Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άνοιξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άνοιξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Απριλίου 2011

Aufhebung

Εγώ πάντως όταν σκέφτομαι διαφορικές εξισώσεις μου πέφτει.
Εγώ μου πέφτει... τσ, τσ… κλασικό λάθος πολυτεχνίτη θετικής κατεύθυνσης.
Εντάξει ρε συ, μην ξεψειρίζεις, το σημαντικό είναι να συνεννοούμαστε.
Ο(υγ)κ
.

Εσένα σου πέφτει, αλλά αν ερχόσουν να ακούσεις για μαρξισμό και βαζιούλιν, θα σου ανέβαζε τη φιλοσοφική λίμπιντο. Το (κάτι σαν) σύνθημα ήταν γραμμένο σε έναν τοίχο του πολυτεχνείου όπου κατέφυγε ο όμιλος για την εκδήλωσή του. Πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης, γιατί στον πύργο του παιδαγωγικού έγιναν κάτι κλοπές και βανδαλισμοί κι η έδρα μας τιμωρήθηκε.

Μαζευτήκαμε λοιπόν συγγενείς και φίλοι σε μια αίθουσα του πολυτεχνείου να ακούσουμε την εισήγηση του συντρόφου, που είχε ως βάση μια εργασία του για το μεταπτυχιακό του στον χέγκελ και την κοινωνική φιλοσοφία εν γένει.

Κυριακή απομεσήμερο, η άνοιξη να σου χαϊδεύει τα μαλλιά και τα σωθικά και να ευφραίνει με τις μυρωδιές της καρδιές και ρουθούνια. Πρώτη μέρα θερινής ώρας, που κατά το σύντροφο σιάντο είναι αστική συνήθεια, αλλά «μικραίνει» τη νύχτα και το σκοτάδι μέσα μας. Και τα σπουργίτια, αλήτες των ουρανών, να εισβάλλουν με αναίδεια από τα παράθυρα και να ρωτάνε επίμονα:
-Τσιρ! Τι κάνετε εδώ; Τσιρ! Γιατί δε βγαίνετε έξω;
Σώπα σύντροφε! Σώπα να ακούσουμε το πουλί!


Κι ο σύντροφος να κελαηδάει μιάμιση ώρα σερί, να μας τα λέει ελαφρολαϊκά κι εκλαϊκευμένα, σα μελωδία στα αυτιά, για να μας τα χωρέσει. Αλλά αυτά τα θέματα έχουνε προαπαιτούμενα. Τριβή με το αντικείμενο και τις έννοιες, προϋπηρεσία, υψηλό επίπεδο πρόσληψης και άριστη διανοητική κατάσταση για γρήγορες αναβάσεις από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο κι αντίστροφα. Μέχρι κι άριστη γνώση γερμανικής απαιτούν. Ντας ιστ γκενούχ λίμπλιχε φγιτζ!

Τα γερμανικά είναι η γλώσσα της φιλοσοφίας. Κι όταν εντρυφήσεις σε αυτήν είναι σχεδόν υποχρεωτικό να έχεις φρικτά παράπονα από τις κακές μεταφράσεις του αναγνωστίδη κι άλλων παλιών εκδόσεων. Που είναι όντως άθλιες. Αλλά αν είσαι αρχάριος δεν το καταλαβαίνεις και δεν πειράζει τόσο, ενώ όταν είσαι σε πιο υψηλό επίπεδο, είσαι σε θέση να το αντιληφθείς, οπότε δεν υπάρχει τόσο μεγάλο πρόβλημα.

Εξάλλου αυτές οι μεταφράσεις έχουν και μια καλτ απόχρωση, που είναι αναντικατάστατη. Προτσέσα, ματεριαλισμός, χρήσιμη αξία και τα ρέστα. Ή όπως έλεγε και σε ένα παλιό εξώφυλλο: ιμπεριαλισμός, ο τελευταίος σταθμός του καπιταλισμού. Το τρένο φεύγει στις οκτώ... αλλά είχε ανταπόκριση στο σταθμό της ετε κι εμείς μείναμε στάσιμοι και το χάσαμε.

