Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εμφύλιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εμφύλιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Απριλίου 2017

Η άλλη Ελένη

Επειδή αναφέρθηκε σε μια πρόσφατη ανάρτηση κι άνοιξε μια σχετική κουβέντα, η κε του μπλοκ αντιγράφει κι αναδημοσιεύει στο κυριακάτικο ιστορικό ένθετο ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Β. Καββαθά "η άλλη Ελένη" που κατά τη γνώμη μου αποτυπώνει πιο πειστικά τα πραγματικά γεγονότα και τις αιτίες τους.

Τα αποσπάσματα προέρχονται από το κεφάλαιο του βιβλίο όπου ο συγγραφέας συνομιλεί με το Δημήτρη Γκαστή, στέλεχος του ΔΣΕ που εκτέλεσε χρέη δικαστή, και δίνει μεταξύ άλλων μερικές πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη δικαστική υπηρεσία του ΔΣΕ και τον τρόπο λειτουργία των δικαστηρίων στην ελεύθερη ορεινή Ελλάδα. Εδώ, ωστόσο, επικεντρώνουμε αυστηρά στα στοιχεία που αφορούν ειδικά τη συγκεκριμένη υπόθεση.


Ο Δημήτρης Γκαστής ήτανε στη διάθεσή μου. "Ξέρω ότι ήρθες να μιλήσουμε για την "Ελένη" του Γκατζογιάννη. Ας το πάρουμε, λοιπόν, τα πράγματα με τη σειρά. Τι γράφει για μένα;"
(Ακολουθούν τα σχετικά αποσπάσματα από την Ελένη του Γκατζογιάννη).

Γνώριζα πως ο Δημήτρης Γκαστής, ως δικαστής της Ενδέκατης Μεραρχίας του αντάρτικου στρατού στα βουνά του Γράμμου, είχε στείλει πολλούς στο εκτελεστικό απόσπασμα, αλλά αν περίμενα να μοιάζει με φονιάς, βρήκα απεναντίας μια καλόβολη φυσιογνωμία ενός χαριτωμένου αβρού παρήλικος με περιποιημένο μουστάκι, τετράγωνα κοκάλινα γυαλιά και κυματιστά γκριζωπά μαλλιά. Φορούσε σανδάλια, ιταλική φανέλα του συρμού και φαρδιά πανταλόνια. Με οδήγησε στα δροσερά άδυτα του σπιτιού του, όπου μιντέρια με μαξιλάρια τριγύριζαν τους στολισμένους με χειροτεχνήματα τοίχους. Καφές και σοκολατάκια κατέφτασαν για να τιμηθεί ο επισκέπτης.
Ενώ του εξηγούσα πως ήμουν ο Ελληνοαμερικάνος δημοσιογράφος και συγκέντρωνα το υλικό ενός βιβλίου για τον εμφύλιο πόλεμο, ο πρώην δικαστής με άκουγε προσεχτικά, ύστερα χαμογέλασε κι έγινε διαχυτικός. Περηφανευόταν για την ευρυμάθειά του και μου υπέδειξε ένα μακρύ κατάλογο βιβλίων που έπρεπε να συμβουλευτώ, αλλά τον διαβεβαίωσα πως τα είχε διαβάσει όλα. Αφού πείσθηκε πως είχα την απαιτούμενη προπαίδεια, άρχισε να μου περιγράφει τη διεξαγωγή των δικών στα ανταρτοδικεία όπου είχε προεδρεύσει. "Αφήναμε τον κατηγορούμενο να μιλήσει για ν' απολογηθεί όσο ήθελε", είπε, "και επιτρέπαμε σε όποιον επιθυμούσε να σηκωθεί και να τον υπερασπιστεί, κάτι που μήτε στα πολιτικά δικαστήρια δε γίνεται σήμερα".

(σ.σ.: παρεμβάλλω την παρένθεση αυτή για να παραθέσω τι σημειώνει ο Γκαστής σχετικά με τον Γκατζογιάννη: Εκείνος δε μου είπε τίποτα για τη δίκη της μάνας του. "Για το Αντάρτικο θα γράψω" μου είπε. Με εξαπάτησε και μένα όπως τους άλλους. Και μέσα από το ειδικό έβγαλε το γενικό (του) συμπέρασμα. Δεν είχε πει τίποτα ούτε και στον άνθρωπο που μου τον έστειλε, έναν επιθεωρητή - δάσκαλο. Γιατί ο Γκατζογιάννης χρησιμοποιούσε αυτή τη μέθοδο. Χωρίς να εξηγεί τι κάνει, πετύχαινε να τον στέλνει ο ένας στον άλλον. Εγώ, λόγου χάρη, τον έστειλα στον Καλλιανέση... Αλλά, επαναλαμβάνω, χωρίς να ξέρω τους σκοπούς του. Άμα με ρωτούσε, θα του έλεγα πώς γίνανε τα πράγματα. Πώς λειτουργούσε η Δικαιοσύνη στο βουνό. Έτσι ώστε να μη ρίχνει τα βάρη στον Λύκα που ήτανε ένας απλός εισηγητής...)

(...)

Απλά τον ρώτησα κάποια στιγμή "γιατί την εκτελέσανε..."
Σκεφτότανε ακριβώς το ίδιο πράγμα.
Μου απάντησε χωρίς περιστροφές: "Ήταν πληροφοριοδότης του εχθρού. Τα στοιχεία που έδινε ήτανε ακριβή. Μας εντοπίζανε και μας βομβαρδίζανε -χωρίς να ξεφεύγουν ρούπι από το στόχο τους. Μ' αυτές τις πληροφορίες χάθηκαν εκατοντάδες αγωνιστές. Αυτή είναι η αλήθεια. Όσο γι' αυτά που λέει, για τη θυσία της μάνας του, κλπ, είναι παραμύθια. Γεγονός είναι ένα: η μάνα του Γκατζογιάννη κάρφωνε έναν αγώνα -πρόδιδε αγωνιστές. Δεν καθότανε στ' αυγά της. Ήθελε να παίξει ενεργό ρόλο σ' έναν εμφύλιο. Από τη μια μεριά. Και πλήρωσε με τη ζωή της..."

-Αυτά που μου λέτε τα ξέρετε από πρώτο χέρι; Μπορώ, δηλαδή, να θεωρήσω ότι είναι υπεύθυνα, από έναν άνθρωπο, ο οποίος έχει άμεση γνώση των γεγονότων που διαδραματίστηκαν στο Λια τον Αύγουστο του 1948;

-Δε σας κρύβω ότι ενδιαφέρθηκα να μάθω συγκεκριμένα πράγματα, όταν διάβασα για πρώτη φορά αυτήν την ιστορία στην "Ακρόπολη". Άνθρωποι δικοί μας, της Υπηρεσίας Πληροφοριών και Επαγρύπνησης, όπως τους λέγαμε εμείς στη Μεραρχία, μου είπανε: "Την εκτελέσανε γιατί την πιάσανε επανειλημμένα να δίνει πληροφορίες..."

-Αυτό το στοιχείο θα το ήθελα πιο συγκεκριμένο -και όσο το δυνατόν πιο σαφές. Είναι κάτι που το άκουσα ως δεδομένο στο Λια -αλλά από πουθενά δεν έχει επιβεβαιωθεί.

-Έγραφε σημειώματα, και τα πήγαινε σ' ένα χωράφι, όπου έκανε δήθεν καλλιέργειες. Αυτό το κτήμα ήτανε στη γραμμή των συνόρων -εκεί δηλαδή που χωριζότανε η περιφέρεια. Στη ζώνη των πολεμικών επιχειρήσεων ανάμεσα στο Δημοκρατικό Στρατό και τον Εθνικό! Τα έβαζε κάτω από μια πέτρα... Τα παίρνανε οι αντίπαλοι, και με βάση τα στοιχεία που τους έδινε μας βομβαρδίζανε... Γρήγορα μπήκανε ψύλλοι στ' αυτιά των δικών μας, που βλέπανε ότι τους χτυπάει καίρια ο στρατός και η αεροπορία. Πώς είναι δυνατόν να ξέρουνε οι απέναντι πού είναι η Διοίκηση της Μεραρχίας; Αφού όλα ήταν καμουφλαρισμένα, καλυμμένα, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη φαίνονται... Άρχισαν να παρακολουθούν ορισμένα άτομα, να υποψιάζονται μερικούς... Ανάμεσά τους ήτανε κι η μάνα του Γκατζογιάννη... Μια απλή γυναικούλα του λαού. Ανώτερη πάσας υποψίας σε πρώτη φάση. Όμως, όπως αποδείχτηκε, είχε διασυνδέσεις. Και δεν ήταν τόσο αθώα, όσο θέλει να την παρουσιάζει ο γιος της. Κατέβαινε στα Γιάννενα, στην Παραμυθιά. Έκανε ταξίδια... Ήτανε πληροφοριοδότης. Τώρα από πού τις έπαιρνε τις πληροφορίες και πού τις πήγαινε είναι κάτι που δεν έχει ξεκαθαριστεί. Αυτό που είναι βέβαιο είναι το αποτέλεσμα που έφερνε: πολλοί πλήρωσαν με τη ζωή τους τη δράση της. Και φυσικά ήτανε από τη μεριά των δικών μας!

-Εδώ, στο βιβλίο, βγαίνει ότι ήτανε μια γυναίκα αγράμματη...
-Σας λέω πράγματα από πρώτο χέρι. Από ανθρώπους που τα ζήσανε. ήτανε εκεί. Και δεν έχουνε κανένα λόγο να μου πούνε ψέματα. Το κακό είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι πρόσφυγες. Μένουν στη Σοβιετική Ένωση. Και δεν είναι καθόλου εύκολο να τους βρει κανείς. Εμείς τα είπαμε αυτά μια εποχή που συναντηθήκαμε εδώ, στην Ελλάδα. Και ανταλλάξαμε πληροφορίες και απόψεις για την υπόθεση.
-Δηλαδή τα πράγματα, οι διαδικασίες της δίκης βασίστηκαν σ' αυτά τα στοιχεία κατά την άποψή σας.

(...)

-Αν δεν καταλάβει κανείς την ιεραρχία -το πώς, δηλαδή, λειτουργούσε το Δικαστικό Τμήμα- δε θα μπορέσει να καταλάβει ποιος είχε την ευθύνη μιας δίκης. Ο Γκατζογιάννης έδειξε ότι δεν κατάλαβε ή δεν ήθελε να καταλάβει κάτι τέτοιο. Προτιμούσε ν' αποδώσει την ευθύνη σε κάποιον ζωντανό. Και βρήκε τον Λύκα που του ολοκλήρωσε το σενάριο...

-Λέει επίσης ότι αιτία για τη θανατική καταδίκη που της επιβλήθηκε ήτανε το γεγονός ότι φυγάδευσε τα παιδιά της...

-Ξέρω, αναφέρεται στο περιβόητο "παιδομάζωμα". Είμαι σε θέση να ξέρω από πρώτο χέρι ότι εμείς, που αποτελούσαμε στελέχη του Δημοκρατικού Στρατού, βλέπαμε ότι τα σπασμένα του Εμφυλίου Πολέμου τα πλήρωναν τα παιδιά. Τα γυναικόπαιδα. Οι άμαχοι... Ο Εθνικός Στρατός -οι "μπουραντάδες" όπως τους λέγαμε τότε, γιατί τους θεωρούσαμε "παιδιά" του Μπουραντά, του διαβόητου δημιουργού των ταγμάτων ασφαλείας -χτυπούσε αδιάκριτα... Έτσι είπαμε ότι: όποιος θέλει να σώσει τα παιδιά του, να τα στείλει στις Ανατολικές χώρες. Εκεί μπορούσαμε, εκεί τα στέλναμε. Και άμα τελειώσει ο πόλεμος να τα πάρει πίσω. Και για περισσότερη σιγουριά είπαμε να τα συνοδέψουν οι μανάδες. Έτσι, εκατοντάδες γυναικόπαιδα πήρανε το δρόμο για τις λαϊκές δημοκρατίες. Φυσικά, αυτή η ενέργεια έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης, και βαφτίστηκε έτσι για να θυμίζει το παιδομάζωμα των Τούρκων, που φτιάχνανε τους γενίτσαρους, και τους στέλνανε να πολεμήσουν ενάντια στην πατρίδα τους. Σ' αυτή την περίπτωση, τα παιδιά γύρισαν πίσω επιστήμονες. Και αγαπάνε την πατρίδα περισσότερο από ορισμένους άλλους... Εμείς κάναμε πόλεμο ζωής ή θανάτου. Δεν μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι αυτά τα παιδιά θα μεγαλώσουν και θα γυρίσουν πίσω να μας βοηθήσουν(!) όπως γράφτηκε. Είχαμε ανάγκη από άντρες. Και όχι από παιδάκια. Τέλος πάντων. Ο Γκατζογιάννης χτίζει την ιστορία πάνω σ' αυτό το ρεφρέν. Μιλάει για εκδίκηση. Ξεχνάει ότι εμείς ευνοούσαμε αυτή τη φυγή. Θέλαμε να σωθούν τα παιδιά της. Και αν μας το έλεγε τότε, θα τη διευκολύναμε να τα περάσει στη μεριά που δε γινόταν πόλεμος. Αρκεί να μη μένανε στα χωριά. Να μην είναι εκεί που γίνονται οι βομβαρδισμοί. Να μην πέσουνε στα χέρια των οργάνων του Τσακαλώτου. Που δεν άφηναν τίποτα όρθιο.

-Μπορεί αυτό το βιβλίο να θεωρηθεί ντοκουμέντο -κατά την άποψή σας;
-Ντοκουμέντο για την ανατομία ενός ψέματος. Και όχι για την ανατομία ενός εγκλήματος, όπως αποκαλεί τη δίκη και καταδίκη της μάνας του. Είναι ένα κατασκεύασμα με πολλές εικόνες. Και δεν μπαίνει στην ουσία που είναι: μια γυναικούλα αποφασίζει να παίξει το ρόλο του πληροφοριοδότη. Και πληρώνει για την αποκοτιά της... Δεν την εκτελούν αμέσως μόλις διώχνει τα παιδιά της. Αλίμονο αν εκείνη την εποχή δικάζαμε και καταδικάζαμε τις μανάδες που διώχνανε τα παιδιά τους. Αλίμονο, αν κάναμε αδίκημα την πράξη που ευνοούσαμε. Τότε τί λαϊκή δημοκρατία επαγγελόμαστε. Αφού ξέραμε ότι πολλές τα στέλνανε εκτός πολεμικής ζώνης, στην Κόνιτσα, στη Μακεδονία...

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

Περί μεθόδου στην ιστορία

Πιθανότατα μόνο ο ΡΓ θα το διαβάσει και θα χαρεί, αλλά δεν πειράζει. Εξάλλου το συνέδριο της Παντείου για τον εμφύλιο είναι μεγάλο θέμα, για να εξαντληθεί τόσο σύντομα, άσε που θα υπήρχε μια αίσθηση ανικανοποίητου, χωρίς τρίτο μέρος (το Λαϊκό Στρώμα να τα ακούει) κι ένα είδος "τριλογίας".

Εν αρχή ην η μέθοδος. Που στο Χέγκελ έχει να κάνει με τη Λογική και μια σειρά κατηγορίες που την καθορίζουν: ουσία, φαινόμενο, απλούστερη σχέση. Είναι ζήτημα όμως πώς μπορείς να τις δεις και να τις εφαρμόσεις σε ένα αντικείμενο (γνωστικό-επιστημονικό) κι αν μπορείς να το κάνεις με τρόπο που θα βοηθήσει όντως να ερμηνεύσεις (και να αλλάξεις) την πραγματικότητα, ή (να το κάνεις) προσπαθώντας απλά να τη χωρέσεις με το ζόρι στο δικό σου ερμηνευτικό σχήμα, που μοιάζει με το κρεβάτι του Προκρούστη: κόβει ό,τι περισσεύει και τραβάει τα υπόλοιπα (από τα μαλλιά ενίοτε) για να έρθουν και να ταιριάξουν στα μέτρα του.

