Με αντιθέσεις και καβγαδάκια
Είναι η σχέση μας πολύ διαλεκτική
Μετά μωρό μου ζητάς χαδάκια
Και αλλάζει η πολιτική πλοκή
Μπορείς να πιάσεις τις διαλεκτικές κατηγορίες-διαβαθμίσεις: διαφορά-διάκριση-αντίθεση-αντίφαση. Ή το σχήμα των μη ανταγωνιστικών αντιθέσεων, που ενδέχεται να γίνουν τέτοιες. Ή απλά να βουλιάξεις στις αντιφάσεις σου και να μην κάνεις τίποτα. Τίποτα άλλο από υπερανάλυση του ασήμαντου, με την ελπίδα να φτάσεις κάποτε διαλεκτικά στη σύνθεση.
Κάθε άνθρωπος είναι οι αντιφάσεις του. Ο Χαριτόπουλος ήταν ένα εκρηκτικό μίγμα τέτοιων, κάπως γοητευτικό και κάπως ανυπόφορο -όλα αυτά μαζί και τίποτα συγχρόνως. Μπορούσε να σε εκνευρίσει ή να σε γοητεύσει με τη γραφή του. Να γράψει κάτι βαθύ και ψαγμένο ή κάτι εντελώς ρηχό, καφενειακό -ή και τα δύο μαζί, στην ίδια σελίδα. Να μοιάζει φιλοσοφημένος ή κοινότοπος, σαν τα κλισέ ενός boomer life-coach.
Να κάνει μια σπουδαία βιογραφική έρευνα για τον Βελουχιώτη και να μας τον παρουσιάζει ως «αρχηγό των ατάκτων» που τον φοβόταν το κόμμα του. (Και το πρόβλημα δεν είναι αν ευθυγραμμίζεται με τη δική μας αντίληψη αλλά πώς βλέπει τον ρόλο της προσωπικότητας και τι πιστεύει πως κινεί τον τροχό της ιστορίας). Να σε ξενερώσει πολιτικά με εύκολα, αβάσταχτα στερεότυπα, αλλά να εξιλεωθεί με τα υπέροχα «αυγά μαύρα» για τον εμφύλιο και την ιστορική του μνήμη -απ’ τα καλύτερα πολιτικά θεατρικά κείμενα που έχω υπόψη. Να αναπαράγει βλακείες για το ΚΚΕ αλλά να το ψηφίζει σταθερά και (αν δεν κάνω λάθος) να του φτιάχνει το λογότυπο του 902, αξιοποιώντας εμπειρία χρόνων στον τομέα της διαφήμισης.
Γιατί, τι είναι μια αγάπη χωρίς λίγα γαμωσταυρίδια ως αλατοπίπερο; Αρκεί να μη γίνονται καδρονιές και νεράντζια με ξυραφάκια, που καταλήγουν στο νοσοκομείο. Όπως η Μαλβίνα κάποτε -που δεν έμοιαζε με δεξιά, αλλά ήταν παραδοσιακή και ερωτευμένη, οπότε ανεχόταν το «αριστερό» ξύλο του Χαριτόπουλου και κολλούσε με τις αντιφάσεις του. Το βιβλίο «ο άνεμος κουβάρι» είναι ένας αξεπέραστος ερωτικός ύμνος (για τη Μαλβίνα), που μπορεί να σε κάνει να «ερωτευτείς» τον συγγραφέα του, εφόσον δεν ξέρεις τις κακοποιητικές πράξεις του, πίσω από τα παχιά του λόγια.
Έναν συγγραφέα που έγραψε και μια σπουδαία ωδή στα παιδικά του χρόνια και τον παλιό, αυθεντικό Πειραιά που χάνεται, αλλά δεν απέφυγε (ούτε λίγο) την εξιδανίκευση της λούμπεν «μαγκιάς» και κάποιων άρρωστων καταστάσεων. Ο οποίος είχε στιγμές που μιλούσε σαν πορωμένος, ξεροκέφαλος σωβινιστής, αλλά έγραψε απολαυστική σάτιρα για τον στρατό ή για το... «εθνικό» καθεστώς των συνταγματαρχών, που οδήγησε σε μια κωμωδία (την επιστράτευση του ’74) και μια τραγωδία (την Κύπρο).