Παρόλα αυτά στους κύκλους των διανοούμενων θεωρείται εκ των ων ουκ άνευ να αναφέρεσαι στις διάφορες έννοιες, έχοντας σε παρένθεση και τη γερμανική λέξη από το πρωτότυπο. Πχ vernuft και verstand, που είναι για το λόγο και τη διάνοια. Ή να μιλάς για τον κρατικό μηχανισμό που πρέπει να τον zebrechen (τσακίσουμε) και για τις εκλογές όπου ο λαός επιλέγει κάθε τρία ή έξι χρόνια ποιος θα τον zetreten (τσαλαπατάει).

Ο δικός μας σύντροφος –για τον οποίο δεν έχω βρει κάποιο παρατσούκλι και θα τον αναφέρω ως μικρό φιλόσοφο- δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία, αλλά το θέμα του ήταν η aufhebung του καντ από τον χέγκελ. Έννοια που μπορεί να αποδοθεί ως διαλεκτική άρση, αλλά δεν είναι εύκολο να μεταφραστεί με ακρίβεια στα ελληνικά, γιατί σημαίνει τρία διαφορετικά πράγματα: διατήρηση, άρνηση και υπέρβαση.

Αν προσπαθούσα να αναπαραγάγω την εισήγησή του θα τη φτώχαινα και θα την αδικούσα (μπορείτε όμως να τη διαβάσετε ολόκληρη σε αυτή τη διεύθυνση: http://www.scribd.com/doc/50566602/Η-Aufhebung-του-Καντ-από-τον-Χέγκελ-Πολιτικό-Καφενείο). Για αυτό περιορίζομαι στην καταγραφή κάποιων σημειώσεων που κράτησα από την παρέμβαση του σοβιετικού κυριούλη, ειδομένη μέσα από τους δικούς μου παραμορφωτικούς φακούς πρόσληψης, και διαμεσολαβημένη από τη λήθη και το χρονικό διάστημα που πέρασε από εκείνη τη μέρα.

Τις παραθέτω σε μορφή ξεχωριστών σημείων:
-Ξεκινήσαμε από τη σχέση του είναι με το μηδέν και το ερώτημα αν το είναι αποτελεί παράσταση ή έννοια. Η παράσταση αφορά το αισθητηριακά συγκεκριμένο, αυτό που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις, ενώ η έννοια γενικεύει και βασίζεται στην αφαίρεση. Το αφηρημένο είναι, το είναι γενικώς, είναι μηδέν. Αν όμως ξεκινάει από το μηδέν, δηλ από κάτι αφηρημένο, πώς προκύπτει η κίνηση, η εξέλιξη;

Στη Λογική του ο χέγκελ ξεκινά από την αφαίρεση –το απόλυτο πνεύμα- έξω από κάτι προσδιορισμένο. Ο προσδιορισμός παραπέμπει σε κάτι ορισμένο που έχει αρχή και τέλος δηλαδή στο αισθητηριακά συγκεκριμένο. Ο χέγκελ κάνει μια φιλοσοφική προβολή του θεού –που είναι το απόλυτο πνεύμα- και μια θεολογίζουσα προβολή του πολιτισμού, της κοινωνίας –που εξελίσσεται σε ανώτερες μορφές, για να ενσαρκώσει τέλεια το απόλυτο πνεύμα.

Η ένσταση του μικρού φιλόσοφου είναι ότι δε μπορούμε να δούμε τη Λογική του χέγκελ ξεκομμένη από τη φαινομενολογία του πνεύματος. Η φαινομενολογία είναι στην ουσία το πρώτο μέρος της Λογικής κι εκεί ο χέγκελ πηγαίνει από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, για να συνεχίσει μετά στη Λογική, από το πνεύμα.

Αυτό το πνεύμα όμως, λέει ο περικλής είναι το καθαρό επίστασθαι, η απόλυτη γνώση, που πετάει από κορυφή σε κορυφή κι από επιτυχία σε επιτυχία, χωρίς τη διαλεκτική γνώσης και πλάνης. Είναι μια γνώση που δεν προκύπτει συγκεκριμένα αλλά αυτοαποκαλύπτεται, δηλαδή ο εξ αποκαλύψεως θεός.

