Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τούμπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τούμπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

Ο μαγικός υπόκοσμος του ποδοσφαίρου

Χτες αναλύσαμε το αξιακό τρίπτυχο της χούντας των συνταγματαρχών, αφήσαμε όμως απέξω το σύγχρονο όπιο του ποδοσφαίρου, που αντικατέστησε σταδιακά το θρησκευτικό, έχοντας πάντως και αυτό ιδιαίτερη θέση κατά τη διάρκεια της επταετίας. Τόση μπάλα (και μπάτσους) από την χούντα είχαμε να δούμε, λέει ένα σύνθημα των αναρχικών στους τοίχους, που αναφέρεται μεταξύ άλλων στη μυθική πορεία του παο στο χ-ου(ντ)έμπλεϊ και τον αστικό μύθο (;) για τη δωροδοκία των παικτών του ρεβιζιονιστικού ερυθρού αστέρα στον επαναληπτικό της λεωφόρου.

Στη σημερινή ελλάδα, που τη δονεί χωρίς να την ενώνει, η θέα της στρογγυλής θεάς, το πολιτικό σκηνικό εξελίσσεται κατ’ εικόνα κι ομοίωση της (ούνα φάτσα ούνα ράτσα) γειτονικής ιταλίας. Ο μαρινάκης είναι ο εκκολαπτόμενος έλληνας μπερλουσκόνι –εκεί δηλ που είχε αποτύχει ο βγενόπουλος με τον παο, ελέω μαρφίν· χάσαμε στο τσακ την υποψηφιότητα του λαζόπουλου με το σύριζα, δίκην νέου πέπε γκρίλο· και μένει να πειστεί τώρα η τζούλια αλεξανδράτου να κατέβει στον πολιτικό στίβο, για να καλύψει το κενό της τσιτσιολίνας αλά γκρέκα –κάτι που ‘χε προσπαθήσει κι η βάνα μπάρμπα με το λαος.

Προς το παρόν ευοδώθηκε μόνο το πρώτο σκέλος του σεναρίου, με την υποψηφιότητα μώραλη στο δήμο πειραιά να έχει όλα τα φόντα να διοικήσει την πόλη με μεθόδους ναπολιτάνικης μαφίας, για να παραμείνει ο παραλληλισμός μας σε ιταλικό έδαφος. Κι ο εκφρασμένος στόχος –δια στόματος του λαγού της χρυσής αυγής, σε ρόλο λαγού της κυβέρνησης, ερυθροπράσινοι λαγοί οε-οε-οε...- είναι να καθαρίσει η ζώνη, το λιμάνι, ο πειραιάς ευρύτερα από «τους λακέδες του παμε» και γενικώς κάθε εργατική αντίσταση. Όλα για τους ευεργέτες εφοπλιστές, που ο ύψιστος να μς κόβει ανάσες και να τους δίνει ούριο άνεμο για τα σαπάκια τους.

Βέβαια, αν αυτό το λέει ένας χρυσαυγίτης, πολύς κόσμος θα αντιδράσει και θα ξεσηκωθεί. Αν όμως το επιβάλλει στην πράξη –χωρίς να το λέει απαραίτητα και δημόσια- ο ιδιωτικός στρατός του προέδρου (ένας είναι ο πρόεδρος), μπορεί να γίνει χωρίς να ανοίξει ρουθούνι και προπαντός κανένα στόμα –παρά μόνο τα αγύριστα κεφάλια ορισμένων κομμουνιστών, που πάνε γυρεύοντας. Άσε που προωθούμε και τη σύμπραξη δημοσίου κι ιδιωτικού τομέα (σδιτ) ως πρότυπο αναπτυξιακό μοντέλο.

Το κατάπτυστο ‘no política’ των οργανωμένων συνδέσμων του ολυμπιακού για τη δολοφονία του παύλου φύσσα, είναι καθαρά πολιτική στάση, όπως και κάθε μορφή απολιτίκ άλλωστε, και αυτό δεν αλλάζει, ούτε μετριάζεται, αν το πούμε σε άλλη γλώσσα, για να φαίνεται πιο ψαγμένο. Το πόσο αντιδραστική είναι αυτή η στάση, θα έχουμε πιθανότατα την ευκαιρία να το δούμε από πρώτο χέρι το επόμενο διάστημα και στις εκλογές του μαΐου.

Αν πάντως ο μαρινάκης ήταν το ρόδι (το ρο με βήτα) που έπεσε κάτω από τη ροδιά του εφοπλιστή πατέρα του, που ήταν φίλος του (πρόσφατα εκλιπόντα και παλιού προέδρου του ολυμπιακού) νταϊφά, δεν μπορεί να πει κανείς (ακριβώς) το ίδιο για τη στήριξη του πέτρου κόκκαλη, που ντροπιάζει το όνομα του κομμουνιστή παππού του. Αυτοί είναι οι καλύτεροι όμως, από τη σκοπιά του συστήματος, γιατί όταν έχεις ξεπουλήσει ένα τέτοιο βαρύ ιστορικό φορτίο και όνομα, είσαι ο πλέον αδίστακτος κι ικανός για όλα –πόσο μάλλον αν κουβαλάς μαζί σου και την (πρωτοπόρα για την εποχή της) τεχνογνωσία της λδγ στις τηλεπικοινωνίες.

