Ή
βασικά, τι έλεγες τότε. Εν όψει των εξελίξεων μες στην καρδιά του καλοκαιριού,
η κε του μπλοκ επιχειρεί μία ακόμα βουτιά στο πρόσφατο παρελθόν και τα πρακτικά
της προ δεκαετίας συζήτησης που διοργάνωσε η Κοε (και είχαμε δει και σε
προηγούμενη ανάρτηση) για ψαρέψει μερικά μαργαριτάρια που της έκαναν κλικ, υπό
το φως της τωρινής συγκυρίας και όχι μόνο. Το σημερινό μενού περιλαμβάνει τη
μετενσάρκωση του Ρόμπερτ Ντε Νίρο (δηλ το Μήτσο Κωστόπουλο) και μια παρέμβαση
του Πι Σωτήρη της Αράν. Ας τα δούμε ένα προς ένα.
Ο
Ρόμπερτ (δηλ ο Μήτσος) συμμετέχει σε μια συζήτηση-αποτίμηση για τα ιδεολογικά
και πολιτικά ρεύματα στην αριστερά. Θεωρητικά εκπροσωπεί το ρεύμα των κομμάτων
που στήριζαν τον υπαρκτό σοσιαλισμό (που οι άλλοι το βάζουν σε εισαγωγικά).
Στην πράξη αρνείται να τον υπερασπιστεί ή να τον αντιμετωπίσει έστω ως
σοσιαλισμό, μιλάει γενικά κι αόριστα για την ανάγκη της ενότητας και δεν έχει
βασικά λόγο ύπαρξης στη συζήτηση. Σε κάποια σημεία, οι κοινοτοπίες του μοιάζουν
με μεγάλες τουιτεριές. Και δεν αργεί να έρθει και το αποκορύφωμα.
Η προσπάθεια να απαντήσουμε σε τέτοια
ζητήματα δε σημαίνει, σε καμία περίπτωση, σταμάτημα της δράσης και ενσωμάτωσής μας
στην απογοήτευση. Αυτό θα ήταν θανάσιμο λάθος.
Ας σημειωθεί
παρενθετικά πως για όποιον καταλαβαίνει ελληνικά το παραπάνω απόσπασμα σημαίνει
πως δε θα σταματήσει η ενσωμάτωσή μας στην απογοήτευση. Στην οποία όντως
κατέληξε τελικά ο Ρόμπερτ, λίγα χρόνια αργότερα. Συνεχίζουμε.
Πάντως είναι χίλιες φορές καλύτερο και
προφανώς τίμιο να πούμε ότι δεν μπορούμε να δώσουμε απαντήσεις σε όλα τα
ερωτήματα που γεννήθηκαν, παρά να προσπαθούμε, πεισματικά, να θεωρητικοποιούμε
την ανικανότητά μας, μετατρέποντας το μαρξισμό σε μια θεωρία παράθεσης και
αντιπαράθεσης τσιτάτων.
Περισσότερο
από την όποια τιμιότητα του Ρόμπερτ, το παραπάνω απόσπασμα δείχνει μάλλον πως
δεν έχει όντως καμία απολύτως απάντηση για βασικά ζητήματα. Αλλά ας μη
γινόμαστε πικρόχολοι κι ας κρατήσουμε το βασικό για την αποστροφή του στη
διαρκή παράθεση τσιτάτων. Συνεχίζουμε.
Να βάλουμε το δάχτυλο στην πληγή, όσο κι
αν πονάει. (σ.σ: Αυτό
μοιάζει πολύ με τσιτάτο, αλλά είναι κατά βάθος πρόδρομη τουιτεριά).
Αυτό το χρωστάμε και χρειάζεται δύναμη.
Αναμφίβολα είναι μια δύσκολη υπόθεση να προσπαθήσουμε να ξεχωρίσουμε την ήρα
από το στάρι. Αλλά ας προσπαθήσουμε όσοι από μας οραματίζονται μια κοινωνία που
στη σημαία της θα γράφει: Από τον καθένα
ανάλογα με τις ικανότητές του στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του! Η υπογράμμιση υπάρχει στο πρωτότυπο
κείμενο. Για αντιτσιτατολόγο πάντως έχουμε καλό κι ελπιδοφόρο ξεκίνημα, σε
σχέση με την ίδια τη δέσμευσή του. Αλλά ας συνεχίσουμε.