Το γίγνεσθαι όμως είναι πάντα συγκεκριμένο. Κι αυτός είναι ο λόγος που ο μαρξ λέει στην πρώτη ακριβώς φράση του κεφαλαίου ότι ο πλούτος της κοινωνίας στον καπιταλισμό εμφανίζεται ως ένα σύνολο (σωρός) από εμπορεύματα και κάθε χωριστό εμπόρευμα ως συστατική μορφή αυτού του πλούτου.*

Αυτό το τελευταίο αναδεικνύει μια βασική διαφορά του μαρξ από τον χέγκελ. Παρόλα αυτά, δεν πρέπει να εστιάσουμε μονομερώς στην τομή και τις μεταξύ τους διαφορές, γι’ αυτό ο περικλής μας ανέφερε ένα κείμενό του στα αγγλικά, όπου αναδεικνύονται τα κοινά σημεία της σκέψης τους. Αν ενδιαφέρει κάποιον, η κε του μπλοκ μπορεί να το ψάξει και να βάλει μια παραπομπή στα σχόλια ή ως υστερόγραφο.

-Δεύτερο σημείο. Ο χιουμ λέει ότι ανάμεσα στα διάφορα φαινόμενα υπάρχει χρονική ακολουθία, όχι όμως κι αιτιότητα. Μπορεί να βλέπω σύννεφα να μαζεύονται στον ουρανό και μετά να βρέχει πχ, αλλά ποιος μου λέει ότι αυτό θα γίνεται κάθε φορά;

Το πρόβλημα του καντ είναι να μπορέσει να διαπιστώσει την αιτιότητα πέρα από τον εμπειρισμό του χιουμ. Γι’ αυτό εισάγει την έννοια του a priori που υπερβαίνει την εμπειρία και το άτομο. Αλλά το καθολικό στον καντ προκύπτει δια της επαγωγής, από επιμέρους περιπτώσεις. Έτσι ο καντ δεν υπερβαίνει τον εμπειρισμό, αλλά τον αμφισβητεί κι αυτή είναι η μεγάλη του συμβολή.

Ο καντ καταλαβαίνει ότι υπάρχει κάτι υπερατομικό, αλλά δε γνωρίζει την προέλευσή του. Όταν βλέπουμε τον ήλιο δε λέμε ότι είναι μια κίτρινη μπάλα που φωτίζει και θερμαίνει, αλλά ότι είναι ουράνιο σώμα. Αυτό είναι μόνο επαγωγικό, δηλ εμπειρικό; Όχι.
Σε ποιο άλλο επίπεδο πρέπει να το δούμε; Στο ιστορικό. Το επίπεδο του πολιτισμού και της κεκτημένης γνώσης της ανθρωπότητας, η οποία γενικεύει την εμπειρία σε γνώση, κάνει το a posteriori της ανθρώπινης εμπειρίας, a priori γνώση για τις επόμενες γενιές.

Και τα ζώα έχουν παραστάσεις και μνήμη, αλλά δεν έχουν έννοιες. Η ανθρώπινη γλώσσα δομείται από έννοιες, οι οποίες είναι το θησαυροφυλάκιο της ανθρώπινης γνώσης (όλης της ανθρωπότητας, όχι του ανθρώπου ατομικά). Κάθε γλώσσα μπορεί να μεταφραστεί σε οποιαδήποτε άλλη, ακριβώς γιατί οι λέξεις αντιστοιχούν σε έννοιες και μπορούν να αντιστοιχηθούν και μεταξύ τους. Διαφορετικά ο μύθος της βαβέλ θα ήταν κάτι παραπάνω από μια αλληγορία κι ίσως μας απασχολούσε ακόμη, στην πραγματική ζωή.

Στο τέλος είπαμε και μια φράση του χέγκελ, για το ενικό εγώ, το εδώ και τώρα, που περιλαμβάνει όλους τους εαυτούς, όλα τα εδώ κι όλα τα τώρα. Ακόμα και στις πιο απλές φράσεις ο άνθρωπος μιλάει με έννοιες, δηλ γενικά.

Αυτά εν ολίγοις.
Σε όλα τα παραπάνω οι λεκτικές και θεωρητικές ακροβασίες βαραίνουν αποκλειστικά εμένα. Το αυτό ισχύει και για τους συνειρμούς παρακάτω.