Δεν έχω ιδέα τι εφαρμογή θα μπορούσα να βρουν όλα αυτά στην Ιστορία, αλλά από κρεβάτια του Προκρούστη άλλο τίποτα. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι πολλοί ιστορικοί δρουν μάλλον σα νομικοί και δεν ενδιαφέρονται πάντα για την αλήθεια, αλλά για το δίκιο του πελάτη τους και βασικά γι' αυτό που μπορούν να αποδείξουν -που δεν ταυτίζεται, ούτε μοιάζει κατ' ανάγκη με την πραγματικότητα, όπως ακριβώς μια δικαστική απόφαση, βασισμένη σε τεκμήρια και λογικές επαγωγές, δε συμφωνεί πάντα με τα πραγματικά γεγονότα.

Παραφράζοντας ένα ρητό για τη στατιστική στον αθλητισμό (και τους οικονομικούς δείκτες που ευημερούν εις βάρος του πραγματικού βιοτικού επιπέδου) και προσαρμόζοντάς το στην περίσταση, τα γεγονότα είναι ο καλύτερος τρόπος για να πει κανείς ψέματα ή να αποκρύψει μεγάλο μέρος της αλήθειας -που είναι περίπου το ίδιο- και να την επισκιάσει, προβάλλοντας επιλεκτικά μια επιμέρους πτυχή της.

Έχουμε πχ ένα έγγραφο ή μια μαρτυρία που ισχυρίζεται ότι οι κομμουνιστές εκτέλεσαν κάποιον. Αδιαφορούμε επιδεικτικά κι εκ προθέσεως για το ιστορικό πλαίσιο (πχ αν ήταν κάποιος δωσίλογος) για την αξιοπιστία των πηγών και των μαρτυριών -αφού το βασικό είναι να μαρτυρήσει η ιστορική αλήθεια στα χέρια μας.

Παίρνουμε την ακλόνητη "αλήθεια μας",της  βάζουμε μπόλικη μαγιά για να φουσκώσει, την ανακατεύουμε καλά για δέκα λεπτά, και την γενικεύουμε στο βαθμό της απόλυτης και μοναδικής αλήθειας που αποτυπώνει το γενικό κανόνα: οι κομμουνιστές έσφαζαν το μέσο, αθώο νοικοκυραίο, που αναγκαζόταν -για να γλιτώσει από τα νύχια τους- να συνεργαστεί με τους κατακτητές και να καταταχθεί, υποχρεωτικά, στα τάγματα ασφαλείας.
Με δυο λόγια, οι κομμουνιστές ήταν οι χειρότεροι, τόσο κακοί που ανάγκασαν τόσους και τόσους να συνεργαστούν με τους ναζί, σχεδόν ενάντια στη θέλησή τους.

Ο Μαργαρίτης χαρακτηρίζει αυτή τη μέθοδο "ιμπρεσιονισμό" που στοχεύει απλώς στη δημιουργία εντυπώσεων με χοντροκομμένων παραποιήσεις -που όσο πιο χοντροκομμένες είναι, τόσο πιο εύκολα γίνονται πιστευτές. Εξάλλου η αστική τάξη δε βρίσκεται πια στην περίοδο που έχτιζε τον κόσμο, για να την ενδιαφέρει η (ιστορική και γενικότερη) αλήθεια. Με την ίδια έννοια -προσθέτω εγώ- που έχει πάρει διαζύγιο απ' το διαφωτισμό και την τυπική λογική, σε διάφορα επιστημονικά πεδία, ή έστω την αθεΐα, και στρέφεται ολοένα και περισσότερο σε ανορθολογικές μορφές συνείδησης από το κλασικό οπλοστάσιο του μεσαίωνα, που διαιωνίζουν την κυριαρχία της.

Το ζήτημα είναι πως ακόμα κι αριστεροί (γενικά κι αόριστα, έστω και χωρίς εισαγωγικά) ιστορικοί καταλήγουν να συγκλίνουν πολλές φορές με τα συμπεράσματα και τη μεθοδολογία του αναθεωρητικού κύματος στην ιστορία (μια σύγκλιση που θα μπορούσε να έχει τον τίτλο: όταν οι πολιτικοί αναθεωρητές συνάντησαν τον ιστορικό αναθεωρητισμό).

Ο τίμιος Παπαστράτης (και ψυχή των συνεδρίων) πχ γράφει στον πρόλογο του τόμου με τα πρακτικά του προηγούμενου συνεδρίου για τα Δεκεμβριανά πως τον Οκτώβρη του 44' πολύς κόσμος βγαίνει στους δρόμους να γιορτάσει την απελευθέρωση, χωρίς να γνωρίζει τι συμφώνησαν Στάλιν και Τσώρτσιλ και τις συνέπειες αυτής της συνάντησης.
Ενώ είδαμε και σε άλλη ανάρτηση πώς ο Λυμπεράτος φέρνει το ΔΣΕ στα μέτρα του, για να τον παρουσιάσει κάπως σαν το ένοπλο τμήμα της (διαρκούς) διαπραγμάτευσης.

Χαρακτηριστική είναι κι η περίπτωση του (ακόμα πιο) τίμιου Μαριόλη, που μπορεί κανείς ακόμα κι από τους τίτλους των ανακοινώσεών του να διαγνώσει το πολιτικό του στίγμα: "άλλος δρόμος δεν υπήρχε" και "η αδύνατη ταξική ανακωχή" (το πρώτο για το ΔΣΕ, το δεύτερο για τη συμμετοχή των υπουργών του ΕΑΜ στην κυβέρνηση "εθνικής ενότητας", που κυκλοφόρησε και σε ξεχωριστή μπροσούρα ως μελέτη, σε πιο εκτενή μορφή).

Έλα όμως που αυτήν την τελευταία έτυχε να την παρουσιάζει το Δεκέμβρη του 14', στα 70χρονα του Δεκέμβρη και στα πρόθυρα της "πρώτης φοράς Αριστερά", οπότε θέλησε να κρατήσει αποστάσεις από τα δικά του συμπεράσματα και την αναπόφευκτη επικαιροποίησή τους:
-Εκείνος ο δρόμος απέτυχε, αλλά οι συνθήκες σήμερα είναι διαφορετικές, δεν μπορούμε να προδικάσουμε το αποτέλεσμα, κοκ...

Κλείνω με έναν άσχετο συνειρμό, που δεν μπόρεσα να τον κολλήσω στο κυρίως σώμα της ανάρτησης και τον προσθέτω ως υστερόγραφο, για τους αξιωματικούς του ΔΣΕ, που ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή της μάχης και δεν κινούσαν μονάδες σα μολυβένια στρατιωτάκια, αλλά υφίσταντο κι οι ίδιοι τις συνέπειες κάθε απόφασής τους, θυμίζοντας ίσως -σε εμένα τουλάχιστον- κατά μία έννοια αυτό που σημειώνουν οι κλασικοί για τους βουλευτές και το νομοθετικό σώμα της κοινωνίας του μέλλοντος, που δεν αποσπάται από την παραγωγή, συνεπώς βλέπει από πρώτο χέρι τα προβλήματα που εμφανίζονται, τα μειονεκτήματα και τα πλεονεκτήματα των μέτρων που παίρνουν, κτλ.

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2016

Διαστάσεις ενός συνεδρίου για τον εμφύλιο

ή μήπως ενός "εμφυλίου" μες στο συνέδριο;

Ένας σφος έλεγε πως το συνέδριο της Παντείου είχε τόσο πυκνό και γεμάτο πρόγραμμα που κατέληγε να αδικεί τους εισηγητές που συμμετείχαν. Κι αυτό γιατί ελάχιστοι μπόρεσαν να παρευρεθούν στο σύνολο των ανακοινώσεων, κι ακόμα λιγότεροι να παραμείνουν συγκεντρωμένοι σε όλη τη διάρκειά τους. Ενώ, όταν άναβε το ενδιαφέρον στη συζήτηση, δεν υπήρχε χρόνος για εμβάθυνση, αντιπαράθεση και δεύτερο γύρο (περνούσαμε κατευθείαν στον τρίτο), οπότε κοβόταν πάνω στο καλύτερο.

Κι αν αυτό έχει βάση -που έχει- σκέψου πόσο πιο άδικη μπορεί να γίνει μια παρουσίαση-αποτίμηση του συνεδρίου, που θα προσπαθούσε να τα χωρέσει όλα σε μια ανάρτηση. Τι να πρωτοδιαλέξει, τι να πει και πού να σταθεί; Στα ευτράπελα και τις ιδιαίτερες στιγμές που ξεχώρισαν; Στα ενδιαφέροντα θέματα των ανακοινώσεων και το περιεχόμενό τους; Στην αντιπαράθεση που ξεδιπλώθηκε σε κάποιες συζητήσεις; Σε προεκτάσεις και συμπεράσματα;

Θα ρίξω λοιπόν σκόρπιες μερικές ψηφίδες, σαν βότσαλα στο γιαλό, και στην πορεία βλέπουμε τι εικόνα θα σχηματιστεί.

Ήξερες σφε αναγνώστη, πως πριν τον εμφύλιο, ο Καραμανλής ήταν στέλεχος της Σοσιαλιστικής Ένωσης και υποστήριζε τη σταδιακή κοινωνικοποίηση των επιχειρήσεων -από νεαρός σοσιαλμανής ήταν αυτός ο πολιτικός; Χώρια που αργότερα "συγκρούστηκε" με το μονοπώλιο της Power, ενώ επί των ημερών της πρωθυπουργίας του, σταμάτησαν οι εκτελέσεις κι απελευθερώθηκαν οι περισσότεροι πολιτικοί πρόσφυγες.
Είδες τι ωραία που αγιογραφείται ένας αστός ηγέτης;
Κι αν συνυπολογίσεις τη βαρηκοΐα του, μπορείς να τον φανταστείς να την "παθαίνει" όπως ο Τσε, που, σύμφωνα με το θρύλο, έγινε υπουργός Βιομηχανίας, γιατί παράκουσε σε ένα συμβούλιο και σήκωσε το χέρι του στην ερώτηση του Κάστρο "μήπως έχουμε εδώ κανέναν οικονομολόγο; (economista)", ενώ αυτός νόμιζε πως αναζητούσαν κάποιον κομμουνιστή (comunista).

Ένας άλλος αγιογράφος έκανε ανακοίνωση-εισήγηση για το Μητσοτάκη, που τη στήριξε στην αποδελτίωση του "Κήρυκα" και της "Ελευθερίας", δηλ των δύο εφημερίδων του Μητσοτάκη! Οπότε ξεσπάθωσε στη συζητηση ο Μαργαρίτης, που είπε για τη σχέση του "επίτιμου" με τη βρετανική ΜΙ6 (τη μυστική υπηρεσία), το αγγλικό του ψευδώνυμο -Τζακ, και το γλέντι του με κάποιους δήμιους στο Βάμο.

Την ίδια μέρα μιλούσε κι ο Παλούκης για το ΚΑΚΕ στον εμφύλιο. Κι ενώ ήταν ακροβολισμένοι στο αμφιθέατρο διάφοροι δικοί μας (Μαργαρίης, Σκολαρίκος, κ.ά) για να παρέμβουν εφόσον χρειαστεί, τα ομολόγησε όλα από μόνος του, στην εισήγησή του: οι συγκεκριμένοι τροτσκιστές έλεγαν αρχικά πως το ΚΚΕ σαμποτάρει το αντάρτικο (!) για να περάσουν σύντομα σε μια αναπαραγωγή της θεωρίας των σταδίων και τελικά στην απέναντι όχθη, ως αριστερό συμπλήρωμα του Πλαστήρα και της ΣΚΕΛΔ, που ήθελε το τσάκισμα της ανταρσίας.

Έτσι έμειναν "με την όρεξη" (και τα μαχαίρια ακονισμένα) οι δικοί μας, που βγήκαν μετά για διάλειμμα κι έχασαν το ΣΕΚίτη, που μίλησε για τον αστικό συνταγματισμό και τις λαϊκοδημοκρατικές (αντι)προτάσεις, που δεν ξέφευγαν από τα πλαίσια του κυρίαρχου συστήματος, ενώ θεωρούσαν ως σπέρματα της ΛΔ πχ κάποιες διατάξεις στο ιταλικό σύνταγμα και τη συγκρότηση κάποιων θεσμών (μέχρι να αποπεμφθούν από την κυβέρνηση οι κομμουνιστές). Ούτως ή άλλως τα έθεσε σχετικά ήπια, θα ήταν ενδιαφέρον όμως να ακούγαμε τον αντίλογο και τα σημεία στα οποία θα εστίαζε.

Μια άλλη εισηγήτρια μίλησε για την οικονομική στρατηγική του Ζαχαριάδη, μέσα από τους λόγους και τις ομιλίες του, κι έκανε πολύ "δυνατό ξεκίνημα" με Φουκώ -γιατί ο λόγος δεν εκφράζει μόνο την πολιτική, αλλά τη δημιουργεί κιόλας- και τον μπερξονικό αντι-πόλο (;) ό,τι κι αν είναι αυτό. Εκεί που με μπέρδεψε περισσότερο όμως ήταν με την επισήμανση της τεράστιας διαφοράς (;) μεταξύ της εθνικοποίησης και της κρατικοποίησης. Όχι επειδή η πρώτη νοείται ως κοινωνικοποίηση, αλλά γιατί η δεύτερη -αν κατάλαβα καλά- συνδέεται ή και ταυτίζεται με τα "κομματικά δίκτυα".
Στο τέλος υπήρχε μία ακόμα σουρεαλιστική αναφορά της στο "κοστολογημένο πρόγραμμα" που πρότεινε ο Ζαχαριάδης (κι έχει πρόγραμμα Θεσσαλονίκης, ζήτω, ζήτω το ΕΑΜ) και βασιζόταν στα ελληνικά αποθέματα. Αυτά όμως βρίσκονταν στην Αγγλία και πιθανότατα δε θα μας τα επέστρεφαν ποτέ (μαζί με τα Ελγίνεια μάρμαρα), όπως δείχνει η πείρα από τις άλλες ΛΔ.

Σημειώνω παρεμπιπτόντως τη θέση του Ιωαννίδη για δημιουργία ενός κόμματος της ΛΔ -που την αποδέχονταν στρατηγικά κι άλλα κόμματα εντός του ΕΑΜ- και την αναφορά του (στόχου συγκρότησης) αντάρτικου πόλεων, από την εισηγήτρια, με τον όρο "αστικό αντάρτικο" που φλέρταρε με τα όρια της προβοκάτσιας.

Η κε του μπλοκ παρακολούθησε επίσης μια αξιόλογη εισήγηση για την πολύπλευρη συνεισφορά των δασκάλων στον αγώνα του ΔΣΕ -οι οποίοι, σύμφωνα με τον Γ. Παπανδρέου, μπορούσαν να διατηρήσουν τις απόψεις τους, όχι όμως και τις θέσεις τους.

Έχασε όμως την πολύ ενδιαφέρουσα ενότητα για το παιδοφύλαγμα στις παιδουπόλεις της Φρείκης και για το "παιδομάζωμα" των ανταρτών, όπου μια σφισσα-εισηγήτρια (Πολυχρονίδου-Σακουλογέωργα), όπως μου διηγήθηκαν, έκανε τον παραλληλισμό με το σημερινό μαζικό προσφυγικό ρεύμα και την εξής ευχή: μακάρι αυτά τα προσφυγόπουλα να έχουν την αντιμετώπιση που απόλαυσαν τα παιδιά που βρέθηκαν στις Λαϊκές Δημοκρατίες.

