Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κομμουνιστική αισιοδοξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κομμουνιστική αισιοδοξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Μαρτίου 2017

Και τι έγινε;

Και τι νομίζεις ότι κάνεις;
Όχι εσύ προσωπικά, όλοι μας. Όχι τι να κάνουμε, αλλά τι κάνουμε στην πράξη, στο σήμερα. Τρέχουμε όλη μέρα και δε φτάνουμε, τους στόχους, τον πήχη, της συγκυρίας και των ονείρων μας, και τι μένει στο τέλος;
Τίποτα.

Πας στη δουλειά, ακούς τους ίδιους διαλόγους, όπως στη μέρα της μαρμότας, και νιώθεις πως δεν έχει νόημα να πεις κι εσύ άλλη μια φορά τα ίδια. Θα τα ακούσουν, θα σωπάσουν σκεφτικοί, για να συμφωνήσουν και να τα ξεχάσουν όλα στο λεπτό. Σα να μιλάς σε τοίχο, αυτόν που σκοντάφτουν οι συνάδελφοι μόλις μείνουν μόνοι τους, αντιμέτωποι με ένα δελτίο ειδήσεων.

Κι αν πηγαίνεις από σύμβαση σε σύμβαση, τόσο το χειρότερο. Μέχρι να τους γνωρίσεις, να πάρεις θάρρους και να αρχίσεις να ανοίγεις κουβέντα, έχει περάσει ο χρόνος και βρίσκεσαι ξανά στο ψάξιμο (συντρόφων και ενσήμων, που λέει -παραφρασμένος- κι ο ποιητής). Σαν την επισφάλεια που βιώνει ο μετανάστης στο πολλαπλάσιο (χώρια το προσωπικό δράμα του καθενός) που δεν κάνει τίποτα στον τόπο που βρέθηκε, γιατί δεν το νιώθει δικό του, και ζει σε ένα καθεστώς μόνιμης προσωρινότητας.
Μας συγχωρείτε, η εργασία θα είναι προσωρινή, η ταλαιπωρία θα είναι μόνιμη.

Αλλά έστω πως ανοίγεις κουβέντα, πιάνεσαι από τα προβλήματα που ζούμε όλοι, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, και τα ξέρει καλύτερα ο καθένας για τον εαυτό του.
Ναι αλλά δε φτάνει η ενότητα στο πρόβλημα, αν δεν πας παραπέρα στις αιτίες.
Δε φτάνει να συμφωνούμε, γενικά κι αόριστα στις αιτίες, αν δεν κάνουμε κάτι στην πράξη.
Δε βγαίνει κάτι με μια ψήφο στις εκλογές, αν δε δούμε τους άλλους μαζί μας και στο δρόμο.
Δε φτάνει να κάνουμε μια ηρωική απεργία, που θα μείνει ντουφεκιά στον αέρα, χωρίς συνέχεια.
Δε βγαίνει κάτι αν επικεντρώνουμε σε οικονομικά αιτήματα και δεν ψάξουμε τις πολιτικές αιτίες πίσω από τα προβλήματα.

Δε βγαίνει κάτι αν ακολουθούμε απλώς τα καλέσματα για πορείες, συγκεντρώσεις κλπ με μια σχετική συνέπεια, αν δεν αναλάβουμε εμείς να φέρουμε άλλους, να είμαστε πρωτοπόροι στο χώρο μας και μαζικά στοιχεία.
Δε βγαίνει κάτι, αν μας ενδιαφέρει απλώς να συμπληρώσουμε κουτάκια και χάνουμε το δάσος πίσω από μια θάλασσα δέντρα-καθήκοντα.

Δε βγαίνει κάτι στο μαζικό κίνημα, αν δε δουλεύεις με τη στρατηγική μας.
Δε βγαίνει και κάτι όμως, αν επικαλείσαι απλώς τη στρατηγική, χωρίς να τη δένεις με τα επιμέρους που θα την υπηρετήσουν.

Δε βγαίνει κάτι αν τρέχεις όλη μέρα πάνω-κάτω και δε σου μένει χρόνος να σκεφτείς, να διαβάσεις, να αφομοιώσεις τα γεγονότα και την ουσία τους.
Ούτε όμως αν κάθεσαι σε μια γωνιά, να μελετάς και να διαβάζεις, ενώ ο κόσμος προχωρά χωρίς να κοιτάζει τις δικές σου φιλοσοφίες.

Δε βγαίνει κάτι αν δε διακινήσεις το όργανο.
Αν το διακινείς, χωρίς να το αξιοποιείς για να ανοίξεις κουβέντα.
Αν δε μελετάς καν αυτό που διακινείς με περισσό ζήλο.
Αν δεν κάνεις ουσιαστικές προτάσεις για τη βελτίωσή του -γιατί αλλιώς, ποιος θα το πάρει να το διακινήσει;

Δε βγαίνει κάτι αν δε μαζικοποιήσουμε τα συνδικάτα. Αν δεν κάνουμε σοβαρή δουλειά στο στρατό, αν δε στραφούμε σταδιακά σε άλλες, πιο ενδιαφέρουσες μορφές και διαδικασίες. Αν δεν οξυνθούν τα πράγματα και δεν ταρακουνηθούν οι βολεμένοι. Αν δεν προκύψει (αντικειμενικά κι ανεξάρτητα από τη θέλησή μας) η επαναστατική κατάσταση.
Αν δεν ξεπεράσουμε εμείς οι ίδιοι τελικά τους φόβους και τους δισταγμούς μας, για να τις ξεπεράσει μετά και ο απλός κόσμος.
Αν κάποτε θα γίνουν όλα αυτά τα αν (αμάν-αμάν)...

Όλα αυτά είναι λίγο-πολύ σωστά, αρκεί να μη λειτουργήσουν ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Τίποτα δε γίνεται, συνεπώς ας μην κάνουμε κι εμείς τίποτα, περιμένοντας να ωριμάσουν από μόνες τους οι συνθήκες -έτσι κι αλλιώς αυτό είναι αντικειμενικό κι ανεξάρτητο από τη θέλησή μας...

Γιατί τίποτα από όλα αυτά δεν είναι αρκετό από μόνο του.
Αλλά αν δε γίνουν όλα αυτά τα μικρά -ή όχι και τόσο- βήματα, πώς θα μπορέσουμε να κάνουμε τελικά το μεγάλο άλμα;
Ο καθένας κάνει αυτό που μπορεί και τίποτα/κανείς δεν περισσεύει.

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

Η βασιλόπιτα

Στην αλλαγή του χρόνου, το κανάλι του λαος, τηλεάστυ, είχε το βαρύ πυροβολικό του, με τα ροκάκια του προέδρου καρατζαφέρη, που θυμόταν τα δημοκρατικά γιε-γιε νιάτα του και τη γενιά του μαστοράκη.
Αλλά ο 902 ήταν έναν αιώνα πίσω και μερικά έτη φωτός μπροστά, με τον λευτέρη πανταζή (λε-πα), γόνο πολιτικών προσφύγων από την τασκένδη, να τραγουδάει σε άπταιστα ρούσικα την καλίνκα και την κατιούσα. Όχι με την ορχήστρα του κόκκινου στρατού, αλλά με τα παιδιά από την πάτρα, που είχαν και ρόλο οικοδεσπότη στο εορταστικό πρόγραμμα, ένεκα η κρίση. Μετά ήρθε ο ιατρόπουλος ως εκπρόσωπος του κόσμου της νύχτας, ενώ πιο πριν ο χαϊκάλης ράπαρε σε μια διασκευή του λαϊκού άσματος, δεν χρωστάω όλα τα ‘χω πληρωμένα.
Τα ύστερα του κόσμου...

Το είπε εξάλλου κι η αλέκα, στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμά της, που ξεχείλιζε από κομμουνιστική αισιοδοξία. Το 2012 θα είναι χειρότερο από το 11. Ακολούθησε όμως τη νόρμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού κι έδειξε τη διέξοδο με την προοπτική στους αγώνες της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.

Η κομμουνιστική αισιοδοξία είναι εξαιρετικά αντιφατικό ζήτημα.
Οι σύντροφοι είναι κομμουνιστικά αισιόδοξοι ότι μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο και το βασίζουν σε μια αντικειμενική γνώση. Αλλά κάθε γνώση σπέρνει διαλεκτικά την αμφιβολία, κάτι που είναι απολύτως υγιές. Παράλληλα το είναι καθορίζει τη συνείδηση, κι έτσι η μίζερη πραγματικότητα ποτίζει καθημερινά τις σκέψεις μας με πεσιμισμό. Κι είναι λογικό οι σύντροφοι να επηρεάζονται περισσότερο και να έχουν ανεπτυγμένες ευαισθησίες για να πιάνουν τα ερεθίσματα γύρω τους, τις έγνοιες και τον παλμό του κόσμου. Το θέμα είναι ότι η ζωή προχωρά χωρίς να κοιτά τη δική μας μελαγχολία. Κι ο κόσμος θα αλλάξει μόνο από ανθρώπους πεισμένους κι αισιόδοξους για την υπόθεσή τους.

Την πρωτοχρονιά λοιπόν, κι όλο τον επόμενο μήνα για τους μαζικούς φορείς και τους συλλόγους, έχουμε την κοπή της περίφημης βασιλόπιτας, να δούμε ποιος-ποιος-ποιος θα φαγωθεί και πού θα πέσει το φλουρί. Οπότε το ενδιαφέρον εστιάζεται στο πώς θα κοπούν και θα μοιραστούν τα κομμάτια.

Οι ορθόδοξοι χριστιανοί συνηθίζουν να κόβουν ένα κομμάτι για το σπίτι –που θα το πάρουνε οι τράπεζες, αλλά μέχρι τότε δικαιούται κομμάτι- ένα για το θεούλη, τον χριστούλη, την παναγίτσα κτλ και τα επόμενα για αδελφούς και λοιπούς συγγενείς.

