Ο μεγαλύτερος κίνδυνος στην κόκκινη μπλογκόσφαιρα (και ευρύτερα) είναι η εσωστρέφεια. Να τα λέμε και να χαιρόμαστε μεταξύ μας, να επιβεβαιώνουμε ο ένας τον άλλον, να ανταλλάσσουμε like, φιλοφρονήσεις, κοκ. Κάποιοι μπορεί να μαζέψουν περισσότερες θετικές γνώμες, μες στο γενικό ισοζύγιο, κι αλίμονο αν δεν έχουν τις απαραίτητες άμυνες, τους μηχανισμούς και μια στοιχειώδη σεμνότητα, για να αποφύγουν να καβαλήσουν το καλάμι, ως περσόνες-παράγοντες. Αυτό από το μικροαστικό χυλό ερμηνεύεται βέβαια ως κομματική ισοπέδωση της προσωπικότητας, όπου όποιο κεφάλι περισσεύει και κοιτάζει ψηλότερα, πρέπει να κόβεται, για να επιστρέψει στην καταθλιπτική ομοιομορφία. Κι είναι αυτός ακριβώς ο περίγυρος, που βοηθάει το Βοναπάρτη που κρύβεις μέσα σου να εκδηλωθεί και να ξεφύγει.
-Τι σπουδαίο μυαλό, γιατί δεν έχει τέτοια το κόμμα σήμερα;
Είναι πολύ σεβαστοί λοιπόν οι ιστογράφοι, δημοσιολόγοι, δημοσιογράφοι (με την κυριολεκτική έννοια, όσων γράφουν δημόσια) κτλ, που αποφεύγουν αυτό το σκόπελο, αποκτούν ευρύτερη απεύθυνση, συσπειρώνουν ένα κοινό, που δεν είναι στενά κομματικό, αλλά σε μια πορεία χρόνου και κειμένων, προσεγγίζουν τις θέσεις μας, σπάνε τείχη και προκαταλήψεις χρόνων, γίνονται αυτό που θα λέγαμε "διαδικτυακές επιρροές". Αλλά είναι ζήτημα αν θα τις συναντήσουμε ποτέ στην πραγματική ζωή. Όχι γιατί είναι διαδικτυακές, εικονικές, δηλαδή χωρίς πραγματική υπόσταση και ζωντανή επαφή -αν ήταν αυτό το πρόβλημα, θα μπορούσε να λυθεί σχετικά εύκολα και το δίκτυο θα ήταν απλώς η αφορμή (γνωριμία) για μια πιο ουσιαστική συνάντηση. Αλλά γιατί πολλές φορές τείνουμε (κι εμείς ακόμα, εν μέρει ίσως) σε ένα "τι καλά που τα λέει ο τάδε", που αν το ξύσεις, δεν έχει κανένα πολιτικό αντίκρισμα, δεν προσφέρει πολλά, δε σημαίνει πως ο "θαυμαστής" έχει κατανοήσει αυτό που λέει πολύ ωραία ο τάδε, ότι τα αφομοίωσε και μπορεί να τα επαναλάβει -ως κτήμα του κι όχι μηχανικά. Τουλάχιστον όχι μέχρι να σταματήσει να θαυμάζει και να αρχίσει να σκέφτεται και να προβληματίζεται -ακόμα κι αν διαφωνήσει, αυτό σημαίνει πως πήρε τροφή για σκέψη και είναι πολύ πιο γόνιμο απ' το παραπάνω είδος συμφωνίας.
Κι αυτό είναι το πρόβλημα κι όταν τα λέμε μεταξύ μας. Όχι ότι είμαστε από την ίδια πλευρά και δεν έχει ενδιαφέρον η συζήτηση, γιατί δε διαφωνούμε. Εξάλλου η κουβέντα μπορεί να είναι πολύ πιο γόνιμη και να έχει νόημα, όταν γίνεται μεταξύ ομονοούντων -κι ας έφριτταν κάποιοι όταν το είχε πει η Αλέκα- που συμφωνούν στα βασικά κι είναι ανοιχτοί στα υπόλοιπα, αρκεί να λέμε κάτι ενδιαφέρον, άξιο λόγου, που να τροφοδοτεί την αναζήτηση, αντί για μια βαρετή συμφωνία και τα μεταξύ μας ζήτω και γεια.
