Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δημοσιογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δημοσιογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Ιουλίου 2017

Η απόλαυση του κειμένου

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος στην κόκκινη μπλογκόσφαιρα (και ευρύτερα) είναι η εσωστρέφεια. Να τα λέμε και να χαιρόμαστε μεταξύ μας, να επιβεβαιώνουμε ο ένας τον άλλον, να ανταλλάσσουμε like, φιλοφρονήσεις, κοκ. Κάποιοι μπορεί να μαζέψουν περισσότερες θετικές γνώμες, μες στο γενικό ισοζύγιο, κι αλίμονο αν δεν έχουν τις απαραίτητες άμυνες, τους μηχανισμούς και μια στοιχειώδη σεμνότητα, για να αποφύγουν να καβαλήσουν το καλάμι, ως περσόνες-παράγοντες. Αυτό από το μικροαστικό χυλό ερμηνεύεται βέβαια ως κομματική ισοπέδωση της προσωπικότητας, όπου όποιο κεφάλι περισσεύει και κοιτάζει ψηλότερα, πρέπει να κόβεται, για να επιστρέψει στην καταθλιπτική ομοιομορφία. Κι είναι αυτός ακριβώς ο περίγυρος, που βοηθάει το Βοναπάρτη που κρύβεις μέσα σου να εκδηλωθεί και να ξεφύγει.
-Τι σπουδαίο μυαλό, γιατί δεν έχει τέτοια το κόμμα σήμερα;

Είναι πολύ σεβαστοί λοιπόν οι ιστογράφοι, δημοσιολόγοι, δημοσιογράφοι (με την κυριολεκτική έννοια, όσων γράφουν δημόσια) κτλ, που αποφεύγουν αυτό το σκόπελο, αποκτούν ευρύτερη απεύθυνση, συσπειρώνουν ένα κοινό, που δεν είναι στενά κομματικό, αλλά σε μια πορεία χρόνου και κειμένων, προσεγγίζουν τις θέσεις μας, σπάνε τείχη και προκαταλήψεις χρόνων, γίνονται αυτό που θα λέγαμε "διαδικτυακές επιρροές". Αλλά είναι ζήτημα αν θα τις συναντήσουμε ποτέ στην πραγματική ζωή. Όχι γιατί είναι διαδικτυακές, εικονικές, δηλαδή χωρίς πραγματική υπόσταση και ζωντανή επαφή -αν ήταν αυτό το πρόβλημα, θα μπορούσε να λυθεί σχετικά εύκολα και το δίκτυο θα ήταν απλώς η αφορμή (γνωριμία) για μια πιο ουσιαστική συνάντηση. Αλλά γιατί πολλές φορές τείνουμε (κι εμείς ακόμα, εν μέρει ίσως) σε ένα "τι καλά που τα λέει ο τάδε", που αν το ξύσεις, δεν έχει κανένα πολιτικό αντίκρισμα, δεν προσφέρει πολλά, δε σημαίνει πως ο "θαυμαστής" έχει κατανοήσει αυτό που λέει πολύ ωραία ο τάδε, ότι τα αφομοίωσε και μπορεί να τα επαναλάβει -ως κτήμα του κι όχι μηχανικά. Τουλάχιστον όχι μέχρι να σταματήσει να θαυμάζει και να αρχίσει να σκέφτεται και να προβληματίζεται -ακόμα κι αν διαφωνήσει, αυτό σημαίνει πως πήρε τροφή για σκέψη και είναι πολύ πιο γόνιμο απ' το παραπάνω είδος συμφωνίας.

Κι αυτό είναι το πρόβλημα κι όταν τα λέμε μεταξύ μας. Όχι ότι είμαστε από την ίδια πλευρά και δεν έχει ενδιαφέρον η συζήτηση, γιατί δε διαφωνούμε. Εξάλλου η κουβέντα μπορεί να είναι πολύ πιο γόνιμη και να έχει νόημα, όταν γίνεται μεταξύ ομονοούντων -κι ας έφριτταν κάποιοι όταν το είχε πει η Αλέκα- που συμφωνούν στα βασικά κι είναι ανοιχτοί στα υπόλοιπα, αρκεί να λέμε κάτι ενδιαφέρον, άξιο λόγου, που να τροφοδοτεί την αναζήτηση, αντί για μια βαρετή συμφωνία και τα μεταξύ μας ζήτω και γεια.

Δεν πιστεύω πως εξαντλείται εύκολα το ζήτημα, αλλά μια βασική προϋπόθεση κατά τη γνώμη μου, ανεξαρτήτως σκοπού κι απεύθυνσης, είναι να γράφεις κάτι που θέλεις, ξεκινώντας από μια δική σου εσωτερική ανάγκη, κι όχι επειδή είναι (υπο)χρέωση και καταφεύγεις σε μια ανέμπνευστη διεκπεραίωση, γιατί όσο αμύητος κι αν είναι ο άλλος, αυτό δε χρειάζεται κατάρτιση για να το καταλάβει και το διαισθάνεται πολύ εύκολα. Όχι γιατί (θεωρείς πως) είσαι ο μεγάλος εκλαϊκευτής-αγκιτάτορας, που θα εξηγήσει κάτι στον κόσμο, ούτε νομίζοντας πως φτιάχνεις κάτι πέρα από καθαρά δικές σου νοητικές ασκήσεις, πχ ένα θεωρητικό εργαστήριο, με αυστηρούς, συστηματικούς κανόνες για όσους κάνουν το λάθος να διαβούν την πόρτα και να συμμετέχουν. Γιατί τότε παίρνεις πολύ σοβαρά το διαδίκτυο και τον εαυτό σου, και ο τοίχος σε περιμένεις στη γωνία, για να πέσεις πάνω του με φόρα.

Ασφαλής αλληλεπιδράς με το κοινό, μπαίνεις σε διάφορα τριπάκια, τυποποιήσεις, ακόμα και τη λογική να γράφεις κάθε μέρα. Θέλω να πως πως δεν υπάρχει καθαρή, εσωτερική ανάγκη, που να την χωρίζουν σινικά τείχη με τον έξω κόσμο. Ασφαλώς όμως πρέπει να υπάρχει ως πυρήνας για αυτή την έκθεση (ιδεών και του εαυτού σου) κάποιος λόγος. Και παράλληλα αυτός ο λόγος είναι πρωτίστως εσωτερικός και ακολούθως μοιράζεται, εξωτερικεύεται κι αλληλεπιδρά, για να διαμορφωθεί σε κάτι ολοκληρωμένο. Κι όσο πιο καλά κρυμμένη είναι η πρόθεσή του, όσο δε δηλώνει φανερά το στόχο του (πχ να διδάξει τους άλλους και να τους διαφωτίσει) τόσο πιθανότερο είναι να τον πετύχει, αντιμετωπίζοντας τον αναγνώστη ως (τουλάχιστον) ισότιμο.

Εν κατακλείδι, μπορείς να γράφεις ό,τι κι όπως θες, για λίγους, για πολλούς, εκλεκτούς, αιρετούς και διορισμένους, για τις μάζες, ή για άμαζες ελίτ που τις απεχθάνονται. Αλλά πρέπει να είναι κάτι αληθινό, κάτι αυθεντικό, για να έχει αξία και να έχει πιθανότητες να προσελκύσει κάποιον άλλο -κι ας μην το πετύχει στην τελική. Εξάλλου το ζητούμενο δεν είναι η προσέγγιση για την προσέγγιση -και τι ωραία που τα λες- αλλά ο τρόπος κι όροι με τους οποίους θα γίνει.

Δεν ξέρω αν όλα αυτά βγάζουν κάποιο νόημα και για όσους τα διαβάζουν -πέρα από τη δική μου σκέψη. Πάντως δεν έφτασαν στο δια ταύτα, και πιθανότατα θα ακολουθήσει κι ένα δεύτερο μέρος -για όσους δε βρήκαν το πρώτο ημίχρονο φλύαρη "σούπα" μες στο κατακαλόκαιρο, χωρίς σημαντικές φάσεις.

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2016

Μαχόμενη δημοσιογραφία

κι οι ανακολουθίες του Unfollow

Δε θα πω ονομαστικά ποιος, γιατί δε νομίζω να το ήθελε. Αλλά την καλύτερη ατάκα για τη "μαχόμενη δημοσιογραφία" του Unfollow, την είχα ακούσει σε ανύποπτο σχετικά χρόνο από ένα σφο. Που είχε πει πολύ σωστά πως το Unfollow χτίζει μεθοδικά το προφίλ της αδέσμευτης, αποκαλυπτικής ενημέρωσης, που ενοχλεί τα μεγάλα συμφέροντα και βγάζει στη φόρα καυτά θέματα, που κανείς δεν τολμά να αγγίξει. Κρύβει όμως εξίσου μεθοδικά τα στηρίγματα που έχει και του δίνουν το περιθώριο να λειτουργεί έτσι.

Με απλά λόγια, θέλει να δείξει ότι έχει αρχ..., αλλά δε μας λέει τι πλάτες έχει. Και δεν είναι και τόσο έντιμο να προβάλλεις θορυβωδώς το πρώτο, όταν αποσιωπάς το δεύτερο.