Τα χαρτάκια της Γιάλτας (που δεν ήταν καν στη Γιάλτα) δε θα μπορούσαν να λείπουν, έστω και στο περιθώριο μιας συζήτησης, όπου βρέθηκαν να εισηγούνται στο ίδιο τραπέζι ο Λυμπεράτος και ο Μαργαρίτης -τις συγκεκριμένες προεκτάσεις αυτού του τραπεζιού θα τις δούμε πιθανότατα σε άλλη συνέχεια. Κι ο μεν πρώτος είπε πως ο Τσώρτσιλ έφυγε από τη Μόσχα με την εντύπωση πως τα είχε βρει σε όλα με το Στάλιν. Για να μας βεβαιώσει ο δεύτερος πως ο Στάλιν έμεινε στη Μόσχα με τη βεβαιότητα πως δεν είχαν βρει απολύτως τίποτα.

Αλλά το πιο ενδιαφέρον επεισόδιο έλαβε χώρα λίγο νωρίτερα, στην εισήγηση ενός θιασώτη του αναθεωρητικού ρεύματος (Καλύβας, Μαραντζίδης, κτλ) που διάλεξε ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα (τις σχέσεις του ΚΚΕ με το ΕΣΚΓ της ΓΛΔ) για να χύσει το δηλητήριό του και να κορυφώσει με την "επιστημονική εκτίμηση" πως κάποιοι από τους Έλληνες που έμειναν στη ΓΛΔ, έζησαν τη δική τους εκδοχή από τις "ζωές των άλλων".

Λογικό κι επόμενο να τα ακούσει στη συνέχεια για την ιμπρεσιονιστική "επιστημονική" του μέθοδο, τις σκοπιμότητες που υπηρετεί, κτλ. Κι η θλιβερή του απάντηση, πέρα από κάποιες πηγές των ΑΣΚΙ -αλίμονο- που πιστοποιούσαν κάποια λεγόμενά του, ήταν ότι δε θα μπει στην ουσία των ερωτημάτων κι ότι λυπάται για τους χαρακτηρισμούς (;) που δεν του είναι άγνωστοι και τους αντιπαρέρχεται. Και έκλεισε το μικρόφωνο, για να μας κρατήσει μούτρα, αφού είχε κάνει τα δικά μας κρέας με ακλόνητα επιχειρήματα.

Στην επόμενη συνεδρία ο τίμιος Παπαστράτης, που εκτελούσε χρέη συντονιστή, έκανε παρατηρήσεις προς το Μαργαρίτη, συνιστώντας ψυχραιμία κι αυτοσυγκράτηση. Κι όταν ο Μάργκαρετ είπε πως "δε σκοτώσαμε και κανέναν" ο Παπαστράτης τ' απάντησε έτσι κι είπε:
-Όχι, αλλά είσαι σε καλό δρόμο.

Δεν ξέρω αν έγινε κάτι αντίστοιχο την τελευταία μέρα, που το πρόγραμμα περιλάμβανε δύο ανακοινώσεις για τη στρατηγική του ΚΚΕ. Για το ίδιο θέμα, από τη δική μας κριτική σκοπιά, είχε μιλήσει κι ο Χ. Ραζάκος την Κυριακή, που ήταν γεμάτη από ανακοινώσεις συντρόφων. Κι αν δεν κάνω κάποια εκτενή σχετική αναφορά, είναι γιατί αρκετές από αυτές παρουσιάζονται αναλυτικά στις πρόσφατες, συλλογικές εκδόσεις του κόμματος για το ΔΣΕ.

Κλείνω τη σημερινή αναφορά με ένα ευτράπελο, χωρίς ιδιαίτερες πολιτικές προεκτάσεις -αν και στο πλαίσιο αυτής της εισήγησης μάθαμε πως η οργάνωση του ΚΚΕ στο Κιλκίς, με έντονο το ποντιακό στοιχείο (Καρσλήδες) είχε φτάσει το 31' να αριθμεί περισσότερα μέλη απ' ό,τι η Αθήνα κι ο Πειραιάς μαζί -όπου υπήρχε η διαλυτική δράση της εσωκομματικής διαπάλης και οι αρχειομαρξιστές.

Ένας εισηγητής λοιπόν αναφέρθηκε στην ανακοίνωσή του σε μερικά στοιχεία που συγκέντρωσε... "κάποιος Αθανασιάδης".
Στη συζήτηση που ακολούθησε, μια καθηγήτρια τον έψεξε για την αγενή αναφορά του σε έναν αξιόλογο ερευνητή και ιστογράφο. Ενώ ο μεθεπόμενος ομιλητής από το κοινό ξεκίνησε τη δική του παρέμβαση λέγοντας.
-Είμαι ο Αθανασιάδης...

Ναι αλλά δεν είσαι το 20ό Συνέδριο. Ου-ου-ου...

(Συνεχίζεται)

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2016

Πόσο εμφύλιος ήταν ο εμφύλιος;

Σε ένα προηγούμενο σημείωμα, είδαμε κάποια αποσπάσματα από το δίτομο βιβλίο του Μαργαρίτη με την ιστορία του εμφυλίου, που εξηγούσε πώς ο πόλεμος αυτός αντιμετωπίστηκε ως ατύχημα, μια δυσάρεστη εξέλιξη (μπανανόφλουδα συνήθιζαν να την αποκαλούν οι του "εσωτερικού") κι ιστορική παρένθεση, που μπορούσε να αποφευχθεί.

Στην τελευταία παράθεση, είδαμε πως στις περισσότερες αφηγήσεις, το κρίμα του πολέμου βαραίνει το διεθνές γεωπολιτικό παιχνίδι και τις μεγάλες δυνάμεις, που έμπλεξαν τον ελληνικό λαό σε έναν αδελφοκτόνο πόλεμο.

Το σχήμα αυτό είναι τόσο δημοφιλές κι απλοϊκό (το πρώτο δεν είναι άσχετο με το δεύτερο), που ενσωματώνεται πχ και σε μια πρόσφατη, απογοητευτική ταινία του αριστερού Βούλγαρη (το αφήνω χωρίς εισαγωγικά), το "Ψυχή βαθιά", με την περίφημη ατάκα "μα Έλληνας να ντουφεκάει Έλληνα;", που ακούστηκε πιο τραγική και κωμική συνάμα, από τα χείλη ενός παλιού μακρονησιώτη, σαν τον Βέγγο.

Μα Έλληνες να εξορίζουν Έλληνες;
Θα έλεγε κανείς, με το ίδιο σκεπτικό. Μα ναι, αφού τους θεωρούσαν ανθέλληνες, εαμοβούλγαρους (απλή συνωνυμία με το Βούλγαρη) κι έβαζαν τους πρώην συντρόφους τους, τους μεταμελημένους κι ανανήψαντες αντιστασιακούς, να τους επιτηρούν και να τους βασανίζουν.

Οι Αμερικάνοι ευθύνονταν για τις βόμβες ναπάλμ, που τις έριξαν αυτοβούλως φαίνεται, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του ελληνικού στρατού (του δικού τους στρατού, όπως τον είχε παρουσιάσει και ο Κανελλόπουλος στον Βαν Φλιτ). Ενώ οι σοβιετικοί (σύμφωνα πάντα με το σενάριο της ταινίας) πούλησαν το αντάρτικο και δεν το βοήθησαν αποφασιστικά, όπως είχαν υποσχεθεί. Που αν ήταν σε θέση να το κάνουν, βέβαια, τότε θα λέγαμε ότι είναι εξίσου ένοχοι για το ματοκύλισμα των Ελλήνων στον αδελφοκτόνο πόλεμο, κτλ. Μία ή η άλλη, φράγκα δύο, που έλεγαν κι εκείνη την εποχή.

Με βάση τα παραπάνω λοιπόν, ο εμφύλιος αντιμετωπίστηκε ως ατύχημα. Και σε ένα επόμενο γκεστάλτ (που θα έλεγε κι ο Κωνσταντάν Τζούμας στους Απαράδεκτους) αμφισβητείται τελικά κι η ταυτότητά του ως εμφυλίου πολέμου, δηλ αυτό που ήταν.
Ή μήπως δεν ήταν;

Από τη σκοπιά των "ελληνόψυχων δεξιών" και των πολιτικών τους προγόνων ήταν απλώς ένας συμμοριτοπόλεμος ενάντια σε κατσαπλιάδες, που δεν ανήκαν στις τάξεις του έθνους και δεν άξιζαν την ελληνική ιθαγένεια.
Για την Αριστερά, με την ευρεία (κι όχι πάντα καλή) έννοια, ο Μαργαρίτης γράφει πως ο όρος ήταν αντιπαθής, καθώς θεωρούσε όλη την περίοδο ως ένα λάθος διαρκείας και συνεπώς τον απέφευγε.

Μπορούμε να ξεκινήσουμε λοιπόν από τα εξής σημεία ως αφετηρία.
Ο εμφύλιος δεν ήταν λάθος, αλλά μάλλον η πιθανότερη εξέλιξη, από τη στιγμή που η εδραίωση της αστικής εξουσίας περνούσε υποχρεωτικά από το τσάκισμα της Εαμικής Αριστεράς και του ισχυρού λαϊκού κινήματος -που παρά την ισχυρή τρομοκρατία, διατηρούσε πχ την απόλυτη πλειοψηφία στα εργατικά σωματεία.
Δεν ήταν αναπόφευκτος, αλλά ένα πιθανό ενδεχόμενο, παράλληλα με άλλες δυνατότητες. Αλλά δεν ήταν ακριβώς στο χέρι μας να τον αποφύγουμε (όπως μια μπανανόφλουδα), εκτός και αν επιλέγαμε οικειοθελώς την υποταγή μας, που θα ήταν η χειρότερη δυνατή μπανανόφλουδα, που κάποιοι ήθελαν να πατήσουμε συνειδητά.
Η εκδήλωση κι εξέλιξή του ασφαλώς επηρεάζεται από το διεθνές γεωπολιτικό τοπίο, αλλά καθορίστηκε κυρίως από τις εσωτερικές αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας, την ταξική της διαστρωμάτωση, τις κοινωνικές συμμαχίες που είχαν διαμορφωθεί και την όξυνση των ανταγωνιστικών τους σχέσεωων.

Ο εμφύλιος πόλεμος είναι η κορυφαία μορφή ταξικής πάλης, μια κορυφαία ταξική σύγκρουση. Συνειδητοποιώ παρόλα αυτά πως και από τη δική μας σκοπιά, (που δεν αντιμετωπίζει ως λάθος αυτή τη σύγκρουση, αλλά την καθυστερημένη εκδήλωσή της και τους μειονεκτικούς όρους κάτω από τους οποίους τη διεξάγαμε, με καταδικαστικούς δισταγμούς κι αναβολές- αποφεύγουμε αρκετές φορές τη λέξη "εμφύλιος", προτιμώντας αντ' αυτού όρους, όπως "το δεύτερο αντάρτικο". Μια υποσυνείδητη σκοπιμότητα αυτής τη επιλογής είναι ίσως να τονίσουμε τη συνέχεια με το πρώτο αντάρτικο και την αντίσταση απέναντι στον ξένο κατακτητή, τη νέα κατοχή από τους Βρετανούς και αργότερα απ' τους Αμερικάνους και τον αποφασιστικό ρόλο που έπαιξε η ιμπεριαλιστική τους επέμβαση για την επικράτηση του "εθνικού, κυβερνητικού στρατού".

Αν υποθέσουμε πχ πως ο Δεκέμβρης του 44' ήταν το προοίμιο του εμφυλίου, ο ΕΛΑΣ πολέμησε ενάντια στο κράτος της Σκωμπίας και δεν είχε κανένα σοβαρό αντίπαλο που να μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην επικράτησή του, χωρίς τις στρατιωτικές πλάτες των Άγγλων.
Ή μήπως δεν ήταν έτσι;

Στο κεφάλαιο για τα Δεκεμβριανά, ο Μαργαρίτης σημειώνει μεταξύ άλλων (και χωρίς να αναιρεί πλήρως το παραπάνω συμπέρασμα):
-την απρόσμενη αντίσταση του αστικού κόσμου κι άλλων προνομιούχων στρωμάτων, που πολέμησαν ενεργά στο πλευρό των Άγγλων
-το μεγάλο αριθμό εθελοντών (κι όχι μόνο κατά τις τελευταίες μέρες, που θα δικαιολογούνταν εν μέρει από ένα ρεύμα που πάει πάντα με τους νικητές), που κάποιες φορές ξεπερνούσε ακόμα και τις δυνατότητες των Άγγλων, για να το εξοπλίσει.
-το σημαντικό ρόλο που έπαιξε, από την άποψη των εφεδρειών, κατά τον πόλεμο της φθοράς -σε αντίθεση με τον ΕΛΑΣ, που είχε τον κύριο όγκο των δυνάμεών του απομακρυσμένο στην Ήπειρο και δεν μπορούσε να αντέξει αυτή τη φθορά.
-και τις ελάχιστες, συγκριτικά, απώλειες των βρετανικών στρατευμάτων (σε αντίθεση δηλ με την αναλογία των ελληνικών στρατευμάτων που πολέμησαν στο πλευρό τους και με τις απώλειες του ΕΛΑΣ).

Προσωπικά έχω κάποιες επιφυλάξεις, πχ για την άνεση με την οποία πολέμησαν -σύμφωνα με το Μαργαρίτη- οι Άγγλοι (μια εκτίμηση που νομίζω ότι έρχεται σε αντίθεση με κάποια γεγονότα, όπως την εσπευσμένη άφιξη του Τσώρτσιλ, τα Χριστούγεννα, την αλληλογραφία του με τον Σκόμπι, και τον όγκο των δυνάμεων που απέσπασε από το μέτωπο της Ιταλίας). Αλλά σίγουρα πρόκειται για μια πολύ σημαντική επισήμανση, που δεν πρέπει να διαφεύγει από την οπτική μας.

Κλείνω με ένα τελευταίο σχόλιο του Μαργαρίτη, για τη συμφωνία της Βάρκιζας (που κατά την κρίση του, πάντως, δε θα μπορούσε να αλλάξει δραματικά από μια διαφορετική στάση του ΕΑΜ, που είχε να διαχειριστεί το βάρος μιας τέτοιας ήττας).

Η ειρωνεία του όλου θέματος βρίσκεται στο ότι η ηγεσία της Αριστεράς πίστευε πως θα μπορούσε να περάσει τις αρνητικές συνέπειες της συμφωνίας στηριζόμενη στο μαζικό κίνημα και τις οργανωμένες δυνάμεις της. Βασιζόταν δηλαδή σε ένα όπλο που η ίδια συμφωνία σε μεγάλο βαθμό κατέστρεψε (αφού οι μάζες έπιασαν αμέσως το πνεύμα της συμφωνίας, κι αυτό που ακολούθησε την υπογραφή της ήταν μια εντυπωσιακή συρρίκνωση των οργανωμένων δυνάμεων της Αριστεράς).

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2016

Ο εμφύλιος στο σήμερα

Η κε του μπλοκ αντιγράφει και δημοσιεύει μερικά πολύ ενδιαφέροντα αποσπάσματα από το ομώνυμο σχετικό κεφάλαιο στη δίτομη ιστορία του ελληνικού εμφυλίου που έγραψε ο Μαργαρίτης, που απαντούν στα εύκολα, αφοριστικά σχήματα για τα αίτια του πολέμου και τους παράγοντες που βάρυναν στην εξέλιξή του.


Οι ενδιάμεσες γενιές, που δεν πρόλαβαν να ζήσουν τα γεγονότα του Εμφυλίου και να συντηρήσουν από αυτόν πικρές, το συνηθέστερο, αναμνήσεις, έμαθαν να ζουν στη σκιά του (...) Αυτή η κατάσταση που ο γράφων γνώρισε και που αναμφισβήτητα επηρεάζει το έργο αυτό, δικαιολογεί και εξηγεί την αφιέρωση στην αρχή του βιβλίου. Το βιβλίο τούτο θέλει να μιλήσει για τα φαντάσματα που συνόδεψαν τα εφηβικά και νεανικά χρόνια του γράφοντα και της γενιάς του, να αποκαλύψει τα απαγορευμένα μυστικά που σφράγισαν τις τότε απόπειρες ερμηνείας του κόσμου μέσα στον οποίο ζούσαμε. Μια καθυστερημένη εκδίκηση, αν προτιμάτε, από το φράγμα της σιωπής που βρίσκαμε τότε μπροστά μας.

