επεξεργασίες τους πως η Ρωσία είναι ιμπεριαλιστική δύναμη...

Ο Αμπατιέλος σημείωσε πως σε αυτόν τον πόλεμο διαψεύστηκε με τραγικό τρόπο η θεωρία ότι σήμερα οι πολεμικές συγκρούσεις γίνονται-κρίνονται ακαριαία, με το πάτημα ενός κουμπιού (Κιμ, το γνωστό!). Μια εκτίμηση που πνίγηκε στο ποτάμι αίματος που χύνεται εδώ και εννιά μήνες στην Ουκρανία.

Μια ενδιαφέρουσα προέκταση αυτού του συλλογισμού θα ήταν ενάντια στο παρεμφερές αφήγημα πως η επανάσταση είναι περίπου αδύνατη στις σύγχρονες συνθήκες, γιατί το εχθρικό στρατόπεδο έχει υπερσύγχρονο εξοπλισμό (καταστολής, παρακολούθησης κοκ), οπότε δε μας αφήνει πολλά περιθώρια αντίδρασης. Αλλά ας το κρατήσουμε για κάποια άλλη φορά.

Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο της ομιλίας αφορούσε τη φασιστική μπόχα που αποπνέει το σάπιο πτώμα της αστικής δημοκρατίας (προς αποφυγή παρανόησης, οι διατυπώσεις αυτές είναι δικές μου). Χωρίς να υποτιμά κανείς τα θύματα της χούντας που υπέφεραν και βασανίστηκαν, και τα δημοκρατικά δικαιώματα που έχουν κατακτηθεί με αίμα, μπορεί σήμερα να μην έχουμε χούντα αλλά έχουμε δικτατορία του κεφαλαίου, με τη μία ή την άλλη μορφή. Και προϊόντος του χρόνου, δεν ταυτίζονται μόνο στην ταξική τους ουσία, αλλά αρχίζουν να μοιάζουν και σε διάφορα άλλα -όχι ακριβώς εξωτερικά- χαρακτηριστικά.

Είναι η ελληνική αστική δημοκρατία που βάζει στο στόχαστρο έναν φαντάρο, γιατί εξέφρασε φιλειρηνικές απόψεις. Είναι στην αστική δημοκρατία που γίνονται τόσο εκτεταμένες παρακολουθήσεις πολιτικών -άλλο αν κάποιοι έκαναν την πάπια όταν το ΚΚΕ κατήγγειλε τις συνακροάσεις. Είναι η σημερινή ΕΕ, το "λίκνο της αστικής δημοκρατίας", που έχει ως περίπου επίσημη ιδεολογία του τον αντικομμουνισμό, όπως ακριβώς έκανε -με πιο πρωτόγονο και χοντροκομμένο τρόπο- η χούντα, μισό αιώνα πριν.

Εκτός και αν κάποιοι πιστεύουν πως αυτά γίνονταν-αι μόνο επί χούντας και επί Μητσοτάκη... -οπότε να το γυρίσουμε στο stand up comedy. Έχουν όμως "αριστερή" εφεδρεία και τον Μαραντζίδη, να τους αναλύει "τις Ζωές των άλλων" στη ΓΛΔ, και να αγνοεί τις δικές μας και τι γίνεται στην καπιταλιστική Ελλάδα του 2022. Μπορεί και αυτός όμως να είχε καλύτερη τύχη ως stand-up κωμικός ή λογογράφος του Τσίπρα...

Δεν ξέρω αν ο Αμπατιέλος γράφει μόνος ή με βοήθεια λογογράφου τα κείμενα των ομιλιών του, αλλά ο δημόσιος λόγος του είναι αξιοπρόσεκτος. Δεν είναι μόνο η μεστή, συγκροτημένη σκέψη ή ότι είναι πάντα ετοιμόλογος υπό πίεση (χρόνου ή ενός εχθρικού τηλεοπτικού πάνελ). Είναι κυρίως ο φρέσκος λόγος -μακριά από τα αβάσταχτα ξύλινα στερεότυπα για την ξύλινη γλώσσα- το στοχευμένο χιούμορ, η λεπτή ειρωνεία, οι φαρμακερές ατάκες, πχ για τον ΣΥΡΙΖΑ και τη σοσιαλδημοκρατική μούσα που του ενέπνευσε μεταξύ άλλων τα παρακάτω...

-Για αυτούς που νομίζουν ότι όλα αυτά (σ.σ.: οι παρακολουθήσεις) γίνονταν μόνο επί χούντας και Μητσοτάκη, παραγνωρίζοντας ότι έχουμε μνήμη και google search...
-Για τον Ζελένσκι και τους ναζί του Αζόφ, που οι της ΝΔ τον χειροκροτούσαν όρθιοι και οι του ΣΥΡΙΖΑ μέσα από τα πόδια τους...
-Για τη θετική τους ψήφο στον εξοπλισμό της Ουκρανίας, ξεχνώντας τους τσακωμούς τους αν θα στείλουμε στον Ζελένσκι πυραύλους ή σταφίδες...
-Για τον μύθο του "φιλειρηνικού ΝΑΤΟ" και αυτούς που θα πορευτούν στο Πολυτεχνείο με τέτοια συνθήματα, εκτός και αν στρίψουν πάλι στο Χίλτον, για να μην τους πάρει κάνα μάτι...

Με λίγες, μικρές αλλαγές θα μπορούσαν να γίνουν σκετσάκι στη stand up σκηνή του Φεστιβάλ. Και μάλλον θα έβγαζαν πιο πολύ γέλιο από μερικούς άλλους που ανέβηκαν εκεί τον Σεπτέμβρη...

Και όχι, δεν είναι θέμα ατάκας -για να βγάζει βιντεάκια το luben- αλλά εξόχως πολιτικό. Αλλά η καλή ατάκα βοηθάει να αναδειχθεί και η πολιτική ουσία.
Και όχι, δεν είναι προσωπικό χάρισμα, δεινότητα κτλ. Αλλά το προσωπικό βοηθάει σαφώς με τη σειρά του να αναδειχθεί καλύτερα το πολιτικό.

Ο Αμπατιέλος φύλαξε μια μπηχτή και για τον γυρολόγο Μίμη, που πασχίζει να γαντζωθεί στο άρμα της επικαιρότητας, ανασύροντας τους μύθους για την Πανσπουδαστική Νο8, και αναρωτήθηκε φωναχτά: από πότε είναι αυτή η εφημερίδα; (σ.σ.: από τον Γενάρη - Φλεβάρη του '74, για να μαθαίνουν οι πιο νέοι).

Τον γνωστό και μη εξαιρετέο Μίμη, που γράφει στο πολυδιαφημισμένο βιβλίο του πως στη μεταπολίτευση είχε ετοιμάσει ένα πόρισμα που έπαιρνε αποστάσεις από το φύλλο 8, αλλά του το άλλαξε αριστοτεχνικά ο Φαράκος. Τον γνωστό Μίμη, που είχε την ατυχία να 'ναι... πολύ μπροστά από την εποχή του, γιατί ήθελε να κάνει τον ενιαίο Συνασπισμό -και το ΚΚΕ- αυτό που είναι σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ. Και κατέληξε νωρίς στην αγκαλιά του ΠΑΣΟΚ (γιατί ό,τι δεν μπορείς να πολεμήσεις-αντικαταστήσεις αγάπησέ το) και του Κόκκαλη (με διαφορά φάσης και μιας γενιάς από τον ΣΥΡΙΖΑ που έκανε ευρωβουλευτή τον Πετράν) και τώρα είναι στα αζήτητα της πολιτικής ιστορίας, σε λίγο χειρότερη φάση από τις προοπτικές της σοσιαλδημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ. Που ακόμα και αυτό έβγαλε για αρχηγό έναν Ανδρουλάκη, αλλά με καμιά 15αριά χρόνια τουλάχιστον καθυστέρηση, από όταν ήταν δηλαδή ακόμα στα πράγματα ο Μίμης...

Λίγη ώρα μετά, στον ίδιο χώρο, είχε εκδήλωση για το Πολυτεχνείο το ΝΑΡ, μεταξύ άλλων με τον Χάγιο -που και αυτός αναφέρεται στο επίμαχο κεφάλαιο του βιβλίου του Ανδρουλάκη. Αλλά οι πιο πολλοί Ναρίτες εξοργίστηκαν με άλλο απόσπασμα που κατονόμαζε τον Κώστα Τζιαντζή (μετέπειτα στέλεχος και ιδεολογικό σημείο αναφοράς του ΝΑΡ) ως συγγραφέα του περιβόητου φύλλου.