Ενώ οι ορθόδοξοι κομμουνιστές κόβουν αντιστοίχως το πρώτο κομμάτι για το σπίτι του λαού –για το οποίο λέγεται ότι χτίστηκε με αντιαρματική τάφρο, για να αποκρούσει τυχόν επίθεση με τανκ, όπως στο πολυτεχνείο. Το δεύτερο πάει για το κόμμα –που γίνεται κατά περίπτωση ρεύμα (ένα είναι το ρεύμα), οργάνωση, ή συσπείρωση για τις λογής αιρέσεις. Μετά για τα αδελφά κόμματα, που δεν είναι πολλά στην πραγματικότητα, άντε να κόψουμε ένα για το κκ της πορτογαλίας.
Κι έπειτα κόβει ο καθένας ό,τι θέλει, ανάλογα τις προτιμήσεις και τα πολιτικά του γούστα. Περί ορέξεως βασιλόπιτα, που λένε.

Μία επιλογή είναι να συνεχίσει με τους αγίους του κομμουνιστικού κινήματος, ανάλογα τις προτιμήσεις και πάλι, γιατί οι άγιοι των μεν είναι έκπτωτοι άγγελοι για τους δε κι αντιστρόφως. Κι ενώ όλοι έχουν το λένιν για αρχάγγελο, κι ονειρεύονται όπλα και ρομφαίες, αγνοούν επιδεικτικά τη συμβουλή-τσιτάτο που λέει να συνεργαζόμαστε και με το διάβολο ακόμα. Αρκεί φυσικά να μην του πουλήσουμε την ψυχή μας με κάποιο κοινό πόρισμα.

Θα μου πεις βέβαια, τι νόημα έχει ένα κομμάτι για τον γκεβάρα, το βελουχιώτη, τον μπελογιάννη και τους άλλους μακαρίτες αγίους μας; Για να τους πάει καλά το 12; Έλα ντε. Όσο νόημα έχει να πέσει το φλουρί σε κάποιο μέλος της αγίας τριάδας. Οι δικοί μας ήταν τουλάχιστον πραγματικά πρόσωπα.

Μία εναλλακτική εκδοχή κοπής και νομής της πίτας είναι με πολιτικές προσωπικότητες από το πάνθεον των χυδαίων αντικομουνιστών –που σε μεγάλο ποσοστό είναι πρώην σύντροφοι. Κόβεις πχ την πίτα με γκλάσνοστ και διαφάνεια και λες πως το φλουρί έπεσε στο λαιμό του γκόρμπι και του κάθισε εκεί για πάντα. Ή για παράδειγμα στο λαιμό του πρετεντέρη, που ενσαρκώνει μια σπάνια περίπτωση ενότητας της αριστεράς, που συνήθως στοχοποιεί τους λαιμούς των διπλανών της.

Στους συλλογικούς φορείς και τα διάφορα μετωπικά σχήματα, το πρόβλημα είναι ότι μέχρι να κόψεις ένα κομμάτι για κάθε συνιστώσα, σου τελειώνει η πίτα και μένουν στην απ' έξω οι ανένταχτοι. Το φλουρί γίνεται μήλον της έριδος και μοιράζεται συνήθως εκ περιτροπής για να αποφευχθούν τα χειρότερα. Ενώ κάποιες δυνάμεις παρουσιάζονται με διπλή υπόσταση (εσωτερικές φράξιες ή την οργάνωση νεολαίας) για να πάρουν δύο κομμάτια και να ‘χουν περισσότερες πιθανότητες.
Αρχίζω να πιστεύω ότι η κατά βάθος η όκδε σκέτο αποχώρησε από την ανταρσύα –εξαιτίας των αναφορών στο σταλινικό εαμ, αν πιστέψουμε την ίδια, κυρίως όμως- επειδή δεν της έδιναν δεύτερη θέση στο ευρωψηφοδέλτιο, και δεύτερο κομμάτι από τη βασιλόπιτα.

Αυτά τα πράγματα μπορεί να φαίνονται περίεργα στους δικούς μας συντρόφους, που έχουν συνηθίσει σε πιο μονολιθικές καταστάσεις. Κι έρχονται μετά οι διάφοροι σχηματίες στη σχολή και τους ακούς να λένε οι μεν για τους δε τα χειρότερα (off th record πάντα). Κι ύστερα έρχονται οι δε -που είναι στο ίδιο σχήμα- κι επαναλαμβάνεται το σκηνικό από την ανάποδη.
Σύντροφοι είμαστε όλοι στην τρέλα.

Τα σχολίαζε μια επιρροή μας σε μια συγκέντρωση που ήμασταν κι έλεγε. Φαντάσου να ήμασταν κι εμείς έτσι.
Και να λέγαμε μεταξύ μας. Ρε τις μπιπ απ’ την ογε τι αντιπαθητικές είναι. Κι οι άλλοι οι πασιφιστές της εδυε; Γιατί, εκείνοι οι τρεϊντγιούνες του πάμε; Άσε μη μου τους θυμίζεις.

Όλα αυτά γράφονται χωρίς ιδιαίτερο σκοπό, πέραν της συνειρμικής διάθεσης. Έχοντας πλήρη επίγνωση ότι ο καπιταλισμός δε θα πέσει με την τακτική του ώριμου φρούτου, πέσε πίτα να σε φάμε. Κι ότι η έξοδος από την κρίση δεν είναι να κάνουμε το απαυτό μας παξιμάδι, για να μεγαλώσει η πίτα, και να ευελπιστούμε σε κάποια ψίχουλα παραπάνω.

Οι αστοί μετακυλύουν την κρίση τους στις πλάτες μας κι υπολογίζουν να έχουν την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο. Ή τουλάχιστον ένα σκύλο που θα πεινάει αδιαμαρτύρητα, χωρίς να ζητάει περισσότερα. Η χαμένη ταξική συνείδηση δε θα βρεθεί με θεία φώτιση και με φανουρόπιτα, αλλά μες στους λαϊκούς αγώνες. Όποιος δε μοιραστεί τον αγώνα μας, θα μοιραστεί την… πίτα μας.

Θέτω τους παραπάνω συνειρμούς στην κρίση της βάσης του μπλοκ προς έγκριση (ή απόρριψη) και εμπλουτισμό, ώστε να αναβιώσει στις πλαϊνές στήλες του μπλοκ ο θεσμός του δημοψηφίσματος.

Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2010

Το κλειδί είναι κάτω απ' το γεράνι

Που βρίσκεται λοιπόν η λύση από τα καθημερινά αδιέξοδα;
Το κλειδί είναι η μεταφυσική. Κι αυτό δε σημαίνει απαραιτήτως θεός. Παίρνουμε τη μεταφυσική από το διαλεκτικό ιδεαλισμό του χέγκελ που την είχε βάλει ανάποδα, με τα πόδια πάνω και το κεφάλι κάτω, κατεβάζουμε το θεό στη γη και τον βαφτίζουμε κατά περίπτωση: έρωτα, κόμμα κτλ. Ανάλογα ποια γήινη κατάσταση αποθεώνουμε κάθε φορά.

Γι’ αυτό κι ο πανθεϊσμός του σπινόζα ήταν στην ουσία ένα φιλοσοφικό βήμα προς τον υλισμό. Ο άνθρωπος δε μπορεί να ζήσει χωρίς κάτι να τον ενθουσιάζει. Κι αν το πάρουμε ετυμολογικά αυτό ακριβώς σημαίνει ο ενθουσιασμός. Να έχεις το θεό μέσα σου. Αντίστοιχη ετυμολογία έχουν όσοι φέρουν μέσα τους το δία κι είναι ενδιαφέροντες. Θα φανταζόσουν ποτέ τη ζωή χωρίς ενδιαφέρον;

Οι απαισιόδοξοι δικαιώνονται στα προγνωστικά αλλά αποτυγχάνουν πάντα στη ζωή. Όταν οι άλλοι μπλέκουν στις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα της διαλεκτικής, η μόνη αντιπολίτευση είμαστε εμείς που τα έχουμε όλα λυμένα (αν και εμείς είμαστε οι άλλοι). Η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταβούρλα χωρίς να κοιτάει τη δική μας μελαγχολία. Ελπίζω στην κοινωνία του μέλλοντος να ‘χει μια θέση και για εμάς τους σκεπτικιστές. Αλλιώς πρέπει να βρούμε από τώρα μια κατηγορία μεταφυσικών που να μας χωράει αξιοπρεπώς.

Το κλειδί δεν είναι η μεταφυσική. Το κλειδί είναι να μην αποδράσεις από τις αντιφάσεις της ζωής, αλλά να τις καταλάβεις και να τις πιάσεις από τα κέρατα. Το πρώτο είναι θεωρία κι αντιληπτική ικανότητα. Το δεύτερο είναι πράξη και θέλει χαρακτήρα και δύναμη ψυχής. Κι αυτό με τη σειρά του απαιτεί πίστη. Δηλ μεταφυσική και πάλι.

Όταν πιστεύεις σε κάτι, όλα γίνονται εύκολα κι ευχάριστα. Αυτό μπορεί να φανεί εύκολα σε έναν άνθρωπο που είναι ερωτευμένος. Ο έρωτας είναι συναίσθημα αντιδιαλεκτικό. Μονολιθικό κι απόλυτο. Δεν χωράει συμβιβασμούς κι αμφισβήτηση. Ούτε απιστία γιατί τότε χάνει το βασικό του χαρακτηριστικό. Τη μεταφυσική πίστη.
Υπάρχει όμως κι η έλλογη πίστη που βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα.

Το κλειδί είναι να μην ψάχνεις ένα μόνο κλειδί, σα λυδία λίθο που θα εξηγήσει τα πάντα. Η ζωή δεν είναι τόσο απλή για να χωρέσει σε μία αφαίρεση. Το πολύ να βρεις κάτι το πρωτεύον που θα καθορίζει τα υπόλοιπα μες στην αλληλεπίδρασή τους.

Το κλειδί είναι μέσα μας γιατί το κατάπιαμε. Κι άντε να το βρεις και να το βγάλεις πάλι έξω.
Το κλειδί είναι ο συμβολισμός της ερωτικής πράξης. Όπου κάτι αιχμηρό διεισδύει σε μια τρύπα και τη συμπληρώνει διαλεκτικά ανοίγοντας τον παράδεισο.
Όχι πως έχω το κλειδί του παραδείσου μα σ’ αγαπώ κι αυτό νομίζω είναι κάτι.

Το κλειδί μπορεί να μην χρειάζεται καν, γιατί δεν είναι κλειδωμένα. Αλλά διστάζουμε και δεν τολμάμε να ανοίξουμε την πόρτα. Είμαστε κλειδικά νεκροί κι έχουμε μείνει αναίσθητοι, χωρίς ευαισθησίες κι επαφή με τους γύρω μας.