Πιστεύουμε ότι θα ήταν ωφέλιμο, έστω και
με ιστορική καθυστέρηση, να συμφωνούσαμε ότι: «Κομμουνισμός για μας δεν είναι
μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδεώδες στο οποίο η
πραγματικότητα πρέπει να προσαρμοστεί. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική
κίνηση που καταργεί τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων. Οι όροι αυτής της κίνησης
προκύπτουν από τις προϋποθέσεις που τώρα υπάρχουν». (Μαρξ, Ένγκελς, «Γερμανική
Ιδεολογία»).
Πόση
απόσταση πιστεύετε ότι χωρίζει την αποστροφή προς τα τσιτάτα με τα παραπάνω
τσιτάτα; Ούτε καν τυπική (που έλεγε και το 15ο). Τα δεύτερα βρίσκονται ακριβώς
κάτω από την πρώτη. Είναι βασικά κάτι σαν οπτικοποιημένο ανέκδοτο, εκείνου με
το σφο που τοποθετείται και λέει: «σφοι, ας μην καταφεύγουμε συνέχεια σε
τσιτάτα. Γιατί όπως λέει κι ο Λένιν…»
Ναι
αλλά μας λείπει κι ένα κερασάκι. Φάε το
κερασάκι, λοιπόν σφε αναγνώστη.
Υπάρχουν δυνάμεις της Αριστεράς που
καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι αντικειμενικές συνθήκες στη χώρα μας είναι
ώριμες για το σοσιαλισμό. Αν και δεν είναι τόσο απλό το ζήτημα όσο ακούγεται ως
σύνθημα, εμείς δε θα διαφωνήσουμε. Πράγματι, δεν είμαστε στο σημείο να
αγωνιστούμε για αστικοδημοκρατικές λύσεις. (Έτσι, όπως το λέει, είναι σα να υπονοεί πως δεν είμαστε
καν στο σημείο των αστικοδημοκρατικών λύσεων, αλλά ακόμα πιο πίσω. Αλλά μην
αποπροσανατολιστείτε με τις διατυπώσεις, γιατί θα χάσετε όλο το νόημα).
Όμως είναι ανοικτό το θέμα να δούμε για
ποιο πράγμα μιλάμε: Για τον επιστημονικό σοσιαλισμό ως νομοτελειακό φαινόμενο ή
για σοσιαλισμό ως μορφή εξέγερσης;
Ομολογώ
πως σε αυτό το σημείο γέλασα περισσότερο από οπουδήποτε αλλού στο βιβλίο. Και
πως παραδέχτηκα ως βασική αδυναμία του δεύτερου θέματος του 18ου Συνεδρίου του
ΚΚΕ «σχετικά με το σοσιαλισμό» ότι δε διευκρίνιζε αν μιλάμε για το σοσιαλισμό
ως νομοτελειακό φαινόμενο ή ως μορφή εξέγερσης. Μετά αναρωτήθηκα αν υπάρχει και
«κομμουνισμός ως μορφή εξέγερσης» και ποιες είναι τέλος πάντως αυτές οι μορφές.
Στο
τέλος προσπάθησα να βρω το χαμένο νόημα. Μήπως εννοεί πως άλλο πράγμα αν είναι
ώριμος ο σοσιαλισμός ως στρατηγικός στόχος κι άλλο αν μπαίνει η επανάσταση στην
ημερήσια διάταξη; Αλλά κι αυτή η ερμηνεία είναι τραβηγμένη από τα μαλλιά, για
να βγάλει από τη μύγα ξίγκι.
Περνάμε
και σε μερικά αποσπάσματα από την παρέμβαση του Πι Σωτήρη, που αποκτούν ακόμα
μεγαλύτερο ενδιαφέρον υπό το φως των πρόσφατων εξελίξεων και της τωρινής
συγκυρίας.
Μία πρόταση που έχει διατυπωθεί είναι
αυτή που υποστηρίζει ότι πρέπει να προχωρήσουμε σε μια ανασύνθεση όλης της Αριστεράς
με μια ισχυρή παρουσία εντός αυτής της ενιαίας διαδικασίας μιας ριζοσπαστικής ή
ακροαριστερής πτέρυγας.