Δεν ξέρω βέβαια αν ήξερε ή έστω υποψιαζόταν κι ο ίδιος για ποιες πλάτες μιλάμε τελικά και πόσο... χτιστές είναι. Βασικά δεν ξέρω αν μπορούσε οποιοσδήποτε να το σκεφτεί τότε. Ασφαλώς ήταν μια ισχυρή ένδειξη η συστηματική ενασχόληση του περιοδικού με το Μελισσανίδη, αλλά αυτό βασικά εντασσόταν στο πλαίσιο της αδυσώπητης μάχης που είχαν κηρύξει ενάντια στα μονοπώλια και τις προνομιακές σχέσεις κάποιων καπιταλιστών με το κράτος (οι σχέσεις με την κυβέρνηση Σαμαρά και το ξεπούλημα του κερδοφόρου ΟΠΑΠ). Νομίζω επίσης ότι υπήρξε κι ένα μαφιόζικο χτύπημα σε μια μηχανή του Χαραλαμπόπουλου, που παρέπεμπε σε ξεκαθάρισμα λογαριασμών (σε φάση: πρόσεξε, ξέρουμε πού μένεις). Αλλά κι αυτό θεωρήθηκε ως μέρος της προσπάθειας φίμωσης μιας μαχητικής, ανεξάρτητης φωνής, που μπαίνει στο μάτι των ισχυρών και πληρώνει το τίμημα.

Τώρα όμως, μετά από την ανακοίνωση της συνεργασίας με τα Παραπολιτικά του Μαρινάκη, που θα κυκλοφορούν κάθε τρίτη βδομάδα του μήνα με ένα ένθετο υπό την επιμέλεια της ομάδας (ή μάλλον κάποιων) δημοσιογράφων του Unfollow- πολλά πράγματα μπορούν (κι επιβάλλεται) να διαβαστούν διαφορετικά.

Η ειρωνεία του πράγματος είναι πως στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού, υπάρχει ένα θέμα με τίτλο "αυτός ο καναλάρχης ποιανού είναι;", που στην ιστοσελίδα του Unfollow συνοδεύεται από μια φωτό του Μαρινάκη και προαναγγέλλεται με ένα σύντομο σημείωμα, όπου διαβάζουμε μεταξύ άλλων και τα εξής:

Η δημοπρασία των τηλεοπτικών αδειών αποδεικνύει πόσο σημαντικό είναι να διαχειρίζεται κανείς το μέσο που διαχέει την πληροφορία. Η ένταση με την οποία επεδίωξε κάθε ενδιαφερόμενος να αποκτήσει τη «μαγική» άδεια δείχνει πόσο πολύτιμο είναι γι’ αυτούς να έχουν στα χέρια τους ένα εργαλείο που διαμορφώνει το πολιτικό κλίμα και επηρεάζει τα πολιτικά πράγματα.
Πόσο επίκαιρα είναι τα παραπάνω, αν αναλογιστεί κανείς πως ισχύουν για όλα τα μέσα και όχι μόνο για τα τηλεοπτικά κανάλια!

Η δεύτερη ειρωνεία της υπόθεσης είναι αυτή που επιστρατεύουν κάποιες συριζόφιλες σελίδες (λίγο κακόηχος όρος, αλλά ασορτί με το νόημα και το σημαινόμενο) που έβγαλαν το θέμα για την... "παρά φύση" συνεργασία, αναλογιζόμενες το πολιτισμικό σοκ των αναγνωστών της εφημερίδας, που θα πέφτει στα χέρια τους ένα ένθετο χωρίς λάιφ-στάιλ θέματα και θα χρειάζονται διερμηνέα για να το ξεφυλλίσουν. Αλλά και των αναγνωστών του Unfollow, που θα πηγαίνουν στο περίπτερο να ζητήσουν μια ρυπαρή φυλλάδα και θα παίρνουν μαζί ένα cd της Πάολα ή κάτι άλλο αντίστοιχα ποιοτικό.

Προφανώς κι είναι γελοίοι οι Συριζαίοι (νικώντας σχεδόν τους πάντες στη σύγκριση) αλλά παίρνουν το αίμα τους πίσω από τους παλιούς τους φίλους. Και βασικά, πατάνε σε γεγονότα, οπότε βρίσκουν και τα λένε.

Μία από τις ιστοσελίδες που έπαιξαν το θέμα πχ είναι το TVXS του Κούλογλου. Ο οποίος είναι μεν γλοιώδης, αλλά είναι παγκοίνως γνωστός ως Κούλογλου και δεν μπορεί να ξεγελάσει πολύ κόσμο, αν προσπαθήσει να πουλήσει κάτι διαφορετικό (άλλο που τον ψήφισε πολύς κόσμος στις ευρωεκλογές. Αυτός ο σχιζοφρενικός δυισμός, να γλείφεις εκεί που φτύνεις, είναι τυπικό γνώρισμα των κατοίκων του Αριστεροχωρίου).

Υπήρξε όμως ένα διάστημα, που περνούσε η εναλλακτική μπογιά του, και την αξιοποίησε στο έπακρο για να στάξει αντικομμουνιστική χολή και δηλητήριο με αριστερό, "προοδευτικό" πρόσημο. Κι όταν έκλεισε ο δικός του κύκλος, άνοιξε ο επόμενος. Ο Βαξεβάνης με τη λίστα Λαγκάρντ (και τις δικές του πλάτες που του πάσαραν την είδηση) και το Unfollow, που δύσκολα θα φανταζόταν κανείς τόσο εύκολη και εντυπωσιακή την πολιτική του χρεοκοπία.

Το πιο εντυπωσιακό πάντως είναι ότι αυτά τα έντυπα έρχονται και παρέρχονται, ακολουθώντας πιστά τον κύκλο των πολιτικών φορέων που κινούνται σε τροχιά γύρω από αυτόν το χώρο (αριστεροχώρι) και γίνονται διάττοντες αστέρες, που χάνονται, για να αναγεννηθούν (σε καινούρια συσκευασία) από την αστρική ύλη της σοσιαλδημοκρατίας. Και ο συμπυκνωμένος πολιτικός χρόνος (λατρεμένο κλισέ των αριστεροχωριανών) μειώνει διαρκώς τον (φαύλο) κύκλο ζωής τους.

Τραγική ειρωνεία (πώς τα φέρνει καμιά φορά η ζωή) είναι και το ντούρο αγωνιστικό παρελθόν των υπευθύνων της έκδοσης. Και δεν αναφέρομαι τόσο στον Πι Σωτήρη (στέλεχος της Αραν, παλιότερα της Ανταρσυα και πλέον στη ΛαΕ), όσο στο Χαραλαμπόπουλο (που ήταν υποψήφιος της Ανταρσυα, αλλά η αρθρογραφία του προδίδει ανοιχτό δίαυλο και με τη Ζωή) κι άλλα βλαστάρια, που είχαν βγει ως τιμητές του ΚΚΕ, όταν βρήκαν πχ μια συμβολική δωρεά του Μελισσανίδη στη μνήμη του πατέρα του (στη στήλη με τα μνημόσυνα του Ριζοσπάστη που μόνο οι... φανατικοί μερακλήδες διαβάζουν) και νόμιζαν πως έπιασαν λαβράκι ή μάλλον με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια κι υπονοούσαν ότι υπάρχει βαθύτερη σχέση-σύνδεση. Ή όταν έκαναν σπέκουλα με τις περικοπές στο όργανο της ΚΕ κι έλεγαν πως η απόλυση του Μπογιόπουλου ήταν απόδειξη πως είναι κομμουνιστής (άλλο αν στην πορεία τα έσπασαν τελικά μαζί του).

Δεν ξέρω ποια θα είναι η γραμμή υπεράσπισής τους για όλα αυτά. Μπορεί να είναι πχ η γραμμή του Χατζηστεφάνου, για τα βρώμικα μαγαζιά με τα οποία αναγκάζεται να συνεργαστεί στην καριέρα του ένας δημοσιογράφος (και δεν είναι μόνο το BBC τον καιρό των βομβαρδισμών του Ιράκ, αλλά και το Κόκκινο, τον καιρό του τρίτου μνημονίου). Νομίζω όμως πως θα επιλέξουν την επίθεση -που είναι η καλύτερη άμυνα- είτε για τους κολαούζους του Σύριζα, είτε (εφόσον εμφανώς δε χωράνε σε αυτό το τσουβάλι) κάτι άλλο, πχ το ΚΚΕ που πούλησε το κανάλι στο Μαρινάκη (κι όλως παραδόξως, κανείς δε βγήκε τότε να πει: μαγκιά του, που του τα πήρε, για να τα δώσει στους εργαζόμενους...)

Ή μπορεί να επιστρατεύσουν το καλαμπούρι ότι η συνεργασία αυτή δεν επηρεάζει στο παραμικρό τη μαχόμενη κι αποκαλυπτική τους δημοσιογραφία. Γιατί έτσι λειτουργούν τα πράγματα στην Ελλάδα. Και το επόμενο τεύχος του Unfollow θα έχει λογικά μια μεγάλη έρευνα για τη σκοτεινή υπόθεση του NOOR-1. Εγγυημένα πράγματα...