Το κλειδί το ξέχασα στα γραφεία πάνω στην κερκόπορτα. Κλειδαμπαρωθήκαμε στο μικρόκοσμό μας, πίσω απ’ το τείχος του βερολίνου. Γίναμε λίγο κλειστοί γιατί η οργάνωση θέλει καλό κλείσιμο και κλειστού τύπου όργανα για να μη γίνει μπάτε σκύλοι αλέστε. Και πάσχουμε από ανοιχτοφοβία γιατί τα οικονομικά ανοίγματα μας έφεραν την περεστρόικα και τα πολιτικά το συνασπισμό και το τζανή. Και μείναμε με το στόμα ανοιχτό και την ελπίδα καλά κλεισμένη στο κουτί της πανδώρας.

Οι δυτικοί μας βρήκαν με ανοιχτά πόδια και σύνορα και μας τον φόρεσαν. Κι έκτοτε μαύρη μαυρίλα πλάκωσε. Τέλος της ιστορίας και άνοιξε πέτρα για να μπω. Άνοιξε ο ασκός του αιόλου με τους ανέμους της αλλαγής κι ήταν σα να μπαίνει η άνοιξη της πράγας, αναδρομικά θριαμβεύτρια, και να πλάκωσε βαρυχειμωνιά για τους λαούς και το παγκόσμιο κίνημα.

Υπάρχει όμως κι η διαλεκτική, όπου ένα πράγμα μετατρέπεται στο αντίθετό του κι αντιστρόφως. Εκεί που βρίσκουμε τώρα κλειστούς δρόμους θα ανοίξουμε λεωφόρους για την έφοδό μας στον ουρανό. Αλλά αν έχει κακό καιρό θα ξεκινήσουμε την έφοδο σε κλειστό χώρο. Με κλειστά μάτια ονειρεύεσαι καλύτερα κι ανοίγεις τους ορίζοντές σου. Ενώ όσοι έχουν ανοιχτά μυαλά θα τα δουν να σκορπίζουν στους πέντε ανέμους και καταλήγουν αλλοπαρμένοι.

Χωρίς την έννοια του κλειστού, το ανοιχτό χάνει κάθε αξία κι η ανοιχτή κοινωνία του πόπερ όλους τους εχθρούς της. Και μένει μόνο ο ανοιχτός μαρξισμός του χολογουέι που είναι πασπαρτού για κάθε περίσταση.

.

Ψυχή βαθιά. Σαν τη πηγάδα του μελιγαλά. Ψυχή βαθιά, μυαλό ρηχό και στοχασμός επίσης.
Δεν τα μπορώ εγώ αυτά τα βαθυστόχαστα, με τα βαριά κι ασήκωτα νοήματα. Μα [είναι] χρέος σου μονάχος να σηκωθείς και να τα σηκώσεις. Αλλιώς σκάβεις μόνος το λάκκο της αμορφωσιάς σου. Κι όσο πιο βαθύς είναι τόσο πιο δύσκολο να ανέβεις στην επιφάνεια.

Γιωργάκη, μην πας στα βαθιά παιδί μου.
Θολή παιδική ανάμνηση με άχλη χάρρυ κλυνν κι ολίγη από θηλυκό γονιό. Που φώναζε να βγω και γινόμασταν θέαμα στην παραλία. Κι εγώ γύριζα κεφάλι προς τα έξω κι έκανα ότι βγαίνω αλλά πήγαινα πίσω με ανάποδο κολύμπι. Όπως στα τρένα στους σταθμούς του οσε που βλέπεις στο παράθυρο κάτι να κινείται και χαίρεσαι ότι ξεκίνησαμε ενώ είναι οι απέναντι που πάνε προς άλλη κατεύθυνση και μας αφήνουν πίσω μπρεζνιεφικά στάσιμους.

Η ουσία είναι ότι μια ολόκληρη γενιά δε βγήκε ποτέ στα βαθιά και δεν έμαθε να κολυμπάει και να ξανοίγεται. Και μένει πάντα σε ρηχά νερά, ασορτί με τα όνειρα και τις φιλοδοξίες της.

Κι έτσι είμαστε ή του ύψους ή του βάθους. Και βασικά της επιφάνειας. Ειδικά αν είναι οικονομική. Σκεπάζει όλα τα άλλα και σε αφήνει κατά βάθος κομμουνιστή. Κατά πολύ βάθος όμως. Ούτε καν κρυπτοκομμουνιστή.

Βαθιά συγκίνηση κι εκ βαθέων εξομολογήσεις. Που καταλήγουν σε βαθιά απογοήτευση κι άμεση επιστροφή στα ρηχά πηδήματα της μιας βραδιάς και τις γνωριμίες που γίνονται φιλίες στο φέισμπουκ. Εκεί δηλ που πραγματικά μετράει, γιατί αν τους μετρήσεις στην πραγματική ζωή, τότε το ‘να χέρι χτύπαε το άλλο από τη –βαθιά- απελπισιά.

Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει. Στόχος μας είναι το βάθεμα των συνειδήσεων, το πλάτεμα της συσπείρωσης και του μετώπου, το απαύτωμα της δημοκρατίας και κάτι άλλα που έλεγε παλιά ο δρακόπουλος από το εσ. αλλά δεν τα θυμάμαι πια.

Είσαι ρηχός και δεν χωράς στο σοσιαλισμό μου.
Ενώ εμείς ούτε πλατύναμε, ούτε στενέψαμε όπως απάντησε κι η αλέκα στο σπαρίλα για τα ανοίγματα και την ενότητα. Ίδιοι μείναμε εδώ και πόσα χρόνια.
Βαθαίνουμε το προτσές κι εμβαθύνουμε -θεωρητικά- στη θεωρία. Κι είμαστε ιστορικά αισιόδοξοι, γιατί όπως λέει κι ένα ωραίο τσιτάτο, το βάθος του ουρανού είναι πάντα κόκκινο.

.

Τέλος πάντων άστα αυτά να πούμε κάτι επιδερμικό να αλαφρύνει το κλίμα. Ας πούμε για αυτά που έγιναν στην πάτρα να πιάσουμε πάτο.
Αν είναι μια φορά δύσκολο να μην πέσεις στη λούμπα της καζούρας και της κακεντρέχειας, είναι δέκα φορές πιο δύσκολο να πείσεις τους άλλους ότι δεν έχουν τέτοιο σκοπό τα σχόλια κι η σάτιρα που κάνεις.

Η κε του μπλοκ συγκέντρωσε δύο ατάκες που περιγράφουν την κατάσταση χωρίς να εκθέτει αυτούς που τις είπαν.
Η πρώτη είναι απ' το ένα έβδομο. Ευτυχώς που δεν είναι γραφειοκράτες να νοιάζονται για τις θέσεις στα δσ. Φαντάσου και να ήταν τι θα γινόταν.
Κι η δεύτερη από ένα τασάκι που δεν καλοβλέπει την ανταρσύα. Δηλαδή ήταν τόσο απλό να διαλυθεί; Έπρεπε να πλακωθούν μεταξύ τους; Αν το ξέραμε θα κανονίζαμε να πλακωθούνε πριν δυο χρόνια και θα τελείωνε η ιστορία πριν καν αρχίσει.

Ο ναρίτης στην αναμπουμπούλα χαίρεται. Αλλά όταν πλακώνονται τα βουβάλια στο βάλτο, την πληρώνουν τα βατράχια. Και δεν ξέρω γιατί, αλλά μου έχει κολλήσει ότι το σεκ είναι ο κέρμιτ της υπόθεσης και συμβολίζει το μπάγεβιτς που έχει κάνει τον κόσμο του χώρου να κόψει το γήπεδο και την ανταρσύα μέχρι να φύγει από την ομάδα. Κι υπάρχουν πάντα αυτοί που τρέφουν φρούδες ελπίδες ότι αν φιλήσουν τον σεκίτη βάτραχο αυτός θα μεταμορφωθεί σε αντικαπιταλίστα πρίγκηπα του μοράβα.

Υπάρχει κι ένας εξίσου καλτ συμβολισμός που παραλληλίζει την όλη φάση με τις καρεκλιές στο φιλικό ελλάδα-σερβία και τους καρεκλοκένταυρους που πρωταγωνίστησαν στα επεισόδια.
Η αρας έχει το ρόλο του θρασύδειλου κρίστιτς που είναι ο πιο προκλητικός απ’ όλους. Κι η αραν της πάτρας είναι σαν τους διεθνείς μας που δεν είναι ακριβώς λουλούδια για μύρισμα, αλλά δεν έφτασαν μέχρι τα άκρα.
Το σεκ είναι ο ειρηνοποιός μπουρούσης που μπήκε στη μέση να τους χωρίσει. Και το ναρ με την ανταρσύα έχουν το ρόλο της φίμπα που πρέπει να επιβάλλει ποινές, αλλά ξέρει ότι πλησιάζει το μουντομπάσκετ κι οι δημοτικές και θέλει να ξεχαστεί το θέμα και να μείνουν όλοι φίλοι.
Η εθνική αραν όμως ασκεί πιέσεις για παραδειγματική τιμωρία και μπορεί τελικά να επιβληθούν ποινές σε μεμονωμένους παίκτες κι όχι συνολικά στις οργανώσεις.

Κατόπιν τούτων αλλά και των τεκταινομένων στο συριζα καθίσταται προφανές το επίκαιρο της ερώτησης του σπαρίλα στη συνέντευξη τύπου της αλέκας στη δεθ για τις εκλογικές συμμαχίες και την ενότητα της αριστεράς.
http://www1.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=5841183

Πέραν αυτού η κε του μπλοκ έχει φάει ένα μικρό σκάλωμα με την τόσο συχνή χρήση της λέξης συμμορία για την αρας και προτείνει την εισαγωγή του νεολογισμού αλτουσεριανο-συμμορίτης ή –για λόγους συντομίας, ευφωνίας κι ακρίβειας- αρασοσυμμορίτης.

Άντε και καλό διήμερο.

