Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διαλεκτικός υλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διαλεκτικός υλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Άρης είσαι

Ας δούμε ένα παράδειγμα εφαρμογής του αθλητικού υλισμού (για τους φίλους Σπορτ-Ματ*) και της αναλυτικής του ικανότητας.

Ας πούμε πως παίζει ΠΑΟΚ-Ολυμπιακός. Αλλά εμείς είμαστε γενικά, από θέση αρχής, με τον Άρη. Κόκκινος πλανήτης, θεός του πολέμου (που ‘ναι πατέρας των πάντων, όπως μας λέει ο Ηράκλειτος), Βελουχιώτης, κτλ. Ποιον θα υποστηρίξουμε λοιπόν στο ντέρμπι;

Αν νιώθεις ότι παίζεις στα δάχτυλα τις αντιθέσεις (σε βαθμό που να τις λες εκλαϊκευτικά αντίθεσες, κατά το αντίληψες) και την ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, βλέπεις πως η πιο ισχυρή, επιθετική πλευρά του δίπολου είναι ο Ολυμπιακός του Μαρινάκη. Εκτός δηλαδή και αν είσαι οπαδός της ΟΑΚΚΕ, οπότε ο Ρώσος Ιβάν Σαββίδης είναι η ενσάρκωση του απόλυτου κακού, ο μεγαλύτερος κίνδυνος από καταβολής του πλανήτη και νικάει τα πάντα, σαν Ιησούς χριστός (που χάνει μόνο από το Υπερατού Βαραββάς). Μπορείς να πεις επίσης πως ο ΠΑΟΚ δεν ήταν ποτέ κατεστημένο, και δεν έχει πέτσινα πρωταθλήματα στο παλμαρέ του –ίσα-ίσα που είναι και ριγμένος στη μοιρασιά.

Οπότε πρέπει να υποστηρίξουμε τον ΠΑΟΚ. Οποιαδήποτε άλλη στάση, πχ αυτή της ουδετερότητας, («δε πα να κερδίσει όποιος θέλει, τι με νοιάζει εμένα;») καταλήγει ευμενής προς την υπάρχουσα κατάσταση, άρα προς την κυριαρχία του Ολυμπιακού. Συνεπώς είναι άθλια και καταδικαστέα. Πόσο μάλλον αν επικρατήσει το μίσος σου για τους Παοκτζήδες, και δε δεις τη σπουδαία ευκαιρία που ανοίγεται μπροστά μας, για να τελειώνουμε με τους ερυθρόλευκους δυνάστες.
Στην τελική από ποιον θα περιμένουμε τη σωτηρία, αν δεν τη βρούμε μες στις αντιθέσεις αυτού του κόσμου; Από τους Αρειανούς συντρόφους του διαστήματος (τη Ντόρντμουντ, που θα εκδικηθεί για πάρτη μας στο Γιουρόπα Λιγκ στο ματς με τον ΠΑΟΚ) και από τους εξωγήινους του Ποσάδας –που είναι και τροτσκιστής;

Μμ, μάλιστα. Αλλά με ποιον ακριβώς τρόπο βοηθάει αυτό εμάς και την ομάδα μας; Γιατί, σημειωτέον, ο δικός μας στόχος, ως Άρης, είναι να γίνουμε εμείς δυνατοί, να σηκώσουμε κεφάλι, για να σηκώσουμε ξανά κάποιον τίτλο, όσο απίθανο και αν μοιάζει αυτό σήμερα (σαν την επανάσταση), όσα χρόνια και αν έχουνε περάσει από την τελευταία φορά –που συμπτωματικά ήτανε στα χρόνια του εμφυλίου για τον Άρη.
Με κάτασπρο πανί ένα καράβι απ’ το 50’ έχει να φανεί.

Το ερώτημα λοιπόν παραμένει. Με ποιον ακριβώς τρόπο η αποδυνάμωση του ενός ή/και η ενίσχυση του άλλου πόλου μπορεί να επηρεάσει τη δική μας θέση; Εκτός δηλ κι αν είμαι τρίτος, όχι με 5,5% αλλά πολύ κοντά τους, νιώθουν καυτή την ανάσα μου, και περιμένω να αλληλοεξοντωθούν αμοιβαία, με ένα Χι. Αλλά και πάλι, αυτό προϋποθέτει να είμαι εγώ δυνατός κι οι άλλοι σχεδόν ισόβαθμοι, σε μια προσωρινή ισορροπία δυνάμεων σα δυαδική εξουσία, ώσπου να κριθεί ο πρωταθλητής. Εξάλλου αν ποτέ πάω για τίτλο και περνάει από το χέρι τους, είναι καθαρό πως θα συμμαχήσουν εναντίον μου, όπως το 92’ στο μπάσκετ, για να με εκτοπίσουν.
Άρη θυμήσου, αυτοί είναι οι (μπι-μπιπ) [τσαρλατάνοι]
Που στήσανε τον (μπι-μπιπ) τους [πύργο τους], μες στο Πασαλιμάνι