Ο μπρέζνιεφ ήταν ο «ήλιος του σοσιαλισμού που μας φώτιζε», μέχρι που έδυσε κι αυτοί που πριν τον παίνευαν, αφόριζαν την περίοδο της στασιμότητας σαν να ήταν ο σκοταδιστικός μεσαίωνας. Αλλά ο λεωνίδας ήταν σαν το φιλότιμο που χάθηκε. Δεν υπάρχει στις γλώσσες των άλλων λαών ή στη ζωή τους σαν έννοια κι έτσι μένει αμετάφραστος...

Δεύτερος συνειρμός με τον πολυδιαφημισμένο κυνόδοντα, τα ζόμπι, τα πληκτρολόγια, τις έννοιες και τη μεταμοντέρνα κατασκευή της γλώσσας. Παρεμπιπτόντως ο ρίζος είχε πρόσφατα μα κριτική της τζίας γιοβάννη, γραμμένη σε άπταιστη ξύλινη γλώσσα και στο δίκτυο έγινε ένας μικρός χαμός –αντιστρόφως ανάλογος με τον πραγματικό αριθμό των αναγνωστών της εφημερίδας.

Η πλάκα είναι ότι πέρα από τη φόρμα του κειμένου στο περιεχόμενο η τζία είχε δίκιο. Ο φράχτης, ο προστατευτικός πατερούλης και μια σειρά άλλα στοιχεία δε στρέφονται γενικά κι αόριστα ενάντια στον ολοκληρωτισμό απ’ όπου κι αν προέρχεται, αλλά παραπέμπουν στο σοσιαλιστικό μπλοκ. Και δεν ξέρω καμία άλλη κριτική που να αναδεικνύει αυτή την πτυχή.

Το θέμα είναι ότι αν δεν το ‘γραφε η τζία ελάχιστοι θα το πρόσεχαν κι οι περισσότεροι θα έμεναν στο πρώτο επίπεδο ανάγνωσης που δε θα ενοχλούσε κανένα. Εν πάση περιπτώσει..

Η επόμενη συνάντηση του ομίλου θα γίνει κατά πάσα πιθανότητα την παρασκευή με θέμα το τι να κάνουμε του λένιν. Οπότε θα πιάσει και ζητήματα οργανωτικής φύσης από ένα θεωρητικό πρίσμα. Θα υπάρξει ενημέρωση για ακριβή μέρα κι ώρα.

Υποσημείωση

*Παράλληλα όμως το εμπόρευμα είναι η απλούστερη αφαίρεση στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Κι η βασική –κατά βαζιούλιν- μεθοδολογική συνεισφορά του μαρξ στο κεφάλαιο είναι ότι (δεν έμεινε στο επίπεδο της αφαίρεσης, αλλά) πραγματοποίησε την (αντίστροφη) ανάβαση από το αφηρημένο (εμπόρευμα) στο συγκεκριμένο.

Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Σκουπίδια του σαββατοκύριακου

Ένα σαββατοκύριακο μες στην άνοιξη που άφησε πίσω του σκόρπιες σημειώσεις. Αν το είχα πιο πρόσφατο, ίσως θυμόμουν και τον κρίκο που τις συνέδεε. Τώρα τις παραθέτω ατάκτως ερριμένες.

Κι όμως κινείται! Η γη, το κίνημα, ο κόσμος, ο χώρος μας.
Αρκεί να μην γίνει το παν η κίνηση και ξεχάσουμε πού θέλουμε να πάμε.
Προς το παρόν ξέρουμε από πού θέλουμε να φύγουμε. Απ’ το βάλτο με το (τ)έλος της ιστορίας. Που έπεσε σαν ουρανός στα κεφάλια μας την ώρα που του κάναμε έφοδο.
-Τι έγινε ρε παιδιά, μας την πέσανε;

Σαν έτοιμα από καιρό, σαν θαρραλέα, τα σχήματα της δυαδικής εξουσίας ξεπηδούν στο κεφάλι μας και παίζουν με τάπες βαρελιών περιμένοντας να ωριμάσουν οι μάζες.
Λεπτομέρειες…

Χωρίς παιδεία οι μαζικές συνειδήσεις μένουν παιδικές και παιδεύουν τις οργανωμένες πρωτοπορίες. Δεν κάνουμε όλοι για παιδαγωγοί, αλίμονο όμως αν δεν προσπαθούμε να γίνουμε. Δεν είναι μόνο ότι ξεκόβεις απ’ τις μάζες για το καλό των οποίων –υποτίθεται- κόπτεσαι. Είναι κι ότι μένεις ανεπίδεκτος μάθησης, γιατί το προτσές είναι αμφίδρομο κι οι ρόλοι εναλλάσσονται.