Σάββατο 29 Μαΐου 2010

Ζητούνται ισορροπίες

Το ψυχογράφημά μας είναι μια ευθεία γραμμή με ζιγκ-ζαγκ που πισωγυρίζουν. Περιμένοντας τον γκοντώ, την εξομάλυνση και τον γραμμικό θάνατο. Πνίγηκε από ανυπέρβλητες αντιφάσεις, θα λέει η ιατρική διάγνωση. Διαταραγμένη κομμουνιστική προσωπικότητα με δεξιές παρεκκλίσεις κι αριστερά προσχήματα.

Σε κυριεύει σιωπηλός προβληματισμός. Και καταλήγεις διαλεκτικά στην προβληματική σιωπή.
Γιατί δε μιλάς; Γιατί δεν τους τα λες; Γιατί δε μιλάμε πια μεταξύ μας; Γιατί ανοίγουμε το στόμα μας κυριως για να πούμε μπούρδες; Γιατί εγώ να (σ)τα λέω στο πληκτρολόγιο;

Γιατί το απρόσωπο βοηθάει σήμερα στην επικοινωνία;
Τίνος πράγματος γινόμαστε κοινωνοί; Της αλλοτρίωσης, της αντικοινωνικής αποξένωσης, της εσωτερικής απελπισίας. Του σιωπηλού προβληματισμού. Μπαίνουμε οικειοθελώς στην απομόνωση μαζί με τους άλλους συγκρατούμενους.

Ξέρεις καλά πως πια δεν έχω περιθώρια. Αλλά το περιθώριο έχει πολλούς σαν κι εμένα.
Ξέρω καλά πως θα σαλτάρω αν δε με βρω. Από το κόμμα μας περνάω το παλιό. Στη λεωφόρο της κόλασης που είναι στρωμένη με καλές προθέσεις σε ζητώ. Και στη Βικτώρια. Hasta la βικτώρια siempre.

Γύρω-γύρω κόσμος εχθρικός με αγκάθια. Σα συρματόπλεγμα.
Πολύ κρύο εφέτος. Κάνει μια ψύχρα απόψε που με αρρωσταίνει. Με αρρώστιες παιδικές κι αγιάτρευτες.
Πιο κοντά, πιο κοντά, μουσκεμένο βαρίδιο βουλιάζω τους γύρω μου.

Πώς φτάσαμε σε αυτή την κατάντια; Να μιλάμε πιο άνετα από οθόνες και πληκτρολόγια; Χωρίς να έχουμε τον άλλον απέναντι, να τον κοιτάς στα μάτια, να ρουφάς τις εκφράσεις του, πώς σκέφτεται, πώς αντιδρά σε ό,τι του λες. Μάλλον δεν σε ενδιαφέρει. Σημασία έχει μόνο να του τα πεις.

Χρειαζόμαστε όμως ένα καλό άλλοθι.
Να εγώ για παράδειγμα, τα καταφέρνω καλύτερα στο γραπτό. Από κοντά εμπνέω στον άλλο να με διακόψει και να με κομπλάρει, ισως το γράφει στη φάτσα μου. Απο μακριά όμως όχι. Και να θέλει δηλ δε μπορεί να το κάνει. Γράφω ένα κατεβατό κι αν θέλει το διαβάζει.

Δε ζηλεύεις όμως αυτούς που έχουν αναπτύξει την ικανότητα να τους ακούνε οι άλλοι;
Μπα, όχι ιδιαίτερα. Λίγο μαλάκες μου φαίνονται κατά βάθος οι περισσότεροι. Ιμπεριαλιστές του λόγου και της παρέας.
Συνήθως με κύρος κοινωνικά επιβαλλόμενο.
Κάντε όλοι ησυχία να ακούσουμε τη μουσμουλιά του τάδε.
Κι ύστερα ό,τι μουσμουλιά και να έχει πει είναι εκ των πραγμάτων σημαντική, γιατί αλλιώς το μούσμουλο είσαι εσύ που κάθισες και τον άκουσες με τόση προσοχή. Οπότε νιώθεις την ανάγκη να πεις κάτι προς επίρρωσιν της αυθεντίας του.
-Όπως είπε κι ο μούσμουλος πριν...

Εγώ πιο πολύ ζηλεύω τους άλλους που μπορούν να κάθονται και να σε ακούν. Προσωπικά δεν τα καταφέρνω πάντα, παρά με πολύ κόπο και προσπάθεια.
Μπορεί βέβαια να είναι εξωτερικό, ή απλώς να φοβούνται να μιλήσουν και να εκτεθούν. Αλλά και μόνο που σου εμπνέουν να μιλήσεις και να πεις αυτά που θες είναι πολύ σημαντικό. Αυταξία από μόνο του.
Αν έχεις περάσει από έναν χώρο ή από ομοφωνίες νεκροταφείων το εκτιμάς πολύ περισσότερο.

Κι ένα ντιπ για ντιπ άσχετο υστερόγραφο για το λαος.
Τόσα χρόνια, η αμηχανία για τον χαρακτήρα του φαινόταν στην αγωνία του ρίζου να βρει λόγια να το χαρακτηρίσει. Ανάγκη να δώσουμε απαντήσεις, να το εντάξουμε σε μέτρα που καταλαβαίνουμε.
Το λαος είναι... (να εδώ λείπει ο χρωματισμός της φωνής, αλλά δε μπορεί να τα έχουμε όλα δικά μας) ...τέτοιο κι αλλιώτικο. Κόμμα φασιστικό και λαϊκίζον. Απ' αυτό κι από εκείνο. Του κνούτου και της πλουτοκρατίας.

Αλλά μετά τα τελευταία γεγονότα υπάρχει σαφές καταστάλαγμα.
Το λαος είναι το κόμμα-προβοκάτορας. Αυτό είναι, τους την είπαμε.
Καπουτσίνοι απόγονοι των γερμανοτσολιάδων που φορούσαν την κουκούλα για να καταδώσουν αγωνιστές και πατριώτες. Τότε που το πραγματικό δίλημμα ήταν: ή με τις κουκούλες ή με τους αντάρτες.
Μην κοιτάς που σήμερα τους βλέπεις στο ίδιο μπλοκ...

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010

Το δικαίωμα στην τεμπελιά

Η μεγάλη αντίφαση των κοινωνιών του δυτικού κόσμου είναι πως αναπτύσσουν στο έπακρο την παραγωγή κι αφήνουν υπανάπτυκτη τη συνείδηση. Κοινωνίες που γκρεμίζουν ιδανικά κι αξίες, κάνουν συλλογικό το βόλεμα κι ατομική την αντίσταση, όσων παλεύουν ακόμα.

Όπου η πιο πολυπληθής τάξη είναι η ανεργατική. Εκτός παραγωγής, εκτός εργασίας, ιστορικού προτσές, δε δικαιούται δια να ομιλεί, γιατί ζει φοιτητικά κι όλοι οι υπόλοιποι τη φθονούν.
Γιατί τη σήμερον η δουλειά είναι εκπόρνευση και παίρνει απ’ τους εργάτες ό,τι πολυτιμότερο έχουν. Την ικανότητά τους για δημιουργία.
Είναι να μη σε πιάνουν τ’ αναρχικά σου;

-Μα γιατί δε δίνεις βιογραφικά μπας και σε πάρουν;
-Βιογραφικό;
Έδωσα στην κνε, στο πανεπιστήμιο κι έμεινα οκτώ χρόνια. Αλλά έμεινα στο δρόμο, άνεργος και πολιτικά άστεγος. Φτάνει, δεν την ξαναπατάω πια.

-Ναι, αλλά κάπως ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΖΗΣΕΙΣ.
Για το γιο μας; Για την εκδίκηση;
-Μα εγώ είμαι καλλιτέχνης, που λέει κι ο πανούσης στο δράκουλα. Πόσα λεφτά θα μας δώσετε;

Κι εδώ έρχεται η διαλεκτική μέσου και σκοπού.
Όπου αν δεν έχεις μέσο, είσαι ένα τίποτα, ανεπρόκοπος.
Σε μια κοινωνία που φετιχοποιεί τα μέσα, βολεύεται με μέσα, διαβρώνεται από μέσα, μένει μέσα τα βράδια κι αποβλακώνεται μαζικά απ’ τα μέσα. Αρκεί να μην είναι μεταφοράς. Τι διάολο το πήραμε το καινούριο το κάμπριο;

Κι αφού λοιπόν δεν έχεις μέσο, πάει να πει πως δεν έχεις ούτε σκοπό.
Αλλά οι δικοί μας οι σκοποί είναι κόκκινοι, ερυθροφρουροί. Φυλάνε την αξιοπρέπειά μας και στήνουν τείχη αντίστασης στις αξίες του αίσχους του δυτικού κόσμου.

Κρίμα το παιδί και τα παίρνει τα γράμματα.
Ε, και; Τα παίρνει, αλλά πού να τα δώσει; Δεν έχουν ανταλλακτική αξία.
Ενώ αν έπιανε το χέρι μου… Είναι καλό να τα πιάνεις εν γένει.

Γιατί πράξη χωρίς θεωρία είναι τυφλή. Αλλά σκέτη θεωρία χωρίς πράξη τι είναι; Σκέτα μάτια που θεωρούν την πραγματικότητα αφ’ υψηλού. Eyes without a face που λέει κι ο Billy Idol. Με πολιτική μυωπία κι αστιγματισμό που κάνει θολή την προοπτική και τον τελικό στόχο.

Και τι κάνεις μωρέ μαλάκα; Θεωρητικοποιείς την τεμπελιά σου;
Όχι περισσότερο απ’ όσο οι άλλοι το βόλεμά τους.
Σαν το θείο μου το μικροαστό. Μικρός που λέει ο λόγος.
Κι αυτός τα ίδια λέει.
Πολύ αξιόλογο παιδί, αλλά έμπλεξε με τους κουκουέδες.
Και πρώτα απ’ όλα η εμφάνιση.
-Με ξέρεις εμένα, πόσο δεν τα υπολογίζω αυτά.
Αλίμονο, το δήθεν δεν ξέρω; Κάθε μέρα στη μάπα το τρώμε.
-Αλλά τώρα στη δουλειά, ξυρίζομαι δυο φορές τη μέρα, να μη μου την πουν οι πελάτες. Πιο πολύ κι απ’ όταν ήμουνα στο στρατό…
Και τι θες τώρα; Βαρέα κι ανθυγιεινά για τα χαρακωμένα σου μάγουλα;

Τελικά άλλο ήθελε. Να κόψω λέει τα μαλλιά μου. Κι είπα να κόψω τους συγγενείς.
Αλλά με εξαγόρασε το χαρτζιλίκι της θείας. Ξέρεις πόσες μέρες βγάζω με εκατό ευρώ; Εκτός κι αν τα φάω σε βιβλία στον αλφειό.

