Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αριστερισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αριστερισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2024

Συνδικαλιστικές ιστορίες - Α’ Μέρος: Αριστερισμός

Ποιο είναι το χειρότερο εμπόδιο στη δουλειά ενός Σωματείου;
Να παίζεις χωρίς αντίπαλο. Γιατί αυτός υπάρχει αλλά δεν είναι ορατός και δεν υπάρχει αντιπαράθεση. Ο κόσμος δυσκολεύεται να βρει νόημα να κατέβει στη συνέλευση ή τις αρχαιρεσίες του Σωματείου -έτσι και αλλιώς το ίδιο δε θα βγει; Συχνά αδιαφορεί και δεν μπορεί να καταλάβει την ουσία -το επίδικο, το διακύβευμα βρε (συν)αδερφέ- τείνοντας σε μια στάση συνωχαδερφισμού. Ενώ η πάλη των αντιθέτων τον βοηθά διαλεκτικά να βγάλει συμπεράσματα -στόχος φετίχ για εισηγήσεις, πολιτικές ομιλίες κτλ- και τους δικούς μας να μάθουν πώς να στέκονται, όταν υπάρχει αντίλογος.

Τι είναι ακόμα χειρότερο από αυτό;
Να υπάρχει αντίπαλος και μια κάποια αντιπαράθεση, αλλά να ’ναι φαιδρά σαν σαπουνόπερα. Κάτι σαν «οικογενειακές ιστορίες», με κορυφαίες ερμηνείες και ατάκες Φώσκολου.
Μίλα καθαρά, Βίρνα. Τι εννοείς;
Άκου να μαθαίνεις, Γιάγκο. Και μη στραβώνεις το στόμα σου από τώρα, θα σου χρειαστεί μετά, για την κορύφωση.

Στο Σωματείο του έκτακτου προσωπικού του ΥΠΠΟ (ΠΣΕΠ ΥΠΠΟ), λοιπόν, υπάρχουν σπάνια -μα τόσο κλασικά συνάμα- παραδείγματα που υπερβαίνουν τα συμβατικά σενάρια και ενσαρκώνουν τη φαντασία στην εξουσία.

Για μερικά χρόνια, την πλειοψηφία της διοίκησης την είχε μια παράταξη με αναφορές στο εξωκοινοβούλιο και την αυτονομία. Το ’21 δεν κατέβηκε στις εκλογές ως συνδυασμός -άλλοι κουράστηκαν, κάποιοι φυλλορρόησαν από τον κλάδο κοκ. -αυτά είναι φυσιολογικά, συμβαίνουν και στους καλύτερους χώρους. Ο απερχόμενος πρόεδρος, όμως, έβαλε υποψήφιος για αντιπρόσωπος στο ΕΚΑ. Και για να είναι βέβαιος για τα κουκιά και την εκλογή του, σαν γνήσιος «αριστερός εργατοπατέρας», έβαλε αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις για τα οικονομικά τακτοποιημένα μέλη. Δε θα ήταν τέτοια όσοι έδιναν κάτι έναντι, μια δόση ως διευκόλυνση, αλλά μόνο όσοι εξοφλούσαν και το τελευταίο ευρώ των οφειλών τους. Αλλά το χρέος αυτό, λόγω της πανδημίας -με ευθύνη και του προέδρου- συσσωρευόταν για κάμποσους μήνες, αγγίζοντας και τριψήφια ποσά σε κάποιες περιπτώσεις. Κι αν κάποιος εργαζόμενος δεν μπορούσε να πληρώσει; Ας έτρωγε παντεσπάνι. Θα είχε πάντως έναν άξιο εκπρόσωπό του, στο Εργατικό Κέντρο, να παλεύει σκληρά για τα δικαιώματά του.

Στην επόμενη συνέλευση, μια άλλη συνάδελφος της παλιάς διοίκησης (χωρίς κεφαλαία και αναφορές στον Μεσοπόλεμο) κατέβασε ένα ψήφισμα, αντιδρώντας -μεταξύ άλλων- σε μια ανακοίνωση του νέου ΔΣ και το αίτημα να γίνονται δωρεάν έλεγχοι για τους εργαζόμενους στους χώρους δουλειάς. Ποιο ήταν το σκεπτικό της διαφωνίας της; Ότι «δε θέλουμε το κράτος να έρχεται και να μας ελέγχει, για να του δίνουμε λόγο». Κι έτσι το φλερτ του χώρου της (αυτονομία) με τους αντι-εμβολιαστές πέρασε στο επόμενο στάδιο: τη συμφωνία με τη στρατηγική του κράτους -στο όνομα της καταπολέμησής του.

Σε μια επόμενη συνέλευση, παραμονές απεργίας, η ίδια αυτόνομη -ως άτομο πλέον και όχι ως παράταξη, που δεν υπήρχε πια- διαφωνούσε με το πλαίσιο της διοίκησης και την πρόταση να κατέβουμε στη συγκέντρωση του ΠΑΜΕ, γιατί είναι κομματικό μαγαζί κτλ. Πόσο μου αρέσουν οι καραμελίτσες -ιδίως αυτές που δε λιώνουν ποτέ και τις πιπιλάνε για χρόνια. Κι ενώ περιμένεις να αντιπροτείνει συμμετοχή στη συγκέντρωση των πρωτοβάθμιων, κάνει την ανατροπή -που δεν είναι εκπομπή- και μας λέει.

Για εμάς η ΓΣΕΕ και το ΠΑΜΕ είναι ακριβώς το ίδιο. Τουλάχιστον η ΓΣΕΕ είναι λιγότερο χρωματισμένη κομματικά και προτείνουμε να κατέβουμε εκεί.
Σοβαρά τώρα;
Δε σας το λέω φίλοι μου για αστείο...
Το καλύτερο αυτόνομο ξέπλυμα στον Παναγόπουλο για τα Τέμπη, από εκεί που δεν το περίμενε.

Νίκο, εγώ με αυτό το σενάριο δεν παίζω!
Ας πει ότι είμαστε γραφειοκράτες και κομματικό παράρτημα (τσεκ). Ότι δε βγαίνει κάτι με μια 24ωρη και τουφεκιές στον αέρα. Ότι αυτοί (αντι)προτείνουν 48ωρη, πολιτική απεργία διαρκείας ή ένοπλη εξέγερση με οδοφράγματα. Ας πει κάτι με βάση τις εργοστασιακές της ρυθμίσεις. Κάτι στοιχειωδώς λογικό, συνεκτικό, μια συνδικαλιά τέλος πάντων, για να γίνει μια αντιπαράθεση. Αλλά όχι αυτό! Έχει και ο αυτοσχεδιασμός στην τέχνη τα όριά του.

Στην τελευταία γενική συνέλευση, το θέμα συζήτησης ήταν η ένταξη των ειδικοτήτων του Σωματείου στα βαρέα -μια πονεμένη και αμαρτωλή ιστορία, όπου μπορεί πχ οι μόνιμοι μιας ειδικότητας να έχουν βαρύ ένσημο, αλλά οι συμβασιούχοι να μην το παίρνουν! Το Σωματείο πρόκειται να καταθέσει υπόμνημα με τη δική του θέση, προτείνοντας την ένταξη όλων των ειδικοτήτων. Εκεί όμως ο παλιός πρόεδρος παρέδωσε μαθήματα τακτικής -και διαλεκτικής σύνδεσής της με τη στρατηγική.

Μήπως να σκεφτούμε αν είναι σκόπιμο να προτείνουμε όλες τις ειδικότητες (δηλαδή και κάποιες νέες που δεν ήταν ενταγμένες στο αρχικό σχέδιο). Γιατί έτσι θα πρέπει να συσκεφτεί από την αρχή η «Επιτροπή Σοφών» και ίσως κολλήσει η διαδικασία για τις άλλες ειδικότητες.

Ίσως τώρα κάποιοι σκεφτούν κακόβουλα πως δε συμφωνεί να ενταχθούν όλες οι ειδικότητες στα βαρέα. Αυτό όμως είναι αισχρή συκοφαντία! Ασφαλώς και συμφωνεί γενικά, από θέση αρχής, προτείνει όμως μια ευέλικτη τακτική για την κατάκτηση όσων είναι εφικτά. Να πάμε για τα λίγα, για να μη χάσουμε και τα πολλά.

Τελικά η σκέψη του δεν έγινε ποτέ συγκεκριμένη πρόταση κι έτσι μπορούσαμε να περάσουμε στην έγκριση του υπομνήματος -με μικρές, επιμέρους αλλαγές. Αλλά προφανώς δεν ήταν τόσο απλό.-Θα το ψηφίσουμε τώρα; Μα δε θα το συνδιαμορφώσουμε;
(Απορία: Μα γιατί, τόση ώρα τι κάναμε δηλαδή;)

Μετάφραση για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με το εξωκοινοβουλευτικό σύμπαν.
Πίσω από τις λέξεις, διακρίνεται μια νοσταλγική διάθεση για τα φοιτητικά μας χρόνια και τις πολύωρες γενικές συνελεύσεις, όπου επικρατούσε η αντίστροφη διαλεκτική, και η υψηλή ποιότητα της συζήτησης ήταν αντιστρόφως ανάλογη με την ποσότητα των 50 ατόμων (το πολύ) που άντεχαν να την παρακολουθήσουν ως το τέλος. Οι ατέρμονες διαδικασίες για βάλιουμ και τον (τότε) πρόεδρο στο επίκεντρο, να παίρνει διαρκώς τον λόγο, ήταν ο βασικός λόγος που οι συνελεύσεις σταμάτησαν να μαζεύουν πολύ κόσμο -ακόμα και από τους υποψιασμένους. Κι αν αυτό αλλάζει σταδιακά τα τελευταία χρόνια στο Σωματείο, δεν είναι ικανός λόγος να νικήσει τη φοιτητική νοσταλγία ή την ανάγκη της παλιάς διοίκησης να καταγγείλει τη φίμωση του ελεύθερου διαλόγου.

Συμπέρασμα. Κάποτε ο Κον Μπεντίτ έγραφε ότι ο αριστερισμός είναι το φάρμακο στη γεροντική άνοια του κομμουνισμού -μια απλήρωτη απάντηση στον Βλαδίμηρο. Κι ύστερα τον έπιασε η δική του γεροντική άνοια, ξέχασε τον Μάη και αγάπησε σφοδρά το σύστημα που ήθελε να γκρεμίσει.
Αλεζία; Μάης; Χμμμ. Δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο...

Τι θέλεις να πεις, Βίρνα; Μίλα καθαρά. Εννοείς ότι ο αριστερισμός και το επίπεδο της αντιπαράθεσης κυλιέται στα πατώματα; Ότι τους τυφλώνει το αντι-ΚΚΕ μίσος τους και δεν μπορούν να δουν καθαρά μπροστά τους; Ότι θα έχουν το τέλος του Κον (μαλάκας, όνομα και πράγμα) και θα τους αφομοιώσει το σύστημα; Ότι πάσχουν από τη δική τους γεροντική άνοια; Κι ότι δεν είναι πια η τιμωρία για τα δεξιά σφάλματα των κομμουνιστών; Πες μου, αυτό εννοείς;

Μεταξύ άλλων. Αλλά όχι ακριβώς. Καταρχάς δεν μπαίνουν όλοι στο ίδιο τσουβάλι. Ούτε για τυχαία μεμονωμένα κρούσματα μιλάμε όμως. Σκέψου πχ την πρόταση «των άλλων» στο ΣΜΤ, να γίνουν εξωσωματειακές επιτροπές του Σωματείου -sic- για καταγγελίες κακοποίησης -επειδή τα θύματα μπορεί να μη θέλουν να το καταγγείλουν στο ΔΣ, αλλά να το δουν αλλιώς σε μια επιτροπή! Ή την πρότασή τους για τα ομόφυλα ζευγάρια και την τεκνοποίηση, όπου μπορούσαν θεωρητικά να «στριμώξουν» τους δικούς μας, αλλά έβαλαν μια παράγραφο για να κερδίσουν συμμάχους, που λέει ότι η κυβέρνηση νομοθετεί γιατί υποχώρησε στην πίεση του κινήματος!

Το βασικό πρόβλημα δεν είναι η νοσταλγία για τον αριστερισμό που γνωρίσαμε -και δεν αγαπήσαμε. Είναι το είδος της αντιπαράθεσης και πόσο βοηθά να συνειδητοποιηθεί ένας κόσμος. Θεωρητικά μιλώντας, είναι καλό να υπάρχει για τους λόγους που είπαμε εισαγωγικά. Στην πράξη, πολλές φορές το πλεονέκτημα ακυρώνεται και αυτό δεν το βλέπουμε μόνο στα Σωματεία, αλλά και στη δημόσια σφαίρα. Εκεί η αντιπαράθεση τείνει να χάνει την ουσία, μπλέκει στις εντυπώσεις, σε έτοιμα σχήματα κτλ. Είναι σαν το επίπεδο να ακολουθεί την πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους, στον καπιταλισμό.

