Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιορτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιορτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Χριστουγεννιάτικο

Αν κάθε φορά που ακούς τρίγωνα-κάλαντα, σκέφτεσαι την Καλαντίδου, είσαι σύντροφός μου (κι αν μικρός ήσουν αντικοινωνικό παιδάκι, και δεν έβγαινες να τα πεις, ακόμα περισσότερο). Κι αν πηγαίνεις να πεις τα κάλαντα στον Τσίπρα και τον ρωτάς "ποιος είσαι εσύ... (που ήρθες εδώ με μας να σπάσεις πλάκα);"' είσαι γεννημένο ταλέντρο τρολ, και τέκνο άξιο για νέος πρωτοπόρος-πιονιέρος (αν υπήρχαν ακόμα). Κάτι που δε θα συνέβαινε ποτέ με τον Μήτσο τον Κουτσούμπα, που γίνεται ένα με τα λαϊκά συγκροτήματα που τον επισκέπτονται να του τα πουν, και τον χιλοτραγουδάει η γης με μαντινάδες.

Χρόνια εκατό το ΚΚΕ τα έχει φέρει τούμπα
Και συνεχίζει ακάθεκτο, με πρώτο τον Κουτσούμπα

Όχι, πες αλήθεια, σφε αναγνώστη, εσένα σου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό η ρίμα τούμπα-Κουτσούμπα;

Κάποτε βέβαια τα παιδάκια έλεγαν κάλαντα απλώς για το έθιμο και για να πάρουν κάποιο γλύκισμα, που γι' αυτούς είχε αξία ανεκτίμητη, σα θησαυρός. Στη δική μου γενιά άρχισε να γίνεται προσοδοφόρα επιχείρηση, με άτυπα συνεργεία που κάλυπταν δήμους ολόκληρους, ως το βράδυ, και πήγαιναν σε σπίτια, που ούτε τα ήξεραν, ούτε τα είχαν επισκεφτεί ποτέ.

Μέχρι που έφτασε η κρίση και μαζί της, ο σχεδόν πλήρης εκφυλισμός του εθίμου, όπου μπορείς να δεις πχ μια τσιγγάνα (ή οτιδήποτε άλλο, δεν έχει σημασία) μάνα να συνοδεύει διακριτικά τα παιδιά της, καθώς παίρνουν σβάρνα τα μαγαζιά, για να οργανώσει την εξόρμηση και να διασφαλίσει πως δε θα τα φάνε στο δρόμο και δε θα τους επιτεθεί κανείς, για να τους πάρεις τα χρήματα.
Ή τους μαγαζάτορες να διώχνουν τα παιδιά, πριν καν αυτά προλάβουν να ρωτήσουν το τυπικό "να τα πούμε;", γιατί φοβούνται πως όλος ο τζίρος της μέρας θα τους φύγει για το έθιμο και το ταμείο θα βγει μείον. Και τα θυροτηλέφωνα να μην απαντάνε στα επίμονα χτυπήματα, γιατί στο κάτω-κάτω της γραφής, η παραμονή είναι κι εργάσιμη. Αλλά πόσοι έχουν δουλειά άραγε τη σήμερον ημέρα;

Κι όλα αυτά θα μπορούσαν να δώσουν το έναυσμα για μια συνολική ανάλυση, πώς το σύστημα αλλοιώνει τα έθιμα και τα μετατρέπει σε άθλια συναλλαγή, γενικευμένο εμπόριο, στιγμών και συναισθημάτων. Ή για το πώς η φτώχεια διατηρούσε παλιότερα μια μορφή συλλογικότητας στη γειτονιά, σαν κοινοτικό κατάλοιπο και υπολανθάνουσα ταξική συνείδηση, που τη διέλυσε αργότερα η επίπλαστη ευμηερία της μεταπολεμικής-μεταπολιτευτικής περιόδου, και τώρα που αυτή εκλείπει, έχει υποχωρήσει (ανεπιστρεπτί) το κοινοτικό κεκτημένο, ιδίως στις μεγαλουπόλεις, όπου νιώθεις άγνωστος μεταξύ αγνώστων.