-Έτσι είναι η κοινωνία σήμερα. Δεν είναι προοδευτικό να μην ακούς τη γνώμη των άλλων.
Και τι να κάνουμε, δημοκρατικό συγκεντρωτισμό στα μαλλιά μου;

Μικροαστοί και προλετάριοι σε κοιτάνε, σε στιλ άντε κουρέψου νεαρέ.
Μαλλιαροί της εποχής μας, τέντι-μπόι αρκουδιάρηδες που νοσταλγούν τη σοβιετική αρκούδα.
Ένας αλλά λέων σαμψών και γύρω όλη η κοινωνία μια πουτάνα δαλιδά που σε εκβιάζει να κόψεις τα μαλλιά σου. Να συμμορφωθείς προς τας υποδείξεις για να βρεις είτε δουλειά, είτε σχέση.

Δεν είναι τόσο το μακρύ, αλλά το ατημέλητο. Άμα το χτένιζες λιγάκι. Και τα μούσια αν τα περιποιούσουν κάπως.
Εντάξει κι οι σαγιονάρες, αλλά να έχουν διχάλα στο δάχτυλο. Κι αμάνικα μπορείς, αλλά τρέντι, όχι τιραντάκια αλά 80’ς.

Ε, όχι κύριε, δεν ξεπουλάμε εαυτούς. Έχουμε κάποιες αρχές. Κι ας μην έχουμε τέλος (που σημαίνει σκοπός). Δεν είναι τελεολογικό το ιστορικό προτσές.

Θέλουμε όμως μια κοινωνία που θα φέρει τον κόσμο ανάποδα, με τα πόδια κάτω και το κεφάλι πάνω. Που θα ‘χει οργάνωση και κεντρικό σχεδιασμό στην παραγωγή και χύμα αναρχία στην εμφάνιση, όχι αντίστροφα. Όπως σήμερα τα ομοιόμορφα στρατιωτάκια που έχουν ελευθερία επιλογής να είναι τέτοια.

-Και νομίζεις πως έχεις ηθικό πλεονέκτημα επειδή έχεις μαλλί και μούσι;
Το ηθικό πλεονέκτημα προκύπτει απ’ την ηθική υποχρέωση να μην υποκύψεις στον εκβιασμό και την πλύση εγκεφάλου. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο.

-Που λες κεμάλ αυτή η κοινωνία ποτέ δε θ’ αλλάξει.
Μωρέ αλλάζει, όμως αλλάζουμε κι εμείς μαζί της.
Στην ουσία μας αλλάζει αυτή. Το θέμα είναι να την αλλάξουμε εμείς πριν μας αλλάξει. Ή την αλλάζουμε ή βουλιάζουμε.

Το ηθικό δίδαγμα είναι ότι το μπρεζνιεφικό απολίθωμα πρέπει να πάψει να δουλεύει την κοινωνία και να δουλέψει κανονικά.
Όποιου του περισσεύει ένα βόλεμα, ας δώσει το ένα στην κε του μπλοκ για αξιοποίηση. Κι αν έχει κι ένα τρίτο να βολέψουμε και το σπαρίλα που είναι στη γύρα κι αυτός.

Τσόντα κείμενο

Μια βόλτα στην τσιμισκή παραμονή του χρόνου που μας έστησε καρτέρι, αρκεί να νιώσεις σαν τη μύγα μες στο γάλα.
Με την έννοια ότι πνίγεσαι, όχι ότι διαφέρεις.

Τρέντι μάζες κι απολιτίκ βιτρίνες σε βρίζουν με το βλέμμα.
Κομμουνιστές πίσω στις τρύπες σας.
Κι εσύ τις αναζητάς σαν τυφλοπόντικας που βαυκαλίζεται πως σκάβει για να γκρεμίσει το σύστημα. Νοσταλγείς τα ασφαλή σκοτεινά σοκάκια, μακριά απ’ τη λάμψη της τρέντι φυλής. Ψάχνεις στους δρόμους τα (καταν)αλωμένα ιδανικά της.

Τι σκατά πρωτοπορία θα γίνεις σε έναν κόσμο που σε λυπεί, αλλά δε σε λυπάται; Πώς θα το καταφέρουμε χωρίς ιδεολογική ηγεμονία; Εδώ δεν μπορέσαμε όταν την είχαμε.

Πώς το έλεγε εκείνο το στρουμφάκι; Μου τη δίνουν οι γιορτές.
Κι οι ευχές για ό,τι επιθυμείς τη νέα χρονιά έχουν υστερόγραφο.
Ακόμα και τα όνειρα θεωρία των σταδίων έχουν.
Σοσιαλισμό μες στο 10, κομμουνισμό απ’ το 11 και βλέπουμε.

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2008

1984

Πρώτο μέρος:
Τα τρία βασικά έργα του όργουελ μας δείχνουν την εξελικτική πορεία του ανδρός και των πολιτικών του πιστέυω.

Στο πεθαίνοντας/φόρος τιμής στην καταλονία, ο όργουελ περιγράφει τις εμπειρίες του από τον ισπανικό εμφύλιο, όπου πολέμησε ως εθελοντής στο πλευρό του λαϊκού μετώπου και πιο ειδικά του POUM.
To Poum ήταν η πολιτοφυλακή που είχαν συστήσει οι τροτσκιστές/τροτσκίζοντες. Τέτοιος έγινε κι ο όργουελ μετά από όσα έζησε στο μέτωπο της αραγονίας.
Τα όσα γράφει στο βιβλίο του όμως δεν έχουν καμία σχέση με την επιθετική (ή και χυδαία) πολεμική που ασκούν εναντίον μας οι τροτσκιστές ή κι οι αναρχικοί σε αυτό το θέμα (ως ένα βαθμό δικαιολογημένα κατά τη γνώμη μου). Ούτε καν με την ταινία του κένι λόουτς "γη και ελευθερία" που βασίστηκε εν πολλοίς στο βιβλίο αυτό (μέχρι να τη δω είχα σε μεγάλη εκτίμηση τον λόουτς. Μετά κλονίστηκα).
Ο όργουελ κάνει μια αρκετά αντικειμενική περιγραφή των γεγονότων και θεωρεί τους πάντες καλοπροαίρετους. Δεν ψάχνει για ενόχους να στήσει στον τοίχο, προχωρά απλώς σε κάποιες μετριοπαθείς εκτιμήσεις εκφράζοντας περισσότερο κάποιους προβληματισμούς.

Οι βάσεις για να γίνει τροτσκιστής μπήκαν όντως στην ισπανία. Απέχει πολύ όμως από το να είναι πράκτορας. Τώρα αν για κάποιους αυτές οι ιδιότητες είναι πάνω-κάτω το ίδιο, λυπάμαι, δε μπορώ να βοηθήσω.

Δεύτερο στη σειρά βιβλίο είναι η φάρμα των ζώων.
Ίσως η πιο έξυπνη αλληγορία που έχει γραφτεί ποτέ.
Πραγματικά ιδιοφυής. Κι αυτό άσχετα από τους χυδαίους παραλληλισμούς που κάνει ο όργουελ με τη σοβιετική ένωση: από τον ανεμόμυλο της εκβιομηχάνισης -που σύμφωνα με το βιβλίο ήταν κατά βάθος ιδέα του τρότσκι που την έκλεψε ο στάλιν- μέχρι το όνομα του αγροκτήματος, το οποίο από φάρμα των ζώων ανέκτησε σταδιακά το παλιό του όνομα (ρωσία δηλ). Είναι τόσο πολλά τα σημεία που προσφέρονται για συνειρμούς που κάθε φορά ανακαλύπτεις και κάτι καινούριο που δεν είχες προσέξει πριν.

Η προπαγάνδα είναι φτηνή, αλλά σε πολύ καλό περιτύλιγμα και καταναλώνεται απνευστί (τόσο καλογραμμένη είναι). Προσωπικά συνιστώ ανεπιφύλακτα να διαβάσετε το βιβλίο.

Κάτι που δεν θα έκανα για το 1984, το τρίτο κατά σειρά βιβλίο.
Εκεί η προπαγάνδα είναι πιο ωμή κι οι έξυπνοι συνειρμοί πολύ λιγότεροι. Εκτός κι αν θεωρείται τέτοιος το ότι ο μεγάλος αδερφός έχει μουστάκι κι ότι ο βασικός αντίπαλος του καθεστώτος λέγεται γκόλντστάιν -για να παραπέμπει στο μπρονστάιν που ήταν το πραγματικό επίθετο του τρότσκι. Έχει τέτοια αγωνία ο όργουελ να καταφέρει να καταλάβουν άπαντες περί τίνος πρόκειται που καταφεύγει σε πολύ φτηνά κόλπα που θυμίζουν τη σάτιρα του μητσικώστα για τον καρατζαφέρη: το πιάσατε το υπονοούμενο έτσι;

Αν υπάρχει κάτι που να αξίζει στο βιβλίο είναι η αρκετά επίκαιρη προειδοποίηση του συγγραφέα για τον κίνδυνο να γίνει η κοινωνία μας σαν σπίτι του μπιγκ μπράδερ (που αν γίνει έτσι εγώ προτιμώ χίλιες φορές τον στάλιν από τον μικρούτσικο). Ένα αυταρχικό βασίλειο του φόβου, με κάμερες παρακολούθησης και χαφιεδισμό σε ημερήσια διάταξη. (Αν και αυτό μάλλον παρεμπιπτόντως ενδιέφερε τον όργουελ στο συγκεκριμένο έργο, που είχε άλλα... υψηλά νοήματα να δώσει).