Και στην τελική, δεν είναι αυτή η περίπτωση για την οποία μιλάμε. Εγώ είμαι Γάμα εθνική, γάμα τα με κεφαλαία γράμματα, σαν το αρκτικόλεξο της ΕΣΣΔ, τρίτη φορά υποβιβασμός και περιμένω ανάσταση νεκρών και της τρίτης διεθνούς. Συνεπώς τι έχω να κερδίσω εγώ ως Αρειανός, από τα βουβάλια που πλακώνονται στο χορτάρι -που γίνεται βάλτος με την πρώτη μπόρα, γιατί τα γήπεδά μας είναι μικρά αριστουργήματα, και έτσι βρίσκουμε και τις κλασικές δικαιολογίες από το Ααστερίξ στους Ολυμπιακούς Αγώνες (είδες; Και αυτοί του Ολυμπιακού είναι. Το πιάσατε το υπονοούμενο, έτσι;):
Ο αγωνιστικός χώρος ήταν βαρύς... Ναι! Και τα αγριογούρουνα είχαν φάει κάτι αηδίες...
Και δεν είχαν ωριμάσει κι οι συνθήκες...

Ακόμα όμως κι αν χρειαστεί να συνάψω κάποια προσωρινή ανίερη συμμαχία (ο σκοπός αγιάζει τα μέσα εξάλλου), όρος απαράβατος και Λυδία λίθος είναι να μην ανέβω στο άρμα κανενός από τους δύο. Όπως είχε κάνει θεωρητικά ο Άρης πρόπερσι για να σωθεί, με βάση την ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης: «τι πρέπει να κάνω για να σωθώ; Να πάρω παίκτες. Και μάλιστα δανεικούς, γιατί μου έχουν βάλει απαγόρευση μεταγραφών. Και ποιος έχει να μου δώσει δανεικούς; Μόνο ο Ολυμπιακός, γιατί έχει καμιά 45 παίκτες στο ρόστερ του, όχι γιατί τους χρειάζεται άμεσα, αλλά για να μην τους πάρουν οι άλλοι».
Και τι κατάλαβα σε βάθος χρόνου; Τίποτα. Βυθίστηκα αύτανδρος την επόμενη χρονιά και φέτος η ΕΠΟ (δηλ ο Ολυμπιακός) δε με άφησε να παίξω μπαράζ για να καλυφτούν οι δύο κενές θέσεις της Β’ Εθνικής. Οπότε...

Κι όπως είχε ρωτήσει κι ένας Αρειανός σφος, το γάβρο το Μπογιόπουλο, σε μια εκδήλωση στο ΠΑΜΑΚ για το ποδόσφαιρο:
Πρέπει δηλ να φτάσουμε να έχουμε Σπαρτάκ και Λοκομοτίβ Θεσσαλονίκης, για να δούμε κι εδώ στο Βορρά έναν τίτλο στο ποδόσφαιρο;
Δε θυμάμαι ομολογώ τη συνέχεια, αλλά στο μυαλό μου θα μπορούσε να είναι κάπως έτσι (για να μη χάσουμε το μέτρο).
Μυστακοφόρος σύντροφος τσ’ απάντησε έτσι κι είπε:
-Όχι σύντροφε, δεν μπορούμε να το ισχυριστούμε αυτό. Δεν είναι απαραίτητο να αποκτήσετε Σπαρτάκ και Λοκομοτίβ Θεσσαλονίκης, για να ξαναδείτε κι εσείς μια χαρά κι έναν τίτλο.

Ζητωκραυγές, θυελλώδικα χειροκροτήματα...!
Ή αλλιώς, standing ovation, όπως το λέμε στην ποδοσφαιρική διάλεκτο.
Κι ο κόσμος να παραληρεί, φωνάζοντας το όνομά Του.

Στάαααλιν, Στάααααλιν...