Το θέμα δεν είναι να κατανοήσουμε τον κόσμο, αλλά να τον αλλάξουμε. Είναι ζήτημα όμως τι ακριβώς μπορούμε να αλλάξουμε αν δεν έχουμε καταλάβει τους ανθρώπους που ζουν σε αυτόν και –βασικά- την εξουσία.

Τα 80’ς είναι η συλλογική εκδίκηση του υποσυνείδητου.
Χρώματα κι ιδεολογίες ατάκτως ερριμένες, σαν σε όνειρο.
Όμορφες σκηνές που δε βγάζουν απαραίτητα νόημα και καταλήγουν ενίοτε σε Εφιάλτη (με σημάδι στο κούτελο), αλλά είναι πιο γεμάτες και ρεαλιστικές από την κούφια πραγματικότητα.

Είναι νομοτέλεια όμως ότι κάποτε θα ξυπνήσεις. Για να σε τυλίξει ένα αίσθημα απώλειας και νοσταλγίας για το όνειρο.
Κι ίσως έχουμε τότε μαζική ύπνωση συνειδήσεων, οικειοθελή κατά βάση, μήπως μπορέσει να ονειρευτεί ξανά ο κόσμος.

Η δεκαετία με τις βάτες είναι μια παλέτα με όλα τα χρώματα.
Μαζί κι αυτά της παρακμής. Σάπιο μήλο και σοσιαλισμός που σαπίζει αλλά θυμίζει ακόμα τέτοιο.
Αν μπορούσαμε θα το παγώναμε και θα το κρατούσαμε για πάντα. Με την ίδια λογική που το φθινόπωρο είναι υπέροχη εποχή κι ας ακολουθεί πάντα η νάρκη του χειμώνα.

Κι όταν η παλέτα μπλέκει στα χρώματα των παιδικών αναμνήσεων αφήνει αθεράπευτα σημάδια, αλλά χωρίς τραύματα. Το τραύμα ήταν που κόπηκε απότομα το νήμα των αναμνήσεων το 89 και δεν είχε συνέχεια.

Η σοβιετία ήταν η λατρεία που έγινε αγαποσυνήθεια.
Αλλά η ιστορία απεχθάνεται τα κενά στο φαντασιακό και στον έρωτα. Κι ο λαός μας έγινε πολύ ευάλωτος για να κρατήσει στον πρώτο δημαγωγό που τον κολάκεψε με βιτρίνες και καθρεφτάκια.
Η αλεπού ξεγέλασε τον κόρακα, του έπεσε το τυρί, αλλά δεν είδαμε τη φάκα. Κι ύστερα πλάκωσαν μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά.

Μας έλεγε ο αρσενικός γονιός του πατέλη (το πι με κάπα) τις εντυπώσεις του από το ταξίδι του στη μόσχα. Με έμφαση στην κριτική γιατί έτσι οφείλουν οι κομμουνιστές.
Το τι κοράκια –στην κυριολεξία- είχε αυτή η πόλη δεν περιγράφεται. Άντε να γλιτώσεις το κράξιμο…

Νομίζω θυμήθηκα και το συνδετικό κρίκο. Ένα κυριακάτικο πρωινό σε ένα σπίτι στο γκύζη, απ’ τα παλιά με τις πράσινες τέντες. Που σε χαϊδεύει ο ήλιος και ψάχνεις σκιά να κουλουριάσεις. Ανοίγουν οι πόροι του μυαλού και του δέρματος και ρουφάν κάθε κουβέντα και θόρυβο σα μελωδία.

Ένα γλυκό προτσές, όπου τα ερεθίσματα μπαίνουν άναρχα, ωριμάζουν και γίνονται σκέψεις, όπως ο μούστος γίνεται κρασί και σε μεθάει. Κι έρχονται να στάξουν πάνω στο χαρτί τη στιγμή και την άνοιξη.