Ακόμα μεγαλύτερη αξία όμως έχει η απαισιοδοξία του όργουελ σχετικά με τις ανθρώπινες σχέσεις οι οποίες επηρεάζονται και αλλοτριώνονται σε αυτό το πλαίσιο. Κεντρικοί του ήρωες είναι ένας άντρας και μια γυναίκα που μισούν το καθεστώς αλλά αγαπιούνται μεταξύ τους. Βρίσκουν τρόπο να ξεφύγουν από τις κάμερες και να χαρούν τον έρωτά τους αναπτύσσοντας μια ιδιαίτερη συντροφικότητα μεταξύ τους. Αλλά αυτό δεν κρατάει για πολύ. Το καθεστώς τους ανακαλύπτει, τους συλλαμβάνει, τους υποβάλλει σε βασανιστήρια και τότε ο βασικός ήρωας υποκύπτει μπροστά στον πιο μεγάλο του φόβο και προδίδει την αγαπημένη του (δεν δίνεται, αλλά υπονοείται ότι κι αυτή έκανε το ίδιο).
Όταν ξανασυναντιούνται συμπεριφέρονται σαν δυο ξένοι. Μέσα τους έχουν χρεωκοπήσει. Ο άνθρωπος φάνηκε ανίσχυρος μπροστά στους φόβους του. Το ίδιο κι η αγάπη μπροστά στην εξουσία.

Αυτό είναι και το βασικό απαισιόδοξο μήνυμα που δίνει ο όργουελ για την ανθρώπινη φύση. Όταν το πρωτοδιάβασα μου είχε φανεί μίζερο, αισχρό και ψεύτικο, καθόλου ρεαλιστικό.
Σε δεύτερη σκέψη πάλι...

Επιμύθιο: ο όργουελ πέθανε σχετικά νωρίς, πριν καν συμπληρώσει τα 50. Όπως αποδείχτηκε μετά τον θάνατό του (αν δεν κάνω λάθος από μια λίστα μισθοδοσίας του BBC όπου δούλευε) δούλευε για λογαριασμό των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Δεν γνωρίζω κάποιον αντίλογο από κάποιον υπερασπιστή του που να το αμφισβητεί αυτό.

Επομένως;
Επομένως χάπι εντ.
Ο όργουελ ήταν πληρωμένος πράκτορας. Ό,τι έγραψε ήταν κατασκευάσματα ενός ξεπλυμένου πράκτορα του ιμπεριαλισμού και δεν αξίζει τον κόπο να μας απασχολήσουν περαιτέρω.
Και ζήσαμε εμείς καλά κι οι σοβιετικοί καλύτερα...

Υγ: σχετικό με το 1984 για την κατανόηση του δεύτερου μέρους.
Οι εχθροί του καθεστώτος του μεγάλου αδερφού σβήνονταν από τα αρχεία, τα βιβλία της ιστορίας και γενικώς κάθε γραπτή πηγή που μπορούσε να δώσει πληροφορίες σχετικά (οι προφορικές πηγές δεν είχε καταστεί ακόμη εφικτό να ελεγχθούν πλήρως).
Σε αυτό το σημείο πέφτουν οι μάσκες και ξεσκεπάζεται η φτηνή προπαγάνδα του τροτσκιστή πράκτορα τζορτζ όργουελ ο οποίος ψευδώς αναφέρει το σβήσιμο ονομάτων επικηρυγμένων προσώπων από κρατικά αρχεία και ιστορικά βιβλία. Ως γνωστόν εμείς περιοριστήκαμε απλώς στο να αφαιρέσουμε τη φιγούρα του τρότσκι από μια φωτογραφία με τον λένιν κι ακολούθως τη ζωή του ίδιου του τρότσκι στο μεξικό.
Τα χαλκεία της αντισοβιετικής προπαγάνδας παραδίδονται στην χλεύη της κοινής γνώμης και του κινήματος.

Δεύτερο μέρος:
Τρίτη πρωί στην πορεία. (Εντάξει μεσημέρι).
Αποξένωση, απομόνωση, καραντίνα.
Το 1984 θριαμβεύει. Δεν υπήρξα ποτέ.
Σβησμένο το όνομά μου (και το μπλοκ) από τα αρχεία.
Σβησμένη η ύπαρξή μου από τη μνήμη των άλλων.
Σβησμένη η φιγούρα μου από το βλέμμα τους.
Νομίζεις ότι υπάρχεις; Άντε βρες έναν δεύτερο να στο επιβεβαιώσει αν μπορείς...
Δεν υπάρχω κι είμαι εδώ.

Παίζω τον πρωταγωνιστή στο τρούμαν σόου.
Ο κόσμος γύρω μου συνεννοημένος. Άτομα που δε με ξέρουν, δε με είδαν, δεν τους θυμίζω τίποτα.
Οι λιγοστοί που μου μιλάνε είναι κι αυτοί στο κόλπο. Το κάνουν βάση ρόλου. Όπως στο τρούμαν.
Αν είχα μάνατζερ θα κλείναμε και διαφημίσεις. Μπας και βγάλουμε τίποτα να ζήσουμε από αυτή την ιστορία τουλάχιστον.

Μήπως τα παραλές ρε απολίθωμα; Την έχεις ψωνίσει;
Τι νομίζεις δηλ ότι ο κόσμος περιστρέφεται γύρω από σένα;

Όχι βέβαια. Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει.
Ο κόσμος με αγνοεί, γυρίζει σα να μην υπάρχω, λειτουργεί πιο απρόσωπα από ποτέ. Κι αυτό είναι πολύ πιο ψυχοφθόρο.

Κι ο άνθρωπός σου;
Ο άνθρωπος που πίστευα δικό μου δεν υπάρχει ούτε αυτός.
Δεν υπήρξε ποτέ.
Τον πρόδωσα και με απαρνήθηκε.
Κικιρίκου γαμώ το χριστό μου. Τρις.

Δε θέλει να με βλέπει, να με χαιρετήσει, να δείξει ότι με ξέρει.
Είναι κάτι άλλο, κάτι ξένο, από αυτό που είχα γνωρίσει κι αγάπησα. Όπως κι εγώ άλλωστε.
Το σύστημα μας νίκησε. Μας τσαλάκωσε ηθικά, μας αχρήστεψε, δε νιώθουμε πια.
Ντρεπόμαστε να θυμόμαστε. Πονάμε να σκεφτόμαστε.
Ό,τι νιώσαμε είναι πλέον βαρύ φορτίο. Το πετάμε στα σκουπίδια γιατί μας εμποδίζει να συνεχίσουμε.

Κι η ζωή (η ποια;) συνεχίζεται...

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2008

Απλά μαθήματα απαισιοδοξίας

Σήμερα βαριέμαι πολύ να σκεφτώ διαλεκτικά.
Ένα άχρηστο μουσείο το κεφάλι μου. Γεμάτο σοβιετικά κειμήλια και περασμένα μεγαλεία διηγώντας τα να κλαις.
Ο κομμουνιστής σκέφτεται από τη φύση του αισιόδοξα. Εγώ λέω να αναρχίσω λίγο και να το ρίξω στη μελαγχολία.

Ο κόσμος, μου προκαλεί φόβο για το σήμερα και μου κλέβει την ελπίδα για το αύριο.
Φοβάμαι όλα αυτά που γίνονται για μένα χωρίς εμένα.
Μα πιο πολύ φοβάμαι για όλα αυτά που δεν γίνονται -αν και είναι ανάγκη να γίνουν- γιατί εμείς δεν τα κάνουμε.

Είμαστε αυτό που κάνουμε για να αλλάξουμε αυτό που είμαστε.
Βασικά δηλ τι είναι ο άνθρωπος; Ένα τίποτα...
Τι είναι ο άνθρωπος, τι είναι το ζουμί του... Στο ζουμί μας βράζουμε όλοι. Και στο ίδιο καζάνι επίσης. Βράσε ρύζι δηλαδή. Ου μην και άνθρωπο...

Η ελευθερία είναι μια ωραία γυναίκα.
Κι εμείς πλαγιάσαμε μαζί της. Ο ένας μετά τον άλλο και μετά όλοι μαζί ομαδικά. Την πηδήξαμε κανονικά. Της δώσαμε και κατάλαβε. Και μετά την εκπορνεύσαμε και την εκδώσαμε. Παίρνοντας για αντάλλαγμα ...
...
Έλα ντε;
Τι αντάλλαγμα παίρνουμε και μας πείθουν;

Έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη.
Ή κόκκινη από αίμα ή κόκκινη από θάνατο.
Μπορεί κι από ντροπή για αυτά που κάνουμε. Και για όλα αυτά που θα έπρεπε να κάνουμε και δεν κάνουμε.

Και τι κάνουμε;
Είμαστε κομμουνιστές στον ελεύθερό μας χρόνο.
Όχι στη ζωή, στη δουλειά, στις κοινωνικές μας σχέσεις.
Στον ελεύθερο χρόνο που περισσεύει.
Μόνο που μετά το πανεπιστήμιο δεν έχουμε και τόσο.
Πού καιρός για χόμπι...

Είμαστε κομμουνιστές όπως σε άλλους αρέσει το γκολφ και σε άλλους να συλλέγουν γραμματόσημα.
Γούστα είναι αυτά. Ιδιοτροπίες. Όχι στάση ζωής.
Πολλές φορές έρχονται και φεύγουν σαν αρρώστειες.
Ξυπνάς ένα πρωί κι είσαι καλά. Η θεραπεία έπιασε...

Κόβω κουπόνι, πηγαίνω φεστιβάλ, πού και πού καμιά πορεία. Καμιά πρωτομαγιά, κανά πολυτεχνείο, καμιά απεργία. Μαζεύω αγωνιστικά ένσημα, να έχω να δείξω όταν πεθάνω στον ντζερζίνσκι που φυλάει την πύλη στην παράδεισο.
Εκεί όπου ρέει άφθονο μέλι και γάλα, παραδίπλα χειρωνακτική εργασία εξισωμένη με την πνευματική κι ο καθένας αμείβεται ανάλογα με τις ανάγκες του.

Τον κόσμο εμείς θα φέρουμε στα μέτρα μας
πριν να μας φέρει εκείνος στα δικά του.
Κι από πού θα δανειστούμε αυτά τα μέτρα με τα οποία θα μάθουμε να μετράμε τον κόσμο;
Μα από τον έξω κόσμο φυσικά. Τον κόσμο όπου ερχόμαστε, μεγαλώνουμε και μαθαίνουμε να σκεφτόμαστε. Όπως μας επιβάλλει.
Αλλοτριωνόμαστε. Τα θέλω μας ψεύτικα, τα μέτρα μας αλλοιωμένα. Συνηθίζουμε τα σκατά και τα κάνουμε τρόπο σκέψης μας, τρόπο ζωής.