Το σκηνικό συμπληρώνεται: με το μικρό συνονόματο αδερφάκι του ολυμπιακού στο βόλο και την υποψηφιότητα του αγωνιστή της δημοκρατίας αχιλλέα μπέου –που το κατεστημένο τον είχε κλείσει προσωρινά και φυλακή. Με τον άρη (όχι θεσσαλονίκης, ούτε το βελουχιώτη) να ανακοινώνει τη μεταγραφή του κριστόφ βαζέχα στο ψηφοδέλτιό του, για να πάρει ψήφους από τον καμίνη και την καυτή πατάτα του γηπέδου της λεωφόρου. {Έχω την υποψία μάλιστα ότι ο κύριος λόγος που δεν τον είπαμε εξ αρχής βαρτζίχα, όπως είναι το κανονικό του όνομα δηλ, είναι για να παραπέμπει συνειρμικά στο «βαζέλα» και τον βαλέσα}. Με το ζαγοράκη στο ευρωψηφοδέλτιο της νδ να έχει μπροστά του μια προεκλογική περίοδο για να μάθει να μιλάει στρωτά ελληνικά –κι όπως γράφουν κάποιοι στο τουίτερ, μπορεί να πάρει συμβουλές και μαθήματα από το γιάννη ιωαννίδη και το γιώργο ανατολάκη.

Ο σύριζα δεν μπόρεσε να κάνει ρελάνς με τον πιστό στρατιώτη κωφίδη, αλλά έχει τη δούρου να ανασκευάζει τις δηλώσεις της για το γήπεδο της νέας φιλαδέλφειας, προκειμένου να μην έρθει σε σύγκρουση με το μελισσανίδη (που έχει και το πεσκέσι του οπαπ από το σαμαρά) και να μην χρεωθεί το εκλογικό κόστος στην περιφέρεια της αττικής. Ενώ μαζί μας κατεβαίνει στο ευρωψηφοδέλτιο ο παλιός διαιτητής νικάκης, που είναι μόνιμος υποψήφιός μας στην αιτωλοακαρνανία. Βέβαια τους διαιτητές κανείς δεν τους συμπαθεί συνήθως, αλλά κι εμείς ως κόμμα ποτέ δεν κάνουμε επιλογές με ιδιαίτερη επικοινωνιακή λογική.

Όπως είχαμε σημειώσει σε μια πρόσφατη ανάρτηση, ο καμί έλεγε πως το ποδόσφαιρο είναι αυτό που του έχει διδάξει ό,τι γνώριζε περί ηθικής. Εάν αναλογιστούμε όμως τη δήλωση του μαρινάκη «σήμερα διδάξαμε ήθος», μετά από ένα επεισοδιακό ντέρμπι αιωνίων και όσα έγιναν την περασμένη εβδομάδα στον όμορφο ηθικό κι αγγελικά πλασμένο κόσμο του ελληνικού πρωταθλήματος, θα δούμε πως το σύγχρονο επαγγελματικό ποδόσφαιρο μπορεί μόνο να μας διδάξει τα πάντα περί λαμογιάς κι ανηθικότητας.

Ο 2310 ανέλυε πρόσφατα σε ένα κείμενο την ειδοποιό διαφορά (ντεμέκ) των συνδεσμιτών του παοκ από του ολυμπιακού, αλλά ατύχησε να το γράψει λίγες ώρες πριν από τον πρόσφατο ημιτελικό της ντροπής. Και δεν το λέω τόσο για τις ψαροκασέλες, οι οποίες είχαν έως και πλάκα μπορεί να πει κανείς, όπως και το σύνθημα στον τοίχο του σχολείου απέναντι από την τούμπα, που λέει: έξω οι οικογένειες από τα γήπεδα.

Την περασμένη τετάρτη είχε κανείς την εντύπωση πως βλέπει δύο πανομοιότυπες ομάδες, δύο ολυμπιακούς μες στο γήπεδο. Παοκάρα είμαι χάλια, βλέπω έναν έφηβο με δυο κεφάλια. Ο παοκ επιχείρησε να νικήσει (και τα κατάφερε) με στρατηγική «πηδώ και δέρνω» και να αποδείξει ότι μπορεί να γίνει ο επόμενος ολυμπιακός ή πιο ολυμπιακός από την ομάδα του πειραιά. Κι αυτό επικροτήθηκε –στη βάση του τελικού αποτελέσματος- από παίκτες, προπονητή, τον τοπικό τύπο και τον πρόεδρο –που δίδαξε.. ηθική αυτουργία. Και δυστυχώς και από την κερκίδα που πανηγύριζε την πρόκριση.