Εν κατακλείδι: ο χώρος περνάει υπαρξιακή κρίση, αλλά αυτό ξεφεύγει από το θέμα της ανάρτησης. Μπορεί να έχει σύντομες κινηματικές αναλαμπές, να αναστηθεί προσωρινά από δικά μας λάθη, αλλά οι προοπτικές του τελειώνουν κάπου εκεί. Ο (πάλαι ποτέ) «αριστερισμός» δεν είναι βέβαια το μεγαλύτερο πρόβλημα του κινήματος. Αλλά εφόσον παίρνει τέτοιες θέσεις, γίνεται μέρος του προβλήματος. Σε κάθε περίπτωση, ο προβληματισμός για τις «συνδικαλιστικές ιστορίες» είναι κατά πολύ ευρύτερος και έχει άπειρα επεισόδια. Μείνετε συντονισμένοι στις οθόνες σας.

Αντί επιλόγου, μια φωτό που δεν έχει να κάνει (ελπίζω) με το θέμα του α’ μέρους, αλλά είναι -κατά μια έννοια- εισαγωγή για το επόμενο.


Σάββατο 21 Απριλίου 2018

ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Μια Μεταβατική Αναμέτρηση.

Για να σπάσει λίγο η νέκρα των τελευταίων ημερών, που σημειώνει ο ratm, βάζω ένα κείμενο του ΛΣ για τον Αριστερισμό που [δεν] αγαπήσαμε, τη Συνδιάσκεψη της Ανταρσυα και κάποιες νέες διεργασίες, που ομολογώ πως γίνονται πλέον σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες, ακόμα και για τους πιο μυημένους.

Μια απ’ τις πιο κρίσιμες στιγμές στην ιστορία της Ανταρσύα(ς) αναμένεται μα λάβει χώρα το διήμερο 21-22/4 στο κλειστό κέντρο πυγμαχίας στο Περιστέρι οπού θα πραγματοποιηθεί η 4η Συνδιάσκεψη της.

Στην πραγματικότητα όχι. Αυτό που μόλις διαβάσατε, όπως και ο τίτλος του κειμένου ονομάζεται στη δημοσιογραφική γλώσσα impact boosting μέσω misleading wording1 ή όπως έλεγε ο πατέρας μου: «Κάνανε την τρίχα-τριχιά2


Ένα γρήγορο recap

Η Ανταρσύα είναι ο μεγαλύτερος σχηματισμός της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Και λέω ο μεγαλύτερος όχι γιατί η ΛΑΕ δεν είναι εξωκοινοβουλευτική ή γιατί δεν είναι μεγαλύτερη αλλά γιατί η ΛΑΕ ανήκει περισσότερο στον κεντροαριστερό χώρο, περίπου σαν τον Συνασπισμό του Νίκου Κωνσταντόπουλου ένα πράμα, αν και αισθητικά είναι περισσότερο καφενειακή και τσιπουράτη και όχι café-bistrάτη όπως ο ΣΥΝ των 90’s. Η Ανταρσύα ιδρύθηκε το 2009 ως μέτωπο οργανώσεων-κομμάτων, τεχνικά «αριστερότερο» του ΚΚΕ, ενώ πέρασε μια κάπως οδυνηρή διάσπαση το Σεπτέμβρη του ’15 όταν οι δεξιότερες οργανώσεις προσχώρησαν στη ΛΑΕ. Νωρίτερα είχε περάσει δεξιότερα του ΚΚΕ, ολόκληρη.

Σήμερα, η ζωή μου όλη σήμερα

Αυτό το σαββατοκύριακο λοιπόν πραγματοποιείται η συνδιάσκεψη της Ανταρσύα(ς), το ανώτατο σώμα της, το οποίο φιλοδοξεί να γίνει η απαρχή της ανατροπής, της απαύτωσης και της ξεπάτωσης του καπιταλιστικού συστήματος. Ο προσυνδιασκεπτικός διάλογος υπήρξε ως συνήθως πλούσιος, με τα θέματα που απασχόλησαν να είναι οργανωτικής υφής αλλά φυσικά και πολιτικής. Άλλωστε όπως λέει και μια παλιά παροιμία από το Πράσινο Ακρωτήρι3 «τα οργανωτικά ζητήματα είναι και πολιτικά». Το πολιτικό ζουμί λοιπόν είναι αυτό το προαιώνιο ερώτημα που ταλανίζει κάθε αριστερό σχηματισμό από το 1848 και έπειτα. Βαθύ ή Ρηχό; Στενό ή Πλατύ; «Σούπα» ή «καθαρότητα»; Απ’ τη μια έχουμε την «αριστερή» πτέρυγα υπό τους ΝΑΡ, ΑΡΙΣ αλλά και ΣΕΚ. Η πλευρά αυτή δεν αρνείται την «κινηματική» συνεργασία με τη ΛΑΕ αλλά αρνείται οριζοντιοκάθετα την κεντρική-πολιτική και επιδιώκει την εκβάθυνση και ισχυροποίηση των «κομμουνιστικών χαρακτηριστικών» της Ανταρσύα(ς).

-Των ποιών;
-Αυτών. 1-0.

Θεωρεί δε, ότι το πρόγραμμα της Ανταρσύα(ς) πρέπει να είναι αμιγώς «αντικαπιταλιστικό» και εν πάση περιπτώσει να θέτει θέμα εξόδου απ’ την ΕΕ και όχι απλώς εξόδου απ’ το Ευρώ όπως λέει η ΛΑΕ.

Απ’ την άλλη έχουμε την 5η φάλαγγα της ΛΑΕ μέσα στην Ανταρσύα με κορμό τη νέα ομαδοποίηση με τίτλο «Μετάβαση» καθώς και κάποιους ανένταχτους. Το τμήμα αυτό δεν θέλει ντούρο μπετοναρισμένο μονομπλόκ (σιγά τα αίματα) «αντικαπιταλισμό» αλλά, σύμφωνα με τους επικριτές του, μια «αντιμνημονιακή σούπα». Μια σούπα τόσο ρευστή που αποκλείεται να είναι βελουτέ. Έστι δε Μετάβαση, η πλατφόρμα/καρότσα/τρέηλερ που προέκυψε με τη συμμετοχή της ΕΠΠΔ4 (πρώην μερίδα ΑΡΑΝ) καθώς και των πρόσφατα αποχωρησάντων «δεξιών» (ή και δεξιών) του ΝΑΡ. Οι τελευταίοι, φέρονται να έχουν εξυφάνει το πιο περίπλοκο σχέδιο άλωσης σχηματισμού από καταβολής κόσμου, σχέδιο που θυμίζει κάτι απ’ τα τσαλίμια των ΑΡΑΝ-ΑΡΑΣ στην εποχή του ΜΑΡΣ το ‘14-‘15, τότε που συνδιαλεγόμενοι κάθονταν και απ’ τις δύο πλευρές του τραπεζιού. Εκτός λοιπόν από τη συμμετοχή τους στη Μετάβαση που όπως είδαμε συμμετέχει στην Ανταρσύα, έχουν ιδρύσει την «Αναμέτρηση» η οποία δε συμμετέχει στην Ανταρσύα και ψιλοείναι ψιλοκανονική ψιλο-οργάνωση. Η Αναμέτρηση στα ιδρυτικά της κείμενα ζητάει να «φτιάξουμε τον τόπο που θα συναντηθούμε ξανά» αφού μετρήσουμε το αμέτρητο και ξαναμετρήσουμε το μετρημένο. Το πιο κουφό απ’ όλα όμως είναι το άλλο. Η Αναμέτρηση έχει μεν μέλη της στη Μετάβαση, άρα ασκεί πίεση στο μαλακό υπογάστριο της Ανταρσύα(ς), αλλά όλα τα μέλη της Αναμέτρησης… δεν υποχρεούνται να είναι και μέλη της Ανταρσύα(ς). Υπάρχουν δηλαδή και «σκέτοι» Αναμετρητές και Αναμετρητές «μεταβατικοί» και «αντάρτικοι»! Για τους παλιούς εαακίτες, η Αναμέτρηση είναι «εντός, εκτός κι εναντίον» (και μαζί), για τους υπόλοιπους…


Δίπλα στο κύριο ερώτημα «ολάνθιστο κρίνο ή κλειστό καβούκι» τριβές αναμένεται να προκληθούν και ανάμεσα στο ΣΕΚ και λίγο πολύ όλους τους άλλους καθότι το ΣΕΚ κατηγορείται σφοδρά από πολλούς, μέσα και έξω, για «ξέπλυμα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού», υποστήριξη απάλευτων ψιλο-αλλά-όχι-ακριβώς τζιχαντοειδών στη Συρία κλπ. Η αμηχανία των πρόσφατων εξισορροπιστικών ταπανταολικών ανακοινώσεων της Ανταρσύα(ς) είναι ενδεικτική αυτών των τριβών στον τομέα αυτό.

Το φοιτητικό πολύ το αγαπώ

Παρεμπίπτον ζήτημα είναι το ζήτημα των ΕΑΑΚ που, θέλοντας και μη, είναι αντικειμενικά η λίγο-πολύ κοινή έκφραση των Ανταρσύα-ΛΑΕ στα πανεπιστήμια. Καθώς οδεύουμε προς τις φοιτητικές εκλογές στα μέσα Μάη εντείνονται οι τριγμοί στο εσωτερικό (ή μάλλον στο «εσωεξωτερικό») τους. Ένα σήριαλ με πολλά επεισόδια τα τελευταία 2-3 χρόνια καθώς οι δυνάμεις που αναφέρονται στην Ανταρσύα θέλουν να δώσουν στα ΕΑΑΚ ένα σαφές στίγμα «παράταξης» της στα πανεπιστήμια, ακόμα και αν δεν το δηλώνουν φανερά, ενώ απ’ την άλλη οι δυνάμεις της ΛΑΕ προτιμούν έναν πιο μετωπικό-νερόβραστο χαρακτήρα, χρησιμοποιώντας και ως όχημα τεμάχια της πρώην νεολαίας Σύριζα. Στα πλαίσια αυτά έχουν δημιουργήσει τους σχηματισμούς ΑΡΕΝ και ΑΡΔΙΝ, τίτλους τους οποίους κοτσάρουν δίπλα στον τίτλο ΕΑΑΚ. Αυτό είχε/θα έχει ως αποτέλεσμα κάποια διπλά «κατεβάσματα» τύπου ΕΑΑΚ-ΑΡΕΝ-ΑΡΔΙΝ (ανάμικτο) και ΕΑΑΚ (σκέτο) σε κάποιες σχολές. Συχνότερα, η ηγεμονεύουσα δύναμη σε κάθε σχήμα/σχολή απλώς εκπαραθύρωνε τα άτομα απ’ τις μειοψηφούσες οργανώσεις και κατοχύρωνε το brand name. Και όταν λέμε «εκπαραθύρωνε», δεν εννοούμε κυριολεκτικά «πετούσε απ’ το παράθυρο» αν και μετά απ’ όσα έχουμε δει και ακούσει δεν αποκλείεται ανάμεσα στα σούτια και τα μπουκέτα που αντηλλάγησαν πέρσι να έφυγε όντως και κανένας απ’ το παράθυρο. Το πανηγύρι βέβαια συμβαίνει στα αποτελέσματα των τελευταίων ετών με τους εαακίτες να προσπαθούν να σώσουν τα ασυμμάζευτα. Ειδικά οι εκ της Ανταρσύα(ς) θίγονται όταν τους λες «κατεβαίνετε μαζί Ανταρσύα-ΛΑΕ αλλά όταν έρθει η ώρα προσθαφαιρούν ό,τι κινείται σε ακτίνα 500 χιλιομέτρων.

Καλά εσύ (ΑΡΑΝ) έφυγες νωρίς

Οπότε ερχόμαστε στο καταφατικά διατυπωμένο ερώτημα του τίτλου του κειμένου. Είναι πραγματικά η Ανταρσύα μπροστά σε μια μεταβατική αλλά κρίσιμη αναμέτρηση; Βραχυπρόθεσμα, σίγουρα όχι. Η δεξιά πτέρυγα είναι αδύναμη να διεκδικήσει κάτι χειροπιαστό. Η «αριστερή» απ’ την άλλη, παρότι έχει την ηγεμονία, έχει ακόμα τις δευτερεύουσες εσωτερικές αντιθέσεις της. Η πραγματική ευκαιρία των μετωπικών ήταν το ‘15 όταν αφού «εκβίασαν» ανεπιτυχώς τη συνεργασία Ανταρσύα-ΛΑΕ, κάποιοι έφυγαν και κάποιοι έμειναν. Μιλάμε ουσιαστικά για έναν ιδιότυπο νόμο του Μέρφι, ο οποίος διατυπώνεται αδόκιμα στο «Λίγο μετά απ’ όταν φύγεις από μια οργάνωση/μέτωπο όπου είσαι μειοψηφία, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις να την “πάρεις”». Αλλά και ένα νόμο ακόμα «Όταν είναι να φύγεις από κάπου που είσαι μειοψηφία γιατί απηύδησες που τρως φάπες και δεν αποφασίζουν και οι φίλοι σου να φύγουν, το αποτέλεσμα είναι και η δυναμική της φυγής να μικραίνει και οι φίλοι σου να μένουν ξεκρέμαστοι».

Μπορεί να ξέρουμε συνεπώς ποια πτέρυγα θα «πάρει» τη Συνδιάσκεψη (η «αριστερή»), αλλά μακροπρόθεσμα όπως λέγεται στα πηγαδάκια… «τίποτα δεν έχει τελειώσει».