Πώς θα αλλάξουμε τον κόσμο αν δεν αλλάξουμε τρόπο σκέψης;
Και πώς θα αλλάξουμε τρόπο σκέψης αν δεν αλλάξει πρώτα ο κόσμος;
Α, μα είναι απλό. Είναι διαλεκτικά δεμένα.

Τελικά καλύτερα που είναι απρόσωπα τα μπλοκ.
Τι κατάλαβα δηλ που έμαθα για κάποια άτομα την πραγματική τους ταυτότητα;
Κατάφερα μόνο να βλέπω με προκατάληψη ό,τι γράφουν. Και να μην κερδίζω αυτό που έχουν να μου δώσουν. Τι στενόμυαλος ε;

Από την άλλη, μες στη στενομυαλιά μου, μπορώ κι ελέγχω αν όλα όσα λένε τα κάνουν πράξη. Αν οι ευαισθησίες τους είναι αυθεντικές. Αν τις βγάζουν εκεί που μετράει, στην πραγματική ζωή, ή τις κρατάν για το διαδίκτυο.

Για αυτό σου λέω, καλύτερα που είναι απρόσωπα τα μπλοκ.
Γιατί έτσι τους πλάθω εγώ με τη φαντασία μου καλούς όπως θα ήθελα να είναι. Κι ίσως κάνουν κι αυτοί το ίδιο με μένα.

Όταν φτάνεις βέβαια στο σημείο να λες καλύτερα που μια επικοινωνία είναι απρόσωπη, βράσε ρύζι και ανθρώπους μαζί.
Κάπου έχουμε στρίψει λάθος στη γωνία.
Και βγήκαμε σε κατήφορο με χαλασμένα φρένα.

Σκυφτός στα καφενεία, στους δρόμους σκεφτικός.
μα χτες μες στην πορεία περνούσες...
Μπα και χτες σκυθρωπός ήμουν πάλι (δεν χαλάω και την ομοιοκαταληξία).
Το ξεπέρασα το στάδιο με τις πορείες, δε με ανεβάζει πια.
Ίσως γιατί δε συμπαθώ πια αυτούς που βλέπω εκεί (αμοιβαία τα αισθήματα).
Θέλω πιο δραστικά πράγματα.

Το πραγματικό δίλημμα της εποχής μας είναι ναρκωτικά ή επανάσταση.
Ε, ναι λογικό είναι να πέφτουν όλο και πιο πολλοί στα πρώτα. Αφού δεν ζυγώνει η ρημάδα η δεύτερη.
Α, και δεν ναρκώνουν μόνο οι ουσίες.
Τόσα πράγματα γύρω μας υπνωτίζουν συνειδήσεις.
Και χρήση να μην κάνεις σε επηρεάζουν και σένα.
Όπως με το παθητικό κάπνισμα.

Δεν είναι ανέφικτος ο σοσιαλισμός. Εμείς τον κάνουμε.
Αν τον θελήσαμε ποτέ στ' αλήθεια.

Κι οι συνθήκες;
Οι συνθήκες είναι ο καθρέφτης μας.
Δεν έχουν ωριμάσει γιατί εμείς είμαστε ανώριμοι.
Βλέποντας το είδωλό μας στον καθρέφτη το περνάμε για την κοινωνία και της φορτώνουμε τα δικά μας κουσούρια.

Και ξανά προς τον βούρκο τραβά-τραβά-τραβά...
Στο μαγκανοπήγαδο της ήττας μου περνώ.
Vencerémos

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2008

Εντυπώσεις από τη ΔΕΘ

Σήμερα είχαμε το πρώτο αγωνιστικό ραντεβού στην έκθεση. Άντε να δούμε σε πόσα αγωνιστικά ραντεβού θα βγάλουμε γκόμενα την επανάσταση με αυτή την ιστορία. Προς το παρόν ούτε από το χεράκι δεν τολμάμε να την πιάσουμε. Δεν είναι ώριμες οι συνθήκες, όσο κι αν μας χαμογελάει και φωνάζει ότι είναι έτοιμη. Αλλά κάθε βράδυ στα όνειρά μας παίρνουμε εκδίκηση με φαντασιώσεις. Από ποιον άραγε; Από τον εαυτό μας και την καθημερινότητα που υπομένει στωικά χωρίς να αντιδρά.

Όταν ξεκινάμε να αφηγούμαστε προσωπικά βιώματα ο λαϊκισμός παραμονεύει στην γωνία και μαζί με το συναίσθημα στήνουν καρτέρι στην ουσία. Αλλά αν δεν ξεκινήσουμε από το προσωπικό πώς θα πάρουμε ερεθίσματα και υλικό για να γενικεύσεις; Διαλεκτικά δεμένα είναι τα πράγματα. Ας μου επιτραπεί το λοιπόν μια παρέκκλιση από τα γενικά θεωρητικά ζητήματα.

Ο ναρίτης πατέρας μου με ρώτησε -έξω από κάθε λογική- αν ήθελα να πάω στη δική τους προσυγκέντρωση. Στη δική μας προσυγκέντρωση συνάντησα έναν παλιό φίλο, κνίτης δίχως κόμμα εδώ και καιρό, που με ρώτησε -πολύ λογικά, εύλογα για την ακρίβεια- γιατί ήμουν σε εκείνη την πορεία με το παμε.
Βέβαια το ίδιο ερώτημα έπρεπε να απαντήσει κι αυτός για τον εαυτό του.
"Έτσι έμαθα" μου είπε.
Σωστά, πού να αλλάζουμε τώρα στα γεράματα. Τώρα που ΔΕΘήκαμε με αυτό το κόμμα. Η δύναμη της συνήθειας είναι μεγάλη, ο πιο επικίνδυνος αντίπαλος του σοσιαλισμού, προειδοποιεί ο Λένιν.

"Για πολύ κόσμο οι κοινωνικές συναναστροφές, οι γνωστοί, τα άτομα είναι κίνητρο για να έρθουν στην πορεία. Για μένα είναι το αντίθετο".
Αυτά μου είπε ο γιώργος κι είχε δίκιο. Δυο-τρία άτομα (βασικά παραπάνω) που είδε, του γυρνάν τα σωθικά και του θυμίζουν γιατί έφυγε.
Αλλά αυτά συμβαίναν κι από πριν, δεν είναι τωρινό προνόμιο. Το χειρότερο είναι οι άλλοι, που παλιά τους είχες συντρόφους και μοιραστήκατε σκέψεις, εμπειρίες, στιγμές απ' τη ζωή σας.
Άτομα που κάνουν πως δε με βλέπουν κι εγώ ανταποδίδω.
Κι άμα δω κανέναν φίλο, τρέμω μη με θυμηθεί
πεθαμένες καλησπέρες δε γουστάρω να μου πει

Αρχικά μου κακοφαίνεται, μετά το καλοσκέφτομαι και λέω: καλύτερα. Καλύτερα να υποκριθούν ότι δε με είδαν, όχι ότι με συμπαθούν. Ανάμεσά τους η παρέα μου την άνοιξη που μας πέρασε και η κοπέλα που μέχρι πρότινος θεωρούσα άνθρωπό μου.
Από την όβα μου τελικά με χαιρέτησε ένα άτομο. Με συγκίνησε. Να θυμηθώ την πρωτοχρονιά να της στείλω δώρο και ευχετήρια κάρτα. Ένας στους δέκα είναι καλό ποσοστό, θα μπορούσε να είναι και χειρότερα.

Μου έρχονται στο νου αυτά που περιγράφει ο μίσσιος για το πώς απομόνωναν τους τρότσκες και τους πρώην συντρόφους σε ξερονήσια και φυλακές οι υπόλοιποι πολιτικοί κρατούμενοι (ούτε σε ξερονήσια ούτε σε φυλακές, ποτέ δεν τους μιλήσαν οι κομμουνιστές). Πάλι καλά να λέω που δεν είμαστε στην παρανομία σε καμιά χούντα γιατί θα το ζούσα από πρώτο χέρι. Και δόξα τω σιάντο που έκανε τη βάρκιζα και δεν είμαστε σοβιετία γιατί θα με στέλναν εξορία στη σίβηρη παμψηφεί.
(Λες και στην ΕΣΣΔ τις εξορίες των κομμουνιστών να τις αποφάσιζαν οι κόβες τους; Η διαγραφή του τρότσκι πχ να πέρασε από την κόβα της οποίας ήταν μέλος; Και να του επετράπη να είναι παρών και να μιλήσει);
Τέλος πάντων ευτυχώς βλέπω ακόμα μερικούς παλιούς φίλους σε τέτοιες πορείες και τα λέμε. Αν και χρόνο με τον χρόνο λιγοστεύουν. Φεύγουν με σύνδεση για το αρχιπέλαγος της απογοήτευσης και της ιδιώτευσης...
Κατά τα άλλα "προχτές μες στην πορεία γυρνούσες σκυθρωπός" που παραφράζεται κι ο ποιητής...

Ξεκίνησαν οι ομιλίες. Οι ομιλητές άρχισαν με φυσικότητα κασετόφωνου να διαβάζουν όσα (τους) είχαν γράψει και ο κόσμος κλασικά να τους γράφει λέγοντας τα δικά του.
Την ομαλή μπρεζνιεφική ροή των πραγμάτων διέκοψε ο εκπρόσωπος των εργαζομένων στην ΕΥΑΘ. Αφού τόνισε την ανάγκη για κοινούς αγώνες (για να πιάσει τον παλμό του κοινού του) έκλεισε με την ευχή "ο θεός μαζί μας...".
Το δωδεκάθεο δηλ γιατί το αφήνουμε στην απ' έξω; Αφού είπαμε κοινοί αγώνες. Η δύναμή μας είναι στην ενότητα και τη μαζικότητα. Όσο περισσότεροι τόσο καλύτερα.
Θυμάμαι ότι προ πενταετίας περίπου είχαμε φέρει κι έναν παπά να μιλήσει στην έκθεση. Μπορεί να ήταν στο ΠΑΜΕ δημόσιων υπαλλήλων, δε θυμάμαι ακριβώς. Ούτε καν αυτός δεν είχε πετάξει τέτοια βόμβα. Ήξερε από πρώτο χέρι ότι ο θεός έχει ταξικά συμφέροντα που τον βάζουν στην αντίπερα όχθη από τους κομμουνιστές και το λαό.