Η βασική ιδέα είναι παρμένη από τους ιππείς του αριστοφάνη, όπου δύο στρατηγοί (δημοσθένης και νικίας) αποφαίνονται πως ο μόνος που θα μπορούσε να διώξει τον κεκράκτη κλέωνα από την ηγεσία της πόλης είναι ένας αντίπαλος ακόμα πιο βδελυρός, διεφθαρμένος και τιποτένιος. Και τον βρίσκουν στο πρόσωπο ενός αλλαντοπώλη, του αγοράκριτου. Στη διασκευή του έργου σε κόμικ, το δίδυμο αποστολίδη-ακοκαλίδη κάνει μια καυστική σάτιρα της δικομματικής πόλωσης της δεκαετίας με τις βάτες, που παραμένει επίκαιρη μέχρι σήμερα –αλλά αυτό απαιτεί ειδική ανάλυση σε ξεχωριστή ανάρτηση.

Σήμερα όλοι οι οπαδοί ψάχνουν το δικό τους αγοράκριτο, για να εκτοπίσουν με κάθε μέσο τον ολυμπιακό του μαρινάκη από την κορυφή και να πάρει τη θέση του η ομάδα τους. Το πρωτάθλημα γίνεται σκακιέρα συμφερόντων κι ανταγωνισμών, σα μια ουκρανία σε μικρογραφία. Αλλά ο μέσος οπαδός δεν έχει καν αισθητικό κριτήριο –πόσο μάλλον ταξικό και πολιτικό- για να προστατέψει την καψούρα του, αυτό που αγαπά και του δίνει διέξοδο, και να τα βάλει με όσους το εκφυλίζουν και το καταστρέφουν.

Ούτως ή άλλως αν ζεις στην τούμπα πχ και πέφτεις κάθε τόσο πάνω στα λεφούσια των εξαρτημένων οπαδών με τις φανέλες των βυζαντινών, το χαμένο, αδειανό βλέμμα και τη φασίζουσα νοοτροπία, δεν περιμένεις κάτι δραματικά καλύτερο από αυτό. Γιατί είναι φασίζουσα νοοτροπία το «η ομάδα πάνω απ’ όλα» και τα μυαλά στα κάγκελα του αόρατου εχθρού. Το εκπληκτικό είναι πως πολλοί είχαν σπεύσει να χαιρετίσουν από τη δική μας σκοπιά, ως ελπιδοφόρα την κόντρα ανακοινώσεων των οργανωμένων οπαδών του παοκ με την χρυσή αυγή. Δεν χρειάζεται όμως να είσαι χρυσαυγίτης για να είσαι και εσύ φασιστόμουτρο. Κι αυτό προφανώς δεν το λέω μόνο για τους παοκτζήδες –αυτούς απλά τους βλέπω στη γειτονιά μου, πιο συχνά από τους άλλους.

Είναι μεγάλη κουβέντα βέβαια τι παρέμβαση θα μπορούσαμε πιθανόν να έχουμε εμείς στο... «συνδεσμικό-οπαδικό κίνημα». Το πιο τραγικό πάντως δεν είναι ότι ο οπαδός παθιάζεται με το ποδοσφαιρικό όπιο, που είναι η καρδιά ενός άσπλαχνου κόσμου, για να θυμηθούμε ολόκληρο το τσιτάτο του μαρξ για τη θρησκεία, κι αποκούμπι για πολλούς στην κοιλάδα των δακρύων. Ούτε καν ότι παθιάζεται με ένα τόσο χάλια πρωτάθλημα σαν το ελληνικό. Το πιο τραγικό είναι ότι ψηφίζει κιόλας τους πρωταγωνιστές του, που κατεβαίνουν υποψήφιοι, αντί να τους μαυρίσει κι αυτούς, για να ‘ναι ασορτί με τη μαυρίλα του ποδοσφαιρικού σκηνικού ή έστω με τα χρώματα της ομάδας του –εφόσον μιλάμε για παοκτζήδες- και να τους κάνει να το σκεφτούν δυο και τρεις φορές πριν πάρουν την απόφαση να σκεπάσουν με τη λάμψη τους το μαύρο μπλοκ της κυβέρνηση.


Ή για να κοκκινίσει η κάλπη –εφόσον μιλάμε για ολυμπιακούς- όχι από το συνδυασμό του μώραλη, αλλά με κόκκινα ταξικά ψηφοδέλτια. Γιατί στον πειραιά η ελπίδα γράφεται με κόκκινο και τη λένε παντελάκη. Το άλλο κόκκινο, εκείνο με τους μπλε και πράσινους κόκκους, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια πολύχρωμη απόχρωση του μαύρου.

Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

100 χρόνια Άρης

-Δηλ είσαι από την τούμπα και είσαι αρειανός;
Μα ναι ρε φίλε, γιατί όχι. Τι με κοιτάς λες και είμαι, ξέρω εγώ, αφροαμερικάνος στην εθνική ρωσίας; Για στάσου όμως, κι αυτό έχει γίνει στο μπάσκετ, με τον χόλντεν. Είδες η παλινόρθωση; Και ο παοκ στην τελική το 60’ πήγε εκεί, που του έδωσαν το οικόπεδο να φτιάξει γήπεδο. Ως τότε έπαιζε κάπου μες στην πανεπιστημιούπολη, στην πλατεία χημείου νομίζω, και όταν έφευγε έξω η μπάλα, πήγαινε στα μνήματα απέναντι, στο α’ νεκροταφείο, στην αρχή της ευαγγελίστριας –η οποία είναι ένα μαγικό μέρος, κέντρο – απόκεντρο, σαν χωριουδάκι στη μέση της πόλης.

