Πώς φτάσαμε στο φλεβάρη του 13’
Διαβάζοντας κανείς το κλασικό βιβλίο του
λιναρδάτου για τη δικτατορία του μεταξά «πώς φτάσαμε στην 4η
αυγούστου», μπορεί να βρει πολλά κι ενδιαφέροντα, που αποτελούν τροφή για σκέψη
και «προβοκατόρικους» συνειρμούς. Στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης, ο
συγγραφέας συγκρίνει τη μεταξική δικτατορία με την –πρόσφατη τότε- χούντα των
συνταγματαρχών, και σημειώνει πρόχειρα τις βασικές τους ομοιότητες.
-επίκληση
του κομμουνιστικού κινδύνου –που σημειωτέον, δεν ήταν ισχυρός κι απειλητικός σε
καμία από τις δυο περιπτώσεις που επιβλήθηκαν δικτατορικά καθεστώτα.
-μέτωπο
κατά της φαυλοκρατίας και του πολιτικού συστήματος –για να το ξεπεράσουν
αργότερα οι ίδιοι οι δικτάτορες σε διαφθορά και φαυλότητα
-και
μπόλικη πατριδοκαπηλία, την ίδια στιγμή που υπηρετούσαν δουλικά τα ξένα
συμφέροντα.
Αυτό το τελευταίο σηκώνει πολλή συζήτηση σχετικά
με τη θεωρία της εξάρτησης και τη θέση της ελληνικής αστικής τάξης, αλλά εν
πάση περιπτώσει είναι αδιαμφισβήτητο ότι η μεν 4η αυγούστου
δρομολογήθηκε με βάση τα αγγλικά συμφέροντα στην περιοχή εν όψει του δεύτερου
παγκόσμιου, η δε επταετία είχε ως εμπνευστή κι άμεσο υποκινητή τις αμερικάνικες
μυστικές υπηρεσίες.
Παίρνουμε λοιπόν τα παραπάνω κριτήρια, τα
μεταφέρουμε στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα κι αρχίζουμε να τα τσεκάρουμε
ένα προς ένα.
Υπάρχει σήμερα αντικομμουνιστική υστερία; Τσεκ.
Η οποία εντείνεται μάλιστα με αφορμή ακόμα κι επιμέρους θέσεις του σύριζα, που
δεν έχει εδώ και καιρό ούτε εξ αγχιστείας πολιτική συγγένεια με την
κομμουνιστική ιδεολογία και πρακτική.
Έχει μπει στο επίκεντρο του δημόσιου λόγου η
διαφθορά, τα λαμόγια και το φαύλο πολιτικό σύστημα, που συμπυκνώνονται και στο
γνωστό σύνθημα: οι τριακόσιοι στο γουδή; Τσεκ. Με πρωτοστάτες μάλιστα τους
«αδιάφθορους» φασίστες, το ροζ ξενοδοχείο του αρχηγού τους και τις αγαστές
υπόγειες σχέσεις τους με το εφοπλιστικό κεφάλαιο.
Έχουμε φτηνή πατριδοκαπηλική δημαγωγία, για μια
χώρα που σώζεται κάθε φορά πριν το χείλος της χρεοκοπίας, ενώ βγαίνει στο σφυρί
η δημόσια περιουσία της και διαλύεται το κράτος πρόνοιας; Τσεκ. Με την ενωμένη
πια ευρώπη και την υπόλοιπη τρόικα να μοιράζονται από κοινού το ρόλο που είχαν
κάποτε άγγλοι κι αμερικάνοι.
Τα σημάδια εκφασισμού της ελληνικής πολιτικής
σκηνής είναι εμφανή. Κι αυτό δεν το λέω με τη συνήθη ευκολία κάποιων χώρων που
μιλούσαν από την αρχή της κρίσης για κατοχή και χούντα του δντ –θυμίζοντας τη
γνωστή ιστορία του τσοπάνη με το λύκο που φώναζε για πλάκα τους συγχωριανούς
του κι όταν τελικά τους χρειάστηκε πραγματικά, δεν έτρεξε κανείς να το
βοηθήσει. Ούτε επειδή εντοπίζω το φασιστικό κίνδυνο αποκλειστικά στην άνοδο της
χρυσής αυγής, προκρίνοντας κατά συνέπεια ως αναγκαιότητα τη συγκρότηση ενός
αντιφασιστικού μετώπου ενάντια στη δράση της.
Το λέω μετρώντας την πραγματικότητα συγκεκριμένα,
με βάση τα κύρια χαρακτηριστικά με τα οποία εμφανίζεται ο φασισμός.
Ποια είναι αυτά; Δεν εννοώ την «επανάσταση των
μικροαστών της μεσαίας τάξης» όπως χαρακτηρίζει κάπου το φασισμό ο ραφαηλίδης
–αν και θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον να παίρναμε αυτόν τον ορισμό και να
επιχειρούσαμε να το συσχετίσουμε με τα χαρακτηριστικά του λεγόμενου κινήματος
των πλατειών, για να βγάλουμε μερικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα.