1. Konnikova, M. (2014) «How headlines change the way we think», The New Yorker [online], 17 Δεκέμβρη
2. Πατέρας, Λ.Σ. (1996) «Λοιπόν κάτσε να σου πω πέντε πράγματα», ιδιωτική συζήτηση, κάμποσο Ιούλη
3. Ντουάρτε, Μ. (1978) «Αιμάτινο γραπτό»
4. Ενωτική Πρωτοβουλία Παρέμβασης και Διαλόγου, πρώην «αριστερή» ΑΡΑΝ και ανένταχτοι

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015

Οι αριστεριστές

Δεν ξέρω αν έτυχε να διαβάσεις, σφε αναγνώστη, αυτό το κείμενο του Ατέχνως, και τα αποσπάσματα εν είδει βιβλιοπαρουσίασης, μιας βιωματικής αφήγησης για τους αριστεριστές των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης, που θα μπορούσε να είναι τα προλεγόμενα ή η προϊστορία στο αφιέρωμα του Λαϊκού Στρώματος στο σύγχρονο αριστερισμό (τις αιρέσεις και τις μεταλλάξεις του), που θα παραμείνει ημιτελές, όπως όλα σχεδόν τα μεγάλα έργα. Μια «μπροσούρα» που ρίχνει μια τρυφερή ματιά στο παρελθόν το συγγραφέα και των συντρόφων/συναγωνιστών του, από την οποία λείπουν οι βαριές πολιτικές αναλύσεις, όχι όμως η ειλικρίνεια κι οι ωραίες πικάντικες ιστορίες –που είναι κι αυτό που μας μένει πολλές φορές στο τέλος.

Αυτή η ειλικρίνεια προχωρά σε μερικές ενδιαφέρουσες ομολογίες, που θα μας απασχολήσουν στο σημερινό κείμενο. Ο Δημήτρης Κουκουλάς ακολουθεί τη σχεδόν στερεοτυπική διαδρομή πολλών αριστερ(ιστ)ών της γενιάς του, από το εργατικό κίνημα (στροφή) στις γειτονιές και την οικολογία, κι από το μαοϊκό χώρο στην αγκαλιά του ρεβιζιονισμού και της ανανεωτικής αριστεράς (τουλάχιστον δεν πήγε στο ΠαΣοΚ)! Το ζουμί όμως βρίσκεται στο υποκεφάλαιο, όπου εξηγεί το ακριβές σκεπτικό της πολιτικής του μετατόπισης.

Το μεγαλύτερο, ίσως, πολιτιστικό και ταυτόχρονο πολιτικό γεγονός εκείνης της εποχής ήταν, νομίζω, το 1ο Φεστιβάλ Αυγής-Θούριου που έγινε στο Άλσος της Νέας Σμύρνης. Κάπου εκεί στο 77’ με 78’ πρέπει να ήτανε. Επήγαμε και εμείς οι άρτι ορφανισθέντες και… άγριοι μαοϊκοί. Επήγαμε στα… ρεβιζιόνια, όπως τους λέγαμε τόσα χρόνια! Καχύποπτοι και επιφυλακτικοί, όχι όμως εχθρικοί όπως στο ΚΚΕ, σαν παλιά που πηγαίναμε εμείς οι ΑΕΚτζήδες σε αγώνες του Παναθηναϊκού με άλλες ομάδες και ερχόντανε και αυτοί σε παρόμοιους δικούς μας αλλά ούτε εμείς ούτε αυτοί πηγαίναμε ποτέ στον Ολυμπιακό. Καχυποψία και επιφυλακτικότητα υποχώρησαν γρήγορα. Εκτός από το περίπτερο της Ρουμανίας που τους τα χώσαμε χοντρά για τον Τσαουσέσκου. Στο τέλος, πάντως, φύγαμε γοητευμένοι. Και δεν ήταν μόνο το υψηλό επίπεδο των πολιτιστικών εκδηλώσεων, το κέφι, τα σουβλάκια, τα κλαρίνα και τα βιολιά, τα κιόσκια με τα έντυπα και οι θεωρητικές συζητήσεις θεματικών ενοτήτων –από τόσο κοντά η «άλλη» άποψη. Ήταν και τα χαμογελαστά πρόσωπα ανθρώπων που δε συναντιόμασταν μέχρι τότε στους δρόμους. Αλλά ας μην κρυβόμαστε: το πιο σημαντικό, νομίζω, για όλους μας ήταν αυτή η διάχυτη αίσθηση ενός απροσδιόριστου ερωτισμού που διαπερνούσε την ατμόσφαιρα. Ερωτεύσιμοι άνθρωποι, γυναίκες και άντρες, με θελκτικά κορμιά σε … χαλαρές εκδοχές! Πρόσχαρες εθελόντριες χωρίς στηθόδεσμο με ανασηκωμένες… μυτούλες! Χαμόγελα, έλξη. Αυτά είναι πράγματα που νομίζω πως δεν τα προσέχουν οι ειδικοί μελετητές των κοινωνικών ανακατατάξεων και των κοινωνικών φαινομένων. Και είμαι σίγουρος ότι δεν έχει αξιολογηθεί ακόμη η ιστορική διάσταση αυτής της γιορτής, που τόσο καταλυτικά επέδρασε σε μια μεγάλη μερίδα κόσμου. Όπως εμείς, οι πρώην μαοϊκοί, που μετέωροι ως εκείνη τη στιγμή ήρθαμε σε επαφή με ανθρώπους που μέχρι τότε σνομπάραμε. Νιώσαμε την ανθρώπινη ζεστασιά. Και σαν ώριμοι από καιρό, δεχτήκαμε μια θετική αύρα από συναίσθημα και θεωρία. Ροζέ Γκαρωντύ, Νικος Πουλαντζάς, Ενρίκο Μπερλινγκουέρ. Και ίσως τότε εκεί να έπεσε ο πρώτος σπόρος για την μετέπειτα σταδιακή στροφή του «χώρου» μας προς ΚΚΕ Εσωτ., Συνασπισμό και Σύριζα.

Μπορεί αυτόν να τον κέρδισαν οι αναθεωρητές Ρηγάδες και να πήγε προς τα δεξιά, αλλά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο συσπειρώνει, οργανώνει κι αναπαράγεται σήμερα ο αριστερισμός των/της Εαακ –που κι αυτός εξάλλου πολιτικά προς τα δεξιά γέρνει. Με την ακατανίκητη γοητεία που ασκούν σε ανώριμες (ή απλά μικροαστικές) συνειδήσεις η αναζήτηση, οι χαλαρές, οργανωτικές δομές, η ελευθεριάζουσα δραστηριότητα, οι ευχάριστες γνωριμίες κι ο υφέρπων παραγοντισμός (socializing), που δεν μπορεί να σου προσφέρει ένα κόμμα με αυστηρή δομή και πολιτικό στίγμα. Κι είναι αρκετά εντυπωσιακό πώς ο αριστερισμός (στη χώρα μας και διεθνώς) πέρασε από το στάδιο του εργατισμού και της εξωτερικής μίμησης του χαρακτήρα της εργατικής τάξης, που τη συναντά σαν εξωτικό είδος, κάτι έξω από αυτόν κι επιχειρεί να αφομοιώσει μηχανιστικά κάποια στοιχεία της (πχ με τους φοιτητές να ακολουθούν τα πρότυπα της κινέζικης πολιτιστικής επανάστασης και να πιάνουν δουλειά σε εργοστάσια) στην άλλη όψη του νομίσματος και την πλήρη σχεδόν άρνηση κάθε εργατικού στοιχείου (που δεν υποδηλώνεται συνήθως ανοιχτά, αλλά με την προσπάθεια να εκφραστεί η νέα βάρδια της εργατικής τάξης, τα νέα δυναμικά στρώματα, και όχι μόνο το παρωχημένο χειρωνακτικό προλεταριάτο).
Αυτός, παρεμπιπτόντως, είναι ένας αρκετά περιεκτικός ορισμός του εργατισμού. Όταν δηλ μη εργατικά στοιχεία, επικαλούνται με ζήλο την εργατική τάξη και προσπαθούν άγαρμπα και επιθετικά να φανούν ως γνήσιοι (αν όχι κι αποκλειστικοί) εκφραστές της.

Μια γκροτέσκα, υπερβολική καρικατούρα, που προβάλλεται μερικές φορές στον αντίποδα, είναι αυτή των σκληρών κι αγέλαστων προσώπων, με τα ροζιασμένα χέρια και τα αλύγιστα χείλη, που δένουν το ατσάλι, με ατσάλινη μηχανική σκέψη, και γίνονται ιμάντες μεταφοράς της σιδερένιας θέλησης του κόμματος, χωρίς ίχνος πρωτόβουλης δημιουργικότητας.

Σε αυτό το τεχνητό, εν πολλοίς, δίπολο, οι σκληραγωγημένοι εργάτες φαίνονται ικανοί και οι πλέον κατάλληλοι, για να κάνουν και να φέρουν εις πέρας την επανάσταση, σε αντίθεση με τους καλλιεργημένους, πλην αμφιταλαντευόμενους, διανοούμενους, που φαίνονται πιο κατάλληλοι για να ενσαρκώσουν το νέο τύπο ανθρώπου, τις κλίσεις, τα ενδιαφέροντα, την ευρυμάθεια και τον πλούτο που θα το χαρακτηρίζει και θα προωθήσει την οικοδόμηση της κοινωνίας του μέλλοντος.

Εκτός κι αν προτάξουμε την αρνητική διατύπωση των παραπάνω θέσεων. Ότι δηλ η αφρόκρεμα της πνευματικής ελίτ δε θα μπορέσει να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις ενός δύσκολου και μακροχρόνιου αγώνα (πόσο μάλλον ενός επαναστατικού ξεσπάσματος κι ενός εμφύλιου, ταξικού πολέμου). Και στον αντίποδα πως μια μονοδιάστατη, αμόρφωτη τάξη δε φαντάζει ικανή να αναλάβει μεγάλες ιστορικές πρωτοβουλίες, να υπηρετήσει δημιουργικά μια μεγαλόπνοη προοπτική και να δώσει ώθηση στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό.

Το παραπάνω δίπολο μπορούμε να το δούμε σε αρκετές παραλλαγές: χειρωνακτική-πνευματική εργασία, θεωρία-δράση, σπουδάζουσα και εργατιά, σφοδρός έρωτας και μεγάλη, μακρόχρονη σχέση (για να πιάσω κι αυτό το «ερωτεύσιμοι» του αποσπάσματος του ΔΚ).

Κάποιοι θεωρούν αυτονόητο (και είναι) ότι χρειάζεται ένας συνδυασμός, που θα ξεπερνά τις παραπάνω μονομέρειες. Κάποιοι άλλοι προσθέτουν (κι έχουν δίκιο) πως το βάρος θα πρέπει να δοθεί παρόλα αυτά στην εργατική τάξη και όχι πχ σε κλάδους με μικροαστικά στοιχεία που προλεταριοποιούνται μεν, αλλά κουβαλάν πολλά στοιχεία της παλιάς τους συνείδησης και αρνούνται να τα αποκηρύξουν ή να νιώσουν τον εαυτό τους ίσα κι όμοια με τους άλλους εργάτες, να κάνουν κάποια χειρωνακτική δουλειά (εάν δε βρίσκουν στο αντικείμενό τους), κτλ. Αλλά αυτή η προτεραιότητα δεν είναι στείρα, αρνητική, βάρος στο ένα από τα δύο, και εις βάρος του δεύτερου. Γιατί, από αυτή την άποψη, το βάρος πρέπει να δοθεί στα καλύτερα στοιχεία και των δύο, με στόχο την αμοιβαία υπέρβαση των ανεπαρκειών τους.

Και αυτός ακριβώς είναι, όπως το αντιλαμβάνομαι τουλάχιστον, κι ένας από τους βασικούς ρόλους που καλείται να επιτελέσει το κόμμα, ως πρωτοπορία της εργατικής τάξης κι ενιαίος εκφραστής των διαφόρων τμημάτων της.

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014

Θεωρητική ανατομία του αριστερισμού

Εν αρχή ην το άτομο. Κι αμέσως μετά άρχισε να διασπάται και να πολλαπλασιάζεται σαν αμοιβάδα. Έτσι περίπου έγινε και με τον χώρο του εξωκοινοβουλίου, με τη διαφορά ότι η κοινή, αρχική μήτρα όλων των οργανώσεων ήταν το κόμμα κι οι κατά καιρούς διάφορες ιστορικές διασπάσεις του. Για να αποκρυπτογραφήσει κανείς λοιπόν το γενετικό υλικό αυτού του χώρου, πρέπει να μελετήσει αυτές τις διασπάσεις και τον χαρακτήρα τους. Κι αν από αυτές προκύπτουν κοινές πολιτικές ρίζες, πρόγονοι κι αναφορές με το κόμμα, υπάρχει και το αντεπιχείρημα πως το dna του ανθρώπου και του χιμπατζή είναι ίδια κατά 99%, αλλά είναι το υπόλοιπο 1% που κάνει τη διαφορά. Και αυτό εξηγεί την επιμονή κάθε οργάνωσης σε θέσεις πολιτικής καθαρότητας απέναντι στα άλλα ανθρωποειδή και τις μαϊμούδες απομιμήσεις της κομμουνιστικής φυσιογνωμίας (όπως την αντιλαμβάνεται ο καθένας τουλάχιστον).

