Επιστροφή στην πόλη που γέννησε τη διαλεκτική. Που μυρίζει κατρουλιό μαζί με πατσουλί. Με τους συνειδητά ασυνείδητους ατομιστές και τους ταξικά ασυνείδητους προλετάριους. Τόσες αντιφάσεις και δεν προχωράει τίποτα. Κι ύστερα σου λέει, είναι πηγή εξέλιξης.
Μια μίζερη πραγματικότητα όπου καλείσαι να πάρεις θέση.
Μέσα της σαν γρανάζι της, ή απ’ έξω της στο περιθώριο;
Μέσα της ελλοχεύει ο κίνδυνος της ενσωμάτωσης. Κι απ’ έξω ο ναρκισσισμός του περιθωρίου. Μαζί με τη σοσιαλιστική συνείδηση που έρχεται απ’ έξω, έξω από την αλλοτρίωση και τη φενακισμένη συνείδηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.
Κι άντε μετά να περάσει με εισοδισμό στους μέσα.
Αν μείνουμε μέσα στα σημερινά όρια, πώς θα συλλάβουμε το αύριο που έρχεται; Θα μας καταπιεί η καθημερινότητα και θα μας αφομοιώσει στο βούρκο της στασιμότητας.
Αλλά αν δεν πιάσουμε τις αντιφάσεις στο σήμερα, φαντασιωνόμαστε ως αναχωρητές κόσμους εκτός πραγματικότητας. Και χτίζουμε γυάλες να κλείσουμε μέσα το απ’ έξω μας, για να μείνει καθαρό απ’ τους απ’ έξω που ενσωματώθηκαν μέσα στο σύστημα. Θέλω να βγω από δω έξω!
Ρήξη και συνέχεια. Θέλει διαλεκτική σύντροφε.
Και ποιος την έχασε για να τη βρούμε εμείς…
Μένουμε λοιπόν κλεισμένοι σε τέσσερις τοίχους που τους κουβαλάμε κι όταν βγούμε έξω. Μπροστά σε μια οθόνη, παράθυρο της φυλακής στον κόσμο, με θέα άλλα σπίτια, όπου μπορείς να μπαίνεις, αρκεί να μένεις πάντα μέσα σε τοίχους.
Εντοιχισμένη ζωή κι ο καινούριος χρόνος.
Η διαφορά με την ευτυχία είναι μια βαρηκοΐα. Οπότε μακάριοι οι σύντροφοι που δε μπορούν να αφουγκραστούν και να πιάσουν τον παλμό του κόσμου. Και πιονιέροι της ευτυχίας όλοι εμείς που βάζουμε τάπα στα αυτιά όταν είναι να μιλήσει ο άλλος.
Εντειχισμένος κι ο σοσιαλισμός που γνωρίσαμε, άλλο αν κάποιοι μένουν στα λάθη και τις ανορθογραφίες του και κάνουν πως δεν τον ξέρουν. Μπήκε εντός των τειχών για να μην εκτίθεται στους παγωμένους ανέμους της αλλαγής που φύσηξαν το 89 κι έβαλαν το ιστορικό προτσές στην κατάψυξη της αντεπανάστασης. Ο πάγος κόλλησε, ο δρόμος έσβησε.
Κι ο βασιλιάς έμεινε μούμια μαρμαρωμένη πλάι στην κόκκινη πλατεία με τη μηλιά να κλαίει την χαμένη –σοσιαλιστική- πατρίδα και την χαμένη παρτίδα με τον ιμπεριαλισμό, που δεν είναι η τελευταία. Χάσαμε μόνο μια μάχη, όχι τον –ταξικό- πόλεμο.
Οι προλετάριοι δεν έχουνε πατρίδα, γιατί η σοβιετία εάλω. Και γίναμε όλοι παλαιολόγοι που ψάχνουν τον προδότη που άνοιξε την κερκόπορτα στην μπορνχόλμερ στράσε, αντίκες του ιστορικού προτσές χωρίς αξία χρήσης αλλά με πλούσιο παρελθόν μεγάλης μεταπωλητικής αξίας, αν το εξαργυρώσουμε στους αστούς. Και μείναμε πίσω να μετράμε πόσοι τούρκεψαν και ξεπουλήθηκαν.
Το κακό ξεκίνησε από τον εμφύλιο. Που έπαιρναν με το ζόρι τους χωρικούς και τους έφερναν στις πόλεις για να μη βρίσκει τρόφιμα το αντάρτικο. Που ήταν κατά βάση χωριάτικο, σαν την εθνική μας σαλάτα, με φέτα ορεσίβια κι αγνά υλικά από την επαρχία.