Και ξέρεις πως από εκεί έχει μείνει η φράση που προτρέπει τον αμυντικό να πετάξει την μπάλα στα μνήματα, για να φάει χρόνο; Όπως στην επαρχία –και την ευαγγελίστρια- που το γήπεδο είναι λίγο έξω από το χωριό, μαζί με το νεκροταφείο. Κι όπως ερημώνει τις τελευταίες δεκαετίες η επαρχία, θα την κλείσουν μια μέρα όλη μαζί σε ένα μνήμα και θα μείνουμε πίσω εμείς, ζωντανοί-νεκροί μες στις πόλεις και τα αστικά κλουβιά –αστικά με την έννοια της πόλης και της αστυφιλίας, και με την έννοια των αστών, που εδώ να δεις ‘αστυφιλία’ από διάφορους ψωνισμένους μικροαστούς.

Αλλά κι η τούμπα τότε, σαν χωριουδάκι ήταν, με χαμηλά προσφυγικά σπίτια. Η πραγματική (αετο)φωλιά για τον παοκ όμως είναι η δυτική θεσσαλονίκη, με τις δυτικές συνοικίες -ή με τα λούμπεν κωλόμπαρα και τους κάγκουρες, εξαρτάται από ποια σκοπιά το βλέπεις. Και όσο πας ανατολικά, σπάει λίγο η μαυρίλα κι αρχίζει κάπως να κιτρινίζει. Οπότε η διελκυστίνδα της υπερβολής μεταξύ των οπαδών, κάτι σα διαγωνισμός γραφικότητας, όπου τραβάς το σκοινί προς την πλευρά σου μέχρι να σπάσει, επιτάσσει να λένε οι παοκτζήδες πως ο άρης είναι ‘παπαναστασιακός’, που αφορά μόνο μια μικρή ζώνη γύρω από τον κεντρικό δρόμο του χαριλάου, και οι αρειανοί να παίρνουν τηλέφωνο στα αθλητικά ραδιόφωνα και τον ραπτόπουλο –που και ο ραπ αρειανός από την τούμπα ήταν, αλλά το κρύβει, όπως έκρυβε παλιά, στα φιλότριχα και προοδευτικά χρόνια του ογδόντα, με περουκίνι το εξωτερικό κενό στο κεφάλι του (για το εσωτερικό κενό δεν ξέρω να σου πω, αλλά μια χαρά ξύπνιος μου φαίνεται), ενώ τώρα που είναι της μόδας η χρυσαυγίτικη καράφλα, κυκλοφορεί γουλί ακομπλεξάριστος…- να παίρνουν λοιπόν τηλέφωνο στα ραδιόφωνα οι αρειανοί και να λένε: καλησπέρα από την κιτρινόμαυρη τούμπα ή από την κιτρινόμαυρη επτάλοφο, την κιτρινόμαυρη κρήτη (όχι από τους ντάλτον του εργοτέλη), τον κιτρινόμαυρο πειραιά, την κιτρινόμαυρη αφρική, τον κιτρινόμαυρο πλανήτη άρη, που βασικά κοκκινωπός είναι, αλλά έτσι και αλλιώς κι η γη θα γίνει κόκκινη, ή κόκκινη από ζωή ή κόκκινη από θάνατο και νιόγαβρους θαυμαστές του μαρινάκη (που πήρε λέει και τον 902), εκτός βέβαια από την τούμπα και την επτάλοφο, που θα παραμείνουν κιτρινόμαυρες, αν και λένε πως και εμείς στο άρμα του μαρινάκη είμαστε. Και τότε, αν είναι, γιατί πέφτουμε ρε συ και μας έχουν πηδήξει διαιτητικά;

Ναι, αλλά γιατί αναφέρεις την τούμπα σε ένα επετειακό κείμενο για τα εκατό χρόνια του άρη; Για να σου εξηγήσω τη δική μου βιωματική σχέση με την ομάδα. Και ότι στη δική μου γενιά, δεν ήταν περίεργο να είσαι τουμπιώτης κι αρειανός, αν είχες προλάβει, στα τελειώματα έστω, τη μεγάλη ομάδα του γκάλη και του γιαννάκη –άλλο αν κάποιοι αλλαξοπίστησαν στην πορεία. Κι έπρεπε να έχεις παοκτζή πατέρα και γερή κατήχηση από το σπίτι, για να πας κόντρα στο αυθόρμητο ρεύμα της εποχής· ή αντιστρόφως να έχεις δεθεί με την ομάδα –και όχι μόνο με τους τίτλους της και τη λογική να είσαι πάντα με τον καλύτερο- για να μη σε παρασύρει μετά η άμπωτη της αντεπανάστασης και να παραμείνεις αρειανός στα πέτρινα χρόνια.