Αυτός ο κόσμος των φαντασμάτων ήρθε στο φως απότομα και λίγο βιαστικά. Την έξοδό του από το στερέωμα του αόριστου τη σηματοδότησαν γεγονότα πολιτικά, στηριγμένα σε ιδεολογίες, πεποιθήσεις, επιλογές και νομιμοποιητικά σχήματα της δική τους χρονικής συγκυρίας. (...) Αυτό που τότε συνέβη, όσο μπορούσαμε να το γνωρίζουμε, σύρθηκε στο κρεβάτι του Προκρούστη για να νομιμοποιήσει μεταγενέστερες θέσεις, αποφάσεις, ιδεολογίες και επιλογές. Νέα φαντάσματα προστέθηκαν στα παλιά.

Περιορίζομαι να αναφέρω μια διάχυτη αντίληψη που χρησιμοποιήθηκε πολύ στα τότε χρόνια. Το στρατόπεδο των ισχυρών, σύμφωνα με την άποψη αυτή, ήταν εκείνο της Αριστεράς, και οποιαδήποτε στιγμή, ως το 1948 τουλάχιστον, μπορούσε να φτάσει στη νίκη και το θρίαμβο ή, αντίθετα, να αποφύγει τις δύσκολες κι επικίνδυνες διαδρομές επιλέγοντας ελεύθερα και επιβάλλοντας στους πολεμίους του μια διαφορετική πολιτική. Αυτό, πάντα κατά τις διάχυτες αυτές απόψεις, δεν έγινε εξαιτίας μιας σειράς λόγων που πάντα είχαν να κάνουν με την ποιότητα της ηγεσίας του κινήματος. Σε μερικά ζητήματα αυτή φάνηκε πολιτικά -διανοητικά θα λέγαμε- υποδεέστερη των γεγονότων, σε άλλες περιπτώσεις λειτούργησε ως πειθήνιο όργανο συμφερόντων ευρύτερων, ξένων οπωσδήποτε ως προς τα συμφέροντα του εδώ κινήματος, σε άλλες δε στιγμές λειτούργησε ως περίτρομη ομάδα, αγνοώντας τις δυνάμεις του λαού και των ένοπλων ομάδων που αυτός μπορούσε, κατά βούληση, να συγκροτήσει.

Οι πολλαπλές εκδοχές των εν λόγω θέσεων εξακολουθούν να είναι κυρίαρχες και μια πρόχειρη δημοσκόπηση -σύμφωνα με τη μόδα των καιρών- που αποτόλμησα στο φοιτητικό χώρο, στο πλαίσιο της σχετικής μου ακαδημαϊκής παράδοσης και των εκδηλώσεων που τη συνόδεψαν, κατέληξε σε σταθερές, ως προς τούτο, διαπιστώσεις. Σε δείγμα τριακοσίων ατόμων που πήραν μέρος σε παράδοση και εκδηλώσεις στο Ρέθυμνο και το Ηράκλειο και στις εκατοντάδες ρωτήσεις ή παρεμβάσεις που έκαναν -το ενδιαφέρον υπήρξε πολύ μεγάλο- οι προβληματισμοί έδειξαν να επικεντρώνονται σε δύο ή τρία το πολύ ζητήματα: σε περισσότερες από τις μισές περιπτώσεις η κεντρική ιδέα ήταν γιατί ο Στάλιν "πούλησε" στους Άγγλους ή τους Αμερικανούς τους Έλληνες κομουνιστές (όπως τους Ισπανούς αντίστοιχους -τον καιρό εκείνο προβαλλόταν το κινηματογραφικό έργο "Γη και Ελευθερία" του Λόουτζ και το σχετικό ζήτημα ήταν επίκαιρο) ή έστω γιατί τους εμπόδισε να πάρουν την εξουσία ή κάτι παρόμοιο. Σε πολλές από τις υπόλοιπες η κεντρική ιδέα αναφερόταν μάλλον στους στρατιωτικούς ή πολιτικούς δισταγμούς της ηγεσίας του ΚΚΕ και επανέφερε σταθερά την περί αδιάκοπων "χαμένων ευκαιριών" φιλολογία.

Συναντούσε κανείς διάχυτη την πεποίθηση ότι το αντίπαλο της Αριστεράς στρατόπεδο βρισκόταν σταθερά, σε αποκαρδιωτική κατάσταση και ότι σε πλήθος στιγμών και συγκυριών αρκούσε μια επιθετική εναντίον του απόφαση -ένα "φύσημα" θα έλεγα- για να σκορπίσει στον άνεμο. Με λίγα λόγια, οι προβληματισμοί που ακούστηκαν στην πρόχειρή μου δημοσκόπηση ήταν πλήρως αναντίστοιχοι με εκείνους που απασχολούν τους παλιότερους ή που παρουσιάζονται αδιάκοπα στα ΜΜΕ.

Στον ακαδημαϊκό χώρο, η απόπειρά μου να αντιμετωπίσω αυτόν τον καταιγισμό σταθερών πεποιθήσεων στράφηκε, όπως ήμουν θεσμικά υποχρεωμένος, στη μεθοδολογική και θεωρητική ανάλυση του θέματος. Στην ουσία έφερα το ερώτημα αν οι πρίγκιπες, οι ηγεμόνες ορίζουν τα των ιστορικών εξελίξεων -όπως πίστευαν κατά την πριν από το Διαφωτισμό εποχή, με τη διαφορά ότι στην περίπτωση εκείνη οι ηγεμόνες ήταν θεόπνευστοι, απλά ενεργούμενα της Θείας Πρόνοιας- ή στο σημερινό επίπεδο της επιστήμης που υπηρετούμε, θα πρέπει ίσως να αναζητήσουμε πιο σύνθετους μηχανισμούς, σχέσεις, συσχετισμούς και διεργασίες που επηρεάζουν το εποικοδόμημα των πολιτικών αποφάσεων. Δε γνωρίζω πόσους έπεισα, ίσως να μην έπεισα κανένα. Ως παθών δε, δείχνω πλήρη κατανόηση για την κατάσταση: θυμάμαι τις ατελείωτες ώρες που πέρασα στα νεανικά, τα φοιτητικά μου χρόνια, να συζητώ επ' αυτών των θεμάτων, με τρόπο μαχητικό, στα όρια της σύρραξης ενίοτε, έχοντας τα ίδια εφόδια και επιχειρήματα με τους σημερινούς δημοσκοπούμενους. Αν δηλαδή ήταν καλός ή κακός ο Στάλιν, αν ο Ζαχαριάδης είχε επαφή με την πραγματικότητα, αν ο Άρης Βελουχιώτης ήταν η ενδεικνυόμενη λύση, αν ο Μάρκος περνούσε την περί του αντάρτικου θέση του και πολλά άλλα, ατέλειωτα αν και πάλι αν.

(Στη συνέχεια λέει ότι από μια άποψη νιώθει ανακουφισμένος καθώς η υπενθύμιση των νεανικών του παθών τον κάνει να μη νιώθει τελείως εκτός εποχής κι από την άλλη λέει πως ανασκαλεύοντας την ιστορία, αισθάνεται ταυτόχρονα ότι διώκει φαντάσματα, όπως οι Γκοστμπάστερς...)

(...)

Οι αδεξιότητες και η ακαταλληλότητα των σημαντικών, των ιστορικών προσώπων έχουν επίσης το μερίδιο ευθύνης τους στις διάχυτες εκτιμήσεις. Άνθρωποι επικίνδυνοι, σε θέσεις-κλειδιά, στη διάρκεια μιας εύφλεκτης και επικίνδυνης περιόδου. Από τη μια, οι παλαιοί πολιτικοί, που στην πλειοψηφία τους είχαν αναδειχθεί πριν από το 1936 και μετέφεραν μαζί τους όλα τα ελαττώματα της περιόδου. Τον κομματισμό, το πνεύμα του διχασμού, τις χωρίς όρια φιλοδοξίες που προκάλεσαν στο παρελθόν αυτό που πολλοί ερευνητές της περιόδου -κυρίως Άγγλοι και Αμερικανοί- διατυπώνουν ως "πάγια πολιτική αστάθεια" της χώρας. Από την άλλη, οι ηγέτες της Αριστεράς, που εύκολα κοσμούνται με το σύνολο των διαθέσιμων ελαττωμάτων από εχθρούς και φίλους... Αν έπαιρνε κανείς πολύ σοβαρά τις αξιολογήσεις αυτές θα κινδύνευε να εμπλακεί σε σύνθετες ιστορίες μυστηρίου, όπου άνθρωποι εντυπωσιακά άξιοι να διαβάσουν τα σημεία των καιρών, τις προσδοκίες, τα αιτήματα και τις διαθεσιμότητες κοινωνικών ομάδων δείχνουν αντίστοιχη ανικανότητα να ολοκληρώσουν το έργο τους στην πλέον εύκολη φάση του, σε εκείνη όπου οι συσχετισμού τους ευνοούν. Προφανώς ή βρισκόμαστε μπροστά στο ανεξήγητο ή, το πιθανότερο, κάτι τρέχει με τους συσχετισμούς.

Κι ένα ακόμα καίριο σημείο, για όσους αντιμετωπίζουν τον εμφύλιο ως ατύχημα

(...) Η αφετηρία προϊδέαζε για την ποιότητα της περιόδου και τον τρόπο που αξίζει να την αντιμετωπίσει κανείς. Ένα ατύχημα ήταν, ένα πισωγύρισμα, μια ανάξια για το έθνος περίοδος. Αρχίσαμε κάποτε να μιλάμε για τον Εμφύλιο, πόσο μα πόσο απαξιωτικά όμως. Στα πενήντα χρόνια που πέρασαν, έχουν δει το φως πολλές και αμφιλεγόμενες εκτιμήσεις για τις αιτίες που τον προκάλεσαν. Στον ακαδημαϊκό και το δημοσιογραφικό χώρο, στην πολιτική ή στις καθημερινές ανεπίσημες συζητήσεις των ανθρώπων έχουν ακουστεί και γραφεί πλήθος απόψεις για την τραγωδία. Το "πεπρωμένο της φυλής" και οι ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα του Έλληνα κατέχουν εξέχουσα θέση σε αυτές τις αναλύσεις. Λαός παθιασμένος και ασυγκράτητος στις παρορμήσεις του, ο των Ελλήνων λαός έπεσε, για μια ακόμη φορά στην ιστορία του, θύμα παθών και κακών συμβουλών, από εκείνες που οι εσαεί υποβλέποντες την ελληνική δόξα ξένοι αφειδώς προσφέρουν. "Χρησιμοποιήθηκαν" οι Έλληνες, από δυνάμεις σκοτεινές, ως σφάγιο και ως πείραμα στο βωμό των μεγάλων, απρόσιτων και αδιαφανών συμφερόντων που κανοναρχούν τον κόσμο. Η θέση αυτή βρίσκεται διάχυτη στα σχετικά ιστορήματα και το σχολιασμό, στις εισαγωγές περίπου όλων των δημοσιευμένων μαρτυριών, των προσωπικών βιωμάτων που αποτελούν το βασικό όγκο του διαθέσιμου για τη μελέτη του Εμφυλίου υλικού. Είναι τόσο απόλυτη αυτή η εκδοχή που μετατρέπει τις προσωπικές αφηγήσεις σε ένα είδος περιήγησης, σε περιπλάνηση μέσα σε χώρους τραγωδίας στους οποίους ο εκάστοτε γράφων κινείται ως θύμα και όχι ως ενεργός συντελεστής των γεγονότων.

Αυτή η κυρίαρχη αντίληψη βρίσκεται εξίσου στις αριστερές και τις δεξιές πηγές, στις προερχόμενες και από τις δύο πλευρές του Εμφυλίου μαρτυρίες.

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Αυγά μαύρα

Πρόκειται για μία συγκινητική ιστορία που ανασύρει μνήμες από τα γεγονότα του εμφυλίου.
Δύο αδέλφια, παιδιά ενός αντάρτη της Ρούμελης. Χωρίστηκαν στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου – ο αδερφός έμεινε με τους παππούδες τους, η αδερφή βρέθηκε σε παιδούπολη.

Σήμερα συναντιούνται προσπαθώντας να κλείσουν τα κενά που δημιουργήθηκαν, ψάχνοντας να βρουν τις μνήμες και τα συναισθήματα τους που χάθηκαν για πάντα.
Μια σπουδαία παράσταση, με έντονο δραματικό ύφος και επίκαιρα μηνύματα
.

(από το δελτίο τύπου του Δήμου Χαϊδαρίου)


Αυγά μαύρα
Η παράσταση που σκηνοθετεί ο Αντώνης Αντωνίου και πρωταγωνιστεί μαζί με τη Νατάσα Ασίκη (που υποθέτω πως δεν έχει κάποια άμεση σχέση με τη συνεπώνυμή της Βίνα).
Ο τίτλος αναφέρεται στα πένθιμα πασχαλινά αυγά που κρατούσε ως κοριτσάκι η ηρωίδα του έργου για τους γονείς της που χάθηκαν στο δεύτερο αντάρτικο. Και τα οποία τρόμαζαν τον περίγυρο της γειτονιάς, προκαλώντας την κοινωνική απομόνωση και ενοχές στην ψυχή του μικρού κοριτσιού για την ίδια της την ύπαρξη και τον πατέρα της, που...
-Ήταν σπουδαίος άνθρωπος
-Ναι αλλά δεν ήτανε πατέρας.
Και...
-Πάλεψε για όλο τον κόσμο
-Εκτός από τα παιδιά του.

Τα πρόσωπα: τα δυο αδέλφια, ο Σπύρος και η Μαρία, που μένουν ορφανά από μικρή ηλικία, χωρίζονται για κάποια χρόνια, όταν η μικρή κλείνεται σε μία από τις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης κι αυτή η τραυματική παιδική ηλικία τους αφήνει τα σημάδια της για το υπόλοιπο της ζωής τους. Αποκτούν ψυχολογικά, κλείνονται στον εαυτό τους, γιατί κανείς άλλος δε θα μπορούσε να καταλάβει αυτό που πέρασαν, ψάχνουν συμβατικές λύσεις-συντρόφους, για να αποκτήσουν μια "κανονική ζωή". Η Μαρία ειδικά αναπτύσσει ένα φοβικό σύνδρομο εγκατάλειψης και της λείπουν οι βασικές πληροφορίες για τα χρόνια που ήταν μωρό και κρύβονταν σε μια σπηλιά, τα πρώτα της βιώματα, τα παιχνίδια της, τα βήματά της, γιατί αυτοί που τα έζησαν -εκτός από τον αδερφό της- δε βρίσκονται πια στη ζωή.

Το κείμενο-ο συγγραφέας: οι περισσότεροι μπορεί να τον γνωρίζουν από το (συναρπαστικά βαρετό κατά τη γνώμη μου) βιβλίο του για το Βελουχιώτη (Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων), ή από το γάμο του με τη Μαλβίνα, ή από μια σχετικά πρόσφατη παρουσία του στη ραδιοφωνική Ελληνοφρένεια, και να αγνοούν έτσι το συγγραφικό του ταλέντο. Πρόκειται για το Διονύση Χαριτόπουλο, που έχει γράψει ένα πολύ καλό, ισορροπημένο κείμενο, που καθηλώνει το κοινό. Ο Χαριτόπουλος κατάφερε να υποτάξει τις (δικές του πιθανότατα) όποιες ενστάσεις σε μια στρατευμένη οπτική γωνία, που δεν έρχεται όμως έτοιμη, μασημένη στο πιάτο του θεατή και σέβεται τα βιώματα της αντίπερα όχθης, με τα οποία συνδιαλέγεται. Καταφέρνει δηλ να πάρει θέση, που δεν είναι αβασάνιστη ούτε αγνοεί τους λόγους και τα επιχειρήματα του αντιπάλου.