Κι ύστερα ήρθε το τσιμέντο κι η αστυφιλία και μαράζωσε η ύπαιθρος. Κι ο κόσμος ξέχασε να ξεχωρίζει τα χόρτα και τις μυρωδιές, έμαθε να ενοχλείται από τις φυσικές και να τις καλύπτει με αποσμητικό. Ο καπιταλισμός έφτασε στην χωριάτικη ελλάδα κι έσπασε βίαια δεσμούς και παλιές προαιώνιες σχέσεις. Έβαλε τους μπαρμπάδες στο λέτσοβο να πίνουν καμπάρντι και να χορεύουν ρασπούτιν. Σκότωσε την προφορική διάδοση, τα παραμύθια των γιαγιάδων και τη φαντασία. Έλεγξε το φαντασιακό με δικές του έτοιμες εικόνες κι έβαλε στη θέση του δικούς του μύθους, για το φανταστικό φετιχοποιημένο κόσμο των εμπορευμάτων και της νεκρής εργασίας που ρουφάει αίμα κι υπεραξία από τη ζωντανή.
Τα παιδιά μεγαλώνουν με τυποποιημένες αναμνήσεις. Οι λεπτοί, ξερακιανοί γείτονες έγιναν δαπιτόφατσες με χοντρά μάγουλα. Κι οι συλλογικότητες έσπασαν σε πολλά μικρά κομμάτια –μεταμοντέρνα- και πήρε ο καθένας το μερίδιο μοναξιάς που του αναλογούσε.
Κάποτε λέγαμε να καώ εγώ, να καείς εσύ για να γενούνε τα σκοτάδια φως. Αλλά το μόνο φως που καίει είναι της οθόνης κι όλοι εμείς καιγόμαστε μπροστά της. Σκοταδισμός του κερατά.
Και πάει λέγοντας. Ολόκληρη αλυσίδα σκέψεων με ένα σωρό αδύναμους κρίκους. Που αν την ξετυλίξεις ολόκληρη φτάνει πολύ μακριά, ως την αντίθεση πόλης-χωριού.
Η κομμουνιστική προοπτική βασίζεται στην πόλη, στην τεχνολογία, στη μεγάλη παραγωγή. Τι είδους συλλογικότητα όμως υπάρχει στη μαζική εξαθλίωση κι αποξένωση των πόλεων; Ποιες δυνατότητες αποκέντρωσης δίνει σήμερα η αυτοματοποίηση; Πόσο τρελός ήταν στ’ αλήθεια ο τσαουσέσκου που είχε –λέει- πλάνο να ενώσει τα χωριά για να φτιάξει μικρές πόλεις; Ή οι σοβιετικοί που είχαν πολλές πόλεις μέχρι ένα εκατομμύριο κι ελάχιστες μεγαλουπόλεις;
Ο κόσμος σήμερα είναι σαν την αλυσίδα που παίζαμε μικροί στο διάλειμμα.
Αν όλη η τάξη στο σχολειό δώσει σφιχτά τα χέρια, κορίτσια αγόρια στη σειρά και έστηνε χορό
Η αλυσίδα θα ‘τανε πολύ-πολύ μεγάλη, σχέσεις αλληλεξάρτησης θα είχαμε θαρρώ.
Ο πρώτος σέρνει τρέχοντας τον χορό σαν υπερδύναμη κι οι άλλοι πίσω ακολουθούν θέλοντας και μη το ρυθμό του. Οι προλετάριοι μαθητές δεν έχουν παρά να χάσουν την αλυσίδα τους και στις απότομες στροφές της ταξικής πάλης και της αλυσίδας κάτι ελαφρά πόδια έφευγαν με φόρα και μετά τα βρίσκαμε πάνω σε τοίχους, κάγκελα, ή στα χέρια των μπολσεβίκων.
Ενίοτε η αλυσίδα έκλεινε σα σπείρα κι ο πρώτος περνούσε ανάμεσα απ’ τους άλλους τονίζοντας τις σχέσεις αλληλεξάρτησης και τις αξεδιάλυτες αντιφάσεις του συστήματος. Αλλά η αλυσίδα συνήθως έσπαγε στο τέλος που είχε φυγόκεντρο δύναμη και δυαδική εξουσία και πολύ σπάνια στους τρεις-τέσσερις πρώτους της γραμμής.
Κι αυτή είναι η πιο εκλαϊκευτική εικόνα που μπορώ να σκεφτώ για να εξηγήσω τη θεωρία του λένιν για τον αδύναμο κρίκο και τις πρώιμες επαναστάσεις του βαζιούλιν. Ενδείκνυται και για νέους πρωτοπόρους, όταν με το καλό ανασυστηθούν.