Ο πρώτος βασικός διαχωρισμός στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος, που καθορίζει και τη φυσιογνωμία του σύγχρονου εξωκοινοβουλευτικού χώρου, έρχεται με την εμφάνιση του τροτσκισμού στο μεσοπόλεμο. Η πρωτότυπη ιδιαιτερότητα αυτού του ρεύματος είναι ότι δέχεται να προσδιορίζεται από το όνομα και τις ιδέες του αρχηγού του, σε αντίθεση με το «αντίπαλο δέος» των (κατ’ αυτούς) σταλινικών, που είτε θεωρούν αντιεπιστημονικό τον όρο, είτε προσδιορίζονται με άλλο τρόπο, πχ μαρξιστές-λενινιστές και με έμφαση στην παύλα που τα συνδέει· και η οποία συνεχιζόταν κάποτε και με άλλες παυλίτσες (-σταλινικοί-ζαχαριαδικοί), αλλά αυτό προσδιόριζε στο σύνολό τους τους κομμουνιστές κι όχι κάποιο ιδιαίτερο ρεύμα.

Κι η βασική ιδιαιτερότητα του ελληνικού τροτσκισμού είναι πως δεν προέκυψε από κάποιες μαζικές «σταλινικές εκκαθαρίσεις» στο κόμμα, αλλά μάλλον από άτομα και ομάδες που συνάντησαν στην πορεία τον τροτσκισμό, δίνοντας θεωρητικό υπόβαθρο στις διαφωνίες και την αποχώρησή τους. Παρομοίως και ο μ-λ χώρος δεν προέκυψε από κάποια μαζική διάσπαση του κόμματος, αλλά ως παρακλάδι κάποιων διαγραμμένων ζαχαριαδικών της τασκένδης (χωρίς όμως τη σύμφωνη γνώμη του ίδιου του ζαχαριάδη).

Όσοι θεωρούν ξεπερασμένη κι αναχρονιστική τη διαπάλη και τη θεωρητική διαπάλη που ξεδιπλώθηκε πάνω σε ζητήματα επαναστατικής τακτικής και στρατηγικής στον καπιταλιστικό κόσμο και σοσιαλιστικής οικοδόμησης, είναι καταδικασμένοι να σκοντάψουν στους ίδιους ακριβώς κόμβους : μέτωπα, συμμαχίες, χαρακτήρας της επανάστασης, κτλ. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει εν μέρει και σήμερα, όπου μπορεί να μην μπαίνουν μπροστά μας καθήκοντα και θεωρητικά προβλήματα για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μία ή περισσότερες χώρες, αλλά οι πολιτικές αναλύσεις του χώρου δανείζονται αρκετά στοιχεία από αυτά τα ρεύματα και τη μεταξύ τους διαμάχη. Γράφω για ρεύματα κι όχι για τους «ιδρυτές» τους ή τις ηγετικές φυσιογνωμίες στις οποίες αναφέρονται, γιατί είναι ζήτημα αν οι διάφοροι «επίγονοι» εκφράζουν πιστά κι ενιαία το πνεύμα τους και κατά πόσο μπορούν να συγκριθούν μαζί τους, λειτουργώντας σε τελείως διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο.

Σε κάθε περίπτωση, ο πολιτικός λόγος της ποικιλώνυμης αριστεράς (ριζοσπαστικής, επαναστατικής ή του γλυκού νερού) έχει σήμερα σαφείς επιρροές από το μεταβατικό πρόγραμμα της τέταρτης διεθνούς και των τροτσκιστών, διατυπώνει στόχους γύρω από το νόμισμα και το χρέος, δανείζεται αυτούσια αιτήματα από το αρχικό πρόγραμμα του 36’, όπως την κρατικοποίηση των τραπεζών, και διαμορφώνει ένα μεταβατικό πρόγραμμα εξόδου από την κρίση, με θεωρητικό στόχο να γεφυρώσει το ζοφερό παρόν, όπου δεν υπάρχει επαναστατική κατάσταση με τη μελλοντική προοπτική ενός ριζικού επαναστατικού μετασχηματισμού. Στη.. μεταβατικότητα αυτή μάλιστα διακρίνονται διάφορες διαβαθμίσεις και ταχύτητες με τους μεταβατικούς στόχους ενός τμήματος της ανταρσύα πχ να θεωρούνται από άλλα μαξιμαλιστικοί ή σεχταριστικοί, γιατί στενεύουν το πλαίσιο της μετωπικής συμφωνίας· σε διάκριση με το μεταβατικό ρεφορμισμό του σύριζα, που ζητάει ένα εύλογο μεταβατικό διάστημα, προκειμένου να προωθήσει πιο ενεργά αυτή τη μετάβαση (σε ένα αδιόρατο κι ασαφές μεταμνημονιακό τοπίο). Της μετάβασης το κιγκλίδωμα..

Τα παραπάνω θυμίζουν κάπως και το σχήμα της διαρκούς επανάστασης (που έλκει την καταγωγή του από τους κλασικούς, αλλά επανανοηματοδοτήθηκε από τον τρότσκι) που ξεκινούσε ως αστική αλλά εξελισσόταν συνεχώς και βάθαινε στην πορεία τον χαρακτήρα της. Σήμερα βέβαια μπορεί να μην μπαίνει ως καθήκον μπροστά μας ο αστικοδημοκρατικός εκσυγχρονισμός της ελληνικής κοινωνίας, μέσω μιας αστικής αρχικά (στη μορφή και το περιεχόμενο) επανάστασης που θα μετεξελιχθεί στη συνέχεια, αλλά το σχήμα αναπροσαρμόζεται και κινείται από μια μη επαναστατική μορφή και κατάσταση (πχ αντικαπιταλιστική ανατροπή) σε μια επαναστατική κίνηση-εκδήλωση, μέσω συνεχών τομών και ρήξεων, σε ένα ιδιότυπο στιλ «διαρκούς μη επανάστασης με επαναστατικά χαρακτηριστικά».

Η τροτσκιστική ηγεμονία στο πρακτικό κομμάτι συμπληρώνεται διαλεκτικά (;) από τη θεωρητική ανάλυση για τη θέση της χώρας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, που προσεγγίζει τον πολιτικό λόγο του μ-λ ρεύματος για τον υποτελή κι εξαρτημένο ελληνικό καπιταλισμό –λογική που διατρέχει κι ένα κομμάτι του αριστερού κυβερνητισμού του σύριζα. Μπορεί οι διατυπώσεις στις προγραμματικές επεξεργασίες και τα επίσημα ντοκουμέντα να μην αλλάζουν ουσιαστικά, παράλληλα όμως η εκτίμηση για την υποβάθμιση της διεθνούς θέσης του ελληνικού καπιταλισμού συνοδεύεται με θέσεις περί κατοχής, υποτελών κυβερνήσεων, χούντας του δντ και της τρόικας, νέα μορφή εκδήλωσης του εθνικού ζητήματος, διάκριση «μητρόπολης-περιφέρειας» στην εε, κτλ.

Η κάθε θεωρητική ανάλυση βέβαια υπαγορεύει συγκεκριμένα πρακτικά καθήκοντα (με αντι-ιμπεριαλιστικό ή αντικαπιταλιστικό πρόσημο). Το πιο σημαντικό λοιπόν σε αυτή την εκρηκτική μίξη είναι το σπάσιμο αυτής της λογικής αλληλουχίας και το επιλεκτικό πάντρεμα των πιο ετερόκλητων στοιχείων από το θεωρητικό μπουφέ των διαφόρων πολιτικών ρευμάτων, που μόνο στη διαλεκτική τους υπέρβαση δεν οδηγεί. Χαρακτηριστική αυτής της ιδεολογικής σύγχυσης είναι και η πολεμική που ασκείται ενάντια στο κκε, πότε για επιστροφή στο σταλινισμό –sic- και την τρίτη περίοδο του σοσιαλφασισμού και πότε για τροτσκιστική παρέκκλιση, επειδή βλέπει κριτικά την ιστορική πείρα των λαϊκών μετώπων.


Μένει βέβαια να δούμε αν οι πολιτικές διαφορές αυτών των ρευμάτων, μπορούν να θεωρηθούν όντως ξεπερασμένες ή αν έχουν να προσφέρουν κάτι στη σημερινή συγκυρία, έξω από το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο εκδηλώθηκαν, καθώς και να απαντήσουμε στο «προβοκατόρικο» ερώτημα αν υπάρχουν στρατηγικές ομοιότητες μεταξύ του μεταβατικού προγράμματος και της τακτικής των λαϊκών μετώπων, με το λαοκρατικό στάδιο που φαίνεται να εισχώρησε σε ορισμένες περιπτώσεις κατά την εφαρμογή της. Όπως επίσης να δούμε την επίδραση που άσκησε περισσότερο στο εποικοδόμημα και την κουλτούρα του εξωκοινοβουλίου ο μάης του 68’, η νέα αριστερά και η διάσπαση του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος. Όλα αυτά όμως θα ήταν αντικείμενα προσεχών αναρτήσεων.

Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Διατροφικός υλισμός κι αριστερισμός

Η βασική παρέκκλιση του δια-ματ, με την έννοια του διατροφικού υλισμού, αυτές τις (φ)άγιες μέρες είναι ο αριστερισμός. Πώς εκδηλώνεται όμως αυτή η αριστερή παρέκκλιση;

Ο αριστερισμός εκδηλώνεται πχ στη σπαραξικάρδια ατάκα της χήρας από την ταινία «η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα»: «δεν το ‘φαγες το αρνί μιχαλάκη μου, αυτό σε έφαγε». Αν και όπως λέει απορημένος στην ασπίδα της αρβέρνης ο οβελίξ: «δεν ήξερα πως μπορεί κανείς να παραφάει».

Κι εντάξει ο οβελίξ έπεσε μικρός στην χύτρα με το μαγικό ζωμό και δικαιολογείται. Αριστερισμός όμως είναι η στάση του αρχηγού μαζεστίξ στην ίδια περιπέτεια, που αγνοώντας τις δραματικές συνέπειες του τελευταίου τσιμπουσιού και ότι η μιμίνα ξόδεψε τα καλύτερα χρόνια της ζωής της με ένα βάρβαρο χοντροαγριογούρουνο, μετατρέπει τη διαδρομή του προς τα ιαματικά λουτρά για τη θεραπεία του σε ένα γαστριμαργικό μαραθώνιο, επενδυμένο –όπως κάθε αριστερισμός άλλωστε- με το καταστάλαγμα της λαϊκής σοφίας και τα τσιτάτα των κλασικών: «η κατάχρηση στη σάλτσα, φέρνει στην υγειά στραπάτσα» (από τον κρυφό τρίτο τόμο της γερμανικής ιδεολογίας), ή «όταν έχεις ορεξούλα, όλα πάνε κατ’ ευχούλα». Μετά όμως νιώθει «λίγο βαρύς παιδιά» και ξαπλώνει κάτω από ένα δέντρο, για να ανακαλύψει το νόμο της βαρύτητας του συκωτιού, με ένα φύλλο (συκής) που πέφτει στο στομάχι του, ξεσκεπάζοντας τον πόνο και την αδυναμία του.

Οργανωμένη έκφραση του αριστερισμού, με παντελή απουσία της αίσθησης του μέτρου, είναι πχ κάτι μαζικά τσιμπούσια στα χωριά της θεσσαλίας, από τα μέρη του άβερελ, όπου βρίσκεσαι περικυκλωμένος από θείες και γιαγιάδες εξασκημένες στο «φάε-φάε», που πάντα πιάνει. Κι όπου κάθονται για κάνα μεζέ το πρωί, για να σηκωθούν ξανά κατευθείαν για ύπνο, μια και καλή το βράδυ. Αν δε βρεθούν ξάπλα πιο πριν δηλ να τους κουβαλάν άλλοι, από το πολύ τσίπουρο. Και εδώ χαϊδεύουμε τις παρυφές του πηρήνα του αριστερισμού: το αλκοόλ απ’ όπου κι αν προέρχεται.

Η πιο τυπική μορφή του φαινομένου ωστόσο είναι ο ενθουσιώδης αριστεριστής που χωρίς να το πολυσκεφτεί, θα παραγγείλει (όλο) τον κατάλογο, το κάτι παραπάνω, για τη δόξα και τη γουρουνιά και δε θα φάει ούτε τα μισά. Οπότε ο κλήρος πέφτει στο γενναίο και καλείσαι εσύ σφε αναγνώστη να καθαρίσεις πάλι για αυτόν, να τον καλύψεις πολιτικά –τραβώντας πχ μόνος σου την απεργία- και να πληρώσεις το τίμημα. Αντί για αναγνώριση και ευχαριστίες όμως, θα συγκεντρώσεις τη γενική κατακραυγή και την απαξίωση για τις στρεβλώσεις και τις υπερβολές των διατροφικών νομοτελειών. Ενώ ο πραγματικός υπεύθυνος της κατάστασης, λογίζεται ως οραματιστής, ο ρομαντικός ονειροπόλος που δε δείλιασε στιγμή. Και συνάμα ο πολιτικά λάιτ, με τους λεπτούς τακτικούς χειρισμούς και τη λεπτή περιφέρεια, που είναι πιο ελκυστικός προς τις (θηλυκές) μάζες, μακριά από τα λίπη και τις αρτηριοσκληρώσεις της κομματικής γραφειοκρατίας.

