Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στρατώνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στρατώνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Ο καπιταλισμός του στρατώνα

Πώς φτάσαμε στο φλεβάρη του 13’

Διαβάζοντας κανείς το κλασικό βιβλίο του λιναρδάτου για τη δικτατορία του μεταξά «πώς φτάσαμε στην 4η αυγούστου», μπορεί να βρει πολλά κι ενδιαφέροντα, που αποτελούν τροφή για σκέψη και «προβοκατόρικους» συνειρμούς. Στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης, ο συγγραφέας συγκρίνει τη μεταξική δικτατορία με την –πρόσφατη τότε- χούντα των συνταγματαρχών, και σημειώνει πρόχειρα τις βασικές τους ομοιότητες.

-επίκληση του κομμουνιστικού κινδύνου –που σημειωτέον, δεν ήταν ισχυρός κι απειλητικός σε καμία από τις δυο περιπτώσεις που επιβλήθηκαν δικτατορικά καθεστώτα.
-μέτωπο κατά της φαυλοκρατίας και του πολιτικού συστήματος –για να το ξεπεράσουν αργότερα οι ίδιοι οι δικτάτορες σε διαφθορά και φαυλότητα
-και μπόλικη πατριδοκαπηλία, την ίδια στιγμή που υπηρετούσαν δουλικά τα ξένα συμφέροντα.
Αυτό το τελευταίο σηκώνει πολλή συζήτηση σχετικά με τη θεωρία της εξάρτησης και τη θέση της ελληνικής αστικής τάξης, αλλά εν πάση περιπτώσει είναι αδιαμφισβήτητο ότι η μεν 4η αυγούστου δρομολογήθηκε με βάση τα αγγλικά συμφέροντα στην περιοχή εν όψει του δεύτερου παγκόσμιου, η δε επταετία είχε ως εμπνευστή κι άμεσο υποκινητή τις αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες.

Παίρνουμε λοιπόν τα παραπάνω κριτήρια, τα μεταφέρουμε στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα κι αρχίζουμε να τα τσεκάρουμε ένα προς ένα.
Υπάρχει σήμερα αντικομμουνιστική υστερία; Τσεκ. Η οποία εντείνεται μάλιστα με αφορμή ακόμα κι επιμέρους θέσεις του σύριζα, που δεν έχει εδώ και καιρό ούτε εξ αγχιστείας πολιτική συγγένεια με την κομμουνιστική ιδεολογία και πρακτική.
Έχει μπει στο επίκεντρο του δημόσιου λόγου η διαφθορά, τα λαμόγια και το φαύλο πολιτικό σύστημα, που συμπυκνώνονται και στο γνωστό σύνθημα: οι τριακόσιοι στο γουδή; Τσεκ. Με πρωτοστάτες μάλιστα τους «αδιάφθορους» φασίστες, το ροζ ξενοδοχείο του αρχηγού τους και τις αγαστές υπόγειες σχέσεις τους με το εφοπλιστικό κεφάλαιο.
Έχουμε φτηνή πατριδοκαπηλική δημαγωγία, για μια χώρα που σώζεται κάθε φορά πριν το χείλος της χρεοκοπίας, ενώ βγαίνει στο σφυρί η δημόσια περιουσία της και διαλύεται το κράτος πρόνοιας; Τσεκ. Με την ενωμένη πια ευρώπη και την υπόλοιπη τρόικα να μοιράζονται από κοινού το ρόλο που είχαν κάποτε άγγλοι κι αμερικάνοι.

Τα σημάδια εκφασισμού της ελληνικής πολιτικής σκηνής είναι εμφανή. Κι αυτό δεν το λέω με τη συνήθη ευκολία κάποιων χώρων που μιλούσαν από την αρχή της κρίσης για κατοχή και χούντα του δντ –θυμίζοντας τη γνωστή ιστορία του τσοπάνη με το λύκο που φώναζε για πλάκα τους συγχωριανούς του κι όταν τελικά τους χρειάστηκε πραγματικά, δεν έτρεξε κανείς να το βοηθήσει. Ούτε επειδή εντοπίζω το φασιστικό κίνδυνο αποκλειστικά στην άνοδο της χρυσής αυγής, προκρίνοντας κατά συνέπεια ως αναγκαιότητα τη συγκρότηση ενός αντιφασιστικού μετώπου ενάντια στη δράση της.
Το λέω μετρώντας την πραγματικότητα συγκεκριμένα, με βάση τα κύρια χαρακτηριστικά με τα οποία εμφανίζεται ο φασισμός.