Κάποιοι άλλοι θα επέλεγαν να εστιάσουν στις
εικόνες από τους συλληφθέντες του βελβεντού, την καταστολή και τα βασανιστήρια,
ως βασικό συστατικό κάθε δικτατορικού καθεστώτος. Εάν παρόλα αυτά κάποιος
σοκάρεται με τη συγκεκριμένη πρακτική κυρίως επειδή (επέλεγε να) αγνοεί την
ύπαρξή της, τότε συναγωνίζεται σε αφέλεια τον ισοβίτη του αρκά, που αναρωτιέται
με φρίκη αν χτυπάνε τους κρατούμενους στις φυλακές, και του απαντά με ερώτηση
το ποντίκι, ο μοντεχρήστος: χέζουν οι
αρκούδες στο δάσος;
Στην πραγματικότητα λοιπόν το πιο ανατριχιαστικό
–για να θυμηθούμε και την αντίδραση του ευαίσθητου αριστερού υπουργού
δικαιοσύνης- στις σκληρές εικόνες που είδαν το φως της δημοσιότητας, δεν είναι
μόνο η κτηνώδης βία αυτή καθαυτή, αλλά η διαφήμισή της κι η ανερυθρίαστη
προβολή τους, σα να πρόκειται για κατορθώματα. Το πιο ανατριχιαστικό είναι η
παχυδερμία του πολιτικού προσωπικού που μπορεί να ανατριχιάζει με την πράξη,
αλλά την καλύπτει πολιτικά, την εντέλλεται και την ευλογεί.
Κι αυτό αποδεικνύει πως η ρίζα του φασιστικού
κινδύνου είναι πολύ βαθύτερη από το χρυσό αυγό που την εκκολάπτει, και φτάνει
μέχρι το βαθύ πυρήνα του αστικού κράτους, της σιδερένιας φτέρνας που
εκδηλώνεται πλέον ανοιχτά. Και βρίσκει το απαραίτητο συμπλήρωμά της στις
καρικατούρες ενόπλων κινημάτων και τη σύμπραξη (sic) «αναρχικών ομάδων» που και σαν όνομα
ακόμα καταλήγει να θυμίζει κρατικές εργολαβίες και τις κοινοπραξίες κράτους και
κατασκευαστικών επιχειρήσεων. Σε λίγο καιρό η τρομοκρατία θα γίνεται με τη
μορφή σδιτ και την αγαστή συνεργασία κρατικών και παρακρατικών οργανισμών.
Το πιο ανησυχητικό λοιπόν στην υπόθεση των
συλληφθέντων του βελβεντού είναι το μήνυμα που προσπαθούν να περάσουν. Τα
αντίποινα που περιμένουν δυνητικά τον καθένα μας, η άμεση προτροπή στον κόσμο
να λουφάξει σπίτι του και να περιμένει παθητικά το θέαμα από τις επόμενες
κινηματογραφικές συλλήψεις που θα του προσφέρουν στο πιάτο –χωρίς άρτο, αυτός
μας τελείωσε ένεκα κρίσης και δεν περισσεύουν πια ούτε τα ψίχουλα του
παρελθόντος.
Κι αυτές οι σκηνές δένουν οργανικά με τις άλλες
από την πλατεία βάθη, με τη διανομή δωρεάν τροφίμων και την κοσμοσυρροή που
ακολούθησε, με τα απλωμένα χέρια που επαιτούσαν –άλλο σοκ και πτώση από τα
σύννεφα για τους μακάριους ανυποψίαστους ισοβίτες, που μαθαίνουν γρήγορα όμως
και σύντομα θα γίνουν πιο κυνικοί κι από το μοντεχρήστο.
Ο κοινός παρονομαστής στις παραπάνω περιπτώσεις
είναι ο τρόμος. Φόβος από την καταστολή, τη φτώχια, την αποκτήνωση. Αυτή είναι
η αληθινή τρομοκρατία και το πραγματικό κράτος τρόμου, για να καμφθεί κάθε
αντίσταση, κάθε φρόνημα κι ελπίδα.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι γενικά κι αφηρημένα
η έξαρση της καταστολής κι η προσβολή της αισθητικής κάποιων ευαίσθητων
δημοκρατικών συνειδήσεων, που φρίττουν με τέτοιες εικόνες –όπως και με την
ταξική πάλη άλλωστε, κι ας τους ζητήσουμε επί τη ευκαιρία συγνώμη γι’ αυτό, στο
μερίδιο που μας αντιστοιχεί για τις... εξαλλοσύνες μας.
Το ζήτημα είναι πού στοχεύει συγκεκριμένα αυτή η
έξαρση. Για μένα λοιπόν το μυστηριακό και πιο μεγάλο
Είναι
ένα κίνημα που το ‘μποδίζουν να βαδίσει
Είναι
ένα κίνημα που το αλυσοδένουνε –εσχάτως και στην
κυριολεξία
Κι εδώ ερχόμαστε στην ουσία του πράγματος και τα
χαρακτηριστικά του φασισμού που έρχεται. Εκ των οποίων δύο είναι τα πιο τυπικά.