Υστερόγραφο: μη ξεχάσετε να γίνετε συνδρομητές Unfollow. Που αποδεικνύει σε κάθε βήμα της πορείας του την ανεξαρτησία του.

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

Το πάθος για την ενημέρωση

Σημειώσεις για μια εύθραυστη απεργία

Όπως έχει γραφτεί κι αλλού, οι δημοσιογράφοι είναι σαν ένα μικρό, ανυπότακτο χωριό, που ενώ όλη η Γαλατία παλεύει ενάντια στην Pax Romanica και το νόμο-λαιμητόμο για το Ασφαλιστικό, αυτό είναι ο μόνος κλάδος που παλεύει διεκδικώντας να εξαιρεθεί. Και που θεωρεί μαγικό του ζωμό τη λεγόμενη τέταρτη εξουσία, αν και στην πραγματικότητα έχει πέσει μικρός στη χύτρα με τη διαπλοκή και το σύστημα (όχι όλοι, αλλά κάποιοι που δίνουν τον τόνο). Σαν να πιστεύεις δηλ ότι η κατάσταση εξαίρεσης (που ακούγεται και ωραία, ψαγμένη φράση), γύρω-γύρω Σάββατο και στη μέση Κυριακή, και το χωριό του Αστερίξ, αποκύημα της φαντασίας του Γκοσινί, υπάρχουν στον πραγματικό κόσμο.

Να δεις που υπάρχει τελικά. Θα βρούνε και την Αλεζία, σαν τη νίλα στο ασφαλιστικό που έρχεται, με μαθηματική ακρίβεια.
-Σύνταξη; Ποια σύνταξη; Δε θυμάμαι καμία σύνταξη; Τι τη θέλετε τέλος πάντων αυτή τη σύνταξη, ε;

Αρχικά βέβαια το κλίμα παρέπεμπε στη Ζεγκόβια και σε έναν περιφανή θρίαμβο, με πολλούς φλογερούς Βερσινζετορίξ, που όχι μόνο δε θα κατέθεταν τα όπλα (πάνω) στα πόδια του Καίσαρα, αλλά έμοιαζαν σχεδόν πρόθυμοι να τα μοιράσουν στις μάζες, για να τις εξοπλίσουν και να σαλπίσουν το κάλεσμα της εξέγερσης. Γιατί, όπως είπε και μια Ανταρσυα, χρειάζεται κάτι παραπάνω από μια απεργία διαρκείας.
Δηλαδή τι φάση; Ένοπλη;

Παρίσι και Μόσχα βαθιά τιμημένα
Αθήνα, ΕΣΗΕΑ που βάφτηκαν με αίμα

Να ακούς πύρινους λόγους ψημένων, ηλιοκαμένων αγωνιστών (που δεν μπορούν να κινητοποιήσουν ούτε το ψηφοδέλτιό τους αλλά ζητάνε πάντα από τους άλλους τα ρέστα) και να τσουτσουρώνεις από επαναστατικό ρίγος. Ιδίως όταν κάτι δεξιοί εγκατέλειψαν την αίθουσα της ΕΣΗΕΑ, συνοδεία λίγων εξωκοινοβουλευτικών, για να καταλάβουν τα γραφεία του ΕΔΟΕΑΠ (δηλ του ταμείου των δημοσιογράφων).
Το πάθος για τη λευτεριά…

Δεν έχασαν και τίποτα βέβαια, παρατώντας τη διαδικασία, που δεν ήταν συνέλευση, αλλά είχε ενημερωτικό χαρακτήρα. Την απόφαση για απεργία την είχε πάρει το ΔΣ, άλλο αν ένα από τα μέλη του δεν έκρινε σκόπιμο να παραβρεθεί στην ενημέρωση για την απεργία, εφόσον βρισκόταν στη δουλειά του. Το πάθος για την ενημέρωση… (Που θα παίξει καθοριστικό ρόλο, όπως θα δούμε και στη συνέχεια). Εδώ ο κλάδος δεν μπορεί (;) να κάνει γενική συνέλευση και κάποιοι θέλουν (κάτι παραπάνω από) γενική απεργία διαρκείας.

Εφόσον ο σκοπός καθορίζει διαλεκτικά τα μέσα, η απεργία διαρκείας της ΕΣΗΕΑ ήταν μια διαρκής κατάσταση εξαίρεσης, για να καταλήξει ελβετικό τυρί από τις τόσες τρύπες και να γίνει ο κανόνας.

Τα κυριακάτικα φύλλα (που έχουν και το μεγαλύτερο τιράζ) κυκλοφόρησαν κανονικά, με όση ύλη είχαν κλείσει ως την Τετάρτη. Χτες κυκλοφόρησαν μερικά απεργοσπαστικά φύλλα, ενώ η (πάντα πρωτοπόρα σε απεργίες) Καθημερινή έβγαλε το φύλλο της στο διαδίκτυο. Ο όμιλος Αλαφούζου πήγε κι ένα βήμα πιο πέρα στήνοντας μια συνέλευση εργαζομένων ΣΚΑΙ, που πίεζαν για τη λύση της απεργίας (το πάθος για την ενημέρωση) κι ο (ούτως ή άλλως διαγραμμένος από την ΕΣΗΕΑ) Πορτοσάλτε έκανε ένα πανηγυρικό τιτίβισμα για τη δημοσιογραφία που γίνεται πιο δυνατή κι επικίνδυνη για την κυβέρνηση, όταν δεν απεργεί, αλλά ασκεί το λειτούργημά της. Οι αστοί τρομάξανε

Η ΕΡΤ έδωσε επίσης το καλό παράδειγμα, όπως και πολλοί από τους φλογερούς Βερσιγκετόριγες της ενημέρωσης: πρώτοι στα λόγια, πρώτοι στην απεργοσπασία. Οι οδηγίες-εξαιρέσεις της ΕΣΗΕΑ θύμιζαν ιατρικές συνταγές: ένα τέταρτο (λειτουργίας) το πρωί, κι άλλο ένα το βράδυ. Τα κανάλια κι οι ραδιοσταθμοί έβγαζαν σύντομα δελτία, χωρίς να δεσμεύονται καν για απεργιακό περιεχόμενο, και τα διάφορα site μπορούσαν να ανεβάσουν κανονικά όλη την ειδησεογραφία της ημέρας (που θα ήταν έτοιμη από πριν) σε αυτό το τέταρτο. Αλλά επικράτησε το αγωνιστικό πάθος για ενημέρωση και λειτουργούσαν κανονικά –με προσωπικό ασφαλείας, υποτίθεται- σε 24ωρη βάση.

Την πιο καλή εξαίρεση όμως δε στην έχω πει ακόμα. Την αφήσαμε στο τέλος, γιατί κρύβει την ουσία του πράγματος. Η ΕΣΗΕΑ με τη συντεχνιακή λογική μιας κλειστής λέσχης (κλαμπ) έχει εκατοντάδες μέλη, αλλά δεν εκπροσωπεί τη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζόμενων που βγάζουν τη λάντζα: τα μπλοκάκια, τους πρακτικάριους, τους εξωτερικούς συνεργάτες με το κομμάτι, τους ρεπόρτερ του διαδικτύου, όσους μένουν εκτός μισθολογίου. Όλους αυτούς δηλαδή που δεν ένιωσαν ποτέ την απεργία δική τους υπόθεση, όχι μόνο γιατί δεν ξέρουν πότε (και αν) θα πάρουν σύνταξη (και πόση) αλλά  γιατί είναι σε διαφορετικό ταμείο και δεν τους αφορά η εξαίρεση (ή μη) του ταμείου των δημοσιογράφων, που ήταν και το βασικό αίτημα της απεργίας, με βάση το κυρίαρχο πλαίσιο και το χαρακτήρα που της δόθηκε.

Παρεμπιπτόντως. Ένα κλαδικό σωματείο τύπου, που δε θα αφήνει έξω την πλειοψηφία των εργαζόμενων στο χώρο, δεν είναι απλώς επιτακτική ανάγκη, έπρεπε να έχει γίνει ήδη χτες. Για να περάσει στο Μουσείο (στο χρονοντούλαπο βασικά) της ιστορίας το σημερινό μόρφωμα, όπου συνυπάρχουν εκδότες, συνταξιούχοι, ε και λίγοι εργαζόμενοι για το ντεκόρ. Εκεί που θα καταλήξει ούτως ή άλλως δηλ, μόλις τελειώσει το καρότο του ΕΔΟΕΑΠ (του ταμείου).