Πιστεύουμε ότι αυτή η πρόταση παραβλέπει
ότι δεν υπάρχει μια «ενιαία και αδιαίρετη» Αριστερά. Αντίθετα, στο εσωτερικό της
Αριστεράς υπάρχουν βαθιά ρήγματα και διαιρέσεις, που προέκυψαν όχι με βάση
υποκειμενικές γνώμες, αλλά με βάση συγκεκριμένες ιστορικές διαδρομές και
επιλογές, μια ολόκληρη ιστορία της πάλης των τάξεων στο πολιτικό και ιδεολογικό
επίπεδο, που έκανε κομμάτια της Αριστεράς να είναι επί της ουσίας οι εκπρόσωποι
της αστικής γραμμής στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος.
Και αυτές οι διαιρέσεις έχουν μια
υλικότητα και μια υπόσταση, αποτυπώθηκαν σε ιδεολογικές και πραγματικές
μετατοπίσεις, σε μια ολόκληρη ιστορία συμπόρευσης με τη σοσιαλδημοκρατία, σε
μορφές αποδοχής των ορίων του αστικού πολιτικού παιχνιδιού. Αποτυπώνεται και
αναπαράγεται σήμερα αυτή η διαίρεση μέσα σε κινήματα, σε σωματεία και προεδρεία
ομοσπονδιών, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και αλλού. Αυτές τις διαιρέσεις δεν
μπορούμε να τις παραβλέψουμε.
Ούτε πιστεύουμε ότι σήμερα αποτελεί
επαρκές κριτήριο για την οριοθέτηση απέναντι στις παραλλαγές των αστικών
πολιτικών η απλή κριτική και καταδίκη του «κυβερνητισμού». Γιατί μπορεί όντως
σήμερα τα δύο κόμματα της ρεφορμιστικής αριστεράς να διαχωρίζονται από μια
λογική κυβερνητικής σύμπραξης με την κεντροαριστερά, όμως ας αναρωτηθούμε σε
ποιο βαθμό όντως απομακρύνονται από μια εκδοχή αριστερού κυβερνητισμού, δηλαδή
διεκδίκησης μιας άλλης αριστερής κυβέρνησης, είτε στην εκδοχή του αντινεοφιλελεύθερου
μετώπου που προτείνει ο Συνασπισμός, είτε στην εκδοχή του αντιμονοπωλιακού
αντιιμπεριαλιστικού μετώπου του ΚΚΕ.
Πρέπει όμως να πούμε και το εξής: Αυτό
το σχέδιο της ανασύνθεσης της «ενιαίας και αδιαίρετης» αριστεράς έχει ήδη
δοκιμαστεί από καιρό, με τη συμμετοχή και τάσεων τα ριζοσπαστικής αριστεράς.
Ποιος είναι ο απολογισμός αυτής της προσπάθειας; Σε ποιο βαθμό όντως πήγε τα
πράγματα προς τα αριστερά; Σε ποιο βαθμό διαμόρφωσε ένα άλλο τοπίο στην
αριστερά όλη αυτή η δορυφοροποίηση της ριζοσπαστικής αριστεράς γύρω από
κομμάτια του ρεφορμισμού;
(…) Δεν υποτιμούμε τις αντιφάσεις και τα
προβλήματα που διαπερνούν την επαναστατική αριστερά, τους σεχταρισμούς, τους μικρομεγαλισμούς,
τους παράλληλους μονολόγους, τις πολιτικοθεωρητικές αγκυλώσεις. Πιστεύουμε, όμως,
ότι αυτό το δυναμικό, αυτός ο χώρος μπορεί, εάν υπερασπιστεί την πολιτική και
ιδεολογική του ανεξαρτησία απέναντι στις παραλλαγές του ρεφορμισμού και κάνει
μια πραγματική στροφή προς τις μάζες να κάνει τη διαφορά και αυτό να αλλάξει
συνολικά το τοπίο στην αριστερά.
Προσωπικά
δεν έχω να προσθέσω πολλά σε όσα γράφει ο Πι Σωτήρης και γυρίζουν μπούμερανγκ
στη σημερινή τακτική και το «αριστερό μέτωπο» της Αραν. Σημειώνω απλώς πως η
καρικατούρα της πρότασης του Κουκουέ που παρουσιάζει, βρίσκει την πολιτική της έκφραση
σε κάποιους σύγχρονους συμμάχους της Αραν, που συντάσσονται με το Μαρς. Για τα
υπόλοιπα, κοντός ψαλμός αλληλούια