Αριστερισμός είναι τα μεγάλα λόγια κι οι στομφώδεις εξαγγελίες, η πολλή φασαρία για το τίποτα. Γιατί πόσο μπορεί να φάει νομίζεις ένα μικρό κι ευαίσθητο πολιτικά στομαχάκι, που βρυχάται ότι ο τρίτος γύρος θα ‘ναι ο τελικός, ενώ δεν μπορεί να φάει ούτε έναν καλά-καλά; Όσο πιο μικρό είναι όμως ένα στομάχι, τόσο πιο μικροαστικά ανυπόμονο γίνεται, απαιτώντας εδώ και τώρα τη μισή μερίδα που αναλογεί στο «μισή μερίδα άνθρωπο» κύριό του.

Η αποθέωση των πολλών μικρών γευμάτων και των μικρών μπουκιών στο σήμερα, περνάει αμάσητη την κυρίαρχη προπαγάνδα περί σταδιακών μεταρρυθμίσεων και ψευτοβελτιώσεων, που θα ξεγελάσουν την πείνα του λαού με αέρα κοπανιστό και αεροφαγία. Οι μικροαστοί έχουν ίσως ακόμα λίγο λίπος να κάψουνε, αλλά δεν έχουνε συνείδηση, αποθέματα, υπομονή κι εφεδρικό σχέδιο. Και είναι γενικώς ζήτημα ποια τακτική θα αποδειχτεί κατάλληλη στους χαλεπούς καιρούς της κρίσης και ποιοι θα αντέξουν περισσότερο: οι ολιγαρκείς ή οι έχοντες και κατέχοντες λίπος κι αποθέματα, ως επένδυση για το αβέβαιο μέλλον;

Με το λαϊκό στρώμα είχαμε υπολογίσει επιστημονικά κάποτε πως απαιτείται χοντρικά –όνομα και πράγμα- ένα κιλό για κάθε ποσοστιαία μονάδα του χρέους επί του αεπ της χώρας –που τώρα κυμαίνεται σταθερά σε επίπεδα μεγαλύτερα του 150%. Η ουσία όμως είναι πως αυτός που είχε μια περιουσία απογοητεύεται και παραιτείται πιο γρήγορα από κάποιον που δεν είχε ποτέ τίποτα και δεν έχασε και κάτι στην τελική. Η εξαθλίωση που οδηγεί ένα τμήμα του πληθυσμού στη λουμπενοποίηση δεν καθορίζεται μόνο από τους υλικούς όρους, αλλά πρωτίστως στο επίπεδο της (ταξικής) συνείδησης, του ηθικού, της διεκδίκησης και του αγωνιστικού φρονήματος.

Ο αριστερισμός ενεργοποιεί «κατώτερα, ταπεινά ένστικτα» που αντιστοιχούν στα λεγόμενα ‘θανάσιμα αμαρτήματα’ και βασικά στη λαιμαργία –διατροφική και σεξουαλική. Ενεργοποιεί παράλληλα όμως και μηχανισμούς φετιχοποίησης, θεωρώντας πχ πιο σημαντική την εικόνα και τη φωτογράφηση ενός πιάτου από το άδειασμά του, φτάνοντας ενίοτε στα πρόθυρα της διατροφικής πορνογραφίας. Και τα πιάτα παραμένουν απελπιστικά μισοάδεια ή μισογεμάτα –όπως και να το δεις, το ίδιο απελπιστικό είναι- ενώ τα παιδάκια στην αφρική πεινάνε –πήγε όμως ο κανάκης και τους έκανε «κόλλα το» χαρίζοντάς τους στιγμές ευτυχίας.

Όπως γίνεται αντιληπτό, ο αριστερισμός είναι υπεράνω οργανωτικής ένταξης, διαχέεται σε ευρύτερους χώρους και δεν έχει να κάνει με κάποιες απόλυτες τιμές και ποσότητες, αλλά με τη λανθασμένη εκτίμηση της συγκεκριμένης κατάστασης, την υπερτίμηση των δυνατοτήτων του υποκειμενικού παράγοντα, το αχόρταγο μάτι, που είναι ρεαλιστικό και τα θέλει όλα, τα λιμπίζεται, τα λιγουρεύεται. Στην πραγματικότητα ωστόσο, ο μέσος, τυπικός αριστερισμός καταλήγει στο ακριβώς αντίθετο άκρο των εξαγγελιών του, διαπλάθοντας φουρνιές ολάκερες λιπόσαρκων οδοντογλυφίδων, χορτοφάγων και εναλλακτικών, που έχουν ως βασικό κίνητρο το υγρό στοιχείο, τους χυμούς της ζωής, με άλλα λόγια το αλκοόλ. Και αποτελούν συνήθως την εξαίρεση σε μια σχεδόν παχύσαρκη γενιά, όπου κάθε σύγκριση με τις προηγούμενες μας δίνει εντυπωσιακά αποτελέσματα.

Υπάρχουν βέβαια μερικά ζητήματα πιο ακανθώδη κι από το αγκάθινο στεφάνι του ιησού, όπου είναι δύσκολο να αποφανθούμε και συνήθως προσαρμόζουμε τη θεωρία στην πράξη και σε προειλημμένες αποφάσεις, για να τις δικαιολογήσουμε εκ των υστέρων.

Εγώ πχ ως σαρκοφάγο, που δεν προτιμά ωστόσο τα πασχαλινά αμνοερίφια, εκνευρίζομαι που η περίοδος της νηστείας επηρεάζει άμεσα την κατανάλωση στα γυράδικα –αν και στην τούμπα όχι τόσο. Και δε θεωρώ αριστερισμό αλλά αυτονόητο ότι τις παρασκευές πριν από το πάσχα τρώμε κρέας. Αριστερισμός θα ήταν αν ψήναμε έξω και γεμίζαμε όλη τη γειτονιά τσίκνα, για να προκαλέσουμε ή αν λέγαμε στους πιστούς πως μεγάλες εβδομάδες υπάρχουν μόνο σε μικρά μυαλά. Το εντυπωσιακό πάντως είναι ότι με την κρίση πολύς κόσμος μοιάζει να στρέφεται στα δύο άκρα: είτε έχει δηλ σταθερή παρουσία τη μεγάλη (χάριν συνεννόησης) εβδομάδα στα γυράδικα, γιατί η φτηνή παχυσαρκία είναι η μόνη προσιτή λύση όλο τον χρόνο, είτε επιστρέφει αναγκαστικά στην πατροπαράδοτη νηστεία και τα χρόνια που το κρέας θεωρούνταν και ήταν είδος πολυτελείας.

Οι ίδιοι προβληματισμοί επεκτείνονται και πέραν του διατροφικού ζητήματος. Προσωπικά θεωρώ δεξιά παρέκκλιση στην ψυχολογία της μάζας να πηγαίνει κανείς την ανάσταση στην εκκλησία για 3.. 2.. 1.. και δεύτε λάβετε, εφόσον δεν πιστεύει, για να μην απομονωθεί απλώς από τις μάζες. Ή να συμμετέχει στον επιτάφιο γιατί μοιάζει λέει με πορεία. Κι εδώ δηλ γιατί κανείς δε μιλάει για τις πολλές ξεχωριστές πορείες που παραλύουν την κυκλοφορία και για τον ενοριακό σεχταρισμό εις βάρος της ενότητας;

Στα πλαίσια του εφηβικού μου σεχταρισμού, θυμάμαι πως είχα φτιάξει στο λύκειο με μαρκαδόρο κάτι καρτελάκια που έγραφαν «επίσης» και τα έδινα μετά τις γιορτές σε όποιον συμμαθητή ερχόταν χαρούμενος και με απλωμένο χέρι να κάνει αυτό ακριβώς που ήθελα να αποφύγω: δηλ να ανταλλάξουμε ευχές. Το μόνο πρόβλημα ήταν πως το πάσχα δεν κολλούσε πάντα το ‘επίσης’ γιατί αυτός που θα σου απευθύνει το «χριστός ανέστη», περιμένει θεωρητικά τη δική σου επιβεβαίωση με το «αληθώς». Αν κι εγώ προτιμώ ως πιο ειλικρινή απάντηση το «είναι κι αυτή μια άποψη».


Η ακόμα καλύτερη απάντηση βέβαια θα ήταν να πηγαίνουμε κι εμείς την πρωτομαγιά –που πέφτει πάντα κοντά στο πάσχα- και να λέμε «χρόνια πολλά» σε κάθε εργάτη, για την γιορτή της τάξης μας. Ή να βγάζουμε κόκκινη σημαία στο μπαλκόνι για τη δική μας εθνική εορτή, του έθνους των εργαζομένων. Αριστερισμός του κερατά, θα μου πεις κι ίσως να έχεις δίκιο. Αλλά το βρίσκω απείρως προτιμότερο από το χιλιοειπωμένο κλισέ για την καλή επ-ανάσταση, κάθε λαμπρή. Όχι άλλη επ-ανάσταση ρε συ, ας ρεφορμίσουμε και λίγο και την ξαναπιάνουμε από βδομάδα, δεν τρέχει τίποτα.

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Ο Αριστερισμός του Λένιν

μια ανάγνωση κομματιών του έργου υπό το φως της συγκυρίας

Εάν επιχειρήσουμε να τεκμηριώσουμε την επικαιρότητα της μπροσούρας του λένιν αριστερισμός, η παιδική αρρώστια του κομμουνισμού, θα κληθούμε να εξηγήσουμε κάτι φαινομενικά παράδοξο. Πώς είναι ένα δυνατόν ένα έργο που γράφτηκε 90 χρόνια πριν, στα πρώτα βήματα της κομιντέρν και του κομμουνιστικού κινήματος, για τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της εποχής, να διατηρεί σήμερα στο ακέραιο τη σημασία του, σε μια εντελώς διαφορετική εποχή, που τα κκ έχουν διανύσει μια πορεία σχεδόν εκατό χρόνων κι έχουν οπλιστεί με την πείρα (θετική κι αρνητική) του εικοστού αιώνα.

Η απάντηση είναι κάπως σύνθετη. Αφενός τα κκ έπρεπε να ξεκινήσουν από το μηδέν, να καθαρίσουν τη δεξιά ρεβιζιονιστική σκουριά της περεστρόικα και των προκατόχων της. Κι όπως είναι κάθε αρχή και δύσκολη, έπρεπε να περάσουν από τις ίδιες επώδυνες φάσεις και τους πόνους του τοκετού ενός νέου ξεκινήματος, να λυγίσουν πολλές φορές το κλαδί από την ανάποδη, από υπερβάλλοντα ζήλο, και να φτάσουν στα ίδια βασικά συμπεράσματα μέσα από τη δική τους πείρα, χωρίς να τα επαναλαμβάνουν μηχανικά.

Αφετέρου πολλοί σύντροφοι, με τη στενή κι ευρύτερη έννοια, «απελευθερωμένοι» από τις σιδερένιες νομοτέλειες που «κατέρρευσαν», ένιωθαν πλέον την ανάγκη να ξεσκάσουν, να παλιμπαιδίσουν, χωρίς σκληρές κομματικές δεσμεύσεις, και τη ρουτίνα της πειθαρχίας, φλερτάροντας με όλες τις ασθένειες της ηλικίας: απόρριψη της πρωτοπορίας, της πειθαρχίας, του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, κτλ. Τάχθηκαν δηλαδή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με τη βασική ιδέα του κοκκινο-πράσινου ντάνι, ότι ο αριστερισμός είναι το φάρμακο στη γεροντική ασθένεια του κομμουνισμού.

Αφετρίτου, που λέει κι ένας παλιός αναγνώστης, γιατί οι φορείς της σύγχρονης σκουριάς τσιτάρουν αποσπάσματα από αυτήν τη μπροσούρα κι αναμασάνε δανεικά επιχειρήματα, ξεκομμένα από τα συμφραζόμενα, για να δικαιολογήσουν στο όνομα της τακτικής ευελιξίας τη δική τους οσφυοκαμψία, όπως έλεγε παλιά στο εκμέκ παγωτό ο σπύρος παπαδόπουλος, πριν γίνει ο ίδιος οσφυοκάμπτης.

Πρόκειται για τη γνωστή επιλεκτική κι αφηρημένη επίκληση στο λένιν, προκειμένου να τον φέρουν στα μέτρα τους, αφαιρώντας του κάθε ζωντανό περιεχόμενο. Λένε ότι ο λένιν συνεργάστηκε με τους μενσεβίκους και τους εσέρους, ενώ είναι γνωστό για παράδειγμα ότι οι μπολσεβίκοι ήταν ενάντιοι σε μια αφηρημένη ενότητα των «σοβιετικών κομμάτων» (δηλ των κομμάτων που εκπροσωπούνταν στα σοβιέτ εργατών κι αγροτών) κι αρνήθηκαν να μπουν στη στρούγκα της προσωρινής κυβέρνησης του κερένσκι, τραβώντας μόνοι τους (μαζί με ένα κομμάτι των αριστερών εσέρων) στην επανάσταση του οκτώβρη ενάντια σε αυτήν την κυβέρνηση.