Ο κόσμος το ‘χε τούμπανο ότι η απεργία όδευε προς της λύση της κι η ΕΣΗΕΑ κρυφό καμάρι. Στη συνάντησή της με τους εργοδότες, η διοίκηση πρότεινε να βγάλει όποιος θέλει απεργοσπαστικό φύλλο, αρκεί να έπαιρνε θέση κατά της ψήφισης του νόμου στο πρωτοσέλιδο.
Οι λιθογράφοι (με πλειοψηφία ΠΑΜΕ) είπαν στο διασωματειακό και στην ανακοίνωσή τους το αυτονόητο: απεργία διαρκείας χωρίς απεργούς δε γίνεται. Τώρα λοιπόν, ξέρετε τι έφταιξε και δεν πέτυχε η απεργία διαρκείας (ως την ψήφιση του νόμου). Το ΠΑΜΕ και η ηττοπάθεια των κομμουνιστών, που απέργησαν και δεν παρώδησαν, όπως άλλοι, την απόφαση του σωματείου τους, παρά το συντεχνιακό της σκεπτικό. Και κερατάδες και δαρμένοι. Απόλυτος σεβασμός σε αυτούς, όπως και σε όσους δημοσιογράφους απέργησαν με συνέπεια, παρά και ενάντια στις πιέσεις, χωρίς καμία ουσιαστική στήριξη από το συνδικαλιστικό όργανό τους.

Τελικά η παρωδία έληξε εσπευσμένα, προτού καν συμπληρωθεί η χτεσινή απ-εργάσιμη μέρα, στις 6 το απόγευμα, αντί για τις 6 το πρωί της επομένης (δηλ σήμερα). Η ΠΟΕΣΥ πλειοδότησε άλλη μια ώρα και την έληξε από τις 5, ενημερώνοντας μάλιστα τα μέλη των σωματείων μισή ώρα μετά την λήξη της απεργίας! Έβγαλε όμως ανακοίνωση ότι ο αγώνας δε σταματά εδώ, απλώς μεταβάλλεται η μορφή του (και ξανά προς τη δόξα τραβά-τραβά-τραβά). Και δεσμεύτηκε να διαγράψει όσα μέλη της δεν τήρησαν την απεργία.
Τόλμη, βούληση, πράξεις. Και τα μούτρα κρέας…

Και χάπι εντ για το χειροκρότημα. Η ΕΣΗΕΑ έχει πάρει την τρίμηνη παράταση του αγγελιόσημου, για να μη φύγει με άδεια χέρια. Η απεργία λύθηκε, η κυβέρνηση ίσως φεύγει, το ασφαλιστικό έρχεται, και στο βάθος οι κάλπες μας χαμογελάνε ειρωνικά. Κι ο δρόμος μας δεν έχει τελειωμό. Keep walking

Ευχαριστούμε που επιλέξατε την κε του μπλοκ για την ενημέρωσή σας. Μόνο αγάπη. Και πάθος για ενημέρωση…

Τρίτη 18 Αυγούστου 2015

Κι εσύ να λείπεις

Προτού καταλήξει, για τη σημειολογία του πράγματος, σε ένα ροζ κτίριο στην Εγνατία, ιδιοκτησίας Αγίου Όρους (!), η ηρωική σχολή Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του ΑΠΘ πέρασε ένα μικρό μεσοδιάστημα ως φιλοξενούμενη στα αμφιθέατρα της Θεολογικής (πάντα στο δρόμο του θεού). Όπου μπορεί να έπαιρνε τις πιο βάρβαρες μεσημεριανές ώρες που περίσσευαν (αν και τίποτα δεν είναι πιο βάρβαρο, για το μέσο φοιτητή, από ένα πρωινό ξύπνημα), τουλάχιστον όμως δεν υπήρχε ο γαλατικός φόβος να πέσει ο ουρανός στο κεφάλι μας, όπως στο ετοιμόρροπο Μανδαλίδειο στην παραλιακή, που είχε ωστόσο μια βίνταζ εσάνς (πριν καν γίνει της μόδας ο όρος) και για αυτό άρεσε στους Πασπίτες μας, από άποψη λέει (είδες πόσο κουλ είναι να είσαι τρέντι), αν και βασικά μόνο για μάθημα δεν προσφερόταν. Γι’ αυτό σε ένα μάθημα αγγλικών, ο (ντεμέκ) «πιο παλιός» είχε πει το αμίμητο «its the colon», για να εξηγήσει στην καθηγήτρια πως μια κολόνα μας έκρυβε τον πίνακα.

Τα αμφιθέατρα στη θεολογική είχαν μια βασική είσοδο από το διάδρομο, όπου στοιχίζονταν διάφορα φοιτητικά τραπεζάκια, κι ανάμεσά τους των Ράσα-Εαακ, που διοργάνωναν –λέει- εκδρομή σε Ιράκ κι Αφγανιστάν, για να τρολάρουν τους Δαπίτες, αλλά χάθηκαν κάπως απότομα από το προσκήνιο –οπότε μπορεί όντως να έκαναν αυτή την εκδρομή. Αλλά αν αργούσες κι είχε μπει ο καθηγητής, υπήρχε και μια δεύτερη, υπερυψωμένη είσοδος από πίσω, με σκαλοπατάκια, για να μην περάσεις μπροστά από την έδρα και διακόψεις τη ροή του μαθήματος.

Θυμάμαι λοιπόν μια φορά που μπήκα αργοπορημένος σε ένα μάθημα και πριν προλάβουν να με αντιληφθούν οι άλλοι πίσω τους, ακούω την καθηγήτρια να ρωτάει αν ξέρει κανείς ποιος γνωστός φιλόσοφος είχε συνεργαστεί και διευθύνει την εφημερίδα του Ρήνου. Κι αφού δε σηκώθηκε κανένα χέρι, ακούγεται μια φωνή άνωθεν –όπως επέβαλλε κι η παρουσία μας στη θεολογική σχολή άλλωστε:
-Ο Μαρξ…
Κι όλοι γυρίζουν το κεφάλι να δουν ποιος μετέφερε το θείο λόγο.

Η καθηγήτρια που έκανε την ερώτηση ήταν μια μετέπειτα υποψήφια της Δημαρ και νυν μακαρίτισσα (σαν την ίδια τη Δημαρ δηλ) καλτ παρουσία. Τόσο Δημαρ, που μια φορά σε ένα άλλο μάθημα πήρε τα φοιτητικά, προεκλογικά φυλλάδια που είχαν πέσει στα χέρια της και με μια βαριά σημειολογική ανάλυση, που όμως δε συγκράτησα λεπτομερώς, αλά σχολή της Φρανκφούρτης και τα σχετικά, τα είχε βγάλει όλα σκάρτα, παλαιομοδίτικα, αντι-οικολογικά και δε συμμαζεύεται. Ενώ προφανώς το πρωτοποριακό και σύγχρονο είναι να βάζεις τον Μπέζο να μαδάει τη μαργαρίτα (μπορεί; δεν μπορεί… μπορεί!) ή τον κυρ-Φώτη με κόκκινη γραβάτα, για να διεγείρει το λαϊκό αίσθημα και το σακάκι στους ώμους να κρέμεται από το δείκτη του, για να μας δείξει πόσο λαϊκός είναι κι αυτός με τη σειρά του, να περπατάει στο δρόμο με το σύνθημα: «υπάρχει λύση». Ανάμεσα σε αυτά τα «σκάρτα» (με αντικειμενικά, πολιτικά κριτήρια, όχι αστεία) προεκλογικά υλικά είχε συμπεριλάβει βέβαια και της Πανσπουδαστικής. Που αν ήταν πχ εκείνη η άθλια αφίσα με το ζεϊμπέκικο του ΓΑΠ και το σύνθημα «this…? last year» από κάποια διαφήμιση της εποχής, ίσως να μην είχα πολλά να της πω. Αλλά δεν ήταν, είχα τι να της απαντήσω, και βασικά σε εκείνη την ηλικία, δεν αφήναμε ούτως ή άλλως να πέσει τίποτα κάτω.

Τα σκεφτόμουν όλα αυτά τις προάλλες, με αφορμή το βιολογικό θάνατο της καθηγήτριας (της Δανάης Χατζόγλου) και τον πολιτικό θάνατο του Κουβέλη, που παρά τις φιλότιμες προσπάθειές του δεν κατάφερε να εξασφαλίσει το Προεδρικό Μέγαρο, ως οίκο πολιτικής ευγηρίας. Και βλέποντας τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις, μπορεί να τραγουδάει από μέσα του: για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει… Τώρα που ο Σύριζα μοιάζει περισσότερο από ποτέ με Δημαρ κι οι θέσεις της δικαιώνονται στη ζωή. Τώρα που οι κόκκινες γραμμές ακούγονται σαν κακόγουστο αστείο από όλους και όχι μόνο στα δικά της χείλη (αν και μάλλον θα γελούσαμε, εφόσον δεν υποθηκεύονταν οι ζωές μας, με όλα αυτά). Τώρα που άνοιξε η ΕΡΤ, που του έδωσε αφορμή να αποδράσει από τη συγκυβέρνηση Σαμαρά, και τώρα θα τον φιλοξενούσε πρόθυμα στα πάνελ της. Τώρα που μπορεί να τη βγει ακόμα κι από τα αριστερά στο Σύριζα, για να γελάνε και οι πέτρες. Τώρα που υπογράφονται πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, όπως ακριβώς με του προηγούμενους, κι αυτός να μην είναι εκεί, στο προεδρικό μέγαρο, να βάζει φαρδιά-πλατιά τη δική του υπογραφή με ένα ακριβό στυλό πολυτελείας. Τώρα που το «ναι σε όλα» είναι «αριστερό» και απενοχοποιημένο, με τη Δημαρ να παίζει πρωτοπόρο ρόλο σε αυτό και να χαράζει το δρόμο. Τώρα πάνω στο καλύτερο… Κι εσύ να λείπεις