Το ΝΑΡ έβγαλε μια σωστή και τίμια ανακοίνωση που δεν εστίασε στο προσωπικό για τον Τζιαντζή, αλλά απάντησε συνολικά για όλους τους αγωνιστές της τότε ΚΝΕ. Πολύ καλά αυτά, αλλά εμένα η απορία μου είναι άλλη: Αν εξαιρέσουμε την αναφορά του Ανδρουλάκη στον Τζιαντζή, και διαβάσουμε το επίμαχο κεφάλαιο του βιβλίου για το νο8, πού ακριβώς διαφωνούν μαζί του οι Ναρίτες που επαναφέρουν κάθε χρόνο σχεδόν τέτοια εποχή το γνωστό αφήγημα;

Αλλά η χτεσινή βραδιά ανήκε δικαιωματικά σε άλλους.
Στα παιδιά του Νοέμβρη -ή μήπως του Φλεβάρη;
Τα παιδιά που ήταν κάποτε στο Πολυτεχνείο, ήταν μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής της κατάληψης, μπήκαν μπροστά στον αγώνα και την οργάνωσή του, υπέφεραν στα κελιά της χούντας και βασανίστηκαν. Τα παιδιά της ΚΝΕ και του παράνομου κλιμακίου του ΚΚΕ, που συνελήφθησαν από τη χούντα του Ιωαννίδη τον Φλεβάρη του '74 -και κάποιοι μίλησαν αργότερα στον Λάμπρο Τόκα, που επιμελήθηκε το βιβλίο με τις μαρτυρίες τους ("Τα παιδιά του Φλεβάρη", εκδόσεις Καστανιώτη).

Και αν τότε που έδιναν τις μαρτυρίες, είχε πάρει ο καθένας άλλο δρόμο (άλλος για ΣΥΡΙΖΑ τράβηξε πήγε και άλλος για Εργ. Αγώνα) και μόνο ο Ορφανός απ' την Κρήτη είχε μείνει στο Κόμμα, σήμερα είναι και άλλοι που φαίνεται να το επαναπροσεγγίζουν (δεν εννοώ μόνο από τη λίστα με τα ονόματα του βιβλίου αλλά ευρύτερα). Από την Αλαβάνου -που θα είναι και στο πάνελ της βιβλιοπαρουσίασης του Ρούση σε λίγες μέρες- μέχρι τη χτεσινή μεγάλη παρέα. Ποιοι είναι αυτοί; Αντιγράφω από το ρεπορτάζ του 902.

Στέργιος Βασιλείου, Χρήστος Καραπάνος, Γιώργος Καραγιάννης, Ντίνα Κούκου, Σπύρος Κουρσάρης, Σταμάτης Νικολάου, Αλκης Παπαδήμας, Θεολόγος Πατερέλης, Θανάσης Παναγιωτόπουλος, Στέφανος Πάντος, Κώστας Σεφέρης, Σταύρος Σκουρτόπουλος, Γιώργος Σορολοπίδης, Δημήτρης Τόκας, Λάμπρος Τόκας, Βαγγέλης Τούντας, Νίκος Τριανταφύλλου, Διονύσης Τσακνής και Νίκος Τσιώκος. (Και κάπου κοντά σε αυτούς και ο γιος του Κάππου, που μας άφησε νωρίς...)

Και ήταν όλοι τους εκεί -κάπου κοντά τους και ο γιος του Κάππου, αν είδα καλά. Ήταν εκεί ακόμα και αυτός που ερωτεύτηκε μια χρονολογία και λίγα χρόνια αργότερα μια θέση στην εξουσία με αριστερό προσωπείο. Αλλά τελευταία δείχνει μετανοημένος και μας ξαναπροσεγγίζει κι αυτός... Ελπίζω μόνο να μην παίρνει ιδέες ο Μίμης για τα δικά του γεράματα...

Και η συγκίνηση ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής, σαν συνάντηση παλιών συμμαθητών. Τα παιδιά του Νοέμβρη έκαναν σαν μικρά παιδιά, έβγαζαν φωτογραφίες, δάκρυζαν, χαμογελούσαν με βουρκωμένα μάτια, θέλαν να γυρίσουν στα παλιά, έκαναν πηγαδάκι με τον Κουτσούμπα όσο έπαιζε το συγκρότημα της ΚΝΕ. Και δεν ξέρω πόσο στενοί είναι οι πολιτικοί δεσμοί που (ξανα)χτίζονται, αλλά στον ύμνο της ΚΝΕ στο τέλος, σήκωσαν συγκινημένοι τη γροθιά τους και τραγούδησαν (γιατί το αίμα νερό δε γίνεται). 

Και αν ο Θανάσης δε μιλάει στον Στέφανο (ξέρει λέει αυτός γιατί) που ήταν συγκρατούμενος του Κώστα με τα δύο πι στο Μπογιάτι, δεν έχει και τόση σημασία, ξέρεις. Γιατί τα παιδιά του Νοέμβρη και γενικώς όλοι όσοι έπεσαν μικροί στη χύτρα με τη νιότη του κόσμου, παλεύοντας να τον αλλάξουν, έχουν δικαίωμα να μείνουν για πάντα παιδιά, όσο βαστάν τα πόδια τους και το μυαλό τους. Ακόμα και να κρατάνε μερικά παιδικά -ή όχι και τόσο- πείσματα.

Και αν η σκεπή στην κεφαλή ασπρίζει ή έχει αραιώσει λίγο, αυτοί θα αισθάνονται κάπως έτσι, όπως τα παιδιά στη φωτογραφία: η σπορά των παιδιών του Νοέμβρη...

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2016

Μικρές ανήθικες προτάσεις

Η Ρένα Δουρου-τι επιστρέφει. Δροσερή, καλοκαιρινή, ανανεωμένη, γκρινιάρα, και πάνω απ' όλα διαβασμένη, με θεωρητικό οπλοστάσιο που κάποιοι μπορεί να μη φαντάζονταν πως διαθέτει. Αλλά όταν έχεις νοερά δίπλα σου ογκόλιθους του πνευματικού κόσμου, σαν το Μίμη Ανδρουλάκη και τον Πέτρο Τατσόπουλο, ποιον να φοβηθείς αλήθεια. Απλά κυκλοφορείς τοίχο-τοίχο, μη σε πετύχουν.
Καλή ανάγνωση...

Θα έπρεπε να υπάρχει κάτι σαν το Ινστιτούτο Καταναλωτή, που να ειδικεύεται σε βιβλία. Που θα έχει μια “εγγύηση ποιότητας” σαν αυτή που δίνουν κάποια delivery, ποντάροντας στη συστολή και τη βαρεμάρα του καταναλωτή να ζητήσει αλλαγή του προϊόντος. “Αν δεν μείνατε ικανοποιημένοι, σας το αλλάζουμε!” Ε, αλλάξτε το μου... Θέλω πίσω τα λεφτά μου, πως να στο πω. Με δύο βιβλία το έχω πάθει αυτό, στη μακρά αναγνωστική μου καριέρα.

Το πρώτο ήταν του Μίμη Ανδρουλάκη. Θα με ρωτήσεις -και λογικά- σύντροφε αναγνώστη, τι περίμενες από τον Ανδρουλάκη; Τον τέως ΚΚΕ, τέως Συνασπισμό, τέως ΠΑΣΟΚ αλλά νυν και αεί καραγκιόζη, να διαβάσεις; Μαζί σου. Πήρα τα ρίσκα μου και το ήξερα. Αλλά ρε διάολε, μας λες ότι θα γράψεις για ένα ζήτημα που όποιος το έχει ακούσει, από τις φήμες που κυκλοφορούν κατά καιρούς, θέλει να μάθει. Κι εσύ, την εποχή που υποτίθεται ότι συνέβη αυτό, ήσουν εκεί που συνέβη. Αν έχει όντως συμβεί, λοιπόν, το ξέρεις από πρώτο χέρι. Και μας λες ότι θα μας το αποκαλύψεις.