Λένε ότι ο λένιν έκανε επανάσταση με άμεσα συνθήματα για γη, ψωμί κι ειρήνη. Ξεχνάνε όμως ότι ήδη με τις θέσεις του απρίλη είχε ρίξει συνάμα προς ζύμωση στις μάζες το σύνθημα «όλη η εξουσία στα σοβιέτ».
Λένε πως ο λένιν διέθετε τακτική ευελιξία και έκανε τακτικούς συμβιβασμούς. Δε λένε όμως πως ήταν ταυτόχρονα ιδεολογικά αδιάλλακτος προς τους πολιτικούς του αντιπάλους και μόνο σε αυτή τη βάση μπορεί να γίνει πλατιά μετωπική πολιτική με τακτικές συμμαχίες και συμβιβασμούς που υπηρετούν τον τελικό σκοπό των κομμουνιστών.

Το γενικότερο βασικό δίδαγμα του «αριστερισμού» και της πολιτικής του λένιν είναι η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. Ούτε «ναι» γενικά στους συμβιβασμούς, ούτε και «όχι» από θέση αρχής. Ούτε φετιχισμός της ενότητας (στην πορεία προς το βάλτο, όπως έλεγε σε ένα άλλο του κείμενο), ούτε σώνει και καλά το αντίθετο. Αυτό παραμένει ανοιχτό, ανάλογα με την ανάλυση των συνθηκών και της συγκυρίας.

Πολλοί μνημονεύουν τον αριστερισμό και τις βασικές θέσεις του για να τις στρέψουν εναντίον του σύγχρονου κουκουέ και της «αριστερίστικης, σεχταριστικής στροφής της ηγεσίας του». Ποιες είναι οι θέσεις αυτές; Ότι οι κομμουνιστές πρέπει να συμμετέχουν στις εκλογές για το αστικό κοινοβούλιο και να δρουν ακόμα και στα πιο αντιδραστικά συνδικάτα, για να πάρουν τις μάζες με το μέρος τους, κάνοντας τους απαραίτητους τακτικούς συμβιβασμούς.

Για το μεν πρώτο δεν έχουν να πούνε πολλά, αλλά είναι εντυπωσιακό ότι η κατά καιρούς κριτική στο κουκουέ μπορεί να συμπεριλάβει τα πάντα: από τις κατηγορίες για κοινοβουλευτικό κρετινισμό και υποταγή στην αστική νομιμότητα, ή για περιφρούρηση της βουλής στις 20 οκτώβρη, μέχρι τη στάση του στο θέμα της αριστερής κυβέρνησης που προτείνει ο σύριζα και του "ειρηνικού, κοινοβουλευτικού δρόμου προς το σοσιαλισμό", ή την αποχή στις εκλογές του 46’.

Σχετικά με το δεύτερο κάποιοι λένε ότι το κουκουέ διασπά το εργατικό κίνημα, και φτιάχνει τα δικά του κόκκινα συνδικάτα με το παμε, ελπίζοντας ότι θα έχουν απέναντί τους λοβοτομημένους συνομιλητές, που θα αγνοούν πλήρως την πραγματικότητα και θα ‘ναι πρόθυμοι να πιστέψουν τα πάντα. Η λογική του παμε είναι να ενισχυθεί το ταξικό ρεύμα και να απομονωθούν οι ξεπουλημένες ηγεσίες, δρώντας μέσα στα συνδικάτα, χωρίς να φτάνει ως τον οργανωτικό διαχωρισμού από τη γσεε.

Σε κάθε περίπτωση βέβαια η βασική λογική του λένιν και το πνεύμα του αριστερισμού, παραμένει η ευελιξία και η συγκεκριμένη ανάλυση. Και η πείρα των μπολσεβίκων έχει να επιδείξει μια σειρά από τέτοια κι αντίθετα παραδείγματα, όπως η αποχή από τις πρώτες εκλογές της δούμας και η δημιουργία της προφιντέρν, της κόκκινης συνδικαλιστικής διεθνούς.
Αν ήταν να παίρναμε αυτούσιες τις επισημάνσεις του λένιν και τις μεταφέραμε μηχανιστικά σε άλλες περιόδους, μπορεί να βρίσκαμε σωστή πχ την πολιτική ουράς της εδα στην ένωση κέντρου ή μια συνεργασία με το πασοκ, για να κερδίσουμε την εργατική του βάση  –όπως περίπου νομίζει ότι κάνει ένα κομμάτι του σύγχρονου τροτσκισμού στην ελλάδα, όταν παίρνει θέση χειροκροτητή κάτω από την εξέδρα της γσεε στις απεργιακές συγκεντρώσεις.

Όποιος πάντως διαβάσει σήμερα τον αριστερισμό, μπορεί να βρει μερικά πολύ ενδιαφέροντα σημεία που έχουν σχεδόν ξεχαστεί και περιπέσει στο σκοτάδι της επιλεκτικής άγνοιας.

Ήδη στο πρώτο κεφάλαιο πχ ο λένιν λέει πως ενώ αρχικά πίστευαν ότι η προλεταριακή επανάσταση στις προηγμένες δυτικές χώρες θα έμοιαζε ελάχιστα με το νικηφόρο οκτώβρη στην καθυστερημένη ρωσία, η ρωσική επανάσταση έχει βασικά και δευτερεύοντα χαρακτηριστικά με διεθνή σημασία και ιστορική αναγκαιότητα να επαναληφθούν σε διεθνή κλίμακα. Και το πιο βασικό χαρακτηριστικό της ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου, βασισμένη στην απόλυτη συγκεντροποίηση και την αυστηρή πειθαρχία. Αυτά ακριβώς δηλ που ήρθε μισό αιώνα αργότερα να αναιρέσει ο ευρωκομμουνισμός στο όνομα των διαφορετικών συνθηκών στην προηγμένη δύση, των εθνικών ιδιαιτεροτήτων και του «εθνικού δρόμου» κάθε χώρας προς το σοσιαλισμό.

Στο δεύτερο κεφάλαιο ο λένιν λέει ότι η μικρή παραγωγή γεννά αδιάκοπα, αυθόρμητα και σε μαζική κλίμακα τον καπιταλισμό και την αστική τάξη (σε πλήρη αντίθεση με όσα πρεσβεύει ο μικροαστικός σοσιαλισμός του αναρχικού προυντόν κι άλλων δυνάμεων που απεχθάνονται το συγκεντρωτισμό, τον κεντρικό σχεδιασμό και την κολεκτιβοποίηση) και εξηγεί ότι η αντίσταση της αστικής τάξης δεκαπλασιάζεται μετά την ανατροπή της κι ότι η ισχύς της βασίζεται η δύναμη της συνήθειας και της μικρής παραγωγής –κι αυτήν ακριβώς καλείται να αντιμετωπίσει η δικτατορία του προλεταριάτου.

Εδώ έχουμε συμπυκνωμένες μερικές πολύ σημαντικές ιδέες. Καταρχάς ο λένιν υποστηρίζει ότι η αντίσταση της αστικής τάξης πολλαπλασιάζεται μετά την ανατροπή της, δηλ μετά την επανάσταση. Και δεν πρόκειται για τη γνωστή φράση του στάλιν, ότι «η ταξική πάλη οξύνεται στο σοσιαλισμό», που κάνει πολλούς να εξοργίζονται βλέποντας το (μικροαστικά κατά βάση) όνειρό μιας λίγο-πολύ γρήγορης απονέκρωσης να απομακρύνεται, αλλά για την παραδοχή του ίδιου του βλαδίμηρου, του ηγέτη της επανάστασης.

Ο οποίος αμέσως μετά εξηγεί από πού προέρχεται η δύναμη αυτής της αντίστασης. Δε βρίσκεται μόνο στη δύναμη του διεθνούς κεφαλαίου και των διεθνών δεσμών της αστικής τάξης, αλλά και στη δύναμη της συνήθειας και της μικρής παραγωγής (που όπως είδαμε γεννά αδιάκοπα και σε μαζική κλίμακα τον καπιταλισμό). Για αυτούς τους λόγους χρειάζεται επίμονος και μακρόχρονος πόλεμος και καθίσταται αναγκαία η δικτατορία του προλεταριάτου.

Η δικτατορία του προλεταριάτου παύει να είναι αναγκαία μόνο με την κατάργηση των υπολειμμάτων του καπιταλισμού. Τα υπολείμματα αυτά όμως δεν πρέπει να τα προσωποποιούμε μόνο στην αστική τάξη και τους καπιταλιστές ως βιολογική υπόσταση, αλλά να τα εντοπίζουμε στη σφαίρα της παραγωγής, στη συνήθεια, στη μικρή παραγωγή, σε όλα τα στοιχεία που τα αναγεννάν αυθόρμητα κι αδιάκοπα.

Με άλλα λόγια το εργατικό κράτος, δηλ η δικτατορία του προλεταριάτου, συνεχίζει να υπάρχει στο σοσιαλισμό όχι μόνο εξαιτίας της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης και των δεσμών της ντόπιας αστικής τάξης με το κεφάλαιο διεθνώς, όχι μόνο ως ειδικός μηχανισμός καταπίεσης των υπολειμμάτων των παλιών εκμεταλλευτριών τάξεων, αλλά και για να διευθύνει την παραγωγή, να πολεμήσει τα στοιχεία που αναγεννάν τον καπιταλισμό και να καλλιεργήσει, να βοηθήσει να ωριμάσουν τα κομμουνιστικά χαρακτηριστικά, η μεγάλη συγκεντρωμένη παραγωγή κι ο κοινωνικός χαρακτήρας των παραγωγικών μέσων, που επιτρέπει την ουσιαστική κοινωνικοποίησή τους.
Αυτός ο δρόμος δε θα είναι σύντομος, ούτε στρωμένος με ροδοπέταλα, όπως φαντάζονταν αυτοί που κατέκριναν τη σοβιετική ένωση για το σοβιετικό κράτος που δεν απονεκρωνόταν, αλλά υποχρεωτικά μακρύς και δύσκολος, όπως μας λέει ο βλαδίμηρος.

Στο επόμενο κεφάλαιο μέσα από μια σύντομη επισκόπηση των πιο σημαντικών σταθμών της πορείας και διαμόρφωσης του μπολσεβικισμού ως πολιτικό ρεύμα, ο λένιν καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: ο μπολσεβικισμός αναπτύχθηκε, δυνάμωσε κι ατσαλώθηκε πρώτα και κύρια στην πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό. Αυτός ήταν και παραμένει σήμερα ο κυριότερος εχθρός μες στο εργατικό κίνημα.

Αυτά λοιπόν δεν τα λέει η κομιντέρν της περιόδου του σοσιαλφασισμού, ούτε κάποιος σεχταριστής. Ο λένιν θεωρεί απαραίτητο όρο διαμόρφωσης ενός συνεπούς πολιτικού ρεύματος την πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό και θεωρεί τον τελευταίο τον κυριότερο εχθρό των μπολσεβίκων όχι γενικά αλλά μες στο εργατικό κίνημα. Ενώ σε επόμενο κεφάλαιο χαρακτηρίζει τους ηγέτες του «εντολοδόχους της τάξης των καπιταλιστών» και «πράκτορες της αστικής τάξης μες στο εργατικό κίνημα». Και αυτά σε μια μπροσούρα που έχει βασικό της αντικείμενο τον αριστερισμό, που ο λένιν τον θεωρεί ως ένα είδος τιμωρίας του εργατικού κινήματος για τα οπορτουνιστικά αμαρτήματα του παρελθόντος (και τα δύο αυτά εκτρώματα αλληλοσυμπληρώνονταν).

Η μικροαστική επαναστατικότητα που μοιάζει με τον αναρχισμό ή κάτι δανείστηκε από αυτόν είναι ο άλλος εχθρός του μπολσεβικισμού στο εργατικό κίνημα κι η πάλη εναντίον του συντέλεσε κι αυτή στη διαμόρφωση του ως πολιτικό ρεύμα. Αυτό όμως θα ήταν το θέμα μιας άλλης ανάρτησης.

Αντί επιλόγου σε αυτό το κείμενο, η κε του μπλοκ παραθέτει τρία ακόμα αποσπάσματα από τον «αριστερισμό», που προσφέρονται για ενδιαφέροντες συνειρμούς.

-Τη νικηφόρα πάλη ενάντια στην κοινοβουλευτική (στην πραγματικότητα) αστική δημοκρατία και τους μενσεβίκους, οι μπολσεβίκοι την άρχισαν πολύ προσεκτικά και την προετοίμασαν κατά τρόπο κάθε άλλο παρά απλό. Στην αρχή δεν καλούσαμε τις μάζες να ανατρέψουν την κυβέρνηση (...), δεν κηρύσσαμε την αποχή από το αστικό κοινοβούλιο, αλλά λέγαμε επίσημα εξ ονόματος του κόμματος ότι μια αστική δημοκρατία με συντακτική είναι καλύτερη από μια αστική δημοκρατία χωρίς αυτήν, και η «εργατοαγροτική» σοβιετική δημοκρατία είναι καλύτερη από κάθε αστική, κοινοβουλευτική δημοκρατία. Χωρίς μια τέτοια προσεκτική και μακρόχρονη προετοιμασία δε θα μπορούσαμε να πετύχουμε τη νίκη του οκτώβρη, ούτε να τη διατηρήσουμε.
Κι εγώ με τη σειρά μου θα πρόσθετα ότι αν δε βάζουμε το δεύτερο σκέλος και μένουμε στη λογική του μικρότερου κακού, δεν πρόκειται ποτέ να πλησιάσουμε σε μια τέτοια νίκη, πόσο μάλλον να την πετύχουμε και να τη διατηρήσουμε.