Άσπρα σπίτια ως εκεί που φτάνει το μάτι. Κόκαλα σπαρμένα στο λεκανοπέδιο σαν τάφοι ζωντανών-νεκρών και σκλάβων πολιορκημένων.
Δε βαριέσαι. Τα μακάβρια θεάματα είναι τα καλύτερα. Κι η παρομοίωση το καλύτερο μέσο έκφρασης, γιατί η πεμπτουσία της τέχνης είναι ο συνειρμός.

Ο καπιταλισμός λέει είναι γενικευμένη εμπορευματική παραγωγή.
Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Ότι δεν εμπορεύονται το περίσσευμα όπως κάποτε, αλλά το έχουν αυτοσκοπό. Παράγουμε για να πουλήσουμε, όχι για να ικανοποιήσουμε ανάγκες.

Το κεφάλαιο διαλύει τους προαιώνιους ανθρώπινους δεσμούς και βάζει στη θέση τους σχέσεις πραγμάτων.
Τα κάλαντα, οι λατέρνες, τον μπακάλη της γειτονιάς.
Όσοι θεσμοί επιβιώνουν εκφυλίζονται και κρατάν μόνο το περιτύλιγμα.

Βλέπω μπροστά μου την αφίσα του παναγιωτακόπουλου.
Η ελλάδα ανήκει στους έλληνες, όχι στους τραπεζίτες.
Κι ο κοσκωτάς έλληνας ήταν.

Κάθε εποχή έχει τις αυταπάτες που της αξίζουν. Κι η δύναμη εκείνης της εποχής ήταν τέτοια που οι αυταπάτες της διατηρούνται ακόμα, χωρίς τους εμπράγματους όρους που τις γέννησαν.
Ξέρεις τι είναι να λες τέτοια συνθήματα και να μη σε περνάν για γραφικό όπως σήμερα;

Ο πιο καλτ μανιχαϊσμός που έχω δει σε καρτούν ήταν σε ένα μίκη.
Βλέπει μια σκιά μες στο σκοτάδι και χωρίς να ξέρει ποιος είναι αρχίσει να ξεφωνίζει: κα-κοί-οί-οί-οί…

Η -διαχρονικά- πιο γελοία προσωποποίηση του καλού, αυτό το ποντίκι. Που το 89’ εγκατέλειψε πρώτο το καράβι μαζί με τους ομοίους του κι έγινε υπουργός μητσοτάκη.
Ενώ ο σκρουτζ ήταν πάντα πιο διαλεκτικός. Ίσως ο πιο συμπαθής τσιγκούναρος που υπάρχει.

Η διαλεκτική όμως δεν είναι χυλός που αρνείται να πάρει θέση.
Πρέπει να ξεφύγουμε απ’ τα αντανακλαστικά του μίκυ που υποπτεύεται οτιδήποτε έξω από αυτόν, γιατί όπως λέει κι ο σαρτρ η κόλασή μας είναι οι άλλοι. Όχι όμως και να παντρεύουμε το νερό με τη φωτιά για να βγει μια διαλεκτική σούπα και να είμαστε όλοι καλοί. Ο πραγματικός ουμανισμός είναι να ξεχωρίζεις τους εχθρούς της ανθρωπότητας και να τους αντιπαλεύεις μέχρι το τέλος.

Το –κάτι σαν- κείμενο αφιερώνεται στην εντροπία που πλησίαζε στο θέρος, τον κομάντο κι όσους άλλους ένιωσαν να τους κυριεύει.

Δευτέρα 6 Απριλίου 2009

Αυτή η άνοιξη καθόλου δε μ' αγγίζει

Ακόμα τούτη η άνοιξη ραγιάδες ραγιάδες
(...) ώσπου να 'ρθει ο μόσκοβος...

Αυτός όμως μπήκε στον έβρο, προχώρησε καμιά εκατοστή χιλιόμετρα ίσα-ίσα να μας δώσει ψεύτικες ελπίδες κι άλλαξε πορεία.
Ακόμα τον περιμένουμε.

Η άνοιξη είναι μαγεία, το ξύπνημα της φύσης, κρυμμένων δυνάμεων που κοιμούνταν για χρόνια κι επιστρέφουν να πάρουν εκδίκηση.
Σαν προεπαναστατική κατάσταση.
Που το ψώνιο ξυπνά απ' τη χειμερία νάρκη, παύει να είναι θύμα και φέρνει ανάποδα τον ντουνιά. Παίρνοντας εκδίκηση για όσα δεν έζησε.
Η επανάσταση θα 'ναι σα να μπαίνει η άνοιξη.