Και όταν κολυμπάς σε τόσες αντιφάσεις, δεν μπορεί παρά να γεννάς εξίσου αντιφατικούς αποχαιρετισμούς. Κάπως σαν την ανακοίνωση του ΚΚΕ, που είναι εμφανές πως δεν είναι ξερή και τυπική, αλλά άργησε να βγει κάποιες μέρες, αφήνοντάς μας με την απορία στο ενδιάμεσο. Ενώ εγώ ξέρω ότι λίγα αναγνώσματα μου φάνηκαν πιο εθιστικά από τον «αρχηγό των ατάκτων», την πρώτη φορά που έπεσε στα χέρια μου. Και ακόμα λιγότερα μου έχουν φανεί πιο βαρετά, όταν το(ν) ξανάπιασα αργότερα, πολιτικά πιο ώριμος (;).
Κι είναι σχεδόν βέβαιο πως αν η κε του μπλοκ γράψει απλώς ότι ήταν ένας πολύ καλός συγγραφέας, κάποιος αναγνώστης μπορεί να σχολιάσει ότι ήταν εγωπαθής, μεγάλο ψώνιο, τεράστιος μ-λ-κας. Και πιθανότατα θα είχε δίκιο. Αλλά το ένα δεν αναιρεί το άλλο -το πολύ να το αίρει διαλεκτικά. Και ποιοι είμαστε εμείς για να μιλήσουμε για αντιφάσεις, όταν δεν έχουμε λύσει το δικό μας (άνεμο) κουβάρι.
***
Το δίλημμα Βίσση-Καρβέλας προέκυψε δυναμικά στη δημόσια σφαίρα, ως το καλλιτεχνικό αντίστοιχο ή τέλος πάντων ό,τι πλησιέστερο στον δικομματισμό που γνωρίσαμε (και δεν ψηφίσαμε αλλά λουστήκαμε για πολλά χρόνια και τώρα επιχειρούν να ξαναστήσουν). (Συγ)κυβέρνησαν-συνεργάστηκαν για πολλά χρόνια, συγκέντρωσαν μεγάλα πλήθη, στο ΟΑΚΑ και στο Σύνταγμα (ή στην παραλία της Θεσσαλονίκης, όπου ο Ανδρέας θα γελούσε με τη «λαοθάλασσα» του Ρέμου), προκαλούσαν διαρκώς ντόρο ή τεχνητές εντάσεις και τώρα μαλώνουν για το μέλι. Ποιος θα κρατά την κουτάλα και με ποια ποσόστωση. Άσε που ο ένας πόλος πέταξε κάτι μαρξιστικά τσιτάτα (για το κεφάλαιο που δεν έχει πατρίδα), για να παρουσιάσει το ζήτημα ως διαφωνία αρχών και όχι απλή αρχομανία.
Πριν ξεσπάσει η κόντρα, ο ΓΓ είχε αποφύγει έξυπνα την πάσα-παγίδα του Τσίμα, για την ευθεία σύγκριση των δύο κόσμων, στο Τρίτση και το ΟΑΚΑ, κρατώντας έτσι ανοιχτό παράθυρο για να έρθει κάποτε η Αννούλα στο Φεστιβάλ, να τραγουδήσει Κουγιουμτζή μαζί με τον Νταλάρα (τώρα που δε θα μπορεί να τραγουδά Καρβέλα). Έκτοτε όμως η αντιπαράθεση άναψε και ξέφυγε σε πρωτόγνωρα ύψη παθιασμένης υπερανάλυσης, όπου κολλούσε γάντι το τρολάρισμα του Ταλαγάνη (όχι του Ζέβγου) για τη διαλεκτική σχέση δημιουργού-ερμηνευτή. Ξεχνά όμως το πρωτεύον σκέλος της αντίθεσης και τον δυναμικό πόλο της διαλεκτικής σχέσης, σύμφωνα με τη θεωρία των μη ανταγωνιστικών αντιθέσεων (που αποπροσανατολίζουν τον λαό και τον αφήνουν να πλέει σε ένα τέλμα ιδεολογικής σύγχυσης, με ανεπανόρθωτες συνέπειες στην ανάπτυξη του κινήματος της εργατικής τάξης και της αποδέσμευσής της από τα ιμπεριαλιστικά δεσμά) αλλά σε διάκριση με τα μαοϊκά τσιτάτα.
Μια άλλη απόπειρα σοβαρής ανάλυσης εστιάζει στο επιθετικό λάιφ-στάιλ που ξεβλάχεψε τη χώρα και την κυβερνά-τυραννά έκτοτε. Αλλάξανε τα γούστα σου και μπέρδεψες τα μπούτια σου, φτάνοντας στην αποθέωση ενός πολύχρωμου τίποτα, μουσικά και ιδίως στιχουργικά μιλώντας.