Αλλά αυτά μπορούν να περιμένουν μια άλλη μέρα, που το μυαλό δε θα έχει θολώσει από το πολύ φαΐ (αυτές τις φ-άγιες μέρες), και δε θα ξεκουράζεται απ' την καθημερινή ρουτίνα.
Όσοι έχουν χρόνο πάντως μπορούν να ακολουθήσουν τους παρακάτω συνδέσμους και να διαβάσουν.
Ένα παλιότερο κείμενο της κε του μπλοκ για τα "Σταλινούγεννα", που το έβαλε κάποτε και το ίνφογουορ στα "απαλλοτριωμένα", για μερικές ώρες, μέχρι να δουν ότι τους πέφτει βαρύ και να το κατεβάσουν.
Ένα ψιλοκάλτ ιστορικό κείμενο στη Μηχανή του Χρόνου, για τη ΛΔΓ που επιχείρησε, λέει, να αντικαταστήσει τα Χριστούγεννα με τα Σταλινούγεννα.
Κι ένα τελείως καλτ (αν δεν ήταν κι επικίνδυνο) κείμενο της Αυγής, που εξηγεί γιατί ο Χριστός ήταν ο πρώτος αριστερός σοσιαλδημοκράτης (παλιά λέγανε "κομμουνιστής"', αλλά ας εκσυγχρονιστούμε πια σύντροφοι) και βασικά κάτι σαν προφήτης του Τσίπρα

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Αυτές τις άγιες μέρες

Δε θυμάμαι που το είχα διαβάσει (κι αν το αναπαράγω σωστά), αλλά το χειρότερο με αυτές τις γιορτάρες μέρες, που θεωρητικά επιδρούν ευεργετικά στην ψυχολογία μας και μας κάνουν να αισθανόμαστε και να γινόμαστε λίγο καλύτεροι άνθρωποι κάποιες φορές τον χρόνο, είναι πως τελικά μοιάζουν αφόρητα με όλες τις υπόλοιπες. Κι επιτείνουν την κυρίαρχη κατάθλιψη, αναδεικνύοντας σε πρώτο πλάνο, όχι βέβαια την αγάπη ή τη φιλανθρωπία, αλλά την αστική υποκρισία.

Γιατί να στολίζουμε στις γιορτές τα σπίτια μας, για να καλύψουμε τη μιζέρια όλης της χρονιάς, αλλά και τους εαυτούς μας, σα να ψάχνουμε άλλοθι για όσα κάνουμε τις καθημερινές σε καθημερινή βάση; Γιατί να δίνουμε ανέξοδες συντροφικές ευχές για αγώνες κι επαναστάσεις, εφόσον δεν κάνουμε όσα περνάνε από το χέρι μας, για να πιάσουν στην πράξη; Και γιατί να φτιάχνουμε μελομακάρονα μόνο αυτές τις (φ)άγιες μέρες, αφού αντικειμενικά είναι φοβερά κι αφήνουν τους κουραμπιέδες να τρώνε τη σκόνη τους;

Υπόψη, παρενθετικά, πως ο ουμανισμός κι η πραγματική αγάπη για τον άνθρωπο διαφέρουν σε κάτι βασικό από την αστική φιλανθρωπία, που έχει φαινομενικά παραπλήσια σημασία και κίνητρα. Ο φιλάνθρωπος είναι σα να εξαιρεί τον εαυτό του από τους κοινούς θνητούς και το ανθρώπινο είδος που περιβάλλει με στοργή, σα να είναι κάτι έξω απ’ αυτό, ποιοτικά διάφορο και βασικά ανώτερο, που θα μπορούσε με την ίδια ευκολία να διοχετεύσει κάπου αλλού τη φιλευσπλαχνία και τις ευαισθησίες του και να είναι πχ φιλόζωος. Σαν τις δεσποινίδες της αριστοκρατίας, που –όπως έλεγε στο λόγο του στη λαμία ο άρης βελουχιώτης- δε βλέπουνε γύρω τους τη δυστυχία και την κακομοιριά που βασιλεύει, αλλά συγκινούνται από ένα άρρωστο γατάκι.