Και το χειρότερο είναι η επανάληψη της ιστορίας σα φάρσα. Γιατί αν ο Σύριζα είναι η κακέκτυπη επανάληψη της πράσινης (εν)αλλαγής του 81’, μια βασική διαφορά είναι ότι ο Ανδρέας σεβάστηκε τον πολιτικά τελειωμένο Μαύρο και τον έθεσε επικεφαλής στο ψηφοδέλτιο επικρατείας του Πασόκ, κι ας μην είχε ακριβώς ανάγκη από τις ψήφους της παλιάς Ένωσης Κέντρου, εφόσον τα σάρωνε όλα. Ενώ ο Αλέξης άφησε στην απέξω τον κυρ-Φώτη (που δε διαπραγματευόταν και από θέση ισχύος) να ταπεινωθεί πολιτικά με το δεκαδικό που πήρε στην αυτόνομη εκλογική του κάθοδο και να μείνει στα αζήτητα, μολονότι ο Σύριζα θα χρειαζόταν ακόμα και αυτή τη μισή μονάδα στο κυνήγι της δικής του κυβερνητικής αυτοδυναμίας. Υπολόγιζε όμως πως μάλλον θα έχανε από μια τέτοια συνεργασία, αριστερούς δυσαρεστημένους που δε θα το κατάπιναν (αν και έχουν φάει αμάσητα άλλα κι άλλα από τότε), παρά θα κέρδιζε. Κι αυτό ήταν το έσχατο σημείο της απαξίωσης για τη «χρήσιμη αριστερά», που έπαψε να είναι χρήσιμη για το σύστημα που υπηρετεί και μπήκε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, όπως θα έλεγε και ο Ανδρέας, το 81’…

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

Στιγμές δημοσιογραφίας

Η δημοσιογραφία είναι κάτι το απροσδιόριστο, που δεν είναι καν σίγουρο αν αντιστοιχεί σε κάποιο επιστημονικό αντικείμενο. Αφενός γιατί μπορεί να μάθει κανείς εμπειρικά τη δουλειά, ανεξαρτήτως σπουδών και να αφήσει τους απόφοιτους των μμε να «ψάχνουν εκδίκηση» γυρεύοντας δουλειά σε άλλους κλάδους, τελείως άσχετους με το αντικείμενο που σπούδασαν. Και αφετέρου γιατί, αν πρέπει να βρίσκεις σε καθημερινή βάση ένα συγκεκριμένο αριθμό λέξεων για κάποια θέματα, όχι πάντα πολύ ενδιαφέροντα, αυτό απέχει πολύ από τη δημιουργική πνευματική εργασία –πόσο μάλλον από την επιστημονική έρευνα.
Η δημοσιογραφία όμως είναι σίγουρα διεπιστημονικό αντικείμενο, όπου συναντιούνται η γλωσσολογία, η επικοινωνιολογία, ενίοτε η ιστορία και η κοινωνιολογία (αναλόγως και με το είδος του ρεπορτάζ), κτλ, κι ασκείται (ως λειτούργημα) συχνά με τον πλέον αντιεπιστημονικό κι αντιδεοντολογικό τρόπο, για να μας οδηγήσει τεχνηέντως στα κατάλληλα συμπεράσματα. Κι αυτή η απάτη έχει διάφορες τεχνικές, που έχουν εξελιχθεί σε ‘επιστήμη’, αλλά τελείως διαφορετική από την επιστήμη της δημοσιογραφίας, αν θεωρήσουμε δηλ ότι υπάρχει τέτοια.
Ακόμα κι αν κάποιος δημοσιογράφος είναι η εξαίρεση του κανόνα κι ασκεί το λειτούργημά του έξω από το δίχτυ αυτής της απάτης και τους κανόνες της, ο ρόλος του είναι να εκλαϊκεύει, παρά να εμβαθύνει, να δώσει με λίγες πινελιές μια γενική, χοντροκομμένη εικόνα, οπότε η προσέγγισή του δύσκολα μπορεί να εγείρει επιστημονικές αξιώσεις. Ο δημοσιογράφος μπορεί να είναι, στην καλύτερη, ένας επαγγελματίας ερασιτέχνης ή μάλλον ένα ερασιτέχνης επιστήμονας, που αγαπά αυτό που κάνει και προσεγγίζει ως θέμα, αλλά είναι καταδικασμένος να τσαλαβουτά στην επιφάνεια, πιτσιλώντας ενίοτε με χρήσιμες πληροφορίες και δροσερό λόγο (όταν υπάρχουν) το κοινό του (αν υπάρχει κι αυτό).

Αυτά βέβαια γενικά και στη θεωρία, γιατί η πράξη είναι πολύ πιο πλούσια από τις αφαιρέσεις και πολύ πιο φτωχή σε αξίες κι ιδανικά. Οι φτασμένοι δημοσιογράφοι καταλήγουν παπαγαλάκια της εξουσίας και βαποράκια της προπαγάνδας του συστήματος, με ύφος τιμητή απέναντι σε κάθε λαϊκή κινητοποίηση ή κατάκτηση, και ειδήμονα παντογνώστη για κάθε άλλο ζήτημα, κυρίως για τις πτυχές του κυβερνητικού σαξές στόρι (και την επικείμενη απαγκίστρωση από το μνημόνιο καλή ώρα), ακόμα κι αν πρόκειται για τον τάφο της αμφίπολης ή για κάποια αθλητική διάκριση ενός εθνικού συγκροτήματος.

Η δημοσιογραφία όμως προσφέρει διάφορες κορυφαίες στιγμές, όπου μπορεί να σταθεί κανείς, ακόμα κι από εναλλακτικά μέσα που στέκουν θεωρητικά στον αντίποδα των άτυπων εκπροσώπων τύπου του μαξίμου και του αστικού μπλοκ εξουσίας συνολικά.
Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα πρωτοσέλιδο της αυγής, την περασμένη εβδομάδα –που το σχολίασε κι ο cogito ergo sum: «η αριστερά έρχεται, το μνημόνιο φεύγει». Τόσο απλά και συναρπαστικά, σαν διαφήμιση ουίσκι (johnny walker). Κι αν συνεχίσουμε να περπατάμε και να πίνουμε (keep drinking), κάπου στο τρίτο μπουκάλι –όπου θα τα βλέπουμε όλα διπλά, σα δυαδική εξουσία και τη διπροσωπία της κουμουνδούρου- μπορεί να ‘ρθει, σαν παραίσθηση, κι ο σοσιαλισμός.
Να ‘σουνα αλέξη πότης, να  σωθεί η ανθρωπότης, στο μεθύσι σου επάνω, να μαχαίρωνες τους πάνω.

Το πιο ωραίο είναι πως μια σειρά εφημερίδες, γενόσημα της παλιάς ελευθεροτυπίας, που διεκδικούν τη θέση της, καλλιεργούν φρούδες ελπίδες για τις παροχές και την ανακούφιση που θα δώσει μια αριστερή κυβέρνηση, αντανακλώντας εν μέρει τις δικές τους ελπίδες για ένα κομμάτι από τη λεία της εξουσίας και τον πλούτο που θα αναδιανείμει ο σύριζα –ο οποίος προς το παρόν πάντως, δε δίνει καν τα απαιτούμενα χρήματα για την ομαλή λειτουργία της αυγής και του κόκκινου.

Εναλλακτική δημοσιογραφία επίσης είναι να μη βλέπεις το φασισμό μπρεχτικά, ως την πιο ακραία και επιθετική εκδοχή του καπιταλισμού, για να τον αντιπαλέψεις ως τέτοιο, αλλά να καλλιεργείς ένα ρηχό κι απολίτικο στην ουσία του αντιφασισμό, ως ιδανικό συμπλήρωμα του «αντίφα» φασισμού από οθόνης και της κυρίαρχης υποκρισίας του αστικού κόσμου. Κι όταν θερίζεις όσα έσπειρες, να κάνεις γαργάρα και να καταπίνεις, ως μέσο, τον απολίτικο χαρακτήρα που πήγε να δοθεί στο σύνταγμα, στις εκδηλώσεις για τον παύλο φύσσα –δηλ σε μια εξ ορισμού πολιτική δολοφονία- και τις αντιδράσεις που υπήρξαν από κάτω.

Να μιλάς για το δογματικό ιερατείο του περισσού, που θεωρεί πως κατέχει το αλάθητο του πάπα κι όταν τελικά συναντά ο τσίπρας τον πάπα των φτωχών –μόνο στο αργεντινάσο με κατσαρόλες που δεν κατέβηκε δηλ- να θυμάσαι το φιντέλ, το φλωράκη και τις αξίες της ‘αριστεράς’, που τέμνονται τάχα με τις θέσεις της εκκλησίας. Μόνο που μια τέτοια «αριστερά» δεν τέμνεται ποτέ και πουθενά με το πραγματικό συμφέρον του λαού, γιατί τοποθετείται εκ των πραγμάτων στην αντίπερα ταξική όχθη.