Ενώ παράλληλα θίγει σε δεύτερο πλάνο μια σειρά παράπλευρα ζητήματα, όπως τον προβληματισμό αν ο αγωνιστής που αφοσιώνεται στην επανάσταση δικαιούται να φτιάξει οικογένεια ή οφείλει να αποφύγει τον επιμερισμό της ευθύνης, των θυσιών και των στερήσεων της δικής του στάσης, στους δικούς του, τα αγαπημένα του πρόσωπα.

Ο διοργανωτής: ήταν ο δήμος Χαϊδαρίου, που φιλοξένησε την παράσταση στην αίθουσα εκδηλώσεων του δημαρχείου και θα συνεχίσει με αντίστοιχες πολιτιστικές πρωτοβουλίες και το επόμενο διάστημα. Σε δυο βδομάδες, θα ανέβει στον ίδιο χώρο η παράσταση "πού είναι η μάνα σου μωρή", με τη διασκευή της Σοφίας Αδαμίδου στο βιωματικό βιβλίο της Δήμητρας Πέτρουλα. Ενώ ο Αντωνίου δεσμεύτηκε να ανεβάσει το έργο και το καλοκαίρι, στο δημοτικό ανοιχτό θέατρο, για τον (πάρα πολύ) κόσμο που έμεινε απέξω και δεν μπόρεσε να το παρακολουθήσει).

Είναι ενδεικτικό ότι ο Σελέκος απορροφήθηκε τόσο πολύ από το έργο, που αφαιρέθηκε και συνέχισε προς στιγμήν να αποκαλεί Σπύρο τον Αντώνη Αντωνίου μετά την παράσταση. Κι αφού ευχαρίστησε από καρδιάς τους ηθοποιούς για την κατάθεση ψυχής που έκαναν επί σκηνής και το μοναδικό ρεπό τους που θυσίασαν για να έρθουν στο Χαϊδάρι, ξεχώρισε ένα σημείο του έργου, που έλεγε πως δεν πρέπει να κρίνουμε κάποιον από τη σημερινή εικόνα του και αυτά που φαίνονται προς τα έξω, γιατί δεν μπορούμε να ξέρουμε την προσωπική ιστορία που κουβαλά -ούτε προφανώς τις δυνάμεις και τις δυνατότητες που κρύβει μέσα του, προσθέτω εγώ.

Η προσέλευση
Με μία λέξη: κοσμοσυρροή. Πρέπει να χώρεσαν καμιά 300αριά θεατές σε μια αίθουσα συνολικής χωρητικότητας 200 ατόμων, και να έμειναν άλλοι τόσοι απέξω (που πείστηκαν με δυσκολία να μη θορυβούν στο αίθριο, όταν ξεκίνησε η παράσταση, και να... διαλυθούν ησύχως). Κάτι που δείχνει τη δίψα του κόσμου για καλό, ποιοτικό θέατρο, που συνήθως κοστίζει πολύ για τη μέση, λαϊκή τσέπη. Αλλά να έρθετε παιδιά και την Πέμπτη, στην αντιπολεμική παράσταση διαμαρτυρίας στο υπουργείο Άμυνας, όπου καλεί ο δήμος, κι εκεί δωρεάν είναι.

Κι όσο φυσιολογικό είναι να υπάρξει ένας μικρός χαμός από το συνωστισμό, που δε βοηθά πάντα τους ηθοποιούς, η χημεία που ανέπτυξαν με το κοινό, η συναισθηματική φόρτιση και η ενέργεια που συσσωρεύτηκε ήταν τέτοια, που ξέσπασαν στο τέλος σε μια θύελλα χειροκροτημάτων και μια άκρως συγκινητική αποθέωση. Μια συγκίνηση που ήταν φανερή και στον ίδιο τον Αντωνίου, καθώς ένας από τους λόγους που ήθελε να ανεβάσει εκεί αυτήν την παράσταση (όπως εξομολογήθηκε στο κοινό) ήταν πως ο πατέρας του επί κατοχής ήταν έγκλειστος στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Ενώ λίγο μετά γονάτισε, σχεδόν ευλαβικά, για να ακούσει τι του έλεγε από κάτω μια γιαγιά-βετεράνος, που έζησε πιθανότατα από πρώτο χέρι την εποχή και τα γεγονότα στα οποία αναφερόταν το έργο.

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

Ανατομία ενός χυλού

Που τον έχουμε φάει με το κουτάλι τα τελευταία χρόνια κι απλώς τον βλέπουμε να αλλάζει σχήματα, ανάλογα με το δοχείο της εποχής, και χρώματα, καθώς ξινίζει.

Κι ένα απ’ τα πιο εντυπωσιακά χαρακτηριστικά του, ως προς το σοσιαλιστικό όραμα και τον τρόπο που το αντιλαμβάνεται σε συνάρτηση με την πείρα των επαναστάσεων του 20ού αιώνα, το συμπυκνώνει η λαϊκή θυμοσοφία στη φράση «ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στο αλεύρι». Το σοβιετικό εγχείρημα, ως το κορυφαίο και το πιο ανιπροσωπευτικό του είδους του, δε θεωρείται σοσιαλιστικό, ως προς την κοινωνική του φύση, γιατί, παρά την εξουσία του ΚΚ ως πολιτικής πρωτοπορίας της εργατική τάξης, τον κεντρικό σχεδιασμό στην παραγωγή και την εξάλειψη της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, δεν κατάργησε τη γραφειοκρατία, τις τάξεις, δεν προχώρησε στην απονέκρωση του κράτους και την υπέρβαση μιας σειράς αντιθέσεων (πόλης-υπαίθρου, πνευματικής-χειρωνακτικής εργασίας, κτλ). Με άλλα λόγια, ο υπαρκτός σοσιαλισμός θεωρείται ανύπαρκτος και μπαίνει συνήθως εντός εισαγωγικών στις «αναλύσεις» τους (κρατάμε κι εμείς το δικαίωμα για τη χρήση τους εκεί που θεωρούμε ότι ταιριάζουν), γιατί στην πραγματικότητα δεν ήταν (και δε θα μπορούσε να είναι) ένας μικρός κομμουνισμός, που είναι ζήτημα, παρεμπιπτόντως, σε τι θα διέφερε από την ώριμη κομμουνιστική κοινωνία.

Την ίδια στιγμή, οι ίδιες δυνάμεις είναι πρόθυμες να χαιρετίσουν ως δυνάμει επαναστατικές και προωθητικές της σοσιαλιστικής υπόθεσης (αν όχι ήδη σοσιαλιστικές αυτές καθαυτές), αστικές κυβερνήσεις με ριζοσπαστικό προσανατολισμό (εντός ή εκτός εισαγωγικών, αλλά συνήθως εντός), αυτοδιαχειριστικά εγχειρήματα στο έδαφος του καπιταλισμού, κεϊνσιανές μεταρρυθμίσεις όπως οι εθνικοποιήσεις, κοκ.
Κατά συνέπεια, ο σοσιαλισμός οφείλει να είναι ένας μικρός κομμουνισμός, χωρίς κράτος, τάξεις, ανταγωνιστικές αντιθέσεις και όλα τα σημάδια της παλιάς κοινωνίας, αλλά συνάμα είναι καραμπινάτος καπιταλισμός, ένα άθροισμα αστικοδημοκρατικών στόχων πάλης και αιτημάτων, μια διευρυμένη εκδοχή των ελευθεριών της αστικής δημοκρατίας, το βάθεμα και η εξάπλωσή τους· μπορούμε να τον βρούμε εδώ και τώρα σε κάτι μικρό και επιμέρους, που δεν αλλάζει στο παραμικρό το γενικό σύνολο.

Με άλλα λόγια, τα ενδιάμεσα, μεταβατικά διαστήματα στον καπιταλισμό παρουσιάζονται σαν ορεκτικά (και κάτι παραπάνω) του σοσιαλισμού, που με τη σειρά του είναι ένα πλήρες γεύμα, το κυρίως μενού στο τραπέζι του κομμουνισμού, αφήνοντας μόνο το επιδόρπιο της απονέκρωσης, σαν κερασάκι στην τούρτα. Έλα όμως που την ίδια στιγμή, παρουσιάζεται ο σύγχρονος ελληνικός καπιταλισμός πχ συνήθως σαν εξαρτημένος, καθυστερημένος, σαν κάποια ιδιαιτερότητα ή στρέβλωση του γενικού, καπιταλιστικού κανόνα και βασικά ως μια μικρή φεουδαρχία, με πολλά μεσαιωνικά κατάλοιπα. Και κάπου εκεί εγκαταλείπεις κάθε προσπάθεια να βρεις κάποιο συνεκτικό νήμα στη σκέψη τους και να προσπαθείς σοβαρά να την παρακολουθήσεις.

Αλλά ας δούμε κάτι λιγότερο βαρύ και θεωρητικό.
Μετά από τη «χρήσιμη Αριστερά» (ως σύνθημα και πράξη) της Κοε, την «Αριστερά της ευθύνης» του κυρ-Φώτη που ενώθηκε με την Πασοκική (κεντρο)Αριστερά (μα είναι να γελάει κανείς, που θα έλεγε κι ο τελευταίος καλός Πασόκος, Συρίγος), την (πρώτη φορά) μνημονιακή Αριστερά του Σύριζα, την αθώα Αριστερά του Λαφαζάνη και την Αριστερά της Αριστεράς, που πήγε να κλείσει το χάσμα με τη Δεξιά Αριστερά και να συγκροτήσουν την Παναριστερά, μπλέξαν οι γραμμές τους με τα μπούτια τους, δεξιά κι αριστερά, και έχουνε χάσει τον μπούσουλα, με τόσες άχρηστες γεωγραφικές έννοιες.

Το ωραίο της υπόθεσης είναι πως μόλις δυο μήνες πριν, κάποιοι φοβούνταν την οξυμένη πόλωση εν όψει δημοψηφίσματος και μιλούσαν για τον κίνδυνο εμφυλίου πολέμου! Προς το παρόν βέβαια, τα στρατόπεδα που θα συγκρούονταν, ντεμέκ, στον εμφύλιο, ψηφίζουν από κοινού το μνημόνιο, τις προϋποθέσεις του και τα εφαρμοστικά του μέτρα, κυνηγώντας με το ψαροντούφεκο να βρουν καμιά δευτερεύουσα διαφορά μεταξύ τους, να την κάνουν παντιέρα εν όψει των εκλογών, για να δικαιολογήσουν κάπως την αυτόνομή τους κάθοδο.

Κι άντε, σου λέω εγώ, κατεβαίναμε σε εμφύλιο, ανεβαίνοντας στα βουνά. Και πετυχαίνεις μπροστά σου τη Ραχήλ στα γουναράδικα, να διαλέγει γούνα, για να αντιμετωπίσει το κρύο, αλλά κοντομάνικη, για να φαίνεται και το τατουάζ στο χέρι, πως είναι ελληνίδα αριστερή με περικεφαλαία. Τη σταματάς, τη ρωτάς «αλτ, τις ει;» και τι σου απαντάει; Με εμάς ή με τους άλλους; Δεξιά ή αριστερή; Ή μήπως θα απαντήσει με κάποιο τσιτάτο των κλασικών; Και τι ακριβώς την κάνεις; Την εμπιστεύεσαι; Εγώ πάντως μπορεί να της έριχνα προληπτικά και καμία, για να είμαι σίγουρος. Αλλά μη βιαστείς να με πεις ‘μοβόρο, σταλινικό. Εντάξει, αν ήμουνα Λούκι Λουκ ή έστω πασιφιστής μοναχικός καβαλάρης σαν τον Λουκίδη (που ήταν ψευδώνυμο του Κύρκου), θα έριχνα στο πιστόλι της, για να το αχρηστέψω και έτσι θα την αφόπλιζα. Βάρκιζα τέλος, θα μου απαντούσε. Και τότε θα της έριχνα μια στο πόδι, για να μην μπορεί να ξεφύγει, και να περπατά στηριζόμενη σε δεκανίκια (του συστήματος).

Όταν ακούς λοιπόν τον Τσίπρα να αναρωτιέται «πόσο αριστερό θα ήταν να μην παίρναμε το δάνειο και να αφήναμε χωρίς χρήματα μισθωτούς και συνταξιούχους;», υπονοώντας ότι αριστερά είναι να ψηφίζεις μνημόνια, είναι φανερό πως οι λέξεις χάνουν το νόημά τους και χρειάζονται επαναπροσδιορισμό. Ας το πούμε λοιπόν άλλη μια φορά.

Αριστερά ήταν οι κομμουνιστές στην παρανομία, που δεν μπορούσαν να συστηθούν και να δράσουν με το όνομά τους. Αριστερά στη μεταπολίτευση ήταν ο απόηχος και η κοινή συνισταμένη του Πολυτεχνείου. Ψωμί-παιδεία-ελευθερία και όλοι ενωμένοι.
Τώρα η μεταπολίτευση έχει κλείσει προ πολλού και η κυβερνώσα πρώτη φορά αριστερά δεν έχει κρατήσει ούτε καν τον όρο της ενότητας, που τον είχε αναγάγει σε φετίχ. Κι όσο για τις κατακτήσεις και το ριζοσπαστισμό της μεταπολίτευσης (πόσο μάλλον το «έξω οι Ηπα, έξω το Νατο, στις πύλες του Πολυτεχνείου), ούτε κουβέντα.


Η Αριστερά ή θα υποδηλώνει τους κομμουνιστές κι όσους θέλουν να γκρεμίσουν και όχι να φτιασιδώσουν το σάπιο κόσμο της εκμετάλλευσης και της οργανωμένης αδικίας, ή χάνει το νόημά της ως όρος. Με άλλα λόγια, ή θα είναι κομμουνιστική ή δε θα υπάρξει...

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014

Για τον «εμφύλιο» πόλεμο

Το κείμενο αυτό γράφεται με αφορμή την (65η) επέτειο από την τελευταία μάχη του κυρίως όγκου των μαχητών του δσε, την υποχώρησή τους στην αλβανία και τον επίλογο του δεύτερου αντάρτικου, που κράτησε το όπλο παρά πόδα, προτού τελικά αφοπλιστεί εκ των έσω. Κάνω συνειδητά λόγο για υποχώρηση και τελευταία μάχη, γιατί η λέξη ήττα είναι βαριά κι άδικη, πολύ φτωχή για να αποδώσει το μεγαλείο του άνισου κι ηρωικού αγώνα που έδωσε ο δημοκρατικός στρατός. Η μόνη πραγματική ήττα, πιο οδυνηρή κι ατιμωτική από αυτή στο πεδίο της μάχης, είναι από όσους βρήκαν πως πήραν λάθος τη ζωή τους και διέγραψαν το παρελθόν τους, καταθέτοντας οικειοθελώς και αμαχητί τα όπλα.

Στα χρόνια της πασοκικής (εν)αλλαγής, η ιστορία αυτού το αντάρτικου (που έμεινε φυσικά χωρίς να αναγνωριστεί από την πολιτεία επί ανδρέα) ονομάστηκε εμφύλιος πόλεμος. Έλληνες να ντουφεκάνε έλληνες, που έλεγε κι εκείνη η ατάκα του βέγγου, που τσαλάκωσε λίγο μια γωνιά από το κάδρο της υστεροφημίας του.

Μόνο που ο όρος αδυνατεί να σταθεί και προκαλεί την κοινή λογική. Γιατί στο δεκεμβριανό γύρο – προοίμιο αυτού του εμφυλίου, τους έλληνες τους ντουφεκούσαν οι εγγλέζοιι κι οι ιδνοί του τσώρτσιλ που απομακρύνθηκαν από το πεδίο της μάχης εναντίον των ναζί, για να υποτάξουν το εαμ. Και γιατί στον πόλεμο αυτό συγκρούστηκαν δύο διαφορετικοί κόσμοι και δύο αντιμαχόμενα «έθνη». Το έθνος των εκμεταλλευτών με το έθνος του εργαζόμενου λαού. Κι αυτή η αντίθεση δεν προκύπτει άμεσα απ’ την κοινωνική σύνθεση των δυο στρατών –κι οι ταγματασφαλίτες εξάλλου μπορεί νάταν φτωχόπαιδα με λαϊκή καταγωγή- αλλά από την ανάλυση των ταξικών συμφερόντων και των διαφορετικών κόσμων που υπηρετούσαν.