Ποια είναι αυτά; Δεν εννοώ την «επανάσταση των μικροαστών της μεσαίας τάξης» όπως χαρακτηρίζει κάπου το φασισμό ο ραφαηλίδης –αν και θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον να παίρναμε αυτόν τον ορισμό και να επιχειρούσαμε να το συσχετίσουμε με τα χαρακτηριστικά του λεγόμενου κινήματος των πλατειών, για να βγάλουμε μερικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

Κάποιοι άλλοι θα επέλεγαν να εστιάσουν στις εικόνες από τους συλληφθέντες του βελβεντού, την καταστολή και τα βασανιστήρια, ως βασικό συστατικό κάθε δικτατορικού καθεστώτος. Εάν παρόλα αυτά κάποιος σοκάρεται με τη συγκεκριμένη πρακτική κυρίως επειδή (επέλεγε να) αγνοεί την ύπαρξή της, τότε συναγωνίζεται σε αφέλεια τον ισοβίτη του αρκά, που αναρωτιέται με φρίκη αν χτυπάνε τους κρατούμενους στις φυλακές, και του απαντά με ερώτηση το ποντίκι, ο μοντεχρήστος: χέζουν οι αρκούδες στο δάσος;

Στην πραγματικότητα λοιπόν το πιο ανατριχιαστικό –για να θυμηθούμε και την αντίδραση του ευαίσθητου αριστερού υπουργού δικαιοσύνης- στις σκληρές εικόνες που είδαν το φως της δημοσιότητας, δεν είναι μόνο η κτηνώδης βία αυτή καθαυτή, αλλά η διαφήμισή της κι η ανερυθρίαστη προβολή τους, σα να πρόκειται για κατορθώματα. Το πιο ανατριχιαστικό είναι η παχυδερμία του πολιτικού προσωπικού που μπορεί να ανατριχιάζει με την πράξη, αλλά την καλύπτει πολιτικά, την εντέλλεται και την ευλογεί.

Κι αυτό αποδεικνύει πως η ρίζα του φασιστικού κινδύνου είναι πολύ βαθύτερη από το χρυσό αυγό που την εκκολάπτει, και φτάνει μέχρι το βαθύ πυρήνα του αστικού κράτους, της σιδερένιας φτέρνας που εκδηλώνεται πλέον ανοιχτά. Και βρίσκει το απαραίτητο συμπλήρωμά της στις καρικατούρες ενόπλων κινημάτων και τη σύμπραξη (sic) «αναρχικών ομάδων» που και σαν όνομα ακόμα καταλήγει να θυμίζει κρατικές εργολαβίες και τις κοινοπραξίες κράτους και κατασκευαστικών επιχειρήσεων. Σε λίγο καιρό η τρομοκρατία θα γίνεται με τη μορφή σδιτ και την αγαστή συνεργασία κρατικών και παρακρατικών οργανισμών.

Το πιο ανησυχητικό λοιπόν στην υπόθεση των συλληφθέντων του βελβεντού είναι το μήνυμα που προσπαθούν να περάσουν. Τα αντίποινα που περιμένουν δυνητικά τον καθένα μας, η άμεση προτροπή στον κόσμο να λουφάξει σπίτι του και να περιμένει παθητικά το θέαμα από τις επόμενες κινηματογραφικές συλλήψεις που θα του προσφέρουν στο πιάτο –χωρίς άρτο, αυτός μας τελείωσε ένεκα κρίσης και δεν περισσεύουν πια ούτε τα ψίχουλα του παρελθόντος.

Κι αυτές οι σκηνές δένουν οργανικά με τις άλλες από την πλατεία βάθη, με τη διανομή δωρεάν τροφίμων και την κοσμοσυρροή που ακολούθησε, με τα απλωμένα χέρια που επαιτούσαν –άλλο σοκ και πτώση από τα σύννεφα για τους μακάριους ανυποψίαστους ισοβίτες, που μαθαίνουν γρήγορα όμως και σύντομα θα γίνουν πιο κυνικοί κι από το μοντεχρήστο.
Ο κοινός παρονομαστής στις παραπάνω περιπτώσεις είναι ο τρόμος. Φόβος από την καταστολή, τη φτώχια, την αποκτήνωση. Αυτή είναι η αληθινή τρομοκρατία και το πραγματικό κράτος τρόμου, για να καμφθεί κάθε αντίσταση, κάθε φρόνημα κι ελπίδα.

Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι γενικά κι αφηρημένα η έξαρση της καταστολής κι η προσβολή της αισθητικής κάποιων ευαίσθητων δημοκρατικών συνειδήσεων, που φρίττουν με τέτοιες εικόνες –όπως και με την ταξική πάλη άλλωστε, κι ας τους ζητήσουμε επί τη ευκαιρία συγνώμη γι’ αυτό, στο μερίδιο που μας αντιστοιχεί για τις... εξαλλοσύνες μας.
Το ζήτημα είναι πού στοχεύει συγκεκριμένα αυτή η έξαρση. Για μένα λοιπόν το μυστηριακό και πιο μεγάλο
Είναι ένα κίνημα που το ‘μποδίζουν να βαδίσει
Είναι ένα κίνημα που το αλυσοδένουνε –εσχάτως και στην κυριολεξία

Κι εδώ ερχόμαστε στην ουσία του πράγματος και τα χαρακτηριστικά του φασισμού που έρχεται. Εκ των οποίων δύο είναι τα πιο τυπικά. Η κήρυξη στρατιωτικού νόμου και το τσάκισμα του εργατικού κινήματος, των συνδικαλιστικών ενώσεων και των αγωνιστικών του κινητοποιήσεων. Αν σκεφτούμε τις εξελίξεις των τελευταίων μόνο ημερών, βάζουμε τσεκ σε αυτά τα δύο σημεία και συνεχίζουμε επ’ αυτής της βάσης την ανάλυσή μας.

Η τρικέφαλη κυβέρνηση βάζει την χώρα στο γύψο της επιστράτευσης, για να τη γλιτώσει από τον ασφυκτικό απεργιακό κλοιό, γιατί αυτός ρημάζει τον παραγωγικό ιστό του τόπου με τους 1,5 εκ. άνεργους και το νέο κύμα μετανάστευσης. Δρομολογεί την κατάργηση του δικαιώματος της απεργίας, με πρόσχημα την έλλειψη απόλυτης πλειοψηφίας στις αποφάσεις των σωματείων –λες και αυτή εκλέχτηκε από την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος. Ζούμε άλλωστε σε μια τόσο δημοκρατική χώρα, όπου οι κυβερνώντες αντί να εισάγουν το συνδικαλισμό στο στρατό (για φαντάρους κι αξιωματικούς) ώστε να τον εκδημοκρατίσουν, πήγαν ένα βήμα παραπέρα και έφεραν την επιστράτευση στο συνδικαλιστικό κίνημα. Κι όταν κάποτε φουντώνει η οργή των απεργών και δε φτάνουν τα ματ για να την αντιμετωπίσουν, κατεβάζουν και τον ίδιο το στρατό, για να επιβάλει την ομαλότητα, όπως είχαν κάνει παλιότερα στο λιμάνι με τους οϋκάδες.

Όλα τα παραπάνω περιγράφουν μια κατάσταση, που θα μπορούσαμε κάλλιστα να ορίσουμε ως καπιταλισμό του στρατώνα, κατ’ αντιστοιχία του ψυχροπολεμικού αστικού ευφυολογήματος περί «κομμουνισμού του στρατώνα» για το ανατολικό μπλοκ. Και στο οποίο καταφεύγουν και σήμερα μερικά ξυπνοπούλια του συστήματος: φαντάζεστε, λέει, να γίνονταν στη σοβιετική ένωση απεργίες και καταλήψεις δημόσιων κτιρίων, πώς θα αντιδρούσε εκεί το κράτος;
Ας (τους) αντιστρέψουμε το ερώτημα: φαντάζεστε να γίνονταν επί σοσιαλισμού τα μισά από όσα γίνονται σήμερα στη δημοκρατική και φιλελεύθερη ελλάδα (που κατά τα άλλα είναι, υποτίθεται, η τελευταία σοβιετική χώρα της ευρώπης), τι θα είχαν να λένε περί αυταρχισμού και στυγνής δικτατορίας αυτά τα παπαγαλάκια, που δικαιολογούν τώρα την καταστολή και την πάταξη της ανομίας;