Να γίνεσαι η φωνή της συνείδησης του σύριζα και του ασκείς «δημιουργική κριτική από τα αριστερά», να του βάζεις δύσκολα ερωτήματα στις συνεντεύξεις ή τα κείμενά σου, αλλά να φοβάσαι μη τυχόν αποτύχει ως κυβέρνηση, «γιατί θα το πληρώσει όλη η αριστερά», να βλέπεις την ελπίδα σε μερικές δεκάδες ανθρώπους που πήγαν στη συνέντευξη τύπου του τσίπρα στη δεθ και όχι στις δεκάδες χιλιάδες που μαζεύτηκαν λίγα χιλιόμετρα παραπέρα, στο φεστιβάλ της κνε. Κι όταν στα επισημαίνουν όλα αυτά να φοράς το καλό σου δημοσιογραφικό χαμόγελο της κρεστ και να τα προσπερνάς με τον ίδιο άνετο τρόπο: χε-χε-χε..

«Δημοσιογραφία του λαού» (σε ιστολόγια, μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αλλού) είναι να ξεθάβεις ένα περσινό θέμα και ένα άρθρο της κομεπ (από τα πιο αξιόλογα και τεκμηριωμένα που έχουν γραφτεί τον τελευταίο χρόνο κι ανάθεμα αν το έχουν διαβάσει δηλ οι μισοί από όσους το στηλιτεύουν) όλως τυχαίως μία μόλις μέρα μετά το φεστιβάλ, για να μετριαστούν οι εντυπώσεις σε όσους πήγαν –γιατί οι υπόλοιποι δεν πρέπει να έμαθαν και πολλά από τα αντικειμενικά και αμερόληπτα μέσα, για ένα πολιτικό φεστιβάλ, που ξεπέρασε συνολικά μες στο τριήμερο τους εκατό χιλιάδες επισκέπτες. Αστεία πράγματα.

Την ίδια ακριβώς μέρα κυκλοφορούσε όλως τυχαίως το βήμα με το ρεπορτάζ (όχι αστεία) του λάμπρου σταυρόπουλου και το εσωτερικό σημείωμα για τον εργατικό αγώνα, μια τελειωμένη υπόθεση –που ούτε καν σημείωμα δε θα άξιζε κατά τη γνώμη μου- και μόνο με τέτοιες διαρροές μπορεί πια να δημιουργεί ντόρο γύρω από το όνομά της. Αυτό θα πει δημοσιογραφικό λειτούργημα, με έρευνα, πλήρες ρεπορτάζ και αξιόπιστες πηγές-ρουφιάνους. Και αυτό θα πει να είσαι πραγματικός «κομμουνιστής», που εκτιμά τη συγκεκριμένη κατάσταση, ιεραρχεί ως βασικό εχθρό το σημερινό κουκουέ και συνεργάζεται με το ρουφ-γραφιά της αστικής ναυ-αρχίδας του τύπου. Τάξις και ηθική..


Είναι ωραίο τελικά να είσαι δημοσιογράφος και να βάζεις χέρι στο μέλι της εξουσίας. Ναι αλλά έχει σημασία αν αυτό το χέρι είναι το αριστερό ή το δεξί. Μην τα μηδενίζουμε κι όλα..

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

Μετά το πλακωτό έρχεται η λεύγα

Αυτές τις μέρες κυκλοφορεί το δεύτερο τεύχος της λεύγας, όπου μεταξύ άλλων μπορείτε να διαβάσετε και μια συντομευμένη εκδοχή του πιο κάτω κειμένου.


-Και γιατί το βγάλατε λεύγα;
-Χωρίς ιδιαίτερο λόγο.
Μπορείς να πεις ότι παραπέμπει στο βιβλίο του βερν. Το πρώτο τεύχος θα είναι το λεύγα 01, κι άλλες 19.999 υπό τη θάλασσα. Το δεύτερο μία λεύγα λιγότερη (19.998) και πάει λέ(υ)γοντας.
Λεύγα 1, λεύγα 2... Σαν τους σπούτνικ, ας πούμε. Ωραία!
Και πόσο θέλει για να βγείτε στην επιφάνεια; Είκοσι χιλιάδες, επί δίμηνο, σαράντα χιλιάδες μήνες. Δια του δώδεκα, μας κάνει... τρεις χιλιάδες τρακόσια τόσα χρόνια! Ως τότε θα έχουμε κομμουνισμό!

Σα να λέμε, πέντε φορές η ποινή του ισοβίτη του αρκά. Ο οποίος κάθεται κι υπολογίζει ότι τα χρόνια της ποινής του αντιστοιχούν σε 330 εκατομμύρια λεπτά της ώρας!
-Μα είναι φοβερό! Τι μπορεί να κάνει κανείς σε τόσο χρόνο;
-Μπορεί να βράσει 33 εκατομμύρια αυγά σφιχτά
, του λέει ο μοντεχρήστος.
Σε λεύγες πόσο μας κάνει;

Και ποιο είναι το στίγμα του περιοδικού;
Εσείς με ποιον είστε σύντροφε; Με την ανανέωση, με τη συντήρηση, με την κατάψυξη… η θέση μας είναι περίπου αυτή, που έλεγε κι ο χάρρυ κλυνν λίγο μετά το τέλος της ιστορίας.
Σε κάθε περίπτωση έχει το στίγμα του ερυθρισμού. Το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό της μεσογειακής αναιμίας, όπου πάσχεις από έλλειψη ερυθρών αιμοσφαιρίων.

Είναι και μαλλιαροί, δημοτικιστές. Όχι σαν κάτι «πνευματικούς» με φαλακρίτσα και μαλλιά στη γλώσσα. Που πουλάνε «ψιλό πνεύμα» και πολεμάν με δασείες την παρακμή της γλώσσας, αλλά χάνουν το δάσος. Τι διαφορά θα έχει αν αρχίσουμε να μιλάμε με ουγκ-ουγκ, αλλά ξέρουμε να τα γράφουμε με ψιλή;

-.-

Αλλά ας τους αφήσουμε αυτούς κι ας μιλήσουμε για πραγματική δημοσιογραφία.
Η δημοσιογραφία παλινδρομεί μεταξύ λογικής κι αισθητικής, συνειδητού κι αυθόρμητου. Στέκεται με αυταρέσκεια αναποφάσιστη ανάμεσα στην επιστήμη και την τέχνη, χωρίς να είναι ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Πολύ εφήμερη για φτάσει τα διαχρονικά μηνύματα της λογοτεχνίας. Αλλά καθόλου συστηματική κι αυστηρή ώστε να θεωρηθεί επιστήμη. Έρχεται κι αυτή η διαρκής υπενθύμιση, κάτι μεταξύ απορίας και σπόντας από τον κόσμο που σε ρωτάει: τι ιεκ τελείωσες; Και σε αποτελειώνει.

Δεν είναι ιεκ, μαντάμ. Αει στο αριστοτέλειο είναι. Σε μια άκρη μακριά απ’ την πανεπιστημιούπολη, να μην κολλήσουν κι άλλοι τον ιό του ρουφ. Άραγε τον έχεις εκ γενετής, ή τον αναπτύσσεις στην πορεία; Και πώς μεταδίδεται; Με το σάλιο (απ’ το γλείψιμο στην κυβέρνηση) και τα ερωτικά υγρά (απ’ τη συνουσία με την εξουσία);

Δεν είναι όμως όλοι ρουφ στο σινάφι μας. Και δεν είναι όλοι οι ρουφ δημοσιογράφοι. Ούτε είναι όλοι οι άνθρωποι βολεμένοι. Αλλά όλοι σχεδόν οι βολεμένοι δεν είναι άνθρωποι. Είναι γαϊδούρια αναίσθητα, με εξωνημένη συνείδηση.

Ούτε όλοι οι απόφοιτοι της σχολής είναι δημοσιογράφοι. Αφού δεν είναι επιστήμη, μπορεί να την ασκήσει οποιοσδήποτε έχει ψώνιο να βγει στο γυαλί και μέσο να μπει σε κάποιο μέσο. Κι εμείς που το ‘χαμε όνειρο από μικροί, μένουμε στην απ’ έξω. Κι εκδικούμαστε κλέβοντας κι εμείς με τη σειρά μας τις θέσεις των άλλων. Γινόμαστε πλασιέ, πωλητές, γραμματείς και φαρισαίοι. Τα όνειρά μας να δούμε πότε θα πάρουν εκδίκηση.

Στη δημοσιογραφία λοιπόν οφείλουμε το ευ ζην. Αλλά αν περιμέναμε να βγάλουμε από αυτήν τα προς το ζην, το ζην θα ήταν εντελώς αμφίβολο. Τη βγάζεις δεν τη βγάζεις.