Το στόρι του “Κόκκινου κάβουρα”, είναι -υποτίθεται- το εξής: Τα χρόνια της “Αλλαγής”, όταν ήρθε η ώρα να κυβερνήσει το ΠΑΣΟΚ και πήρε στα χέρια του, την κρατική μηχανή και τις μυστικές της υπηρεσίες, ανακάλυψε ότι μέσα στο ΚΚΕ (και συγκεκριμένα στην ΚΕ του) δούλευε από χρόνια ένας πράκτορας. Κάποιο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, για να δείξει τις καλές του προθέσεις, το “σφύριξε” σε κάποιον του ΚΚΕ. Σύμφωνα με τον Ανδρουλάκη, η ΚΕ, έστειλε μια τριμελή αντιπροσωπεία (αποτελούμενη από 5-6 άτομα, όπως θα έλεγε και ο Βαμβακούλας) να του πετάξει στο αυτί, δυo λόγια νε-, δυό λόγια νέτα σκέτα.

Το μήνυμα της αντιπροσωπείας στον πράκτορα ήταν “Σιγά-σιγά απομακρύνσου, χωρίς να σε πάρει χαμπάρι κανείς, γιατί αλλιώς θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα”. Όπου στα “κακά ξεμπερδέματα” αφήνει να εννοηθεί ότι υπήρχαν ακόμη και σκέψεις εξόντωσής του. Κι όλα αυτά τη δεκαετία με τις βάτες. Κι εσύ ο αφελής αναγνώστης, φτάνοντας στο σημείο αυτό, ρουφάς τις σελίδες σαν λιμασμένο δεκαπεντάχρονο μπροστά στο πρώτο του πορνοπεριοδικό, μέχρι να φτάσεις στην κορύφωση.

Ε, τελικά όχι. Δεν αναφέρεται πουθενά ξανά στο θέμα. ΠΟΥΘΕΝΑ. Σας έκανα μια περίληψη των πρώτων 10 σελίδων και ακολουθούν καμιά 200αριά, που δεν αναφέρεται στο θέμα του βιβλίου! Αντίθετα, μας εξιστορεί ένα αεροπορικό ταξίδι στη Σουηδία, όπου τρεις πανέμορφες ψηλές και ξανθιές τρελαίνονται στη θέα του και παρατρίχα γλυτώνει τον ομαδικό βιασμό αλλά και μια ακόμη στην μακρινή Σουηδία (που για κάποιον λόγο -αν και τον θέλει σαν κολασμένη- δεν μπορεί να του κάτσει) που αυτοϊκανοποιείται μπροστά του, γιατί ήταν τέτοια η κάψα της, για τον Μίμη τον Ανδρουλάκη. Ένας Τατσόπουλος, πριν τον Τατσόπουλο, με μουστάκι και γελοία φωνή.

Εκεί όμως που τελειώνει η μισή Σουηδία του ενός, αρχίζει η μισή Αθήνα του άλλου. Το δεύτερο βιβλίο που με έκανε να θέλω να ζητήσω τα λεφτά μου πίσω, είναι όπως εύκολα θα καταλάβατε -από την ασίστ στον εαυτό μου στην προηγούμενη παράγραφο- αυτό του Πέτρου Τατσόπουλου. Και για μια ακόμη φορά, θα προσπεράσω τα χαιρέκακα σχόλια του τύπου “αν προσπαθείς να διαβάσεις Τατσόπουλο, θα μάθεις να φυσάς και το γιαούρτι” που στην τελική δεν βγάζει και κανένα νόημα σα λαϊκή ρήση ή τσιτάτο.

Εξηγούμαι, άμεσα. Κάθε καλοκαίρι, υπάρχουν τα βιβλία “κρυφές απολαύσεις”. Πριν τρία χρόνια ήταν το “Καραμανλής off the record” του Μανώλη Κοττάκη. Το βρήκα ένα ευρώ στην Πρωτοπορία, παρότι ντράπηκα, το αγόρασα και με αποζημίωσε για ολόκληρο το ευρώ που ξόδεψα. Ενδιαφέρουσες ιστορίες, πράγματι ψιλο-off the record, με όμορφες λεπτομέρειες για την εκτίμηση του "βασιλιά Ήλιου" στους ΚΚΕδες και τον “αριστερό τύπο”. Εκτενέστερα εδώ.

Πρόπερσι, ήταν η σειρά του Νίκου του Μπίστη -που είναι η προσωπική μου συμπάθεια- και το “Προχωρώντας και αναθεωρώντας”. Μπορεί να μην θυμάμαι πόσο το πήρα, αλλά θα έδινα και τα διπλά γνωρίζοντας πια πόσο με ευχαρίστησε. Άλλωστε αν έχεις περάσει από 6 κόμματα (αλλά πάντα 2 πολιτικές), μια ιστορία να πεις από το καθένα, να το το βιβλίο!

Τελευταίο της λίστας, το βιβλίο του Γιάννη Μπαλάφα, για την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς την εξουσία “20 χρόνια χρειάστηκαν”. Που και αφορμή και έμπνευση σου δίνει στο μέλλον να γράψεις το “6 μήνες χρειάστηκαν” (για να υπογράψουν μνημόνιο). Το σημαντικό είναι, πως σε ένα βιβλίο γεμάτο πρακτικά συνεδριάσεων, ντοκουμέντα συνεδρίων, κείμενα φραξιών και πορείες στελεχών από τάση σε τάση -πράγματα που δεν λες πως... κυλάνε κιόλας- ο πρώην ΚΚΕς -αν και δεν του φαίνεται ούτε λίγο- σου δίνει να καταλάβεις, σαν άλλος Γληνός “τι είναι και τι θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ”. Ή για να είμαστε περισσότερο ακριβείς, “Τι ήταν και τι ήθελε ο ΣΥΡΙΖΑ”.

Κι ύστερα; Κι ύστερα ήρθαν οι μέλισσες. Και ο Τατσόπουλος. Με το βιβλίο του “Ήμουν κι εγώ εκεί”. Ωραία, Πέτρο. Το ξέρω ότι ήσουν κι εσύ. Μίλα μας λοιπόν γι αυτό. Έστω όχι για όλα, για όσα μπορούσες να καταλάβεις. “Θα σας μιλήσω γι αυτό. Αλλά θα το κάνω μόνο στις πρώτες 80 από τις 330 σελίδες του βιβλίου μου. Στις υπόλοιπες θα βάλω πολιτικά μου κείμενα.”
Πέτρο, ξεκαβάλα. Και όλη την Αθήνα να είχες πηδήξει, κανείς δεν θα διάβαζε πολιτικά σου κείμενα. Κανείς εκτός από εμένα, που πλήρωσα το αντίτιμο για να διαβάσω πολιτικό κουτσομπολιό και πήρα... πολιτικά κείμενα, σκέψη-Πέτρος-Τατσόπουλος.

Στις λίγες ενδιαφέρουσες σελίδες του βιβλίου, ο Πέτρος προλαβαίνει να μας μεταφέρει μερικά πιπεράτα κουτσομπουλιά του προκυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ. Σας μεταφέρω τα καλύτερα, ώστε κανείς να μην νιώσει -αν και δεν το φαντάζομαι- τον πειρασμό να βαδίσει στα σκοτεινά και ανήλιαγα σοκάκια που βάδισα.

Ο Τατσόπουλος, σύμφωνα με τον ίδιο, στα νιάτα του ήταν οργανωμένος σε μια γκρούπα, που αποκαλούσε εαυτήν “ζαχαριαδική”. Διαγράφηκε ως “μικροαστικό στοιχείο” ή έστω του είπαν κάτι τέτοιο για να τον ξεφορτωθούν. Ήρθε σε επαφή μέσω των τηλεοπτικών πάνελ με τον ΣΥΡΙΖΑ μόλις το 2012, έχοντας ως συνδέσμους με το κόμμα, το Νίκο Βούτση και τη Ρένα τη Δούρου. Στην τελευταία μάλιστα απευθύνθηκε όταν απηύδησε με τα αγγλικά του προέδρου και εκείνο το παροιμιώδες Frozen War που ξεστόμισε ο τελευταίος σε μια επίσκεψή του στις ΗΠΑ, αναφερόμενος στον λεγόμενο “Ψυχρό Πόλεμο”. “Μπορεί να ήθελε κάτι πιο ψυχρό από το “ψυχρό”, κάτι κατεψυγμένο” του απάντησε η Δούρου. Ή να είχε κολλήσει με το τραγούδι της Maddona, συμπληρώνω εγώ.