Και τη λαμπράκη –ή κονίτσης, όπως τη λένε ακόμα κάποιοι παλιοί δεξιοί- την έχουν συνδέσει όλοι με τη διαδρομή του 14, κατά μήκος της άνω τούμπας, που ανεβάζει τα καραβάνια των ταλιμπάν ως την αγία βαρβάρα, για να πάνε γήπεδο, ή τους αφήνει μια στάση πιο πέρα, στα γυράδικα, για να φάνε ωμό κρέας –πού να προλάβει να ψηθεί ο γύρος σε μέρα αγώνα- πίνοντας τούμπα λίμπρε: μαλαματίνα με κόκα κόλα ή σουρωτή για τους «εναλλακτικούς». Αλλά το μόνο γήπεδο που υπάρχει επί της λαμπράκη στην πραγματικότητα, είναι το αλεξάνδρειο, όπου παίζει ο μπασκετικός άρης, στην αρχή του δρόμου, κάτω από την εγνατία –αν και οι περισσότεροι αγνοούν αυτό το κομμάτι. Είδες σφε, κι ο λαμπράκης δικός μας είναι...

Κι ίσως είναι σκάνδαλο να έχει ο παοκ δικό του γήπεδο μπάσκετ και να το γεμίζει (;) δύο φορές τον χρόνο, με άρη κι ολυμπιακό, ενώ ο άρης όχι, αλλά καλύτερα έτσι από μια άποψη, που μας άδειασαν τη γωνιά, γιατί το αλεξάνδρειο είναι το πιο μπασκετικό γήπεδο, γεμάτο αύρα, θρύλους και φαντάσματα, που πλανώνται πάνω από την ευρώπη. Κι ήταν αυτονόητο η κεντρική σάλα να πάρει το όνομα του γκάλη, που άφησε εποχή σε αυτό το γήπεδο. Θα το φανταζόσουν ποτέ δηλ με όνομα «μπάνε πρέλεβιτς» ή κάτι άλλο παρόμοιο; (πχ πέτζα στογιάκοβιτς, ή χρήστος τσέκος, ακόμα καλύτερα).


Έτσι κι αλλιώς όμως, δεν έχει νόημα να μιλήσεις για τον άρη χωρίς το διαλεκτικό του αντίθετο, για το γιν χωρίς το γιαν (και για το δίδυμο γκα-γιαν) –κι ας μην το καταλαβαίνουν αυτό όσοι χαίρονται τώρα με την παρακμή και τον υποβιβασμό του ποδοσφαιρικού τμήματος. Όπως δε γίνεται να μη μιλήσεις και για τον ηρακλή, που ιδρύθηκε επί τουρκοκρατίας, αρχικά ως σύλλογος φίλων της μουσικής, και ο άρης προέκυψε από τις τάξεις του με διάσπαση –την ίδια χρονιά που τα έσπαγαν κι οι μπολσεβίκοι με τη δεύτερη διεθνή.
Κι όσοι θυμούνται τον παλιό rso στα ερτζιανά της πόλης, που έκανε ξανά μόδα τα 80’ς στη θεσσαλονίκη, ήδη από τα τέλη του 90’, κι αναρωτιόντουσαν τι να σημαίνουν αυτά τα αρχικά, έχουν καθαρά ελληνική προέλευση και βγαίνουν από το «ραδιοφωνικός σταθμός των οπαδών του ηρακλή», γιατί ως τέτοιος είχε ξεκινήσει –τιμής ένεκεν ίσως και για την αρχική ιδιότητα του συλλόγου. Και πώς να μην έχουν νοσταλγία για τα 80’ς και το βάσια, που ποτέ δεν ξεπέρασαν, οι ηρακλειδείς –ή γριές κατά το κοινώς λεγόμενο, λόγω της παλαιότητας του συλλόγου;

Κι ούτω πως προέκυψε από τα σπλάχνα του ημίθεου ηρακλή ένας θεός. Δηλ τι θεός…; Ημίθεος και βάλε, που θα ‘λεγε κι ο χάρρυ κλυνν. Ο οποίος όμως είναι με τον απόλλωνα καλαμαριάς κι είχε γίνει και πρόεδρος της επαε για ένα διάστημα στα μυθικά 80’ς. Να τα βλέπει αυτά τώρα ο άλλος πόντιος, ο σαββίδης, που τα ‘χει βρει μπαστούνια με τον σαρρή στην επαε, και... διηγώντας τα να κλαις.

Κι αν ψάχνουμε το συνδετικό (μ)νήμα των συλλόγων της θεσσαλονίκης, δεν είναι γιατί τις θεωρούμε «μια πόλη, μια ομάδα, μια τζατζίκι, μια πατάτες». Που το ‘χε πει, με άλλα λόγια κάποτε κι ο μπουτάρης, όταν πρότεινε να υπάρχει μόνο μία ομάδα ανά άθλημα: ο άρης στο μπάσκετ, ο παοκ στο ποδόσφαιρο και ο ηρακλής στο βόλεϊ. Και ναι μεν ο μπουτάρης είναι αρειανός θεωρητικά, μα πάνω απ’ όλα είναι επιχειρηματίας χωρίς ιδεολογίες και συναισθήματα, που σκέφτεται πάντα με κριτήρια κέρδους και όρους αγοράς –που δύσκολα θα χωρέσει στη θεσσαλονίκη παραπάνω από έναν «επενδυτή», με σταθερά έσοδα και κερδοφορία.