Σπουδάσαμε κάτι που δεν είναι επιστήμη, δεν είναι τίποτα. Και βρίσκουμε άλλα τίποτα και τα κάνουμε νούμερα της σόου μπιζ για να κάνουμε νούμερα στην (K)AGB. Το τίποτα που θέλει να γίνει κάτι. Το όνειρο του μικροαστού, που ζηλεύει τη δόξα του αστού.

Μπορεί να μην είναι επιστήμη, αλλά είναι λειτούργημα. Κι έτσι μπλέκεται διαλεκτικά με αυτό του δικαστή και του δασκάλου. Και βλέπεις τις μεγάλες περσόνες του χώρου να διδάσκουν μαθήματα αγωγής του πολίτη και να γίνονται τηλεοπτικοί εισαγγελείς, συνήθως όταν γίνονται απεργίες, (πείνας, διαρκείας, γενικές, χωρίς διάκριση).

Η κόλαση του δάντη έγραφε στην είσοδό της, αφήστε απ’ έξω κάθε ελπίδα. Ο μαρξ το παράφρασε για τον επιστήμονα που έπρεπε πριν αρχίσει να μελετά το αντικείμενό του να αφήσει έξω κάθε προκατάληψη. Εμείς επιστήμονες δεν είμαστε, αλλά είμαστε σατανάδες με κέρατα κι έχουμε θέση ρεζερβέ, πρώτο καζάνι πίστα, στην κόλαση. Αν κι ίσως μας ταίριαζε περισσότερο ο ρόλος του όφη του κατηραμένου, που ξεγελά τον κόσμο και δαγκώνει το μήλο. Αλλά εκείνο ήταν το μήλο της γνώσης, ενώ εμείς πασάρουμε το άλλο της χιονάτης και ρίχνουμε υπνωτικό στην ταξική συνείδηση του τηλεθεατή, μέχρι να έρθει ο πρίγκηπας (όχι ο κροπότκιν) να τον φιλήσει και να αφυπνιστεί. Κι η επιγραφή μας λέει, αφήστε στην είσοδο κάθε ίχνος αξιοπρέπειας, μαζί με τα άλλα προσωπικά σας αντικείμενα, πριν μπείτε στον χώρο. Κρατήστε και τη μύτη σας καλού-κακού. Το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται.

Φοιτητές-σπουδαστές, ενωμένοι νικητές. Και στη μέση οι δημοσιογράφοι με τα υπαρξιακά τους να καταγράφουν τη ζωή που κυλάει δίπλα τους, σαν ηδονοβλεψίες. Ένας χώρος για αποτυχημένους.
Οι αποτυχημένοι αθλητές γίνονται αθλητικογράφοι, προπονητές της κερκίδας και της εφημερίδας που πληρώνονται. Οι αποτυχημένοι σκηνοθέτες, κριτικοί κινηματογράφου (σαν το μεγάλο ράφα). Κι οι αποτυχημένοι πολιτικοί, αναλυτές, συντάκτες κι αρθρογράφοι. Έτσι κι αλλιώς ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης και τα μεταξύ τους όρια δυσδιάκριτα. Κάτι σαν σχέση αλληλεξάρτησης, σαν αυτές που είχε το άρθρο του λουκά στο ρίζο για τον σύγχρονο ιμπεριαλισμό. Εξάλλου οι καλύτεροι τηλεοπτικοί εκπρόσωποι του κόμματος είναι δημοσιογράφοι: ο μπογιό κι η κανέλλη.

Κατά βάθος όλοι κρύβουν ένα δημοσιογράφο μέσα τους. Όλη στην χώρα είναι δημοσιογράφοι, κατ’ εικόνα κι ομοίωση του θεού της τηλεόρασης. Ψώνια με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους και την ίδια στιγμή ψοφοδεείς υποτελικοί που ποτέ δε σηκώνουν κεφάλι. Και κάθε βράδυ μπροστά στο κουτί, ή σε κάποια ταβέρνα, παίζουμε τους μοιραίους του βάρναλη.
Φταίει το ζαβό το ριζικό μας, φταίει ο θεός που μας μισεί
Φταίει το κεφάλι το κακό μας, μα πρώτα απ’ όλα η τι-βί!


Κι όμως στον κομμουνισμό η δημοσιογραφία θα ακολουθήσει τη μοίρα όλων των κατάλοιπων του παλιού κόσμου και θα απονεκρωθεί. Θα μάθουν όλοι να δημοσιογραφούν, να μη σωπαίνουν, να ερευνάν τα πράγματα και να τα φωτίζουν ως την τελική αιτία τους. Θα γίνουν όλοι δημοσιογράφοι με καλό λέγειν και συγκροτημένη άποψη και δε θα χρειάζονται ειδικοί, γιατί τέτοιοι θα ‘μαστε όλοι.
Κι ίσως αυτό να είναι τελικά που θα δώσει το έναυσμα στον πολύ κόσμο για την επανάσταση. Ας παλέψουμε όλοι για τον κομμουνισμό, όπου δε θα υπάρχουν πλέον δημοσιογράφοι. Ούτε πράβδα, ούτε ιζβέστια.
Χαράς ευαγγέλια...

Στα ηρωικά μμε του απθ εξάλλου ήταν που αποτυπώθηκε στην πράξη η σύνδεση με την κομμουνιστική προοπτική, χάρη στην εκλογική κάθοδο του γιούχου σχήματος με την επωνυμία εσσδ (ένωση κάτι σπουδαστών δημοσιογραφίας). Τελικά το λαϊκό κίνημα με μπροστάρισσα την πανσπουδαστική (τότε) παρενέβη δυναμικά κι ακύρωσε την προβοκάτσια.

Μπορείτε (ενθαρρύνεται κι επιβάλλεται) να επισκεφτείτε και την ιστοσελίδα του περιοδικού: http://www.levga.gr/

Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2010

Κι ύστερα θα σου πουν να πας πανεπιστήμιο

Έλεγα να γράψω κάτι για τις εγγραφές τώρα που είναι επίκαιρο.
Πρώτες εικόνες, εντυπώσεις από τις οργανώσεις, τρόπος προσέγγισης της καθεμιάς. Να 'λεγε καθένας τις εμπειρίες του και μετά να τα μαζεύαμε και να τα βγάζαμε σε ένα λεύκωμα.

Αλλά δε θα μου έβγαινε τώρα στα κοντά. Κι εναλλακτικά είπα να βάλω ένα κείμενο που είχα γράψει προ επταετίας για τους πρωτοετείς της δημοσιογραφίας. Προσωπική συμβολή στην έλλειψη έμπνευσης και πρωτοτυπίας που μαστίζει τέτοιου είδους κείμενα.

Κοιτώντας το τώρα από τα βάθη του χρόνου και το ύψος της ιστορίας η κε του μπλοκ το αποκηρύσσει. Αλλά ξέρει να το κρίνει διαλεκτικά και να διακρίνει στοιχεία συνέχειας που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στο σήμερα. Όποιος άλλος το βλέπει έτσι μπορεί να τα αξιοποιήσει ελεύθερα.

Η πρώτη ερώτηση που σού ‘ρχεται στο μυαλό εννιά φορές στις δέκα, όταν πρωτοπηγαίνεις στη σχολή σου είναι: «και τώρα πώς διάολο θα μάθω εγώ τι πρέπει να κάνω εδώ που ήρθα;» Οπότε βρίσκεις ένα σωρό συμφοιτητές σου από μεγάλα έτη, με χαμόγελο στο στόμα πρόθυμους να σε ξεψαρώσουν.
Κι έτσι η δεύτερη ερώτηση που σού ‘ρχεται είναι: «Γιατί πέφτουν πάνω μου όλοι αυτοί οι πέφτουλες και μου ζητάνε τηλέφωνα και διευθύνσεις; Είμαι τόσο αξιαγάπητος και δεν το ήξερα;»

Εάν είσαι κοπέλα σχετικά εμφανίσιμη δεν χρειάζεται να ανησυχείς. Σύντομα θα δεις πως σε αυτή τη σχολή υπάρχουν πολλοί λιγούρηδες που ψοφάν να το παίξουν γόηδες στις πρωτοετείς.
Αν πάλι δεν ανήκεις στην κατηγορία της όμορφης, γοητευτικής κοπέλας και πάλι υπάρχει εξήγηση. Μάλλον έχεις πέσει σε κάποιο μέλος παράταξης που προσπαθεί να γίνει φίλος σου, να σε καλοπιάσει και να σε κλείσει για τις εκλογές των φοιτητών την άνοιξη.
Πριν σιχτιρίσεις την τύχη σου όμως, πρέπει να ξέρεις πως δεν ισχύουν για όλους τα ίδια…