Στο κομμάτι του αγνού κουτσομπολιού στο βιβλίο του, επιτίθεται σε όσους ΣΥΡΙΖΑίους του είχαν επιτεθεί όσο ήταν ακόμα βουλευτής του κόμματος. Πιάνει κατά σειρά τον Βασίλη Μουλόπουλο, τον οποίο χαρακτηρίζει “δεξί χέρι του Μπόμπολα”, τον Πάνο Σκουρλέτη για τον οποίο λέει πως “πήγαινε στα κανάλια των διαπλεκόμενων, για να βρίζει τους διαπλεκόμενους εξαιρουμένων των παρόντων”, αλλά και τον Βαγγέλη Διαμαντόπουλο, τον οποίο σταθερά αποκαλεί “διασημότερο αναρχικό υπάλληλο του ΟΤΕ” ή παπα-Σούρα.

Πολιτικός μέντορας του ανδρός, σύμφωνα με τα γραφόμενά του, είναι ο Ανδρέας Παπαδόπουλος. Πρώην δημοσιογράφος της Αυγής και μέλος του ΣΥΡΙΖΑ, πρώην εκπρόσωπος τύπου της ΔΗΜΑΡ και νυν αρχισυντάκτης στην εφημερίδα Επένδυση. Και φιλελεύθερος από τη μέρα που γεννήθηκε, πιθανότατα. Πολύ καλό παιδί, αλλά οτιδήποτε “αριστερό” του προκαλεί αλλεργικό σοκ. Παράλληλα, ο Πέτρος με μια λαθροχειρία που με προσβάλλει προσωπικά για πολλούς λόγους (που δεν είναι της παρούσης), αποδίδει τον όρο “Αυγιανή”, σε έναν άλλο φιλελέ, τον φίλο και σύντροφό του -σε όλα τα κόμματα που άλλαξε- Γρήγορη Ψαριανό.

Περιγράφει ακόμη ιδιαίτερα γλαφυρά, τις δύο συναντήσεις του με τον Αλέξη Τσίπρα. Στο “μπες” και στο “βγες”. Πως συζήτησαν δηλαδή, το “σε ποια περιφέρεια θα κατέβεις” που έγινε με ωραίο μπακάλικο τρόπο, στυλό-δελτίο-πρακτορείο και ενδελεχή εξέταση της επετηρίδας σχετικά με το ποιος πρέπει να βγει σε κάθε περιφέρεια. Και βέβαια, το “βγες”. Την ημέρα που Τατσόπουλος και Τσίπρας, συναντήθηκαν και πάλι, ώστε να δοθούν οι αμοιβαίες εξηγήσεις για την ανεξαρτητοποίηση του συγγραφέα. “Κράτα την έδρα, δεν την θέλω” του είπε ο Τσίπρας και έκλαψαν και τα πλακάκια.

Και αυτό ήταν το βιβλίο του Πέτρου του Τατσόπουλου. Αλλά και τι έγινε; YOLO. Διαβάσαμε Τατσόπουλο και θα πάμε να πάρουμε και το βιβλίο του Ρινάλντι. Που όπως έλεγε το δελτίο τύπου που το διαφήμιζε, ο ΣΥΡΙΖΑ από το 2014 είχε αποφασίσει ότι δεν θα πάει σε σύγκρουση. Πέφτουμε από τα σύννεφα. Και η ΚΟΕ, κύριε; (Θα ρωτούσε το κοριτσάκι με το θλιμμένο βλέμμα, στη διαφήμιση της Νέας Δημοκρατίας, τον δάσκαλό της). Ε, η ΚΟΕ, προσπαθούσε να τους αλλάξει γνώμη, να δημιουργήσει ρήγματα και τελικά έγινε το πρώτο κόμμα στην παγκόσμια ιστορία, που ιδιωτεύει σύσσωμο. Σαν κόμμα!

Το ξέρω (είσαι μόν@, είσαι μόν@, είσαι μόν@) σύντροφε αναγνώστ@. Θα σκέφτεσαι -και λογικά- “Μα θα πάμε εμείς να δώσουμε λεφτά” σ' αυτούς; Ξέρω γω, μην τους δώσετε λεφτά. Δώστε τους λουλούδια. Σ' αυτούς και σ' όλους τους επαναστάτες που απέτυχαν. Που είναι στίχος από ένα παλιό ισπανικό τραγούδι, όπως έμαθα, διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο του Κουφοντίνα. Αλλά αυτό είναι το θέμα μιας άλλης ανάρτησης...

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

Είναι ξεφτίλα να ασχολείσαι με το ελληνικό ποδόσφαιρο

Γκολ και ξύλο, χαμός, αριστερισμός, λουμπεναριά, μπέναλτι, μΠΑΟΚ, Τούμπες, ανατροπές, αντεπανάσταση, κοντραρεβολουτσιόνε, κόντρα ανακοινώσεις, ματ, ντου, μπουκάλια, χημικά, βεγγαλικά. Μα τι διάολο γίνεται;
Κι όποιος γνωρίζει τι φταίει για όλα αυτά, ας μου εξηγήσει μετά.

Ετούτο δώ το πράγμα που βλέπεις είναι η πάλη των τάξεων, η οποία ως γνωστόν παραμένει ιστορικά αιδκαίωτη, όπως λέει στην κάμερα ο Τραμπάκουλας, στην τελευταία σκηνή του Αλαλούμ. Και όλα αυτά βασικά συμβαίνουν γιατί δεν υπάρχει οργάνωση, αν και ο θρύλος (όχι ο Ολυμπιακός) λέει πως υπήρχε ΟΒ Θύρας 4, στη χρυσή δεκαετία με τις βάτες, που είχε πανηγυρίσει ο ΠΑΟΚ το τελευταίο του πρωτάθλημα.

Βασικά αυτό που είδαμε χτες δεν είναι το σαμποτάρισμα της κολχόζνικης πρωτοβουλίας κι ας μιλάει για επανάσταση το σημερινό πρωτοσέλιδο της Μέτροσπορτ. Πιο πολύ μοιάζει με μονομαχία στο Ελ-Πάσο ή έστω στις Σέρρες Μάντρες, απ' όπου είχε φύγει κάποτε με εξάρα στην πλάτη ο Ολυμπιακός. Σαν μαφιόζικο ξεκαθάρισμα λογαριασμών κι ενδοκαπιταλιστική διαμάχη, που πάει να δικαιώσει εκ των υστέρων τις ανακοινώσεις της 17Ν για τη λούμπεν αστική τάξη.
Με το Σαββίδη να ζητάει την επανάληψη του αγώνα (!) με ξένο διαιτητή (ας πούμε αυτόν που σφύριξε το Ολυμπιακός-Άντερλεχτ) και να φύγει ο Μαρινάκης από το ποδόσφαιρο. Και τον Καραπαπά να λέει ότι "δεν περνάνε αλητείες σε εμάς", που για κάποιο λόγο μου θύμισε τη φράση: δεν περνάνε στην Τατιάνα τατιανιές. Καπιταλισμός που σαπίζει και ζέχνει σε όλα του.
Εμπρός της γης οι τρελαμένοι
Μου έρχονται τόσο πολλοί συνειρμοί, που φοβάμαι μην αφήσω κάποιον απέξω.
Πριν από μερικά χρόνια, ο βετεράνος blogger του ισπανικού εμφυλίου, regimientocinqo (και ας μην είχε σωστή ισπανική ορθογραφία), τρελαμένος από ένα άλλο Ολυμπιακός-ΠΑΟΚ για το Κύπελλο, όπου ο δικέφαλος του Βορρά (τι ωραία που 'ναι τα αθλητικά κλισέ) είχε μείνει με εννιά παίκτες, είχε κάνει μια νηφάλια μαρξιστική ανάλυση κι έγραψε ότι "είναι ξεφτίλα να 'σαι Ολυμπιακός". Ανάλυση με την οποία θα συμφωνούσε πιστεύω κι η Ρένα Μπουεναβεντούρα Δουρου-τι, κι ας πέθανε την ίδια χρονιά, που ξεκινούσε ο ισπανικός εμφύλιος, και ας ήταν γαβρίνα στα νιάτα της, ή μάλλον ακριβώς επειδή ήταν. Αυτό, παρεμπιπτόντως, μας δίνει ασίστ για την πτυχή των διπλών πρακτόρων, αλλά θα την αξιοποιήσουμε στις καθυστερήσεις του κειμένου, για να έχει αγωνία.