Ο νέος όρος «εμφύλιος πόλεμος» (που αντικατέστησε το συμμοριτοπόλεμο στα σχολικά εγχειρίδια ιστορίας και την επίσημη κρατική ορολογία) αποδείχτηκε πως συγκάλυπτε πολύ καλύτερα απ’ ό,τι ο προηγούμενος όρος την ταξική ουσία αυτής της σύγκρουσης, με την τακτική των ίσων αποστάσεων, του πένθους για τα τραγικά λάθη και τις απώλειες κάθε πλευράς, τη λύπη για το γεγονός ότι υπάρχει ταξική πάλη, σε τελική ανάλυση. Αποδεικνύοντας έτσι τη γενική εκτίμηση ότι ο σοσιαλδημοκρατικής κοπής αντικομμουνισμός είναι πολύ πιο αποτελεσματικός στο έργο του από την αντίστοιχη ωμή και χυδαία εκδοχή του.

Ο σύγχρονος σοσιαλδημοκρατικός μύλος (με κορμό το σύριζα) όλα τα αλέθει, αριστερόστροφες και δεξιόστροφες κριτικές, παντρεύοντας πχ αναρχίζοντες που φωνάζουν στους τοίχους «βάρκιζα τέλος», με τον κλασικό αντιζαχαριαδικό ευρωκομμουνισμό, που θεωρεί ως το πιο κομβικό λάθος την αποχή από τις εκλογές του 46’ (τις τόσο νόθες και διαβλητές εκλογές, που οδήγησαν ακόμα και ορισμένους αστούς πολιτευτές, υπεράνω κάθε υποψίας για τυχόν φιλοεαμική στάση, στην επιλογή της αποχής).

Υπάρχει όμως χώρος σήμερα για την ανάπτυξη της σοσιαλδημοκρατίας και των θέσεών της; Για να το πω διαφορετικά, τι ανάγκη έχει το σύστημα τη σοσιαλδημοκρατία στην παρούσα φάση ανάπτυξής του και με τους υπάρχοντες συσχετισμούς –με τους οποίους δε νιώθει ακόμα να απειλείται άμεσα και να χρειάζεται κάποιου είδους σωσίβιο; Με άλλα λόγια, το σύστημα δε φαίνεται να χρειάζεται σήμερα κάποια εκλεπτυσμένη μορφή αντικομμουνισμού -ως κυρίαρχη τουλάχιστον, γιατί πάντα θα κρατάει εφεδρείες και θα λειτουργεί παράλληλα εναλλακτικά σχέδια- κι έτσι επιστρέφει όλο και περισσότερο στον πατροπαράδοτο μεταπολεμικό κομμουνισμό –αφήνοντας πίσω τη μεταπολιτευτική παρένθεση.

Αυτό μπορεί να φανεί πχ και στο παρακάτω απόσπασμα.

(…) ουδόλως φανταζόμενοι ότι με την τακτικήν αυτήν θα έλθη κάποια στιγμή να μη υπάρχη όχι Κυβέρνησις διά να την διαδεχθούν, αλλ’ ούτε Κράτος και Έθνος διά να παριστάνουν έστω και τους πολίτας του!

Αλλ’ οι αρχηγοί δεν πρόκειται να σώσουν την Ελλάδα. Οι αρχηγοί, διά να υπάρξουν και να είναι αρχηγοί, πρέπει πρωτίστως να υπάρξη η Ελλάς, όπως οι εργαζόμενοι πρέπει να αντιληφθούν, επί τέλους, ότι διά να αποκτήσουν καλυτέραν ζωήν πρέπει προηγουμένως να εργασθούν σκληρά και με στερήσεις, ώστε να μπορέση να κινηθή και η βιομηχανία και το εμπόριον και γενικά να μπη σε κάποιο ρυθμό η οικονομική ζωή του τόπου, πράγμα το οποίον δεν δύναται να γίνη με την σημερινήν νοοτροπίαν των μεγάλων ημερομισθίων και την τακτικήν της εργασίας των ολίγων ωρών.

Η πρόσκτησις αγαθών χρειάζεται θυσίας, και η μεγαλυτέρα θυσία σήμερον είναι να περιορίσωμεν όλοι τας ανάγκας μας και τας απαιτήσεις μας και να εντείνωμεν την εργασίαν μας, διότι μόνον η εργασία θα παραγάγη τον πλούτον και την άνεσιν που όλοι ζητούμεν και επιδιώκομεν. Χωρίς εργασίαν δε δύναται τίποτε να δημιουργηθή.

Εκτός εάν αναμένωμεν και πιστεύωμεν ότι με αυτά που διδάσκουν οι αριστεροί τους οπαδούς των υπάρχει πιθανότης να γίνωμεν όλοι αποτόμως πλούσιοι! Αυτοί όμως που έχουν αυτάς τας αντιλήψεις ας μάθουν και μίαν άλλην αλήθειαν εν προκειμένω, που είναι χρήσιμος ασφαλώς εις όσους πιστεύουν εις τις ανοησίες αυτές.

Εάν λοιπόν υποθέσωμεν πως αύριον έγινε κομμουνισμός, όπως το θέλουν και τον φαντάζονται αυτοί –δηλαδή να τα μοιράσουμε όλα- είναι τόσο φτωχός αυτός ο τόπος, που, εάν μοιράσωμε το εθνικό του εισόδημα, είναι ζήτημα εάν θα πάρουμε ο καθένας μας περισσότερο από 1.500 δραχμές! Και όταν τις φάμε και αυτές, τότε ασφαλώς μπορούμε να χτυπήσουμε στον τοίχο τα κεφάλια μας! Διότι κάπου εκεί βαδίζομεν με τα μυαλά που έχουμε και εάν δεν αφυπνισθούμε και δεν ριχτούμε στη δουλειά, πραγματικά με όρεξη, με κέφι , με διάθεση, δια να φτιάξουμε κάτι περισσότερο και καλύτερο και διά τον εαυτόν μας και διά τον τόπον.

Είναι εντροπή και αίσχος και ηλιθιότης και μωρία μας να μη μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε τις τόσες τρομερές θυσίες που υπέστημεν διά το συμμαχικόν αγώνα, διότι ευρέθησαν ελάχιστοι ουτοπισταί που παραλογίζονται και ομιλούν περί Βαλκανικών Σοσιαλιστικών Συνομοσπονδιών και οι οποίοι (…) κτλ, κτλ.

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο «sos» του ιωάννου –sic-δ. πασσά, ως παράρτημα στο «πώς θα γίνη ο τρίτος γύρος» του ίδιου, γραμμένο το εθνοσωτήριο (για το έθνος των εκμεταλλευτών στην ελλάδα) 1945. Που το έδινε προσφορά στους αναγνώστες της η ακροδεξιά ελεύθερη ώρα, πριν από μερικούς μήνες.


Αν τυχόν όλα αυτά δε σας φαίνονται τόσο.. ακραία και γραφικά (πέρα από τις διατυπώσεις και την ωραία καθαρεύουσα), είναι επειδήέχουν καταστεί σήμερα ο κυρίαρχος λόγος του αστικού μπλοκ εξουσίας (κρατώντας χρυσή εφεδρεία το σοσιαλδημοκρατικό σενάριο). Ο εμφύλιος παραμένει στο σημερινό σκηνικό όχι απλά επίκαιρος, αλλά παρών. Μόνο που αφορά το έθνος των εκμεταλλευτών και του εργαζόμενου λαού από την άλλη. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβουμε, τόσο καλύτερη θα ‘ναι κι η οργάνωση του αγώνα μας.

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Θα είχαμε γίνει Βουλγαρία

Ευτυχώς που δε νίκησαν οι κομμουνιστές στον εμφύλιο, γιατί σήμερα θα ήμασταν σαν την αλβανία του χότζα και τη βουλγαρία...
είναι το (κυριολεκτικά) αήττητο επιχείρημα που παρηγορεί τις αμφιβολίες των δεξιών και νομιμοποιεί στις συνειδήσεις τους τα ιστορικά πεπραγμένα της παράταξής τους. Και είναι οπωσδήποτε θλιβερό να βλέπεις παλιούς αγωνιστές να ενώνουν τη φωνή τους στο μοιρολόι της ήττας και να δίνουν αριστερό άλλοθι σε τέτοιες λογικές, επιβεβαιώνοντάς τες από την ανάποδη.
Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι

Τέτοιου είδους επιχειρήματα ήταν πολύ δημοφιλή αμέσως μετά τις ανατροπές, με το μεταναστευτικό κύμα αυτών των λαών στο δυτικό κόσμο και τα μεροκάματα πείνας στις πρώην λαϊκές δημοκρατίες της ΚΑ ευρώπης. Αλλά έχουν ξεφτίσει πια σε τέτοιο βαθμό στη σημερινή 'ενωμένη ευρώπη' της κρίσης που (εκτός από προκλητικά) ακούγονται σχεδόν ειρωνικά.

Τι έχει να ‘ζηλέψει’ αλήθεια από τις ρωσίδες χορεύτριες και τους αλβανούς μπετατζήδες ο σημερινός άνεργος πτυχιούχος ή ο έλληνας γκασταρμπάιτερ που αναγκάζεται να ξενιτευτεί για να βρει καλύτερη τύχη –προτού κλείσει και αυτή η κάνουλα διαφυγής; Και τι παραπάνω έχει από αυτούς; Ούτε καν το πτυχίο πολλές φορές. Γιατί η πλειοψηφία των αλλοδαπών εργατών και καθαριστριών στην χώρα μας έχει να καμαρώνει αντίστοιχους πτυχιακούς τίτλους, χωρίς κανένα πρακτικό αντίκρισμα στην αγορά εργασίας. Αλλά και μια σπάνια καλλιέργεια σε αρκετές περιπτώσεις, που ξεπερνά το ζήτημα των σπουδών, αντανακλώντας τη συνολική διαπαιδαγώγηση και την αξία της κοινωνίας που είχαν αρχίσει να χτίζουν σε αυτές τις χώρες πριν τις ανατροπές –όποτε κι αν τις τοποθετεί κανείς χρονικά.

"Βουλγαρία..." Του Πάνου Ζάχαρη
Σήμερα βέβαια μπορούμε να ζηλέψουμε όλοι μαζί τις κατακτήσεις και την ασφάλεια που είχαν αυτοί οι λαοί στον εικοστό αιώνα, με σαφώς πιο περιορισμένα μέσα και δυνατότητες από ό,τι διαθέτουμε εμείς εν έτει 2013. Γιατί είναι τραγική ειρωνεία για μια κοινωνία να φετιχοποιεί σε βαθμό υστερίας την έννοια της ασφάλειας από τους τρομοκράτες, τους ταραχοποιούς διαδηλωτές και γενικώς πάσης φύσης ‘κακούς’, (με ό,τι μπορεί να συμπεριλάβει και να χωρέσει αυτός ο χαρακτηρισμός), και την ίδια στιγμή να έχει τόσους εργαζόμενους ανασφάλιστους, στη μαύρη εργασία κι άλλους τόσους σα μαύρους σκλάβους απ’ τα χρόνια της αποικιοκρατίας, χωρίς στοιχειώδη μέτρα ασφαλείας. Τους μισούς να είναι στην πρίζα και την ανασφάλεια της ανεργίας και τους άλλους μισούς να φοβούνται σα μελλοθάνατοι, μη τυχόν χάσουν τη δουλειά τους, να φοβούνται μη τυχόν αρρωστήσουν και πάθουν τίποτα. Να μην μπορούν να σκεφτούν το μέλλον τους και να ανοίξουν σπίτι ή μια οικογένεια, να ονειρευτούν και να ανασάνουν.
Πράγματα εξασφαλισμένα και αυτονόητα δηλ για τη βουλγαρία ή και την αλβανία ακόμα, σαράντα και πενήντα χρόνια πριν.

Είναι τραγική ειρωνεία να πανηγυρίζουμε για τη νίκη της αντεπανάστασης και τη σημερινή κατάντια αυτών των χωρών, χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι συνδέεται άμεσα με τη δική μας, γιατί πρέπει να γίνουμε πιο φτηνοί κι ανταγωνιστικοί για να μας λιμπιστούν τα αρπακτικά και να προσελκύσουμε τα κεφάλαιά τους, να έχουμε φτηνότερα μεροκάματα και χαμηλότερο συντελεστή φορολόγησης, για να μας προτιμήσουν.
Είναι τραγική ειρωνεία να μην μπορεί να καταλάβει ένας λαός, εμπειρικά έστω, πως το πουλόβερ άρχισε να ξηλώνεται τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια από τη νέα τάξη πραγμάτων, που έχει κάθε λόγο να πανηγυρίζει ανακουφισμένη για τις νίκες της.

Αλλά για να μη θεωρηθεί πως υπεκφεύγω στο αρχικό ερώτημα, μπορούμε να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι –όσο κι αν αυτό ενέχει τον κίνδυνο να μπλέξουμε σε ιντριγκαδόρικες αντιδιαλεκτικές υποθέσεις. Σήμερα ο ελληνικός λαός έχει συσσωρεύσει αρκετή ιστορική πείρα, για να τη μελετήσει και να βγάλει μερικά βασικά συμπεράσματα.

Αν είχαν νικήσει λοιπόν οι κομμουνιστές στον εμφύλιο, καταρχάς δε θα είχαμε καν εμφύλιο και τόσες απώλειες εκατέρωθεν. Γιατί δεν μπορεί να θεωρηθεί ακριβώς εμφύλιος η ήττα των κομμουνιστών από την επέμβαση των άγγλων «συμμάχων», πριν καν κριθεί ο πόλεμος κατά του χίτλερ, και από τα όπλα των αμερικάνων, που «πρόβαραν» στα ελληνικά βουνά τις βόμβες ναπάλμ. Για να κερδίσουν λοιπόν οι κομμουνιστές, θα έπρεπε να το κάνουν εξ αρχής, όταν το εαμ είχε στα χέρια του την εξουσία και την παρέδωσε αφελώς, ενώ μπορούσε να την κρατήσει αναίμακτα, χωρίς να είναι κανείς σε θέση να την αμφισβητήσει. Και τα καλύτερα πρωτοπόρα στοιχεία του ελληνικού λαού θα είχαν ριχτεί τότε στη μάχη της οικοδόμησης μιας διαφορετικής κοινωνίας.

Αν είχαν νικήσει οι κομμουνιστές στον εμφύλιο, δε θα λουζόταν ο λαός την «καχεκτική δημοκρατία» των μεταπολεμικών χρόνων, τη «δημοκρατία» του χωροφύλακα και των κοινωνικών φρονημάτων που οδήγησε ως φυσική συνέχεια στην χούντα των συνταγματαρχών, ταλαιπωρώντας για τριάντα σχεδόν χρόνια αυτόν τον τόπο, προτού αλλάξει προσωρινά μανδύα. Δε θα είχαμε τον «νέο παρθενώνα» της μακρονήσου και τα άλλα ξερονήσια, τον ιδεα και την προδοσία της κύπρου.