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

Άι Στράτης και σοσιαλιστικός ρεαλισμός

Στο σημερινό κυριακάτικο ένθετο, η κε του μπλοκ αντιγράφει κι αναδημοσιεύει ένα απόσπασμα από το πεζό κείμενο του βάρναλη που φέρει τον τίτλο της ανάρτησης, και αναδεικνύει με πολύ γλαφυρό τρόπο τη διαφορά του ‘στεγνού’ ρεαλισμού, που αποτυπώνει στατικά την πραγματικότητα, με τη λογική και τους στόχους του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Διαβάζοντας τις παρατηρήσεις του βάρναλη, μπορεί να καταλάβει κανείς καλύτερα (μολονότι δεν αναφέρεται άμεσα σε αυτό το ζήτημα) και την ειδοποιό διαφορά του διαλεκτικού υλισμού από τον στείρο και αφηρημένο προμαρξικό φιλοσοφικό υλισμό, καθώς και την ουσιώδη σχέση μεταξύ αυτών των δίπολων.
Με άλλα λόγια, η διαφορά του σοσιαλιστικού ρεαλισμού από τον απλό ρεαλισμό, είναι βασικά η διαφορά που έχει σε φιλοσοφικό επίπεδο ο διαλεκτικός υλισμός του μαρξ από τον αφηρημένο υλισμό, που αντικρίζει στατικά την πραγματικότητα. Καλή ανάγνωση και κάθε καλόπιστη παρατήρηση-προσθήκη, ευπρόσδεκτη στα σχόλια.

-.-.-

Ψηλά από το μετερίζι μας χαιρόμαστε κατάντικρά μας τ’ ολόφωτο εξαϋλωμένο όραμα του χωριού, κρεμασμένο από το λόφο του, απάνου στη θάλασσα. Αφού έχουμε κόψει το τσιγάρο για λόγους… υγείας, φλυαρούμε περί ανέμων και υδάτων. Και περί Τέχνης. Δύο αναστημένοι νεκροί.

-Όλο αυτό το χωριό, τι εξαίσιο όραμα φαίνεται, άμα το κοιτάς σαν ένας εστέτ. Όταν όμως θυμηθείς τα στενά, τα σκοτεινά, τα φονικά στενοσόκακα τα γεμάτα από όλες τις ακαθαρσίες· όταν θυμηθείς τη φτώχεια και την αθλιότητα της ζωής των ανθρώπων, το πνευματικό τους σκοτάδι, την εγκατάλειψή τους στη μοίρα τους· όταν θυμηθείς πως είναι τα θύματα μιας κοινωνικής βίας κι εκμετάλλευσης, που αφού τους πιει το αίμα, τους βουλιάζει όσο βαθύτερα μπορεί στην άγνοια, τότες η ομορφιά του οράματος χάνεται και αναδύεται το πραγματικό «νόημα» του τοπίου. Η ψυχή του. Ένας καλλιτέχνης που δε βλέπει αυτή την ψυχή θα αποδώσει μια ομορφιά όσο θέλει εντυπωσιακή, μα πάντα επιφανειακή, στατική, ψεύτικη. Το έργο του μπορεί να αρέσει, μα ποτές δε θα κινήσει τη σκέψη μας. Τη ναρκώνει. Κι αν το έργο του είναι ρεαλιστικό, ο ρεαλισμός του θα είναι αφαιρεμένος, άδειος, χωρίς περιεχόμενο. Η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο ρεαλισμό, που έχει για σκοπό του την πιστότητα της αντιγραφής (ή αναδημιουργίας) των φυσικών και ανθρώπινων «αντικειμένων» και στο ρεαλισμό που ζητάει να συνειδητοποιήσει την κοινωνική σημασία τους, είναι η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο νεκρό «σκήνωμα» και στο «πνεύμα» (οι όροι συμβατικοί). Αυτή η διαφορά καθορίζει από τη μια μεριά τη ματαιότητα του κριτικού κι αισθητικού ρεαλισμού και από την άλλη την επαναστατικότητα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