Χτες πάντως αποδείχτηκε για πολλοστή φορά πως το ελληνικό ποδόσφαιρο είναι το πιο σύντομο ανέκδοτο διαρκείας (όλα διαλεκτική είναι) και πως είναι ξεφτίλα να ασχολείται κανείς σοβαρά μαζί του. Αλλά αν είσαι κουκουέ, ξέρεις πως ο κόσμος δε βγάζει εύκολα συμπεράσματα, γιατί κατά βάθος γουστάρει αυταπάτες και το όπιό του, βουλιάζει στη δύναμη της συνήθειας, θέλει την ξεφτίλα για να διασκεδάσει τη μιζέρια του, χωρίς να καταλαβαίνει ότι έτσι την κάνει ακόμα πιο μίζερη.

Για να παραφράσω ένα τιτίβισμα του Ρομπέρτο (που αν και Ισπανός δεν έχει κάποια άμεση σχέση με τον ισπανικό εμφύλιο, αλλά βλέπει μπροστά του να εκτυλίσσεται ένας ιδιότυπος ελληνικός εμφύλιος), το ελληνικό πρωτάθλημα/ποδόσφαιρο είναι μια υπόθεση για ηλίθιους, αν και έτσι θα προσβάλλαμε πιθανότατα τους ηλίθιους. Κι άντε να καταλάβει μετά ο πωρωμένος οπαδός ότι "είναι ο καπιταλισμός ηλίθιε", που φταίει για την κατάντια αυτή.

Πάντως αυτό το ζευγάρι, ΠΑΟΚ-Ολυμπιακός, με αυτό το βαθύ χάσμα και τις τόσες.. ομοιότητες που τους χωρίζουν, με μια προϊστορία όπου έχουν συμβεί τα πάντα, ακόμα και να τελειώσει αγώνας στο 82', για να μην έχουμε χειρότερα (και άντε να δούμε πότε θα αφήσουμε πίσω την ταξική προϊστορία της ανθρωπότητας και διάφορες μαϊμούδες, για να περάσουμε στην αληθινή ιστορία του είδους μας), έχει σταθεί διαρκής πηγή έμπνευσης για πολλούς και διάφορους.

Πέρα από το κείμενο του R5, θυμίζω ένα παλιότερο της κε του μπλοκ που επιχειρούσε να εφαρμόσει το διαλεκτικό υλισμό και την τέχνη των (ενδοϊμπεριαλιστικών) αντιθέσεων στο ποδόσφαιρο. Και μια πρόσφατη χιουμοριστική ανάλυση του 2310net για το Ολυμπιακός-ΠΑΟΚ στο ποδόσφαιρο, που αν και φόλα Παοκτζής, που μας λέει ότι ο μόνος Άρης είναι ο Βελουχιώτης, κατάφερε να ξεγελάσει και τους δικούς του, που τον πέρασαν για γάβρο και τον περιέλαβαν στα σχόλια. Πχ ο Θερσίτης, που αν δεν τον γνώριζα προσωπικά, θα πίστευα ότι έπαθε στιγμιαία Γιώργο Μίνο και δεν κατάλαβε τη λεπτή ειρωνεία.

Τι  άλλο έχουμε; Α, ναι. Αθηναϊκό κράτος. Αυτό που το πας;
Το πάω δίπλα σε άλλες περισπούδαστες αναλύσεις, όπως κομματικό κράτος, αταξικό κράτος, απολιτίκ κράτος, νεοφιλελέ κρατισμός, κι άλλα τινά παρόμοια, που χρήζουν ειδικής εξέτασης. Λες δηλαδή να είμαστε σε καθεστώς κατοχής από τους Αθηναίους και να μην το ξέρουμε;

Θα πει κάποιος, ως προς τον τίτλο, πως είναι γενικά ξεφτίλα να ασχολείσαι με το ποδόσφαιρο, όταν βλέπεις όσα γίνονται γύρω μας και το δράμα των προσφύγων. Ας δούμε λοιπόν μια σοβαρή, πολιτική ανάλυση για το προσφυγικό από κόκκινο πρίσμα.



Χρωστάω έναν επίλογο για τους διπλούς ανθρώπους και τους κόκκινους κάβουρες, για τους οποίους έγραψε ο Μίμης Ανδρουλάκης, που μπορεί να τους ψυχολογήσει εξ ιδίων καλύτερα από τον καθένα. Αν κι η επιτομή των διπλών ανθρώπων κατά τη γνώμη μου είναι ένας άλλος άνθρωπος του Κόκκαλη, με αντίστοιχα χαμηλό ηθικό ανάστημα με του Μίμη, αλλά καμία σχέση με το ύψος του Ανδρουλάκη.

Μια μέρα θα το γράψει η ιστορία
Ένας μ-λ-κας, δύο μέτρα δεκατρία...
όπως λέει και το σχετικό σύνθημα.

Που πέρασε και δεν ακούμπησε από την Κνε, αράχνιασε το μυαλό του, ή χτύπησε καθώς έβγαινε απ' την πόρτα στο "κατώφλι του 21ου αιώνα" κι έπαθε πολιτική αμνησία (ήταν εξάλλου γνωστός γκαφέρ με έφεση στα ατυχήματα, όπως τότε που του έσπασε το Κύπελλο στα χέρια).

Και σα να μην έφτανε που από Κνίτης έγινε ΠαΣοΚ (ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος ήταν εξάλλου) άφησε τον ΠΑΟΚ και έγινε (που είναι διαφορετικό από το σκέτο "έπαιξε κάπου") Ολυμπιακός. Άσε που έκοψε και τα μαλλιά του κι έγινε σαν τον Σπύρο Παπαδόπουλο (άλλη περίπτωση ξεπουλημένου πασοκόγαβρου), χωρίς γένια. Κι έδωσε χτες μια συνέντευξη εφ' όλης της ύλης, από την οποία μπορεί να αντλήσει κανείς πολιτικά μαργαριτάρια, πχ για τους αγρότες, το δημόσιο, την αυτοδιοίκηση.

Αλλά το βασικό νέο της ημέρας είναι πως η Δήμητρα Παπαδοπούλου, που και αυτή -ω ναι- από την Κνε πέρασε κάποτε, υποσχέθηκε να γράψει σενάριο ταινίας για τους Απαράδεκτους, αν ο Σταρόβας χάσει τριάντα κιλά.
Ή αν ο Ολυμπιακός χάσει δύο πρωταθλήματα στη σειρά, που είναι εξίσου πιθανό.

Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

Ο κόκκινος κάβουρας

Ο κόκκινος κάβουρας είναι το τελευταίο μυθιστόρημα του μίμη ανδρουλάκη, που βασίζεται στην υπαρκτή (απ’ όσο καταλαβαίνω) περίπτωση ενός πράκτορα της κυπ, που είχε διεισδύσει στο κόμμα και τα ηγετικά του κλιμάκια, φτάνοντας να γίνει και μέλος της κετουκε –αν δεν κάνω λάθος ήταν στο γραφείο της κοθ και λεγόταν σταμπουλίδης, αν και ο ανδρουλάκης αποφεύγει επιμελώς να τον κατονομάσει συγκεκριμένα και σε όλο το βιβλίο αναφέρεται σε αυτόν με την κωδική του ονομασία. Ενώ η αποκάλυψή του ήταν δώρο της αλλαγής και της νέας πράσινης και δημοκρατικής πολιτικής διοίκησης της κυπ (νομίζω του τσοχατζόπουλου) στο κόμμα.