Δε θα είχε ερημώσει η ύπαιθρος και δε θα ξεκληρίζονταν η μεγάλη πλειοψηφία της αγροτιάς, που της υποσχέθηκαν πως θα τρώει με χρυσά κουτάλια στην ενωμένη ευρωπαϊκή αγορά και της χρύσωσαν το χάπι με επιδοτήσεις. Δε θα υπήρχε τέτοια εγκατάλειψη των ακριτικών νησιών και της επαρχίας γενικότερα, δε θα υπήρχε σε τέτοιο βαθμό η αστυφιλία, που είχε ξεκινήσει με... κρατική πρωτοβουλία στα χρόνια του εμφυλίου, όταν οι αρχές ξερίζωναν με το ζόρι τους ντόπιους πληθυσμούς, για να μη βρίσκουν οι αντάρτες ορεσίβιους που θα τους τροφοδοτούσαν με τα απαραίτητα προς το ζην. Δε θα ζούσαμε σε τόσο άσχημες πόλεις, που πρέπει να γκρεμιστούν και να φτιαχτούν από την αρχή, με το έκτρωμα της αντιπαροχής επί 'εθνάρχ' που τις γιγάντωσε και τις γέμισε τσιμέντο. Δε θα είχαν καταστραφεί τόσα φυσικά τοπία, που παραδίδονται για μπίζνες στο κεφάλαιο.

Δε θα περιμέναμε τον τουρισμό να γίνει ‘μοχλός ανάπτυξης’ και ‘βαριά βιομηχανία’ της χώρας, στο πνεύμα του «καλώς ήρθε το δολάριο… και τα ναυτάκια τα ζουμπουρλούδικα», την ίδια στιγμή που οι μισοί έλληνες δεν έχουνε τη δυνατότητα να πάνε ολιγοήμερες έστω διακοπές κάθε καλοκαίρι. Δε θα έμεναν αναξιοποίητες οι παραγωγικές δυνατότητες και ο πλούτους αυτού του τόπου, το έμψυχο επιστημονικό δυναμικό, που μένει άνεργο να βαράει μύγες και να ψάχνει διέξοδο στο εξωτερικό.

Δε θα είχαμε μια δημοτική που χωλαίνει και πατάει με το ένα πόδι σε αρχαΐζοντες τύπους της καθαρεύουσας. Δε θα είχε κακοποιηθεί και παραχαραχτεί βάναυσα η ιστορία της αντίστασης και των επόμενων δεκαετιών. Δε θα είχαμε ένα τόσο διεφθαρμένο κράτος (πέρα από το ταξικό του περιεχόμενο) που βόλεψε τους δοσίλογους και γνώριζε πως μόνο με τη ρεμούλα και την εξαγορά συνειδήσεων μπορούσε να χτίσει κοινωνικές συμμαχίες και να αναχαιτίσει το λαϊκό ριζοσπαστισμό.

Όλα αυτά είναι συγκεκριμένα και καθόλου υποθετικά. Και θα μπορούσαν προφανώς να εμπλουτιστούν με πολλά ακόμα αντίστοιχα παραδείγματα. Η παραπάνω λίστα είναι μόνο ενδεικτική.
Αυτό που είναι όντως υποθετικό και δε μπορούμε να απαντήσουμε συγκεκριμένα είναι τι σοσιαλισμό θα οικοδομούσαμε στην ελλάδα και τι κατάληξη θα είχε. Μπορεί να ήταν πχ πιο αλέγκρος, μεσογειακός σαν τον κουβανέζικο. Να έμοιαζε κάπως με την εικόνα που δίνει στο μυθιστόρημα εναλλακτικής ιστορίας (πλατεία μπελογιάννηο αλεξάτος, όσες επιμέρους διαφωνίες κι αν έχει κανείς με το συγγραφέα. Μπορεί να έδινε λαμπρά, αξεπέραστα επιτεύγματα και να αντιμετώπιζε δραστικά κι αποτελεσματικά τα προβλήματα που θα προέκυπταν ή να σκόνταφτε στις αντιφάσεις του, σε λάθη τακτικής και στρατηγικής.

Στις μέρες μας το ερώτημα μπαίνει ξανά μπροστά μας με διαφορετικούς όρους. Η ελλάδα σήμερα γίνεται βουλγαρία του πιρίν με μεροκάματα κίνας, ακολουθώντας τον ευρωμονόδρομο. Ο λαός μας ζει την κόλαση εδώ και τώρα, κι ο δρόμος προς αυτήν δεν είναι καν στρωμένος με καλές προθέσεις εκ μέρους των σωτήρων της, που την έχουν σώσει καμιά δεκαριά φορές την τελευταία τριετία. Δεν πρέπει λοιπόν κι αυτός να σκεφτεί να δοκιμάσει ένα διαφορετικό δρόμο; Όχι γιατί είναι κατηφορικός, εύκολος και με σίγουρη μετάβαση στον τελικό προορισμό. Αλλά γιατί είναι ο μόνος που μπορεί να τον βγάλει από τη σημερινή κόλαση.

Ο δρόμος έχει τη δική του ιστορία, όνομα (της αρετής) και κατεύθυνση (προς το σοσιαλισμό). Κι όπως είχε πει κι ο αννίβας, αν δεν υπάρχει, τότε πρέπει να τον δημιουργήσουμε.

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Εσύ δρεπάνι πάρε τους το σκαλπ...

…κι εσύ σφύρο πας για τρίτο γύρο

Η προκήρυξη της ανάληψης για την πολιτική ευθύνη της δολοφονίας των χρυσαυγιτών ήρθε μόλις μία μέρα πριν την επέτειο του πολυτεχνείου, μη τυχόν και ξεστρατίσει κανενός η σκέψη και δεν πάει κατευθείαν ο νους του να κάνει τη σύνδεση. Και αν είχαν λίγο χιούμορ τα παιδιά θα μπορούσαν να ονομάσουν τη δική τους οργάνωση 16νοέμβρη για να δέσει το γλυκό.

Το κείμενο ήταν κάπως πιο προσεγμένο από τα αντίστοιχα της σέχτας –όπου έμπαζε ακόμα και το όνομα της οργάνωσης. Μπορεί αυτή τη φορά να είχαν καλύτερη μέθοδο «αντιγραφής-επικόλλησης» από το διαδίκτυο· ή να έβαλαν μια τάξη ασφαλίτες να γράψουν έκθεση ιδεών και να βράβευσαν την καλύτερη με δημοσίευση. Αλλά πέρα από τον ιδεολογικό αχταρμά –για να χωρέσει στο μίγμα όλο το αριστερό άκρο- τους προδίδουν κάποια σημεία με γραφικές διατυπώσεις του στιλ: «να τους ανοίγει τα κεφάλια με σφυρί, να τους κόβει προς παραδειγματισμό το χέρι με δρεπάνι».
Που εμένα προσωπικά μου θύμισε εκείνο το παλιό σύνθημα των αρειανών: εσύ γιαννάκη παρ’ τους τα μυαλά κι εσύ γκάλη παρ’ τους το κεφάλι. Εξ ου και η εισαγωγή του κειμένου με το σχετικό τίτλο (που έχουμε πόσα χρόνια να δούμε στο αλεξάνδρειο).

Κατά τα άλλα η χτεσινή μέρα σημαδεύτηκε από τη γυμνή διαμαρτυρία δυο διαδηλωτών μπροστά σε αστυνομικούς. Όταν λέμε γυμνή εννοούμε κυρίως από στόχευση και πολιτικό περιεχόμενο. Γιατί πιο πολύ και από το να δείξει πως ο βασιλιάς και οι σημερινοί κρατούντες είναι γυμνοί ή να παραπέμψει συμβολικά στα γυμνά στήθη των φοιτητών του πολυτεχνείου μπροστά στα τανκς της χούντας, αυτό που κατέδειξε ήταν η ιδεολογική γύμνια μιας ελαφριάς μερίδας του κινήματος, που βαδίζει ξυπόλητη στα αγκάθια. Τουλάχιστον δε ντύθηκε με τη σοβαροφάνεια άλλων πολιτικών λύσεων και προτάσεων, που είναι εξίσου κενές πλην βαρύγδουπες και γεμίζουν άσκοπα την επικαιρότητα.
Μα οι κυβερνήσεις μένουνε –μαζί με το χρέος- και το ηθικό μας πέφτει.

Αυτά δεν τα γράφω ως κάποια αφ’ υψηλού θεώρηση για την «άμαθη πλέμπα». Είναι ζήτημα εξάλλου αν και τα δικά μας ρούχα είναι επαρκή για αυτές τις συνθήκες. Μπορεί να γινόμαστε κόμμα παντός καιρού αλλά είναι κάποιες μέρες που δεν ξέρεις τι να φορέσεις με τέτοιο παλιόκαιρο κι αν τελικά θα αρέσεις στον κόσμο που σε βρίσκει ξεπερασμένο κι εκτός μόδας. Γιατί δηλ, τι έχουν τα ταγάρια και τα αμπέχονά μας;
Άλλο αυτό όμως και άλλο να κάνεις πολιτικό γυμνισμό από άποψη και να τον ανάγεις σε ιδεολογία, πιστεύοντας πως οτιδήποτε άλλο είναι αφύσικο και σκλαβώνει τον άνθρωπο στον ‘πολιτισμό ως πηγή δυστυχίας’.

Μιας και μιλήσαμε για πολιτισμό (και δυστυχία) ο χτεσινός ρίζος είχε τη διακήρυξη της κετουκε για τα 95χρονα που σηματοδοτεί μια γεμάτη πενταετία μέχρι τα εκατόχρονα του κουκουέ. Του πιο νέου κόμματος, που πρεσβεύει τη νιότη του κόσμου, το σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Και κάνει κάλεσμα σε νέους καλλιτέχνες κι επιστήμονες να εμπνευστούν από την επέτειο και να συμβάλουν στον εορτασμό της με τις δημιουργίες τους.

Ιδού η ρόδος για τη γενιά μας να κάνει το άλμα και να φτάσει τους κολοσσούς των χρόνων της μεταπολίτευσης –και προγενέστερων- που παραμένουν αξεπέραστοι. Κι αυτό το βλέπει κανείς –ή μάλλον το ακούει- με εκκωφαντικό τρόπο στα μεγάφωνα των συγκεντρώσεών μας, είτε παίζουν τα ίδια και τα ίδια από το ένδοξο παρελθόν, είτε βάζουν άλλα πιο σύγχρονα που δε συγκινούν κανένα. Και να πεις πως δεν προσφέρεται η εποχή μας για εμπνεύσεις…

Εμπρός για της γενιάς μας τα πολυτεχνεία, σε κάθε επίπεδο. Για να μην χρειαστεί στο ιωβηλαίο να καταφύγουμε σε «πεπατημένες λύσεις» όπως φέτος, με τη συναυλία στο σεφ και το αφιέρωμα στο έργο του θεοδωράκη. Ο οποίος με τη διαδρομή του σε αναγκάζει να δοκιμάσεις κάπως την πίστη σου στο μαρξισμό κι όσα ήξερες για τη διαλεκτική ενότητα του έργου με το δημιουργό και να πας τελικά με την εκδοχή της σχετικής αυτονόμησης του πρώτου από τον δεύτερο, για να μην πέσεις σε τοίχο αδιέξοδο.

Κι ίσως κάποτε «αξιωθούμε» κι εμείς να ζήσουμε στιγμές ανάλογες με τη μαγεία και τον ηλεκτρισμό της πρώτης επετείου του πολυτεχνείου. Τη μέρα που οι κρατούντες προγραμμάτισαν εκλογές, για να σκεπάσουν με τη γιορτή της δημοκρατίας το κίνημα και τον κόσμο που έβγαινε στους δρόμους. Το πολυτεχνείο όμως δεν ήταν γιορτή –κι οπωσδήποτε όχι γιορτή της αστικής δημοκρατίας. Η πορεία μεταφέρθηκε μία εβδομάδα μετά και είχε εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου, από το πολυτεχνείο ως το σύνταγμα, σε πυκνές γραμμές. Με το ρίτσο να απαγγέλλει στίχους του και το κοινό να φλέγεται, να χειροκροτεί, να απογειώνεται.



Και το ερώτημα είναι ποιος θα τα δείχνει όλα αυτά στη μικρή οθόνη, τώρα που δεν υπάρχει ερτ και το πολύτιμο αρχείο της. Η οποία θυμήθηκε μέσα στο τριήμερο τις «αγωνιστικές της καταβολές» κι εξέπεμψε ένα πολύ καλό πρόγραμμα με συνεχή ενημέρωση από τις συγκεντρώσεις. Αυτά όμως έχουν μεγαλύτερη αξία όταν γίνονται εγκαίρως κατ’ επιλογήν κι όχι κατ’ ανάγκη εκ των υστέρων –γιατί τότε είναι πολύ αργά.

Κατεβαίνεις λοιπόν στην πορεία του πολυτεχνείου και ψάχνεις το συναίσθημα που είχε περιγράψει ο σαββόπουλος: η συγκέντρωση ανάβει κι όλα είναι συνειδητά. Αλλά πώς να το βρεις σε μια πόλη που νομίζει ότι έχει λυμένα τα προβλήματά της, σαν τα χανιά καλή ώρα..
Αποφεύγεις λοιπόν όσους φαντασιώνονται πως το ξαναζούν εδώ και τώρα (βοήθειάάάάάά τους) –και η ραχήλ στα κάγκελα, μαζί με τα μυαλά. Και καταλαβαίνεις πως πρέπει να το ξαναβρούμε μόνοι μας. Να ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα, να ανακαλύψουμε τη φωτιά, για να κρατήσουμε τη φλόγα ζωντανή. Να κομίσουμε γλαύκας εις αθήνας, γιατί πήξαμε στους μπούφους και τις κουτοπόνηρες αλεπούδες.

Αγώνας-γνώση-τόλμη και αντοχή, όπως λέει ένα καινούριο σύνθημα της οργάνωσης. Κι ας θυμίζει λίγο ένα παλιό παρατσούκλι του βουρνούκιου από τους υπεραστικούς: «επιμονή, μυαλό και τόλμη», από το οποίο δικαιολογούσε κυρίως το πρώτο στα σχόλιά του –αλλά δεν πειράζει γιατί σήμερα γιορτάζει και αμαρτίαν ουκ έχει.

Η δική μας ερυθρόδερμη φυλή λοιπόν –περικυκλωμένη από μια άγρια καπιταλιστική δύση- αντιστέκεται στο μεθοδευμένο εκφυλισμό του πολυτεχνείου και των αγώνων. Και είναι από σπάνιο υλικό, που παίρνει τις καλύτερες παραδόσεις της ανθρωπότητας και ατσαλώνεται απ’ τις συνθήκες. Δεν ξεγελιέται από χάντρες και καθρεφτάκια, ούτε μπλέκει σε «ενδοαριστερό εμφύλιο» -γιατί όπως και με τον ελληνικό εμφύλιο, το ζήτημα ήταν ταξικό, όχι από πού κατάγεται ο καθένας.

Και ποια είναι αυτή η περίφημη φυλή των λακεδαιμονίων;
Είμαστε η κόκκινη φυλή των κούτσι (από το όνομα του νέου γγ) ενώ παλιότερα λεγόμασταν η φυλή των αλεκούτσι, με καταγωγή τη (γουινέα) παπαούα.

Υστερόγραφο

Ένα άλλο φετινό σύνθημα ξεκινούσε κάπως έτσι: «εμπρός λαέ άλλαξε σελίδα...». Η οποία μοιάζει να ‘χει κολλήσει όπως σε εκείνα τα παλιά βιβλία που ήταν κολλημένα και χρειάζονταν «σταλινικές μέθοδες» με χαρτοκόπτη. Αν και το βασικό πρόβλημα είναι πως ο λαός έχει κολλήσει στην ίδια σελίδα, επειδή δεν του αρέσει τόσο το διάβασμα, μόνο να του διαβάζουν παραμυθάκια για να αποκοιμάται ήσυχα η ταξική του συνείδηση. Εδώ δεν μπορεί καλά-καλά να βγάλει ένα κεφάλαιο, πόσο μάλλον το Κεφάλαιο του κάρολου ή έστω το κεφάλαιο για την υπεραξία.
Μπορεί ο κάρολος να αφιέρωσε το «Κεφάλαιο» στην εργατική τάξη, αλλά αυτή πολύ δύσκολα θα αφιερώσει στο τέλος μιας δύσκολης μέρας της τον χρόνο και τον κόπο που απαιτείται για την ανάγνωσή του. Και το πιο πιθανό είναι να τον καταβάλλει η κούραση προτού καν προλάβει να γυρίσει σελίδα.