Δεν είναι τυχαίο που ο οκτώβρης ξεκίνησε με έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα. Ούτε τα χρώματα των λευκοφρουρών και του κόκκινου στρατού (που παραπέμπουν σε χειμώνα και καλοκαίρι αντίστοιχα).
Αλλά ήταν πιο δύσκολο να συνεχίσει η επανάσταση στη ρωσία γιατί ήταν χώρα καθυστερημένη με βαρύ χειμώνα, χωρίς εύκρατο κλίμα.

Στην κούβα έχουν άνοιξη όλο τον χρόνο, εξ ου και νησί της επανάστασης.
Αλλά ο χρόνος μοιάζει σταματημένος και μαζί του οι άνθρωποι. Μείναν σταθεροί στο ίδιο σημείο, δεν προχώρησαν ποτέ παρακάτω.
(Όχι ότι φταίνε για αυτό. Σε μια εποχή γενικής υποχώρησης το να μένεις σταθερός -έστω μπρεζνιεφικά στάσιμος- είναι άξιο θαυμασμού).

Η άνοιξη είναι η περίοδος που λιώνουν οι πάγοι της αντίδρασης και χαράζεται ο δρόμος.
Αν και, είναι ένα ζήτημα τελικά, αν οι πάγοι λιώνουν ειρηνικά με μεταρρύθμιση, ή πρέπει κάποιος να τους σπάσει.
Κι αυτός ο κάποιος δε μπορεί παρά να είναι το κόμμα που παίζει το ρόλο της οργανωμένης πρωτοπορίας και του παγοθραυστικού.
Να θες να σπάσεις τον πάγο αλλά να μισείς ως ιδέα το παγοθραυστικό είναι παράνοια. Κι οι παρανοϊκοί στις μέρες μας μοιάζουν περισσότεροι από ποτέ.

Αλλά η ιστορία προχωράει ζιγκ-ζαγκωτά με πισωγυρίσματα.
Ο τρελός καιρός της άνοιξης είναι η καλύτερη απόδειξη.
Το παλιό παλεύει ακόμα με το καινούριο. Κι ο παλουκοκάφτης μάρτης με τον φλεβάρη που μυρίζει καλοκαίρι.

Το οποίο καλοκαίρι στη σοβιετία ήρθε θυμίζοντας τα καζάνια της κόλασης, ενώ εμείς το σκεφτόμασταν ως παράδεισο.
Πολλοί άρχισαν να νοσταλγούν τον (αστικό) χειμώνα και ψάχναν τρόπο να εγκαταλείψουν τη σύγχρονη γη της επαγγελίας, τη σοβιετία.
Τους πιάσαμε όμως επ' αυτοφώρω (με κομμάτι από φλούδα μήλου στα ούλα) να συνεργάζονται με τον ναζιστικό όφι και τους στείλαμε εκεί όπου οι πάγοι δε λιώνουν ποτέ: στη σιβηρία.

Παρεμπιπτόντως, ο σύζυγος της καθηγήτριας που μας κάνει ρώσικα έκανε στρατό στη σιβηρία κι έχει να διηγείται ιστορίες για τα ούρα που πάγωναν πριν καν προλάβουν να πέσουν στο έδαφος.
Πραγματικό έργο τέχνης!
Έχει ιστορίες και για το αφγανιστάν, αλλά όχι πολύ ευχάριστες. Γι' αυτό κι εγώ πιστεύω μόνο τον δελαστίκ που είναι αντικειμενικός.

Επιστροφή στο καλοκαίρι.
Πρέπει κάποτε να βάλουμε λεφτά για μια διαφήμιση με τον γνωστό πελαργό: όχι ιδιώτες, όχι καπιταλιστές σε θάλασσες κι ακτές.
Ή μήπως ήταν πελεκάνος;
Και πελαργός η μασκότ του ευρωμπάσκετ;
Παιδικές μνήμες τυλιγμένες κουβάρι.
Κι ο πελεκάνος στο έλα να δεις τι σήμαινε;

Το καλοκαίρι ο λαός ήθελε να απολαύσει τους καρπούς της άνοιξης, αλλά ο σύντροφος με το μουστάκι έβαλε μπρος τα πεντάχρονα κι όλοι κάναν δουλειά μυρμηγκιού για τον πόλεμο που ερχόταν.
Η οποία από τότε μας έμεινε συνήθεια χειμώνα-καλοκαίρι και μπήκε στο λεξιλόγιο της κομματικής αργκό.