Η κήρυξη στρατιωτικού νόμου και το τσάκισμα του εργατικού κινήματος, των
συνδικαλιστικών ενώσεων και των αγωνιστικών του κινητοποιήσεων. Αν σκεφτούμε
τις εξελίξεις των τελευταίων μόνο ημερών, βάζουμε τσεκ σε αυτά τα δύο σημεία
και συνεχίζουμε επ’ αυτής της βάσης την ανάλυσή μας.
Η τρικέφαλη κυβέρνηση βάζει την χώρα στο γύψο
της επιστράτευσης, για να τη γλιτώσει από τον ασφυκτικό απεργιακό κλοιό, γιατί
αυτός ρημάζει τον παραγωγικό ιστό του τόπου με τους 1,5 εκ. άνεργους και το νέο
κύμα μετανάστευσης. Δρομολογεί την κατάργηση του δικαιώματος της απεργίας, με
πρόσχημα την έλλειψη απόλυτης πλειοψηφίας στις αποφάσεις των σωματείων –λες και
αυτή εκλέχτηκε από την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος. Ζούμε άλλωστε σε μια
τόσο δημοκρατική χώρα, όπου οι κυβερνώντες αντί να εισάγουν το συνδικαλισμό στο
στρατό (για φαντάρους κι αξιωματικούς) ώστε να τον εκδημοκρατίσουν, πήγαν ένα
βήμα παραπέρα και έφεραν την επιστράτευση στο συνδικαλιστικό κίνημα. Κι όταν
κάποτε φουντώνει η οργή των απεργών και δε φτάνουν τα ματ για να την
αντιμετωπίσουν, κατεβάζουν και τον ίδιο το στρατό, για να επιβάλει την
ομαλότητα, όπως είχαν κάνει παλιότερα στο λιμάνι με τους οϋκάδες.
Όλα τα παραπάνω περιγράφουν μια κατάσταση, που
θα μπορούσαμε κάλλιστα να ορίσουμε ως καπιταλισμό του στρατώνα, κατ’
αντιστοιχία του ψυχροπολεμικού αστικού ευφυολογήματος περί «κομμουνισμού του στρατώνα» για το ανατολικό μπλοκ. Και στο οποίο
καταφεύγουν και σήμερα μερικά ξυπνοπούλια του συστήματος: φαντάζεστε, λέει, να
γίνονταν στη σοβιετική ένωση απεργίες και καταλήψεις δημόσιων κτιρίων, πώς θα
αντιδρούσε εκεί το κράτος;
Ας (τους) αντιστρέψουμε το ερώτημα: φαντάζεστε
να γίνονταν επί σοσιαλισμού τα μισά από όσα γίνονται σήμερα στη δημοκρατική και
φιλελεύθερη ελλάδα (που κατά τα άλλα είναι, υποτίθεται, η τελευταία σοβιετική
χώρα της ευρώπης), τι θα είχαν να λένε περί αυταρχισμού και στυγνής δικτατορίας
αυτά τα παπαγαλάκια, που δικαιολογούν τώρα την καταστολή και την πάταξη της
ανομίας;
Όπως λέει όμως κι ο μπρεχτ στο στρατηγό σε ένα
ποίημά του: ο στρατιώτης έχει ένα
ελάττωμα. Ξέρει να σκέφτεται. Κι οι επιστρατευμένοι απεργοί σήμερα πρέπει
να σκεφτούν ταξικά και να βγάλουν πολιτικά διδάγματα από την πλούσια,
συσσωρευμένη πείρα τους, αν δε θέλουν να ξαναρχίζουν κάθε φορά από το μηδέν,
χωρίς αποτέλεσμα, σαν το μαρτύριο του σισσύφου. Πρέπει να σηκώσουν το γάντι που
τους πέταξε η αστική εξουσία, να πολεμήσουν με οργάνωση, επιτελικό σχέδιο και
πειθαρχία, κι όχι σαν ασκέρι που σκορπάει στην πρώτη δυσκολία και δίνει μάχες
οπισθοφυλακής, χαμένες από χέρι.
Εδώ δε συγχωρείται η λιποψυχία και η λιποταξία.
Δεν χωράει λούφα και παραλλαγή. Δεν είναι εννιά (ή δώδεκα ή δεκαοχτώ) μήνες
χαμένοι από τη ζωή, αλλά ολόκληρη η ζωή μας που διακυβεύεται. Χρειάζεται
στράτευση, συνειδητή και δραστήρια, για να ασκούμε έλεγχο και στους στρατηγούς
και να καλύπτουμε συλλογικά το όποιο στρατηγικό έλλειμμα τυχόν δείξει σε μια
κρίσιμη καμπή η στρατιωτική ηγεσία.
Το φύλλο πορείας που έχει ο καθένας μας είναι
για το μέτωπο του αγώνα και της αντίστασης, στον ταξικό πόλεμο που έχουμε
μπροστά μας.
Άλλωστε
οι φαντάροι είναι του λαού παιδιά
κι
έξω από τα ταξικά τους σύνορα δεν έχουνε δουλειά.
Εργάτη
αγρότη άνεργε φοιτητή
Σου
κήρυξαν τον πόλεμο, πολέμα τους κι εσύ