Γιατί δηλ, οι ομάδες εκφράζουν κάποια ιδεολογία –θα μου πεις; Δεν είναι ανώνυμες επιχειρήσεις (αε); Σωστή παρατήρηση. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι εμείς τις θέλουμε έτσι, να συγχωνεύονται σαν τις ελληνικές τράπεζες, για να επιβιώσουν, διαγράφοντας μονοκονδυλιά την ιστορία τους.

Και σαν τι διαφορετικό εκφράζει δηλ ιστορικά και ιδεολογικά ο άρης; Έλα ντε. Ο άρης είναι πολύ αντιφατική κι ιδιαίτερη ομάδα. Κάποτε είχε αριστοκρατική κοινωνική βάση, αλλά άκμασε μαζί με τους μικροαστούς και την πασοκάρα του 80’, ενώ σήμερα έχει επιφανειακά αρκετές εξωτερικές ομοιότητες με το κομμουνιστικό κίνημα (ίσως τις αναλύσουμε σε κάποια επόμενη ανάρτηση, αν υπάρξει ανταπόκριση από τη βάση του μπλοκ) και μπορείς να δεις στο γήπεδο πανό με τον τσε και τη σημαία της αργεντινής –λόγω μπομπονέρα περισσότερο, παρά λόγω του αργεντινάσο. Άσε που οι αρειανοί έχουν βγάλει και το σύνθημα-κατατεθέν της κρίσης κι εκστασιάζονται όταν φωνάζουν όλοι μαζί «δεν έχω σπίτι, δεν έχω δουλειά, δεν έχω γκόμενα, δεν έχω λεφτά».

Ο άρης είναι επίσης αδελφοποιημένος με το (εναπομείναν) εβραϊκό στοιχείο της πόλης και την τοπική μακάμπι, παράλληλα όμως ήταν από τους ευνοούμενους της κατοχής, σύμφωνα με την κυρίαρχη ασπρόμαυρη προπαγάνδα –κι ας τον αποκαλούν ‘εβραίο’ κι αυτοί σε κάποιο σύνθημά τους (στη μελωδία του «σαρά περκέ τι άμο»).
Κατάφερε να ενώσει στην ακμή του όλους σχεδόν τους έλληνες –κάτι σαν το εαμ της δεκαετίας με τις βάτες- και να κλείνει τα θέατρα τα βράδια της πέμπτης, αλλά να ενώσει στην παρακμή του όλους τους αντίπαλους οπαδούς, που κάνουν καζούρα με το διαφαινόμενο ποδοσφαιρικό υποβιβασμό του.
Έχτισε μια αυτοκρατορία στο μπάσκετ –που οι παοκτζήδες τη θυμούνται σαν την επταετία- αλλά σήμερα έχει μείνει αλώβητο από την «τουρκιά» μόνο το σούλι και ο σούλης παπαδόπουλος, όπως στην τελευταία περίοδο των παλαιολόγων.

Αν θέλεις όμως σφε αναγνώστη μια βασική ιδιαιτερότητα του άρη, εγώ θα ξεχώριζα την εξής. Έβλεπα προχτές τη συγκινητική υποδοχή που είχε ο ομπράντοβιτς στο οακα, στην επιστροφή του ως αντίπαλος και τη βράβευσή του από τον επίσημο παναθηναϊκό στο ημίχρονο. Και σκεφτόμουν ότι ο άρης δεν είχε ούτε ένα ομαλό διαζύγιο με τους δικούς του μπασκετικούς θρύλους.

Ο ιωαννίδης ήρθε με τον ολυμπιακό για να χάσει και να ακούσει να βρίζουν εν χορώ τη γυναίκα του. Ο γκάλης την επόμενη χρονιά με τον παναθηναϊκό, δε γλίτωσε την ένταση και τα υβριστικά. Για το γιαννάκη, ένα χρόνο αργότερα, είχε βγει και ειδικό τραγούδι που υπάρχει και στο γιου-τιουμπ. Μία από τα ίδια με το σούμποτιτς (ως προπονητής) και με το λιαδέλη –που ήταν μια σκάλα κάτω βέβαια ως μπασκετική αξία από τους άλλους. Όλους σχεδόν –άντε να εξαιρείται εν μέρει ο γκάλης- το κοινό τους υποδέχτηκε σαν ιούδες, όπως υποδέχτηκε το καμπ νου το φίγκο, την πρώτη χρονιά που πήρε μεταγραφή στη ρεάλ. Κι αν γινόταν τότε καμιά απόπειρα να τους βραβεύσουν στο ημίχρονο για την προσφορά τους στην ομάδα, πχ το γιαννάκη, θα τον πετροβολούσαν οι οπαδοί με όσα αντικείμενα δεν είχαν πετάξει στον πρέλεβιτς (τότε που εκτελούσε βολές σε νεκρό χρόνο και ο γιαννάκης κάθισε μπροστά, ασπίδα προστασίας από την εξέδρα των αρειανών). Άλλο αν σήμερα έχει παραγραφεί για κάποιους το αδίκημα και τον θέλουν προπονητή στην ομάδα.