Όπως λέει όμως κι ο μπρεχτ στο στρατηγό σε ένα ποίημά του: ο στρατιώτης έχει ένα ελάττωμα. Ξέρει να σκέφτεται. Κι οι επιστρατευμένοι απεργοί σήμερα πρέπει να σκεφτούν ταξικά και να βγάλουν πολιτικά διδάγματα από την πλούσια, συσσωρευμένη πείρα τους, αν δε θέλουν να ξαναρχίζουν κάθε φορά από το μηδέν, χωρίς αποτέλεσμα, σαν το μαρτύριο του σισσύφου. Πρέπει να σηκώσουν το γάντι που τους πέταξε η αστική εξουσία, να πολεμήσουν με οργάνωση, επιτελικό σχέδιο και πειθαρχία, κι όχι σαν ασκέρι που σκορπάει στην πρώτη δυσκολία και δίνει μάχες οπισθοφυλακής, χαμένες από χέρι.

Εδώ δε συγχωρείται η λιποψυχία και η λιποταξία. Δεν χωράει λούφα και παραλλαγή. Δεν είναι εννιά (ή δώδεκα ή δεκαοχτώ) μήνες χαμένοι από τη ζωή, αλλά ολόκληρη η ζωή μας που διακυβεύεται. Χρειάζεται στράτευση, συνειδητή και δραστήρια, για να ασκούμε έλεγχο και στους στρατηγούς και να καλύπτουμε συλλογικά το όποιο στρατηγικό έλλειμμα τυχόν δείξει σε μια κρίσιμη καμπή η στρατιωτική ηγεσία.

Το φύλλο πορείας που έχει ο καθένας μας είναι για το μέτωπο του αγώνα και της αντίστασης, στον ταξικό πόλεμο που έχουμε μπροστά μας.
Άλλωστε οι φαντάροι είναι του λαού παιδιά
κι έξω από τα ταξικά τους σύνορα δεν έχουνε δουλειά.

Εργάτη αγρότη άνεργε φοιτητή
Σου κήρυξαν τον πόλεμο, πολέμα τους κι εσύ

Πέμπτη 19 Αυγούστου 2010

A las barricadas revolucionarias

Ημερολόγια κατασκήνωσης – ημέρα πρώτη

Δεν χρειαζόταν να φτάσουμε ως εδώ, σε ξένη χώρα για να βιώσουμε τόση αποξένωση και να 'μαστε δυο ξένοι στην ίδια αποστολή. Το κάναμε μια χαρά και στην ελλάδα.(...)

Το όνομά της βγαίνει απ' το (...). Κι αυτό που θαυμάζουμε πάνω της είναι το κομμουνιστικό προσόν της στράτευσης.
Εμείς στρατιώτες του έρωτα. Ή απλώς τυχοδιώκτες με το soldier of fortune για ύμνο τους. Κι αυτή αμαζόνα, σαν αυτές που ακούγαμε να αλαλάζουν στο κάμπινγκ χτυπώντας την καρωτίδα τους. Θέλει αυστηρά μόνο αυτό που έχουν να της δώσουν και το παίρνει υπό την απειλή του όπλου. Και σε σκοτώνει με άδεια βλέμματα κι αδιαφορία όταν την απειλείς πως θα της δώσεις αυτό που ζητάει οικειοθελώς, επειδή σου αρέσει πολύ.

Κι όλοι μαζί ζούμε έναν κομμουνισμό του στρατώνα αλά τουρκ. Με αυστηρούς κανόνες, πρόγραμμα κατασκήνωσης κι ελεγχόμενη ροή του κόσμου που βγαίνει και του αλκοόλ που εισέρχεται -και βασικά απαγορεύεται. Κι ένα μίνι μάρκετ με ελλείψεις στα βασικά είδη, όπως στη σοβιετία. Πουλούσε όμως ναράτα που είναι χυμός ροδιού.
Το ρόδι έσπασε, η τάση χαράχτηκε.

Και χρωματιστά κολάρα στο λαιμό για να αναγνωρίζουν τι εθνικότητας κομματόσκυλα είμαστε και να μη μας περνάνε για αδέσποτα και μας καταχεριάσει η κουρδιστή περιφρούρηση από το αραράτ. Οι κούρδοι κάναν το μπόγια που παίζει το μπαμπούλα στα παιδικά παραμύθια κι εμείς τους ρατσιστές με τα στερεότυπα. Και κανείς δε σκέφτηκε ότι λόγω εθνικότητας είχαμε μπλε κολάρα κι ήμασταν οι ριγμένοι στον καταμερισμό εργασίας.
Κι όλα αυτά με σήμα καμπάνα, ελληνικό. Γιατί απέναντι στα νησιά μπορεί να μην πιάνει ούτε με αίτηση, αλλά εδώ η κοσμοτέ έχει..