Χωρίς πλάκα όμως αυτός ο ομιλητής ήταν με διαφορά ο πλέον συμπαθής από τους υπόλοιπους. Είπε κάτι δικό του, χωρίς να το διαβάζει εκείνη τη στιγμή, ήταν ο μόνος που διέκοψε τη νιρβάνα των ακροατών και κατάφερε να τον προσέξουν και εκπροσωπούσε ένα σωματείο που (εξ όσων γνωρίζω) για πρώτη φορά ξέκοψε από τη γσεε και ήρθε μαζί μας.
Καινούριοι είναι, θα μάθουν. Τώρα ζυμώνονται στην ταξική θεώρηση των πραγμάτων. Σε δέκα χρόνια από τώρα θα κλείνουν τον χαιρετισμό τους στα αγωνιστικά ραντεβού με φράσεις από το μανιφέστο και τραγουδώντας τη διεθνή.

Τα πνεύματα άναψαν όταν έφτασε άλλη πορεία στην πλατεία YMCA (έτσι αναγράφεται στους οδοδείκτες η αγγλική εκδοχή της χανθ) και άρχισε το καλωσόρισμα. Ανταλλάχτηκαν κάτι ιπτάμενα μπουκαλάκια νερό για να δροσίσουμε οι μεν τους δε και αντίστροφα. Το συγκεντρωμένο πλήθος το πήρε πατριωτικά το θέμα. Σε χρόνο ντε τε είχε ξυπνήσει από τη νιρβάνα του και φώναζε με ζήλο τα συνθήματα της ντουντούκας. Ήταν από τις λίγες στιγμές -αν όχι η μόνη- στην κατά τα άλλα υποτονική συγκέντρωση ρουτίνας που φωνάξαμε δυνατά και συντονισμένα. Αυτός ήταν ο σκοπός μας εξάλλου, να μας ακούσουν οι εξωκοινοβουλευτικοί και οι αναρχικοί, για να ξέρουν με ποιους έχουν να κάνουν και να πάρουν την απάντηση του κινήματος.

Την ίδια στιγμή η μικροφωνική εγκατάσταση αναζωπύρωνε τον ενθουσιασμό λέγοντας ότι δεν απαντάμε στις προκλήσεις που κάνουν πέντε προβοκάτορες.
Αυτή η τακτική είναι καινούρια, παρμένη από τα επεισόδια στο ποδόσφαιρο για τα οποία, σύμφωνα με το πάγιο δημοσιογραφικό κλισέ, φταίνε πέντε-δέκα ανεγκέφαλοι που κάνουν ζάφτι και αμαυρώνουν όλους τους υπόλοιπους.
Έτσι και σε αυτή την πορεία. Δεν τους βάζουμε όλους στο ίδιο τσουβάλι, αλλά στιγματίζουμε τους λιγοστούς προβοκάτορες που κάνουν τα επεισόδια. Οι υπόλοιποι μπορεί να είναι μπερδεμένοι, αιρετικοί, απωλολότα πρόβατα που ξεστράτισαν απ' το σωστό δρόμο (και σίγουρα δεν έχουν τον θεό με το μέρος τους, όπως εμείς με την ευαθ) αλλά είναι καλοπροαίρετοι και δεν πρέπει να τα βάζουμε μαζί τους.
Επόμενο βήμα θα είναι να ζητήσουμε από τους υγιώς σκεπτόμενους αναρχικούς και αριστεριστές να απομονώσουν πολιτικά τους προβοκάτορες και να τους παραδώσουν στην χλεύη του λαού ή ακόμα καλύτερα στην περιφρούρησή μας. Ωστόσο είναι δύσκολο να φτάσουμε τόσο σύντομα σε τόσο θεαματικά αποτελέσματα, δεδομένου ότι υπάρχει διάχυτη αμοιβαία καχυποψία και στις δυο πλευρές για συνεργασία των εχθρών με την αστυνομία. Ακριβώς όπως συμβαίνει και με τις κόντρες των οπαδών δηλαδή.

Υπάρχει και η πιο σκληροπυρηνική εκδοχή σύμφωνα με την οποία θεωρούσαμε όλη την αντίπαλη πορεία αντιδραστική στο σύνολό της, αλλά τους μειώναμε απαξιωτικά δίνοντας έμφαση στο γεγονός ότι ήμασταν περισσότεροι. Πέντε-δέκα προβοκάτορες ήταν όλοι κι όλοι, ενώ εμείς ήμασταν μιλούνια αμέτρητα.
Εν τοιαύτη περιπτώσει επόμενο βήμα είναι να δανειστούμε έτερο ποδοσφαιρικό "χάπενινγκ": όταν τους έχουμε απέναντι θα τους δείχνουμε μετρώντας ρυθμικά ως το δέκα και μετά θα φωνάζουμε "δέκα οπορτού- δέκα οπορτούνες είσαστε...".
Ευτυχώς πάντως που οι άλλοι έπαιζαν εκτός έδρας και δεν είχαν δική τους μικροφωνική εγκατάσταση για να απαντήσουν. Το ένα θα έφερνε το άλλο, η πρόκληση το ντου και τελικά θα καταλήγαμε σε ραντεβού θανάτου με κοντόξυλα στη λεωφόρο λαυρίου για ξεκαθάρισμα λογαριασμών.

Μετά το τέλος της πορείας κι ενώ διαλυόμασταν συγκροτημένα ήρθε ένας σύντροφος και με εμπιστευτικό και καλά ύφος εκμυστηρεύτηκε στην παρέα μας ότι πενήντα μπάχαλοι κατέβαιναν προς τα κάτω με σκοπό να τα σπάσουν. Οπότε να προσέχαμε για να μη μπλέξουμε.
Τώρα τι ακριβώς θα προσέχαμε δεν κατάλαβα πολύ καλά. Μαγαζί στο κέντρο δεν έχω για να στενοχωριέμαι για την βιτρίνα του κι εμείς ήμασταν ήδη πολύ πιο πάνω από το κάτω όπου πήγαιναν αυτοί.
Μια φορά τα κορίτσια της παρέας ψάρωσαν και με συμβούλεψαν να κρύψω τον οδηγητή που κουβαλούσα (ο οποίος παρεμπιπτόντως παρουσίαζει ραγδαία βελτίωση από τεύχος σε τεύχος). Που και να συναντιόμασταν και να τον έβλεπαν δηλ, τι θα γινόταν; Ας χαλαρώσουμε λίγο δεν είμαστε στα 80'ς. Δυστυχώς...

Όπως και να 'χει όμως αυτά τα συνωμοτικά χωρίς προφανή λόγο, πολύ τα γουστάρω. Βλέμματα σκοτεινά, βαριά σαν την ευθύνη που κουβαλάνε. Μιλάν από μόνα τους, συνεννοούνται με ματιές.
Αλυσίδες μες στο κατακαλόκαιρο για να δούμε πώς μυρίζει ο διπλανός όταν ιδρώνει. Προσυγκεντρώσεις τρεις ώρες πριν από την πραγματική έναρξη της πορείας και ασκήσεις ετοιμότητας. Χαμένες εργατοώρες από τη ζωή, αλλά κανείς δεν ρωτάει το λόγο, γιατί κατά βάθος, κάπου βαθιά μέσα του, τον ξέρει ήδη. Άσχετα που δεν μπορεί να τον πει.

Τέλος πάντων το ρεζουμέ ήταν πως θα ήταν φρόνιμο να κάναμε ένα μικρό γύρο από πάνω για να τους αποφύγουμε.
Εγώ μια φορά ένιωθα πολύ μεγαλύτερη ανασφάλεια με τους μπάτσους που έβλεπα σε κάθε γωνιά, παρά στη σκέψη μιας ενδεχόμενης συνάντησης με μπάχαλους.

Το ρεζουμέ από τη ΔΕΘ πάλι, είναι ότι πήραμε νταβατζιλίκι τον χώρο της YMCA, βάλαμε μία ώρα μετά από τους άλλους τη δική μας συγκέντρωση και ήμασταν σίγουροι έτσι ότι δεν θα περάσει κανείς άλλος από εκεί μπροστά. Κίνηση ματ και ωραίο κόλπο, ή κατά άλλη εκδοχή καπέλωμα χώρου. Εξαρτάται από ποια (ταξική) σκοπιά το βλέπει κανείς.
Έτσι όταν έφτασαν αναρχικοί και εξωκοινοβουλευτικοί νταβραντισμένοι για το πατροπαράδοτο σκηνικό με τα ΜΑΤ σκόνταψαν σε εμάς. Τώρα, το μπλοκ μας με τα γυναικόπαιδα και τον άμαχο πληθυσμό περιφρουρήσαμε, τον καραμανλή και την έκθεση περιφρουρήσαμε... δε μπορώ να το πω με σιγουριά.
Οι άλλοι πάντως το άχτι τους για σκηνικό το έβγαλαν λίγο παραπέρα με κάτι σπασμένες βιτρίνες και δακρυγόνα από τους έτερους νταβραντισμένους. Και το σημαντικότερο πρόλαβανε και τα δελτιά ειδήσεων των οκτώ...

Τελικά κάναμε και μια μικρή πορεία στο τέλος, μέχρι τη βενιζέλου.
Οι άλλοι όπως βαδίζουν, εμείς ανάποδα...
Μετά, έχοντας ήσυχη την επαναστατική μας συνειδηση, πήγαμε στα αγωνιστικά ουζερί κι εγώ στο σπίτι μου. Για επανάσταση, μποϋκοτάρησα το ματς της εθνικής, που ούτως ή άλλως με κάνει να βαριέμαι αφόρητα. Θα έτρωγα και δύο αγωνιστικούς γύρους απ' όλα με μπούκοβο από τον μάκη, αλλά κάνω διατροφή.

Αυτά τα ολίγα από σήμερα. Ωραία περάσαμε και φέτος. Πατροπαράδοτα.
Ανανεώνουμε το αγωνιστικό μας ραντεβού για το φεστιβάλ. Μέχρι τότε σύντροφοι, καλές ονειρώξεις με την επανάσταση...