Υστερόγραφο
Η ιδεολογική τροφή που μας ταΐζει η ραδιοτηλεόραση είναι αυτές οι δήθεν αθώες κοινωνικά μορφές. Πολύ περισσότερο από τον καθαρά πολιτικό λόγο, την ιδεολογία που δεν κρύβει το όνομά της, που πολύ δύσκολα άλλωστε αγγίζει όσους ήδη έχουν άλλη πολιτική τοποθέτηση.
Σχεδόν ανεμπόδιστα περνάει ό, τι δε μιλάει ανοιχτά για πολιτική κι ιδεολογία… αλλά για «ουδέτερα», αιώνια ανθρώπινα πράγματα: μουσική, τραγούδι, έρωτα. Ντύσιμο, φαγητό, όμορφα σπίτια, έπιπλα, κουζίνες, απορρυπαντικά. Αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες, τσιγάρα και ποτά. Αρώματα, κοσμήματα, αδυνάτισμα, διακοπές και ταξίδια και…
Η καταπληκτική ικανότητα της αστικής τάξης βρίσκεται στο ότι προσφέροντας στους εργαζόμενος μια ερζάτς μικρογραφία της δικής της ευημερίας, τους κάνει να υιοθετούν σε όλη την κλίμακα τα δικά της ταξικά, κοινωνικά πρότυπα στις ανθρώπινες σχέσεις.
Τι είναι τέλος πάντων αυτή η κυρίαρχη ιδεολογία για την οποία μιλούν όλοι οι αριστεροί κοινωνιολογούντες αν δεν είναι πρώτα απ’ όλα ο ατομισμός; Ο συμφεροντολογισμός, το ατομικό ξεμονάχιασμα, η ακοινωνικότητα σε όλες της τις γνωστές της μορφές;
Ζήσης θέος, από τα υλικά της ανοιχτής συζήτησης: για μια δημοκρατική ραδιοτηλεόραση που διοργάνωσε το μάρτη του 86 στο πολυτεχνείο το γραφείο τύπου της κε του κκε.
Σχετικό με το σημερινό κείμενο και σαν πρόγευση για το επόμενο.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αλυσίδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αλυσίδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 20 Απριλίου 2010
Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2008
Κομμουνισμός ή αλυσίδες

Όταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα.
Καλά τα λέγαμε. Συγκλονιστική κι η φωτογραφία.
Το θέμα είναι τι μας έκανε να αλλάξουμε γνώμη μέσα σε δύο μήνες και το φλεβάρη του 45 προτιμήσαμε τις αλυσίδες από τα όπλα.
Όσες φορές κι αν το σκεφτείς, ό,τι επιχείρημα κι αν κρατάς για τους απ' έξω, όσο κι αν με το πες-πες τα πιστεύεις κι εσύ στο τέλος, τις περισσότερες φορές σταματάει ο νους κι απάντηση δε βρίσκεις.
Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει.
Η τυραννία ντύθηκε λάιφ-στάιλ, οι αλυσίδες γίναν φανταχτερές κι ο κόσμος τις φοράει οικειοθελώς σαν κόσμημα και καμαρώνει. Ή τέλος πάντων αν όχι οικειοθελώς συναινετικά. Που δεν έχει και μεγάλη διαφορά.
Η μόνη φορά που ήθελε να τις σπάσει και το προσπάθησε ήταν τότε.
Κι εμείς είχαμε τα κλειδιά. Αλλά τι τα κάναμε;
Τα δώσαμε στο λύκο για να φυλάμε από κοινού το ποίμνιο.
Κι ο λύκος μας έφαγε μαζί με τα κλειδιά.
Σήμερα οι αλυσίδες παραμένουν στη θέση τους.
Κι ο κόσμος απαθής στη δική του.
Πού και πού νιώθει να τον σφίγγουν κάπως.
Αλλά δε θέλει να τις σπάσει. Το πολύ να τις ξεσφίξει λίγο.
Άσε που κάποιοι πείθονται ότι οι αλυσίδες τους σφίγγουν γιατί καλομάθανε κι έχουν παχύνει.
Οι προλετάριοι δεν έχουν να χάσουν παρά μόνο τις αλυσίδες τους.
Αλλά αν γίνει αυτό, κάποιοι θα πέσουν στα γόνατα (με πνεύμα δούλου) και θα ψάχνουν να τις ξαναβρούν.
Ενώ πάνω από τα κεφάλια τους θα πλανάται το φάντασμα της σοβιετίας. Όπου δεν υπήρχαν αλυσίδες. Και δη φανταχτερές. Φρίκη!
Όλα αυτά σαν χτες, 64 χρόνια πριν. Είχαμε επέτειο.
Χρόνια πολλά στη βαρβαρότητα και τους βάρβαρους που γιόρταζαν χτες.
Και σήμερα. Και κάθε μέρα.
Ετικέτες
αλυσίδες,
βαρβαρότητα,
δεκεμβριανά,
εαμ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)