Κάθε χρόνο στις γιορτές λοιπόν, το σύστημα φοράει τα καλά του και πλασάρει το παραμύθι της πανανθρώπινης αγάπης, σε μια κοινωνία βαθιά αλλοτριωμένη που μένει γυμνή από συναισθήματα μες στην καπιταλιστική βαρυχειμωνιά και την χαρακτηρίζουν αγεφύρωτες ταξικές αντιθέσεις. Αλλά το κάνει με το αζημίωτο, μετατρέποντας τα χριστούγεννα στην πιο κερδοφόρα μπίζνα του χρόνου, με την αντίστροφη μέτρηση (των τζάμπο) να ξεκινάει τέλη οκτώβρη, που πολύς κόσμος πηγαίνει ακόμα για μπάνια στη θάλασσα. Γι’ αυτό κηρύσσονται ιερά, σαν τον απόλυτο θεό του καπιταλιστικού κέρδους και μπαίνουν υπό την υψηλή προστασία της πολιτείας και των κρατικών μηχανισμών, που δε θα αφήσουν ποτέ κανένα δεκέμβρη να αναβάλει τις εκδηλώσεις τους.

Κι αυτός είναι ίσως ο λόγος που την έχει γλιτώσει (προσωρινά) το δώρο των μισθωτών στον ιδιωτικό τομέα, για να πέφτει στην αγορά και να ξεγελάει την ύφεσή της. Αν και οσονούπω θα επιστρέψουμε στις ωραίες, ρομαντικές εποχές, που –όπως λέει και ο μπαμπάς σπουργίτης στις χαμηλές πτήσεις του αρκά- έσπαγαν τα παιδιά τον κουμπαρά τους, για να αγοράσουν δώρα κι έδιναν από ένα κομμάτι του στους δικούς τους. Ή θα εφαρμόζουμε εναλλακτικά την τακτική του μπαμπά του μικρού νικόλα (από τους σανπέ-γκοσινί), με την επιστολή του άγιου βασίλη στο μικρό, όπου του εξηγούσε για ποιο λόγο δε θα πάρει αυτήν την χρονιά το δώρο που ζήτησε, καθώς είχε ένα ατύχημα με το έλκηθρο και ήταν πολλά τα έξοδα για τις επιδιορθώσεις, αλλά δεν ήταν δικό του το λάθος, γιατί ο απέναντι οδηγός…

Το σύστημα χρειάζεται όμως χαρούμενους καταναλωτές –κι ας μην έχει μείνει ούτε μπαλωμένη κάλτσα να βάλουν δίπλα στο αριστοκρατικό τους τζάκι, όπου ψήνουν τα κάστανα και το παντεσπάνι. Χαρούμενους, για να δέσουν με το δικό του «ανθρώπινο» και χαρούμενο πρόσωπο. Κι οι χαρούμενοι καταναλωτές έχουν ανάγκη με τη σειρά τους να παλιμπαιδίσουν και να ξεχάσουν τις έγνοιες τους, να πιστέψουν σε κάποιο παραμύθι και το θαύμα των χριστουγέννων. Τα μικρά παιδιά περιμένουν τα δώρα του άι-βασίλη, ενώ τα μεγαλύτερα προσμένουν από τον άγιο με τα δώρα μια άνωθεν (όχι εξ ουρανού με τη θεολογική έννοια, αλλά από τα πάνω, πολιτικά μιλώντας) κυβερνητική λύση, χωρίς να καταλαβαίνουν πως εμείς προοριζόμαστε για να σέρνουμε το έλκηθρο. Και πως τα κερατάκια στην κεφαλή μας δεν είναι τάρανδου, αλλά το αντίτιμο για τις φρούδες ελπίδες και τους σωτήρες που μας (εξ)απάτησαν.