Αυτή η προσέγγιση έχει βάση, ξεχνά βολικά όμως ότι κάποιες φορές αποθεώνουμε και εμείς χρυσές μετριότητες με εναλλακτικό προσωπείο, που η τέχνη τους δεν έχει κανένα προωθητικό περιεχόμενο ούτε αποτελεί σημαντική καλλιτεχνική πρόταση, ενώ η προσωπική τους στάση δε συνάδει με τις αρχές που (υποτίθεται ότι) πρεσβεύουν και με τη σωστή πλευρά της κοινωνίας. Ονόματα δε λέμε, καλλιτεχνικές υπολήψεις δε θίγουμε...
Αφετέρου, σε καθαρά προσωπικό επίπεδο, δυσκολεύομαι να παραγνωρίσω τη χρηστική αξία της δεκαετίας με τις βάτες (και της ποπ μουσικής της) στο να έχουμε «χαρούμενα παιδικά χρόνια» -που είναι η μόνη μας πατρίδα. Ή την καλτ «αξία» στίχων που καταφέρνουν να ριμάρουν την Περεστρόικα με «έργα κατασκοπικά και καουμπόικα», όπως στη «Νάντια» του Καρβέλα -εκ του Ναντιέζντα, που σημαίνει «Ελπίδα», η οποία έρχεται μα δε μας καταδέχεται και θα αργήσει λίγο -τώρα οι καλύτεροί της ήχοι πλέον δεν υπάρχουν.
Όλα αυτά όμως είναι ακραία υποκειμενικά και δεν έχουν καμία σημασία. Ούτε οι ένοχες μουσικές απολαύσεις της κε του μπλοκ, ούτε ο τρίτος δρόμος της Λίας Βίσση (που δεν είναι λύση, αλλά ίσως ήταν καλύτερη μουσικός, φίλε Βασίλη που λες), ούτε και η ουτοπική αναζήτηση ενός υποτιθέμενου σημείου καμπής, όπου το δίδυμο τάχα παρασύρθηκε από την εύκολη επιτυχία του και άρχισε να ακολουθεί την εκάστοτε μόδα της εποχής.
Γιατί είχαν αμφότεροι άλλες προοπτικές (η μεν με τον Κουγιουμτζή, ο δεν -sic- με τους Sharp-Ties ή και ως Nick Carr και στους πρώτους «ροκ-εν-ρολ-ικούς» ελληνόφωνους δίσκους του) και το ζήτημα είναι γιατί δεν αξιοποίησαν αλλιώς το ταλέντο τους και το χαράμισαν σε τέτοια μονοπάτια. Εκτός και αν ακολουθούσαν πάντα τη μόδα της εποχής (πχ της Μεταπολίτευσης με τα πιο πολιτικά - προβληματισμένα τραγούδια) και εμείς διαλέγαμε να βαυκαλιζόμαστε. Καλή ώρα όπως με την Περεστρόικα του Μιχάλη (όχι του Ρακιντζή, του άλλου).
Και αν η κουβέντα αυτή γινόταν στα όργανα, θα έκλεινε ίσως με συντροφική αυτοκριτική και τους στίχους του «Φταίω», γιατί «μακριά σου εγώ δεν κάνω μία, είμαι μια σκέτη απελπισία» -και η ελπίδα ενημέρωσε πως θα αργήσει λίγο ακόμα, στη ντισκοτέκ την παλιά.
***
Επόμενη θεματική, καβγαδάκια στο Αιγαίο, με φόντο την ελληνοτουρκική φιλία και την συνεκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Αυτό που ξεχώρισε η κε του μπλοκ από την εκδήλωση του ΚΚΕ για τα ελληνοτουρκικά, είναι μια αποστροφή από την ομιλία του ΓΓ, που συνδέει τα κυριαρχικά δικαιώματα με την εργατική-λαϊκή εξουσία.
Για τον λόγο αυτό, το ΚΚΕ δε δέχεται συμφωνίες που παραχωρούν δικαιώματα αξιοποίησης της θάλασσας, του πυθμένα, του υπεδάφους και της ατμόσφαιρας υπεράνω της, για να πλουτίζουν οι διάφοροι ληστές-κεφαλαιοκράτες και το κεφάλαιο.