Δεν πιστεύω πως εξαντλείται εύκολα το ζήτημα, αλλά μια βασική προϋπόθεση κατά τη γνώμη μου, ανεξαρτήτως σκοπού κι απεύθυνσης, είναι να γράφεις κάτι που θέλεις, ξεκινώντας από μια δική σου εσωτερική ανάγκη, κι όχι επειδή είναι (υπο)χρέωση και καταφεύγεις σε μια ανέμπνευστη διεκπεραίωση, γιατί όσο αμύητος κι αν είναι ο άλλος, αυτό δε χρειάζεται κατάρτιση για να το καταλάβει και το διαισθάνεται πολύ εύκολα. Όχι γιατί (θεωρείς πως) είσαι ο μεγάλος εκλαϊκευτής-αγκιτάτορας, που θα εξηγήσει κάτι στον κόσμο, ούτε νομίζοντας πως φτιάχνεις κάτι πέρα από καθαρά δικές σου νοητικές ασκήσεις, πχ ένα θεωρητικό εργαστήριο, με αυστηρούς, συστηματικούς κανόνες για όσους κάνουν το λάθος να διαβούν την πόρτα και να συμμετέχουν. Γιατί τότε παίρνεις πολύ σοβαρά το διαδίκτυο και τον εαυτό σου, και ο τοίχος σε περιμένεις στη γωνία, για να πέσεις πάνω του με φόρα.
Ασφαλής αλληλεπιδράς με το κοινό, μπαίνεις σε διάφορα τριπάκια, τυποποιήσεις, ακόμα και τη λογική να γράφεις κάθε μέρα. Θέλω να πως πως δεν υπάρχει καθαρή, εσωτερική ανάγκη, που να την χωρίζουν σινικά τείχη με τον έξω κόσμο. Ασφαλώς όμως πρέπει να υπάρχει ως πυρήνας για αυτή την έκθεση (ιδεών και του εαυτού σου) κάποιος λόγος. Και παράλληλα αυτός ο λόγος είναι πρωτίστως εσωτερικός και ακολούθως μοιράζεται, εξωτερικεύεται κι αλληλεπιδρά, για να διαμορφωθεί σε κάτι ολοκληρωμένο. Κι όσο πιο καλά κρυμμένη είναι η πρόθεσή του, όσο δε δηλώνει φανερά το στόχο του (πχ να διδάξει τους άλλους και να τους διαφωτίσει) τόσο πιθανότερο είναι να τον πετύχει, αντιμετωπίζοντας τον αναγνώστη ως (τουλάχιστον) ισότιμο.
Εν κατακλείδι, μπορείς να γράφεις ό,τι κι όπως θες, για λίγους, για πολλούς, εκλεκτούς, αιρετούς και διορισμένους, για τις μάζες, ή για άμαζες ελίτ που τις απεχθάνονται. Αλλά πρέπει να είναι κάτι αληθινό, κάτι αυθεντικό, για να έχει αξία και να έχει πιθανότητες να προσελκύσει κάποιον άλλο -κι ας μην το πετύχει στην τελική. Εξάλλου το ζητούμενο δεν είναι η προσέγγιση για την προσέγγιση -και τι ωραία που τα λες- αλλά ο τρόπος κι όροι με τους οποίους θα γίνει.
Δεν ξέρω αν όλα αυτά βγάζουν κάποιο νόημα και για όσους τα διαβάζουν -πέρα από τη δική μου σκέψη. Πάντως δεν έφτασαν στο δια ταύτα, και πιθανότατα θα ακολουθήσει κι ένα δεύτερο μέρος -για όσους δε βρήκαν το πρώτο ημίχρονο φλύαρη "σούπα" μες στο κατακαλόκαιρο, χωρίς σημαντικές φάσεις.
-Τι σπουδαίο μυαλό, γιατί δεν έχει τέτοια το κόμμα σήμερα;
Είναι πολύ σεβαστοί λοιπόν οι ιστογράφοι, δημοσιολόγοι, δημοσιογράφοι (με την κυριολεκτική έννοια, όσων γράφουν δημόσια) κτλ, που αποφεύγουν αυτό το σκόπελο, αποκτούν ευρύτερη απεύθυνση, συσπειρώνουν ένα κοινό, που δεν είναι στενά κομματικό, αλλά σε μια πορεία χρόνου και κειμένων, προσεγγίζουν τις θέσεις μας, σπάνε τείχη και προκαταλήψεις χρόνων, γίνονται αυτό που θα λέγαμε "διαδικτυακές επιρροές". Αλλά είναι ζήτημα αν θα τις συναντήσουμε ποτέ στην πραγματική ζωή. Όχι γιατί είναι διαδικτυακές, εικονικές, δηλαδή χωρίς πραγματική υπόσταση και ζωντανή επαφή -αν ήταν αυτό το πρόβλημα, θα μπορούσε να λυθεί σχετικά εύκολα και το δίκτυο θα ήταν απλώς η αφορμή (γνωριμία) για μια πιο ουσιαστική συνάντηση. Αλλά γιατί πολλές φορές τείνουμε (κι εμείς ακόμα, εν μέρει ίσως) σε ένα "τι καλά που τα λέει ο τάδε", που αν το ξύσεις, δεν έχει κανένα πολιτικό αντίκρισμα, δεν προσφέρει πολλά, δε σημαίνει πως ο "θαυμαστής" έχει κατανοήσει αυτό που λέει πολύ ωραία ο τάδε, ότι τα αφομοίωσε και μπορεί να τα επαναλάβει -ως κτήμα του κι όχι μηχανικά. Τουλάχιστον όχι μέχρι να σταματήσει να θαυμάζει και να αρχίσει να σκέφτεται και να προβληματίζεται -ακόμα κι αν διαφωνήσει, αυτό σημαίνει πως πήρε τροφή για σκέψη και είναι πολύ πιο γόνιμο απ' το παραπάνω είδος συμφωνίας.