-Αυτό το αποτέλεσμα το πετυχαίνουν οι εικαστικές τέχνες ως ένα βαθμό. Ο Βελάσκεθ, ο Κουρμπέ, η γοτθική τέχνη, η ολαντέζικη σχολή, μας δώσανε υπέροχα ρεαλιστικά κομμάτια από τη ζωή. Αυτοί μας γνωρίσανε την εποχή τους· όλοι οι άλλοι μας δώσανε το… άπειρο! Για κείνους τους καιρούς, που δεν υπήρχε συνείδηση κοινωνικού αγώνα, μα Θεός πατήρ των πάντων, ο αισθητικός αυτός ρεαλισμός ήτανε μεγάλο κατόρθωμα. Σήμερα όμως ο κοινωνικός αγώνας είναι στην πρώτη γραμμή όλων των αξιών. Αυτό πήρε τη θέση του Υπέρτατου Όντος. Ο άνθρωπος έγινε κύριος της Τέχνης του. Η αστική τέχνη, είτε ρομαντική, είτε ρεαλιστική, είτε κλασική, απομονώνει το άτομο (το άτομο που δε δουλεύει) και το βάζει αντιμέτωπο σ’ όλη την κοινωνία. Και όταν ο ρεαλισμός είναι κριτικός, περιορίζεται στο να δείξει τα κακά, την αδικία, την απανθρωπιά του καθεστώτος, μα δε δίνει καμία λύση στο πρόβλημα. Ζητάει να διορθώσει όλα τούτα τα στραβά μέσα στα πλαίσια του συστήματος και με την καλή θέληση ή τη μόρφωση των ατόμων, χωρίς να θίξει τη βάση του συστήματος. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός κάμνει ήρωά του τον άνθρωπο της δουλειάς, αυτόν, που αγωνίζεται με πίστη και αισιοδοξία μαζί με όλη την κοινωνία για τη δημιουργία του σοσιαλιστικού πολιτισμού. Έτσι ο καλλιτέχνης μεταβάλλεται από ναρκωτής των ψυχών σε «αρχιτέκτονα των ψυχών». Νομίζω πως αυτό το αποτέλεσμα το πετυχαίνουνε πλατύτερα οι τέχνες του λόγου· γιατί διαθέτουν περισσότερο από τις εικαστικές τέχνες το μεγάλο μέσο της δράσης και της περιγραφής.

-Δεν υπάρχει αμφιβολία. Αυτό όμως δε θα πει πως οι εικαστικές τέχνες απαλλάσσονται από το χρέος να δημιουργούνε πάνου σ’ αυτή τη γραμμή. Και το παραμικρότερο πραματάκι από τις βιομηχανικές τέχνες παίρνει την κοινωνική του σημασία, άμα ο δημιουργός του τη νιώθει και ξέρει να τη δώσει. Αυτή η μουσική, που εκφράζεται με το πιο πνευματικό μέσο, μπορεί μια χαρά να κάνει αυτό το χρέος. Μην ξεχνάμε πως και το ρομαντικό ακόμα στοιχείο δεν είναι ασυμβίβαστο με το σοσιαλιστικό ρεαλισμό, όπως είπε ο Ζντάνωφ. Γίνεται κι αυτό επαναστατικό εργαλείο, γιατί «όλη η ζωή του κόμματός μας, όλη η ζωή της εργατικής τάξης είναι ένας συνδυασμός της πιο σκληρής, της πιο νηφάλιας δουλειάς με το μεγαλύτερο ανθρώπινο ηρωισμό και με τις πιο μεγαλειώδικες προοπτικές».

-Για μας όμως, που κάνουμε τέχνη επαναστατική μέσα στα καπιταλιστικά καθεστώτα, αυτό το χρέος είναι κάπως διαφορετικό. Εμείς δεν αγωνιζόμαστε να οικοδομήσουμε το σοσιαλιστικό πολιτισμό, μα να ρίξουμε το αστικό κοινωνικό σύστημα. Συναντιόμαστε όμως με τους Ρώσους σε ένα σημείο. Ότι, όπως κι αυτοί, έτσι και μεις προσπαθούμε να αισθητοποιήσουμε το «αύριο» του κόσμου. Κι αυτό το «αύριο», με το να μην είναι ουτοπία, μα ιστορική αναγκαιότητα, αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή της έμπνευσής μας και τη μεγαλύτερη ζωντάνια και δύναμη της τέχνης μας –εννοώ εκείνων που έχουνε ταλέντο. 




Το παραπάνω απόσπασμα το βρήκα στο βιβλίο με τα «θυμήματα εξορίας» του κώστα βάρναλη από τον άι-στράτη, με επιμέλεια του ηρακλή κακαβάνη, που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις καστανιώτη και το συνιστώ ανεπιφύλακτα στους φίλους του ποιητή (και όχι μόνο). Περισσότερες λεπτομέρειες για το βιβλίο, μπορείτε να βρείτε ακολουθώντας αυτόν τον ηλεκτρονικό σύνδεσμο.