Υπάρχει ένας κανόνας που λέει ότι αν δεν κολακέψεις (γλείψεις) τον αναγνώστη σου από την πρώτη σελίδα είναι ζήτημα αν αυτός θα διαβάσει τη δεύτερη. Χίλια μπράβο λοιπόν!!
Όχι όμως για κολακεία, αλλά ειλικρινή.
Κι η δική μας γενιά κι η δική σου είμαστε από «τα παιδιά της μεταρρύθμισης Αρσένη» και είδαμε από πρώτο χέρι τι εστί βερίκοκο. Διπλοβάρδιες σχολείο –φροντιστήριο, άγχος, πίεση, ξενύχτια, κι όλα αυτά με κέντρο τους τις εξετάσεις στο τέλος της χρονιάς να κρίνουν το μέλλον μας (λες και οι κλίσεις και τα ενδιαφέροντα του καθενός φαίνονται από το πόσο έγραψε στα Αρχαία Ελληνικά, ή στα Μαθηματικά).
Είτε λοιπόν είχες τη Δημοσιογραφία πρώτη επιλογή, είτε βρέθηκες κατά λάθος εδώ επειδή τα μόρια δεν σου έφτασαν για νομική, ο έπαινος είναι όλος δικός σου. Και σου αξίζει γιατί κατάφερες να βγεις από αυτήν τη (δήθεν) εκπαιδευτική διαδικασία, όπου στερείσαι τα πάντα (από ελεύθερο χρόνο κι έρωτες μέχρι την ίδια σου την προσωπικότητα) φυσιολογικός άνθρωπος με σώας τας φρένας.
Δεν κατάφεραν να σε τρελάνουν…

Και μετά το Λύκειο ΤΙ; Ήταν ο τίτλος μιας ηλίθιας εκπομπής με τη Σινιώρη που λέει τον καιρό να διαφημίζει ως λύση διάφορες ιδιωτικές σχολές. Μετά το λύκειο σε περιμένει ένας γενναίος, νέος, κόσμος. Το πανεπιστήμιο.
Ετοιμάσου για εκπλήξεις, καθώς επίσης και να μάθεις πόσο μικρός είναι ο κόσμος που ζούμε. Γιατί κατά βάθος όπως λέει και το τραγούδι: όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν.

Θυμήσου τα μαθητικά σου χρόνια. Τους συμμαθητές σου στο γυμνάσιο που μόνο οι μισοί από αυτούς κατάφεραν να τελειώσουν και το λύκειο και να συνεχίσουν σε κάποια ανώτατη σχολή. Τις σκόρπιες γνώσεις που σου γεμίζανε το κεφάλι όλο το χρόνο για να τις πετάξεις στο καλάθι με τα άχρηστα την επομένη των εξετάσεων. Τον σχολικό χουντο- κανονισμό που σε ήθελε πειθήνιο στρατιωτάκι. Τους διευθυντές που απειλούσαν με τιμωρίες όσους πήγαιναν να διαδηλώσουν ενάντια στον πόλεμο.

Και σύγκρινέ τα με την πραγματικότητα στο πανεπιστήμιο. Όπου τα πτυχία χρησιμεύουν μόνο ως περιεχόμενο κορνίζας. Οι εταιρείες μετατρέπουν το πανεπιστήμιο σε ΑΕ και την παιδεία σε εμπόρευμα. Το άσυλο είναι στο στόχαστρο κάθε χρόνο και οι πιέσεις για την κατάργησή του εντείνονται. Εκεί όπου μας δίνουν τόσες «γνώσεις», ίσα- ίσα για να βγούμε απόφοιτοι φτηνοί και αναλώσιμοι στην αγορά εργασίας, ή για να παίξουμε το ρόλο του μελλοντικού ανέργου.
Πόσο μοιάζουν όλα αυτά! Τι μικρός που είν’ ο κόσμος!

Μάθε παιδί μου γράμματα. Όπως έλεγε κι ο Τσάκωνας στην ομώνυμη ταινία: «6άρες: 6 χρόνια στο Δημοτικό, 6 χρόνια γυμνάσιο (τότε ήταν και το λύκειο μέσα), 6 χρόνια πανεπιστήμιο, 6 χρόνια μεταπτυχιακά. Και τι κατάλαβα;»
Πόσες φορές δεν αναρωτηθήκες κι εσύ το ίδιο. Ποιο είναι το νόημα σε όλα αυτά; Γιατί χαραμίζουμε τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας;
Υποτίθεται για να γίνουμε καλοί επιστήμονες προς όφελος της κοινωνίας! Αυτό είναι όμως το βασικό πρόβλημα της ελληνικής εκπαίδευσης σήμερα. Μας μιλάνε για ανάγκη σύνδεσης της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας. Κι από πότε είναι το βασικό η αγορά εργασίας κι όχι οι ανθρώπινες ανάγκες;
Τι είδους απόφοιτους μέσης και ανώτατης εκπαίδευσης θα βγάζει το εκπαιδευτικό μας σύστημα; Φτηνό και υπάκουο εργατικό δυναμικό με περιορισμένες γνώσεις για τα κέρδη των εταιρειών και των οικονομικά ισχυρών; Ή ολοκληρωμένους επιστήμονες που θα προσφέρουν την γνώση της επιστήμης τους προς όφελος όλης της κοινωνίας αντί ενός μόνο μέρους της;

Και γιατί ρε γαμώτο να συμβαίνουν όλα αυτά σε μας; Τόσο γκαντέμηδες είμαστε;
Η αλήθεια είναι ότι όλα αυτά μόνο ζήτημα τύχης, ή γκαντεμιάς δεν είναι. Ίσα- ίσα που είναι απόλυτα ώριμη και συνειδητή πολιτική επιλογή των κρατούντων.

Κοίταξε γύρω σου στον μικρόκοσμο της σχολής σου τα διάφορα προβλήματα.
Το απαρχαιωμένο πρόγραμμα σπουδών, τα γεμάτα ελλείψεις σε υποδομή εργαστήρια, τα συγγράμματα που πληρώνουμε και καταρρίπτουν τον μύθο της δωρεάν παιδείας. Αλλά και τα πιο γενικής φύσης. Τα δωμάτια στις Εστίες που δε φτάνουν ούτε για ζήτω, τα λεφτά που στέλνουν οι γονείς και δεν φτάνουν γιατί η ζωή ακριβαίνει. Ή και τα πιο μικρά: το φαγητό στη λέσχη που τρώγεται με πολλά κουράγια, τα πανάκριβα κυλικεία που είναι όλα ιδιωτικά. Όλα σε τελική ανάλυση, από το πιο μεγάλο μέχρι το πιο μικρό, έχουν αίτια, και αυτά τα αίτια, άμεσα ή έμμεσα, έχουν στη βάση τους την πολιτική.
Το ζητούμενο σήμερα είναι αν θα συνεχίσει να χαράσσεται στην παιδεία μια πολιτική που ευνοεί τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, όπως γίνεται και σήμερα, ή αν τελικά το φοιτητικό κίνημα θα οργανωθεί, και θα παλέψει να την ανατρέψει με όσα μέσα μπορεί.
Αυτός είναι ο δρόμος που σε καλούμε να ακολουθήσεις. Γιατί στα συλλογικά προβλήματα δεν υπάρχουν ατομικές λύσεις.

Υπάρχει ένα ρητό που λέει πως τα φοιτητικά χρόνια είναι τα καλύτερα. Κι αυτό ισχύει σε μεγάλο βαθμό, αλλά μπορείς να το δεις από πολλές οπτικές γωνίες. Θα έχεις την ευκαιρία να ηρεμήσεις και να κάνεις μπόλικο χαβαλέ με τις παρέες σου, όσο ποτέ μέχρι τώρα. Όμως είναι μεγαλύτερη μαγκιά να καταφέρεις να πας κόντρα στο ρεύμα της εποχής, του παρτάκια, εγωιστή φοιτητή, που έχει για σλόγκαν ζωής το «δεν βαριέσαι αδερφέ, εμείς να περνάμε καλά». Είναι πολύ μεγαλύτερη μαγκιά να μάθεις να εκφράζεσαι μέσα από συλλογικούς αγώνες, να κάνεις τις ανησυχίες σου αφετηρία για δημιουργία, να παλέψεις για ένα καλύτερο αύριο. Να πας κόντρα σε όσους μας λένε ότι όλα αυτά τα κάνουμε «επειδή είμαστε νέοι και το αίμα μας βράζει». Ή «ότι κυνηγάμε χίμαιρες και ουτοπίες». Ουτοπικό σήμερα είναι να παραμένεις αδρανής και να νομίζεις ότι έτσι τα πράγματα μπορούν να γίνουν καλύτερα.

Εμείς που επικοινωνούμε μαζί σου μέσα από αυτό το κείμενο εκπροσωπούμε την Πανσπουδαστική Κίνηση Συνεργασίας στη Δημοσιογραφία. Δεν πρόκειται να σου πουλήσουμε ψεύτικα, φιλικά συναισθήματα, ούτε να σε κοροϊδέψουμε. Θα σου μιλήσουμε ανοιχτά και πολιτικά για το χάλι της σημερινής εκπαίδευσης, και για όσα πρέπει να κάνουμε για να αντιδράσουμε -κι αυτό είναι που μας κάνει πολλές φορές δυσάρεστους στους άλλους. Θέλουμε να σε βρούμε στους δρόμους για να ζήσουμε μαζί την ομορφιά του αγώνα για όσα δικαιούμαστε.

Πανσπουδαστική Κίνηση Δημοσιογραφίας


Αυτά. Για το ξεκατίνιασμα στην πάτρα σε επόμενο κείμενο.