Ήταν τότε, στο λιοπύρι της ταξικής πάλης και του πολέμου που μάθαμε πώς δενότανε το ατσάλι.
Όσοι είχαν συνδέσει το καλοκαίρι με διακοπές, έλεγαν ότι αυτό δεν είναι πραγματικό καλοκαίρι, αλλά βιασμός των εποχών και της ιστορίας, στρέβλωση και δυσφήμηση του ιδανικού.

Εμείς όμως κόντρα στο ρεύμα υπερασπίζουμε την προσφορά του καλοκαιριού που γνωρίσαμε.
Το σύντομο καλοκαίρι της σοβιετίας!
Και ξέρουμε ότι η επανάσταση του μέλλοντος δεν θα επαναλάβει τα ίδια λάθη, θα ξεκινήσει από καλύτερη βάση και θα έχει κλιματισμό.

Η νίκη στον πόλεμο έφερε τη νίκη του σοσιαλισμού στις λαϊκές δημοκρατίες.
Αλλά επειδή δε μπορούσαν να νικήσουν μόνες τους τον χειμώνα τις βοήθησε ο κόκκινος στρατός και τις έβαλε σε θερμοκήπιο αυξάνοντας τεχνητά τη θερμοκρασία (εξ ου και το φαινόμενο του θερμοκηπίου).

Αν η άνοιξη είναι η επανάσταση έχει συμπλήρωμα την αντεπανάσταση. Δηλ το φθινόπωρο. Ή και την άνοιξη της πράγας.
Γλυκιά παρακμή, μπρεζνιεφική μελαγχολία, το φως λιγόστευε, τα φύλλα έπεφταν, τα χελιδόνια μας άφηναν -ή μήπως τα διώχναμε εμείς;- κι η άνοιξη ακριβή.
Φαντάσου πόσα θα πάρει όποιος την πουλήσει.

Και τότε έρχεται στο προσκήνιο ο γκόρμπι. Με υποσχέσεις για περισσότερο σοσιαλισμό και καλοκαίρι.
Πριν φέρει τους ψυχρούς ανέμους της αλλαγής (winds of change) και μαζί το κρύο στην ψυχή μας.
Και κει που περιμέναμε να 'ρθει ο μόσκοβος να μας λυτρώσει ήρθαν τα ορλωφικά κι η καταστροφή.

Δεν είναι όμως το τέλος της ιστορίας, η ιστορία δε μπαίνει σε κατάψυξη (μόνο οι ελπίδες μας).
Είναι ένα εντυπωσιακό πισωγύρισμα που μας έστειλε πίσω στην εποχή των παγετώνων.

Ο 20ός αιώνας ήταν μεσοπαγετώνια περίοδος που έδωσε ώθηση στο όραμα των επαναστατών για σοσιαλισμό. Η ταξική πάλη συνεχίζει να είναι η ατμομηχανή που ζεσταίνει και κινεί την ιστορία.

Οι αστοί μισούν την άνοιξη γιατί αρχίζουν να ιδρώνουν και ζορίζονται.
Εμείς ξέρουμε όμως ότι είναι η άρση της αποξένωσης, η εποχή που οι άνθρωποι έρχονται πιο κοντά, ζευγαρώνουν, επαναστατούν.
Ε, κι ας ιδρώνουν καμιά φορά, κι αυτό στη φύση μας είναι.
Την επόμενη φορά θα 'χουμε καλύτερο κλιματισμό.

Την άνοιξη όμως θα τη φέρουμε μόνοι μας, δε θα μας έρθει έτοιμη στο πιάτο.
Ως πότε λοιπόν σύντροφοι ραγιάδες θα ζούμε στα στενά; (λες να με πούνε ρηγά και να μου βγει ρετσινιά;)
Ως πότε θα περνάει η μία άνοιξη μετά την άλλη χωρίς να μας αγγίζουν; Και θα 'μαστε με σπασμένα φτερά, χωρίς να ξέρουμε καν γιατί μας ήρθε το καλοκαίρι αυτό;