Το παραδέχεται και μόνος του ότι είναι
Η ιστορία αυτή αποτελεί την χαρά και το έσχατο καταφύγιο στην επιχειρηματολογία κάθε αναρχικής ή εξωκοινοβουλευτικής ομάδας, που δικαιολογεί, με ένα ακλόνητο παράδειγμα από τη ζωή, τη δική της μισοδιαλυτική οργανωτική κατάσταση, εφόσον ούτε η «σκληρή δομή» του κουκουέ αποδείχτηκε άτρωτη και στεγανή από τους ασφαλίτικους μηχανισμούς του κράτους. Φανταστείτε βέβαια με το ίδιο σκεπτικό, τη «δικαίωση» που πρέπει να ένιωσαν οι μενσεβίκοι, όταν άνοιξαν τα μυστικά αρχεία της οχράνα κι αποδείχτηκε πως ο μαλινόφσκι, μέλος του πολίτ-μπιρό του κόμματος των μπολσεβίκων, ήταν πράκτορας της τσαρικής μυστικής αστυνομίας. Και δεν το λέω αυτό για να ισχυριστώ πως το κκε στέκει στο ύψος των μπολσεβίκων, αλλά για να δείξω την κοινή, διαχρονική μενσεβίκικη λογική στο οργανωτικό ζήτημα, όπως είχε αποτυπωθεί και στην πρόταση καταστατικού του μάρτοφ, να είναι μέλη του κόμματος όσοι είναι συμπαθούντες και σύμφωνοι γενικά με το πρόγραμμά του –ή με άλλα λόγια, όποιος παλεύει γενικά και γενικώς δεν την παλεύει άλλο με τη σημερινή κατάσταση.

Όποιος διάβαζε πέρσι βέβαια στον αστικό κυριακάτικο τύπο την αναγγελία του βιβλίου και την προδημοσίευση κάποιων αποσπασμάτων του, θα σχημάτιζε τελείως διαφορετική εντύπωση –όχι μόνο για το περιεχόμενο του βιβλίου, αλλά και για το κείμενο της ίδιας της παρουσίασής του- από τους συντονισμένους πρωτοσέλιδους τίτλους και τον τρόπο με τον οποίο διαφήμιζαν τον κόκκινο κάβουρα: ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΣΤΟ ΚΚΕ!
Για να υποθέσει ο αναγνώστης πως μιλάμε για κάποια καινούρια, τωρινή αποκάλυψη για το σημερινό κκε, που είναι διάτρητο και ξέφραγο αμπέλι, όπου αλωνίζουν πράκτορες, χαφιέδες, σταυρόπουλοι, πληροφοριοδότες του σταυρόπουλου, σκυλιά, γατιά και αλεστικά μη δίνετε. Και για να ερεθίσει το θυμικό του μέσου συντρόφου, που με έναν ιδιότυπο μαζοχισμό –από τον οποίο δεν εξαιρώ φυσικά τον εαυτό μου- παρακολουθεί και συγκεντρώνει τις διάφορες αντικομμουνιστικές χυδαιότητες –λες και θα αναλάβει να απαντήσει ο ίδιος ή απλώς για να ‘χει εικόνα. Κι η αλήθεια είναι πως είμαστε μία από τις βασικές κατηγορίες του αναγνωστικού κοινού στις οποίες απευθύνονται τέτοια βιβλία και που μπορεί να (τα) τσιμπήσει, όχι με αυτά που λένε, αλλά για να δει τι λένε.

Όσο άθλια και εφετζίδικη ήταν λοιπόν η ρεκλάμα που του έκανε ο αστικός τύπος, άλλο τόσο άθλιο κι απογοητευτικό είναι το ίδιο το βιβλίο του ανδρουλάκη, που ενδιαφέρεται πρωτίστως να πουλήσει πάση θυσία, αλλά μας πούλησε τελικά φύκια για μεταξωτές κορδέλες, χωρίς να μας δώσει καν αυτό που διαφήμιζε: δηλ ένα φτηνό αντικομμουνιστικό καλτ, με τζεϊμς-μποντιλίκια και κρυφές βουτιές στα άδυτα του περισσού, παρασκήνια και μια εσάνς πολιτικού κουτσομπολιού.

Ο φλωράκης πχ εμφανίζεται σε ένα μικρό, δευτερεύοντα ρόλο, βασικά μόνο στο πρώτο κεφάλαιο, όπου ο στόχος είναι να εμπεδώσουμε πως ο ανδρουλάκης ήταν παιδί του χαρίλαου, διαρκώς δίπλα του στις κρίσιμες στιγμές και την τελική ευθεία εκείνης της «σκοτεινής υπόθεσης» -εδώ το σκοτάδι μπαίνει για να ανατριχιάσουμε και να μπούμε στο κλίμα της περιπέτειας. Ακολουθεί ένα κεφάλαιο με σημειώσεις για διάφορες ιστορικές συμπτώσεις και ιντριγκαδόρικους συνειρμούς-παραλληλισμούς συγκαιρινών γεγονότων με το κομβικό έτος 1913 (στο φετινό βιβλίο του –γιατί βγάζει περίπου ένα κάθε χρόνο- μπορεί να μας λέει για τα εκατό χρόνια από τον πρώτο παγκόσμιο), αλλά όπως λέει και ο ίδιος ο συγγραφέας, θα μπορούσαμε να το παραλείψουμε χωρίς να χάσουμε κάτι από την πλοκή.

Η οποία πλοκή εκτείνεται χωρίς ουσιαστικό λόγο στις επόμενες τριακόσιες και βάλε σελίδες του βιβλίου και είναι τόσο ανιαρή και αδιάφορη, που μπορεί και να την έχεις ξεχάσει –καλή ώρα- μόλις λίγους μήνες αφού την έχεις διαβάσει. Θυμάμαι μόνο πως στο τέλος ο ανδρουλάκης ανακαλύπτει τη γερμανίδα σύζυγο του κόκκινου κάβουρα, την κυρία καβουρίνα (κάπως αλλιώς τη λένε αλλά δεν έχω συγκρατήσει το όνομα), ενώ στο ενδιάμεσο έχει προλάβει να γοητεύσει αυτήν και όλες τις υπόλοιπες γυναίκες της υπόθεσης, με τις τρομερές του γνώσεις και την ακατάσχετη ανδρουλακολογία του. Μία ζωγράφος μάλιστα διακόπτει σε κάποια στιγμή την τέχνη της κι αφήνει τον πίνακα για να αυνανιστεί μπροστά του και να φτάσει σε οργασμό.

Ο ανδρουλάκης φαίνεται να αναπολεί περασμένα μεγαλεία και το ντόρο που προκάλεσε, την εποχή που βγήκε, το μν, όταν μας γράφει για το μουνί της ζωγράφου και μας το επαναλαμβάνει, για να το εμπεδώσουμε και να σοκαριστούμε με το τολμηρό, ελευθερόστομο πνεύμα του: «μουνί-μουνί». Ενώ το ίδιο περίπου αποτέλεσμα φαίνεται να επιδιώκει και με τη συνεχόμενη επανάληψη «πράκτορας-πράκτορας».

Θεωρητικά ενδιαφέρεται από ερευνητική, λογοτεχνική άποψη να διεισδύσει στο φαινόμενο των λεγόμενων «διπλών ανθρώπων-πρακτόρων», τη διχασμένη προσωπικότητα και την ψυχολογία τους. Στην πραγματικότητα, πρόκειται μάλλον για ένα είδος υποσυνείδητης ενδοσκόπησης κι αυτοβιογραφικών αναζητήσων γύρω από τη δική του διπλή ψυχολογία, γλώσσα, στάση, τον καιρό που ήταν αναπληρωματικό μέλος του πγ της κετουκε, κι έπρεπε να πασπαλίζει με μαρξικές αναφορές αυτά που πρέσβευε. Δεν χρειάζεται εξάλλου να είναι κανείς έμμισθος, στρατολογημένος, πράκτορας, για να υπηρετεί την αστική τάξη και τα συμφέροντά της. Αν και ο ανδρουλάκης ανταμείφθηκε με το παραπάνω για την εξαργύρωση του κομμουνιστικού του παρελθόντος (κολαούζος του κόκκαλη στον φλας, πολιτική καριέρα με το πασόκ του γιωργάκη, κτλ).

Ο ανδρουλάκης ξέρει πως το κουκουέ πουλάει ακόμα, αφού το πούλησε κι αυτός την περίοδο του μαζικού ξεπουλήματος ιδανικών σε τιμή ευκαιρίας. Κι επιχειρεί πιθανότατα μια τελευταία αρπαχτή με μεταχρονολογημένες επιταγές από το πέρασμά του στο κόμμα, βλέποντας τις δικές του μετοχές στο πολιτικό χρηματιστήριο να κατρακυλάνε και το ρόλο της στυμμένης λεμονόκουπας να πλησιάζει επικίνδυνα. Δυστυχώς για αυτόν την έκανε πολύ νωρίς, με πλαϊνά, καβουρίσια πηδηματάκια, από το συνασπισμό (πριν από το εκλογικό ναυάγιο του 93’) γιατί ήταν φτιαγμένος για μεγάλα πράγματα, αλλά δεν κατάφερε να πηδήξει εγκαίρως, όπως κάποια άλλα ποντίκια, από το πολιτικό ναυάγιο του πασόκ. Μπορεί όμως να πιάσει το τραγούδι, τώρα που θα μείνει πιθανότατα εκτός βουλής, στις επόμενες εθνικές εκλογές. Κι όλο κλαίνε τα καβουράκια...