-Ακριβώς εδώ βλέπουμε πως οι «αριστεροί» δε μπορούν να σκεφτούν, δε μπορούν να φερθούν σαν κόμμα της τάξης, σαν κόμμα των μαζών. Έχετε υποχρέωση να μην κατεβαίνετε ως το επίπεδο των μαζών, ως το επίπεδο των καθυστερημένων στρωμάτων της τάξης. Έχετε υποχρέωση να τους λέτε την πικρή αλήθεια. Τις αστικοδημοκρατικές τους προλήψεις να τις λέτε προλήψεις. Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Ταυτόχρονα όμως έχετε και την υποχρέωση να παρακολουθείτε νηφάλια την πραγματική κατάσταση συνειδητότητας ακριβώς όλης της τάξης κι όχι της πρωτοπορίας της.
Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου.

-Φινάλε με ένα κομμάτι που θα μπορούσε να είναι αυτούσιο η σημερινή περιγραφή κάποιων τάσεων της ελληνικής κοινωνίας.
Για τους μαρξιστές θεωρητικά είναι πέρα για πέρα διαπιστωμένο –κι η πείρα των επαναστάσεων και των κινημάτων το έχει επιβεβαιώσει απόλυτα- ότι ο μικροϊδιοκτήτης, ο μικρονοικοκύρης που στον καπιταλισμό υφίσταται μια μόνιμη καταπίεση και πολύ συχνά δοκιμάζει μια απότομη και γρήγορη χειροτέρευση της ζωής του και καταστροφή, περνά εύκολα σε άκρα επαναστατικότητα, δεν είναι όμως ικανός να δείξει αντοχή, οργανωτικό πνεύμα, πειθαρχία και σταθερότητα. Ο μανιασμένος από τις φρικωδίες του καπιταλισμού μικροαστός είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο, που όπως κι ο αναρχισμός χαρακτηρίζει όλες τις καπιταλιστικές χώρες. Η αστάθεια μιας τέτοιας επαναστατικότητας, η στειρότητά της, η ιδιότητά της να μετατρέπεται γρήγορα σε υποταγή, σε απάθεια, σε φαντασιοπληξία, ακόμα και σε μανιασμένο ενθουσιασμό για το ένα ή το άλλο αστικό ρεύμα της «μόδας», όλα αυτά είναι πασίγνωστα.

Τα υπόλοιπα σε κάποια επόμενη ανάρτηση.
Καλή δύναμη για αύριο σε όσους βρεθούν στο δρόμο..

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Η κατοικία των θεών


Ο χαρακτήρας της σοβιετίας;
Άστα να πάνε. Παλιοχαρακτήρας. Κι όσο για την κοινωνική της φύση... Επαμφοτερίζουσα. Σα να λέμε μπάι. Πρώιμος κομμουνισμός με κουσούρια κι αστικά κατάλοιπα. Όπου γεννιέται το νέο και το παλιό πεθαίνει. Με άλλα λόγια απονεκρώνεται.

Αλλά το μέλλον διαρκεί πολύ. Το ίδιο κι η απονέκρωση.
Οι απλοϊκές συνειδήσεις ζητάν απονέκρωση εδώ και τώρα. Να σκοτώσουμε άμεσα κάθε τι παλιό. Κάθε κατάλοιπο που επιβιώνει μας φέρνει πίσω στην παλινόρθωση και το θάνατο. Καταδικάζουμε κάθε λέξη που δε συνοδεύεται από πράξεις σε κάθε της βήμα. Κι αντί να μιλάμε για κομμουνισμό, το θέμα είναι να τον φτιάξουμε και να τον διαδώσουμε. Χέρι με χέρι.

Το ζήτημα όμως είναι βαθιά διαλεκτικό.
Το παλιό πεθαίνει, ή μάλλον το σκοτώνουμε. Και ξαναγεννιέται μαζί με όλες τις παλιές βρωμιές κάθε φορά που δεν είναι ώριμες οι συνθήκες για να γεννηθεί το καινούριο. Κι η γέννα δεν έρχεται κατά παραγγελία ή με διατάγματα.

Μπορεί εμείς να χτυπιόμαστε αλλά να μην έχουν οίστρο οι μάζες και να μην είναι η ιστορία σε ενδιαφέρουσα. Η βία είναι η μαμή της ιστορίας, όχι η μητέρα της.
Μπορεί να 'ρθει το παιδί και να βγει αλλιώτικο απ' αυτό που περιμέναμε. Δε λύνεται αυτό με ξόρκια και 'ρσενικοβότανα.
Μπορεί να μας βγει πρώιμο κι επταμηνίτικο. Αν και ο πρώιμος σοσιαλισμός του βαζιούλιν δεν έχει ακριβώς αυτή την έννοια. Μόνο λογοτεχνικά μπορείς να το φανταστείς ως τέτοιο.

Πώς θα σκοτώσει ένα νεογέννητο τους εχθρούς και τα κατάλοιπα που το ζώνουν σα φίδια; Σα να έχεις στην κούνια τον ηρακλή και τον ιφικλή και να σκοτώσουν τον κατηραμένο όφι του καπιταλισμού. Όπως έκανε ο τρότσκι ντυμένος άι-γιώργης σε μια αφίσα των πρώτων σοβιετικών χρόνων. Κι ύστερα λέμε για προσωπολατρία για το σύντροφο με το μουστάκι.

Το ωραίο είναι ότι οι σοβιετικοί τα κατάφεραν δυο φορές. Μία στην κούνια που έπνιξε τις 13 οχιές της δύσης και την κολοβή του λευτεράκη που ζήλευε το λένιν κι ήθελε να του μοιάσει -τα κατάφερε μόνο στο πηγούνι. Κι άλλη μια πιο μετά κόντρα στο φίδι του ναζισμού που απειλούσε να πνίξει τους λαούς όλους του κόσμου. Ημίθεοι και βάλε.

Όλοι οι ημίθεοι όμως πεθαίνουν στο τέλος. Που είναι της ιστορίας. Και της κομμουνιστικής μυθολογίας. Δύο πράγματα που πήγαν μαζί νύχι-κρέας μες στον εικοστό αιώνα.
Οι δικοί μας ημίθεοι πήγαν κι έχασαν μόνοι τους με αυτογκόλ στο 91 πάνω που είχαν σταθεί γερά στα πόδια τους. Εκκόλαψαν όμως μέσα τους το αυγό του φιδιού χωρίς να το πάρουν χαμπάρι. Κι η σοβιετική πεταλούδα ακολούθησε την αρνητική διαλεκτική του αντόρνο καραμπάχ και κατέληξε στα γλοιώδη σκουλίκια της περεστρόικα και των ανατροπών.

Τώρα που είπαμε για ημίθεους θυμήθηκα ένα σκηνικό από την κατοικία των θεών στον αστερίξ. Οι ρωμαίοι θέλουν να εκχερσώσουν το δάσος και να χτίσουν μια πολιτεία. Κόβουν δέντρα τις νύχτες -προσεχτικά μα το δία- για να μην τους πλακώσουν στις μπούφλες οι γαλάτες. Οι οποίοι πηγαίνουν κάθε πρωί με το δρυίδη στο εργοτάξιο και πετάνε καρπούς βελανιδιάς βουτηγμένους σε μαγικό ζωμό που φυτρώνουν στο δευτερόλεπτο και ξαναγίνονται δέντρα. Όπου ήταν δάσος θα ξαναγίνει δάσος.

Ο αστερίξ παθαίνει την πλάκα του.
-Δεν είναι απίστευτο οβελίξ;
-Ποιο πράγμα;
-Πόσο γρήγορα μεγάλωσαν οι βελανιδιές...
-Ω μα δεν έχω δει βελανιδιά να μεγαλώνει και δεν ξέρω πόσο γρήγορα γίνεται συνήθως.

Σάμπως ξέρουμε εμείς πόσο γρήγορα γίνεται ο κομμουνισμός;
Το μόνο σίγουρο είναι ότι πέσαμε στην χύτρα όταν ήμασταν μικροί.

Κι αν η ανυπομονησία είναι το βασικό χαρακτηριστικό του αριστερού οπορτουνισμού, σαν τα παιδάκια που σου τραβάνε το χέρι να στο ξηλώσουν για να προχωρήσουμε παρακάτω, ο πράσινος ντάνι μας λέει πως ο αριστερισμός είναι το φάρμακο στη γεροντική άνοια του κομμουνισμού.
Κι είδατε πώς κατέληξε σήμερα από τα πολλά φάρμακα...

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2009

Ένα ταλέντο γεννιέται

Ο βενιαμίν είναι ο μικρός σύντροφος, που όταν του έγινε πρόταση για βιογραφικό στη νκα από το μήτσο από το φυσικό, αυτός έβαλε θέμα δημοκρατικού συγκεντρωτισμού.
Ας δούμε τι διεργασίες γίνονται μες στο μυαλό ενός παιδιού με τόσο διαφορετικές προσλαμβάνουσες, μέσα από ένα δικό του κείμενο.

Είναι μερικοί άνθρωποι που στην προηγούμενη ζωή τους πρέπει να ήταν γυμνοσάλιαγκες και στην επόμενη θα γίνουν δαπίτες.

Ζουν ανάμεσά μας και συνεχώς αυξάνονται -αυτό είναι το ανησυχητικό. Αρχίζουν να κυριαρχούν και στην αριστερά.
Τους βλέπεις τώρα στην αρχή της (κομματικής) καριέρας τους και σκέφτεσαι: μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι. Ό, τι ακριβώς θα πουν κι οι διανοούμενοι του συν μπροστά στο μελλοντικό τους πινοσέτ, άδωνι.

Αυτοί όμως σε λίγα χρόνια θα πατάνε επί πτωμάτων κι εσύ σκέφτεσαι τι θέση πρέπει να πάρεις. Να μπεις κι εσύ στον χορό να τους ξεπεράσεις, ή να (προσπαθήσεις να) τους το χαλάσεις;

Κάποιοι επιλέγουν να κάνουν το δεύτερο μέσω του πρώτου και στο τέλος καταλήγουν νουρέγεφ της οσφυοκαμψίας.
Άλλοι επιλέγουν το δεύτερο και γίνονται άλλο ένα όνομα στους τοίχους του πανεπιστημίου. Αιχμάλωτοι του κράτους, χωρίς ελπίδα αποφυλάκισης, αν το κόμμα δεν ανεβάσει 8,7 εκατοστιαίες μονάδες το ποσοστό του και χειραφετήσει την ανθρωπότητα.

Μέχρι τότε θα ζούμε καθημερινά την όπερα της πεντάρας, αλλά το κακό είναι που θα μας νοιάζει όλο και λιγότερο, εμάς που χορεύουμε καλά.


Τι τραβάμε κι εμείς οι χορεύτριες...
Μας χορεύουν όλες μαζί στο ταψί κι εμείς νομίζουμε ότι οι κινήσεις είναι δική μας επιλογή. Κι έχεις απ' την άλλη τους άκαπνους να τραγουδάνε έξω απ' τον χορό και να κάνουν κριτική αφ' υψηλού στις αδυναμίες σου.

Η σπόντα του βενιαμίν για το κόμμα έχει βαθύτερο νόημα.
Με αύξηση 8,7 ποσοστιαίων μονάδων το κόμμα προσεγγίζει τον ιστορικό στόχο του 17% που θα σιγούρευε την ήττα της δεξιάς το 81 και θα μας έβαζε στη δεύτερη κατανομή.
Το λένε τα βουνά, το τραγουδούν τα ρέματα
δεκαεπτά τοις εκατό, δεν είναι ψέματα.

Πέρα απ' την ειρωνική διάθεση, το σχόλιο του βενιαμίν είναι μάλλον μια τρυφερή νοσταλγία για τις γλυκές αυταπάτες εκείνης της εποχής.

Ας δούμε σε αυτό το σημείο τι εμπνεύστηκε ο βενιαμίν από τη μεγάλη πορεία του μαο και την πορεία του χαλβατζή (που έγραψε στα θρυλικά 80'ς το ομώνυμο βιβλίο για τη νεολαία).

Κάνει ανάλυση για τους αναρχοαυτόνομους, αλλά δεν αναφέρει το τσιτάτο του λένιν που λέει ότι η αναρχία είναι το αντίβαρο στο ρεφορμισμό (βασικά λέει ότι ο αριστερισμός είναι το αντίτιμο για τη δεξιά πορεία του κόμματος, αλλά το συγχωρούμε ποιητική αδεία).