Κι η πλάκα είναι πως οι πιο πολλοί από αυτούς είναι όντως αρειανοί κι ο κόσμος σε γενικές γραμμές τους αγαπάει –με βασική εξαίρεση τον ιωαννίδη, που έγινε υπουργός με τη νδ και συνεχίζει από άλλο πόστο την επίδειξη των αρετών του χαρακτήρα του. Αλλά (ο κόσμος) δε συγχωρεί ποτέ και κανέναν. Γιατί όπως λέει και το σύνθημα της αρειανής κερκίδας.

Και πες μου τι ψυχή θα παραδώσεις
Τα χρώματα του άρη αν προδώσεις.

Πέμπτη 21 Μαΐου 2009

Η φάμπρικα δε σταματά...

Το περασμένο σάββατο πραγματοποίησα ένα απωθημένο χρόνων.
Πήγα μαζί με το παπαγαλάκι του κρεμλίνου σε κατάληψη αναρχικών. Συγκεκριμένα στην υφανέτ που είχε τριήμερο εκδηλώσεων για τις βιοτεχνολογίες.
Κάτι που ήθελα να κάνω καιρό κι ήταν στη λίστα με όσα είχε να κάνει το παπαγαλάκι πριν φύγει στο ναυτικό.

Πηγαίνοντας σε ένα τέτοιο μέρος με ψυχολογία κνίτη (την οποία δεν έχω χάσει κι ούτε θέλω μάλλον) νιώθεις περίπου σαν αρειανός στη θύρα τέσσερα. Δέος μπροστά στο άνδρο του εχθρού. Που δεν είναι ακριβώς ο ταξικός [εχθρός], αλλά εσύ μεγάλωσες ακούγοντας τα αγαπημένα σου παραμύθια που σε έπειθαν για το αντίθετο.

Ο μύθος ωστόσο απέχει πολύ από την πραγματικότητα.
Ούτε άγρια, ούτε επικίνδυνα είναι τα πράγματα. Ειδικά όσο δε φανερώνεις την ιδεολογική σου ταυτότητα, ή κάποιο κασκόλ στα χρώματα του κόμματος.
Τώρα που το σκέφτομαι μια μπουτίκ για κομμουνιστές θα έκανε χρυσές δουλειές. Χώρια τα ασφάλιστρα για τα τζάμια που θα της τα έσπαγαν κάθε τρεις και τόσο.

Το έτοιμο σχήμα που έχουμε στο κεφάλι μας για αυτά τα μέρη είναι σαν την εικόνα που έχει ένα μικρό παιδί για το δάσος το βράδυ, ή για μια σκοτεινή αποθήκη που δεν έχει μπει ποτέ. Ή σαν την εικόνα του μέσου φιλισταίου για τη σοβιετία.

Το μόνο αντίδοτο είναι να πας κατευθείαν στο φόβο σου. Έτσι τον απομυθοποιείς κι ησυχάζεις. Κρίμα που δε μπορούν να το κάνουν πια οι φιλισταίοι με τη σοβιετία.

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο ήταν ο πολύς κόσμος κι η απήχηση στη νεολαία. Και δη σε βραδιά γιουροβίζιον. Την οποία είδαν πολλοί σύντροφοι και την επόμενη στην πορεία ειρήνης ήταν βασικό θέμα συζήτησης.
Και τι να λέγαμε δηλ, για τα ποσοστά μας που έπεσαν;

Δεν ξέρω αν η αναρχία παίρνει τα καλύτερα κομμάτια της νεολαίας. Σίγουρα όμως κερδίζει αρκετά.
Κι όπως λέγαμε και σε άλλο ποστ, είναι ζήτημα ποιος της στέλνει τα περισσότερα. Αυτοί που μένουν μακριά και της χαρίζουν πεδία δράσης, ή αυτοί που συμπορεύονται;

Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι ότι της χαρίζουμε θέματα που θα έπρεπε να μας απασχολούν άμεσα. Οι βιοτεχνολογίες είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Κάτι αντίστοιχο κάνουμε και με τις καταλήψεις ανοιχτών χώρων. Τους τις χαρίζουμε ως μέσο καθαυτό και τους αφήνουμε να παίζουν μπάλα μόνοι τους, χωρίς αντίπαλο.

Οι αναρχικοί έχουν βασικά φετιχοποιήσει το μέσο. Φτιάχνουν στο μικρόκοσμό τους μια εναλλακτική γυάλα για να ξεφεύγουν από το σύστημα. Θεωρούν τις γειτονιές προνομιακό χώρο γιατί ανταποκρίνονται στο πρότυπο του προυντόν με τις μικρές αμεσοδημοκρατικές κοινότητες (πέρα από τα όρια των οποίων ξεσκεπάζεται η ουτοπία της αμεσοδημοκρατίας).