Θεωρούμε απαράδεκτη την απειλή πολέμου από την Τουρκία στην περίπτωση που η Ελλάδα επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της πέραν των 6 ν.μ. που είναι σήμερα. Η επέκταση των χωρικών υδάτων της χώρας μέχρι τα 12 μίλια είναι δικαίωμά της, εφόσον εξυπηρετεί τα λαϊκά συμφέροντα, με την εργατική και λαϊκή εξουσία.
Γενικά θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στο σύνθημα «κυριαρχικά δικαιώματα με εργατική εξουσία». Ή όπως συνοψίζει και το εκλαϊκευτικό Λαϊκό Στρώμα, 6 μίλια με καπιταλισμό, 12 με σοσιαλισμό. Και με ΝΑΡ ίσως 9 -αλλά κατά βάση από 0 έως 3, λέει η κε του μπλοκ.
Αυτά βέβαια είναι ωραίο υλικό για χαβαλέ. Αυτό που δεν είναι χαβαλές, είναι ένας ενεργεία αξιωματικός που βρίσκει το θάρρος να βγει ανοιχτά σε εκδήλωση του ΚΚΕ, για να πει ότι δεν είμαστε πρόθυμοι να πάρουμε μέρος σε άδικους πολέμους για τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. Κι αν επιλέγει να το κάνει, είναι για δύο λόγους: πρώτον γιατί φτάνει ο κόμπος στο χτένι, όπου ο καθένας θα κληθεί να επιλέξει -με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει. Δεύτερον ότι έχει δυναμώσει αρκετά η παρέμβαση του κόμματος στον στρατό. Και αυτό είναι κρίσιμο στοιχείο για τις εποχές που έρχονται.
***
Μα Ρεπουμπλικάνος να «μαχαιρώνει» Ρεπουμπλικάνο; Πού φτάσαμε...
Τώρα οι μισοί τρέχουν να σβήσουν τις φωτό που έβγαλαν μαζί της και οι ίδιοι μισοί δηλώνουν τον αποτροπιασμό και την απαξίωσή τους για το πεπτωκός είδωλο που προσκυνούσαν δουλικά -σαν Κακός Βεζύρης. Άλλοι κάνουν χαβαλέ με το κορμί που έχασαν ή με τις αποτυχημένες πλαστικές -σαν τα φτιασιδώματα του συστήματος. Και η ΚΝΕ της εύχεται «στα τσακίδια». Αλλά την άλλη φορά να την έχουμε διώξει εμείς και όχι οι δικές τους εσωτερικές αντιθέσεις (για τους φίλους σκέτο «ενδο»).
Στο ενδιάμεσο, η κινητοποίηση για την επίσκεψη του μακελάρη Ρούμπιο είχε ιδιαίτερες στιγμές, με Μπλακ Σάμπαθ και Μπρους Σπρίνγκστιν στα μεγάφωνα (Born in the USA) -που δεν ξέρω αν έχουν ξαναπαίξει σε συγκέντρωση. Έναν γαλατικό ελιγμό προς τους στύλους του Ολυμπίου Διός (-Εδώ δεν είναι η χελώνα του Καίσαρα; -Μα όχι. -Μα ναι...). Και «επαναστατική γυμναστική», με τροχαδάκι μπρος και πίσω, για να μετρήσουμε μετά τις απώλειες σε κάθε μπλοκ-κοόρτη. Και ενώ αναζητούσες τον Αστερίξ να σου εξηγήσει τι ακριβώς κάνουμε -γιατί είναι πάντα καλό να ξέρεις για τι παλεύουμε-, έβλεπες στο portal την αιφνιδιαστική έφοδο των σφων στην πρεσβεία, με το πανό. Γιατί δεν είναι ανάγκη να ξέρουμε πάντα όλοι το σχέδιο, αρκεί να υπάρχει -και να μας το εξηγήσει μετά ο Αστερίξ ή το portal.
Κι αν για κάποιους ο αντι-ιμπεριαλισμός και οι κινητοποιήσεις προς την πρεσβεία μοιάζουν με ρετρό ιστορία, δε φταίει (και γι’ αυτό) το ΚΚΕ, αλλά η πολύχρονη προπαγάνδα (για τον αντι-αμερικανισμό που είναι ο αντι-ιμπεριαλισμός των ηλιθίων) και οι πολύτιμες υπηρεσίες της βρώμικης σοσιαλδημοκρατίας που έφεραν τις ελληνο-αμερικανικές σχέσεις στο «καλύτερο σημείο της ιστορίας τους». Αλλά αυτό είναι συζήτηση για ένα άλλο κείμενο...