Για ποια μαγεία μιλάμε εξάλλου, όταν ακόμα και τα παραδοσιακά έθιμα καταντάνε μια τυπική συναλλαγή; Με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τα κάλαντα, όπου συχνά οι γονείς συνοδεύουν τα παιδάκια, είτε για να μην τους επιτεθεί κάποιος και τα ληστέψει, είτε για να διευθύνουν οι ίδιοι από κοντά τις επισκέψεις και να καρπωθούν τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν. Και η ανταπόκριση του κόσμου βαίνει διαρκώς μειούμενη, χρόνο με τον χρόνο, είτε γιατί καταλαβαίνουν την κοροϊδία, είτε γιατί δεν έχουν να δώσουν τίποτα.
Σε λίγα χρόνια η μόνη αυθεντική παραδοσιακή χριστουγεννιάτικη νότα, θα είναι τα κνίτικα κάλαντα, που μπορεί να έχουν μια δόση προλεκάλτ στοιχείων αλλά αποτελούν την κορύφωση της οικονομικής εξόρμησης και της αδήριτης ανάγκης να καλυφτεί το πλάνο. Και ο μη αστικός μύθος κάνει λόγο για σφους που έχουν κάνει αλλαγή χρόνου στα γραφεία της οργάνωσης, περιμένοντας να μετρήσουν και να κλείσουν τα χρήματα που μάζεψαν.

Έτσι η υποκρισία κι η ποζεριά (δηθενιά) της αστικής κοινωνίας περνάει και στις εορταστικές εκδηλώσεις. Στο διαγωνισμό κακογουστιάς με τα χριστουγεννιάτικα φώτα στα μπαλκόνια, γιατί τα στολίδια δεν έχουν πάντα-απαραίτητα τον καλλωπισμό ως αποτέλεσμα- και το περιβόητο santa run, με τους φευγάτους και τρεχάτους αγιοβασίληδες, που δεν πιάνει μία ωστόσο μπροστά στο ανυπέρβλητο run trotsky run, του σχιζοφρενή δολοφόνου με το καδρόνι. Η αλλαγή χρόνου γίνεται διαγωνισμός συμβατικότητας για τα περισσότερα κλισέ (υγεία πάνω απ’ όλα) και το ρεβεγιόν χρυσή ευκαιρία για επίδειξη (πλούτου, ρούχων, σερβίτσιων, κοκ).

Κι ο λαός, εν μέσω πλήρους απραξίας κι απάθειας (ακόμα και στην αθλητική κίνηση των ημερών), και καταθλιπτικής κοινοβουλευτικής κινητικότητας, προσμένει ίσως κάποιο θάμα, χριστουγεννιάτικο, όπως έλεγε ο βάρναλης για τους «μοιραίους» του. Που κανείς δε θα του το προσφέρει όμως, μασημένη τροφή στο πιάτο, αν δεν το κυνηγήσει μόνος του.


Υστερόγραφο
Κι αφού αναφέραμε το ανυπέρβλητο run trotsky run, να σημειώσουμε πως το μόνο πολιτικό θαύμα των ημερών αφορά την κινητικότητα του εξωκοινοβουλίου και δη των τροτσκιστικών οργανώσεων, με το σεκ να αποτελεί φωτεινό φάρο κοινής λογικής και το εεκ του σάββα, που δεν παρέδωσε ποτέ σε σεκ, αραν, αρας, να είναι, κατά τα φαινόμενα, έτοιμο να παραδώσει τώρα στον αλαβάνο και την ανταρσυα. Και να σκεφτεί κανείς πως ουσιαστικά γιορτάζουμε τα σταλινούγεννα, όπως εξηγεί κι αυτή εδώ η παλιότερη ανάρτηση, που απαλλοτριώθηκε πρόσφατα από το infowar του άρη χατζηστεφάνου για να κατέβει λίγες ώρες αργότερα, μπλέκοντας στα δίχτυα της λογοκρισίας.

Αλλά για αυτά περισσότερα στο αυριανό σημείωμα, καλώς εχόντων των πραγμάτων.