Το βιβλίο λοιπόν έχει όλα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της αρπαχτής, σε πολλαπλάσιο βαθμό από ό,τι άλλα, προηγούμενα έργα του ανδρουλάκη, και συνεπώς δε συνίσταται, ούτε καν για ανάγνωσμα παραλίας ή τρένου. Η βασική αίσθηση που μένει στο τέλος είναι η ανεξάντλητη περιαυτολογία και αυταρέσκεια αυτού του σεμνού ανδρός, ίσως το μοναδικό χαρακτηριστικό το οποίο έχει παραμείνει σταθερό πάνω του σε αυτήν τη διαδρομή και στο οποίο παρουσιάζει θαυμαστή πολιτική συνέπεια. Όλος ο κόσμος ήτανε δικός του και δημιούργημά του. Κι ο εαυτός του ήτανε όλος ο κόσμος.


Αναρωτιέσαι πολλές φορές τι θα γινόταν ο μίμης ανδρουλάκης αν ήταν στοιχειωδώς εμφανίσιμος. Θα διοχέτευε σε άλλους τομείς την εγωπάθειά του ή θα έβγαινε περισσότερο πολιτικά ψωνισμένος, να ασκεί το αντικειμενικά (το λεν και τα βιβλία του) ακαταμάχητο σεξαπίλ του, λέγοντας σε καθεμιά αυτό που ζητάει να ακούσει; Και μήπως έτσι έβλεπε και το κόμμα και εξάσκησε πάνω στη ράχη μας, με περίτεχνες μαρξίζουσες αρλούμπες που ακούγονταν όμως όμορφα, αυτή τη ρητορική δεινότητα, να ντύνει το τίποτα με τόσο πομπώδεις φράσεις;

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014

Το "βρώμικο" 89’



Το 89’ αποτελεί ορόσημο, τόσο πλούσιο σε δραματικά πολιτικά γεγονότα –κάπως σαν τις λίστες με τις κορυφαίες μουσικές επιτυχίες- που να φανταστείς ότι η τιεν αν μεν και η επική, τίμια δήλωση του κάππου ότι «δεν έχουμε κοβες στο πεκίνο, για να πάρουμε αξιόπιστη εικόνα», είναι ζήτημα αν θα έβρισκε θέση στην πρώτη πεντάδα. Το 89’ είναι το έτος 1 της νέας τάξης πραγμάτων (όπως το ορίζει, με διαφορετικό όνομα βέβαια, κι ο τσίμας στο «μετά» του ανδρουλάκη), αλλά και του ναρ. Χρονιά-φετίχ για μια σειρά ετερόκλιτες (;) δυνάμεις και την προσπάθειά τους να διαχωριστούν από το κκε και να το απαξιώσουν, με όποιον τρόπο θεωρούν πιο πρόσφορο, όπως φαίνεται κι από διάφορα επετειακά αφιερώματα αυτών των ημερών, με αφορμή τη συμπλήρωση 25 χρόνων από το σχηματισμό της κυβέρνησης τζανετάκη. Κι όταν λέμε φετίχ, εννοούμε έντονο κόλλημα, στα όρια του πολιτικού συμπλέγματος.

Είκοσι χρόνια έχουνε περάσει

Και οι ναρίτες δεν το έχουν ξεπεράσει...



Θυμάμαι σε μια καταμέτρηση εστιακών εκλογών, όπου βασικά ήμασταν μόνο εμείς και τα εαακ να αλλάζουμε φιλοφρονήσεις και συνθήματα, εμείς για τους οικοδόμους που έρχονται, αυτοί τα δικά τους, μια ωραία φοιτητική ατμόσφαιρα δηλ, που διαταράχτηκε ξαφνικά όταν βγήκε το ψηφοδέλτιο με αύξοντα αριθμό 89 κι άρχισαν οι απέναντι με εξαρτημένα αντανακλαστικά παυλόφ-σκυλου.

Και το 89; Τι έγινε το 89; Θα μας πείτε τι έγινε το 89;



Μα τι ακριβώς έγινε λοιπόν το 89 –ούτε η αλεζία να ήταν; Πώς μπορούμε να το ερμηνεύσουμε, να το κριτικάρουμε, να απαντήσουμε στους αντιπάλους μας; Αυτό εξαρτάται από το συνομιλητή που έχουμε απέναντί μας. Αν έρθει κάποιος βρωμιάρης πασόκος να μας πει για το «βρώμικο 89» αναπαράγοντας τη γραμμή από το ομώνυμο βιβλίο του λευτέρη παπαδόπουλου (που μεταξύ άλλων δημοσιογραφούσε στο δολ), του επιστρέφουμε στο πολλαπλάσιο τη λάσπη και τη ρετσινιά που ανήκει δικαιωματικά στους (με την κυριολεκτική έννοια) συντρόφους του (εφόσον όλοι μαζί τα έφαγαν) και απαντάμε με το απόφθεγμα του χαρίλαου: η αριστερά ξεβρώμισε το 89’, δεν το βρώμισε.



Το οποίο δυστυχώς αληθεύει και σε ένα άλλο επίπεδο, καθώς το κκε κι ο ενιαίος συνασπισμός στάθηκαν η κολυμβήθρα του σιλωάμ που ξέπλυνε τα αμαρτήματα και τις βρωμιές του αστικού πολιτικού συστήματος της εποχής, κρατώντας για λογαριασμό τους το στίγμα αυτής της προσωρινής συνεργασίας. Το κόμμα υπερτίμησε ίσως το μέγεθος της υπόθεσης κοσκωτά, παρασυρόμενο από τον ορυμαγδό των αποκαλύψεων από τους μεγαλοεκδότες και την ενδοαστική τους κόντρα με την κυβέρνηση της αλλαγής, που επιχείρησε να ελέγξει πλήρως τον χώρο του τύπου –κι αυτό στάθηκε αιτία κι αφορμή για να αρχίσει να ξετυλίγεται, τότε μόλις κι όχι νωρίτερα, το κουβάρι γύρω από το μεγαλοαπατεώνα. Θεώρησε εθνική υπόθεση, για την οποία οφείλει να συνεργαστεί ακόμα και με το διάβολο, την κάθαρση της πολιτικής σκηνής, τις αντιθέσεις και τα αδιέξοδα του πολιτικού συστήματος.



Μήπως υπάρχει όμως κάποιος λογικός πυρήνας έστω στην εκδοχή των πασόκων για τα δύο άκρα που συνέκλιναν σε έναν ιστορικό συμβιβασμό αλά ελληνικά κι έναν αφύσικο πολιτικό γάμο, προκειμένου να εξοντώσουν ηθικά και βιολογικά τον κοινό εχθρό τους, δηλ τον παπανδρέου και το πασόκ; Καθαρά και κατηγορηματικά, όχι. Υπάρχει όμως ένα σημείο, που οφείλουμε να αναγνωρίσουμε: ότι δηλ ο βασικός πολιτικός σχεδιασμός κάποιων ορισμένων ηγετικών κομματικών στελεχών (που ευνοούσαν ουσιαστικά τη σοσιαλδημοκρατική μετάλλαξη του κουκουέ κι αποχώρησαν από τις γραμμές του, δυο χρόνια αργότερα, όταν είδαν το σχέδιό τους να ναυαγεί), ήταν να αξιοποιήσουν τη συγκυρία και την χρυσή ευκαιρία που θεώρησαν πως τους παρουσιάζεται για να πάρει ο συνασπισμός τη θέση του φαινομενικά παραπαίοντος πασόκ στην κεντρική πολιτική σκηνή και να μετεξελιχθεί σταδιακά σε κυβερνητική δύναμη εξουσίας. Αυτά τα στελέχη μετά το 91’ είτε έβαλαν την ουρά στα σκέλια και βρέθηκαν στη μεγάλη αγκαλιά του πασόκ, εφόσον δεν κατάφεραν να το διαλύσουν και να το υποκαταστήσουν, είτε απολαμβάνουν σήμερα αναδρομικά τη δικαίωση των κόπων τους και την καρποφόρηση του αρχικού τους σχεδιασμού με όχημα τη μετεξέλιξη του συνασπισμού, το σύριζα.