Ο χαλβατζής καταφέρνει να γράψει τριακόσιες σελίδες χωρίς να αναφέρει τη λέξη επανάσταση, ή εξέγερση. Σαν εκφωνητής ποδοσφαιρικού αγώνα που δεν φωνάζει γκολ.

Αυτή η επισήμανση μας εισάγει στην πάγια τακτική του εξωκοινοβουλευτικού κινήματος να μετράει τον ντούρο επαναστάτη με τις φορές που θα χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι και θα πει τις λέξεις σύγκρουση κι επανάσταση.
Κάθε βερμπαλισμός και γαλόνι. Οτιδήποτε λιγότερο είναι ρεφορμισμός του κερατά.

Με αυτή την έννοια το ιδρυτικό κείμενο του σπόρτιγκ που με το ζόρι αναφέρει δυο-τρεις φορές τον κομμουνισμό-σοσιαλισμό αποτελεί δεξιά μετατόπιση και πισωγύρισμα απ' το κεκτημένο του μέρα.
Ο σάββας κι ο χαριτάκης έχουν χίλια δίκια να αγανακτούν και να εξεγείρονται. Το δίκιο το έχουν οι εξεγερμένοι.

Ευτυχώς το πρόβλημα λύνεται σχετικά εύκολα.
Λες το ξόρκι με τις μαγικές λέξεις και κάνεις πολλές επαναλήψεις, όπως στις ασκήσεις -επαναστατικής- γυμναστικής.
Στην ελλάδα κάνεις ό,τι δηλώσεις, ή τουλάχιστον το φαντασιώνεσαι ελεύθερα. Οι φαντασιώσεις δεν κοστίζουν τίποτα, ούτε σε αυτόν που τις κάνει, ούτε στο σύστημα.

Το πρόβλημα είναι ότι αντί να τα βάζουμε με τους παίκτες που δεν κάνουν απολύτως τίποτα για να σκοράρουν, τα βάζουμε με τον εκφωνητή που δεν φωνάζει γκολ από μόνος του, ενώ η μπάλα είναι πίσω απ' τη σέντρα κι ο αντίπαλος μας παίζει στο μισό γήπεδο.
Το παιχνίδι είναι αβαβά, στημένο να λήξει με ειρηνική συνύπαρξη, ο χρουτσόφ τα έχει πιάσει από τους δυτικούς κι ο τσώρτσιλ με το πούρο είναι ο αγαπούλας ψωμιάδης.

Οι αναρχικοί εκφωνητές μαζί με τους σεκίτες συναδέλφους τους φαντασιώνονται παντού νίκες, ενώ ο αντίπαλος μας έχει πατήσει κάτω και το σκορ είναι 28δις-μηδέν εις βάρος μας.
Η λατινική αμερική, όπου οι εκφωνητές φωνάζουν (νικολάι) γκο-γκολ για κανά πεντάλεπτο μέχρι να μπει το επόμενο, είναι ο αδύναμος κρίκος του σύγχρονου καπιταλισμού.
Κάθε φάση μυρίζει γκολ κι οι γιάνκηδες είναι κολλημένοι στα σχοινιά.

Το κόμμα τα τελευταία χρόνια πήρε τα πάνω του και κατάφερε να είναι στην πρώτη θέση της κατάταξης της ουέφα για τα κομμουνιστικά κόμματα της ευρώπης. Αλλά στην ελλάδα το δικομματικό κατεστημένο δε μας αφήνει να πάμε πάνω απ' την τρίτη θέση.

Τον περασμένο δεκέμβρη η ομάδα έκανε κοιλιά, αλλά την ξεπέρασε ανώδυνα στα εκλογικά πλέι-οφ.
Το αν σκόραρε εν τέλει το κίνημα το δεκέμβρη μπαίνει ως αίνιγμα της σφίγγας για την αριστερά.
Τελικά ήταν εξέγερση; Μπήκε γκολ; Πέρασε ή όχι η μπάλα τη γραμμή; Μήπως ήταν άουτ με χαρακτηριστικά γκολ;

Ο δεκέμβρης κατέληξε να είναι κάτι σαν γκολ φάντασμα. Πλανάται πάνω από την ευρώπη μαζί με τον κομμουνισμό και το έτερο γκολ-φάντασμα του άγγλου χαρστ στον τελικό του μουντιάλ με τους γερμανούς.
Πόσο τυχαίο είναι ότι ο επόπτης που κατακύρωσε εκείνο το γκολ ήταν σοβιετικός; Ο ταβάριτς μπαχράμοφ συμμάχησε με τους επιγόνους του τσώρτσιλ κι έριξε τους ναζί στο καναβάτσο.

Πιθανότατα το δεκέμβρη η μπάλα πέρασε τη γραμμή, αλλά όχι ολόκληρη. Πέρασε μόνο ένα κομμάτι, αυτό της νεολαίας. Το μεγαλύτερο μέρος με την εργατική τάξη έμεινε απ' έξω κι είναι μάλλον άτοπο να μιλάμε για γκολ.
Στην καλύτερη περίπτωση ήταν το γκολ της τιμής σε μια συντριβή διαρκείας. Κι όσο εμείς συζητάμε αν ήταν κανονικό γκολ, ο αντίπαλος έχει βάλει άλλα πέντε και το έχει μετατρέψει σε γλυκιά ανάμνηση.

Σε κάθε περίπτωση, η τακτική γκολ αυτοί σέντρα εμείς είναι καταθλιπτική κι έχει αγγίξει προ πολλού τα όριά της.
Ο κόσμος βαρέθηκε να γυρίζει συνεχώς το άλλο μάγουλο, του τέλειωσαν τα μάγουλα κι η υπομονή, θέλει να ζήσει μικρές επιμέρους νίκες στο δρόμο προς την επανάσταση που έρχεται.

Να νιώσει τουλάχιστον ότι έπαιξε κι αυτός κι ας είναι η απογοήτευση το τίμημα στο τέλος. Προτιμά να πέσει ηρωικά παίζοντας μια φορά φουλ επίθεση. Δεν αντέχει άλλο κατενάτσιο.

Τα γκολ της τιμής είναι απαραίτητα για την τελική νίκη, αρκεί να μην εκτονωθούμε πανηγυρίζοντας στο ενδιάμεσο και χάσουμε τον τελικό στόχο.
Και το κατενάτσιο είναι μέσα στο παιχνίδι. Οι αντάρτες με τον κλεφτοπόλεμο το ξέρουν καλύτερα από οποιονδήποτε.
Χωρίς υπομονή δεν κέρδισε ποτέ κανείς. Αρκεί να μη γίνεται αυτό άλλοθι για την απραξία μας.

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2009

Είσαι μια αρρώστεια, αρρώστεια παιδική...

Ντύσου πρόχειρα και βγες απ' τη γραμμή σου
Πες η αρρώστεια πως είμαι η παιδική σου


Θυμάμαι πρώτη φορά μου κολλήσαν τη ρετσινιά σε ένα αχτίφ μετά από σχετική ερώτηση.
Η συντρόφισσα καθοδηγήτρια ήταν οικογενειακή γνωστή κι έβγαλε γνωμάτευση βάση οικογενειακού ιστορικού.
Ήμουν, λέει, ευάλωτος λόγω περιβάλλοντος και καταβολών, γι' αυτό κι έκανα την ερώτηση. Όπου περιβάλλον και καταβολές είναι η περίφραση για τον άβερελ, τον αρσενικό μου γονιό.

Σύξυλο το κοινό, στέρεψε από αντιδράσεις. Στιγμές αμηχανίας που μοιάζουν ώρες. Γελάω άτσαλα, δυνατά, κάνει αντίλαλο στον τοίχο και φτάνει σήμερα στη μνήμη μου γιγαντωμένο σα γκάρισμα.

Πετάει ένας μια μαλακία και κάποιος άλλος γελάει αμήχανα να το καλύψει, έτσι γίνεται πάντα. Κι αφού δε βρέθηκε κανείς γενναίος, γέλασα εγώ για λογαριασμό της. Κάποιος έπρεπε να το κάνει.

Έτσι ταξίδεψα σε μονοπάτια, σε ύψη πρωτόγνωρα, που η δική μου, μη πρωτοπόρα σκέψη δε μπορούσε από μόνη της να φτάσει. Δεν ήξερα τίποτα και για τον λυσένκο όταν μου την είπανε.
Ο αριστερισμός δεν είναι μόνο παιδική αρρώστεια. Είναι και κληρονομική.

Κι ο λυσένκο πού κολλάει;
Μα ο άβερελ δεν ήταν ναρίτης εξαρχής. Μεταλλάχτηκε στην πορεία.
Άρα μου κληροδότησε μια επίκτητη ιδιότητα. Για τις οποίες ο σύντροφος τροφίμ ντενίσοβιτς πιστεύει ότι μεταβιβάζονται στους απογόνους πρώτης γενιάς κι εκδηλώνονται στους οργανισμούς όταν αυτοί βρεθούν σε περιβάλλον με ίδιες συνθήκες.

Τα ερωτήματα σύντροφε αναγνώστη είναι πολλά. Ας τα ομαδοποιήσουμε.
-Στους απογόνους μεταβιβάζονται κι οι ιδιότητες που επικτήθηκαν μετά τη γέννησή τους; Γιατί ο άβερελ ήταν στο κόμμα ακόμα όταν γεννήθηκα.
-Αν τον καθοριστικό ρόλο για την εκδήλωση της ιδιότητας τον παίζει το περιβάλλον, τότε γιατί μπλέκουμε γενετική και κληρονομικότητα;
Και τέλος πάντων ποιο είναι το περιβάλλον που γεννάει -ή έστω ευνοεί- τον αριστερισμό; Η οργάνωση; Το κόμμα; Η πολιτική του;
-Κινδυνεύω που ο αρσενικός μου γονιός είναι μεταλλαγμένος; Υπάρχει περίπτωση να βγω μεταλλαγμένο δεύτερης γενιάς;
Τα συνθήματα των αναρχικών για τα μεταλλαγμένα και τις βιοτεχνολογίες έχουν πολιτικές προεκτάσεις -πχ εν είδει καζούρας;

Τα περισσότερα ερωτήματα είναι ρητορικά. Για τον καθένα από μας η απάντηση εννοείται -κι ας μην απαντάμε τελικά όλοι το ίδιο.
Αυτό όμως που παραμένει άλυτο μυστήριο για μένα σαν το ερώτημα της σφίγγας είναι άλλο.
Η οικογένεια της συντρόφισσας από το αχτίφ είναι σαν πείραμα πολιτικής πολυ-πολιτισμικότητας αλά λυσένκο. Ο μεγάλος της αδερφός είναι στο ναρ, ο μικρότερος είναι αναρχικός κι ο πατέρας της συνασπισμένος.
Αυτή γιατί έχει ανοσία κι εγώ θεωρούμαι ευάλωτος;
Έλα ντε. Να, αυτές οι μικρές λεπτομέρειες είναι που ξεχωρίζουν τα μέλη της κε απ' τον χυλό με τους υπόλοιπους.

Κάπως έτσι άρχισα να καταλαβαίνω ότι εκτός από τον ιμπεριαλισμό υπάρχει η μοναξιά κι ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός.
Κι ότι εκτός από τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα υπάρχουν και τα πολιτικά. Τα οποία είναι άκρως επικίνδυνα γιατί μπορούν να μεταδοθούν και δια της απλής επαφής σε μια πορεία ή σε μια εκδήλωση. Και μετά να κολλήσεις και να τα μεταφέρεις και στους συντρόφους στην οβα σου, όπως την πατάνε οι κατσαρίδες με το raid. Μετά πρέπει να περάσουν από υγειονομικό έλεγχο κι οι υπόλοιπες οργανώσεις για τυχόν κρούσματα. Το πάθημα από την πανδημία του 89 μας δίδαξε πολλά.

Τα πρώτα πιθανά συμπτώματα για να αναγνωρίσετε την ασθένεια είναι οι πολλές ερωτήσεις κι η αμφισβήτηση, τα μωβ παντελόνια (σε γυναίκες κι άντρες), τα κοινά πλαίσια και τα μαυροκόκκινα εξανθήματα. Σε πιο προχωρημένο στάδιο ο ασθενής αρχίζει να παρουσιάζει σύνδρομο κατάθλιψης και κατάληψης που μπορεί να οδηγήσει στο μοιραίο.
Βέβαια η καλύτερη προφύλαξη είναι η πρόληψη. Αποσπάσματα από τον αριστερισμό του λένιν και τη δεξιά παρέκκλιση στο κκ(μπ) του συντρόφου με το μουστάκι λίγο πριν μας πάρει ο ύπνος κι ένας ινστρούκτορας να μας διαβάσει για ξεμάτιασμα.

Για μένα είναι μάλλον αργά. Ήδη από πριν ανήκα στις ομάδες υψηλής επικινδυνότητας μαζί με τους ομοφυλόφιλους και τους πολυτεχνίτες.
Τώρα που άρχισα και τις σεξουαλικές επαφές με μια ασθενή η κατάστασή μου έγινε προχώ, δεν είμαι απλός φορέας.
Λίγα χρόνια ζωής μου έχουν μείνει πια. Αν και για κάποιους σφους έχω πεθάνει μέσα τους από πέρσι ακόμα.
Ζωή σε λόγου σας σύντροφοι...