Κι αυτό είναι το πρόβλημα κι όταν τα λέμε μεταξύ μας. Όχι ότι είμαστε από την ίδια πλευρά και δεν έχει ενδιαφέρον η συζήτηση, γιατί δε διαφωνούμε. Εξάλλου η κουβέντα μπορεί να είναι πολύ πιο γόνιμη και να έχει νόημα, όταν γίνεται μεταξύ ομονοούντων -κι ας έφριτταν κάποιοι όταν το είχε πει η Αλέκα- που συμφωνούν στα βασικά κι είναι ανοιχτοί στα υπόλοιπα, αρκεί να λέμε κάτι ενδιαφέρον, άξιο λόγου, που να τροφοδοτεί την αναζήτηση, αντί για μια βαρετή συμφωνία και τα μεταξύ μας ζήτω και γεια.
Δεν πιστεύω πως εξαντλείται εύκολα το ζήτημα, αλλά μια βασική προϋπόθεση κατά τη γνώμη μου, ανεξαρτήτως σκοπού κι απεύθυνσης, είναι να γράφεις κάτι που θέλεις, ξεκινώντας από μια δική σου εσωτερική ανάγκη, κι όχι επειδή είναι (υπο)χρέωση και καταφεύγεις σε μια ανέμπνευστη διεκπεραίωση, γιατί όσο αμύητος κι αν είναι ο άλλος, αυτό δε χρειάζεται κατάρτιση για να το καταλάβει και το διαισθάνεται πολύ εύκολα. Όχι γιατί (θεωρείς πως) είσαι ο μεγάλος εκλαϊκευτής-αγκιτάτορας, που θα εξηγήσει κάτι στον κόσμο, ούτε νομίζοντας πως φτιάχνεις κάτι πέρα από καθαρά δικές σου νοητικές ασκήσεις, πχ ένα θεωρητικό εργαστήριο, με αυστηρούς, συστηματικούς κανόνες για όσους κάνουν το λάθος να διαβούν την πόρτα και να συμμετέχουν. Γιατί τότε παίρνεις πολύ σοβαρά το διαδίκτυο και τον εαυτό σου, και ο τοίχος σε περιμένεις στη γωνία, για να πέσεις πάνω του με φόρα.
Ασφαλής αλληλεπιδράς με το κοινό, μπαίνεις σε διάφορα τριπάκια, τυποποιήσεις, ακόμα και τη λογική να γράφεις κάθε μέρα. Θέλω να πως πως δεν υπάρχει καθαρή, εσωτερική ανάγκη, που να την χωρίζουν σινικά τείχη με τον έξω κόσμο. Ασφαλώς όμως πρέπει να υπάρχει ως πυρήνας για αυτή την έκθεση (ιδεών και του εαυτού σου) κάποιος λόγος. Και παράλληλα αυτός ο λόγος είναι πρωτίστως εσωτερικός και ακολούθως μοιράζεται, εξωτερικεύεται κι αλληλεπιδρά, για να διαμορφωθεί σε κάτι ολοκληρωμένο. Κι όσο πιο καλά κρυμμένη είναι η πρόθεσή του, όσο δε δηλώνει φανερά το στόχο του (πχ να διδάξει τους άλλους και να τους διαφωτίσει) τόσο πιθανότερο είναι να τον πετύχει, αντιμετωπίζοντας τον αναγνώστη ως (τουλάχιστον) ισότιμο.
Εν κατακλείδι, μπορείς να γράφεις ό,τι κι όπως θες, για λίγους, για πολλούς, εκλεκτούς, αιρετούς και διορισμένους, για τις μάζες, ή για άμαζες ελίτ που τις απεχθάνονται. Αλλά πρέπει να είναι κάτι αληθινό, κάτι αυθεντικό, για να έχει αξία και να έχει πιθανότητες να προσελκύσει κάποιον άλλο -κι ας μην το πετύχει στην τελική. Εξάλλου το ζητούμενο δεν είναι η προσέγγιση για την προσέγγιση -και τι ωραία που τα λες- αλλά ο τρόπος κι όροι με τους οποίους θα γίνει.
Δεν ξέρω αν όλα αυτά βγάζουν κάποιο νόημα και για όσους τα διαβάζουν -πέρα από τη δική μου σκέψη. Πάντως δεν έφτασαν στο δια ταύτα, και πιθανότατα θα ακολουθήσει κι ένα δεύτερο μέρος -για όσους δε βρήκαν το πρώτο ημίχρονο φλύαρη "σούπα" μες στο κατακαλόκαιρο, χωρίς σημαντικές φάσεις.