Κι έτσι ανοίγουμε ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο με τα συνθήματα του πολυτεχνείου. Αλλά αυτό θα το δούμε σε επόμενη ανάρτηση.

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Οι Γιούγκοι είναι φίλοι μας

Οι γιούγκοι μπορεί να μην ανήκαν ακριβώς –ούτε καν στο περίπου δηλ- στο δικό μας, σοσιαλιστικό μπλοκ {είσαι πασόκ και δεν χωράς στο σοσιαλισμό μου, που λέει κι η παράφραση του τραγουδιού}, αλλά είχαν εξίσου δραματικό ιστορικό φινάλε, που κορυφώθηκε την ίδια περίοδο που διαλύθηκε η σοβιετική ένωση, κι αυτό δεν είναι τυχαίο.

Ήδη από το 90’ φαινόταν που πηγαίνει το πράγμα, με τα επινίκια για το χρυσό στο μουντομπάσκετ της αργεντινής να επισκιάζονται από το επεισόδιο με τους κροάτες.. σημαιοφόρους και τον ντίβατς.
Κι ένα χρόνο μετά στο ευρωμπάσκετ της ρώμης, που ήταν το κύκνειο άσμα της, η γιουγκοσλαβία είχε αρχίσει ήδη να αποσυντίθεται και έχασε μεσούσης της διοργάνωσης το σλοβένο γιούρι ζντοβτς, που κλήθηκε εσπευσμένα να επιστρέψει από τον πρόεδρο της... νέας του πατρίδας –που ήταν ακόμα στα γεννοφάσκια της. Και πήρε το δικό του χρυσό μετάλλιο –που το κατέκτησαν αήττητοι οι γιούγκοι- μερικά χρόνια αργότερα, από τους παλιούς συμπαίκτες και πρώην συμπατριώτες του.

Στη συνέχεια ατσαλώθηκαν οι δεσμοί μας με τους γιούγκους {συγκεκριμένα τους σέρβους, δηλ τους νότιους γιούγκους, τους γιουγκο-γιούγκους για την ακρίβεια} με τους βομβαρδισμούς της πατρίδας τους και του βελιγραδίου από το νατο και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις –ο πρώτος βομβαρδισμός ευρωπαϊκής πρωτεύουσας μετά τη φρίκη του β’ παγκοσμίου πολέμου.
Γιατί αν τους περιμέναμε να ατσαλωθούν από το μπάσκετ, ζήτω που καήκαμε.. Το πιο πιθανό είναι είχαμε καταλήξει σε πόλεμο.

Το καλοκαίρι του 95’ το ευρωμπάσκετ διεξάγεται στην αθήνα, στο καινούριο (τότε) κλειστό του οακα, κι η... ομόδοξη ελληνοσερβική φιλία δοκιμάζεται σκληρά στον τελικό. Εκεί όπου το ελληνικό κοινό φωνάζει ρυθμικά ‘λιέ-του-βα’ για την ηττημένη παρέα των σαμπόνις, μαρτσουλιόνις και σία, και αποδοκιμάζει τον εθνικό ύμνο της (κουτσουρεμένης) γιουγκοσλαβίας στην απονομή, ενώ ο ντανίλοβιτς μας δείχνει πού ακριβώς μας έχει καταχωρήσει. Και μόνο ο ζάρκο το ρίχνει στην πλάκα με το σύνθημα που τον πικάριζε. Δε θα πάρεις κύπελλο ποτέ, πασπαλιέ, πασπαλιέ. Που πάσπαλ(ι) τον λέγανε δηλ τον άνθρωπο, αλλά κάπως έπρεπε να βγαίνει το σύνθημα.
Την ίδια στιγμή οι συμπατριώτες του στο βελιγράδι περικύκλωναν το ελληνικό προξενείο, εξοργισμένοι με την απαράδεκτη συμπεριφορά των ομόδοξων αδελφών τους.
Οι σέρβοι είναι αδέλφια μας κι εμείς αδελφοκτόνοι.

Πώς να μην αγανακτήσεις όμως –κι ας μην υπήρχαν τότε πλατείες- με όσα γίνονταν στο παρκέ, ή μάλλον παραπλεύρως από τους γκρίζους του στάνκοβιτς; Μία ήττα στον όμιλο από τους γιούγκους για την εθνική, με τον αγγελίδη να καρφώνει στα μούτρα του ντίβατς {τι λες τώρα;} και σπρώξιμο από τη διαιτησία. Κι άλλη μία στα ημιτελικά με τον ίδιο περίπου τρόπο. Thats what FIBA wants! που θα ‘λεγε και μια ψυχή από άλλο άθλημα. Για να μην πιάσουμε τι θα ‘λεγε το στόμα του drogba...

Βρείτε τις διαφορές (αν υπάρχουν)
Ίδιο έργο και στο ευρωμπάσκετ της ισπανίας το 97’ και ένα χρόνο αργότερα –πάλι στην αθήνα και πάντα στα ημιτελικά- με τον παπ στις βολές να είναι πιο εκνευριστικός κι από τη διαιτησία. Με αυτά και με αυτά η αντιπάθεια παγιώθηκε και προσωπικά μου ‘φυγε καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα, που άλλαξαν τα κόζια κι οι ρόλοι. Αυτοί ήταν διοργανωτές και πάτωσαν, με προπονητή ομπράντοβιτς, κι εμείς σηκώσαμε το κύπελλο μες στο σπίτι τους.
Μετά όμως ξανανοίξαμε λογαριασμό με τεόντοσιτς και σία, σε ένα φιλικό στο ακρόπολις που κατέληξε σε γρονθοπατινάδα. Με το ‘λεβέντη’ τον κρίστιτς να πετάει μια καρέκλα στον μπουρούση, που είχε πάει σαν ειρηνοποιός να τον σώσει από την οργή του σοφοκλή –που όταν ήταν μικρός έπεσε στην χύτρα με τα χάμπουργκερ και δεν καταλαβαίνει τίποτα από χτυπήματα.



Και να φανταστείς πως στην αρχή η σχέση μας είχε ξεκινήσει πολύ διαφορετικά –τουλάχιστον για μένα. Όχι γιατί θαύμαζα τη μεγάλη γενιά του ντράζεν και της γιουγκοπλάστικα –αστεία πράγματα, άρης είσαι. Αλλά γιατί το 89’ ήμουν με τους σοβιετικούς (με πρωτόλεια πολιτική συνείδηση) κι είχα νευριάσει με την ήττα από την ελλάδα, οπότε στον τελικό υποστήριζα για εκδίκηση τους γιούγκους. Κι όλα αυτά χωρίς ιδιαίτερη ενθάρρυνση από το σπίτι, που τότε, τέλη ιούνη του 89, με ανοιχτές τις διαπραγματεύσεις για σχηματισμό κυβέρνησης, είχε πιο σοβαρά πράγματα να το απασχολούν.
Να δεις τι σου ‘χω για μετά...

Το 95’ πάντως, υπήρχαν και πιο χοντρές έχθρες που έμειναν στην ιστορία. Η ελλάδα έβρισκε τρίτη σερί χρονιά στο μικρό τελικό την κροατία, που τα μούσκευε στα ημιτελικά και ξεσπούσε μετά πάνω μας κι ο ντίβατς ευχόταν ‘να κερδίσουν οι κροάτες για να βγουν τρίτοι, να ανέβουν στο βάθρο και να αναγκαστούν να ακούσουν προσοχή τον εθνικό μας ύμνο’. Κάτι που δεν έγινε ποτέ όμως γιατί πήραν εντολή από τον τούτσμαν νομίζω και σηκώθηκαν να φύγουν, πριν ανέβουν στο βάθρο οι σέρβοι για την απονομή.

Αργότερα τα πάθη καταλάγιασαν κάπως -τους προφύλαξε κι η θεά τύχη που δεν τους έφερε αντιμέτωπους σε κάποια μεγάλη διοργάνωση- αλλά η φλόγα σιγοκαίει ακόμα κι όχι μόνο με τους κροάτες αλλά και με τις άλλες πγδ (πρώην γιουγκοσλαβικές δημοκρατίες), όπως στο δεύτερο όμιλο του φετινού ευρωμπάσκετ, που θύμιζε βαλκανιάδα και βρέθηκαν να μιλάνε την ίδια γλώσσα σέρβοι, μαυροβούνιοι, βόσνιοι και φυρομακεδόνες, με διοργανωτές σλοβένους –και τσόντα τους κάποτε συμπατριώτες λιθουανούς και λετονούς (αλλά αυτή είναι από άλλη ανάρτηση). Κι έγιναν σοβαρά επεισόδια εκτός γηπέδου μεταξύ σέρβων και βόσνιων, όπου ξύπνησαν τα πάθη του εμφυλίου.

Ο αθλητικός μύθος λέει μάλιστα πως το φιτίλι του πολέμου άναψε με αφορμή έναν ποδοσφαιρικό αγώνα του γιουγκοσλάβικου πρωταθλήματος μεταξύ ντιναμό ζάγκρεμπ κι ερυθρού αστέρα, αν δεν κάνω λάθος. Μια παρόμοια ιστορία υπάρχει για τα προκριματικά του μουντιάλ του 70’ στο μεξικό και την πολεμική σύρραξη μεταξύ σαλβαδόρ κι ονδούρας νομίζω, στην κεντρική αμερική. Αυτά μπορεί να κινούνται βέβαια στο όριο της υπερβολής για να ιντριγκάρουν και να πουλήσουν ως ιστορίες, αλλά δείχνουν πόση δύναμη έχει ο αθλητισμός με τους έντονους συμβολισμούς που προσφέρει.

Όπως πχ η μεταγραφή του μαγιάρου ντέταρι στον ολυμπιακό επί κοσκωτά, ως χειροπιαστή απόδειξη πως η ουγγαρία ήταν ανέκαθεν ο αδύναμος κρίκος και η πιο δυτική λδ του ανατολικού μπλοκ, πολύ πριν πέσει το τείχος. Ή το συμβολικό επισφράγισμα της περεστρόικα με το άνοιγμα των συνόρων, όταν έπιασε λιμάνι η ‘σοβιετική τρόικα’: προτάσοφ-σαβίτσεφ-λιτόφτσενκο. Και μόνο τυχαίο δεν είναι πως το ερασιτεχνικό αθλητικό ιδεώδες, με την απαγόρευση συμμετοχής στους ολυμπιακούς για τους επαγγελματίες αθλητές, ‘κατέρρευσε’ οριστικά κι αμετάκλητα το 92’ στη βαρκελώνη, ένα χρόνο μετά τη διάλυση της εσσδ.

Δεν υπάρχει όμως πιο ισχυρός συμβολισμός από το κύπελλο πρωταθλητριών στο μπάσκετ, που πήρε η παρτιζάν στο final four της πόλης το 92’, στο πρώτο έπος του ζοτς με το τρελό τρίποντο του σάσα τζόρτζεβιτς, σε μια χρονιά που έπρεπε να δώσει όλα τα παιχνίδια της μακριά από την έδρα της στο βελιγράδι και την είχαν όλοι ξεγραμμένη.

Και ίσως πιο ισχυρός ακόμα να είναι το μουντομπάσκετ της ιντιανάπολις το 02’, με τους αργεντινούς να σπάνε πρώτοι το αήττητο των ηπα, αλλά τους σέρβους να τους δίνουν την χαριστική βολή στο νοκ άουτ παιχνίδι, να τις αφήνουν εκτός  τετράδας και να τους κλείνουν το σπίτι, παίρνοντας μια κάποια ηθική ρεβάνς για τους βομβαρδισμούς στην πατρίδα τους προ τριετίας. Και τις βύθισαν στο πένθος, δώδεκα μόλις μήνες μετά την 11η σεπτέμβρη, σε μια καινούρια μπασκετική εκδοχή της. {Τέσσερα χρόνια αργότερα τους τη θύμισε και η ελλάδα την επέτειο, στο μουντομπάσκετ της ιαπωνίας και έδεσε το γλυκό. Κι είμαστε η τελευταία ομάδα που τους έχει κερδίσει σε μεγάλη διοργάνωση}.

Αυτή ήταν κι η πιο συμπαθητική εκδοχή της μπασκετικής σερβίας που μπορώ να θυμηθώ, αν και δεν κράτησε πολύ γιατί στον τελικό με την αργεντινή ήρθε το απροκάλυπτο σπρώξιμο του πιτσίλκα και το ντεζαβού με τις… γκρίζες σκιές του παρελθόντος.

Παρόλα αυτά το ερώτημα είναι πόσο νωρίτερα θα είχαν καταφέρει να νικήσουν τους αμερικάνους ως ενιαία γιουγκοσλαβία και με τον ντράζεν εν ζωή κι αν θα μπορούσαν να κοντράρουν τις πρώτες ντριμ τιμ στις αρχές του 90. Αυτό είναι από τα υπέροχα αντιδιαλεκτικά ερωτήματα που μας γεμίζει πολλές φορές η ιστορία και ο αθλητισμός.

Αυτό που δεν γνωρίζουν όμως οι περισσότεροι –ή έχουν ξεχάσει οι παλιότεροι- είναι πως το μουντομπάσκετ του 94’, δεν ήταν να γίνει στον καναδά που φιλοξένησε τελικά τη διοργάνωση αλλά στην ενιαία γιουγκοσλαβία. Κι εκεί θα φτανε στα ντουζένια της η μεγάλη γενιά των πλάβι –μεγαλύτερη ίσως κι από την προηγούμενη των τσόσιτς, νταλιμπάγκιτς, κιτσάνοβιτς με τα τρία σερί ευρωπαϊκά και το χρυσό στους ολυμπιακούς της μόσχας- και θα βλέπαμε πόσα απίδια πιάνει ο σάκος.

Η συνέχεια είναι γνωστή βέβαια. Η γιουγκοσλαβία διαλύθηκε και διαμελίστηκε, ενώ στους σέρβους επιβλήθηκε εμπάργκο από τις διεθνείς αθλητικές διοργανώσεις {που έστειλε τους δανούς στη θέση τους το 92’, για να κάνουν τη μεγαλύτερη έκπληξη στην ιστορία του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος, στο ποδόσφαιρο. Τη μεγαλύτερη μέχρι την επόμενη, που θα ‘λεγε κι ο γκάλης, αν σκεφτούμε την εθνική στα γήπεδα της πορτογαλίας το 2004)}.

Αυτό είναι όμως που ατσάλωσε τους περήφανους σέρβους και τους έκανε να ματώνουν για τη φανέλα κάνοντας την μπασκετική υφήλιο να τους βγάζει το καπέλο. Τελικά οι γιούγκοι ανέλαβαν ξανά διεθνή διοργάνωση δέκα χρόνια αργότερα, το ευρωμπάσκετ του 05’, όπου ξανακούστηκε το τιρινινί και τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Αλλά αυτό το κουβάρι θα το ξετυλίξουμε άλλη φορά.

Αντί επιλόγου μια πιθανή δωδεκάδα, που θα μπορούσαν να κατεβάσουν το 94’ οι γιούγκοι αν είχαν μείνει ενωμένοι -και ζούσε ακόμα ο ντράζεν:

ζντοβτς, τζόρτζεβιτς, σρετένοβιτς ή περάσοβιτς, ντανίλοβιτς, πέτροβιτς,
κόμαζετς, κούκοτς, πάσπαλι, ράτζα, σάβιτς, βράνκοβιτς, ντίβατς
και μου περισσεύει ο ρέμπρατσα και πόσοι άλλοι.
Προπονητικό δίδυμο, η κουμπαριά ίβκοβιτς-ομπράντοβιτς και περισσεύει ο μάλκοβιτς και μερικοί ακόμα.