Η δική μας απάντηση δε μπορεί να είναι η δαιμονοποίηση του μέσου.
Ειδικά όταν έχουμε κακή παρέμβαση σε επίπεδο γειτονιάς, μέτρια συνοχή στις συνοικιακές (κ)όβες και μάλλον άσχημα αντανακλαστικά στα τοπικά θέματα.
Είναι κατάντια να σηκώνουν λαϊκές συνελεύσεις οι αναρχικοί με την παραδοσιακή περιφρόνηση προς το λαϊκό κίνμηα και μια στάση που έχει ως όριό της στην καλύτερη το συλλογικό εγωισμό.
Στην πράξη όμως ποιος δείχνει τελικά περιφρόνηση;

Οι καταλήψεις χώρων εκφράζουν μεταξύ άλλων την ανάγκη του κόσμου να απαντήσει άμεσα στη μιζέρια που τον περικυκλώνει.
Όχι για να βάλει μια γυάλα γύρω του, αλλά για να μην ξεχνάει να ζει συλλογικά και αλλοτριωθεί πλήρως.
Όχι για να φτιάξει μικρές νησίδες κομμουνισμού χτίζοντας τείχη με την κοινωνία γύρω του, αλλά για να φτιάξει πυρήνες που θα αναδεικνύουν άλλες αξίες. Θα λειτουργούν ως πόλος συσπείρωσης ενσωματώνοντας στοιχεία της κοινωνίας του μέλλοντος (χωρίς αυταπάτες για το ρόλο και τα όριά τους).

Να πιστεύεις ότι θα αλλάξεις τον κόσμο αλλάζοντας απλώς τη ζωή σου είναι καθαρά ιδεαλιστικό. Αλλά αν παραπέμπουμε μηχανιστικά το δεύτερο σε ένα απώτερο μέλλον, αφού έχει πραγματοποιηθεί το πρώτο το βλέπουμε αντιδιαλεκτικά.

Ο νέος τύπος ανθρώπου δεν θα προκύψει με μαγικό ραβδάκι στο σοσιαλισμό. Κι αυτό ισχύει και για τον άνθρωπο που θα πάρει την τύχη στα χέρια του και θα κάνει την επανάσταση.

Τέτοιες πρωτοβουλίες δεν φέρνουν από μόνες τους την επανάσταση, αλλά μπορούν να διαμορφώσουν ανθρώπους με άλλες παραστάσεις, μακριά απ' τις κυρίαρχες αξίες και τον ατομισμό.
Το να αφήνουμε αυτό το καθήκον στους αναρχικούς είναι μια πρωτοπόρα προσέγγιση της σχιζοφρένειας.

Οι καταλήψεις αυτές εκφράζουν σε τελική ανάλυση την ανάγκη του κόσμου να ζήσει μια ψευδαίσθηση έστω στο σήμερα, από το να ζήσει με την προσμονή μιας ψεύτικης ελπίδας για το μακρινό μέλλον.
Που βέβαια μόνο ψεύτικη δεν είναι. Αλλά αν μοιάζει με τέτοια, μάλλον σε εμάς ανήκει η ευθύνη, παρά στον κόσμο που το βλέπει έτσι.

Ναι, -θα πει κανείς- αλλά αυτές οι μορφές δεν ελκύουν κανέναν γείτονα. Το πολύ-πολύ φοιτητές από διάφορα σημεία της πόλης, που ανάγουν σε αυταξία τα κοινόβια και μένουν μακριά απ' τον παλμό της γειτονιάς του μέσου νοικοκυραίου (sic).

Ναι, -θα πω κι εγώ- αλλά κι εμείς (που του χαϊδεύουμε τα αυτιά υποτίθεται), στις προφεστιβαλικές έχουμε κατά βάση δικό μας κόσμο. Ελάχιστοι ντόπιοι έρχονται από περιέργεια έστω.

Στη γειτονιά μου το μόνο πολιτιστικό σύλλογο με μια κάποια δραστηριότητα τον έχουν κάτι καλυμμένοι πασόκοι, απ' το πάλαι ποτέ ράδιο-φωνή της τούμπας.
Κι εγώ κάθε φορά που περνάω απ' έξω τους φωνάζω είστε πασόκοι, αλλά αυτό δεν αλλάζει τα πράγματα.

Όσο για το εξωκοινοβούλιο, πρακτικά δεν υπάρχει. Μόνο κάτι σεκίτες που κάνουν τη γνωστή δουλειά μυρμηγκιού με πενιχρά αποτελέσματα.

Πιο πολύ από οποιοδήποτε πάθος για τη λευτεριά, την αναρχία την δυναμώνουν τα δικά μας κενά (λάθη και παρεκκλίσεις).
Μας μένει τουλάχιστον η ιδεολογική υπεροχή.
Το επιβεβαιώσαμε μαζί με το παπαγαλάκι παρακολουθώντας τον πολιτικό προβληματισμό που αναπτύχθηκε στην εκδήλωση.
Το πώς ακριβώς θα το δούμε στο επόμενο κείμενο.