Σήμερα πάντως οι αμιγείς πασόκοι, χωρίς παραλλαγή, τελούν προς εξαφάνιση ως είδος, που εξαρτά την πολιτική του υπόσταση από την κυβερνητική συνεργασία με τη νδ, οπότε δεν έχει κανένα απολύτως λόγο και συμφέρον να επαναφέρει το θέμα στην επικαιρότητα. Ή εναλλακτικά έχουν βρει πολιτικό καταφύγιο στη δημαρ και το σύριζα, που είχαν συμμετάσχει κι αυτοί στο κόλπο. Συνεπώς έχει ατονήσει κάπως τα τελευταία χρόνια η ανιαρή και μονότονη επανάληψη προκάτ επιχειρημάτων για ανίερη συνεργασία, κτλ, κάθε φορά που ένα στριμωγμένος πασόκος έψαχνε τον κατάλληλο αντιπερισπασμό για να ξεγλιστρήσει.



Κι αν ο συνομιλητής μας είναι κάποιος απλός ναρίτης ή κάποιος άλλος που απλώς έφυγε κι ιδιώτευσε το 89’ και το έχει ακόμα ως τραυματικό βίωμα που τον πονά, κάθε φορά που αλλάζει ο καιρός; Εξαρτάται σου λέω, εξαρτάται. Δεν είναι προφανώς ίδια η κάθε περίπτωση. Ας πάρουμε μερικά γνωστά και προβεβλημένα ιστορικά παραδείγματα, που το επιβεβαιώνουν.



Ο νίκος κοτζιάς (μέλος της κετουκε) αποχώρησε το 89’ διαφωνώντας από τα αριστερά με την επιλογή της κυβέρνησης τζανετάκη και συνέγραψε μαζί με το μακαρίτη μπατίκα (ανπαληρωματικό μέλος της κε) την μπροσούρα «μια συζήτηση που δεν έγινε» (σσ: εσωκομματικά πάνω στις θέσεις τους ή μάλλον επί των κειμένων τους και με τους όρους που έθεσαν, γιατί δόθηκε εσωτερικό σημείωμα στις κοβ σχετικά με τις περιπτώσεις τους), όπου μεταξύ άλλων διακήρυσσε την πίστη του πως οι αντιδημοκρατικές πρακτικές θα περάσουν οριστικά στο παρελθόν με το πνεύμα διαφάνειας και τις πολιτικές αρχές της περεστρόικα. Αφού πέρασε ένα φεγγάρι από τις ιδρυτικές διεργασίες και περιπέτειες του ναρ, ο κοτζιάς αναδείχτηκε σε εξ απορρήτων σύμβουλο του γαπ ενώ σήμερα κινείται, με αξιοθαύμαστη συμφεροντολογική συνέπεια, στις παρυφές του σύριζα, επικεφαλής της κίνησης «πράττω».



Ο μπιτσάκης την ίδια περίοδο έγραψε την μπροσούρα «ρήξη ή ενσωμάτωση» υπονοώντας προφανώς ότι ο ίδιος επέλεγε το πρώτο σκέλος, σε αντίθεση με την πολιτική πορεία του κκε, κατά την κρίση του. 20 χρόνια μετά, ο ευτύχης φαίνεται να παίρνει ιδεολογική ρεβάνς από τον εαυτό του και να αλλάζει γνώμη, επιλέγοντας την ενσωμάτωση στο μέτωπο της παναριστεράς και την κυβερνητική προοπτική του σύριζα –μολονότι παραμένει ενεργό μέλος του ναρ.



Η πιο τίμια και συνεπής διαφωνία προήλθε από την πλευρά του κώστα κάππου (κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του κόμματος) που διαχώρισε τη θέση του από την πολιτική γραμμή του συνασπισμού και την κυβερνητική συνεργασία με τη νδ, περιπλανήθηκε για ένα μικρό διάστημα στις απογοητεύσεις και τα αδιέξοδα των εξωκοινοβουλευτικών δυνάμεων και επαναπροσέγγισε κριτικά το κόμμα τα επόμενα χρόνια παραμένοντας κριτικά κοντά του μέχρι το θάνατό του. Αντίστοιχη διαδρομή ακολούθησαν και αρκετοί άλλοι σφοι που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, απομακρύνθηκαν από το κκε και ξαναβρέθηκαν με τα χρόνια κριτικά κοντά του, έχοντας αποκρυσταλλώσει παράλληλα σωστές θέσεις και συμπεράσματα για τη στάση ενός κκ απέναντι στις αστικές κυβερνήσεις και κάθε κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού.



Το βασικό λοιπόν δεν είναι τι απαντάμε στον εκάστοτε συνομιλητή ή πολιτικό μας αντίπαλο, αλλά σε τι συμπεράσματα καταλήγουμε από τη μελέτη της ιστορικής πείρας και τι απαντάμε στον εαυτό μας –με τον κάππο να είναι κάτι σαν την εσωτερική φωνή της κομματικής μας συνείδησής.



Η συμμετοχή του κκε στην κυβέρνηση τζανετάκη (και μερικούς μήνες αργότερα στην κυβέρνηση ζολώτα, που ήταν ακόμα πιο ακατανόητη ως τακτική κίνηση) δεν ήρθε ως κεραυνός εν αιθρία, αλλά ως κρίκος σε μια αλυσίδα προβληματικών πολιτικών επιλογών και προγραμματικών επεξεργασιών: η λογική του αθροίσματος των δημοκρατικών δυνάμεων, η πραγματική αλλαγή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό ως σύνθημα, ο διαχωρισμός της ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας σε δύο ενιαία (κατά τα άλλα) στάδια, οι απαράδεκτες εκπτώσεις κι υποχωρήσεις για τη συγκρότηση του ενιαίου συνασπισμού, ειδικά στο θέμα της εοκ. Ή ακόμα, η πτώση στον ιδεολογικό τομέα, στη δουλειά με τη νεολαία, στα πανεπιστήμια..




Το λάθος του κκε δεν ήταν ότι συμμάχησε με την επάρατο δεξιά –εξάλλου ήταν μια συνεργασία με έκτακτο ειδικό, κι όχι προγραμματικό χαρακτήρα. Ούτε ότι γλυκάθηκε από τα κυβερνητικά οφίτσια και τα ξεπούλησε όλα για τρία υπουργεία, τα οποία κατέληξαν όλα σε χέρια στελεχών της εαρ, ενώ το μόνο κομματικό στέλεχος που συμμετείχε σε διακομματική επιτροπή στο υπουργείο οικονομικών ήταν ο δραγασάκης, που τέθηκε επικεφαλής της «ανανεωτικής» φράξιας το 91’ και έφυγε από το κόμμα. Το πραγματικό λάθος ήταν ότι έμπλεξε με τα πίτουρα του αστικού πολιτικού παιχνιδιού και κινδύνεψε να ενσωματωθεί στο κυρίαρχο πολιτικό σκηνικό και να το καταπιεί ο αστικός εσμός. Ένας κίνδυνος που αποτράπηκε στο παρά πέντε, αρχής γενομένης από το 13ο συνέδριο.



Το κόμμα εξετάζει αυτοκριτικά αυτές τις τακτικές επιλογές και όλη την περίοδο που προηγήθηκε κι έχει βγάλει πολύτιμα (κι ακριβοπληρωμένα) συμπεράσματα από την αρνητική πείρα του. Είναι ζήτημα ωστόσο αν ισχύει το ίδιο και για τις δυνάμεις που προσπαθούν να βγάλουν πολιτική υπεραξία από το 89’, τη στιγμή μάλιστα που σήμερα εγκαλούν το κκε και του ασκούν κριτική για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: ότι αρνείται να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες, ως σκαλοπάτι για πιο ριζικές αλλαγές, και τα παραπέμπει όλα τάχα στο απώτερο επανααστατικό μέλλον...



Μίλησε κανείς για ετεροπροσδιορισμό;