Κι όμως, ήταν πολύ μακριά από όσα μας περιέγραφαν για τη στρατιωτική πειθαρχία. Αν πούμε ραντεβού δέκα παρά πέντε, εννοούμε παρά πέντε. Ούτε λεπτό αργότερα. Γι’ αυτούς ένα λεπτό καθυστέρηση σημαίνει ότι τους πιάνει η ασφάλεια.
Στην πρεμιέρα πρέπει να έπιασε πολλούς συντρόφους η ασφάλεια γιατί οι συναυλίες άρχισαν με δίωρη καθυστέρηση (στο βιλαμπάχο οι αναιρέσεις ακόμα αρχίζουν). Κι η πλειοψηφία του κόσμου ήταν ντόπια δεκαπεντάχρονα που ήρθαν να διασκεδάσουν.
Τα υπόλοιπα ήταν μάλλον παλαιοκομματική τρομοκρατία από το σφο με την κουκουέ μόρφωση προς το εαακίτικο χυμαδιό που αν το αφήσεις ανεξέλεγκτο μπορεί να φέρει την καταστροφή.

Το απόγευμα περάσαμε όμορφες στιγμές διεθνιστικής αλληλεγγύης με έναν τούρκο σύντροφο στην άθλια παραλία του κάμπινγκ. Δεν είμαι εγώ ρατσιστής, η δική τους πλευρά του αιγαίου είναι άσχημη. Πώς να μη θέλουν μετά να το κόψουν στη μέση.

Τα κομμουνιστικά είναι διεθνής γλώσσα, αλλά με το σύντροφο δεν καταλαβαινόμασταν γρι. Τόσα χρόνια μαζί οι δυο λαοί κι έμειναν ελάχιστα πράγματα για να μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους. Μετά έμαθα πως αυτός ακριβώς –μεταξύ άλλων- ήταν ο σκοπός της εκκαθάρισης που πέτυχε η καθαρεύουσα. Είπαμε μετά βίας λίγα πράγματα για την οικογένειά του που ήταν ταξίδι στη σαλανίκ. Ψάξαμε για κοινούς γνωστούς και βρήκαμε τον κεμάλ, τη σάμο και τον ολυμπιακό.

Και στο καπάκι έρχεται η κρίσιμη ερώτηση. Κόμουνιστ πάρτι;
Ποιος παιδί μου, το ναρ; Τι του λες τώρα; Γουόνα μπι κάποτε; Θα κάνει φέτος συνέδριο για να γίνει; Κι έφυγε κι ο κοντόχοντρος για μπάνιο.
-Περίπου, του κάνω με το χέρι.
–Ναρ; Επιμένει αυτός.
Θυμήθηκα φευγαλέα τη ροδάδα απ’ το μίνι μάρκετ.
-Εγώ κουκουέ, του λέω. Κι αυτός -δείχνω προς τον κοντόχοντρο- περίπου.

Κι άντε τώρα να του πω ότι δεν είμαι οργανωμένο μέλος. Και την ίδια γλώσσα να ξέραμε, αυτά ούτε στον εαυτό σου δεν τα εξηγείς εύκολα.
Κι έτσι άτυπα, έστω και για έναν τούρκο σύντροφο, το κόμμα βρέθηκε εκεί κι έδωσε το παρόν στο κάμπινγκ του εμεπ.
Εδώ κολλάν να μπουν κάποια πράγματα και για τις σχέσεις του κόμματος με το εμεπ, αλλά θα τις βάλω στο επόμενο κείμενο για να μη βγει πολύ μικρό.

Είμαι περίπου κνίτης κατά το ολίγον έγκυος. Ή αλλιώς τουρκοκνίτης που είπε κι ο κοντόχοντρος όταν βρήκαμε έναν τούρκο με κρητική καταγωγή.
Μέχρι που βρήκαμε έναν αυθεντικό τουρκοκνίτη που ήταν μαζί στην αποστολή, μιλούσε τούρκικα και χάρηκε όταν με γνώρισε γιατί λέει είμαστε συνάδελφοι.
Κλασική περίπτωση απαλεψιάς. Αλλά αυτός είναι μέλος κι εγώ όχι.

Το βράδυ μας έκλεισε μια φαντασμαγορική τελετή έναρξης με φωτορυθμικά, άπειρα σάουντ-τσεκ και πολεμικά ελικόπτερα που πετούσαν χωρίς φώτα και θόρυβο από πάνω μας για να κόβουν κίνηση και μου θύμισαν τα παιδικά μου χρόνια και τα αεροπλανάκια με τις διαφημίσεις πάνω απ’ την τούμπα. Συγκίνηση.

Και πάνω απ’ όλα χωρίς μετάφραση, στα αγγλικά έστω. Κι όταν υπήρχε ήταν όπως στις δηλώσεις μετά τον αγώνα που ο κόουτς μιλάει σερί κάνα λεπτό κι η μετάφραση είναι: είμαι ικανοποιημένος απ’ την προσπάθεια των παιδιών.
Καταλάβαμε μόνο ότι στα τούρκικα οι παλαιστίνιοι λέγονται φιλισταίοι.

Ακούγαμε διάφορα ονόματα χωρών χωρίς άλλη εξήγηση και ψάχναμε να βρούμε με ποιους κληρωθήκαμε. Αλλά χωρίς διερμηνέα ήμασταν σαν τον αιγύπτιο στο αστερίξ λεγεωνάριος.
–Τι είπε τώρα; με ρώτησε ο αρανίτης δίπλα μου.
-Ότι οι οργανώσεις απ’ την ίδια χώρα δε μπορούν να κληρωθούν μεταξύ τους πριν τη φάση των 16.
Τρίχες στη μύτη..

Αλλά το προτσές μετεξελίχτηκε γρήγορα σε γιουροβίζιον με διευρυμένη σύνθεση. Στείλαμε τη δικιά μας με ένα ωραίο τραπεζομάντιλο για φόρεμα κι έκλεψε αντικειμενικά την παράσταση. Δεν υπήρχε κύπρος και γκαραντί δωδεκάρι, αλλά όταν έγινε αναφορά στις γενικές απεργίες κάναν όλοι κοντινά στην αποστολή μας και χειροκροτήσαμε διεθνιστικά τους εαυτούς μας.

Και στο καπάκι οι συναυλίες με το νταλγκά και την κρυμμένη θλίψη της ανατολής. Ο καημός κι η ράθυμη μελαγχολία ενός λαού που πέρασε πολλά και τα αποτύπωσε στα τραγούδια του με τρόπο αυθεντικό κι αυθόρμητο που βγαίνει από μέσα του. Όχι με κραυγές και κλαρίνα που τρυπούν τη φαντασία, όπως στα σκυλάδικα.

Και πριν προλάβεις να το φιλοσοφήσεις αρχίζουν τα πανηγυρτζίδικα και δεν ξέρεις πού να κρυφτείς. Κόσμος που ξεσηκώνεται με πιπιζάρους, λύρες, ποντιακό ροκ (λαϊστέρα, λαϊστέρα) και το σουξέ μπέλα τσάο που έπαιζε τρεις φορές τη μέρα. Ίσως γιατί έχει ανάγκη να περάσει καλά και πασχίζει να πείσει τον εαυτό του με το στανιό.

Μου τη δίνει ο διεθνισμός. Για την ακρίβεια ο διεθνισμός-δηθενισμός του μπελα και του μάνου τσάο. Σαν παιχνίδια χωρίς σύνορα με λιγότερη πλάκα και χωρίς δάφνη μπόκοτα.
Τι θέλω και μπλέκω εγώ με αυτά, σταλινικός άνθρωπος; Αυτά είναι καλά για τροτσκιστές σαν τον ρασκόλνικοβ. Που αρχίσαμε να τον λέμε τρότσκα στην πλάκα -άσχετα αν το πιστεύουμε κιόλας.

Το παν είναι να βάζεις διαλεκτικά τα ζητήματα. Έτσι αυτός πιστεύει ότι αν είχε νικήσει ο τρότσκι σήμερα θα είχαμε κομμουνισμό. Κι εγώ εξίσου διαλεκτικά γνωρίζω ότι τα στραβά του στάλιν θα τα είχαμε ούτως ή άλλως, αλλά τα καλά είναι εντελώς αμφίβολο αν θα τα πετύχαινε ο λέοντας.
Μεγάλο πράγμα η διαλεκτική. Και μας χωράει όλους...